Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Σεπτεμβρίου 2019

Τι είναι οι λέξεις;


King Kong on top of the Empire State Building



Τι είναι οι λέξεις; Εκείνες που λέμε, εκείνες που σκεπτόμαστε κι εκείνες που καταγράφουμε;


Η παγίδα που στήνουμε για να πιάσουμε τα θηρία στα δάση•


Το φράγμα που ορθώνουμε μπροστά από τον χείμαρρο•


Οι ψαρόβαρκες με τις οποίες αρμενίζουμε στον ωκεανό•


Το παζλ που παλεύουμε να χτίσουμε•


Η κορυφή του προσωπικού μας Empire State Building•


Μα τα θηρία πάντα θα βρίσκουν τρόπο να ξεφύγουν μες στη νύχτα• και τα φράγματα θα παρουσιάσουν κάποια ρωγμή, αργά ή γρήγορα• και οι ψαρόβαρκες θα χρειαστεί ν’ αντιμετωπίσουν τη φουρτούνα• και το παζλ θα ολοκληρωθεί για να το διαλύσουμε και ν' αρχίσουμε απ’ την αρχή ξανά.


Και στην κορυφή του Empire State Building, στο πιο απροσπέλαστο σημείο του… ποιος ξέρει. Ίσως δεις τον Κινγκ Κονγκ να σκαρφαλώνει.




~

19 Ιουνίου 2019

Για τους παντοτινούς πειρατές







Σκέφτομαι τον περιπλανώμενο. Χρόνια αρμενίζει και αποζητά κάποιο νησί να προσαράξει. Τη μικρή Ιθάκη του. Αχ, πως αναστενάζει όταν σκέφτεται τη μικρή Ιθάκη του!

Σκέφτομαι όμως και εκείνον που ζει στο νησί. Εκείνον που περνά τα χρόνια του εκεί. Αχ, δεν τον χωράει η μικρή του η Ιθάκη! Επιθυμεί το αντίθετο: να σαλπάρει, ν’ αποτινάξει γνώριμες πατρίδες, να ποδοπατήσει τοπικούς θεούς, να χλευάσει ιερά και παραδόσεις, να χαράξει νέα μονοπάτια.

Τι κοινό έχουν μεταξύ τους; Ο πρώτος λαχταρά το οικείο που μοιάζει να έχασε κάποτε. Ο δεύτερος λαχταρά το άγνωστο. Ο νόστος του ενός, η απόδραση του άλλου.

Κι όμως – παρά τις διαφορές τους, είναι ίδιοι σε αυτό: αμφότεροι διαφυλάσσουν έναν παλιό, κιτρινισμένο χάρτη, στην πιο κρυφή γωνία της καρδιάς τους. Και ο χάρτης φέρει εκείνο το σημείο «Χ» χαραγμένο πάνω του με παλιά μελάνη. Ναι – αυτό είναι το κοινό τους. Αναζητούν το ίδιο σημείο και οι δυο… απλά κατευθύνονται εκεί μέσω διαφορετικών δρόμων. Εκείνο το σημείο που χάραζαν οι πειρατές και έδειχνε που βρίσκεται ο κρυμμένος θησαυρός.

Εκείνος που λαχταρά την επιστροφή και την ηρεμία... και εκείνος που λαχταρά την περιπέτεια και την εμπειρία… είναι και οι δυο πειρατές σε αναζήτηση του κρυμμένου θησαυρού. Έναν θησαυρό που ο κόσμος μας φυλάει μόνο για τους λίγους… γιατί οι πολλοί ποτέ δεν θα ενδιαφερθούν να τον ανακαλύψουν.

Γιατί οι πολλοί δεν γυρεύουν ν’ ανακαλύψουν νέα μέρη. Δεν επιθυμούν να ποδοπατήσουν είδωλα, ούτε ν’ ανοίξουν δρόμους… Και οι πολλοί δεν γυρεύουν να επιστρέψουν σε εκείνο που μοιάζει να χάθηκε για πάντα και επιζεί σ’ εκείνη τη μικρή γωνία της καρδιάς τους.

Όχι – οι πολλοί απλά υπάρχουν. Ζουν στο τώρα – και τίποτα περισσότερο. Δεν περιπλανώνται. Δεν νοσταλγούν. Τα όνειρά τους δεν είναι δικά τους όνειρα. Η περιπέτειά τους δεν είναι δική τους περιπέτεια. Και τι μπορεί να καταλάβει κάποιος από την περιπέτεια, αν δεν την κάνει δική του, ολόδική του! Τι μπορεί να καταλάβει κάποιος από τη νοσταλγία αν τη λάβει ετοιμοπαράδοτη! Τι ξέρουν οι πολλοί από κρυμμένους θησαυρούς, πειρατές και πουλιά στους ώμους. Τι ξέρουν από εκείνη τη λέξη: τη λέξη λαχτάρα!

Σε αυτό λοιπόν, ο περιπλανώμενος και ο νοσταλγός είναι στο βάθος ίδιοι μεταξύ τους. Είναι οι άνθρωποι που αλλάζουν τον κόσμο γύρω τους. Όχι γιατί θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο… δεκάρα δεν δίνουν! Η καρδιά τους όμως… χτυπάει πολύ δυνατά για να χωρέσει σε αυτόν τον κόσμο. Η μουσική της καρδιάς τους είναι παράταιρη με τον ρυθμό του κόσμου. Ο ρυθμός τους πάλλεται αλλιώς. Ένας χτύπος που άλλοτε μιλά για περιπέτεια… και άλλοτε για νοσταλγία… μα στο βάθος είναι ο ίδιος πάντα χτύπος. Είναι ο ρυθμός εκείνων που αποζητούν παραδείσους.

Και το επιφώνημα «Αχ» είναι η μαγική εκείνη λέξη που συνδέει όλους εκείνους τους παντοτινούς πειρατές, τον έναν με τον άλλον.

~

1 Απριλίου 2019

Ο χορός της Άνοιξης


Άνοιξη, πίνακας του Κλωντ Μονέ - Claude Monet, Springtime painting, 1886




πρίλη ψεύτη, χάνομαι, στα ψεύτικα όνειρά σου…", λένε οι Κατσιμιχαίοι στον «Κόκκινο Χορό» τους. Απρίλης. Ο μήνας που σηματοδοτεί το επίσημο λάκτισμα του τραγουδιού της άνοιξης. Ποια είναι η Άνοιξη; Εκείνη η νεαρή γυναίκα, που τόσοι έχουν ποθήσει και τόσοι έχουν ερωτευτεί. Η πιο ποθητή και εκστατική απ’ τις γυναίκες. Μια ανθοφορούσα κοπέλα με διάφανο πέπλο, που χορεύει μπρος στα ορθάνοιχτα μάτια σου, κι εσύ απομένεις να χαζεύεις σαν υπνωτισμένος, έτοιμος να παραδώσεις σώμα και ψυχή στα ατελείωτα κάλλη της.

Ναι, είσαι όμορφη, Άνοιξη. Κανείς δεν το αρνείται. Μα φέρεις πάντα μαζί σου ένα καλάθι ξέχειλο υποσχέσεις. Και αυτές τις υποσχέσεις σου είναι που αδυνατώ ν’ αποδεχτώ. Γιατί πάντα ξεχειλίζουν – και το δικό μας ποτήρι, αλίμονο, δεν χωρά παρά μια στάλα απ’ τον χυμό τους. Ο περισσότερος πέφτει κάτω, γονιμοποιεί το έδαφος, το χώμα, τα δέντρα – όχι εμάς τους ίδιους.

Δεν φταις εσύ. Το ποτήρι μας απλά δεν σε χωρά. Το δικό μας τραγούδι φέρει κάτι από τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Και ο χορός μας, όσο ελαφροπάτητος και αν πασχίζουμε να είναι, αντηχεί ενίοτε σαν το βαρύ πάτημα του χειμώνα.

Όσο και αν σε θαυμάζω, Άνοιξη, άλλο τόσο πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει πίσω από τις υποσχέσεις σου – και μοιάζω με κυνηγό σπάνιων πεταλούδων, τρέχοντας ξωπίσω τους σαν ανόητος, μα αδυνατώντας να τις πιάσω.

Μπορώ να σ’ ερωτεύομαι, Άνοιξη. Μα δεν ξέρω πως να σ’ αγαπώ. Κι αυτό γιατί υπόσχεσαι πολλά – πάρα πολλά. Και αν χορέψω τον χορό σου, μάλλον λαβωμένος θα βγω στο τέλος. Εσύ θα συνεχίσεις να τινάζεις το αέρινο κορμί σου – κι εγώ θα σε κοιτάζω σαν ηλίθιος, βαριανασαίνοντας, αδυνατώντας να συγχρονιστώ μαζί σου. Έχει συμβεί τόσες φορές.

Τα φιλαράκια σου, απ’ την άλλη… το παρεξηγημένο Φθινόπωρο και ο σκυθρωπός Χειμώνας… δεν υπόσχονται πολλά. Έρχονται κρατώντας μικρό καλάθι. Και αδυνατούν να χορέψουν σαν εσένα. Μα γι’ αυτό τα αγαπώ – επειδή ακριβώς δεν υπόσχονται τίποτα. Δεν με τυφλώνουν με τα κάλλη τους. Δεν με γεμίζουν προσδοκίες. Η ομορφιά τους μοιάζει με εκείνη των σιγανών ρευμάτων που αργοκυλούν δίχως να κάνουν θόρυβο. Διακριτικά και ήσυχα, φέροντας όχι εκτυφλωτικά κόκκινα και πράσινα, μα απαλά χρώματα της γης και του αέρα.

Όσο αφορά το καλοκαίρι… επέτρεψέ μου να το αφήσω στην άκρη. Πολύ σαματατζίδικο, πολύ επιδειξιομανές. Εσύ χορεύεις και ο κόσμος γύρω σου ομορφαίνει. Το καλοκαίρι, από την άλλη, χορεύει ίσα για να τον βλέπουν οι άλλοι να χορεύει. Αυτή είναι η διαφορά σας.

Αυτά είχα να σου, όμορφη και απατηλή μου Άνοιξη. Συνέχισε τον εκστατικό και υπέροχο χορό σου… μα αν κάποιες φορές στρέφω πέρα και μακριά το βλέμμα μου - ελπίζω να με κατανοήσεις.



6 Μαρτίου 2019

Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν


Vassily Kandinsky - Composition No 4, 1911




Αυτό είναι ένα πειραματικό κείμενο, και, ως τέτοιο, δεν επιθυμώ να βγάζει ιδιαίτερο νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς θα του δώσω έναν τυχαίο τίτλο. «Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν». Αυτό μου ήρθε πρώτο σαν σκέψη, εντελώς γελοίο, μου αρέσει, το κρατάω.

Τι θα κάναμε δίχως τη γελοιότητα, που τόσο πετυχημένα μας θυμίζει πως υπάρχει μια κάποια τεχνητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, το αποδεκτό και το μη-αποδεκτό, την πλευρά της όχθης όπου νομίζουμε πως στεκόμαστε και την όχθη όπως είναι στην πραγματικότητα: μια μεγάλη, γλιστερή φάλαινα, που ετοιμάζεται να καταδυθεί στον βυθό.

