Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παράλογο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Μαρτίου 2019

Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν


Vassily Kandinsky - Composition No 4, 1911




Αυτό είναι ένα πειραματικό κείμενο, και, ως τέτοιο, δεν επιθυμώ να βγάζει ιδιαίτερο νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς θα του δώσω έναν τυχαίο τίτλο. «Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν». Αυτό μου ήρθε πρώτο σαν σκέψη, εντελώς γελοίο, μου αρέσει, το κρατάω.

Τι θα κάναμε δίχως τη γελοιότητα, που τόσο πετυχημένα μας θυμίζει πως υπάρχει μια κάποια τεχνητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, το αποδεκτό και το μη-αποδεκτό, την πλευρά της όχθης όπου νομίζουμε πως στεκόμαστε και την όχθη όπως είναι στην πραγματικότητα: μια μεγάλη, γλιστερή φάλαινα, που ετοιμάζεται να καταδυθεί στον βυθό.

Splish splash, I was taking a bath. Δυο δυο, στη μπανιέρα δυο δυο. Παπάκια. Σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω. Νευρικά. Ευερέθιστα. Σαν τη χοντρή που μπήκε στο λεωφορείο. Την κοιτάζω. Με κοιτάζει. Αηδία. Παπάκια στη σειρά. Μισώ όλο τον κόσμο, μα τα παπάκια πιο πολύ. Και αυτόν τον τύπο, εκεί, απέναντι, που θέλει να τα ρίξει στη γκόμενα με τη γκρι φούστα. Τη γδύνει με το βλέμμα του. Εκείνη δεν κοιτάζει – τάχα. Λες και δεν καταλαβαίνουν. Σκυλιά με τη γλώσσα έξω. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν αν κουνούσαμε τις ουρές μας – ούτε χυλόπιτες, ούτε τίποτα. Με γουστάρεις; Κουνάς την ουρά σου, τόσο απλά. Και η χοντρή να κοιτάζει και το μωρό να γλύφει το παγωτό που κρέμεται στα στήθη της, αερόστατα σε πτώση.

«Νεαρέ, θα με αφήσεις να κάτσω στη θέση σου; Είμαι ηλικιωμένη», μου απευθύνει ευγενικά τον λόγο μια καλόψυχη ηλικιωμένη. «Όχι», απαντώ. Γελάω με τον εαυτό μου. Κλαίει. Η μπανιέρα πάει να ξεχειλίσει. Ιδρώνουν τα σκυλιά. Έξω οι γλώσσες. Το μωρό γλύφει το παγωτό που κυλάει στο πάτωμα του λεωφορείου, το ίδιο πάτωμα που πατήθηκε από –

Ένας τύπος, εκεί δα, απέναντι (δηλαδή πέρα στο άπειρο, καθώς ποτέ δεν θα γνωρίσω τίποτα πέραν της εικόνας που μου παρουσιάζει), γνωρίζει μια κοπέλα. Της μιλάει. Μόλις τη γνώρισε. Εκείνη τον κοιτάζει και τα μάτια της σκορπούν αστέρια.

«Γνωρίζεις τον μύθο του Σπηλαίου, του Πλάτωνα;», τη ρωτάει ο νεαρός.

«Ηλιόλουστη μέρα σήμερα. Αίθριος καιρός», του απαντάει εκείνη.

«Βλέπουμε μόνο εκείνα που μας υπαγορεύουν οι αισθήσεις μας. Πλέουμε σε πελάγη αγνοίας. Μα σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία η λύση βρίσκεται στην ορθή χρησιμοποίηση του Λογικού, που παρέχει τη δυνατότητα να αποτινάξουμε τις όμοιες με κουρτίνες ψευδαισθήσεις και να δούμε πέρα, στον αληθινό κόσμο των Ιδεών, εκεί που εδράζεται η γνώση, η αλήθεια, η σοφία.»

«Θα συμφωνήσω πως οι γάτες έχουν όμορφο τρίχωμα».

«Ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αποξένωση στον κόσμο. Γιατί να ζούμε τόσο απομονωμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Σάμπως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό; Όχι, μη με κοιτάζεις έτσι, δεν επιθυμώ να θέσω βιβλικές παραβολές τύπου «η Εύα φτιάχτηκε από το πλευρό του Αδάμ» και τέτοια. Είχα κατά νου περισσότερο εκείνους τους στίχους του Moby, ξέρεις, “we’ re all made of stars”, αστέρια, μακρόκοσμος, το απώτερο σύμπαν όπως κάποιες φορές εντοπίζεται σε μια τόσο δα δροσοσταλίδα, μια νότα σαξοφώνου, τον ήχο που κάνει το κουταλάκι όταν ανακατεύει τον καφέ.»

«Το αγαπημένο μου μουσείο είναι το αρχαιολογικό. Είχα πάει μικρή. Θυμάμαι τη θεία μου να με κρατά από το χέρι και να με κερνά παγωτό».

«Μα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για τον άνθρωπο. Κάθε φιλόσοφος, κάθε στοχαστής βλέπει μια πλευρά και αγνοεί μια άλλη. Άλλος θα σου πει για ζώα και άλλος για θεούς, μα το νόημα βρίσκεται στη σύνθεση των αντιθέτων και στην αιώνια διαπάλη τους – μα αδυνατούμε να συλλάβουμε τη διαπάλη, καθώς αδυνατούμε να επεξεργαστούμε ταυτόχρονα την αντίθεση, ο νους μας παλεύει να επιλύσει τις ασυμφωνίες θρυμματίζοντας την ίδια τη βάση τους, τη μήτρα του χάους που τις γεννά, παρέχοντας ένα κάλπικο εξορθολογισμένο περίβλημα στο άπειρο της αδιάκοπης ροής, φθοράς και αφθαρσίας, τέτοιο που μοιάζει με δίνη, με ρουφήχτρα».

Εισιτήρια! Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ.

Είχε μπει ένας ελεγκτής. Μα του επεσήμανα πως άργησε. Εδώ και κάμποσο καιρό έχουν καταργηθεί τα εισιτήρια στα λεωφορεία και τα τρένα. Τώρα χτυπάμε κάρτα.

Το ξέρω πως άργησα, μου λέει. Πάντα τελευταίος φτάνω. Όσο και αν πασχίζω, πάντα μένω μόνος στο τέλος.

Γελάμε με την ψυχή μας. Η χοντρή με το μωρό τραντάζονται και το λεωφορείο ξεχειλίζει παγωτό που κυλάει στο πάτωμα και ξεχύνεται απ’ τα παράθυρα. Στη στάση ανοίγουν το στόμα τους και γλύφουν. Όλοι κρεμάμε τις γλώσσες έξω. Είστε χυδαίοι, βροντοφωνάζει η καλόψυχη ηλικιωμένη, μα ποιος την ακούει. Είμαστε όλοι απασχολημένοι στο γλείψιμο.

Στάση. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνουν μέσα δυο πενηντάρηδες, ένας ζητιάνος, ένα κοριτσάκι, οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης και δυο φοιτητές της νομικής. «Συγγνώμη, σας έσπρωξα κύριε», λέει ο φοιτητής στον καβαλάρη. «Δεν πειράζει, κύριε, είμαστε ούτως ή άλλως στριμωγμένοι εδώ μέσα», απαντάει εκείνος καθησυχαστικά. Το κοριτσάκι βρίσκει τη μαμά του στο προτελευταίο κάθισμα – την είχε χάσει, μα ευτυχώς τη βρήκε.

Συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Χαρούμενοι, δίχως προορισμό. Κάποιος θέλει να πατήσει το κουμπί της στάσης. «Το σκέφτεστε, βλέπω», του αποκρίνεται η διπλανή του. «Ναι… δεν είμαι σίγουρος», απαντάει αυτός.

Τελικά δεν πατάει το κουμπί. Υποχώρησε. Κρίμα.

Ο νεαρός φλερτάρει με την κοπέλα. Τώρα της μιλάει για τον Άγιο Αυγουστίνο και την Πολιτεία του Θεού. Εκείνη γοητεύεται. Κοιτάζει την τσάντα της και βγάζει ένα σεσουάρ. Στεγνώνει τα μαλλιά της. Ο αέρας εκσφενδονίζει απ’ το παράθυρο το κοριτσάκι. Θα χρειαστεί να μπει ξανά στο λεωφορείο, στην επόμενη στάση, να αναζητήσει πάλι τη μαμά του.

