Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βόλτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βόλτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιανουαρίου 2016

Βράδυ Παρασκευής





Σου έχει τύχει να ακούς ένα τραγούδι και μεμιάς να ξεπετάγονται εικόνες στο μυαλό σου; Τόσο έντονες, τόσο διαπεραστικές, που νιώθεις σαν σκηνοθέτης σε ταινία - οι εικόνες ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια σου, σαν φιλμ που ξεδιπλώνει το ρολό του στο ρυθμό της μουσικής. Και θες να παίζεις το κομμάτι στο repeat, ξανά και ξανά, γιατί δεν επιθυμείς να τελειώσει το φιλμ που άρχισε να σχηματίζεται στη σκέψη σου - θες να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.

Ένα ορχηστρικό κομμάτι διάρκειας δυο μόλις λεπτών, απλό στη δομή του, ένα πιάνο και μια κιθάρα που κρατάει το ρυθμό, ήταν αρκετό για να πλάσει μία σειρά από εικόνες στη σκέψη μου. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν το εξής απλό: Παρασκευή βράδυ. Ναι, αυτό θα μπορούσε να συνιστά ιδανικό soundtrack για το βράδυ της Παρασκευής. Οποιασδήποτε Παρασκευής, δεν έχει σημασία.

Αλλά Παρασκευής μόνο - καμίας άλλης μέρας.


Με τα μάτια της φαντασίας μου λοιπόν, είδα κόσμο που επιστρέφει σπίτι του, κουρασμένος από τη δουλειά· άλλος σέρνει αργά τα βήματά του στο πεζοδρόμιο, προβληματισμένος, οι σκέψεις κουβάρι στο μυαλό του· άλλος μόλις παρκάρει το αμάξι, βιαστικός να γευματίσει, να βγει από τα ρούχα του, να βγει από τους ρόλους του· τα ρολά απ' τα καταστήματα χαμηλώνουν· μια παρέα εφήβων μιλάει δυνατά στο πεζοδρόμιο, έτοιμοι για τη βραδινή τους έξοδο - πάντα μιλούν δυνατά αυτοί οι έφηβοι, θέλοντας να κάνουν αισθητή την παρουσία τους· κάποιος παίρνει μάτι κάποια, που τον προσπερνά αδιάφορα - έχει συνηθίσει τα βλέμματα του κόσμου· άλλος χαζεύει μια βιτρίνα ρούχων - η κούκλα έχει κρύο βλέμμα, του θυμίζει μια γνωστή του· ένα ζευγάρι βαδίζουν αγκαζέ, βυθισμένοι στον γλυκό εγωισμό του έρωτά τους· και μια γυναίκα περπατάει μόνη, το βήμα της χορευτικό - μοιάζει να χορεύει με τις σκιές στο πεζοδρόμιο.

Ίσως πάλι να τη φαντάζομαι εγώ έτσι, καθώς χορεύουν οι νότες μες στη φαντασία μου. Σχεδόν τη βλέπω με τη σκέψη μου... ποια να 'ναι η ιστορία της, άραγε. Τι παρελθόν να την έφερε ως εδώ, σε αυτόν εδώ το δρόμο, αυτήν εδώ τη στιγμή; Τι μέλλον να ορίζει το δρόμο που θα πάρει, τη στροφή που θα επιλέξει; Ή μήπως βαδίζει εντελώς τυχαία, δίχως πρόγραμμα, χωρίς προορισμό; Τα βράδια προσφέρονται γι' αυτό, ξέρεις. Περπατάς απλά γιατί το απολαμβάνεις...

Για μια στιγμή, κοπέλα με το φευγάτο βήμα, περπάτησα μαζί σου. Μου άρεσε όπως βάδιζες - ταξιδιάρικα, χωρίς προορισμό, παραδομένη σε κάποιον αόρατο ρυθμό. Μέχρι που το κομμάτι που έπαιζε συνέχεια στο repeat έφτασε ξανά στο τέλος του. Λέω λοιπόν να σε αφήσω για την ώρα - και να βάλω το επόμενο τραγούδι. Ίσως κάποια άλλη φορά, σε κάποια από τις βόλτες σου, να μου αφηγηθείς την ιστορία σου. Θα χαρώ να την ακούσω.


Και έτσι τελείωσε αυτή η νοερή περιπλάνησή μου. Μέχρι να τα πούμε πάλι, σας αφήνω με το κομμάτι που υπήρξε η αιτία της. Να έχετε ένα όμορφο βράδυ Παρασκευής.



12 Φεβρουαρίου 2015

Σαν τα Χιόνια. Το Χρονικό μιας Μέρας, από τις Γειτονιές στο Σύνταγμα





Σαν τα χιόνια… έκφραση συνδεδεμένη με εκείνο που δε βλέπουμε συχνά και μας εκπλήσσει ευχάριστα με την παρουσία του. Ε λοιπόν, η Τετάρτη, 11 του Φλεβάρη, έμελλε να είναι τέτοια: μια μέρα ασυνήθιστη, σχεδόν παράδοξη, μα ταυτόχρονα ιδιαίτερη. Μια μέρα βαμμένη στο άσπρο του χιονιού και το πολύχρωμο του πλήθους.

