Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Ιουλίου 2018

Περπάτησε



Ψηλά, θεόρατα βουνά που μοιάζουν με εμπόδια



Το βλέπεις αυτό το οροπέδιο που απλώνεται μπροστά σου; Βλέπεις τις απόκρημνες κορφές και τους γκρεμούς; Ίσως η ζωή σε πετάξει ξαφνικά σε ένα τέτοιο σκηνικό και σου πει «περπάτησε!» Και συ θ’ αντικρίσεις, ζαλισμένος, το αφιλόξενο τοπίο και θα νιώσεις αποθαρρυμένος. «Πως θα τα καταφέρω;», ίσως σκεφτείς. «Το έδαφος είναι σκληρό, ο καιρός άγριος, τέτοια τοπία δεν φτιάχτηκαν για να βαδίζουμε πάνω τους ξυπόλητοι.»

«Περπάτησε!», θα ακούσεις πάλι να σου λένε. «Τέτοια τοπία φτιάχτηκαν ΑΚΡΙΒΩΣ για να τα περπατήσεις. Φόρα τα σκληρότερα παπούτσια σου και πάρε μαζί σου εφόδια για το δρόμο. Βρες σπηλιές να φυλαχτείς απ’ τους ανέμους και χτίσε γέφυρες που ενώνουν τους γκρεμούς. Και ο νους σου να είναι στην κοιλάδα που δεσπόζει πίσω απ’ τις βουνοκορφές – στην κοιλάδα να ‘ναι η σκέψη σου και μόνο!»

«Πως θα τα καταφέρω μοναχός μου;», θα ρωτήσεις προβληματισμένος.

«Δεν είσαι μοναχός σου. Ποτέ δεν ήσουν. Άνοιξε τα μάτια σου και κοίταξε γύρω σου – είστε πολλοί. Κάθε αγώνας που δίνεις για τον εαυτό σου είναι αγώνας που δίνεις για όλους. Κάθε εμπόδιο που περνάς, είναι εμπόδιο που περνούν κι άλλοι μαζί σου. Μην επιτρέψεις να σε καταβάλει – δεν είσαι μόνος σου σ’ αυτό, περπατούν πολλοί τον ίδιο δρόμο, αυτό μη το ξεχνάς. Μοιράσου την καρδιά και τη σκέψη σου και θα δεις πως έχω δίκιο.»

Αγωνίσου ενάντια στην αρρώστια. Πέρασε πάνω από την αδικία. Μάθε να μη φοβάσαι την αντιξοότητα. Δες το σαν πρόκληση και μόνο. Σαν μια περιπέτεια. Σαν τη δίψα του ταξιδιώτη της ερήμου, στην αναζήτηση της όασης. Ύψωσε τη φωνή σου, αν χρειάζεται. Μα μη ξεχνάς πως οι βαθύτεροι αγώνες πηγάζουν πρώτα από μέσα σου – είναι σιωπηλοί, το βλέμμα τους προσανατολισμένο στο στόχο, αποφασισμένο.

Όσα βουνά και αν προκύψουν – ξέρεις πως η κοιλάδα βρίσκεται εκεί και μαζί της το γευστικό, σα νέκταρ, νερό της, ικανό να ξεδιψάσει και τον πιο ταλαιπωρημένο ταξιδιώτη. Εκείνον που θα κοιτάξει πίσω του χαρούμενος και θα πει «τι περιπέτεια κι αυτή!» Εκείνον που, αποφασισμένος, σκαρφαλώνει έναν-έναν τους βράχους που στέκονται μπροστά του, κόντρα στη μιζέρια, κόντρα στο φόβο, κόντρα στην ηττοπάθεια: μαθαίνοντας ως και να γελάει στην πορεία. Μη μοιράζεσαι πόνο – να μοιράζεσαι γνώση! Η γνώση του αέρα των βουνών και των κρυφών μονοπατιών τους. Γιατί ξέρεις πως κανένα απόκρημνο βουνό δεν είναι αιώνιο και κάθε έρημος κάποια στιγμή συναντά την όασή της.