Splish splash, I was taking a bath. Δυο δυο, στη μπανιέρα δυο δυο. Παπάκια. Σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω. Νευρικά. Ευερέθιστα. Σαν τη χοντρή που μπήκε στο λεωφορείο. Την κοιτάζω. Με κοιτάζει. Αηδία. Παπάκια στη σειρά. Μισώ όλο τον κόσμο, μα τα παπάκια πιο πολύ. Και αυτόν τον τύπο, εκεί, απέναντι, που θέλει να τα ρίξει στη γκόμενα με τη γκρι φούστα. Τη γδύνει με το βλέμμα του. Εκείνη δεν κοιτάζει – τάχα. Λες και δεν καταλαβαίνουν. Σκυλιά με τη γλώσσα έξω. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν αν κουνούσαμε τις ουρές μας – ούτε χυλόπιτες, ούτε τίποτα. Με γουστάρεις; Κουνάς την ουρά σου, τόσο απλά. Και η χοντρή να κοιτάζει και το μωρό να γλύφει το παγωτό που κρέμεται στα στήθη της, αερόστατα σε πτώση.

«Νεαρέ, θα με αφήσεις να κάτσω στη θέση σου; Είμαι ηλικιωμένη», μου απευθύνει ευγενικά τον λόγο μια καλόψυχη ηλικιωμένη. «Όχι», απαντώ. Γελάω με τον εαυτό μου. Κλαίει. Η μπανιέρα πάει να ξεχειλίσει. Ιδρώνουν τα σκυλιά. Έξω οι γλώσσες. Το μωρό γλύφει το παγωτό που κυλάει στο πάτωμα του λεωφορείου, το ίδιο πάτωμα που πατήθηκε από –

Ένας τύπος, εκεί δα, απέναντι (δηλαδή πέρα στο άπειρο, καθώς ποτέ δεν θα γνωρίσω τίποτα πέραν της εικόνας που μου παρουσιάζει), γνωρίζει μια κοπέλα. Της μιλάει. Μόλις τη γνώρισε. Εκείνη τον κοιτάζει και τα μάτια της σκορπούν αστέρια.

«Γνωρίζεις τον μύθο του Σπηλαίου, του Πλάτωνα;», τη ρωτάει ο νεαρός.

«Ηλιόλουστη μέρα σήμερα. Αίθριος καιρός», του απαντάει εκείνη.

«Βλέπουμε μόνο εκείνα που μας υπαγορεύουν οι αισθήσεις μας. Πλέουμε σε πελάγη αγνοίας. Μα σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία η λύση βρίσκεται στην ορθή χρησιμοποίηση του Λογικού, που παρέχει τη δυνατότητα να αποτινάξουμε τις όμοιες με κουρτίνες ψευδαισθήσεις και να δούμε πέρα, στον αληθινό κόσμο των Ιδεών, εκεί που εδράζεται η γνώση, η αλήθεια, η σοφία.»

«Θα συμφωνήσω πως οι γάτες έχουν όμορφο τρίχωμα».

«Ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αποξένωση στον κόσμο. Γιατί να ζούμε τόσο απομονωμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Σάμπως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό; Όχι, μη με κοιτάζεις έτσι, δεν επιθυμώ να θέσω βιβλικές παραβολές τύπου «η Εύα φτιάχτηκε από το πλευρό του Αδάμ» και τέτοια. Είχα κατά νου περισσότερο εκείνους τους στίχους του Moby, ξέρεις, “we’ re all made of stars”, αστέρια, μακρόκοσμος, το απώτερο σύμπαν όπως κάποιες φορές εντοπίζεται σε μια τόσο δα δροσοσταλίδα, μια νότα σαξοφώνου, τον ήχο που κάνει το κουταλάκι όταν ανακατεύει τον καφέ.»

«Το αγαπημένο μου μουσείο είναι το αρχαιολογικό. Είχα πάει μικρή. Θυμάμαι τη θεία μου να με κρατά από το χέρι και να με κερνά παγωτό».

«Μα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για τον άνθρωπο. Κάθε φιλόσοφος, κάθε στοχαστής βλέπει μια πλευρά και αγνοεί μια άλλη. Άλλος θα σου πει για ζώα και άλλος για θεούς, μα το νόημα βρίσκεται στη σύνθεση των αντιθέτων και στην αιώνια διαπάλη τους – μα αδυνατούμε να συλλάβουμε τη διαπάλη, καθώς αδυνατούμε να επεξεργαστούμε ταυτόχρονα την αντίθεση, ο νους μας παλεύει να επιλύσει τις ασυμφωνίες θρυμματίζοντας την ίδια τη βάση τους, τη μήτρα του χάους που τις γεννά, παρέχοντας ένα κάλπικο εξορθολογισμένο περίβλημα στο άπειρο της αδιάκοπης ροής, φθοράς και αφθαρσίας, τέτοιο που μοιάζει με δίνη, με ρουφήχτρα».

Εισιτήρια! Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ.

Είχε μπει ένας ελεγκτής. Μα του επεσήμανα πως άργησε. Εδώ και κάμποσο καιρό έχουν καταργηθεί τα εισιτήρια στα λεωφορεία και τα τρένα. Τώρα χτυπάμε κάρτα.

Το ξέρω πως άργησα, μου λέει. Πάντα τελευταίος φτάνω. Όσο και αν πασχίζω, πάντα μένω μόνος στο τέλος.

Γελάμε με την ψυχή μας. Η χοντρή με το μωρό τραντάζονται και το λεωφορείο ξεχειλίζει παγωτό που κυλάει στο πάτωμα και ξεχύνεται απ’ τα παράθυρα. Στη στάση ανοίγουν το στόμα τους και γλύφουν. Όλοι κρεμάμε τις γλώσσες έξω. Είστε χυδαίοι, βροντοφωνάζει η καλόψυχη ηλικιωμένη, μα ποιος την ακούει. Είμαστε όλοι απασχολημένοι στο γλείψιμο.

Στάση. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνουν μέσα δυο πενηντάρηδες, ένας ζητιάνος, ένα κοριτσάκι, οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης και δυο φοιτητές της νομικής. «Συγγνώμη, σας έσπρωξα κύριε», λέει ο φοιτητής στον καβαλάρη. «Δεν πειράζει, κύριε, είμαστε ούτως ή άλλως στριμωγμένοι εδώ μέσα», απαντάει εκείνος καθησυχαστικά. Το κοριτσάκι βρίσκει τη μαμά του στο προτελευταίο κάθισμα – την είχε χάσει, μα ευτυχώς τη βρήκε.

Συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Χαρούμενοι, δίχως προορισμό. Κάποιος θέλει να πατήσει το κουμπί της στάσης. «Το σκέφτεστε, βλέπω», του αποκρίνεται η διπλανή του. «Ναι… δεν είμαι σίγουρος», απαντάει αυτός.

Τελικά δεν πατάει το κουμπί. Υποχώρησε. Κρίμα.

Ο νεαρός φλερτάρει με την κοπέλα. Τώρα της μιλάει για τον Άγιο Αυγουστίνο και την Πολιτεία του Θεού. Εκείνη γοητεύεται. Κοιτάζει την τσάντα της και βγάζει ένα σεσουάρ. Στεγνώνει τα μαλλιά της. Ο αέρας εκσφενδονίζει απ’ το παράθυρο το κοριτσάκι. Θα χρειαστεί να μπει ξανά στο λεωφορείο, στην επόμενη στάση, να αναζητήσει πάλι τη μαμά του.

Και η ζωή συνεχίζεται. Και εγώ δεν είμαι εγώ, μα τι μπορώ να κάνω πια. Τίποτα παρά να αφεθώ στον ίδιο χορό. Τους βλέπεις να χορεύουν, όλοι, εδώ στο λεωφορείο που είναι ταυτόχρονα στάδιο και γυάλα σε ράφι βιβλιοθήκης. Χορεύουν, ξεσαλώνουν, ο ντι-τζέι παίζει μια μπαλάντα και η χοντρή κυρία χορεύει αγκαζέ με το παγωτό, ενώ το μωρό τρέχει πίσω απ’ τα απομεινάρια μιας νύχτας δίχως έρωτα.

Stop!

~

2 Απριλίου 2017

Το Συμβούλιο της Τελευταίας Μέρας του Κόσμου





Την τελευταία μέρα του κόσμου έγινε ένα μεγάλο συμβούλιο, απαρτιζόμενο από φυτά, ζώα κι ανθρώπους. Στα μεγάλα έδρανα είχε λάβει με επισημότητα τις θέσεις της μια Επιτροπή, τα μέλη της οποίας κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα των έμβιων όντων. Έβλεπες αετούς με αυστηρά βλέμματα, σαλιγκάρια με καθησυχαστική φωνή, λεύκες με ελαφρύ βάδισμα, τουλίπες με φευγάτη όψη… και άφθονους ανθρώπους, δω κι εκεί.

Κάποια στιγμή, και αφού είχαν ανταλλάξει τα απαραίτητα απεριτίφ (και κάποια αστεία για να σπάσει ο πάγος – ήταν η τελευταία μέρα του κόσμου, εξάλλου, και τα είχαν όλοι τους ανάγκη), ο Επικεφαλής της επιτροπής πήρε το λόγο. Χτύπησε τρεις φορές το σφυράκι του στο έδρανο και έθεσε, σε όλους τους παρευρισκόμενους, έναν προς έναν, το ακόλουθο ερώτημα: «Αυτή, λοιπόν, ήταν η ζωή, όπως την είδες και την έζησες. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και αυτός ήταν ο κόσμος. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Τώρα, λοιπόν, που έφτασε στο τέλος του, πες μου: καταφάσκεις σε αυτόν; Ή όχι;»

Όλα τα φυτά απάντησαν Ναι. Όλα τα ζώα απάντησαν Ναι. Και ήρθε η σειρά των Ανθρώπων.

Κάποιοι είπαν Ναι. Κάποιοι όμως τον αρνήθηκαν. «Υπάρχει πολύς πόνος, πολλή αδικία, πολλή κακία», είπαν. «Και που οδηγούν τελικά όλα αυτά; Πουθενά! Καμία δικαιοσύνη, καμία ελευθερία, ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται! Ορίστε, έφτασε το τέλος – και τι καταλάβαμε; Ένας παραλογισμός. Η απάντησή μου είναι Όχι.»

Οι ψήφοι ήταν μισές-μισές. Έμενε μία για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της ψηφοφορίας. Στο έδρανο ανέβηκε ένας άνθρωπος. Πολύ μικρός σε ηλικία, ασθενικός στην όψη – η ζωή έμοιαζε να τον έχει βασανίσει πρώιμα. Το πρόσωπό του έφερε τις βαθιές αυλακώσεις από τις έγνοιες ενός ηλικιωμένου, παρά τα νεανικά του μάτια.

Ο Επικεφαλής έθεσε το ερώτημα, που κάθε φορά έμοιαζε ν’ ακούγεται για πρώτη φορά: «Αυτή, λοιπόν, ήταν η ζωή, όπως την είδες και την έζησες. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Και αυτός ήταν ο κόσμος. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Τώρα, λοιπόν, που έφτασε στο τέλος του, πες μου: καταφάσκεις σε αυτόν; Ή όχι;»

Ο νεαρός άνθρωπος σκέφτηκε. Έφερε στο νου του τις πίκρες και τις απογοητεύσεις – στο σύντομο του βίου του είχε ζήσει άφθονες. Συλλογίστηκε τα όνειρα που είχε από νωρίς εγκαταλείψει, γιατί η πραγματικότητα τα διέψευσε· τα σχέδια που οδήγησαν στο αντίθετό τους· την τριβή με μια καθημερινότητα που έτεινε να προσπερνά αδιάφορη· τον αγώνα για επιβίωση, που συχνά θύμιζε ζούγκλα· τη δικαιοσύνη που μοίραζε τυφλά τα αγαθά της· τις προσευχές δίχως αντίκρισμα· τις εντάσεις, τις προστριβές, το άγχος, το φόβο· την αδυναμία επικοινωνίας.