Και η ζωή συνεχίζεται. Και εγώ δεν είμαι εγώ, μα τι μπορώ να κάνω πια. Τίποτα παρά να αφεθώ στον ίδιο χορό. Τους βλέπεις να χορεύουν, όλοι, εδώ στο λεωφορείο που είναι ταυτόχρονα στάδιο και γυάλα σε ράφι βιβλιοθήκης. Χορεύουν, ξεσαλώνουν, ο ντι-τζέι παίζει μια μπαλάντα και η χοντρή κυρία χορεύει αγκαζέ με το παγωτό, ενώ το μωρό τρέχει πίσω απ’ τα απομεινάρια μιας νύχτας δίχως έρωτα.

Stop!

~

24 Μαρτίου 2016

Η Παράσταση





Βρισκόμουν σε μια πελώρια, αχνοφωτισμένη αίθουσα με θεατρικές θέσεις. Οι θέσεις έφταναν ως πέρα και στο βάθος, θαμμένη στο μισόφως, διέκρινες τη σκηνή. Η παράσταση φαίνεται πως είχε αρχίσει, πρόσεξα μάλιστα κάποιους ηθοποιούς πάνω στην εξέδρα. Πράγμα παράξενο όμως, δεν φαίνονταν να μιλούν ή να παίζουν κάποιο ρόλο – απλά στέκονταν όρθιοι και κοιτούσαν βαριεστημένα το κοινό. Θα είναι μέρος του ρόλου τους, σκέφτηκα, ενώ έψαχνα μια θέση να κάτσω.

Αρκετές θέσεις ήταν άδειες – υπό κανονικές συνθήκες θα έβγαζα το συμπέρασμα πως ήταν λιγοστοί οι θεατές, μα επρόκειτο για τόσο πελώρια αίθουσα που θα ήταν μάλλον αδύνατο να γέμιζε ούτως ή άλλως. Ήταν πολλές οι θέσεις – όχι λιγοστοί οι θεατές. Περισσότερο με παραξένεψε όχι η ποσότητα, μα η εμφάνιση των θεατών: οι περισσότεροι ήταν ντυμένοι με τις πιτζάμες και τα ρούχα του ύπνου τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν απλώσει ως πέρα τα πόδια και κοιμόντουσαν, άλλοι πάλι παρακολουθούσαν την παράσταση με τα βλέφαρά τους βαριά από τη νύστα. Ένας βούρτσιζε τα δόντια του. Δυο παιδιά είχαν αποκοιμηθεί γερμένα στη μαμά τους. Ένας γέρος ροχάλιζε. Κανείς όμως δεν έδειχνε πως θέλει να φύγει.

Πού και πού κάποιοι απ’ τους ηθοποιούς φαίνεται πως έλεγαν κάτι – μα δεν μπορούσα να ακούσω, έπρεπε να μιλήσουν δυνατότερα. Σκόρπιοι θεατές μέσα στο πλήθος παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, ένας μάλιστα σημείωνε κάτι σ’ ένα μπλοκάκι που κρατούσε. Φορούσε πιτζάμα με ρίγες και καφέ παντόφλες. Ένας αρωματικός καφές άχνιζε δίπλα του – τον είδα και θέλησα να βουτήξω μέσα του ένα μπισκότο που βρέθηκε στην τσέπη μου, μα σκέφτηκα πως ίσως προσβληθεί κι έτσι δεν έκανα τίποτα. Έφαγα το μπισκότο, το κρατς κρατς έκανε θόρυβο και φοβήθηκα πως οι θεατές ίσως ενοχληθούν – μα οι περισσότεροι κοιμόντουσαν. Διακριτικά άνοιξα δρόμο μέσα από ένα διάδρομο (προσέχοντας μη σκοντάψω στα απλωμένα πόδια τους) και βυθίστηκα σε μια αναπαυτική θέση.

Για αρκετή ώρα κοιτούσα μπροστά μου, στη σκηνή, τον κόσμο που ερχόταν κι έφευγε κι έδειχνε να μιλάει πού και πού, χωρίς να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Ήμουν ικανοποιημένος, δίχως να γνωρίζω το λόγο. Η θέση ήταν τόσο αναπαυτική, που ένιωσα την ανάγκη να βγάλω τα παπούτσια μου. Η ατμόσφαιρα του χώρου σε προϊδέαζε για έναν γλυκό ύπνο.


