Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Απριλίου 2019

Η θνητή, λαβωμένη ομορφιά σου


Τερατόμορφο άγαλμα Γκαργκόιλ στην Παναγία των Παρισίων / Gargoyle on top of Notre Dame, in Paris




Κάθε πληγή σε ένα μεγάλο έργο τέχνης μοιάζει με πληγή στο πρόσωπο της αθανασίας μας. Δεν αναφέρομαι στην ατομική αθανασία, όχι. Αναφέρομαι σε εκείνη τη μία και μόνη αθανασία στην οποία μπορούμε βάσιμα να προσδοκούμε, σαν ανθρώπινο είδος: εκείνη των έργων του ανθρώπινου δημιουργικού πνεύματος. Εκείνα που κατορθώνουν να μας ενώσουν, παρά τις διαφορές μας· εκείνα για τα οποία μπορούμε να λέμε «να κάτι για το οποίο είμαστε πραγματικά υπερήφανοι».

Φαντάζομαι τον Κουασιμόδο, καταμεσής στα ερείπια του γοτθικού καμπαναριού, κρυμμένος πάντα από τα βλέμματα του κόσμου, τυλιγμένος στο πέπλο της σκόνης και της κάπνας, να κρατάει με τρυφερότητα κάποια καμένα απομεινάρια και να τους ψιθυρίζει. Και τα λόγια του είναι λόγια αγάπης. Μόνο αυτός γνωρίζει κάθε πέτρα, κάθε χαραμάδα, κάθε δοκάρι αυτής της εκκλησίας με το όνομά τους. Γιατί κανένας άλλος δεν αγάπησε τόσο το κρυστάλλινο τραγούδι των καμπάνων της Παναγίας των Παρισίων, όσο εκείνος. Τα όμορφα θνητά πρόσωπα δεν ανταπέδωσαν τον έρωτά του. Οι καμπάνες όμως ήταν πάντα εκεί γι’ αυτόν.

Μα στα δάκρυα του Κουασιμόδου υπάρχει κι ένα στρεβλό χαμόγελο. Τον βλέπω να θωπεύει τρυφερά τις μαύρες, σαν κάρβουνο πέτρες, και να λέει με σιγανή φωνή:

«Τώρα σε αγαπώ ακόμα πιο πολύ! Τώρα μου μοιάζεις περισσότερο! Παραμορφωμένη και γερμένη και θνητή σαν εμένα… Όχι, δεν θα στρέψω το βλέμμα μου από σένα – όχι τώρα! Θα σε αγαπήσω παράφορα, όπως αγαπώ την αράχνη και την τσουκνίδα· όπως έχω αγαπήσει τον ήχο της σκουριασμένης σου καμπάνας, ακόμα και στις παράφωνές του νότες – ειδικά στις παράφωνές του νότες! Είσαι πάντα όμορφη στα μάτια μου. Και σκόνη να γινόσουν, το ίδιο τρυφερά θα σ’ αγαπούσα. Ας μην είσαι αιώνια. Η αγάπη μου για σένα είναι αιώνια – όση αξία και αν έχει αυτό που σου λέω, εγώ, που ήρθα για να φύγω.

»Όμορφή μου, εσύ. Γλυκιά, παντοτινή, λαβωμένη ομορφιά μου.»


***


Υστερόγραφο. Ένα αφιέρωμα στο λογοτεχνικό έργο που μας έκανε να αγαπήσουμε τη Notre Dame: Ο Αντίλαλος της Παναγίας των Παρισίων (κλικ), του Βίκτωρ Ουγκώ.

Το φονικό κουνέλι, Απρίλης του 19

1 Απριλίου 2019

Ο χορός της Άνοιξης


Άνοιξη, πίνακας του Κλωντ Μονέ - Claude Monet, Springtime painting, 1886




"Απρίλη ψεύτη, χάνομαι, στα ψεύτικα όνειρά σου…", λένε οι Κατσιμιχαίοι στον «Κόκκινο Χορό» τους. Απρίλης. Ο μήνας που σηματοδοτεί το επίσημο λάκτισμα του τραγουδιού της άνοιξης. Ποια είναι η Άνοιξη; Εκείνη η νεαρή γυναίκα, που τόσοι έχουν ποθήσει και τόσοι έχουν ερωτευτεί. Η πιο ποθητή και εκστατική απ’ τις γυναίκες. Μια ανθοφορούσα κοπέλα με διάφανο πέπλο, που χορεύει μπρος στα ορθάνοιχτα μάτια σου, κι εσύ απομένεις να χαζεύεις σαν υπνωτισμένος, έτοιμος να παραδώσεις σώμα και ψυχή στα ατελείωτα κάλλη της.

Ναι, είσαι όμορφη, Άνοιξη. Κανείς δεν το αρνείται. Μα φέρεις πάντα μαζί σου ένα καλάθι ξέχειλο υποσχέσεις. Και αυτές τις υποσχέσεις σου είναι που αδυνατώ ν’ αποδεχτώ. Γιατί πάντα ξεχειλίζουν – και το δικό μας ποτήρι, αλίμονο, δεν χωρά παρά μια στάλα απ’ τον χυμό τους. Ο περισσότερος πέφτει κάτω, γονιμοποιεί το έδαφος, το χώμα, τα δέντρα – όχι εμάς τους ίδιους.

Δεν φταις εσύ. Το ποτήρι μας απλά δεν σε χωρά. Το δικό μας τραγούδι φέρει κάτι από τη νοσταλγία του φθινοπώρου. Και ο χορός μας, όσο ελαφροπάτητος και αν πασχίζουμε να είναι, αντηχεί ενίοτε σαν το βαρύ πάτημα του χειμώνα.

Όσο και αν σε θαυμάζω, Άνοιξη, άλλο τόσο πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει πίσω από τις υποσχέσεις σου – και μοιάζω με κυνηγό σπάνιων πεταλούδων, τρέχοντας ξωπίσω τους σαν ανόητος, μα αδυνατώντας να τις πιάσω.

Μπορώ να σ’ ερωτεύομαι, Άνοιξη. Μα δεν ξέρω πως να σ’ αγαπώ. Κι αυτό γιατί υπόσχεσαι πολλά – πάρα πολλά. Και αν χορέψω τον χορό σου, μάλλον λαβωμένος θα βγω στο τέλος. Εσύ θα συνεχίσεις να τινάζεις το αέρινο κορμί σου – κι εγώ θα σε κοιτάζω σαν ηλίθιος, βαριανασαίνοντας, αδυνατώντας να συγχρονιστώ μαζί σου. Έχει συμβεί τόσες φορές.

Τα φιλαράκια σου, απ’ την άλλη… το παρεξηγημένο Φθινόπωρο και ο σκυθρωπός Χειμώνας… δεν υπόσχονται πολλά. Έρχονται κρατώντας μικρό καλάθι. Και αδυνατούν να χορέψουν σαν εσένα. Μα γι’ αυτό τα αγαπώ – επειδή ακριβώς δεν υπόσχονται τίποτα. Δεν με τυφλώνουν με τα κάλλη τους. Δεν με γεμίζουν προσδοκίες. Η ομορφιά τους μοιάζει με εκείνη των σιγανών ρευμάτων που αργοκυλούν δίχως να κάνουν θόρυβο. Διακριτικά και ήσυχα, φέροντας όχι εκτυφλωτικά κόκκινα και πράσινα, μα απαλά χρώματα της γης και του αέρα.

Όσο αφορά το καλοκαίρι… επέτρεψέ μου να το αφήσω στην άκρη. Πολύ σαματατζίδικο, πολύ επιδειξιομανές. Εσύ χορεύεις και ο κόσμος γύρω σου ομορφαίνει. Το καλοκαίρι, από την άλλη, χορεύει ίσα για να τον βλέπουν οι άλλοι να χορεύει. Αυτή είναι η διαφορά σας.

Αυτά είχα να σου, όμορφη και απατηλή μου Άνοιξη. Συνέχισε τον εκστατικό και υπέροχο χορό σου… μα αν κάποιες φορές στρέφω πέρα και μακριά το βλέμμα μου - ελπίζω να με κατανοήσεις.



5 Μαρτίου 2019

Ερωτευμένος με μια Εταίρα... του Αλεξάνδρου Δουμά (υιού)





Δύο αποσπάσματα από την «Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού




«Τίποτα δεν ταιριάζει περισσότερο στη γυναίκα που αγαπάς, όσο ο γαλάζιος ουρανός, τα ονόματα των λουλουδιών, ο δροσερός αέρας, η αστραφτερή μοναξιά του αγρού ή του δάσους. Μ’ όση δύναμη κι αν αγαπάς μια γυναίκα, όση εμπιστοσύνη κι αν της έχεις, όση βεβαιότητα για το μέλλον και να σου δίνει το παρελθόν της, ζηλεύεις πάντα, λιγότερο ή περισσότερο. Αν υπήρξατε ερωτευμένος, κι ερωτευμένος στ’ αλήθεια, πρέπει να έχετε δοκιμάσει αυτή την ανάγκη ν’ απομονώσετε από τον κόσμο το πλάσμα που μέσα σ’ αυτό θέλετε να ζήσετε ολόκληρος. Φαίνεται ότι η γυναίκα που αγαπάς, όσο αδιάφορη κι αν είναι για ένα περιβάλλον, χάνει από το άρωμα και τη μοναδικότητά της όταν βρίσκεται ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα και πράγματα.

Όλα αυτά τα ένοιωθα πολύ περισσότερο από κάθε άλλον. Ο έρωτάς μου δεν ήταν ένας κοινός έρωτας. Ήμουν ερωτευμένος όσο μπορεί να είναι ένα κοινό πλάσμα, αλλά με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Μπορούσα, δηλαδή, σε κάθε βήμα μου στο Παρίσι να σκουντήσω έναν άντρα που υπήρξε εραστής αυτής της γυναίκας ή που θα ήταν την επομένη.

Στην εξοχή, ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τους είχαμε δει και που δεν νοιάζονταν για μας, μέσα στη φύση την καταστόλιστη με την άνοιξή της, σ' αυτό το ετήσιο προσκύνημα, και μακριά από τον θόρυβο της πολιτείας, μπορούσα να προστατέψω τον έρωτά μου και ν' αγαπώ χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο. […]


Να σ' αγαπήσει μια κοπέλα αγνή, να της μάθεις πρώτος εσύ αυτό το παρθένο μυστήριο του έρωτα, είναι βέβαια μεγάλη ευτυχία, αλλά και το απλούστερο πράγμα. Να κατακτήσεις μια καρδιά άμαθη στις επιθέσεις, είναι σα να μπαίνεις σε μια πόλη αφύλαχτη και χωρίς φρουρά. Η αγωγή, το αίσθημα του καθήκοντος και η οικογένεια είναι πολύ ισχυροί φρουροί, αλλά δεν υπάρχουν φρουροί τόσο άγρυπνοι που να μη τους ξεγελάει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, στο οποίο η φύση, με τη φωνή του άντρα που αγαπάει, δίνει αυτές τις πρώτες ερωτικές συμβουλές, που είναι τόσο πιο φλογερές όσο πιο αγνές φαίνονται.

Όσο περισσότερο η νέα πιστεύει στο καλό, τόσο πιο εύκολα εγκαταλείπεται, αν όχι στον εραστή, τουλάχιστο στον έρωτα, γιατί καθώς δεν έχει δυσπιστία, είναι και χωρίς δύναμη• ν' αγαπηθείς από αυτήν είναι θρίαμβος που θα μπορέσει να τον έχει, αν το θελήσει, κάθε άντρας είκοσι πέντε χρονών. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, ώστε βλέπετε πως περιβάλλουν τις νέες κοπέλες με επίβλεψη και φραγμούς. Τα μοναστήρια δεν έχουν τοίχους αρκετά ψηλούς, οι μητέρες τόσο απαραβίαστες κλειδαριές, η θρησκεία τόσο αδιάκοπες και βαριές υποχρεώσεις για να κλείσουν όλ’ αυτά τα χαριτωμένα πουλιά στο κλουβί χωρίς να ρίξουν σ' αυτό ούτε ένα λουλούδι. Έτσι, επειδή οφείλουν να επιθυμούν τον κόσμο που τους κρύβουν, επειδή υποχρεώνονται να πιστεύουν ότι είναι γεμάτος προκλήσεις, επειδή αναγκάζονται ν' ακούσουν την πρώτη φωνή που έρχεται, ανάμεσα από τα κάγκελα, να τους διηγηθεί μυστικά, νοιώθουν ότι πρέπει να ευχαριστήσουν αυτό το χέρι που σηκώνει πρώτο μια γωνιά από τον μυστηριώδη πέπλο.

Αλλά ν’ αγαπηθείς από μια εταίρα είναι μια νίκη πολύ και αλλιώτικα δύσκολη. Σ’ αυτές, το σώμα έφθειρε την ψυχή, οι αισθήσεις έκαψαν την καρδιά, η αμαρτία θωράκισε σκληρά τα αισθήματα. Τα λόγια που τους λες τα ξέρουν από πολύ καιρό, τα μέσα που χρησιμοποιείς τα γνωρίζουν καλά κι ακόμα έχουν πουλήσει τον έρωτα που εμπνέουν. Αγαπούν από επάγγελμα, κι όχι από έξαρση. Ο υπολογισμός τους τις προφυλάσσει πολύ πιο σίγουρα παρά μια παρθένα η μητέρα της ή το μοναστήρι.