Κοίταξε γύρω του τα ζώα. Παρατήρησε τους ανθρώπους. Ζούγκλα.

Κοίταξε και μέσα στον εαυτό του – τρόμαξε.

Πάνω απ’ όλα όμως, εκείνο που ένιωσε ήταν η έλλειψη νοήματος. Αυτή υπήρξε η κυρίαρχη σκέψη του: “δεν καταλαβαίνω”. Χτίζεις με κόπο ένα οικοδόμημα… και αργά ή γρήγορα κάποιο κύμα πέφτει πάνω του και το γκρεμίζει. Αυτό ήταν όλο, λοιπόν; Ένας πύργος από άμμο;

Μια πλημμυρίδα αρνητικών συναισθημάτων τον κατέκλυσε. Και μια ανάγκη για απαντήσεις ξεπήδησε από μέσα του, μια επιθυμία για καθοδήγηση, μια δίψα για κάποια παρήγορη σοφία.

Μα που. Η Επιτροπή σιγούσε. Άνθρωποι, ζώα και φυτά περίμεναν. Το ερώτημα αιωρούνταν στον αέρα σαν καπνός – και περίμεναν απάντηση.

Ο νεαρός άνθρωπος θυμήθηκε ένα τραγούδι που είχε κάποτε αγαπήσει. Η γνώριμη μελωδία έμοιαζε να αναδύεται απ’ το πουθενά στη σκέψη του. Έπιασε να σιγοψιθυρίζει τους στίχους. Ξεπρόβαλλαν στη σκέψη του κάποιες βόλτες που είχε κάνει, μια φορά, σ’ ένα περιβόλι. Μύρισε με τη φαντασία του τις λεμονιές, είδε με τη μνήμη του τις γυναίκες που εργάζονταν, τους άντρες που ιδροκοπούσαν – κι έπιναν ένα ποτηράκι κρασί στο διάλειμμά τους. Ο ήλιος ξαπέλυε φωτιές. Και θυμήθηκε εκείνο το σκυλί που έτρεχε, με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω, μέσα στα σπαρτά. Μια γυναίκα του φώναζε ενοχλημένη, κάποιοι άντρες γελούσαν. Το σκυλί έτρεχε, αδιάφορο για τις φωνές, ανέμελο, παραδομένο στη ζέστη. Σταματούσε για να ξύσει λίγο την τσιμπουριασμένη ράχη του… και άρχιζε ξανά να τρέχει, τσαλαπατώντας στα σπαρτά.

Ο νεαρός άνθρωπος χαμογέλασε. «Η απάντησή μου είναι Ναι», είπε.


Η απόφαση είχε βγει. Τα Ναι επικράτησαν των Όχι. Και ο κόσμος πήρε παράταση, για άλλα εκατό χρόνια – όταν θα συνερχόταν το Συμβούλιο, από την αρχή ξανά.

~

7 Φεβρουαρίου 2017

Έχεις το πινέλο, έχεις και τα χρώματα





Δύο παλέτες με χρώματα. Η μία, αριστερά, με μια πρώτη ματιά δείχνει φτωχή και λίγη συγκριτικά με εκείνη δεξιά. Τρία χρώματα όλα κι όλα – τρία δοχεία με κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Πολυκαιρισμένα πινέλα, μπογιές που έχουν μπλέξει τις αποχρώσεις τους, άφθονες μουτζούρες εδώ κι εκεί. Μια κασετίνα που μοιάζει σκουριασμένη, δίχως απαραίτητα να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ. Μα η παλέτα δεξιά – ω, δες πόσο προσεγμένη και περιποιημένη δείχνει! Κοίτα την ποικιλία των χρωμάτων της – όλες οι αποχρώσεις, και πορτοκαλί, και πράσινα και γαλάζια και μωβ! – παρατήρησε την στιβαρή κατασκευή της, νιώσε την αρχοντιά που αποπνέει! Ναι, με αυτή στα χέρια σου θα μπορούσες να γίνεις σπουδαίος, θα γινόσουν τρανός! Θα ζωγράφιζες τον ουρανό κι ένα ιπτάμενο σύννεφο – και θα πετούσες στα παλάτια του σύμπαντος.

Μα η δεύτερη παλέτα είναι μακρινό όνειρο για σένα. Και τα πόδια σου πατούν την ίδια πάντα γη. Από καιρό έχεις ξεμείνει με την πρώτη – αυτή που βλέπεις αριστερά. Με τα ξεχαρβαλωμένα τα πινέλα και τα τρία όλα κι όλα χρώματά της – λίγο κόκκινο, λίγο κίτρινο και λίγο μπλε. Και διστάζεις πια να ζωγραφίσεις – σε αποθαρρύνει η περιορισμένη παλέτα που διαθέτεις. Είναι άδικο! σκέφτεσαι. Γιατί άλλοι να αποκτούν δίχως την παραμικρή δυσκολία την υπέροχη εκείνη κασετίνα με το πλήθος των χρωμάτων δεξιά – κι εγώ να έχω την αριστερή; Δες, κάποιοι έχουν έτοιμη, στη διάθεσή τους, όλη τη γκάμα των χρωμάτων! Και πορτοκαλί, και πράσινα, και μωβ. Έτοιμα! Σκέψου πόσα έργα μπορούν να ζωγραφίσουν με αυτή! Ενώ εγώ, πες μου, τι έχω στα χέρια μου; Αυτή την παλιά κασετίνα, τρία χρώματα όλα κι όλα – και περίσσια όρεξη. Λες και αρκεί η τελευταία… Δίχως υποδομές, πως θα χτίσω το παλάτι μου; Είναι άδικο, σου λέω!

Κι έτσι παραιτείσαι απ’ την προσπάθεια. Μένεις στη σκέψη πως άλλοι είναι, απλά, τυχερότεροι από σένα. Γιατί τους έλαχε η πολυτελής παλέτα δεξιά… ενώ εσύ έχεις ξεμείνει.

Ωραία, λοιπόν. Ας δεχτούμε πως είναι έτσι τα πράγματα. Πως στους άλλους έλαχε κάτι με περισσότερη φινέτσα – ενώ εσύ έπεσες στα δύσκολα. Ας δεχτούμε πως διαθέτουν έτοιμα εκείνα που ο ίδιος πασχίζεις ν’ αποκτήσεις – και οι πόρτες γύρω τους μοιάζουν να ανοίγουν στο παραμικρό, ενώ εσύ χτυπάς εδώ κι εκεί δίχως ανάλογο αντίκρισμα. Ας τα δεχτούμε όλα αυτά.

Μα πες μου κάτι: από πότε τρία χρώματα – εκείνα που διαθέτεις – θεωρούνται «λίγα»; Έχεις το κόκκινο, έχεις το κίτρινο, έχεις και το μπλε. Έχεις σκεφτεί πως τα βασικά χρώματα είναι στη διάθεσή σου; Και πως όλα τα υπόλοιπα χρώματα – τα πράσινα, τα πορτοκαλί, τα μωβ και το σινάφι τους – δεν είναι παρά παράγωγα των τριών αυτών χρωμάτων που διαθέτεις; Δεν έχεις παρά να τα αναμίξεις μεταξύ τους – και θα προκύψουν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί λοιπόν δεν προσπαθείς;

Μα ο άλλος τα έχει έτοιμα – θα πεις. Ενώ εγώ πρέπει να τα φτιάξω απ’ την αρχή. Πες μου όμως – που είναι το κακό σε αυτό; Σύμφωνοι, ο άλλος «τα έχει έτοιμα» - γι’ αυτό και ποτέ δεν θα μάθει να τα παρασκευάζει, γι’ αυτό και τα θεωρεί απολύτως δεδομένα. Μα αν κάποια στιγμή του λείψουν – τι θα κάνει τότε;

Δεν γνωρίζει πώς να τα παρασκευάζει, βλέπεις. Τα περίμενε πάντα έτοιμα απ’ έξω. Τα θεωρούσε δεδομένα!

Και αν η παλέτα του μοιάζει ν’ αποπνέει φινέτσα και αρχοντιά – είναι ταυτόχρονα από εκείνες που φοβάσαι ακόμα και ν’ αγγίξεις, μπας και χαλάσεις κάποιο λεπτό εξάρτημά τους. Ενώ η δική σου – σκέψου: έχει περάσει καταστάσεις· έχει γνωρίσει δυσκολίες· έχει ψηθεί στη φωτιά! Και με τρία χρώματα όλα κι όλα γνωρίζει πώς να παρασκευάσει τα υπόλοιπα. Γιατί αναγκάστηκε να μάθει. Και μαθαίνει κάθε μέρα…

Κάποιες φορές ο δρόμος που λάμπει δεν είναι ο καλύτερος. Και η ακριβότερη παλέτα μπορεί ν’ αποδειχτεί σκάρτη.

Αυτή η παλέτα σου έλαχε λοιπόν! Η πολυκαιρισμένη, με τα τρία όλα κι όλα χρώματα! Μα στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις – στο χέρι σου να ζωγραφίσεις, όπως μπορείς, ή απλά, να παρατήσεις το πινέλο. Και αν προσμίξεις τα χρώματα και βγει λάσπη αντί για ουράνιο τόξο – μπορείς απλά να δοκιμάσεις πάλι. Γιατί έτσι μόνο θα μάθεις. Μέσα από τη λάσπη και τη σκουριά. Μέσα από την αποτυχία. Και άσε τους άλλους με τα έτοιμα – δεν θα καταλάβουν ποτέ τη χαρά της δημιουργίας. Και δεν θα νιώσουν το ίδιο μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο τους. Γιατί χαίρεσαι αλλιώτικα εκείνο που αποκτάς μέσα από στέρηση και κόπο.

Και όταν κάποια στιγμή τα χρώματα τελειώσουν, θα πεις - έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Ζωγράφισα.

Μην ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης ξεκινά με τρία χρώματα όλα κι όλα. Στο βάθος πάντα αυτά υπάρχουν μόνο. Και από αυτά τα τρία κρίνεται η πορεία σου – όχι από έτοιμα πακέτα που αγοράζεις σε ακριβές τιμές. Αυτά υπάρχουν για εκείνους που έμαθαν στα εύκολα.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι άτυχος… σκέψου πως σημασία έχουν αυτά τα τρία χρώματα και μόνο. Μια σπίθα ικανοτήτων… μερικές δόσεις προσπάθειας – και άφθονη αγάπη. Τίποτα περισσότερο. Και θα διαπιστώσεις, τότε, πως δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από κανέναν. Μάλλον εκείνοι έχουν να ζηλέψουν από σένα.

Για ζωγραφική μιλάω τόση ώρα, σωστά;…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα». - Νίκος Καζαντζάκης


Red Balloon, by Paul Klee

13 Νοεμβρίου 2016

Ο Ιησούς και ο Ταρζάν. Μια ιστορία του Τομ Ρόμπινς


Ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς Αμάντα - Ο Ιησούς και ο Ταρζάν, μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από την "Αμάντα", το πρώτο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς




«Ο Ιησούς καθόταν πάνω σ' ένα βράχο στην έρημο, κάνοντας διαλογισμό και διαβάζοντας το Νόμο, όταν πλησίασε ο Ταρζάν καβάλα σε μια κατσίκα. Ο Ταρζάν μασουλούσε σπόρους από μοσχοκάρυδο και έπαιζε φυσαρμόνικα. «Ε, Ιησού», φώναξε.