Φτιάχτηκαν λοιπόν βουνά σαν αυτά για να τα περπατούμε; Δεν έχει σημασία… Σημασία έχει, από τη στιγμή που βρέθηκες πάνω τους, να περπατήσεις.



Θέα απ' τα βουνά στα Ιμαλάια

24 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο






Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».





2 Ιουνίου 2015

Ραπανάκια και Αρβύλες


"Περιμένοντας τον Γκοντό" - Σκηνή από την πρώτη παράσταση του 1953.


Δύο άντρες κάθονται στη σκιά ενός αποσκελετωμένου δέντρου. Περιμένουν έναν γνωστό τους. Μα αυτός δεν έρχεται. Και περιμένουν. Και περιμένουν. Και περιμένουν. Ώρες. Μέρες. Θέλουν να φύγουν, μα δεν μπορούν - γιατί περιμένουν το γνωστό τους.

Και στο μεταξύ συζητάνε. Ανταλλάσσουν διαλόγους όπως ο ακόλουθος:

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κουράστηκα. Πάμε να φύγουμε.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν μπορούμε.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Γιατί;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Περιμένουμε τον Γκοντό.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Α, ναι. (Παύση. Απελπισμένος.) Τι θα κάνουμε; Τι θα κάνουμε;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι, αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θες ένα ραπανάκι;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν έχει τίποτ' άλλο;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ραπάνια και γογγύλια.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Καρότα δεν έχει;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι. Κι έπειτα, το 'χεις παρακάνει με τα καρότα.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δός μου ένα ραπάνι. (ο Βλαδίμηρος ψάχνει τις τσέπες του, βρίσκει μόνο γογγύλια, τελικά βγάζει ένα ραπάνι και το δίνει στον Εστραγκόν, που το κοιτάζει καλά καλά, το μυρίζει.) Είναι μαύρο!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ραπάνι είναι.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αφού ξέρεις πως μ' αρέσουνε μόνο τα ροζ!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν το θες δηλαδή;

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αφού μ' αρέσουνε μόνο τα ροζ!

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τότε φέρ' το πίσω.

(Ο Εστραγκόν του το δίνει).

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάω να βρω κανά καρότο.

(Δεν κουνιέται από τη θέση του).

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αρχίζει πια να μην έχει νόημα.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όχι ακόμα, όχι αρκετά.

(Σιωπή).

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εγώ λέω να δοκιμάσεις.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έχω δοκιμάσει τα πάντα.

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι, εννοώ να δοκιμάσεις να φορέσεις τις αρβύλες.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λες;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα περάσει η ώρα. (Ο Εστραγκόν διστάζει.) Άκου που σου λέω, θα' ναι μια απασχόληση.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα με βοηθήσεις;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Φυσικά.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν τα καταφέρνουμε κι άσχημα οι δυο μας, ε Ντιντί;

ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι, ναι. Έλα, θα δοκιμάσουμε πρώτα τ' αριστερό.

ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάντα βρίσκουμε κάτι για να ξεγελιόμαστε, ε Ντιντί; Για να νομίζουμε τάχα πως ζούμε."


***


Ήταν ένα απόσπασμα από το "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ (σε μετάφραση της Α.Παπαθανασοπούλου). Ένα θεατρικό που χαρακτηρίστηκε ως το "σημαντικότερο βρετανικό θεατρικό έργο του 20ου αιώνα".

Και αν δε βγάλατε και πολύ νόημα από αυτό που διαβάσατε - τότε είστε μέσα στο πνεύμα του έργου. Ενός έργου του οποίου η απουσία νοήματος βρίσκεται στο επίκεντρο της προβληματικής του. Ραπανάκια και αρβύλες. Για να ξεγελάμε τον εαυτό μας. Για να νομίζουμε πως ζούμε.

Κι ενώ περιμένουμε. Και περιμένουμε. Και περιμένουμε.