Έτσι επινόησαν τη λέξη καπρίτσιο γι’ αυτούς τους δίχως συναλλαγή έρωτες που τους έχουν πότε πότε σαν ανάπαυση, σαν δικαιολογία και σαν παρηγοριά. Όμοια με τους τοκογλύφους που απογυμνώνουν χίλιους ανθρώπους και πιστεύουν ότι τα αντισταθμίζουν όλα αν δώσουν μια μέρα, χωρίς τόκο και απόδειξη, είκοσι φράγκα σε κάποιο φτωχό διάβολο που πεθαίνει από την πείνα.

Κι ύστερα, όταν ο Θεός επιτρέψει τον έρωτα σε μια εταίρα, ο έρωτας αυτός, που μοιάζει στην αρχή σα συγγνώμη, γίνεται γι' αυτήν, σχεδόν πάντα, μια τιμωρία. Δεν υπάρχει συγχώρεση χωρίς μετάνοια. Όταν ένα πλάσμα που κατακρίνει τον εαυτό του για όλο του το παρελθόν, αισθάνεται ξαφνικά να είναι ερωτευμένο, βαθιά, ειλικρινά, ακατάσχετα, ενώ πίστευε ότι ποτέ δεν ήταν άξιο για κάτι τέτοιο, όταν ομολογεί αυτόν τον έρωτα, πόσο εξουσιάζεται από τον άντρα που αγάπησε! Πόσο δυνατός νοιώθει με το σκληρό αυτό δικαίωμα για να της πει: «Δεν νοιάζεσαι περισσότερο για τον έρωτα, παρά μόνο για το χρήμα».



*** 






Τα αποσπάσματα από το κλασικό έργο του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού, «Η Κυρία με τις Καμέλιες» [Alexandre Dumas, fils, “La Dame aux Camélias”], το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1848. Ένα βιβλίο που έμεινε ξακουστό από τις άφθονες θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές του – στα αγγλικά αποδίδονται με τον τίτλο: “Camille”.

Το θέμα του βιβλίου, εν μέρει αυτοβιογραφικό, πραγματεύεται τον έρωτα ενός νεαρού αστού για μια πόρνη πολυτελείας – τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που η κλασική λογοτεχνία πραγματευόταν ένα αντίστοιχο θέμα. Μένοντας στη Γαλλία, είχε προηγηθεί ο Μπαλζάκ με το “Splendeurs et misères des courtisanes” του 1838-47 και έμελλε να ακολουθήσουν ο Ζορίς-Καρλ Υσμάν [Joris-Karl Huysmans] με το “Marthe” το 1876 και ο Εμίλ Ζολά με τη «Νανά» το 1880.

Ο Δουμάς προσέδωσε μια περισσότερο συναισθηματική, θα λέγαμε, οπτική ματιά στο θέμα. Ο έρωτας του πρωταγωνιστή με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ είναι ένας εύθραυστος έρωτας, έτοιμος να ραγίσει στο παραμικρό. Η Μαργαρίτα απέχει όσο η μέρα με τη νύχτα από τη σκληροπυρηνική εικόνα της πόρνης που έμελλε να μας μεταδώσει 30 χρόνια μετά ο Ζολά. Είναι μια λεπτή και ασθενική φύση, μπλεγμένη μεταξύ εξιδανίκευσης και αλήθειας, φέροντας ακόμα τον απόηχο του Ρομαντισμού, ερωτεύσιμη μα αδύναμη να δραπετεύσει από μια πραγματικότητα που την παγιδεύει στους κόλπους της.

Η μετάφραση είναι του Α. Φραγκιά. Η εισαγωγική εικονογράφηση (που βλέπουμε σε δύο εκδοχές) ανήκει στον Alphonse Mucha και διαχέεται έντονα από το στυλ της Αρ Νουβό: βρισκόμαστε στο έτος 1896 και στον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Κυρίας με τις Καμέλιες» δεν είναι άλλη από την περίφημη Σάρα Μπερνάρ. Η δεύτερη εικονογράφηση είναι του Emile Βerchmans και χρονολογείται από το 1900.

Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτης του 19.


18 Ιανουαρίου 2019

Ο έρωτας του Δον Κιχώτη


Ο έρωτας του Δον Κιχώτη για τη Δουλτσινέα σε παλιά εικονογράφηση διαφήμισης / Don Quixote and Dulcinea, liebig ad illustration




Ένα απόσπασμα από τον "Δον Κιχώτη" και ένα σχόλιο για τον έρωτα, τη φαντασία και την τρέλα




«Στο ερωτικό γράμμα, Σάντσο, θα βάλεις για υπογραφή: “Δικός σας ως το Θάνατο, ο Ιππότης της Ελεεινής Μορφής”• και δεν έχει σημασία που θα 'ναι γραμμένο με άλλο χέρι, γιατί, αν θυμάμαι καλά, η Δουλτσινέα δεν ξέρει ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει, και δεν έχει δει στη ζωή της άλλη γραφή ή γράμμα από μένα, αφού οι έρωτές μας ήταν πάντα πλατωνικοί και δεν έφταναν μακρύτερα από ένα σεμνό βλέμμα. Μα κι αυτό ακόμα, σε τόσο αραιά διαστήματα, που θα τολμούσα να ορκιστώ με σιγουριά ότι στα δώδεκα χρόνια που την αγαπώ περισσότερο κι απ' το φως των ματιών μου, που θα τα φάει μια μέρα το χώμα, δεν την έχω δει πάνω από τέσσερις φορές• επίσης, ίσως κι εκείνη να μη με παρατήρησε ούτε μια απ' τις τέσσερις φορές που την κοίταξα — με τέτοια φροντίδα και περιορισμούς την έχει αναθρέψει ο πατέρας της ο Λορέντσο Κορτσουέλο και η μητέρα της η Αλδόνθα Νογάλες».

«Μπα!» έκανε ο Σάντσο. «Τι! Η κόρη του Λορέντσο Κορτσουέλο είναι η σενιόρα Δουλτσινέα απ' το Τοβόσο, που αλλιώς ονομάζεται Αλδόνθα Λορέντσο;»

«Αυτή είναι» είπε ο Δον Κιχώτης, «και αξίζει να είναι κυρία όλου του κόσμου».

«Τη γνωρίζω καλά» είπε ο Σάντσο, «και μπορώ να πω πως ρίχνει το ραβδί εξίσου καλά με το πιο ρωμαλέο παλικάρι του χωριού. Να πάρει η οργή, είναι κοπέλα με τσαγανό, καλοφτιαγμένη και στητή, και με τρίχες στην κοιλιά• αυτή μπορεί να ζυμώσει σαν ψωμί όποιον πλανόδιο ιππότη την πάρει για αφέντρα. Ω γιε της πουτάνας, τι λαρύγγι είν' αυτό και τι φωνή! Σας διαβεβαιώ ότι ανέβηκε μια μέρα στο καμπαναριό του χωριού για να φωνάξει κάτι παραγιούς που ήταν σ' ένα άσπαρτο χωράφι του πατέρα της, και μολονότι βρίσκονταν δυο χιλιόμετρα μακριά από κει, την άκουσαν τόσο καθαρά, όσο θα την άκουγαν και στην πόρτα του καμπαναριού. […]

«Σου το 'χω πει πολλές φορές, Σάντσο» είπε ο Δον Κιχώτης, «είσαι μεγάλος φαφλατάς, και μόλο που το μυαλό σου είναι χοντρό, μερικές φορές τα ψιλολογάς πολύ. Όμως για να δεις πόσο ανόητος είσαι εσύ και πόσο στοχαστικός εγώ, θέλω ν' ακούσεις μια μικρή ιστορία που θα σου πω.

» Μάθε λοιπόν πως μια όμορφη χήρα, νέα, ζωηρή, πλούσια, και προπαντός υπερβολικά θαρρετή, ερωτεύτηκε έναν δόκιμο καλόγερο, κοντό, χοντρό και τετράγωνο – το 'μαθε ο πρεσβύτερός του, και μια μέρα, είπε στην καλή χήρα, μαλώνοντάς την κάπως σαν αδελφός: “Παραξενεύομαι, κυρία, κι όχι αδικαιολόγητα, πως μια κυρία τέτοιας ποιότητας, τόσο όμορφη και τόσο πλούσια σαν εσάς, πήγε κι ερωτεύτηκε έναν άνθρωπο τόσο ποταπό, τόσο αγροίκο και ηλίθιο σαν αυτόν, σαν να μην υπήρχαν εδώ μέσα τόσοι σπουδαγμένοι, διπλωματούχοι και θεολόγοι, που θα μπορούσατε να τους ξεδιαλέξετε σαν τα αχλάδια και να πείτε: “θέλω αυτόν, όχι εκείνον”. Εκείνη όμως του απάντησε χωρίς ιδιαίτερη ευπρέπεια, αλλά με πολύ κέφι: “Κύριε, κάνετε μεγάλο λάθος, και σκέφτεστε παλιομοδίτικα αν νομίζετε ότι έκανα άσχημα που διάλεξα έναν τέτοιο, όσο ηλίθιος κι αν σας φαίνεται• γι' αυτό που τον θέλω, ξέρει τα ίδια με τον Αριστοτέλη, και περισσότερα”.

» Έτσι λοιπόν, Σάντσο, για την αγάπη με την οποία αγαπώ τη Δουλτσινέα απ' το Τοβόσο, αξίζει όσο και η μεγαλύτερη αρχόντισσα της γης. Μήπως νομίζεις ότι οι ποιητές που εγκωμιάζουν κυράδες με ονόματα υποθετικά, που τα επινοούν κατά τα γούστα τους, τις έχουν κιόλας και στο χέρι τους; Όχι. Νομίζεις ότι οι Αμαρυλλίδες, οι Φυλλίδες, οι Σιλβίες, οι Αρτέμιδες, οι Γαλάτειες και άλλες παρόμοιες, που απ' αυτές είναι γεμάτα τα βιβλία, οι ρομάντσες, τα μπαρμπέρικα και τα θέατρα, ήταν αληθινές γυναίκες με σάρκα και οστά, και άνηκαν σ' εκείνους που τις εξυμνούν και τις εξύμνησαν;

» Όχι βέβαια• οι περισσότεροι τις έπλασαν για να βρουν θέμα για τους στίχους τους, και για να τους εκτιμήσουν και να τους θεωρήσουν ερωτευμένους ή ικανούς να ερωτευτούν. Γι' αυτό κι εμένα μου αρκεί να σκέφτομαι και να πιστεύω ότι η καλή Αλδόνθα Λορέντσo είναι ωραία και σεμνή• κι όσο για τη γενιά της, ελάχιστα μας νοιάζει, γιατί δε θα πάει κανείς να της δώσει χρίσμα ή ιπποτικό περιδέραιο• για μένα είναι η καλύτερη αρχόντισσα του κόσμου, επειδή εγώ το θέλω.

» Πρέπει να ξέρεις, Σάντσο, αν δεν το ξέρεις, πως δυο πράγματα προκαλούν περισσότερο τον έρωτα: η μεγάλη ομορφιά και η καλή φήμη. Και τα δυο τα έχει στον ύψιστο βαθμό η Δουλτσινέα — στην ομορφιά δεν έχει ταίρι, και στην καλή φήμη λίγες την πλησιάζουν. Κοντολογίς, φαντάζομαι πως όλα είναι έτσι όπως τα λέω, τίποτε παραπάνω και τίποτε παρακάτω. Την παριστάνω στη φαντασία μου έτσι όπως τη θέλω, τόσο στην ομορφιά όσο και στην ποιότητα: η Ελένη η ίδια δεν την πλησιάζει, η Λουκρητία δεν τη φτάνει, ούτε καμιά άλλη απ' τις μεγάλες κυρίες του παρελθόντος, Ελληνίδα, βάρβαρη ή Λατίνα. Κι ας πει ο καθένας ό,τι θέλει. Αν με κακολογήσουν οι αδαείς, δε θα με τιμωρήσουν οι σωστοί άνθρωποι».

«Λέω πως έχετε δίκιο παντού και σ' όλα» απάντησε ο Σάντσο, «και πως είμαι γάιδαρος• μα γιατί βάζω το όνομα του γαϊδάρου στο στόμα μου, αφού στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί; Δώστε μου λοιπόν τώρα το γράμμα, και αντίο, φεύγω».



Επίμετρο. Ο Δον Κιχώτης και ο έρωτας




Οι ποιητές συχνά έχουν παρομοιάσει τον έρωτα με την τρέλα• όταν η φαντασία (αυτό το τόσο ανθρώπινο χαρακτηριστικό) απαγκιστρώνεται γερά από τα σύννεφα και τις ομίχλες που την περιβάλλουν και, τινάσσοντας τα πόδια της στον αέρα, ελπίζει πως θα πετάξει μέσα τους, σμίγοντας με τις νεφέλες τ’ ουρανού. Επιλογές δίχως λογική, συσκότιση της σκέψης, παραπλάνηση των αισθήσεων, ανόητες κρίσεις, αφελείς προσδοκίες – ένα υποκειμενικό παραμύθιασμα που μοιάζει με τη διαδικασία του ονείρου, ως προς τους πλασματικούς κόσμους που κατασκευάζει προς τέρψιν της ψυχής.