Ο Ιησούς αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός. «Με τρόμαξες», τραύλισε. «Για μια στιγμή νόμισα πως ήσουνα ο Παν».

Ο Ταρζάν γέλασε. «Καταλαβαίνω γιατί έπαθες την πλάκα σου. Όταν γεννήθηκες εσύ, σ' όλο τον κόσμο φώναξαν, "Ο Μεγάλος Παν πέθανε", και τρόμαξες τώρα νομίζοντας πως τον είχες μπροστά σου. Όπως βλέπεις όμως, εγώ είμαι παντού τριχωτός, σαν πίθηκος. Ο Παν ήταν τριχωτός από τη μέση και κάτω. Πάνω από τον αφαλό του έμοιαζε πολύ με σένα».

Ένα ρίγος ταρακούνησε το λιπόσαρκο σώμα του Ιησού. «Σαν εμένα;» ρώτησε. «Όχι, πρέπει να κάνεις λάθος. Δεν μου λες, τι είναι αυτό που τρως;»

«Σπόροι από μοσχοκάρυδο», είπε ο Ταρζάν, χαμογελώντας. «Να, τσίμπα κι εσύ μερικούς». «Όχι, ευχαριστώ», είπε ο Ιησούς. «Νηστεύω». Σάλια μαζεύτηκαν στο στόμα του. Έσφιξε με δύναμη τα χείλια του, αλλά λίγο σάλιο ξέφυγε από το ροζ φράγμα των σκασμένων χειλιών του και κύλησε σε μια ακανόνιστη διαδρομή πάνω ση γενειάδα του. «Κι έπειτα, οι σπόροι του μοσχοκάρυδου δεν είναι ναρκωτικό;»

«Να σου πω, σε φτιάχνουνε, αν αυτό εννοείς. Γιατί λες να κάθομαι και να τους μασουλάω όταν στη σέλα μου έχω χουρμάδες, περιστέρια κι ένα σταμνί σούπα από αρνάκι; Πάντως, αν θέλεις τη γνώμη μου, δεν θα σου 'κανε κακό να βαρείς κι εσύ κάτι τις για ν' απογειωθείς».

Μόλις άκουσε για τη σούπα, ο Ιησούς έχασε τον έλεγχο του σάλιου του. Σκούπισε το πηγούνι του με το σκονισμένο του μανίκι, ενώ η ντροπή χρωμάτιζε τα μελαμψά του μάγουλα όπως η ροδοδάκτυλη αυγή χρωματίζει τόσα εδάφια του Ομήρου. «Όχι. όχι», είπε εμφατικά. «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής με είχε φτιάξει κάποτε με ρίζα μαυραγόρα. Ήταν μια όμορφη εμπειρία, αλλά δεν πρόκειται να το ξανακάνω». Έκλεισε τα μάτια του για να τα προστατέψει από τη φωτεινή ανάμνηση των οραμάτων του. «Τώρα, θα μπορούσες να πεις ότι είμαι φυσικά μαστουρωμένος».

Ο Ταρζάν, που είχε κατεβεί από την κατσίκα του, χαμογέλασε και είπε, «Και πολύ μπράβο σου». Κάθισε δίπλα στον Ιησού κι έφερε τη φυσαρμόνικα στο στόμα του. Έπαιξε ένα μπλουζ της ζούγκλας. «Σ' αυτές τις φυσαρμόνικες πρέπει να φυσήξεις ντο για να σου βγάλουνε σολ», είπε κι έκανε μια μικρή επίδειξη.

Ο Ιησούς τον διέκοψε, φανερά ανήσυχος, «Τι εννοούσες όταν είπες ότι ο Παν έμοιαζε πολύ με μένα;»

«Μόνο από τη μέση και πάνω», τον διόρθωσε ο Ταρζάν. , «Πάνω απ’ τη μέση, ο Παν ήταν πολύ πνευματικός τύπος. Τραγουδούσε κι έπαιζε μουσική καλύτερα κι από κορυδαλλό. Και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο χαρά, σαν λειβάδι την άνοιξη. Είχε πολύ αγάπη αυτός ο παλαβιάρης, όπως έχεις κι εσύ. Βέβαια, είχε και κέρατα, ξέρεις. Και πόδια τράγου. Αλλά το τι χορό έκανε μ' αυτά τα πόδια, αδερφέ μου, άλλο να σου το λέω κι άλλο να το βλέπεις! Αλλά βρωμοκοπούσε, αυτό είναι σίγουρο. Την εποχή της βαρβατίλας, τον μύριζες από ένα μίλι μακριά. Και ήταν ικανός να πηδήξει οτιδήποτε. Αν δεν έβρισκε καμιά νύμφη, θα μπορούσε να πηδήξει κι αυτή τη γριά κατσίκα που βλέπεις». Ο Ταρζάν γέλασε κι έπαιξε μια κλίμακα στη φυσαρμόνικα.

Αυτές οι αναφορές σε σαρκικά πράγματα δεν άρεσαν στον Ιησού. Έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί και πάλι στο Νόμο. Αλλά όπου κι αν ταξίδευε η φοβερή του διάνοια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του εβραϊκού Νόμου, έβρισκε κρυμμένη από πίσω την εικόνα του Παν. Τελικά, παραμέρισε τον Μωυσή και ρώτησε: «Είπες όμως ότι έμοιαζε πολύ με μένα».

«Ναι, το είπα, έτσι είναι. Είπα ότι σου έμοιαζε, αλλά ήταν και διαφορετικός. Ο Παν ήταν ο θεός των δασών και των λειβαδιών, η θεότητα των κοπαδιών και των βοσκών. Την έβρισκε με την ερημιά αλλά την έβρισκε και με τη βροχή. Ήταν μισός άνθρωπος και μισός ζώο. Πολλές φορές γελούσε με την ίδια του την ουρά. Ο Παν αντιπροσώπευε την ένωση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Την ένωση, μάγκα μου. Γι’ αυτό σε μας τους παλιούς δεν άρεσε καθόλου που έφυγε».


Ο Παν αντιπροσώπευε την ένωση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Την ένωση, μάγκα μου. Γι’ αυτό σε μας τους παλιούς δεν άρεσε καθόλου που έφυγε.


Οι εφημεριδοπώλες της παράνοιας άρχισαν να διαλαλούν τις ένοχες εφημερίδες τους μέσα στα μάτια του Ιησού. Ήταν οι ίδιοι φωνακλάδες αλήτες που θα έβγαιναν στους δρόμους όταν ο Ιησούς θα πρόβλεπε την προδοσία και την άρνηση των μαθητών του• όταν, στα προτελευταία λόγια του, θα κατηγορούσε τον Θεό πως τον ξέχασε. «Κατηγορείς εμένα γι' αυτό;» ρώτησε. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και νευρικό, σαν ποντικοπαγίδα.

Στο μεταξύ, ο Ταρζάν είχε φτιαχτεί για καλά. Δεν ήθελε τώρα δυσάρεστες συζητήσεις. «Εγώ ξέρω μονάχα αυτά που διαβάζω στις εφημερίδες», είπε. Κούνησε τη φυσαρμόνικα μπρος πίσω, κάνοντάς την ν' αστράφτει στο φως του ήλιου. «Σου αρέσει κανένα ιδιαίτερο τραγουδάκι;»

«Μου αρέσει οτιδήποτε έχει ψυχή μέσα του», απάντησε ο Ιησούς. «Αλλά όχι τώρα. Πες μου, Ταρζάν, τι σχέση είχε η γέννησή μου με την αποδημία του Παν;»

«Ιησού, παλιόφιλε, δεν είμαι κανένας εβραίος διανοούμενος και δεν μπορώ να σου ρίξω καμιά από 'κείνες τις ασήκωτες θεολογικές κουβέντες που έχεις συνηθίσει ν' ακούς στους ναούς. Αλλά αν μου υποσχεθείς, στην Προσκοπική σου τιμή, να μη μου την πέσεις με βαριές συζητήσεις, θα σου πω τι ξέρω».

«Έχεις το λόγο μου», είπε ο Ιησούς. Κοίταξε προς τη συμφωνημένη κατεύθυνση του Παραδείσου, και ξαφνικά πρόσεξε για πρώτη φορά έναν άγγελο που πετούσε από πάνω τους, κάνοντας τεμπέλικα λούπινγκ στον άγριο ουρανό της ερήμου. «Αυτός ο άγγελος θα αναφέρει όλα όσα θ' ακούσει», σκέφτηκε ο Ιησούς. «Καλά θα κάνω να προσέχω τα λόγια μου».

Ο Ταρζάν είδε κι αυτός τον άγγελο, αλλά δεν έδωσε προσοχή. Την τελευταία φορά που είχε φάει σπόρους μοσχοκάρυδου είχε δει έναν ολόκληρο περιστερώνα από δαύτους. Ένας μάλιστα προσγειώθηκε στο κεφάλι του και τον κατούρησε στην πλάτη.

«Τον παλιό καιρό», άρχισε ο Ταρζάν, «οι άνθρωποι ήταν συγκεκριμένοι. Θέλω να πω ότι δεν είχαν πολλά πάρε δώσε με αφηρημένες ιστορίες και πνευματισμούς. Ήξεραν πως όταν ένα σώμα αποσυντίθεται, κάνει τα φυτά να μεγαλώνουν. Έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια ότι η κοπριά βοηθούσε κι αυτή τα φυτά. Και δε χρειάζονταν την Αντέλ Ντέιβις για να καταλάβουν ότι τρώγοντας φυτά τρέφονταν και μεγάλωναν κι οι ίδιοι. Έτσι μπήκαν στο νόημα ότι υπήρχαν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στο αίμα, τα σκατά και τη βλάστηση. Ανάμεσα στα ζώα, τα φυτά και τον άνθρωπο.

Όταν θυσίαζαν ένα ζώο στη σοδειά του καλαμποκιού, αυτό ήταν μια αναγνώριση της φανερής σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στο θάνατο και τη γονιμότητα. Όλα αυτά τα έκαναν χωρίς καμιά σχέση με μυστικισμούς και τέτοια. Εντάξει, το πασπάλιζαν το πράμα και με μερικές τελετές, αλλά λίγο σόου είναι καλό για το ηθικό.

Ήμαστε συνδεμένοι με τη βλάστηση. Και στο φυτικό κόσμο τίποτα δε χάνεται. Απλώς αποτραβιέται και μετά επιστρέφει. Η ενέργεια δεν καταστρέφεται ποτέ. Φυτεύαμε τους νεκρούς μας με τον ίδιο τρόπο που φυτεύαμε τους σπόρους μας. Μετά από μια περίοδο ανάπαυσης, η ενέργεια του πτώματος ή του σπόρου επέστρεφε με τη μία ή την άλλη μορφή. Από το θάνατο προερχόταν περισσότερη ζωή. Αγαπούσαμε τη γη εξαιτίας της χαράς και της διασκέδασης και της γαλήνης που νιώθαμε αγαπώντας την. Δεν χρειαζόμαστε να "σωθούμε" απ' αυτή. Ποτέ δεν οργανώσαμε αποδράσεις για τον Παράδεισο. Δεν φοβόμαστε το θάνατο γιατί συμμορφωνόμαστε με τη φύση και τους κύκλους της. Στη φύση βλέπαμε ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής.


Ήμαστε συνδεμένοι με τη βλάστηση. Και στο φυτικό κόσμο τίποτα δε χάνεται. Απλώς αποτραβιέται και μετά επιστρέφει. Η ενέργεια δεν καταστρέφεται ποτέ. 