«Την πιο κρύα μέρα του χρόνου βρήκαν να κάνουν τη συγκέντρωση», άκουσα να λέει κάποιος στο Σύνταγμα, με διάθεση περιπαιχτική. Ήταν πράγματι καιρός που παρέπεμπε στο κλίμα κάποιας βορειοευρωπαϊκής χώρας – ενώ παράλληλα πλήθη κόσμου είχαν συγκεντρωθεί για να στείλουν στην Ευρώπη ένα μήνυμα. Μα είχε κι άλλα παράδοξα η μέρα. Και τώρα που ανήκει πια στο χθες, θα προσπαθήσω να κάνω μια μικρή ανασκόπηση της διαδρομής. Το τρένο στο οποίο θα επιβιβαστούμε θα έχει βαγόνια ξέχειλα με φωτογραφικό υλικό και κάποια λόγια να τα συνοδεύουν. Μένουν μονάχα οι επιβάτες, προκειμένου ν’ αρχίσει η αναδρομή – αναφέρομαι σε σας, που τώρα διαβάζετε το κείμενο.

Για πάμε λοιπόν.


Σταθμος Πρώτος – Χειμωνιάτικη Νύχτα


Ξεκινάμε το ταξίδι μας νύχτα – για την ακρίβεια, την ώρα που οι δείκτες του ρολογιού σημαίνουν μεσάνυχτα και εισερχόμαστε τυπικά στην 11η του Φλεβάρη. Έξω χιόνιζε. Η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη, μα προκλητική, πλουμισμένη με λευκόχρωμα εσώρουχα. Τα σύννεφα επιδίδονταν σ’ ένα μυστηριακό στριπτίζ, ξεπετώντας παιχνιδιάρικες, υγρές νιφάδες. Αισθανόμουν μια ακαταμάχητη ανάγκη να ξεμυτίσω απ’ το λαγούμι μου και να πιάσω τους δρόμους. Να βαδίσω υπό το φως της νυχτερινής λάμπας, να βυθίσω τα πόδια μου στο χιόνι, να σμίξω με τη νυχτερινή, χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα. Έτσι κι έκανα λοιπόν.


Το πρώτο πράγμα που αισθάνθηκα βγαίνοντας έξω ήταν το κρύο να με διαπερνά. Κρύο τσουχτερό, κρύο υγιές. Ανασαίνεις και νιώθεις ελαφρύτερος. Σαν τις νιφάδες που βολοδέρνουν ‘δω κι εκεί, ελαφριές σαν πούπουλα, γίνεσαι σαν αυτές και αφήνεσαι στην ατμόσφαιρα της νύχτας.






Οι δρόμοι είναι ντυμένοι στα λευκά, μα βαμμένοι στο φως από τις λάμπες. Η χρυσαφιά απόχρωση προσδίδει μια νότα μυστηρίου. Σαν άλλο μπαρ, πλουμισμένο από χαμηλό, θερμό φως και παραδομένο σε cool jazz νότες, το φως από τις λάμπες χαρίζει μια μουσικότητα στο νυχτερινό τοπίο. Τα χιονισμένα σημεία μοιάζουν με σωρούς από διαμάντια, όπως λαμποκοπούν πετώντας σπίθες. Και το φως που ξεχύνεται είναι λες και ρέει πάνω τους ρευστό χρυσάφι.






Πρώτο και βασικό αξίωμα με το χιόνι είναι το ακόλουθο: μεταμορφώνει το τοπίο, εξωραΐζοντας ακόμα και το πιο αδιάφορο σημείο του δρόμου. Είναι πραγματικά το νέκταρ των θεών, όπως διασκορπίζεται από τον ουρανό και ομορφαίνει τα πάντα που αγγίζει. Ακόμα και εκείνη η γωνία με τον κάδο σκουπιδιών. Ακόμα και εκείνο το αδιάφορο πέρασμα με το κακόγουστο σπίτι. Ακόμα και ένας ασήμαντος τοίχος με σωλήνες – τα πάντα ομορφαίνουν, σαν τα αγγίζει το μαγικό άγγιγμα του χιονιού.

Βαδίζεις στη γειτονιά σου, γνώριμη και συνηθισμένη, μα δες πως έχει αλλάξει! Δε χόρταινα να κοιτάζω γύρω μου, ρουφώντας το νυχτερινό τοπίο με τα μάτια μου, απορώντας πως γίνεται τόση ομορφιά να βρίσκεται έξω από το ίδιο μου το σπίτι. Και αυτό γινόταν σε κάθε γειτονιά αυτή τη νύχτα.

Σκέφτομαι πως αν ζούσα σε κάποια χώρα που καιρικά φαινόμενα όπως αυτό είναι συνηθισμένα, θα το απολάμβανα σαφώς λιγότερο. Είναι η σπανιότητα του φαινομένου εκείνη που το καθιστά ιδιαίτερο στα μάτια σου. Σκεφτείτε το παράδειγμα ενός Εσκιμώου που πηγαίνει διακοπές σε κάποιο νησί. Πόσο σπουδαία και σπάνια θα του φαίνεται η θάλασσα.