Έλα όμως που στο παραμύθιασμα αυτό μπορεί κάποιος να πιει, γουλιά γουλιά, το νέκταρ της ζωής. Οι γύρω του ίσως απορήσουν: θα τον δουν να κρέμεται πάνω από μια πηγή με βαλτόνερα και να έχει πέσει με τα μούτρα μέσα της σαν αγριογούρουνο στις λάσπες – μα εκείνος πείθει τον εαυτό του πως βουτάει στη ζεστή αγκαλιά των θεών και γεύεται το εκλεκτότερο έδεσμα του κόσμου.

Τι τα θες! Δεν έχει λογική ο έρωτας. Πρόκειται για μια αέναη απόδραση από κάθε τι στέρεο, τετράγωνο και υπολογισμένο. Ίσως σε αυτό να οφείλεται η ακατανίκητή του δύναμη: στο θραύσμα κάθε τετραγωνισμού, στη φυγή προς το παράλογο που είναι η ελευθερία και η ζωή η ίδια πέρα από καλούπια.

Και αν κάποια στιγμή φας τα μούτρα σου, ή αν σου αποκαλυφθεί το μέγεθος της πλάνης σου – ε, τουλάχιστον θα λες πως έκανες μια ωραία πτήση.

Κανένα άλλο πρόσωπο στην ιστορία της λογοτεχνίας δεν φέρει τόσο αρμονικά αυτό το συνταίριασμα της φαντασμένης πλάνης και του ιδανικού, όσο ο φημισμένος ήρωας του Μιγκέλ ντε Θερβάντες – ο Δον Κιχώτης από τη Μάντσα [“El ingenioso hidalgo Don Quixote de la Mancha”]. Μα στο απόσπασμα που διαβάσατε ο Δον Κιχώτης, απευθυνόμενος στον Σάντσο και ζητώντας του να παραδώσει ένα ερωτικό γράμμα στην εκλεκτή της καρδιάς του, Δουλτσινέα, αποκαλύπτει το πνευματικό βάθος που δεσπόζει πίσω από την τρέλα του. Ο Δον Κιχώτης ΓΝΩΡΙΖΕΙ πως η Δουλτσινέα κάθε άλλο παρά αρχοντική και όμορφη είναι: δεν είναι παρά μια χοντροκομμένη χωριάτισσα, «κοπέλα με τσαγανό», όπως αναφωνεί ο Σάντσο, με βροντερή αγριοφωνάρα, «καλοφτιαγμένη και στητή, και με τρίχες στην κοιλιά». Πρόκειται για μια γυναίκα που απέχει από το ιπποτικό ιδανικό όσο η μέρα με τη νύχτα.

Ο Δον Κιχώτης όμως αδιαφορεί γι’ αυτό. Σημασία για εκείνον δεν έχει η Δουλτσινέα όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά η Δουλτσινέα όπως την αναπαριστά στη φαντασία του: «για μένα είναι η καλύτερη αρχόντισσα του κόσμου, επειδή εγώ το θέλω». Τι σημασία έχουν οι γνώμες του κόσμου! Την αγαπώ ΕΠΕΙΔΗ είναι παράλογο. Στα μάτια μου αυτή, η άξεστη χωριάτισσα, είναι η ομορφότερη πριγκίπισσα.

Κάπως έτσι αποκαλύπτεται πως ο Δον Κιχώτης επιλέγει να βλέπει τον κόσμο όπως τον βλέπει – παραμορφωμένο από τις επιθυμίες και τη φαντασία του. Επιλέγει να τον βλέπει έτσι γιατί απλά, δίχως αυτήν την παραμόρφωση, ο κόσμος θα φάνταζε πολύ στεγνός και πεζός στα μάτια του – μάτια που ξεχειλίζουν ποίηση.

Τι είναι ο κόσμος, εξάλλου, πέρα και έξω από τις επιθυμίες και τα όνειρά μας; Πόσοι, άραγε, σήμερα, επιλέγουν να ξεστρατίσουν από τις κυρίαρχες νόρμες και βλέπουν τον κόσμο με μάτια σαν αυτά; Πόσοι είναι ικανοί να χρωματίσουν την πραγματικότητα με τα χρώματα του ουράνιου τόξου – μετασχηματίζοντας έτσι την άποψη που έχουμε γι’ αυτήν;

Στους Δον Κιχώτες του κόσμου πολλοί θα βλέπουν πάντα ένα μάτσο φαντασμένους που παλεύουν με αόρατους γίγαντες και τρώνε τα μούτρα τους. Κατά βάθος ίσως να συμφωνούμε μαζί τους – εμείς, οι «λογικοί» και οι «προσγειωμένοι». Εμείς που προσπαθούμε να δούμε τα πράγματα «αντικειμενικά». Εμείς που πασχίζουμε να δώσουμε τετράγωνες εξηγήσεις σε όλα. Εμείς που απορούμε με την τρέλα των ανθρώπων. Μα οι Δον Κιχώτες του κόσμου αδιαφορούν για την γνώμη των πολλών. Θυμούνται πως η φαντασία είναι σημαντικότερη από τη λογική. Έχουν πιάσει τον χορό και χορεύουν.

Ποιος ξέρει… ίσως κάποια στιγμή να τοποθετήσουμε κι εμείς τη λογική μας στην άκρη και να τους ζητήσουμε να μας μάθουν κάποια βήματα.


Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο του «Δον Κιχώτη», σε μετάφραση Δημήτρη Ρήσου. Πρώτη δημοσίευση το 1603. Για την ψηφιοποίηση του κειμένου και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης του 19.


Don Quixote and Sancho Panza by Jules David, 1887 / Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα σε εικονογράφηση του Jules David
Don Quixote and Sancho Panza by Jules David, 1887

25 Νοεμβρίου 2018

"Ελεονόρα"... ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε


Ελεονόρα - ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Η ψυχή σώζεται αν διατηρηθεί

με μια συγκεκριμένη μορφή»


Raymond Lully



«Βαστώ από γενιά διάσημη για τη δύναμη της φαντασίας της και τους φλογερούς της έρωτες. Οι άνθρωποι με είπαν τρελό, μα δεν έχει ακόμα λυθεί το ζήτημα, αν η τρέλα είναι ή δεν είναι η υπέρτατη νοημοσύνη, αν ένα μεγάλο μέρος απ' ό,τι είναι υπέροχο, αν ό,τι ανεξαίρετα είναι βαθυστόχαστο, δεν πηγάζει από μίαν αρρωστημένη διάνοια, από μια ιδιότυπη νοοτροπία, που έχει αναπτυχθεί εις βάρος της γενικής διανόησης. Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Στους θαμπούς οραματισμούς τους αποκαλύπτεται μπροστά τους μια φευγαλέα θέα της αιωνιότητας, κι αναρριγούν, ξυπνώντας, στην ιδέα πως είχαν βρεθεί στο χείλος του μεγάλου μυστικού. Στ' αρπαχτά, μαθαίνουν κάτι από τη σοφία, που είναι επ’ αγαθώ και περισσότερα από τις γνώσεις, που είναι επί κακώ. Εισδύουν, ωστόσο, δίχως τιμόνι και πυξίδα στον απέραντο ωκεανό του «άφατου φωτός» και, όπως στις περιπέτειες του γεωγράφου της Νουβίας, “agressi sunt mare tenebrarum quid in eo esset exploraturi”. [“πήγαν σε μια θάλασσα από ίσκιους με σκοπό να εξερευνήσουν ό,τι βρίσκονταν μέσα της].

Ας πούμε, λοιπόν, πως είμαι τρελός. Παραδέχομαι, τουλάχιστον, πως υπάρχουν δυο ξεχωριστές καταστάσεις της διανοητικής μου ζωής: η κατάσταση της διαύγειας του λογικού, που δεν αμφισβητείται, και που αφορά την ανάμνηση από γεγονότα που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου – και μια κατάσταση όλο ίσκιους και αμφιβολίες, που ανήκει στο παρόν και στη θύμηση των όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Για τούτο, ό,τι θα διηγηθώ από την πρώτη περίοδο, πιστέψετέ το• και σε ό,τι θ' αφηγηθώ από τα τελευταία χρόνια, δώστε όση πίστη θα σας φανεί πως ταιριάζει – ή αμφισβητήστε τα και ολότελα, ή, αν δεν μπορέσετε να τα αμφισβητήσετε, παίξτε το ρόλο του Οιδίποδα για να λύσετε το αίνιγμά τους.



Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. 



Αυτή που αγάπησα στα νιάτα μου, και που αυτήν αφορούν οι αναμνήσεις που γράφω τώρα με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μόνης αδελφής της μητέρας μου, πεθαμένης πριν πολλά χρόνια. Ελεονόρα ήταν το όνομα της εξαδέλφης μου. Ανέκαθεν κατοικούσαμε μαζί, κάτω από έναν ήλιο τροπικό, στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Κανένας δεν πάτησε ποτέ σ' αυτή την κοιλάδα δίχως οδηγό, γιατί βρισκότανε πολύ μακριά, ανάμεσα σε μια γιγάντια βουνοσειρά που τα φρύδια της την έζωναν από παντού, αποκλείοντας το φως του ήλιου από τα τρισχαριτωμένα βάθη της. Κανένας δρόμος δεν υπήρχε εκεί γύρω• και για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπίτι μας, έπρεπε να παραμερίσει με χίλια ζόρια τις φυλλωσιές από χιλιάδες δέντρα και να ποδοπατήσει θανατώνοντας εκατομμύρια μυριστικά λουλούδια. Έτσι, ζούσαμε ολομόναχοι, μην ξέροντας τίποτα από τον κόσμο που βρισκόταν έξω από την κοιλάδα – εγώ, η εξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές περιοχές πέρα από τα βουνά, στην ψηλότερη άκρη του κυκλωμένου μας βασιλείου, κυλούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι, πιο λαμπερό από καθετί εκτός από τα μάτια της Ελεονόρας – και φιδώνοντας σιωπηλά μ' ένα σωρό ελιγμούς, χανότανε τέλος μέσ' από μια ισκιερή ρεματιά, ανάμεσα σε λόφους ακόμα πιο ζοφερούς κι από τα βουνά απ' όπου ξεκινούσε. Το λέγαμε το «Ποτάμι της Σιωπής» • ήταν σαν η ροή του να επιδρούσε σιωπηλά. Κανένα ψιθύρισμα δεν έβγαινε από την κοίτη του, και τόσο ήρεμα κυλούσε, που τα σαν μαργαριτάρια βότσαλα που μας άρεσε να τα κοιτάζουμε στα βάθη του, δε σαλεύανε στο παραμικρό, ευχαριστημένα στην ακινησία τους, το καθένα στην παλιά του θέση, λαμποκοπώντας με μια αιώνια ομορφιά.

Οι όχθες του ποταμού και οι όχθες των ρυακιών, που γυαλοκοπούσανε λοξεύοντας από διάφορες διευθύνσεις και ξεχύνονταν στο ρέμα του, καθώς και τα τοιχώματα που κατέβαιναν από τις ακροποταμιές ως κάτω στην κοίτη με τα βότσαλα – όλα αυτά, όπως κι ολόκληρη η κοιλάδα που απλωνότανε απ' το ποτάμι ως τα βουνά που την έζωναν, ήταν στρωμένα μ' ένα χαλί από απαλή πράσινη χλόη, πυκνή, κοντή, απόλυτα ομαλή, που μύριζε βανίλια, αλλά τόσο ανθοσπαρμένη πέρα ως πέρα με κίτρινες νεραγκούλες, λευκές μαργαρίτες, μενεξεδιές βιολέτες και κόκκινους σαν το ρουμπίνι ασφόδελους, που η υπέροχη ομορφιά της μιλούσε αδιάκοπα στην καρδιά μας για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Και δώθε κείθε, πάνω στη χλόη, σαν απόκοσμα όνειρα, υψώνονταν δασάκια από κάτι δέντρα φαντασμαγορικά, που ψηλοί λεπτοί κορμοί τους δεν στέκονταν ολόισιοι, αλλά έγερναν με χάρη κατά το φως που έπεφτε το μεσημέρι στο κέντρο της κοιλάδας. Η φλούδα τους ήταν πιτσιλωτή, γυαλιστερή, με κουκίδες μαύρες σαν έβενος και ασημιές, πιο λεία από καθετί εκτός από το δέρμα της Ελεονόρας – έτσι που δίχως τα γυαλιστερά πράσινα πελώρια φύλλα τους, που απλώνονταν απ' τις κορφές τους σε μακριές τρεμουλιαστές γραμμές παιχνιδίζοντας με τις αύρες, θα τα φανταζότανε κανείς σαν γιγάντια φίδια της Συρίας που προσκυνούν τον αφέντη τους τον Ήλιο.