Μόνον όταν μερικοί άνθρωποι - οι πρώτες φυλές του Ιούδα σταμάτησαν να οργώνουν το χώμα και αλλοτριώθηκαν από τους κύκλους της βλάστησης, έχασαν την πίστη τους στην υλική ανάσταση του σώματος. Φύτευαν το νεκρό τους ταύρο ή το νεκρό τους πρόβατο και δεν έβλεπαν να φυτρώνει τίποτα από τον τάφο: ούτε καινούργιος ταύρος, ούτε καινούργιο πρόβατο. Έτσι άρχισαν να ανησυχούν, ξέχασαν το μάθημα της βλάστησης και μέσα στην απελπισία τους ανέπτυξαν την έννοια της πνευματικής επαναγέννησης.

Η ιδέα της πνευματικής - ή αόρατης - ύπαρξης ήταν το αποτέλεσμα του νέου και αφύσικου φόβου του θανάτου. Και η ιδέα ενός Υπέρτατου Πνευματικού Όντος είναι το αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης από τις διεργασίες της φύσης: όταν ο άνθρωπος δεν μπορούσε πια να παρατηρήσει τις απτές, υλικές διαδικασίες της ζωής και να ταυτιστεί μαζί τους, αναγκάστηκε να εφεύρει τον Θεό για να εξηγήσει πώς εμφανίστηκε η ζωή και γιατί υπάρχει ο θάνατος».


Έτσι άρχισαν να ανησυχούν, ξέχασαν το μάθημα της βλάστησης και μέσα στην απελπισία τους ανέπτυξαν την έννοια της πνευματικής επαναγέννησης.






«Για περίμενε μια στιγμή», είπε κοφτά ο Ιησούς.

«Κοίτα, εγώ λέω να πηγαίνω σιγά σιγά», είπε ο Ταρζάν, χώνοντας τη φυσαρμόνικα στο λερωμένο από μύρο αραβικό μεταξωτό που είχε τυλιγμένο γύρω από τη μέση του.

«Όχι», είπε ο Ιησούς. «Αν έχεις να πεις κι άλλα. πες τα. Τι σχέση έχει ο Παν μ' αυτή τη βλασφημία; Κι εγώ;»

«Αν είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τ' ακούσεις, εντάξει. Μεταξύ μας, πάντως, φιλαράκο, μου φαίνεσαι λιγάκι πεσμένος. Ξέρεις τι θα σου χρειαζόταν τώρα; Μισό κιλό μπριζόλες και κάμποσες τηγανητές πατάτες».

«Έλα, συνέχισε», είπε ο Ιησούς μέσα στα σάλια του.

«Το θέμα είναι, μάγκα μου, ότι τότε βλέπαμε τη ζωή με ένα ενιαίο τρόπο. Καταφέραμε, μάλιστα, με το δικό μας χαζό τρόπο, ν' ανακαλύψουμε τι ρόλο παίζουν σ' αυτή τη διεργασία ο ήλιος και η σελήνη και τ' αστέρια. Δεν κάναμε διακρίσεις ανάμεσα στην αναπαραγωγική λειτουργία των σπόρων και τους αναπαραγωγικούς κύκλους των ζώων. Παρατηρήσαμε ότι η ανάπτυξη και η αλλαγή ήταν ουσιαστικά και απαραίτητα στοιχεία για τη ζωή και επειδή γουστάραμε τη ζωή, όταν ήρθε η ώρα να ικανοποιήσουμε τις εσωτερικές μας ανάγκες, βασίσαμε φυσικά τη θρησκεία μας στους μετασχηματισμούς της φύσης. Αυτό είχε αμεσότητα. Πήγαμε κατευθείαν στην πηγή. Βλέπαμε γύρω μας τη δύναμη της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού, δεν την αποδώσαμε σε αφηρημένα πνεύματα - σε κάποια μεγεθυμένη προέκταση του εγώ που υπήρχε στον ουρανό - αλλά την είδαμε να υπάρχει στη γονιμότητα της φύσης. Λατρεύαμε τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών και των ζώων. Γιατί εκεί βρίσκεται η δύναμη της ζωής».


 Λατρεύαμε τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών και των ζώων. Γιατί εκεί βρίσκεται η δύναμη της ζωής


Ο Ιησούς κλώτσησε μια πέτρα με τη λιωμένη μύτη του σανταλιού του. «Ναι, έχω ακούσει για τη λατρεία του φαλλού και της βλάστησης», είπε. «Δεν είναι και πολύ εξελιγμένη σαν θρησκεία. Ο πατέρας μου περιμένει περισσότερα πράγματα απ' τον άνθρωπο και όχι μια πρωτόγονη λατρεία ης σαρκικής του φύσης. Πρέπει να ανυψωθεί πάνω από...»

«Να εξυψωθεί για να φτάσει πού, ρε φίλε; Σε αφηρημένες έννοιες; Και στην αλλοτρίωση; Οι περγαμηνές σου εδώ, το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός. Η ζωή αναπαράγεται απ’ τη ζωή, ενώ η ανάσταση – η αναπαραγωγή των σπόρων, η επιστροφή, την άνοιξη, των φύλλων που έπεσαν το φθινόπωρο – είναι κάτι το υλικό, και όχι πνευματικό. Δεν είναι εξελιγμένη σαν θρησκεία; Ίσως δεν είναι εξελιγμένο να λατρεύεις βουνά και να θεωρείς τους ποταμούς ιερούς, αλλά όταν ο άνθρωπος βλέπει σαν ιερό το φυσικό του περιβάλλον, θα το σεβαστεί και δε θα προσπαθήσει να το πουλήσει ή να το καταστρέψει.

Δεν είναι εξελιγμένη; Η επιστήμη θα χρειαστεί άλλα δύο χιλιάδες χρόνια για να ανακαλύψει ότι η ζωή εμφανίστηκε όταν ένα φλυτζάνι θαλασσινό νερό που περιείχε μόρια αμμωνίας παγιδεύτηκε σε ένα βράχο στη στεριά και θερμάνθηκε από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου. Αλλά εμείς οι παγανιστές διαισθανόμαστε πάντα ότι οι ρίζες του ανθρώπου είναι ανόργανες. Γι’ αυτό σεβόμαστε ακόμη και τις πέτρες».


Οι περγαμηνές σου εδώ, το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός. 


Ο Ιησούς σήκωσε το κεφάλι από τις πέτρες που κλωτσούσε και τον κοίταξε μπερδεμένος. «Δεν σωθήκατε όμως», διαμαρτυρήθηκε.

«Δεν μας χρειαζόταν να σωθούμε», είπε ο Ταρζάν. «Δεν είχαμε ανάγκη από σωτηρία.

Τον παλιό καιρό, η κεντρική θρησκευτική μορφή ήταν το θηλυκό αρχέτυπο. Ο άντρας είχε τη δύναμη της δημιουργίας, αλλά μόνο στις γυναίκες παρατηρούσαμε το ξετύλιγμα του κύκλου της ζωής: την αναπαραγωγή, το θάνατο και την επαναγέννηση. Έτσι γιορτάζαμε την αισθησιακότητα της Θεάς Μητέρας. Η γεωργία συνδέεται μέσα από τον ομφάλιο λώρο με τη Μεγάλη Κοιλιά. Ενώ η εξημέρωση των ζώων και η μετατροπή τους σε κατοικίδια, κάτι που έγινε αργότερα, είναι μια πιο φαλλική δραστηριότητα – ήταν ένα βήμα που μας απομάκρυνε από τη Θεά Μητέρα και μας έφερε πιο κοντά στο Θεό Πατέρα. Και πάλι, όμως, είχε διατηρηθεί μια αρμονική ισορροπία. Και ο Παν ήταν η προσωποποίηση αυτής της ισορροπίας. Αυτός κρατούσε τα πράγματα ενοποιημένα, αυτός με την όμορφη μουσική του τον μακρύ κατακόκκινο καυλό του.


Έτσι γιορτάζαμε την αισθησιακότητα της Θεάς Μητέρας. Η γεωργία συνδέεται μέσα από τον ομφάλιο λώρο με τη Μεγάλη Κοιλιά.


Όταν ήρθες εσύ όμως, απ' ό,τι ξέρω, ο ερχομός σου αντιπροσώπευε το θρίαμβο του Θεού Πατέρα πάνω στη Θεά Μητέρα, τη νίκη του ιουδαϊκού Θεού του πνεύματος πάνω στον παλιό Θεό που ήταν μέσα στη σάρκα. Η γέννησή σου σήμανε το τέλος του παγανισμού και τον τελικό διαχωρισμό του ανθρώπου από τη φύση. Από τώρα και στο εξής, ο πολιτισμός θα κυριαρχεί πάνω στη φύση, ο φαλλός θα κυριαρχεί πάνω στη μήτρα, η μονιμότητα θα κυριαρχεί την αλλαγή, και ο φόβος του θανάτου θα κυριαρχεί τα πάντα.

Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, γιατί ξέρω ότι είσαι θαρραλέα ψυχή, γεμάτη αγάπη. Έχεις καλές προθέσεις. Αλλά απ' τη δική μου μεριά, μου φαίνεται ότι από δω και μπρος αρχίζουν δυο χιλιάδες μίλια πολύ άσχημου δρόμου».


ξέρω ότι είσαι θαρραλέα ψυχή, γεμάτη αγάπη. Έχεις καλές προθέσεις. Αλλά απ' τη δική μου μεριά, μου φαίνεται ότι από δω και μπρος αρχίζουν δυο χιλιάδες μίλια πολύ άσχημου δρόμου.


Ο Ιησούς κοίταξε στον ουρανό για καθοδήγηση, αλλά είδε μόνο τον άγγελο, που κρεμόταν από πάνω τους, όπως μια ταμπέλα κρέμεται μπροστά από ένα κατάστημα επισκευής τηλεοράσεων. «Τότε έτσι εξηγείται γιατί αποσύρθηκες στην προσωπική σου νιρβάνα», είπε τελικά.

«Κάπως έτσι», είπε ο Ταρζάν. Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε. «Γιατί να πάω να κοπανάω το κεφάλι μου πάνω στα αφηρημένα κατασκευάσματα ενός φαλλού; Κι εσύ, τι κάνεις μέσα σ' αυτή την ερημιά - πέρα απ' το να τηγανίζεις τον πισινό σου πάνω στον καυτό βράχο;»

«Προετοιμάζομαι για την αποστολή μου».

«Και ποια είναι η αποστολή σου;»

«Να αλλάξω τον κόσμο».

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά του τόσο δυνατά που στράβωσε τη φυσαρμόνικα. «Ο κόσμος αλλάζει συνέχεια», φώναξε γελώντας. «Δεν κάνει και τίποτε άλλο από το να αλλάζει από εποχή σε εποχή, από νύχτα σε μέρα, από τους πάγους στους τροπικούς. Άλλαξε από ένα σύννεφο κοσμικής σκόνης κι έγινε αυτή η περίπλοκη μπάλα από βλακεία και δόξα που είναι σήμερα. Αλλάζει κάθε ουράνιο δευτερόλεπτο, χωρίς καμιά απολύτως βοήθεια. Γιατί θέλεις να χώσεις τη μύτη σου σ' όλα αυτά;»

«Οι άνθρωποι του κόσμου έχουν γίνει φαύλοι και κακοί», είπε σοβαρά ο Ιησούς. «Πιστεύω, με κάθε ταπεινοφροσύνη, ότι μπορώ να ξεριζώσω αυτό το κακό».