Βάδιζα μόνος. Οι δρόμοι μου ανήκαν. Δεν είχα προορισμό, δεν είχα χρονικό όριο. Κανένα βλέμμα γύρω μου, κανένας μοναχικός διαβάτης – είναι αργά εξάλλου και έχει κρύο. Ένιωθα ελεύθερος. Μα δεν ήμουν μόνος – η φύση παλλόταν με ζωή. Κάποια γάτα που ψαχουλεύει μέσα στο χιόνι. Ο ήχος από τις νιφάδες που νωχελικά παραδέρνουν στον σιγανό αέρα. Μαζί τους βάδιζα και γω, αφηνόμουν στο νυχτερινό ρυθμό.

Όσο πλησίαζα σε αγαπημένα μου, δεντροφυτεμένα και πλούσια σε βλάστηση λημέρια, τόσο ένιωθα τη νυχτερινή θαλπωρή. Το πάρκο, η παιδική χαρά, η πλατεία, το δασάκι. Γνώριμα μέρη, μα απόψε φάνταζαν αλλιώς. Όλα ήσυχα, όλα ξέχειλα με το ίδιο, χρυσαφένιο φως, όλα καλυμμένα από το αφράτο στρώμα του χιονιού. Εκείνη η ξύλινη πόρτα, που τόσες φορές βλέπεις κάθε μέρα, έμοιαζε σχεδόν σαν πύλη προς έναν άλλο κόσμο, κατοικημένο από ξωτικά, τελώνια και νάνους. Και οι νιφάδες που παράδερναν γύρω από το φως έδειχναν σαν πυγολαμπίδες, χορεύοντας μεθυσμένες στο τραγούδι της νύχτας.






Ασυναίσθητα έπιασα τον εαυτό μου να καθυστερώ, φιδογυρίζοντας από στενά και από δρομάκια, βγάζοντας φωτογραφίες, απολαμβάνοντας τη χειμωνιάτικη γαλήνη. Ο χρόνος κυλούσε αργά. Οι δείκτες του ρολογιού έμοιαζαν να πετούν αριστερά και δεξιά σαν τις νιφάδες, απολαμβάνοντας την πτήση τους, αδιαφορώντας αν θα φτάσουν στον προορισμό τους. Κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο χιόνι και τη βροχή – η δεύτερη πέφτει με φόρα προς το έδαφος. Η κατεύθυνση της είναι ευθεία και προς τα κάτω, πάντα. Μα το χιόνι πάει μια εδώ, μια εκεί, σάμπως δε το νοιάζει αν και που θα καταλήξει – του αρκεί που χαίρεται τη διαδρομή του.

Κάθε διαδρομή κάποια στιγμή τελειώνει όμως. Ήταν δύο τη νύχτα και επέστεψα σπίτι. Ένα βραδινό email με ενημέρωσε πως την επόμενη δε θα πήγαινα δουλειά – στάθηκα τυχερός. Ποιος ξέρει λοιπόν. Ίσως να επαναλάμβανα τη βόλτα, υπό το φως της μέρας αυτή τη φορά.

Όπως και έκανα. Η 11η του Φλεβάρη ουσιαστικά τώρα ξεκινούσε…






Σταθμός Δεύτερος – Πρωινό ντυμένο στα Λευκά


Το πρωινό της 11ης ήταν βγαλμένο από κάτι παλιές, παιδικές ταινίες – όταν ο μικρός πρωταγωνιστής ξυπνάει και διαπιστώνει έκπληκτος πως τη νύχτα χιόνισε και έξω το τοπίο είναι βαμμένο στα λευκά. Βέβαια σε αυτές τις ταινίες η μέρα που περιγράφω συνήθως είναι ανήμερα των Χριστουγέννων – μα δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα.

Δεν ήταν Χριστούγεννα, μα και χωρίς το δέντρο στη γωνιά, η απόλαυση του πρωινού ξυπνήματος ήταν εξίσου υψηλή. Ομολογώ περίμενα πως θα είχε λιώσει το χιόνι – μα το θέαμα που αντίκρισα ξυπνώντας ήταν ακριβώς το αντίθετο. Τα πάντα γύρω μου ολόλευκα και το χιόνι έπεφτε, αφράτο και πληθωρικό. Ήταν κάποτε καιροί που βλέπαμε θεάματα σαν αυτό τουλάχιστον μια ή δυο φορές τον χρόνο – μα πόσο μας είχε λείψει τα τελευταία χρόνια.

Έφαγα κάτι στα γρήγορα, ντύθηκα και εξόρμησα για άλλη μια φορά απ’ το λαγούμι μου. Και αν η νυχτερινή έξοδος έφερε μια διάσταση μυστηριακή και υπνωτική συνάμα, η πρωινή βόλτα φάνταζε βγαλμένη από όμορφες παιδικές αναμνήσεις. Εικόνες χιονάνθρωπων πλημμύρισαν το νου μου και μυρωδιές από ζεστό ψωμί και σοκολάτα κατέκλυσαν τις αισθήσεις μου. Λίγα μόλις λεπτά χρειάστηκαν για να αντικρίσω μια παρέα παιδιών που έπαιζαν χιονοπόλεμο, θυμίζοντας μου τον καιρό που έκανα το ίδιο. Λίγο παραπέρα, σε μια έκταση που φάνταζε λες και έχουν απλώσει πάνω της ένα πελώριο, λευκόχρωμο χαλί, δυο κοπέλες έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους. Χαρούμενα εκείνα, επιδιδόμενα σε κυνηγητό χιονόμπαλων, έτρεχαν εδώ κι εκεί, η γλώσσα έξω, τα βήματα τους μπερδεμένα μες’ στο χιόνι. 