Δεκαπέντε χρόνια τριγυρνούσα σ' αυτή την κοιλάδα μαζί με την Ελεονόρα, με τα χέρια μας πλεγμένα, πριν φωλιάσει η αγάπη στις καρδιές μας. Ένα δειλινό – εκείνη έκλεινε τα δεκαπέντε χρόνια της ζωής της κι εγώ τα είκοσι – καθόμασταν αγκαλιασμένοι κάτω από τα φιδόδεντρα και κοιτάζαμε τις εικόνες μας μες στα νερά του Ποταμού της Σιωπής. Μείναμε σιωπηλοί όλο το υπόλοιπο διάστημα εκείνης της γλυκιάς μέρας• ακόμα και την άλλη μέρα τα λόγια μας ήταν τρεμουλιαστά και λίγα. Είχαμε ανασύρει το θεό Έρωτα μέσ' από κείνα τα νερά, και τώρα νιώθαμε πως είχε ανάψει μέσα μας τις φλογερές ψυχές των προγόνων μας. Το ερωτικό πάθος, που ήταν για αιώνες το ξεχωριστό γνώρισμα της γενιάς μας, χίμηξε μαζί με τις φαντασίες, που και γι' αυτές ξεχώριζε η γενιά μας, και φύσηξαν μαζί μια πνοή εξαίσιας ουράνιας ευτυχίας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Μια αλλαγή απλώθηκε πάνω σε όλα. Παράξενα ολόφωτα λουλούδια, που έμοιαζαν με αστέρια, ξεφύτρωσαν πάνω στα δέντρα, που ποτέ πρωτύτερα δεν είχανε ανθίσει. Το χρώμα του πράσινου χαλιού έγινε πιο βαθύ – και όταν, μία μία, μαράθηκαν οι άσπρες μαργαρίτες, ξεπετάχτηκαν στη θέση τους, δέκα δέκα μαζί, κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι. Και η ζωή μας φανερώθηκε• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο, άγνωστα ως τότε στην κοιλάδα, μαζί μ' ένα σωρό άλλα ζωηρόχρωμα πουλιά, ανέμιζαν καμαρωτά μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους. Χρυσαφιά και ασημένια ψάρια κολυμπούσαν στο ποτάμι, που είχε αρχίσει ν' αναδίνει σιγά σίγα ένα ψιθύρισμα, που έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. Κι ένα μεγάλο σύννεφο, που το βλέπαμε από καιρό στου Έσπερου τα μέρη, κύλησε από κει πέρα, χρυσοπόρφυρο, σταμάτησε γαλήνιο πάνωθέ μας, και άρχισε να κατεβαίνει, μέρα με τη μέρα, όλο πιο χαμηλά, ώσπου οι άκρες του κάθισαν πάνω στις βουνοκορφές, αλλάζοντας το σκοτάδιασμά τους σε παραδείσιο φως, και κλείνοντάς μας, λες μια για πάντα, σε μια μαγεμένη φυλακή μακαριότητας και ησυχίας.



έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. 



Η Ελεονόρα έμοιαζε με σεραφείμ στην ομορφιά – μα ήταν ένα κοριτσόπουλο απονήρευτο κι αθώο όσο κι η σύντομη ζωή που είχε περάσει μέσα στα λουλούδια. Δεν προσπαθούσε με καμώματα να κρύψει τη θέρμη της αγάπης που φλόγιζε την καρδιά της, την ερευνούσε μαζί μου ως τα τρίσβαθα, έτσι που τριγυρνούσαμε οι δυο μας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης και μιλούσαμε για τις μεγάλες μεταβολές, που είχαν γίνει εκεί μέσα τον τελευταίο καιρό.



Εικονογράφηση του Arthur Rackham [1935] για την "Eleonora" του Edgar Allan Poe
Illustration: Arthur Rackham



Μια μέρα μου μίλησε με δάκρυα στα μάτια για την τελευταία οικτρή μεταβολή που έλαχε στη μοίρα του ανθρώπου, και από τότε δεν παρατούσε αυτό το θλιβερό θέμα, παρεμβάλλοντας το σε όλες μας τις συνομιλίες, όπως στα τραγούδια του βάρδου του Σιράζ ξανάρχονται οι ίδιες εικόνες κάθε τόσο, σε κάθε παραλλαγή του στίχου.

Είχε καταλάβει πως την είχε αγγίξει το δάχτυλο του θανάτου – πως, όπως το εφήμερον, η πεταλουδίτσα, είχε πλαστεί με τέλεια ομορφιά, με μόνο προορισμό το θάνατο. Αλλά ο φόβος του τάφου είχε γι’ αυτήν μιαν όψη μονάχα, που μου την αποκάλυψε ένα βράδυ, με το σούρουπο, κοντά στις όχθες του Ποταμού της Σιωπής. Θλιβότανε στη σκέψη πως όταν πια θα την έθαβα στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης, θα ‘φευγα για πάντα από την ευτυχισμένη μας κοιλάδα και θα χάριζα την αγάπη μου, που ήταν τώρα με τόσο πάθος και τόσο αποκλειστικά δική της, σε κάποια κοπέλα του εξωτερικού συνηθισμένου κόσμου. Και κάθε τόσο ριχνόμουνα στα πόδια της Ελεονόρας και ορκιζόμουνα σ' εκείνη και στους Ουρανούς πως ποτέ δεν επρόκειτο να παντρευτώ κάποια θυγατέρα της γης – πως ποτέ δε θα πρόδινα την αγαπημένη θύμησή της, τη θύμηση της αφοσιωμένης της αγάπης, που ήταν για μένα μια ευλογία. Κι έκανα επίκληση στον Κραταιό Άρχοντα του Σύμπαντος να παρασταθεί μάρτυρας για την επισημότητα του όρκου μου. Και η κατάρα, που επικαλέστηκα – τόσο Εκείνου όσο κι εκείνης, που ήταν μια άγια των Ηλυσίων Πεδίων – αν πρόδινα τον όρκο μου, συνεπαγότανε για μένα μια τιμωρία, που η ανατριχιαστική της φρίκη δεν μου επιτρέπει να την αναφέρω.

Τα λαμπερά μάτια της Ελεονόρας έγιναν ακόμη πιο λαμπερά με αυτά μου τα λόγια. Αναστέναξε σα να ‘φυγε από το στήθος ένα βάρος θανατερό. Έτρεμε σύγκορμη κι έκλαψε πικρά. Αλλά πίστεψε τον όρκο μου (γιατί δεν ήταν παρά ένα παιδί) κι αυτό την έκανε να δεχτεί μ' ευκολία το θάνατο. Και μου είπε, καθώς ξεψυχούσε ήρεμα λίγες μέρες αργότερα, πως γι' αυτό που είχα κάνει για την ησυχία της ψυχής της, θα με φύλαγε από ψηλά μετά την αποδημία της, και, αν της επιτρεπότανε, θα ξαναγύριζε κοντά μου «εν φυλακαίς νυκτός». Αν όμως αυτό ήταν αδύνατο για τις ψυχές που μένουν στον Παράδεισο, τότε θα μου έδινε συχνά μαρτυρίες της παρουσίας της: θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων. Και μ' αυτά τα λόγια στα χείλια της παρέδωσε την αθώα της ζωή, βάζοντας ένα τέλος και στην πρώτη περίοδο της δικής μου.

Ως εδώ η αφήγησή μου είναι απολύτως αξιόπιστη. Αλλά καθώς περνώ το ορόσημο, πάνω στο δρόμο του Χρόνου, που έχει στήσει ο θάνατος της αγαπημένης μου, και προχωρώ στη δεύτερη εποχή της ζωής μου, νιώθω έναν ίσκιο να τυλίγει το μυαλό μου και δυσπιστώ αν είναι απόλυτα ισορροπημένα όσα θα πω. Ας συνεχίσω ωστόσο.



θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων.



Τα χρόνια περνούσανε βαριά κι εγώ εξακολουθούσα να μένω στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Αλλά μια δεύτερη αλλαγή ήρθε κι απλώθηκε πάνω σε όλα. Τα λουλούδια, που έμοιαζαν μ' αστέρια, μαράθηκαν και δεν ξαναφυτρώσανε. Το χρώμα του πράσινου χαλιού ξεθώριασε, κι ένας ένας μαράθηκαν κι οι κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι, και στη θέση τους ξεφύτρωσαν δεκάδες, ζοφεροί μενεξέδες, που αναδεύονταν ανήσυχοι και που αδιάκοπα τους ενοχλούσε η δρόσο. Και η ζωή έφυγε από το δρόμο μας• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο δεν ανέμιζαν πια μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους, αλλά πετάξανε θλιβερά απ’ την κοιλάδα στα βουνά, μαζί με όλα τα χαρούμενα ζωηρόχρωμα πουλιά, που είχαν έρθει συνοδεύοντάς τους. Και τα χρυσαφιά και ασημένια ψάρια έφυγαν μέσ' από την πέρα χαμηλή ρεματιά και δεν στόλιζαν πια το όμορφο ποτάμι. Κι η νανουριστική μελωδία, που ήταν πιο απαλή από την αιθέρια λύρα του Αίολου, πιο θεϊκή από καθετί εκτός απ’ της Ελεονόρας τη φωνή, έσβησε λίγο λίγο σε ψιθυρίσματα, που ολοένα γίνονταν πιο σιγανά, ώσπου το ποτάμι ξαναγύρισε στη σοβαρή κι επίσημη παλιά του σιωπή. Κι έπειτα, τέλος, το μεγάλο σύννεφο ανυψώθηκε και παρατώντας τις βουνοκορφές στο παλιό σκοτάδιασμα, ξανάφυγε στου Έσπερου τα μέρη συναποκομίζοντας όλη τη χρυσοπόρφυρη αίγλη από την Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Ωστόσο η Ελεονόρα δεν ξέχασε τις υποσχέσεις της – γιατί άκουγα να κουδουνίζουν τα θυμιατήρια των αγγέλων, κι αρώματα θεϊκά πλανιόντουσαν αδιάκοπα μες στην κοιλάδα. Και στις ώρες της μοναξιάς, όταν η καρδιά μου χτύπαγε βαριά, οι άνεμοι, που χάιδευαν το μέτωπό μου αναστενάζανε απαλά• κι αόριστα ψιθυρίσματα γεμίζανε συχνά το νυχτερινό αέρα. Και μια φορά – αχ, μόνο μια φορά! – με ξύπνησαν από έναν ύπνο, που έμοιαζε με τον ύπνο του θανάτου, δυο χείλια ψυχικά που ακουμπούσαν πάνω στα δικά μου.

Μα κι έτσι ακόμα, το κενό που ένιωθα μες στην καρδιά μου δεν εννοούσε να γεμίσει. Λαχταρούσα την αγάπη που την πλημμύριζε πρωτύτερα. Και τελικά η κοιλάδα με βασάνιζε από τις αναμνήσεις που είχε της Ελεονόρας, και την παράτησα για πάντα, για τις ματαιότητες και την πολυτάραχη κωμική ζωή.



*** 



Βρέθηκα σε μια ξένη πολιτεία, όπου όλα λες και συνωμότησαν για να σβήσουν από τη θύμησή μου τα γλυκά όνειρα που είχα ονειρευτεί τόσον καιρό στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Τα μεγαλεία και οι γιορτές μιας μεγαλόπρεπης βασιλικής αυλής, η άγρια κλαγγή των όπλων, οι γυναίκες που αχτιδοβολούσαν ομορφιά, συντάραξαν και μέθυσαν το νου μου. Μα ως τώρα η ψυχή μου είχε μείνει πιστή στους όρκους της και οι μαρτυρίες για την παρουσία της Ελεονόρας εξακολουθούσαν να μου φανερώνονται μες στις σιωπηλές ώρες της νύχτας.

Ξαφνικά σταμάτησαν αυτές οι εκδηλώσεις, ο κόσμος σκοτείνιασε μπροστά στα μάτια μου και στάθηκα γεμάτος φρίκη για τις πονηρές σκέψεις, που με τυραννούσαν, και τους τρομερούς πειρασμούς που μ' έζωναν. Γιατί στην εύθυμη αυλή του βασιλιά που υπηρετούσα, είχε φτάσει από μια πολύ μακρινή και άγνωστη χώρα μια κοπέλα, που η μικρόψυχη καρδιά μου αμέσως παραδόθηκε στην ομορφιά της, που λύγισα στα πόδια της δίχως καμιάν αντίσταση, με την πιο φλογερή, την πιο ταπεινωτική ερωτική λατρεία. Κι αλήθεια, τι ήτανε η αγάπη μου για το κοριτσόπουλο της κοιλάδας σε σύγκριση με τη φλόγα, με το παραλήρημα, με την εκστατική λατρεία, που άφησα κλαίγοντας να ξεχειλίσει η ψυχή μου στα πόδια της αιθέριας Ερμενγάρδης; Αχ, ήταν παραδείσιο σεραφείμ η Ερμενγάρδη! – δεν είχα θέση για καμιάν άλλη στην καρδιά μου. Αχ, ήταν ένας άγγελος θεϊκός η Ερμενγάρδη! Και καθώς κοίταζα στα βάθη των αξέχαστων ματιών της, είχα στη σκέψη μου αυτά μονάχα – κι εκείνη.