«Το κακό είναι αυτό που κάνει δυνατή την ύπαρξη του καλού», είπε ο Ταρζάν, ελπίζοντας αυτό που έλεγε να μην ακουστεί πολύ τετριμμένο. «Το καλό και το κακό πρέπει να συνυπάρχουν για να μπορεί ο κόσμος να επιβιώσει. Οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει κακοί, έχουν χάσει απλώς την ισορροπία τους και έχουν μπερδευτεί - δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι».


Το καλό και το κακό πρέπει να συνυπάρχουν για να μπορεί ο κόσμος να επιβιώσει. Οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει κακοί, έχουν χάσει απλώς την ισορροπία τους και έχουν μπερδευτεί - δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι.


Πήδησε στην πλάτη της κατσίκας του και της έδωσε ένα χτύπημα από πίσω. «Πολύ φοβάμαι, αδερφέ μου, ότι θα τους μπερδέψεις ακόμη χειρότερα».

Ο γιόγκι της ζούγκλας ξεκίνησε να φύγει, ο Ιησούς όμως τινάχτηκε όρθιος και άρπαξε την κατσίκα απ' την ουρά της.

«Ωω, ωω», φώναξε με την πλούσια βαρύτονη φωνή του. Το ζώο σταμάτησε και ο Ταρζάν κοίταξε τον Ιησού κατάματα, ο Ιησούς όμως δυσκολευόταν να διατυπώσει τις σκέψεις του. «Αν σκέφτεσαι σαρκικά τότε είσαι σάρκα, αλλά αν σκέφτεσαι πνευματικά τότε είσαι πνεύμα», είπε. Το είχε πετάξει χωρίς να το σκεφτεί, αλλά δεν ακουγόταν άσχημα, και η μυρωδιά της κατσίκας του έπνιγε κάθε επιθυμία να αναπτύξει περισσότερο τη σκέψη του.

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά της κατσίκας με τις φτέρνες του κι αυτή άρχισε να τρέχει, ξεφεύγοντας από το κράτημα του προφήτη. «Υπάρχει κανένας νόμος που να απαγορεύει να σκέφτεσαι και με τους δυο τρόπους;» ρώτησε. Έστριψε την κατσίκα κι άρχισε να προχωρεί προς το νότο.

«Ή είσαι με μένα ή είσαι εναντίον μου», φώναξε ο Ιησούς.

«Γειαχαραντάν, τότε. Πρέπει να γυρίσω στο Κογκό. Η Τζέιν μου υποσχέθηκε να μου κάνει φιέστα όταν γυρίσω. Λείπω δυο βδομάδες τώρα, τριγυρίζοντας εδώ κι εκεί και παίζοντας για όποιον θέλει να μ' ακούσει. Βάζω στοίχημα ότι η Τζέιν θα είναι καυλωμένη σαν κουνέλα. Εμπρός, γιαγιά, τρέχα!» είπε στην κατσίκα του.

Η κατσίκα απομακρύνθηκε με καλπασμό, τινάζοντας σύννεφα σκόνης. Ο Ιησούς γύρισε στο βράχο τους και έδιωξε με το πόδι του ένα μπλεγμένο ζευγάρι πεταλούδες που είχαν καθίσει πάνω στο Νόμο. Ένιωθε την καρδιά του σαν μια σκηνή που πάνω της κάποιοι Έλληνες είχαν παίξει μια αιματοβαμμένη τραγωδία. Ήταν τόσο απασχολημένος με το σφουγγάρισμα από τις σανίδες της σκηνής που πέρασαν αρκετά λεπτά πριν σκεφτεί να κοιτάξει για τον άγγελο. Τον είδε να φτεροκοπάει άστατα ψηλά στον αέρα, πότε ορμώντας προς τη μουσική που άφηνε πίσω της η φυσαρμόνικα του Ταρζάν και πότε γυρίζοντας για να πετάξει πάνω από τον Ιησού.

Συνέχισε να πηγαίνει από τον ένα στον άλλο, ξανά και ξανά, λες και δεν ήθελε να χωρίσουν οι δυο τους - λες και δεν ήξερε ποιον να ακολουθήσει.»




***



Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο πρώτο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς, “Another Roadside Attraction”, που κυκλοφόρησε το 1971. Στη χώρα μας μεταφράστηκε ως “Αμάντα, το Κορίτσι της Γης”. Η παρούσα μετάφραση είναι του Γιώργου Μπαρουξή.

Η επιρροή του πνεύματος των Sixties είναι ολοφάνερη στο έργο του Τομ Ρόμπινς - αρκεί να δούμε τους "σπόρους μοσχοκάρυδου" που μασουλάει ο Ταρζάν. Μα στο παρόν απόσπασμα βλέπουμε πολλά ακόμα: συμπυκνώνει τις κύριες ιδέες που έμελλε να χαρακτηρίσουν το πνευματικό έργο του Τομ Ρόμπινς στο σύνολό του. Η εναρμόνιση με τη φύση και το σώμα, ο έρωτας, ο παγανισμός, η ισορροπία των αντιθέτων, η δύναμη της θηλυκότητας, η μητρότητα, η ελευθερία - κόντρα στην πατριαρχία, την εξουσία, την χριστιανική ηθική, την ενοχοποίηση του σώματος, την απομάκρυνση από την ουσία της ζωής. 

Και φυσικά το πανταχού παρόν χιούμορ. Ολίγον σκαλδαλώδες για κάποιους, ολίγον σκανταλιάρικο θα έλεγα ο ίδιος, παιχνιδιάρικο, σαν χοροπηδητό του κερασφόρου θεού σε κάποιον αγρό ξέχειλο νύμφες. Εξάλλου αυτοί οι κάποιοι που θα ενοχληθούν από το στυλ του Ρόμπινς δεν θα αφουγκραστούν ποτέ το βάθος του περιεχομένου του. Ένα περιεχόμενο που έμελλε να εμπλουτίσει και να αναπτύξει περαιτέρω στα μεταγενέστερα απολαυστικά βιβλία του. Εδώ είμαστε ακόμα στην αρχή...


“Το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Μα ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός.”


Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 16-Δεκέμβριος 18


Ο Τομ Ρόμπινς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70 / Tom Robbins during the 70's

25 Απριλίου 2016

Εκείνη η μικρή σου λεπτομέρεια


Art by Dave McKean


Φαντάζομαι ξέρεις πως είναι. Να παίρνεις στο δρόμο μαζί σου εκατό τραγούδια και να ακούς, ξανά και ξανά, στο repeat, ένα μόνο. Να διαβάζεις ένα βιβλίο και να πιάνεις τον εαυτό σου να συλλογίζεται μια και μόνο φράση του – μία πρόταση μέσα σε χιλιάδες. Να έχει καρφωθεί στη μνήμη σου όχι η γενικότερη πλοκή ενός έργου – μα μια στιγμή, μια ατάκα. Εκεί που κράτησες για λίγο την ανάσα σου.

Θυμάμαι ένα πολύ παλιό ελληνικό τραγούδι – από τα χρόνια της δεκαετίας του 30. Ο στιχουργός εκθειάζει την ελιά της κοπέλας που αγαπάει. Μια ελιά, ένα απλό σημάδι – εκείνη η λεπτομέρεια που την καθιστά διαφορετική από κάθε άλλη γυναίκα. Εκείνη η λεπτομέρεια που άλλοι πιθανό να προσπερνούσαν.

Η αντικειμενική ομορφιά ομοιογενοποιεί τους ανθρώπους. Είναι σαν τον Παράδεισο – υπέροχη, μα προκατασκευασμένη. Δεν την έχεις δει ποτέ, μα ήδη την γνωρίζεις. Και πόσο ίδιοι μοιάζουν οι άγγελοι, ο ένας με τον άλλον!

Κάθε εποχή γεννά τα πρότυπά της, καλλιεργεί τις μόδες της... στήνει τον πήχη της εκεί ψηλά, κι εσύ αποπειράσαι να τον φτάσεις. Να γίνεις εκείνη ακριβώς η Ιδέα της ομορφιάς ή της επιτυχίας που κάθε εποχή φέρει μέσα της. Να γίνεις το πρόσωπο που κοσμεί τα εξώφυλλα των περιοδικών, η πρωταγωνίστρια των έργων. Ο πετυχημένος τύπος με το αμάξι και την ακαταμάχητη γοητεία. Ή εκείνος που φορά σα ρούχο του το status – ένα υψηλό αξίωμα, ή ένα επάγγελμα με κύρος. Ένα αδιάκοπο κυνήγι με σκοπό την τελειότητα.

Μα κάποιες φορές είναι η ατέλειά σου εκείνη που θα τραβήξει το βλέμμα μου. Η στιγμή εκείνη που θα χάσεις τα λόγια σου και θα ραγίσει το κέλυφος της επίπλαστης αυτοπεποίθησής σου. Όταν θα χαμογελάσεις αμήχανα, γνωρίζοντας πως ξέμεινες από ατάκες. Κάποιες φορές κάνει τη διαφορά πάνω σου το σημείο εκείνο που ξέχασες να καλύψεις με μέικ απ. Εκείνο που μόνο εγώ διακρίνω. Εκείνο που σε καθιστά ξεχωριστή στα μάτια μου. Η πρόταση μέσα στις χιλιάδες του βιβλίου, που μου έκανε εντύπωση. Σε μένα και μόνο – σε κανέναν άλλον.


Προσπαθούμε υπερβολικά να είμαστε ίδιοι, ο ένας με τον άλλον. Πόσο κρίμα είναι. Γιατί είναι στη λεπτομέρεια που αναβλύζει η διαφορετικότητα. Γιατί είναι στη λεπτομέρεια εκεί που γνωρίζουμε πραγματικά τον άλλο.


Artwork: Dave McKean



24 Μαρτίου 2016

Η Παράσταση





Βρισκόμουν σε μια πελώρια, αχνοφωτισμένη αίθουσα με θεατρικές θέσεις. Οι θέσεις έφταναν ως πέρα και στο βάθος, θαμμένη στο μισόφως, διέκρινες τη σκηνή. Η παράσταση φαίνεται πως είχε αρχίσει, πρόσεξα μάλιστα κάποιους ηθοποιούς πάνω στην εξέδρα. Πράγμα παράξενο όμως, δεν φαίνονταν να μιλούν ή να παίζουν κάποιο ρόλο – απλά στέκονταν όρθιοι και κοιτούσαν βαριεστημένα το κοινό. Θα είναι μέρος του ρόλου τους, σκέφτηκα, ενώ έψαχνα μια θέση να κάτσω.

Αρκετές θέσεις ήταν άδειες – υπό κανονικές συνθήκες θα έβγαζα το συμπέρασμα πως ήταν λιγοστοί οι θεατές, μα επρόκειτο για τόσο πελώρια αίθουσα που θα ήταν μάλλον αδύνατο να γέμιζε ούτως ή άλλως. Ήταν πολλές οι θέσεις – όχι λιγοστοί οι θεατές. Περισσότερο με παραξένεψε όχι η ποσότητα, μα η εμφάνιση των θεατών: οι περισσότεροι ήταν ντυμένοι με τις πιτζάμες και τα ρούχα του ύπνου τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν απλώσει ως πέρα τα πόδια και κοιμόντουσαν, άλλοι πάλι παρακολουθούσαν την παράσταση με τα βλέφαρά τους βαριά από τη νύστα. Ένας βούρτσιζε τα δόντια του. Δυο παιδιά είχαν αποκοιμηθεί γερμένα στη μαμά τους. Ένας γέρος ροχάλιζε. Κανείς όμως δεν έδειχνε πως θέλει να φύγει.