***


 Κάποια στιγμή κάποιος με σκούντηξε ελαφρά. «Η σειρά σου», μου είπε. Κινήθηκα απότομα. «Ορίστε;», έκανα ταραγμένος. «Η σειρά σου», επανέλαβε κάποιος. Παρατήρησα τότε πως κάποιοι απ’ τους θεατές εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και ανέβαιναν πάνω στη σκηνή. Ήταν και αυτοί μέρος του έργου!

«Συγγνώμη, κάποιο λάθος θα έγινε...», είπα μασουλώντας τα λόγια μου. «Εδώ ήρθα για να ΔΩ την παράσταση, όχι να παίξω σε αυτήν!».

Κάποιοι απ’ τους θεατές με κοίταξαν φανερά ενοχλημένοι. Ένα παιδάκι σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας. Μα πως βρέθηκα εδώ μέσα, πως; Συνειδητοποίησα τότε πως δεν θυμόμουν γιατί είχα έρθει – και πως επιλογή να φύγω δεν υπήρχε.

«Κύριοι, ακούστε με, σας παρακαλώ», έκανα προσπαθώντας να βρω μια λύση. «Μπορώ να ορκιστώ με κάθε βεβαιότητα πως δεν είμαι ηθοποιός και πως ήρθα εδώ με σκοπό να ψυχαγωγηθώ. Να, ορίστε κι ένα μπισκότο στην τσέπη μου (ή ό,τι έμεινε από αυτό), δείτε το, έτρωγα, είναι δυνατόν να έτρωγα και να ήμουν ένας απ’ τους ηθοποιούς;»

Τα βλέμματα γύρω μου ήταν σκοτεινά. Κατάλαβα πως δεν ήταν έξυπνο το επιχείρημά μου. Αχ, πως θα ξεφύγω από αυτό!

«Κύριοι, σας παρακαλώ, σας ικετεύω, δεν γνωρίζω εγώ από αυτά, ίσα να έχω πάει σε άλλη μια παράσταση σε όλη μου τη ζωή, μη με αναγκάσετε να ανέβω εκεί πάνω, κι έπειτα τί θα πω, δεν ξέρω τα λόγια μου, απ’ το σχολείο ακόμα τα ξεχνούσα, κι όλος αυτός ο κόσμος να κοιτάζει από κάτω, αχ, μη μου το κάνετε αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεννημένοι ηθοποιοί, εγώ όμως όχι, δεν είμαστε όλοι το ίδιο και αυτή είναι η ομορφιά του ανθρωπίνου είδους, ξέρετε, η διαφορετικότητα, όλοι διαφορετικοί, όχι πως δεν πιστεύω στην ισότητα, πιστεύω, μη με παρεξηγήσετε, ίσοι μα διαφορετικοί, στον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του και ανάλογα με τις ανάγκες του, ναι αυτό το θυμάμαι, όχι, μη με κοιτάτε έτσι, θα ξεχάσω όσα γνωρίζω, αχ σας παρακαλώ...»

Παρουσίαζα σίγουρα ένα αξιοθρήνητο θέαμα, έτσι όπως έσκουζα κι έψαχνα δικαιολογίες.

Χωρίς να γνωρίζω πώς, σηκώθηκα απ’ τη θέση μου κι άρχισα να πλησιάζω στη σκηνή. Τα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω μου. «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ...», ψέλλιζα, μα ούτε που πίστευα τα λόγια μου πλέον. «Δε θέλω, δε θέλω, είναι ένα όνειρο, ναι, είναι ένα κακό όνειρο», σκέφτηκα τότε. «Και η αίθουσα, και οι θεατές με τις πιτζάμες και εγώ πάνω στη σκηνή, ναι, είναι όλα μέρος ενός ανόητου ονείρου, δεν εξηγείται αλλιώς. Που ακούστηκε να υπάρχουν τέτοια θέατρα. Όλα αυτά είναι παράλογα. Ξύπνα, ξύπνα, πρέπει να ξυπνήσεις», επαναλάμβανα με αγωνία.

«Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα»...


Ξύπνησα.