Παντρευτήκαμε – δίχως να φοβηθώ τη φοβερή κατάρα που είχα επικαλεστεί. Ούτε κι έπεσε πάνω μου η κατάρα. Και μια φορά – πάλι μια φορά μονάχα, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας – ξανάρθανε οι απαλοί αναστεναγμοί που μ' είχαν εγκαταλείψει, και πήραν τη μορφή μιας γλυκιάς και γνώριμης φωνής που είπε:

«Κοιμήσου ήσυχα! Γιατί το Πνεύμα της Αγάπης κυβερνά και βασιλεύει. Και βάζοντας την Ερμενγάρδη μέσα στην καρδιά σου, λύθηκες – για λόγους, που θα σου γίνουνε γνωστοί στους ουρανούς – από τους όρκους που είχες κάνει στην Ελεονόρα».



******



Ήταν η «Ελεονόρα» - ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε [Edgar Allan Poe, "Eleonora"], γραμμένο το 1841, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη. Η εικονογράφηση είναι του Arthur Rackham [“Poe's Tales of Mystery and Imagination”, 1935].

Η «Ελεονόρα» ακροβατεί στο μεταίχμιο του ονείρου και της πραγματικότητας. Είναι μια ιστορία που φέρνει στο νου μας μια εικόνα αρχέγονου ερωτικού παραδείσου, μα με μια σημαντική διαφορά… το φινάλε της ιστορίας. Γιατί εδώ ο παράδεισος δεν χάθηκε. Δεν θα βρείτε ενοχές, αμαρτίες και βάσανα εδώ. Όσο η αγάπη συνεχίζει να βασιλεύει, ο παράδεισος απλά αλλάζει πρόσωπα…


Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 18



Πορτραίτο του Έντγκαρ Άλαν Πόε / Edgar Allan Poe portrait

7 Οκτωβρίου 2018

Η σημασία της ερωτικής αποτυχίας



Η σημασία της ερωτικής αποτυχίας - ένα κείμενο από το φονικό κουνέλι




«Θες να μάθεις να πετάς; Μάθε πρώτα να πέφτεις!»



Ζούμε σ’ έναν πολιτισμό που εκθειάζει την ατομική επιτυχία• υπνωτισμένοι από τον μύθο του «αμερικανικού ονείρου» τραβάμε για την τύχη μας προσπαθώντας να ανελιχθούμε ολοένα και ψηλότερα, να χτίσουμε ένα όνομα, να αποκτήσουμε κέρδη και δύναμη και φήμη – ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι σε βάρος ο ένας του άλλου. Και φυσικά σ’ έναν πολιτισμό όπως αυτός ο έρωτας τείνει να μετατραπεί ο ίδιος σε δείκτη μέτρησης της δύναμης: οι επιτυχίες στον έρωτα μοιάζουν σαν σφραγίδες σε συστατική επιστολή, από κείνες που συγκεντρώνεις για να εμπλουτίσεις το βιογραφικό σου. Όσο περισσότερες επιτυχίες έχεις να επιδείξεις, τόσο περισσότερο είσαι «κάποιος», τόσο περισσότερο «μετράς».

Αρκεί να μελετήσουμε τη θεματολογία όλων εκείνων των “lifestyle” περιοδικών για να επιβεβαιώσουμε πως η ερωτική επιτυχία ταυτίζεται με το κοινωνικό status: «Συμβουλές για να γίνετε φοβερός εραστής», «Τι χρειάζεται να γνωρίζει ένας άντρας», «Πώς να τον εντυπωσιάσετε στο κρεβάτι», «Τι πρέπει να αποφεύγετε στην πρώτη έξοδο» και άλλα. Μοιάζει λες και το πεδίο του έρωτα έχει μετατραπεί σ’ ένα πελώριο σύστημα Εξετάσεων – όπου μια χούφτα «ειδικοί» αναλαμβάνουν τον ρόλο της Καθοδήγησης κι εσύ πασχίζεις να μελετήσεις όλες τις οδηγίες, μπας και πάρεις καλό βαθμό και περάσεις στο Πανεπιστήμιο.

Παράλληλα η ερωτική αποτυχία ή η απώλεια αντιμετωπίζεται λες και ήρθε το τέλος του κόσμου. Ο χωρισμός χρίζει την ανάγκη «συμβουλών», μη πω και θεραπείας, ώστε να μπορέσεις να τον «ξεπεράσεις», ενώ η ερωτική απόρριψη (η χυλόπιτα, κοινώς) μοιάζει λες και έμεινες μετεξεταστέος στην τάξη – και ντρέπεσαι γι’ αυτό, προσπαθώντας να αποκρύψεις τον βαθμό απ’ τους γνωστούς και φίλους σου. Γιατί ποιος θέλει να είναι «αποτυχημένος» σε μια κοινωνία που θέλει μονίμως να σε βλέπει με το χαμόγελο καρφιτσωμένο στα χείλη – σαν κακή εκδοχή του Τζόκερ. Με τι μούτρα θα βγεις στα κοινωνικά δίκτυα, αν δεν ανεβάζεις φωτογραφίες αγκαλιά με τον δεσμό σου; Πως θα παρουσιαστείς σ’ ένα πιθανό καινούργιο φλερτ, αν δεν κουβαλάς πίσω σου μια προϊστορία άφθονων ερωτικών κατακτήσεων – μοιάζει με εκείνες τις θέσεις εργασίας που ζητούν «προϋπηρεσία», αγνοώντας το απλό γεγονός πως πάντα, όλοι, χρειάζεται να ξεκινήσουν από το μηδέν.



Μοιάζει λες και το πεδίο του έρωτα έχει μετατραπεί σ’ ένα πελώριο σύστημα Εξετάσεων – όπου μια χούφτα «ειδικοί» αναλαμβάνουν τον ρόλο της Καθοδήγησης.



Και όπως συμβαίνει στο «αμερικανικό όνειρο», αμφότερες η «επιτυχία» και η «αποτυχία» στον ερωτικό τομέα χρεώνονται σε ΣΕΝΑ – στην ικανότητά σου, στην εμπειρία σου, στο ακατανίκητό σου σεξ-απίλ. Όχι στην τύχη, όχι στις συγκυρίες, όχι στις κοινωνικές νόρμες, όχι σε παράγοντες που υπερβαίνουν απολύτως τον έλεγχό σου – όχι, σε σένα και μόνο. Είσαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες σου όπως και για τις αποτυχίες σου. Η ερωτική επιτυχία χρίζει επαίνων, σα να βρήκες μια καλή δουλειά ή να έχεις πάρεις προαγωγή. Η ερωτική αποτυχία από την άλλη… σηκώνει κάποιες παρήγορες συμβουλές ή συγκαταβατικά βλέμματα, μα ως εκεί. Καλύτερα να μην την προβάλλουμε και τόσο – μη μας πούνε και χαμένους σε τελική ανάλυση.

Η θέση που υποστηρίζω σε αυτό το κείμενο είναι η αντίθετη: πως αμφότερες η «επιτυχία» και η «αποτυχία» στηρίζονται σε παράγοντες που συχνά υπερβαίνουν τον έλεγχό μας – άρα δεν είμαστε τόσο «υπεύθυνοι» γι’ αυτές όσο νομίζουμε. Και, κατά δεύτερον, πως η «αποτυχία» στον ερωτικό τομέα δεν είναι τόσο «αποτυχία» όσο νομίζουμε – ή όσο μας κάνουν να νομίζουμε.



Οι κοινωνικές νόρμες της ερωτικής επιτυχίας




Μια κοινωνία που δίνει μονόπλευρη έμφαση στην ατομικότητα, τείνει να υπερεκτιμά τον ρόλο του «προσωπικού ελέγχου» που ασκούμε στα πράγματα και τις καταστάσεις. Σχεδόν ψυχαναγκαστικά, θα λέγαμε, νομίζεις πως τα πάντα εξαρτώνται από σένα τον ίδιο – από όσα κάνεις, ή, ακόμα χειρότερα, από όσα ΔΕΝ κάνεις, και εν τέλει καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Αν κάτι δεν πάει καλά στην ερωτική σου ζωή, μάλλον κάτι «κάνεις λάθος», σωστά; Μάλλον δεν διάβασες σωστά τις οδηγίες. Ίσως χρειάζεται να «αλλάξεις» ορισμένες συμπεριφορές – τον τρόπο που επιλέγεις να επικοινωνήσεις, τον κόσμο που προσεγγίζεις τον κόσμο, τα ενδιαφέροντά σου ή την εξωτερική σου εμφάνιση. Μήπως αν έβαφες με άλλο χρώμα τα μαλλιά σου; (αν είσαι γυναίκα). Εννοείται τα παραπανίσια κιλά πρέπει να φύγουν. Αν κόψω το μακρύ μαλλί (αν είσαι άντρας), πόσοι άντρες έχουν μακρύ μαλλί σήμερα. Μήπως να φορέσω άλλα ρούχα; Μπα, μάλλον φταίνε τα μέρη που συχνάζω, ή τα ενδιαφέροντά μου. Κι ένα αμάξι δεν θα έβλαπτε. Ίσως πάλι είναι ο τρόπος προσέγγισης – πρέπει να αναπροσαρμόσω το στυλ που φλερτάρω, να κάνω «κινήσεις» με διαφορετικό τρόπο, να την προσεγγίζω αλλιώς. Μπα, ό,τι και να λέμε, το χρήμα είναι, πρέπει να μαζέψω λεφτά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Σε περίπτωση, πάλι, που διανύεις μια φάση χωρισμού, και εφόσον είσαι εσύ εκείνος/η που βιώνει την εγκατάλειψη, τότε τα βάφεις μαύρα. Τι έκανα λάθος; Γιατί με άφησε; Μήπως έπρεπε να είχα διαφορετική στάση; Μήπως δεν έπρεπε να είχα πει αυτό ή εκείνο; Είμαι λοιπόν καταδικασμένος να ζω μόνος/η;

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι πως τα πάντα «πρέπει» να ξεκινούν και να τελειώνουν σε σένα και μόνο. Κάτι «έκανες λάθος», γι’ αυτό και δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα όπως έπρεπε. Ακόμα χειρότερα: ΕΙΣΑΙ λάθος ο ίδιος ή η ίδια! Η εμφάνισή σου είναι λάθος, ο χαρακτήρας σου είναι λάθος, τα γούστα σου είναι λάθος! Λυπάμαι, φίλε μου, μα στην χώρα των Κινέζων πρέπει να ομιλείς κινέζικα για να τα βγάλεις πέρα – ακόμα καλύτερα, να γίνεις ο ίδιος Κινέζος, σαν τους άλλους. Αλλιώς ξέχασε το πολύτιμό σου τρόπαιο και κάτσε στη μοναξιά σου να μαραζώσεις.

Μα αν η ερωτική σου ζωή είναι επιτυχημένη – ε ρε γλέντια! Δεν έχεις να ντραπείς το παραμικρό, είσαι αξιοζήλευτος/η! Φυσικά αν έχεις επιτυχίες στον ερωτικό τομέα, αυτές οφείλονται εξίσου και πρωτίστως σε ΣΕΝΑ και στις μοναδικές σου ικανότητες – στην ασυναγώνιστη εμφάνισή σου, στο μοναδικό σου λέγειν, σε αυτό το φοβερό σου στυλ, στα κόλπα που γνωρίζεις στο κρεβάτι, στην ικανότητά σου να εξυψώνεις το/τη σύντροφό σου και να τον/την κάνεις να αισθάνεται μοναδικός/η! Εξ’ άλλου η αυτοπεποίθηση μοιάζει με εκείνα τα αρώματα που μαγνητίζουν τον κόσμο από μακριά – έχε πίστη στον εαυτό σου, σε ΣΕΝΑ, και όλοι οι δρόμοι θα ανοίξουν ως δια μαγείας!

Ε, λοιπόν… αρχίδια, αγαπητοί. Αρχίδια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη. Λυπάμαι που καταρρίπτω τους μύθους σας, μα αυτά τα ροζ συννεφάκια μοιάζουν με νέφη που παρεμποδίζουν τον δρόμο μου – και μου προκαλούν ασταμάτητο βήχα. Επιτρέψτε μου λοιπόν να τα απομακρύνω από μπροστά μου. Και αν ο δρόμος δείχνει λίγο άδειος κι έρημος δίχως σύννεφα… τον προτιμώ έτσι. Σε τελική ανάλυση, αν έχω σύννεφα, προτιμώ να είναι δικής μου παραγωγής και όχι ετοιμοπαράδοτα από κάποια εξωτερική πηγή.

Αλήθεια, πόσο «επιλέγουμε» οι ίδιοι τη συμπεριφορά μας; Ακόμα περισσότερο, πόσο «επιλέγουμε» αυτό που είμαστε; Επιλέγουμε μήπως την εμφάνισή μας; Ναι – θα πει κάποιος. Επιλέγουμε αν θα κάνουμε μια δίαιτα, αν θα αλλάξουμε το μαλλί μας, αν θα φορέσουμε άλλα ρούχα, ακόμα και αν αποφασίσουμε να αλλάξουμε το σχήμα της μύτης μας. Επιλέγουμε αν θα φερθούμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αν θα συχνάζουμε σε εκείνα ή τα άλλα μέρη, αν θα προσεγγίζουμε έτσι ή αλλιώς την/τον σύντροφό μας. Και θα συμφωνήσω – ναι, εν μέρει τα επιλέγουμε όλα αυτά. Ας πούμε ότι τα επιλέγουμε, ως έναν βαθμό.