Είδα πολλά παιδιά και πολλά σκυλιά το πρωινό αυτό. Όλα μες στην καλή χαρά. Μα ας είμαστε ειλικρινείς – δεν ήταν λιγότερο χαρούμενοι από εμάς που γυροφέρναμε απολαμβάνοντας το σκηνικό, με μια φωτογραφική μηχανή ή ένα κινητό στο χέρι. Οικογένειες έβγαζαν βόλτα τα μικρά τους και τους αποκάλυπταν τα μυστικά του χιονιού – και εκείνα αφήνονταν με ζήλο στο παιχνίδι. Κάποια ανάμεσα τους ήταν πολύ μικρά σε ηλικία – σκέφτηκα πως ίσως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν στρωμένο χιόνι στη ζωή τους. Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει ανόητους συλλογισμούς όπως: πως μαθαίνει ένα παιδί να παίζει χιονοπόλεμο; Ή πως γίνεται και φτιάχνουν όλα τους χιονάνθρωπους; Πρόκειται για γνώση που μεταδίδεται ανάμεσα στις γενιές; Ασφαλώς οι συλλογισμοί μου ήταν ανόητοι, όπως σας ανέφερα.

Γύρισα σε αρκετά από τα μέρη που είχα πάει το περασμένο βράδυ – η αίσθηση ασφαλώς ήταν διαφορετική, μα η απόλαυση καθόλου μικρότερη. Το τοπίο τώρα φάνταζε αρχοντικά λευκό και επιβλητικό. Δεν ήμουν πλέον μόνος – αρκετός κόσμος γύριζε εδώ κι εκεί, αυτοκίνητα στους δρόμους, άνθρωποι στα καταστήματα και στις δουλειές. Η παραγωγική μηχανή δεν σταματά τα χιονισμένα πρωινά. Τύχαινε να είναι η μέρα της λαϊκής αγοράς – περνώντας και τραβώντας μια φωτογραφία, άκουσα κάποιον από τους πωλητές να λέει: «όλοι φωτογραφίες μας τραβάνε!».





Ποτέ άλλοτε δε θα έβρισκα ενδιαφέρον στη φωτογράφιση συνηθισμένων αυτοκινήτων, που διασχίζουν έναν συνηθισμένο δρόμο – μα το χιόνι έκανε τη διαφορά.

Στο δασάκι αντηχούσε πέρα για πέρα το τραγούδι του κεφιού και της πρωινής δροσιάς. Εδώ μια κοπέλα κι ένα αγόρι έβγαζαν βόλτα τον σκύλο τους. Εκεί μια παρέα παιδιών έπαιζαν με έλκηθρο. Πιο πέρα μια ηλικιωμένη γυρνούσε με τον δικό της σκύλο, ενώ παράλληλα τραβούσε φωτογραφίες με το κινητό της. Σκέφτηκα πως αν είχα την ανάλογη διαθέσιμη παρέα (πράγμα δύσκολο, όσο μεγαλώνεις και εργάζεσαι), θα επιδιδόμουν χωρίς δεύτερη σκέψη σε ξέφρενα παιχνίδια στο χιόνι, όπως κάναμε μικροί. 

Κάποια στιγμή έφτιαξα έναν μικρό χιονάνθρωπο – για το καλό. Στην πραγματικότητα ήταν ένα λευκό κουνέλι, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία.






Ναι, ήταν διαφορετική η αίσθηση της πρωινής βόλτας. Περισσότερο προσδεμένη στην πραγματικότητα, λιγότερο φευγάτη και ποιητική όπως εκείνη της νύχτας. Μα όχι λιγότερο ευχάριστη.

Μεταξύ άλλων, έπρεπε να τακτοποιήσω κάποιες δουλειές εδώ κι εκεί. Ορισμένες αγορές, ένα πέρασμα απ’ την τράπεζα, μια επίσκεψη στο κατάστημα των ηλεκτρονικών ειδών. Κύλησαν τρεις ώρες και το χιόνι είχε αρχίσει πια να λιώνει. Ένας σκύλος παρέστεκε στη μέση ενός δρόμου σα φρουρός – φυλάγοντας, ποιος ξέρει τι αρχαία μυστικά.







Σ’ ένα άλλο σημείο εντόπισα μια παρέα από γάτες. Με κάρφωσαν με το διαπεραστικό, προκλητικό τους βλέμμα. Ποιος ξέρει τι είχαν ανακαλύψει θαμμένο κάτω απ’ το χιόνι.