Πού και πού κάποιοι απ’ τους ηθοποιούς φαίνεται πως έλεγαν κάτι – μα δεν μπορούσα να ακούσω, έπρεπε να μιλήσουν δυνατότερα. Σκόρπιοι θεατές μέσα στο πλήθος παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, ένας μάλιστα σημείωνε κάτι σ’ ένα μπλοκάκι που κρατούσε. Φορούσε πιτζάμα με ρίγες και καφέ παντόφλες. Ένας αρωματικός καφές άχνιζε δίπλα του – τον είδα και θέλησα να βουτήξω μέσα του ένα μπισκότο που βρέθηκε στην τσέπη μου, μα σκέφτηκα πως ίσως προσβληθεί κι έτσι δεν έκανα τίποτα. Έφαγα το μπισκότο, το κρατς κρατς έκανε θόρυβο και φοβήθηκα πως οι θεατές ίσως ενοχληθούν – μα οι περισσότεροι κοιμόντουσαν. Διακριτικά άνοιξα δρόμο μέσα από ένα διάδρομο (προσέχοντας μη σκοντάψω στα απλωμένα πόδια τους) και βυθίστηκα σε μια αναπαυτική θέση.

Για αρκετή ώρα κοιτούσα μπροστά μου, στη σκηνή, τον κόσμο που ερχόταν κι έφευγε κι έδειχνε να μιλάει πού και πού, χωρίς να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Ήμουν ικανοποιημένος, δίχως να γνωρίζω το λόγο. Η θέση ήταν τόσο αναπαυτική, που ένιωσα την ανάγκη να βγάλω τα παπούτσια μου. Η ατμόσφαιρα του χώρου σε προϊδέαζε για έναν γλυκό ύπνο.


***


 Κάποια στιγμή κάποιος με σκούντηξε ελαφρά. «Η σειρά σου», μου είπε. Κινήθηκα απότομα. «Ορίστε;», έκανα ταραγμένος. «Η σειρά σου», επανέλαβε κάποιος. Παρατήρησα τότε πως κάποιοι απ’ τους θεατές εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και ανέβαιναν πάνω στη σκηνή. Ήταν και αυτοί μέρος του έργου!

«Συγγνώμη, κάποιο λάθος θα έγινε...», είπα μασουλώντας τα λόγια μου. «Εδώ ήρθα για να ΔΩ την παράσταση, όχι να παίξω σε αυτήν!».

Κάποιοι απ’ τους θεατές με κοίταξαν φανερά ενοχλημένοι. Ένα παιδάκι σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας. Μα πως βρέθηκα εδώ μέσα, πως; Συνειδητοποίησα τότε πως δεν θυμόμουν γιατί είχα έρθει – και πως επιλογή να φύγω δεν υπήρχε.

«Κύριοι, ακούστε με, σας παρακαλώ», έκανα προσπαθώντας να βρω μια λύση. «Μπορώ να ορκιστώ με κάθε βεβαιότητα πως δεν είμαι ηθοποιός και πως ήρθα εδώ με σκοπό να ψυχαγωγηθώ. Να, ορίστε κι ένα μπισκότο στην τσέπη μου (ή ό,τι έμεινε από αυτό), δείτε το, έτρωγα, είναι δυνατόν να έτρωγα και να ήμουν ένας απ’ τους ηθοποιούς;»

Τα βλέμματα γύρω μου ήταν σκοτεινά. Κατάλαβα πως δεν ήταν έξυπνο το επιχείρημά μου. Αχ, πως θα ξεφύγω από αυτό!

«Κύριοι, σας παρακαλώ, σας ικετεύω, δεν γνωρίζω εγώ από αυτά, ίσα να έχω πάει σε άλλη μια παράσταση σε όλη μου τη ζωή, μη με αναγκάσετε να ανέβω εκεί πάνω, κι έπειτα τί θα πω, δεν ξέρω τα λόγια μου, απ’ το σχολείο ακόμα τα ξεχνούσα, κι όλος αυτός ο κόσμος να κοιτάζει από κάτω, αχ, μη μου το κάνετε αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεννημένοι ηθοποιοί, εγώ όμως όχι, δεν είμαστε όλοι το ίδιο και αυτή είναι η ομορφιά του ανθρωπίνου είδους, ξέρετε, η διαφορετικότητα, όλοι διαφορετικοί, όχι πως δεν πιστεύω στην ισότητα, πιστεύω, μη με παρεξηγήσετε, ίσοι μα διαφορετικοί, στον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του και ανάλογα με τις ανάγκες του, ναι αυτό το θυμάμαι, όχι, μη με κοιτάτε έτσι, θα ξεχάσω όσα γνωρίζω, αχ σας παρακαλώ...»

Παρουσίαζα σίγουρα ένα αξιοθρήνητο θέαμα, έτσι όπως έσκουζα κι έψαχνα δικαιολογίες.

Χωρίς να γνωρίζω πώς, σηκώθηκα απ’ τη θέση μου κι άρχισα να πλησιάζω στη σκηνή. Τα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω μου. «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ...», ψέλλιζα, μα ούτε που πίστευα τα λόγια μου πλέον. «Δε θέλω, δε θέλω, είναι ένα όνειρο, ναι, είναι ένα κακό όνειρο», σκέφτηκα τότε. «Και η αίθουσα, και οι θεατές με τις πιτζάμες και εγώ πάνω στη σκηνή, ναι, είναι όλα μέρος ενός ανόητου ονείρου, δεν εξηγείται αλλιώς. Που ακούστηκε να υπάρχουν τέτοια θέατρα. Όλα αυτά είναι παράλογα. Ξύπνα, ξύπνα, πρέπει να ξυπνήσεις», επαναλάμβανα με αγωνία.

«Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα»...


Ξύπνησα.

Βρισκόμουν σε μια θέση. Κοίταξα διστακτικά γύρω μου: ηταν εκεί ο αχνοφωτισμένος θεατρικός χώρος, οι θεατές με τις πιτζάμες, και η σκηνή με τους ηθοποιούς πέρα μακριά, στο βάθος. Μα δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς – τι καλά, δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς! Ήταν όλα ένα όνειρο λοιπόν... Βρισκόμουν ξανά στον κανονικό κόσμο. Εκεί, στην αίθουσα, πλάι στους μισοκοιμισμένους θεατές με τις πιτζάμες.


Με ένα χαμόγελο μακάριας ανακούφισης, βυθίστηκα στη θέση μου και συνέχισα τον ύπνο μου.




22 Ιανουαρίου 2016

Βράδυ Παρασκευής





Σου έχει τύχει να ακούς ένα τραγούδι και μεμιάς να ξεπετάγονται εικόνες στο μυαλό σου; Τόσο έντονες, τόσο διαπεραστικές, που νιώθεις σαν σκηνοθέτης σε ταινία - οι εικόνες ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια σου, σαν φιλμ που ξεδιπλώνει το ρολό του στο ρυθμό της μουσικής. Και θες να παίζεις το κομμάτι στο repeat, ξανά και ξανά, γιατί δεν επιθυμείς να τελειώσει το φιλμ που άρχισε να σχηματίζεται στη σκέψη σου - θες να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.

Ένα ορχηστρικό κομμάτι διάρκειας δυο μόλις λεπτών, απλό στη δομή του, ένα πιάνο και μια κιθάρα που κρατάει το ρυθμό, ήταν αρκετό για να πλάσει μία σειρά από εικόνες στη σκέψη μου. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν το εξής απλό: Παρασκευή βράδυ. Ναι, αυτό θα μπορούσε να συνιστά ιδανικό soundtrack για το βράδυ της Παρασκευής. Οποιασδήποτε Παρασκευής, δεν έχει σημασία.

Αλλά Παρασκευής μόνο - καμίας άλλης μέρας.


Με τα μάτια της φαντασίας μου λοιπόν, είδα κόσμο που επιστρέφει σπίτι του, κουρασμένος από τη δουλειά· άλλος σέρνει αργά τα βήματά του στο πεζοδρόμιο, προβληματισμένος, οι σκέψεις κουβάρι στο μυαλό του· άλλος μόλις παρκάρει το αμάξι, βιαστικός να γευματίσει, να βγει από τα ρούχα του, να βγει από τους ρόλους του· τα ρολά απ' τα καταστήματα χαμηλώνουν· μια παρέα εφήβων μιλάει δυνατά στο πεζοδρόμιο, έτοιμοι για τη βραδινή τους έξοδο - πάντα μιλούν δυνατά αυτοί οι έφηβοι, θέλοντας να κάνουν αισθητή την παρουσία τους· κάποιος παίρνει μάτι κάποια, που τον προσπερνά αδιάφορα - έχει συνηθίσει τα βλέμματα του κόσμου· άλλος χαζεύει μια βιτρίνα ρούχων - η κούκλα έχει κρύο βλέμμα, του θυμίζει μια γνωστή του· ένα ζευγάρι βαδίζουν αγκαζέ, βυθισμένοι στον γλυκό εγωισμό του έρωτά τους· και μια γυναίκα περπατάει μόνη, το βήμα της χορευτικό - μοιάζει να χορεύει με τις σκιές στο πεζοδρόμιο.

Ίσως πάλι να τη φαντάζομαι εγώ έτσι, καθώς χορεύουν οι νότες μες στη φαντασία μου. Σχεδόν τη βλέπω με τη σκέψη μου... ποια να 'ναι η ιστορία της, άραγε. Τι παρελθόν να την έφερε ως εδώ, σε αυτόν εδώ το δρόμο, αυτήν εδώ τη στιγμή; Τι μέλλον να ορίζει το δρόμο που θα πάρει, τη στροφή που θα επιλέξει; Ή μήπως βαδίζει εντελώς τυχαία, δίχως πρόγραμμα, χωρίς προορισμό; Τα βράδια προσφέρονται γι' αυτό, ξέρεις. Περπατάς απλά γιατί το απολαμβάνεις...

Για μια στιγμή, κοπέλα με το φευγάτο βήμα, περπάτησα μαζί σου. Μου άρεσε όπως βάδιζες - ταξιδιάρικα, χωρίς προορισμό, παραδομένη σε κάποιον αόρατο ρυθμό. Μέχρι που το κομμάτι που έπαιζε συνέχεια στο repeat έφτασε ξανά στο τέλος του. Λέω λοιπόν να σε αφήσω για την ώρα - και να βάλω το επόμενο τραγούδι. Ίσως κάποια άλλη φορά, σε κάποια από τις βόλτες σου, να μου αφηγηθείς την ιστορία σου. Θα χαρώ να την ακούσω.


Και έτσι τελείωσε αυτή η νοερή περιπλάνησή μου. Μέχρι να τα πούμε πάλι, σας αφήνω με το κομμάτι που υπήρξε η αιτία της. Να έχετε ένα όμορφο βράδυ Παρασκευής.



24 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο






Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».





16 Ιουνίου 2015

Μόνοι Μαζί





Παράνομο ζευγάρι. Εκείνη αποζητά μέσω αυτού μια άλλη ζωή. Εκείνος αποζητά μέσω αυτής ένα ερωτικό πάθος. Νύχτες σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων, υπό το ημίφως κάποιας λάμπας. Είναι μαζί. Είναι μόνοι.