Μα επιλέγουμε εξίσου την επίδραση που θα έχουν όλα αυτά στο άτομο πάνω στο οποίο στοχεύουμε; Επιλέγουμε τα γούστα του ανθρώπου με τον οποίο φλερτάρουμε; Επιλέγουμε τις αντιδράσεις του/της συντρόφου μας σε κάποια συμπεριφορά μας; Τον τρόπο που εκείνος ή εκείνη θα ερμηνεύσει τις κινήσεις μας; Ακόμα και την επίδραση εκείνης της μίας, της φαινομενικά ασήμαντής μας κίνησης;

Μπορεί να σου πουν 100 γυναίκες πως προτιμούν ο άντρας να είναι «ορμητικός» και «αποφασιστικός» και «χύμα» και εσύ να την πέσεις με αυτόν τον τρόπο σε εκείνη τη ΜΙΑ που την προσελκύουν οι ντροπαλοί και μαζεμένοι άντρες. Μπορεί να χάσεις όλα εκείνα τα παραπανίσια κιλά και να γνωρίσεις εκείνον τον ΕΝΑΝ άντρα που του αρέσουν οι παχουλές. Μπορεί να είσαι τρυφερός και συγκαταβατικός στη διάρκεια μιας σχέσης και να πέσεις πάνω στη ΜΙΑ γυναίκα που τη βρίσκει με τους αγριάνθρωπους.

Μα γι’ αυτόν τον ΕΝΑ ή γι’ αυτήν τη ΜΙΑ… πες μου, δεν θα πέταγες στον κάλαθο των αχρήστων όλες εκείνες τις «συμβουλές», όλα τα lifestyle, όλες τις κυρίαρχες κοινωνικές τάσεις; Δες λοιπόν, πάσχισες τόσο καιρό να γίνεις σαν τους άλλους… και έπεσες πάνω στο ένα και μοναδικό πρόσωπο που δεν σε θέλει έτσι!

Γιατί στον έρωτα, αγαπητοί, δεν χωράνε υπολογισμοί και βολικά καλούπια! Σαν τον δραπέτη απ’ το κλουβί, πάντα θα βρίσκει τρόπο να σπάει το κέλυφος κάθε κοινωνικού καταναγκασμού, κάθε επικρατούσας νόρμας, κάθε «πρέπει» - τα «θέλω» του είναι πάντα ισχυρότερα! Ο έρωτας δεν προσαρμόζεται στις γαμημένες σας στατιστικές και στα γαμημένα τετράγωνα κουτιά σας. Εδώ δεν έχουμε συστατικές επιστολές και «100 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν». Εδώ δεν μετράει πάντα η γνώμη της πλειοψηφίας, ούτε οι συμβουλές των «ειδικών». Και αν εκατό «ειδικοί» με προτρέψουν να αλλάξω εκείνο το χαρακτηριστικό πάνω μου που «απωθεί» τις γυναίκες και τύχει να συναντήσω εκείνη τη ΜΙΑ, τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ που της αρέσει ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ το χαρακτηριστικό; Και αν αυτή η μία είναι η γυναίκα της ζωής μου; Τι θα μου πουν μετά οι συμβουλές σας, τι θα κάνει για μένα η κοινή σας γνώμη;



 Γιατί στον έρωτα, αγαπητοί, δεν χωράνε υπολογισμοί και βολικά καλούπια!



Νομίζεις πως έχεις τον έλεγχο, πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν σε σένα. Μωρέ, σάμπως και αυτή την εμφάνισή σου την επέλεξες ο ίδιος/η ίδια; Αν είσαι γυναίκα και οι άντρες σε γουστάρουν επειδή έχεις ωραία μούρη, είναι λόγος αυτός να ψωνίζεσαι και να χρεώνεις την επιτυχία στον «εαυτό σου»; Μα δεν κίνησες ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι! Αν είσαι άντρας και προσελκύεις τα θηλυκά επειδή ξεχειλίζεις «αυτοπεποίθηση», σάμπως επέλεξες ο ίδιος αυτή την αυτοπεποίθησή σου; Ξύπνησες ένα ωραίο πρωινό και είπες «λοιπόν, τώρα θα νιώθω καλά με τον εαυτό μου!» και, ως δια μαγείας, άλλαξαν τα πάντα;

Αυτό είναι το «αμερικανικό όνειρο» μεταφρασμένο στη γλώσσα του έρωτα, αγαπητοί! Εκεί που νομίζουμε πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν σε μας – πως ασκούμε έλεγχο σε όλα όσα επηρεάζουν τη ζωή μας. Αν επιτυγχάνουμε, είναι επειδή ΕΜΕΙΣ το θέλαμε και το αποφασίσαμε. Αν αποτυγχάνουμε, είναι πάλι επειδή ΕΜΕΙΣ κάτι δεν κάναμε «σωστά».

Θα το ξαναπώ. Αρχίδια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη.

Εδώ, ρε, η κοινωνία η ίδια σε καθημερινή βάση επιβεβαιώνει πως το «αμερικανικό όνειρο» είναι ένας μύθος και μισός – ένας μύθος που χτίστηκε ίσα για να δίνει την ψευδαίσθηση πως είμαστε κάποιοι, ίσα για να ανυψώνει το Εγώ μας. Αν δεν κατορθώνεις να βρεις μια καλή δουλειά ή αν είσαι καιρό άνεργος, δεν «φταις» εσύ, μα οι κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων έχεις ριχτεί. Αν αισθάνεσαι μοναξιά, δεν «φταις» εσύ, μα η κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες νόρμες και αναγκάζει τον κόσμο να ζει κλειδαμπαρωμένος στα σπιρτόκουτα-διαμερίσματά του, παρέα με τις εικονικές του απολαύσεις. Είναι αξιοπερίεργο πως μια κοινωνία που τα πάντα είναι αλληλένδετα σε αυτήν δίνει τόση έμφαση στον ατομικό έλεγχο.

Και φυσικά εκείνος ο γελοίος οπτιμιστικός μύθος της «ατομικής θέλησης». «Αρκεί να θέλεις κάτι πραγματικά για να το αποκτήσεις». Σα να λέμε, δεν ήθελες κάτι κατά βάθος, γι’ αυτό και δεν το απέκτησες. Το αποκαλώ και «Μύθος του Κοέλιο». Προσθέστε μερικές τρούφες στη χρυσόσκονη που ανέφερα πριν.




Είναι αξιοπερίεργο πως μια κοινωνία που τα πάντα είναι αλληλένδετα σε αυτήν δίνει τόση έμφαση στον ατομικό έλεγχο.



Συμπέρασμα: δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα σε σένα, ούτε στην κοινωνία, ούτε στον έρωτα. Δεν υπάρχουν μονόπλευρες αιτίες και αποτελέσματα, ούτε μπορούμε να μαθηματικοποιήσουμε τις αντιδράσεις των άλλων στις πράξεις μας και να εξάγουμε μόνιμα συμπεράσματα από αυτές.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχεις επιλογές – δεν δίνω άφεση στην παθητικότητα και στη ματαιότητα. Επιλογές πάντα υπάρχουν και διαφοροποιείται αισθητά ο δραστήριος από εκείνον που τα περιμένει όλα έτοιμα και σερβιρισμένα στο πιάτο του. Μα τίποτα μόνιμο και βέβαιο δεν μπορεί να βγει από αυτές τις επιλογές. Ίσως εδώ εδράζεται η γενναιότητα, κατά τη γνώμη μου: να επιλέγεις, να μη στέκεσαι παθητικός, να μην υπομένεις τη μοίρα σου… μα ταυτόχρονα να γνωρίζεις πως οι επιλογές σου αυτές δεν σου εξασφαλίζουν καμία βεβαιότητα, καμία σιγουριά, πως είναι αδύνατο να προκαθορίσεις τις αντιδράσεις του άλλου της άλλης – και προχωράς παρόλ’ αυτά.

Πώς προχωράς; Πώς αλλιώς. Επιλέγοντας να είσαι ο εαυτός σου, αδερφέ μου. Απλά και όμορφα – και όπως τα φέρει η τύχη ή η μοίρα, για την οποία δεν μπορείς να προκαθορίσεις το παραμικρό. Να είσαι ο εαυτός σου. «Γιατί όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι», όπως είχε πει ο Όσκαρ Ουάιλντ.



Πώς προχωράς; Πώς αλλιώς. Επιλέγοντας να είσαι ο εαυτός σου



Η αποτυχία δεν είναι πάντα αποτυχία



Τελικά, ποιος βαπτίζει με τίτλους τις πράξεις της ζωής μας; «Επιτυχία», «αποτυχία» - ποιος έδωσε αυτά τα ονόματα, τα εμποτισμένα με αξίες;

Φέρνω στο νου μου μια παρέα, σ’ ένα μπαρ. Ανάμεσά τους είναι ένα ζευγάρι – το ζευγάρι φιλιέται, αγκαλιάζεται, χουφτώνεται, αδιαφορώντας πλήρως για την υπόλοιπη παρέα τους, που στέκεται και τους παρατηρεί δίχως να έχουν κάποιο θέμα να συζητήσουν. Μια σκηνή σαν αυτή είναι αρκετή για να αποκαλύψει τον αχαλίνωτο εγωκεντρισμό που περικλείεται σ’ ένα ερωτικό ζευγάρι. Είναι αυτό «επιτυχία»;

Φέρνω στο νου μου ένα ερωτικό ζευγάρι – στα μάτια του κόσμου δείχνουν ιδανικοί, όμορφοι, πετυχημένοι. Μα η σχέση τους πασχίζει από έλλειψη επικοινωνίας και συχνούς τσακωμούς. Μα αν τους ρωτήσεις τι φταίει, αδυνατούν να δώσουν μια συγκεκριμένη εξήγηση, πέρα από το να τα ρίχνουν ο ένας στον άλλον. Μα δεν θέλουν να χωρίσουν – φοβούνται τον χωρισμό και τη μοναξιά. Και έτσι συνεχίζουν ν’ αναλώνονται, ο ένας με τον άλλον, ανίκανοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, και ανίκανοι να επικοινωνήσουν με τον εαυτό τους. Σάμπως γνώρισαν και ποτέ τον εαυτό τους, σάμπως ξέρουν τι θέλουν; Είναι αυτό «επιτυχία»;

Φέρνω στο νου μου ένα νεαρό αγόρι, στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας – τότε που ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει και όλοι καταλήγουν να μοιάζουν σαν σταγόνες ο ένας με τον άλλον. Σε αντίθεση με τους δημοφιλείς συμμαθητές του, που έχουν ήδη μπαρκάρει στις θάλασσες του έρωτα και έχουν προσαράξει τα καράβια τους στις ωραίες της τάξης, εκείνος είναι μόνος. Και αισθάνεται άσχημα γι’ αυτό. Οι κοπέλες δεν του ρίχνουν δεύτερη ματιά και αγνοεί πως είναι να φιλάς, ή να βγαίνεις με ένα κορίτσι της επιλογής σου. Μα στη μοναξιά του στρέφεται σε έναν καλό φίλο: τα βιβλία. Μεγαλώνοντας καταλήγει να αποκτήσει γνώσεις και πνεύμα και στέρεους φίλους, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των «δημοφιλών» της τάξης του, που έμειναν στα ίδια – αμάξια και τιβί, εργασία και χαρά. Ποιος είναι, λοιπόν, ο πετυχημένος και ποιος ο αποτυχημένος;

Μια κοινωνία που μοναδικό κριτήριό της είναι το χρήμα, θα σου πει: πετυχημένος είναι αυτός με τα λεφτά. Μα άσ’ τη να μιλάει. Έχουμε δει πίσω από τους μύθους της.

Σκέψου πού θα ήταν η τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική, όλα όσα αγαπάμε και μας ευφραίνουν τις καρδιές, δίχως τις ερωτικές απογοητεύσεις. Φαντάζεσαι μια παγκόσμια τέχνη που θα μιλάει μόνο για επιτυχίες; Μια τέχνη στην οποία θα απουσιάζει ο καημός, η λαχτάρα, η απώλεια, η μοναξιά, το πάθος του ανεκπλήρωτου; Τι θα έμενε, λοιπόν, από τις τέχνες μας δίχως την ερωτική «αποτυχία» και την ικανότητα να ταυτιστούμε με αυτήν; Απαντήστε μου σε αυτό, αν μπορείτε, εσείς, οι κήρυκες του lifestyle και των πρωτοσέλιδων «συμβουλών».

Και αν ο ίδιος γνώριζες μόνο επιτυχίες, για πες μου – τι θα είχες οικοδομήσει μέσα στα θεμέλια της καρδιάς σου; Ξεχνάς πως κάθε οικοδομή για να ανυψωθεί χρειάζεται βάσεις; Και πως οι βάσεις μπήγονται βαθιά μέσα στο χώμα, στη λάσπη – στα σκατά; Ναι, αγαπητέ, στα σκατά! Τι θα κάνεις όταν έρθουν τα δύσκολα, αν έχεις μάθει μια ζωή να παίρνεις αυτό που θες δίχως προσπάθεια, δίχως αποτυχία, δίχως να νιώσεις μια στιγμή μονάχος ή μονάχη σου;

Η ερωτική επιτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά σε ένα άλλο πρόσωπο. Μα η ερωτική αποτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά στον εαυτό σου.