Μα το χιόνι σταδιακά μετατρεπόταν σε νερό και το λευκό τοπίο παρέδιδε τη θέση του στα γνώριμα μας χρώματα. Τα μυστικά του αναχώρησαν μαζί του. Δεν πειράζει – για λίγο έστω αφεθήκαμε στην αρχέγονη του γλώσσα και ταξιδέψαμε στο λευκόχρυσό του άρμα – και αυτό ήταν αρκετό. Σα φίλος απ’ τα παλιά, ξέρουμε πως κάποια στιγμή θα επιστρέψει.







Μια παρένθεση από τη χώρα των θαυμάτων



"Aκούς το χιόνι που χτυπάει στο τζάμι, Ψιψίνα; Πόσο όμορφο και μαλακό ηχεί! Λες και κάποιος φιλάει το παράθυρο απ' έξω. Αναρωτιέμαι αν το χιόνι αγαπάει τα δέντρα και τα λιβάδια και γι' αυτόν το λόγο τα φιλάει τόσο τρυφερά; Και στη συνέχεια τα καλύπτει ζεστά, ξέρεις, μ' ένα απαλό πάπλωμα. Και ενδεχομένως τους λέει: "πηγαίνετε για ύπνο, αγαπημένα μου, μέχρι να έρθει ξανά το καλοκαίρι".

Και όταν ξυπνήσουν πια το καλοκαίρι, Ψιψίνα, ντύνονται στα πράσινα και πιάνουν τους χορούς - σε όποια μεριά και αν φυσάει ο άνεμος".


Lewis Carroll, "Η Αλίκη Μέσα από τον Καθρέπτη"
Το μπρούντζινο γλυπτό στην εικόνα βρίσκεται στο Central Park της Νέας Υόρκης. Πηγή φωτογραφίας/Photosource.



Source


Σταθμός Τρίτος – Συγκέντρωση στο Σύνταγμα


Προς το μεσημέρι ο δρόμος μου με έβγαλε στο κέντρο. Είχα πληροφορηθεί για τη συγκέντρωση και ομολογώ ήμουν περίεργος να κόψω κίνηση. Μα πρώτος μου προορισμός ήταν το βιβλιοπωλείο – μια ένοχη συνήθεια, στην οποία επιδίδομαι πολύ τακτικά, ειδικά τους τελευταίους μήνες και το μοναδικό είδος καταστήματος το οποίο επισκέπτομαι συχνά.

Το πλήθος των βιβλίων στα ράφια φαντάζουν σαν άλλες χιονονιφάδες και το συνολικό θέαμα – εκείνο των δεκάδων, πολύχρωμων βιβλιοθηκών – είναι εξίσου όμορφο με την εικόνα του χιονοσκέπαστου τοπίου.

Είχε πάει έξι. Κίνησα προς την πλατεία Συντάγματος, παρατηρώντας τον κόσμο στην πορεία. Τίποτα το αξιοπερίεργο – κανονική η κίνηση στους δρόμους, οι ρυθμοί ίδιοι. Σου δινόταν η αίσθηση πως δεν αναμενόταν καμία συγκέντρωση απολύτως. Σκέφτηκα πως ίσως ο κόσμος να μην ήταν αρκετός.





Μα φτάνοντας στην πλατεία διαψεύστηκα. Μπροστά απ' τη Βουλή ξεχείλιζε το πλήθος και ο κόσμος όλο και ερχόταν. Χώθηκα στον κόσμο και άρχισα τις βόλτες, παρατηρώντας εκφράσεις, ηλικίες, σκόρπια λόγια. Επικρατούσε μια ήρεμη ατμόσφαιρα. Φοβόμουν πως θα αντίκριζα σημαίες, τραγούδια στη διαπασών και λοιπά καραγκιοζιλίκια, ικανά να εξάπτουν τα μαζικά ένστικτα, όμοια με τα οποία έχουμε δει τόσες φορές στο παρελθόν, στα χρόνια της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ – αρκεί να θυμηθούμε τις αλησμόνητες, προεκλογικές τους συγκεντρώσεις στα χρόνια τα παλιά, που τόσο προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας στη θύμηση τους και μόνο.

Μα ήταν διαφορετικός κόσμος αυτός.

Κάποιοι αναφέρθηκαν στους “αγανακτισμένους” και την επιστροφή τους, μα θεωρώ λανθασμένη τη σύγκριση. Οι αγανακτισμένοι έκαναν την εμφάνισή τους στις απαρχές της κρίσης και διακρίνονταν σε μεγάλο βαθμό από την απολιτική τους στάση (όχι όλοι, μα ένα ποσοστό ανάμεσά τους). Αρκετοί άγονταν και φέρονταν, σα πούπουλα στον άνεμο. Διαμαρτύρονταν, μα δεν πρόβαλαν συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Ήταν μια αντανάκλαση μιας εποχής σε σύγχυση και ενός κόσμου που γυρεύει κάτι διαφορετικό, μα αδυνατεί να πάει παραπέρα. Και η ιστορία έχει αποδείξει πως διαμαρτυρία δίχως συγκεκριμένες διεκδικήσεις είναι καράβι δίχως προσανατολισμό.

Ενα γκρινιάρικο καράβι που αφήνεται στο ρεύμα και στα κύματα.