Βρισκόμουν σε μια θέση. Κοίταξα διστακτικά γύρω μου: ηταν εκεί ο αχνοφωτισμένος θεατρικός χώρος, οι θεατές με τις πιτζάμες, και η σκηνή με τους ηθοποιούς πέρα μακριά, στο βάθος. Μα δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς – τι καλά, δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς! Ήταν όλα ένα όνειρο λοιπόν... Βρισκόμουν ξανά στον κανονικό κόσμο. Εκεί, στην αίθουσα, πλάι στους μισοκοιμισμένους θεατές με τις πιτζάμες.


Με ένα χαμόγελο μακάριας ανακούφισης, βυθίστηκα στη θέση μου και συνέχισα τον ύπνο μου.




2 Ιουνίου 2015

Ραπανάκια και Αρβύλες


"Περιμένοντας τον Γκοντό" - Σκηνή από την πρώτη παράσταση του 1953.


Δύο άντρες κάθονται στη σκιά ενός αποσκελετωμένου δέντρου. Περιμένουν έναν γνωστό τους. Μα αυτός δεν έρχεται. Και περιμένουν. Και περιμένουν. Και περιμένουν. Ώρες. Μέρες. Θέλουν να φύγουν, μα δεν μπορούν - γιατί περιμένουν το γνωστό τους.

Και στο μεταξύ συζητάνε. Ανταλλάσσουν διαλόγους όπως ο ακόλουθος:

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κουράστηκα. Πάμε να φύγουμε.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν μπορούμε.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Γιατί;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Περιμένουμε τον Γκοντό.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Α, ναι. (Παύση. Απελπισμένος.) Τι θα κάνουμε; Τι θα κάνουμε;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι, αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θες ένα ραπανάκι;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν έχει τίποτ' άλλο;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ραπάνια και γογγύλια.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Καρότα δεν έχει;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι. Κι έπειτα, το 'χεις παρακάνει με τα καρότα.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δός μου ένα ραπάνι. (ο Βλαδίμηρος ψάχνει τις τσέπες του, βρίσκει μόνο γογγύλια, τελικά βγάζει ένα ραπάνι και το δίνει στον Εστραγκόν, που το κοιτάζει καλά καλά, το μυρίζει.) Είναι μαύρο!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ραπάνι είναι.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αφού ξέρεις πως μ' αρέσουνε μόνο τα ροζ!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν το θες δηλαδή;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αφού μ' αρέσουνε μόνο τα ροζ!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τότε φέρ' το πίσω.

(Ο Εστραγκόν του το δίνει).

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάω να βρω κανά καρότο.

(Δεν κουνιέται από τη θέση του).

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αρχίζει πια να μην έχει νόημα.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όχι ακόμα, όχι αρκετά.

(Σιωπή).

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εγώ λέω να δοκιμάσεις.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έχω δοκιμάσει τα πάντα.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι, εννοώ να δοκιμάσεις να φορέσεις τις αρβύλες.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λες;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα περάσει η ώρα. (Ο Εστραγκόν διστάζει.) Άκου που σου λέω, θα' ναι μια απασχόληση.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα με βοηθήσεις;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Φυσικά.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν τα καταφέρνουμε κι άσχημα οι δυο μας, ε Ντιντί;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι, ναι. Έλα, θα δοκιμάσουμε πρώτα τ' αριστερό.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάντα βρίσκουμε κάτι για να ξεγελιόμαστε, ε Ντιντί; Για να νομίζουμε τάχα πως ζούμε."


***


Ήταν ένα απόσπασμα από το "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ (σε μετάφραση της Α.Παπαθανασοπούλου). Ένα θεατρικό που χαρακτηρίστηκε ως το "σημαντικότερο βρετανικό θεατρικό έργο του 20ου αιώνα".

Και αν δε βγάλατε και πολύ νόημα από αυτό που διαβάσατε - τότε είστε μέσα στο πνεύμα του έργου. Ενός έργου του οποίου η απουσία νοήματος βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής του. Ραπανάκια και αρβύλες. Για να ξεγελάμε τον εαυτό μας. Για να νομίζουμε πως ζούμε.

Κι ενώ περιμένουμε. Και περιμένουμε. Και περιμένουμε.