Και τα δύο είναι αναγκαία – γι’ αυτό και οι λέξεις «επιτυχία» και «αποτυχία» είναι παραπλανητικές, με τον ίδιο τρόπο που ένα Μετεωρολογικό Δελτίο είναι παραπλανητικό όταν λέει «θα έχουμε κακοκαιρία αύριο» και βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Λες και δεν είναι φυσικό να έχει «κακοκαιρία» τον χειμώνα.




Η ερωτική επιτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά σε ένα άλλο πρόσωπο. Μα η ερωτική αποτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά στον εαυτό σου.



Είναι αναγκαία η επιτυχία – γιατί ζωή δίχως έρωτα είναι πάντα φτωχότερη, και γιατί ο έρωτας συνιστά μια δύναμη που κινεί τα πάντα γύρω μας. Μα είναι αναγκαία και η, κακώς ονομαζόμενη, «αποτυχία»… Και λέγοντας «αποτυχία» δεν εννοώ το να επιλέγεις να είσαι μόνος σου. Εννοώ να βιώνεις την απόρριψη, την απώλεια, την απόκρουση, το φτύσιμο, την αδιαφορία, τον χωρισμό, την απομάκρυνση, τη μοναξιά! Να τα βιώνεις στο πετσί σου! Τόσο όσο χρειάζεται για να χαλυβδώσουν εκείνο το «κάτι» μέσα σου.

Μα υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος που θεωρώ αναγκαία την απόκρουση, την απομάκρυνση, τη μοναξιά: για να εκτιμήσεις καλύτερα το ποθητό, όταν τύχει και έρθει σε σένα. Σαν τον άνθρωπο που επέστρεψε σπίτι του, μετά από ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι, και απολαμβάνει ένα ζεστό γεύμα. Πόσο εύγευστο είναι αυτό το γεύμα, πόσο υπέροχο! Άραγε θα το απολάμβανες το ίδιο αν δεν το είχες στερηθεί καθόλου;

Τι είναι, λοιπόν, επιτυχία. Τι είναι αποτυχία. Για πες μου.



© Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



~

24 Ιουνίου 2018

From Her to Eternity... Ένα κουβάρι σκέψεων μετά τη συναυλία του Nick Cave


Αφίσα για τη συναυλία του Nick Cave στην Αθήνα το 2018, από το φονικό κουνέλι



“I don't believe in an interventionist God… but I believe in love. So keep your candles burning, and make her journey bright and pure, that she will keep returning, always and evermore”



Δεν ξεκίνησα χθες απόγευμα για το live του Nick Cave και των Bad Seeds με την καλύτερη διάθεση. Πέντε λεπτά περπάτημα αρκούσαν για να με καταβάλλει η απαίσια υγρασία της ατμόσφαιρας , ενώ τα βαριά γκρίζα σύννεφα στον ουρανό δεν προμήνυαν καλούς οιωνούς. Η άφιξη στη στάση του λεωφορείου με προορισμό την πλατεία Νερού επεφύλασσε μία ακόμα δυσάρεστη έκπληξη: η συγκοινωνία είχε διακοπεί παροδικά και χρειαζόταν να επιλέξω μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω μετρό και τραμ – σχεδόν διπλάσια στη διάρκεια.

Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με μαλλί της γριάς – όχι κάποιας αγαθής γιαγιούλας, μα μιας καταραμένης μάγισσας, μαύρα και άραχλα. Κάποιες αστραπές στον ορίζοντα λες και φώτιζαν τις σκοτεινές γωνιές της σκέψης μου – και οι σκέψεις μου, ενοχλημένες, βαθιά αντικοινωνικές, στριμώχνονταν στη γωνιά τους φωνάζοντας: «αστραπές, είστε ανεπιθύμητες εδώ, φύγετε». Μάταια όμως. Η βροχή άρχισε να πέφτει απότομα, ορμητικά, λες και κατέρρευσε μπουχτισμένο το μεγάλο φράγμα τ’ ουρανού. Ίσα που πρόλαβα να μπω στο τραμ, ενώ έξω πλημμύριζαν οι δρόμοι. Έχει γούστο να ακυρωθεί το live, σκέφτηκα – στην Ελλάδα ζούμε, έχουν ακυρωθεί συναυλίες για λιγότερο από αυτό.

Η έλλειψη παρέας δεν βοήθησε – οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να ξεχειλίζουν μέσα μου και γύρευαν κάποια διέξοδο, μια εκτόνωση. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες καταστάσεις, η μία αρνητική σκέψη έφερνε την άλλη: από τα γεγονότα της ημέρας στα προσωπικά, τα επαγγελματικά, τα υπαρξιακά – όλα μαζί, λες και χτύπησε ένα βράδυ η πόρτα του σπιτιού σου, την ώρα που γύρευες να χαλαρώσεις, και ήρθαν ακάλεστοι ένα κάρο ανεπιθύμητοι, λέγοντας με μια φωνή: «εδώ είναι το πάρτι;». Και πριν καταλάβεις τι έγινε πιάνουν ο καθένας από έναν καναπέ και αράζουν.

Έξω απ’ τα παράθυρα του τραμ μαύρη μαυρίλα. Και αν είχαν ξαποστείλει ένα νέο κατακλυσμό οι ουρανοί και το τραμ διέσχιζε την άβυσσο, μόνο καταμεσής ενός πνιγμένου κόσμου; Η μαυρίλα μέσα μου έμοιαζε να συσσωρεύεται σαν το νερό στους δρόμους. Μια καταπιεσμένη οργή φούσκωνε σα μαύρο σύννεφο, έτοιμο με τη σειρά του να ξεχυθεί με την παραμικρή αφορμή – δεν ήταν η επικείμενη απώλεια της συναυλίας ο λόγος, όχι. Ήταν οι πάντες και τα πάντα.


Papa Won’t Leave You, Henry




Συννεφιασμένος ουρανός



Κάποια στιγμή έφτασε το τραμ. Κατέβηκα και περίμενα κάτω από τη σκεπή της στάσης, περιμένοντας μπας και κοπάσει η βροχή. Δεν ήμουν μόνος – η παρουσία άλλων σαν εμένα άνοιξε με ανακούφισε ως ένα βαθμό. Μα η διάθεσή μου παρέμενε κακή. Ακόμα και όταν η βροχή έπαψε πια (γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια καλοκαιρινή μπόρα), ακόμα και όταν κίνησα επιτέλους προς τον χώρο του φεστιβάλ (πλατεία «νερού» με όλη τη σημασία της λέξης σήμερα), τα σύννεφα βάραιναν ακόμα το λογισμό μου. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήθελα να κλειστώ στο καβούκι μου. Ήθελα να κλείσω έξω τον κόσμο. Τον κόσμο που ένιωθα (εντελώς παράλογα και αδικαιολόγητα) να με έχει παρατήσει. Παρατήστε με όλοι, δε σας θέλω, με τη σειρά μου.


Loom of the Land



Το πλήθος στο φεστιβάλ έδειχνε μουδιασμένο – ή μήπως πρόβαλα πάνω του τις δικές μου συγχυσμένες σκέψεις; Που τελειώνει η αντικειμενική συμπεριφορά των άλλων όταν τους παρατηρείς και που αρχίζουν οι υποκειμενικές σου προβολές; Η μουσική είχε διακοπεί, μα ο κόσμος προσερχόταν. Αφέθηκα στην παρατήρησή του – κάτι που ανέκαθεν απολάμβανα να κάνω, να παρατηρώ τους ανθρώπους. Η χύτρα μέσα μου σιγόβραζε, μα τουλάχιστον το φαί είχε σωθεί. Τι γεύση θα είχε βέβαια είναι άλλο θέμα. Μάλλον κάτι νερόβραστο.

Και να που βγήκαν οι Editors. Απρόσμενα καλό timing, αν σκεφτεί κανείς πως είχα προσέλθει μόλις πριν λίγα λεπτά στον χώρο του φεστιβάλ – το πρώτο τυχερό γεγονός της βραδιάς. Οι γιγαντοοθόνες έδειχναν να παραπέουν, μα ο ήχος ομολογουμένως ήταν κρυστάλλινος – και η απόδοση της μπάντας εξαιρετική. Κατόρθωσε να ανεβάσει τον (μουδιασμένο ακόμα) κόσμο και να ξεπλύνει λίγο τη δυσαρέσκεια που φώλιαζε μέσα μου. Αγαπημένη στιγμή του live το “Papillon”.

Μα η αναμονή μεταξύ των Editors και του Cave ήταν απροσδόκητα μεγάλη. Μία ώρα, στη διάρκεια της οποίας στέκαμε… και περιμέναμε. Και ο εκνευρισμός άρχισε ξανά να σωρεύεται μέσα μου (πάνω που είχε αρχίσει να υποχωρεί). Και με ενοχλούσε η αναμονή, και με ενοχλούσε ο ψηλός που στήθηκε μπροστά μου και δεν μπορούσα να δω, και με ενοχλούσαν τα βρεγμένα μου πόδια, και με ενοχλούσε ένα ζευγάρι δίπλα μου που απολάμβανε ο ένας την παρουσία του άλλου, και με ενοχλούσε που ήμουν μόνος, μα και παρέα να είχα χειρότερα θα ήταν – τι τα θες, αναγνώστη, ήταν κακή βραδιά.

Και αισθανόμουν κυνικός. Παρέες, σχέσεις, έρωτας, κοινωνία, φίλοι. Τίποτα. Συσχετισμοί δύναμης, εμπορικές συναλλαγές και δημόσιες σχέσεις. Τίποτα άλλο.


Loverman



Από το live του Nick Cave στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2018
Ο Νικ Κέιβ στη διάρκεια μιας συναυλίας του εν έτει 2018



Μπορούσε άραγε ο Nick Cave να μου φτιάξει τη διάθεση; Αλίμονο, το ξεκίνημα της συναυλίας δεν προμήνυε κάτι τέτοιο. Δυσκολευόμουν να δω, οι γιγαντοοθόνες είχαν χαλάσει, ένιωθα κουρασμένος. Ακόμα και η ερμηνεία ενός “Do You Love Me?” (η πρώτη στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάω, έστω μαζεμένα, παρέα με το πλήθος) δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την ψυχολογία μου.

Ο Cave στη σκηνή κινητικότατος – μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά, έδειχνε να ζει κάθε στιγμή. “Are you wet?”, ρωτάει. “Yes”, απαντάει ξερά το πλήθος. “I’ m not”, λέει εκείνος – “but I will be soon”. Οι θρυλικοί Bad Seeds εξαιρετικοί, με πρωταγωνιστή τον μουσάτο βιολιστή της μπάντας. Η ερμηνεία του “From Her To Eternity” ήταν η πρώτη στιγμή στη διάρκεια του live που έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται χαμηλόφωνα: “wow”. Μια υπέροχη μουσική παράνοια, βγαλμένη από τα άδυτα της δεκαετίας του 80, φτάνοντας ως και στις πρώτες εκείνες μέρες των Birthday Party. Είχα αρχίσει να αναγνωρίζω, σε εγκεφαλικό επίπεδο, πως βλέπω ένα εξαιρετικό live – μα η καρδιά μου ακόμα δεν είχε παραδοθεί. Τουλάχιστον η σκοτεινιά των στίχων και της μουσικής έμοιαζε ν’ αντανακλά τον νωπό εσωτερικό μου κόσμο, όπως είχε διαμορφωθεί εκείνη την τσαλαπατημένη βραδιά. Ακόμα και το πανέμορφο “The Ship Song” δεν κατάφερε να στεγνώσει τις υγρές μου σκέψεις.

Μέχρι που ο Cave, καθισμένος στο πιάνο του, είπε τους πρώτους στίχους από το “Into My Arms”.



“I don't believe in an interventionist God

But I know, darling, that you do

But if I did I would kneel down and ask Him

Not to intervene when it came to you

Not to touch a hair on your head

To leave you as you are

And if He felt He had to direct you

Then direct you into my arms”




Ω, θεοί. Τι συνέβη ξαφνικά;…

Οι σκέψεις μεμιάς έσπασαν μέσα μου, λες και γκρεμίστηκε εκείνο το φράγμα (το φράγμα που με αποξένωνε από τους ανθρώπους και από τον εαυτό μου) και παρέσυρε μακριά τη σκοτεινιά. Που πήγε ο κυνισμός; Που πήγε ο θυμός; Πως γίνεται να πλάθονται ρομαντικές σκέψεις μέσα μου; Πως είναι δυνατόν να κάνω σκέψεις για έρωτα και αγάπη και αλήθεια; Εγώ, που πριν λίγο σκεφτόμουν τα αντίθετα;

Μα συνέβη. Δεν ξέρω πως, μα συνέβη. Κοίταξα γύρω μου – ο κόσμος που με περιέβαλε ως τότε είχε αντικατασταθεί από άλλον. Δεν εντόπισα ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που είχα ξεχωρίσει ως τότε γύρω μου. Ούτε ο ψηλός που μου την έσπαγε, ούτε εκείνο το ζευγάρι, ούτε κανένας άλλος. Λες και είχα μετακινηθεί σε άλλο σημείο του συναυλιακού χώρου – μα όχι, ήμουν ακίνητος. Ο κόσμος απλά είχε αλλάξει. Δεν ξέρω πως, μα ο κόσμος είχε αλλάξει.