Δεν ήταν το πλήθος των αγανακτισμένων αυτό. Ούτε όμως ήταν ένα κομματικό πλήθος. Ασφαλώς υπήρχαν ανάμεσά τους αρκετοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, μα έβλεπε κανείς αριστερούς από άφθονες μικρότερες παρατάξεις και δημοκράτες πέρα από κόμματα, που είχαν δώσει το παρόν, εκφράζοντας τη διαμαρτυρία τους απέναντι στις ευρωπαϊκές πολιτικές της λιτότητας και των μνημονίων και επιδοκιμάζοντας την προοπτική μιας εναλλακτικής πορείας για τη χώρα – και την Ευρώπη.

Κι εδώ ερχόμαστε στο παράδοξο και αξιοπερίεργο της ιστορίας. Εκείνο που καθιστά το πλήθος στο Σύνταγμα εξίσου ασυνήθιστο, όσο το φαινόμενο του χιονιού. Και είναι πραγματικά παράξενη η σύμπτωση τους, την ίδια κιόλας μέρα.

Επρόκειτο για μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας που δεν... εναντιωνόταν στις επιλογές της κυβέρνησης. Ασφαλώς ανάμεσα στον κόσμο διέκρινε κανείς εναλλακτικές απόψεις – μια μερίδα ανάμεσα τους ισχυριζόταν πως πρέπει να βγει η χώρα απ' το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μα σε γενικές γραμμές, δεν ήταν μια αντικυβερνητική συγκέντρωση – μάλλον το αντίθετο. Ήταν μια διαμαρτυρία... επιδοκιμασίας. Άνθρωποι που έχουν συνηθίσει μια ζωή να εναντιώνονται στις κραταίες και κυβερνητικές πολιτικές έφτασαν να διαμαρτύρονται... υπέρ τους.

Πόσες φορές έχουμε δει κάτι αντίστοιχο τις τελευταίες δεκαετίες; Σε επίπεδο μετεκλογικό, όχι προεκλογικό. Έχω την αίσθηση καμία. Και αυτό ήταν το ασυνήθιστο και σπάνιο της ιστορίας. Σαν τα χιόνια, κυριολεκτικά.





Έβλεπες κάθε λογής κόσμου. Νέοι, γέροι, λιγότερο ή περισσότερο πολιτικοποιημένοι. Όσο περνούσε η ώρα ο κόσμος αυξανόταν.

Κάποιοι συζητούσαν σοβαρά, άλλοι αστειευόμενοι. Μια γυναίκα σχολίαζε “δεν αρκεί μόνο το θέμα με τα 750 ευρώ” - προφανώς αναφερόμενη στο θέμα του μισθού και εκφράζοντας τις επιφυλάξεις της. Ένας σαραντα-πενηντάρης έλεγε χαμογελώντας “δεν πετάμε τίποτα ν' ανάψουμε τα αίματα; Πολύ φλώροι είναι όλοι τους”, προφανώς αστειευόμενος. Ναι, ήταν παράξενη η αίσθηση αυτής της μαζικής συγκέντρωσης, από την οποία απουσίαζαν τα ΜΑΤ.

Κάποιοι ικανοποιούσαν τις ορέξεις τους, τρώγοντας σουβλάκια και λουκάνικα. Η διαμαρτυρία και ο έρωτας εξάλλου περνούν απ' το στομάχι – και με αδειανό στομάχι πως να διεκδικήσεις φτηνότερα βρώμικα για όλους. Άλλοι τραβούσαν... selfies με φόντο τον κόσμο και τη βουλή. Ιδανικές για κάρτα στην κυρία Μέρκελ με αφιέρωση και πολλά φιλιά και για άφθονα like στο facebook. Τα σημεία των καιρών... να δούμε που θα οδηγήσουν όλα αυτά, μα την αλήθεια.

Πάντως αν αντικατασταθούν οι φρικτές αυτές αφίσες με το σκυλολόι της νύχτας από την πλατεία, θα έχει γίνει μια καλή αρχή, αν μη τι άλλο. Δείτε τον... μικρό ήρωα της αφίσας, το πρόσωπο του βυθισμένο στο σκοτάδι, πως αντικρίζει τον κόσμο με παράπονο. "Μα γιατί κανένας δεν ασχολείται μαζί μου", φαίνεται να σκέφτεται. "Ξύλο στους ναζί", λέει το μπαλονάκι - σαφέστατα περισσότερο ενδιαφέρον από τον ίδιο.






Το πλήθος ήταν ετερόκλητο, με απόψεις διαφορετικές στα σημεία – μα αν οι απόψεις διέφεραν στα παρακλάδια τους, ο βασικός κορμός ήταν ο ίδιος. Κοινό όλων ήταν η εναντίωση στις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές της ευρωπαϊκής ελίτ και η υποστήριξη μιας εναλλακτικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσωπο – για την Ελλάδα, μα και την Ευρώπη, θυμίζοντας στους Ευρωπαίους πως το φαντασιακό της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και της συμμετοχής στα κοινά συνιστούν γέννημα-θρέμμα της ίδιας της Ευρώπης. Και αυτό ακριβώς είναι που έχει φτάσει να απειλείται, μπροστά στα πελώρια τείχη της Οικονομίας (που έχει αντικαταστήσει την πολιτική) και του Ατομικισμού (που οδηγεί στην απάθεια και την αδιαφορία για τα κοινά – και η αδιαφορία για τα κοινά είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για κάθε δημοκρατικό πρόταγμα και κλείνει με νόημα το μάτι σε κάθε φασισμό).