Και εσύ, ο αναγνώστης, όπως ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, παρακολουθείς στα κρυφά – τους παρατηρείς από ένα άνοιγμα στον τοίχο. Δεν γνωρίζουν πως τους ακούς. Ρουφάς κάθε τους λέξη, κάθε τους κίνηση. Τους βλέπεις ενώ κάνουν έρωτα – σκιερές φιγούρες στο σκοτάδι, βογκητά κόντρα στη σιωπή. Ακούς τη φωνή της γυναίκας, αισθάνεσαι κάθε της ανάσα, παγώνεις σε κάθε της παύση… Στ’ αυτιά σου αντηχούν τα λόγια της – όπως τα κατέγραψε ο Ανρί Μπαρμπίς στο μυθιστόρημά του, «Η Κόλαση», κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα - και όπως εγώ τα αναδημοσιεύω, 100 χρόνια μετά, για να μπορέσεις ο ίδιος να τ’ ακούσεις καθαρότερα.

Δεν έχεις παρά να συγκεντρώσεις την προσοχή σου… και, να, η φωνή της γυναίκας αντηχεί ξεκάθαρη στ’ αυτιά σου. Μιλάει στον άντρα δίπλα της. Και λέει τα ακόλουθα.

***

«Το ξέρεις καλά, καλύτερα και από μένα, πως είμαστε μόνοι. Μια μέρα που σου μιλούσα για τη χαρά της ζωής και που ήσουν πλημμυρισμένος από θλίψη, όπως εγώ σήμερα, με κοίταξες, και ύστερα μου είπες πως δεν ήξερες τι είχα στη σκέψη μου, πέρα απ’ τα λόγια· πως δεν ήξερες αν το αίμα που μου κοκκίνιζε το πρόσωπο δεν ήταν ένα ζωντανό φτιασίδι. Οι σκέψεις μας όλες, απ’ τις πιο μεγάλες ως τις πιο μικρές, είναι μόνο δικές μας. Όλα μας ξαναρίχνουν στον εαυτό μας και μας καταδικάζουν να είμαστε μόνοι. Κείνη την ίδια μέρα είπες: “Είναι πολλά που μου κρύβεις, και δεν θα τα μάθω ποτέ, ακόμα κι αν μου τα πεις”. Μου έδειξες πως ο έρωτας δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια γιορτή της μοναξιάς μας, και στο τέλος μου φώναξες, καθώς μ’ έπνιγες στην αγκαλιά σου: “Ο έρωτάς μας είμαι εγώ!” Κι εγώ σου αποκρίθηκα, αλίμονο, με την αναπόφευκτη απάντηση: “O έρωτάς μας είμαι εγώ!”».

Ο άντρας θέλησε να μιλήσει. Με μια φιλική, απελπισμένη κίνηση, του έβαλε το χέρι της στο στόμα και είπε πάλι, πιο δυνατά, με αρμονική, τρεμάμενη φωνή:

«Ορίστε… Πάρε με, σφίξε τα δάχτυλά μου, ανασήκωσέ μου τα βλέφαρα, στήριξε όλο σου το στήθος πάνω στο δικό μου, ψάξε με με τα χέρια ή με τη σάρκα σου· φίλησέ με πολύ, πολύ, ώσπου ν’ ανασάνεις με το στόμα μου, ώσπου να μη μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε τα χείλη μας. Κάνε με ό,τι θέλεις για να έρθεις κοντά μου, κοντά μου… και αποκρίσου μου: “Πονώ. Τον νιώθεις τον πόνο μου;”»

Ο άντρας δεν μίλησε (…)

«Αχ! είπε πάλι εκείνη, ας μη μιλάμε πια, ας μη μιλήσουμε ποτέ πια για τη χαρά και για τη λύπη, είναι εντελώς αδύνατον να ξεχωρίσουν. Και η επίδραση του πνεύματος πάνω σ’ ένα άλλο είναι κι αυτή απαγορευμένη. Δεν υπάρχουν στον κόσμο δυο πλάσματα που να μιλούν την ίδια γλώσσα. Στιγμές-στιγμές προσεγγίζονται χωρίς φανερή αιτία, ύστερα, το ίδιο αναίτια, αποτραβιούνται το ένα απ’ τον άλλο. Δέρνονται, χαϊδεύονται, πληγώνονται, ακρωτηριάζονται. Γελούν όταν θα έπρεπε να κλάψουν, χωρίς να μπορούν ποτέ τίποτα. Σε κάθε ζευγάρι υπάρχει πάντα μια δόση τρέλας. Εσύ ο ίδιος το είπες, δεν τη βρήκα εγώ αυτή τη φράση. Εσύ, που έχεις τόση εξυπνάδα και σοφία, μου είπες πως δυο συνομιλητές είναι δυο τυφλοί, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, βουβοί σχεδόν, και πως δύο εραστές μένουν τόσο ξένοι, όσο ο άνεμος με το πέλαγος. Ένα προσωπικό ενδιαφέρον ή ένας διαφορετικός προσανατολισμός των αισθήσεων και των ιδεών, μια κούραση ή, απεναντίας, ένα κέντρισμα του πόθου, θολώνουν την προσοχή, την εμποδίζουν να είναι πραγματικά αγνή. Όταν κανείς προσέχει δεν ακούει, και όταν ακούει, δεν καταλαβαίνει. Σε κάθε ζευγάρι υπάρχει πάντα μια δόση τρέλας».






Ο άντρας δεν απαντούσε πια. Την κρατούσε, τη λίκνιζε ελαφρά, τη χάιδευε με προφύλαξη και θλίψη. Της φερόταν σα να ήταν ένα άρρωστο παιδάκι που το φροντίζουν χωρίς να του εξηγούν…  Κι έτσι ήταν, όσο γίνεται πιο μακριά της.

Η επαφή της όμως τον γέμιζε ταραχή. Ακόμα και θλιμμένη, αποκαμωμένη και απελπισμένη, παλλόταν θερμή στην αγκαλιά του, ακόμα και πληγωμένη την ποθούσε. Είδα τα μάτια του να λάμπουν καθώς εκείνη παραδινόταν στη θλίψη με την απόλυτη εγκατάλειψη του εαυτού της. Σφίχτηκε απάνω της. Εκείνην ήθελε. Τα λόγια που του έλεγε τα πετούσε. Του ήταν αδιάφορα, δεν τον χάιδευαν. Την ήθελε εκείνη, εκείνη!

Χωρισμός! Οι ιδέες και οι ψυχές τους έμοιαζαν πολύ, και τούτη τη στιγμή βοηθούσαν στενά ο ένας τον άλλο. Εγώ όμως, ένας μοναχικός θεατής, έβλεπα καλά με την αδέσμευτη ματιά μου πως ήταν δύο ξένοι και πως στην πραγματικότητα δεν έβλεπαν ούτε άκουγαν ο ένας τον άλλο…

Εκείνη θλιμμένη και ερεθισμένη κάπως αόριστα, ίσως από τη λαχτάρα να τον πείσει· εκείνος ξαναμμένος από τον πόθο, τρυφερός και ζωώδης. Απαντούσαν όσο καλύτερα μπορούσαν, μα τους ήταν αδύνατον να υποκύψουν, πάσχιζαν όμως να νικήσουν ο ένας τον άλλο, κι αυτή η τρομερή μάχη με σπάραζε.

Η γυναίκα ένιωσε τον πόθο του και του είπε παραπονιάρικα, σαν φταίχτρα:

«Είμαι άρρωστη»…

Ύστερα κυριεύτηκε από μια πένθιμη μανία. Ανασήκωσε τα ρούχα της, τα παραμέρισε, τα πέταξε μακριά, βγήκε απ’ αυτά σαν μέσα από μια σκοτεινή φυλακή και του προσφέρθηκε σαν ένα ολόγυμνο θύμα, με τη γυναικεία της πληγή και με την καρδιά της.

Είδα για άλλη μια φορά το μπλέξιμο των κορμιών και το αργό, ρυθμικό, ασύνορο χάδι. Για άλλη μια φορά κοίταξα το πρόσωπο του άντρα τις στιγμές της ηδονής. Τον είδα καλά. Ήταν μόνος!

Τον εαυτό του συλλογιζόταν, τον εαυτό του αγαπούσε. Το πρόσωπό του με τις φλέβες φουσκωμένες από αίμα είχε εκστασιαστεί καθώς χρησιμοποιούσε τη γυναίκα σαν ένα σάρκινο όργανο ισάξιό του. Τον εαυτό του συλλογιζόταν, τον εαυτό του θαύμαζε. Ήταν ευτυχισμένος με όλο του το σώμα και με όλο του τον λογισμό. Η ψυχή του ανάβρυσε, ακτινοβόλησε, έλαμψε στο πρόσωπό του… Κολύμπησε ολόκληρος στη χαρά. Ψιθύριζε λόγια λατρείας, θεοποιημένος απ’ αυτήν, την ευλογούσε.

Δεν είναι ενωμένοι γιατί ριγούν και λικνίζονται ταυτόχρονα, και γιατί λίγη από τη σάρκα τους είναι κοινή. Είναι, απεναντίας, εκθαμβωτικά μόνοι. Πέφτουν χωρίς να ξέρουν που, με το στόμα και τα μπράτσα μισάνοιχτα. Τι χωρισμός αυτή η κοινή απόλαυση!»



 Egon Schiele: The Embrace

***


Ας επανέλθουμε στα δικά μας. Ήταν ένα εκτενές απόσπασμα από την «Κόλαση» του Ανρί Μπαρμπίς (Henri Barbusse). Γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν, παραμένει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Και πρόσφατα μόλις κυκλοφόρησε – για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος – σε ελληνική μετάφραση (της Στέλλας Βουρδουμπά).

 Ο κεντρικός πρωταγωνιστής παρακολουθεί στα κρυφά τη ζωή των ενοίκων ενός ξενοδοχείου, μέσα από το άνοιγμα του τοίχου. Δεν πρόκειται απλά περί ηδονοβλεψίας, μα για αναζήτηση νοήματος. Ο έρωτας, η μοναξιά, η πλήξη, η καθημερινή πεζότητα και η δυνατότητα (ή όχι) υπέρβασης της ατομικότητάς μας (ως ένωση, ως μέθεξη) είναι θέματα που τον ταλανίζουν. Μέσω της ζωής των άλλων αποζητά, αγωνιωδώς, να δώσει κάποιες απαντήσεις… Να γεμίσει με χρώμα την καθημερινότητά του, να εμπλουτίσει με κάποιο ορίζοντα το επίπεδο τοπίο της.

Και μαζί με αυτόν συμπλέουν εν αγνοία τους οι υπόλοιποι χαρακτήρες – σαν το ζευγάρι που είδαμε. Και όπως ο κεντρικός χαρακτήρας τους παρακολουθεί στα κρυφά – έτσι κάνεις και συ, ο αναγνώστης, βλέποντας τους μέσα από τα μάτια του, νιώθοντας – ποιος ξέρει – τις δικές του αγωνίες. Διαβάζοντας τον λόγο του. Όπως αντίστοιχα τώρα διαβάζεις αυτό εδώ το blog και εγώ, ένας άλλος αναγνώστης, σου απευθύνομαι. 

Καθρέπτες μέσα σε καθρέπτες. Μα κάπου θα υπάρχει μια διέξοδος, ένας κοινός τόπος. Εκεί που θα είμαστε μαζί, μα όχι μόνοι... Εκτός αν "δεν υπάρχουν στον κόσμο δυο πλάσματα που να μιλούν την ίδια γλώσσα".

Όσο αφορά το μυθιστόρημά μας και την εξέλιξη των χαρακτήρων του… Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.