Είναι αδύνατο να επιχειρήσουμε οποιαδήποτε πρόβλεψη για το μέλλον. Ποια θα είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αν το ένα χρέος παραχωρήσει τη θέση του στο άλλο, αν οδηγηθούμε σε μια νέα μορφή εξάρτησης, ή οτιδήποτε σχετικό, όπως λένε κάποιοι. Μα η παρουσία του κόσμου είναι ελπιδοφόρα – θυμίζει στην Ευρώπη πως οι διεκδικήσεις δεν σταματούν ποτέ... πως το κοινωνικό της πρόσωπο χρειάζεται να αναδυθεί από τις στάχτες του. Πως δεν κοιμούνται όλοι τον ύπνο του δικαίου. Σε τελική ανάλυση, αν πάρουμε την κατιούσα, καλύτερα να γίνει ενώ το έχουμε επιλέξει οι ίδιοι – ενώ είμαστε όρθιοι και υψώνουμε το ανάστημα και τη φωνή μας. Παρά αν λυγίζουμε συνέχεια τα γόνατα και σκύβουμε μονίμως το κεφάλι.

Η μελλοντική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη εναλλακτικών συμμαχιών – και την τυχών ανάδειξη ενός αντίστοιχου κοινωνικού ρεύματος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πέραν της δικής μας. Ο καλύτερος τρόπος να πνιγεί η πολιτική του είναι να πνιγούν τα ίδια τα κινήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο – ή να μη τους επιτραπεί καν να αναδειχτούν, στο όνομα της “ανυπαρξίας εναλλακτικής πολιτικής”.






Και φυσικά τα κοινωνικά κινήματα ποτέ δεν ήταν υπόθεση ενός κόμματος, ή ενός πολιτικού (όσο και αν μιλάνε γι' αυτόν όλα τα “μοδάτα” Μέσα Ενημέρωσης, εξατομικεύοντας την πολιτική για άλλη μια φορά – ο λόγος για τον κύριο Βαρουφάκη). Το καλύτερο που θα μπορούσε να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το άνοιγμα ενός παραθύρου. Δεν μιλάμε για αλλαγή του κόσμου εδώ – μα η αρχή από μόνη της είναι σημαντική. Ο προορισμός δεν είναι άλλος από το πρόσωπο που η ίδια η Ευρώπη φρόντισε να λησμονήσει, σκλαβωμένη στις επιταγές των οικονομικών ελίτ: το κοινωνικό της πρόσωπο. Ο απώτερος στόχος πηγαίνει πολύ πέρα ενός κοινωνικού κράτους και καταλήγουμε στο πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχείρισης.

Μα χρειάζεται να γίνει η αρχή. Από κει και πέρα η συνέχεια επαφίεται στον κόσμο και τις συνεχείς διεκδικήσεις του – όχι στα κόμματα.

Δεν επιθυμώ να κάνω καμία πρόβλεψη για το μέλλον – τα πάντα είναι πιθανά. Μου αρκεί προς το παρόν να διαπιστώνω πως υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά και επιζητούν κάτι διαφορετικό. Μένει να δούμε και την πολιτική εφαρμογή του. Όσο αφορά τη συνέχεια... εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε.






Επίλογος. Σαν τα χιόνια.


Ήταν μια ιδιαίτερη μέρα, μια χιονισμένη μέρα. Και αν τις μικρές ώρες της νύχτας η διάθεση ήταν ποιητική... και αν το πρωινό η ατμόσφαιρα ήταν ντυμένη σε περίλαμπρο λευκό και ξέχειλη αναμνήσεις... το απόγευμα και το βράδυ το χιόνι είχε πια μετατραπεί σε πλήθος. Πλήθος που κατέκλυσε το Σύνταγμα και άλλες γωνιές της χώρας. Πλήθος που, κυριολεκτικά... το έστρωσε. Ένας κόσμος του οποίου η διαμαρτυρία και το μήνυμα είχαν μια απόχρωση χιονιού.

Και το χιόνι φάνταζε σαν αγγελιοφόρο, ερχόμενο απ' τις βόρειες χώρες της Ευρώπης, θέλοντας να ενημερωθεί άμεσα για τις εξελίξεις. Να πάρει μια γεύση τους, να στείλει ίσως το δικό του μήνυμα – πως η Ευρώπη είναι εδώ, η καρδιά της χτυπάει στα λημέρια μας. “Την πιο κρύα μέρα του χρόνου βρήκαν να κάνουν τη συγκέντρωση”, είπε ένας μες' στο πλήθος... Μάλλον δεν ήταν τυχαίο τελικά.

Και αν το χιόνι λιώσει... (γιατί πάντα λιώνει, αργά ή γρήγορα). Ε, κάποια στιγμη, μελλοντικά, θα ρίξει πάλι. Να είστε σίγουροι γι' αυτό.




24 Μαΐου 2014

Οι μικρές, καθημερινές μας πτήσεις





Κάποιες μέρες ξημερώνει, έχεις όλο το χρόνο στη διάθεση σου και θες να βγεις να περπατήσεις... Όχι να πας για καφέ, ή να ψωνίσεις, ή να δεις κάποιο φίλο, ή οτιδήποτε. Να κάνεις τη βόλτα σου, μόνος.

Κατεβαίνεις κέντρο, περπατάς, γυρνάς Μοναστηράκι, Πλάκα... παρατηρείς τον κόσμο, αφήνεσαι στους ήχους, τα χρώματα, την κίνηση των περαστικών. Ο ήλιος ζεστός, νωχελικός, σε λούζει με φιλόξενες ακτίνες. Βάζεις μουσική στ' ακουστικά και πιάνεις τον εαυτό σου να γίνεται όλο και περισσότερο ελαφρύς. Τα πόδια σου, ανεπαίσθητα, σταδιακά, φαίνεται να χάνουν την επαφή τους με το έδαφος.

Η μουσική - που αρχικά είχες σε χαμηλή ένταση, μα σταδιακά τη δυναμώνεις - σε παρασέρνει σε αέρινους λαβύρινθους φαντασιώσεων, χορού, ταξιδιού και έρωτα. Και συ υφαίνεις τα νήματα του ανέμου, πλάθοντας κάστρα μες στα σύννεφα.

Οι νότες και ο ήλιος σου γεννούν εικόνες, σκέψεις που εισχωρούν κάτω απ' το χαλί της πραγματικότητας, το σηκώνουν, τινάζουν παιχνιδιάρικα τη σκόνη και το στρέφουν από την ανάποδη. Αυτό που κοιτάζεις είναι η πραγματικότητα φιλτραρισμένη από το φανταστικό πέπλο που έχεις χτίσει - εσύ, παρέα με τον ήλιο και τις νότες. Ο κόσμος γύρω, πλήθος συνοδοιπόρων, στα δρομάκια, στα μαγαζιά, στο τρένο, φαντάζει όμορφος στα μάτια σου. Εκείνος ο τύπος που περνάει από κοντά σου... Θες να του πεις ένα "κόλλα το ρε φίλε". Εκείνη η κοπέλα που κάθεται απέναντι σου - την παρατηρείς και θες να την πλησιάσεις και να της πεις πόσο όμορφη τη βρίσκεις. Αυτό μόνο και να φύγεις. Ο έρωτας σε κατακλύζει, και εκείνος δε γνωρίζει πρόσωπο, βρίσκεται παντού - η μία κοπέλα δίνει τη θέση της στην άλλη, μετά στην άλλη. Νιώθεις σα τον Πάνα, γυρίζοντας στα δάση, δυνατός, αγνός και πρόστυχος συνάμα, ενώ σε περιτριγυρίζουνε οι Νύμφες.

Αισθάνεσαι πως αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος, ο μόνος δυνατός, πως η ουτοπία είναι εδώ, η επανάσταση πέτυχε, η φύση είναι παντού και το παρόν απολαμβάνει τον εαυτό του, χωρίς να ζητά λογαριασμό από το μέλλον, χωρίς να ντρέπεται το παρελθόν.

Έχεις γίνει ένα αερόστατο και ίπτασαι. Και οι άνθρωποι φαντάζουν σα μυρμήγκια, ενδιαφέροντες, και οι πολιτείες τους χαριτωμένες. Μέθυσες, μα ουσία σου υπήρξε ο ήλιος, η μουσική και τα όμορφα πρόσωπα του πλήθους.

Κάθε μεθύσι όμως κάποια στιγμή τελειώνει. Πεταμένα φέιγ βολάν στο πεζοδρόμιο με διαφημιστικά χαμόγελα πολιτικών. Ψηφίστε εμένα για να γίνει καλύτερος ο κόσμος. Σκυθρωπά πρόσωπα, που για κάποιο λόγο πριν δεν έβλεπες. Μια χαραμάδα μέσα σου, από την οποία εισχωρούν σκέψεις δυσάρεστες. Μια μορφή στο τρένο, που σου θύμισε μια φιλία που τώρα δεν υπάρχει. Υποχρεώσεις. Αβεβαιότητα. Ο χρόνος που κυλάει. Ένα τσίμπημα άγχους.

Το αερόστατο προσγειώθηκε στο έδαφος. Η μουσική δε σε μεθάει πια, ο ήλιος φαντάζει φορτικός. Η φαντασία ανήκει στη σφαίρα τ' ουρανού, η πραγματικότητα είναι άλλη. Αποζητάς την ησυχία του σπιτιού σου. Καιρός να περπατήσεις στα δυο σου πόδια πάλι.

Κι όμως. Το αερόστατο είναι ακόμα εκεί, σε περιμένει.

Και γνωρίζεις πως κάποια στιγμή, σύντομα, θα το επαναλάβεις. Εσύ, η μουσική και ο ήλιος. Γιατί είναι αυτές ακριβώς, οι μικροσκοπικές, φευγάτες πτήσεις, που καθιστούν το βάδισμα της καθημερινότητας μας ελαφρύτερο...