Και ο Cave τραγουδούσε, η ψυχή του ένα με τις νότες που απλώνονταν ιαματικά στον αέρα και αγκάλιαζαν τις σκέψεις μας.



“But I believe in love

And I know that you do too

And I believe in some kind of path

That we can walk down, me and you

So keep your candles burning

And make her journey bright and pure

That she will keep returning

Always and evermore”



Και ταξίδεψα. Και φαντάστηκα τα μάτια της – τα μάτια εκείνης, της απροσδιόριστης. Και για λίγο τα χρόνια συσσωρευμένου κυνισμού έλιωσαν μέσα μου, σαν παγωτό στον ήλιο. Και έγινα 18 χρονών – ελπίζοντας, προσδοκώντας, ονειροπολώντας σαν έφηβος. Ταξιδεύοντας σε κόσμους άσπιλου έρωτα και ανεξερεύνητου μυστηρίου. Και σκέφτηκα πέρα από τον κυνισμό. Και είδα τη μαυρίλα της βραδιάς να κυλάει και να φεύγει και να κατρακυλάει στον υπόνομο… παρέα με τη βροχή που, από ώρα, είχε υποχωρήσει, ξεπλύνοντας τους δρόμους.

Ξεπλύνοντας τις καρδιές μας. Γιατί κάθε βροχή αυτό κάνει. Ξεπλύνει τις καρδιές.


Into My Arms




Άγγελος στα Φτερά του Έρωτα (Wings of Desire)
Από το Wings of Desire του Wim Wenders
Wings of Desire, by Wim Wenders


Όλα είχαν αλλάξει. Δεν περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, μα είχαν αλλάξει. Πλέον τίποτα δεν με ενοχλούσε. Ο Cave ερμήνευσε αριστοτεχνικά τραγούδια όπως το “Tupelo” και το “Stagger Lee” και απολάμβανα κάθε στιγμή. Δεν με πείραζαν οι ψηλοί, δεν με πείραζε η κούραση ή τα βρεγμένα πόδια ή η πολύωρη ορθοστασία. Οι μαύρες σκέψεις είχαν εξανεμιστεί, λες και φύσηξε κάποιος πελώριος ανεμιστήρας και σήκωσε τη σκόνη.

Επιτέλους, συνέβη εκείνο που έπρεπε να είχε συμβεί εξαρχής: απολάμβανα έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των καιρών μας. Έναν άνθρωπο που έδωσε δίσκους σκοτεινού, ρομαντικού μεγαλείου όπως το “Murder Ballads”, το “Henry’s Dream” και το “Tender Prey”, χαράζοντας την ευρύτερη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 80 και του 90 και συνεχίζοντας να μας αγγίζει στις μέρες μας. Κινητικός, γεμάτος ενέργεια, πάντα σμίγοντας με το πλήθος, παρά τις τόσες δυσκολίες που έχει βιώσει σε προσωπικό επίπεδο, ο Nick Cave δεν πτοείται – συνεχίζει, δημιουργεί, προχωράει. Ξέρει πως ο κόσμος τον αγαπάει και ανταποδίδει την αγάπη του.

Και ναι, αναγνωρίζει τη σκοτεινή πλευρά του – την αφουγκράζεται, την αποδέχεται, δεν την απαρνείται. Μα την κάνει στίχο, την κάνει τραγούδι – δημιουργεί. Και έτσι και το σκοτεινότερο αίσθημα μπορεί να μετατραπεί σε έργο τέχνης. Γιατί η σκοτεινιά είναι μέρος της ύπαρξής μας – αδύνατο να την απαρνηθούμε. Στο χέρι μας είναι αν θα δημιουργήσουμε κάτι από αυτήν – αν θα τη μετατρέψουμε σε κάρβουνο ικανό να θρέψει τη φωτιά της ζωής μας. Ή αν θα την αφήσουμε να μας καταβάλλει.


The Weeping Song


Πέρα από το θυμό υπάρχουν τα δάκρυα. Και πέρα από τα δάκρυα η λύτρωση. Και πέρα από τη λύτρωση… ποιος ξέρει. “There is a kingdom”, μας λέει ο ίδιος.

Μα χρειάζεται να ζήσεις. Μην σε καταβάλει εκείνο το βαρύ, παχύρευστο, μαύρο υγρό – χτίσε μια βάρκα και μάθε να επιπλέεις πάνω του. Φτιάξε ένα πανί και μάθε να σαλπάρεις στην καταιγίδα.

Και αν βρέχει συνεχώς… μάθε να γελάς μέσα στη βροχή. Γιατί είναι όμορφες οι καλοκαιρινές μπόρες.

Και κράτα τον ουρανό μακριά σου. Εδώ είναι ο χώρος σου – η γη, οι άνθρωποι.


“Push the Sky Away”.


Και ίσως να συναντήσεις εκείνο το χαμόγελο, εκείνα τα μάτια, που σε κάνουν να πιστεύεις στη δύναμη του έρωτα – πέρα από τον κυνισμό, πέρα από την απογοήτευση, πέρα από τον στείρο ορθολογισμό. Γιατί αυτό είναι η ζωή: η καταιγίδα, η μπόρα, η αστραπή – και τα αστέρια που λάμπουν στο σκοτάδι. Το παντοτινό λουλούδι με τα παντοτινά αγκάθια. Και τι είσαι συ; Εκείνος που τρυπώνει μέσα στον κήπο και προσπαθεί, απλώνοντας το χέρι, να κόψει ένα από αυτά τα λουλούδια. Και το χέρι σου ματώνει – και συνεχίζεις να το απλώνεις.


Where the Wild Roses Grow


Η συναυλία είχε τελειώσει. Μέχρι την επόμενη φορά, φίλε Νίκο.



Φωτογραφία του Nick Cave


Επίμετρο



Επιστροφή στην καθημερινή πραγματικότητα. Ισορροπία σκέψεων. Οι θετικές και οι αρνητικές έμοιαζαν να αντισταθμίζουν η μία την άλλη. Τραμ δεν υπήρχε και ήταν υψηλή η προοπτική να μείνω μέχρι το ξημέρωμα στον σταθμό, διαβάζοντας το βιβλίο μου – γιατί δεν επιθυμούσα να πάρω ταξί. Ήμουν μόνος – όπως είχα έρθει. Ούτε μαύρες σκέψεις, ούτε πολύχρωμες. Μόνο κούραση. Καθόμουν στη στάση και περίμενα το τραμ που δεν θα ερχόταν.

Μέχρι που, σαν από μηχανής θεοί, εκεί στην ερημιά μου, έκαναν την εμφάνισή τους ένα ζευγάρι Ισπανών. Ο Δαβίθ και η Πούρι. Είχαν έρθει για πενθήμερες διακοπές στην Αθήνα – με πρώτο στόχο τους τη συναυλία του Cave, την οποία και απόλαυσαν. Αποφασίσαμε να πάρουμε από κοινού ταξί και να μοιράσουμε τα έξοδα. Πιάσαμε την κουβέντα στο δρόμο της επιστροφής. Είναι από τη Μαδρίτη. Μου είπαν πως τους άρεσε πολύ η Αθήνα και, μεταξύ άλλων, ξεχώρισαν τα Αναφιώτικα στην Πλάκα και τα Εξάρχεια. Μου έκανε θετική εντύπωση το τελευταίο. Τα αγαπημένα Εξάρχεια, τα ταλαίπωρα Εξάρχεια, τα Εξάρχεια που τόσο αρέσκονται να πολεμούν τα Μέσα – μα ποτέ δεν θα τα καταφέρουν να εξαλείψουν την άγρια ομορφιά τους. Όχι όσο τουρίστες σαν τον Δαβίθ και την Πούρι τα επισκέπτονται και τα τοποθετούν στις αγαπημένες περιοχές τους.

Γύρισα σπίτι, τα πόδια μου κομμένα, γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Τι θύελλα συναισθημάτων και αυτή η βραδιά. Και τώρα τελειώνω τη συγγραφή αυτού του κειμένου, στο οποίο επιχείρησα να αποτυπώσω κάτι από τον χθεσινό ψυχολογικό ανεμοστρόβιλο. Ένα κουβάρι σκέψεων, αρνητικών και θετικών, που προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά. Όλα υπό τη μουσική του Nick Cave.


From Her to Eternity… and the road goes on



17 Ιουνίου 2018

Η Χώρα της Επαγγελίας... Μια αλληγορία του Σαρλ Μπωντλαίρ



Η χώρα της επαγγελίας... απεικόνιση της φανταστικής Σάνγκρι-Λα, από το παιχνίδι Far-Cry 4
Η φανταστική χώρα Shangri-La, από το παιχνίδι Far Cry 4



«Υπάρχει, λένε, μια χώρα υπέροχη, μια γη της επαγγελίας, που ονειρεύομαι να επισκεφθώ με μια παλιά μου φίλη. Χώρα παράξενη, πνιγμένη στην πυκνή ομίχλη του Βορρά μας, χώρα που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε Ανατολή της Δύσης, και Κίνα της Ευρώπης, έτσι καθώς καλπάζει εκεί η θερμή και παιχνιδιάρα φαντασία, έτσι καθώς με υπομονή και πείσμα την στόλισε με τη σοφή και χαριτωμένη βλάστησή της. Μια αληθινή γη της επαγγελίας, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα, ευγενικά• όπου η πολυτέλεια αγαπά να καθρεφτίζεται στην τάξη• όπου αναπνέεις τη ζωή, χυμώδη και γλυκιά• όπου η αταξία, η ταραχή και το απρόοπτο δεν έχουν θέση• όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία• όπου η ίδια η κουζίνα είναι ποιητική, βαριά και ερεθιστική συνάμα• όπου όλα σας μοιάζουν, ακριβέ μου άγγελε.

Γνωρίζεις αυτήν την εμπύρετη αρρώστεια που μας αρπάζει μέσα στην ψυχρή αθλιότητα, αυτήν τη νοσταλγία της άγνωστης χώρας, αυτήν την αγωνία της περιέργειας; Υπάρχει ένας τόπος που σου μοιάζει, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα κι ευγενικά, όπου η φαντασία έχτισε και κόσμησε μια Κίνα της Δύσης, όπου αναπνέεις τη ζωή γλυκιά, όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία. Εκεί πρέπει να πάμε, εκεί να ζήσουμε, εκεί πρέπει να πάμε να πεθάνουμε!

Ναι, εκεί πρέπει να πάμε ν' αναπνεύσουμε, να ονειρευτούμε, και να μεγαλώσουμε τις ώρες με των αισθήσεων το άπειρο. Κάποιος μουσικός έγραφε την Πρόσκληση σε βαλς• ποιος θα συνθέσει την Πρόσκληση σε ταξίδι, που θα προσφέρουμε στην αγαπημένη γυναίκα, στην διαλεγμένη αδελφή;

Ναι, μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα η ζωή θα ήταν ευχάριστη, - εκεί πέρα, όπου οι ώρες κυλούν πιο άγρια και είναι γεμάτες σκέψεις, όπου τα ρολόγια σημαίνουν την ευτυχία με μια επισημότητα πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.

Πάνω σε στιλπνές επιφάνειες, πάνω σε επιχρυσωμένα δέρματα μελαγχολικού πλούτου, ζούνε διακριτικά ζωγραφιές μακάριες, ήρεμες και ουσιαστικές, σαν τις ψυχές των καλλιτεχνών που τις δημιούργησαν. Οι δύοντες ήλιοι, που χρωματίζουν τόσο πλούσια την τραπεζαρία ή το σαλόνι, ρίχνουν ένα μαλακό φως μέσα από ωραία υφάσματα ή μέσα από αυτά τα ψηλά καλοδουλεμένα παράθυρα, που ο μόλυβδος χωρίζει σε πολλά τμήματα. Τα έπιπλα είναι πολύ μεγάλα, περίεργα, ακαθόριστα, ενισχυμένα με κλειδαριές και μυστικά σαν τις εκλεπτυσμένες ψυχές. Οι καθρέφτες, τα μέταλλα, τα υφάσματα, τα ασημικά και η φαγέντσια παίζουν για τα μάτια μια συμφωνία σιωπηλή και μυστηριώδη• και από κάθε αντικείμενο, από κάθε γωνιά, από τις χαραμάδες των συρταριών κι από των υφασμάτων τις πτυχές, ξεχύνεται ένα μοναδικό άρωμα, μια νοσταλγία για την Σουμάτρα, που μοιάζει σαν να είναι η ψυχή του σπιτιού.

Μια αληθινή γη της επαγγελίας, σου λέω, όπου όλα είναι πλούσια, καθαρά και στιλπνά, όπως μια ωραία συνείδηση, όπως τα πολυτελή κουζινικά, όπως τα αστραφτερά ασημικά, όπως τα ποικιλόχρωμα κοσμήματα! Όλοι του κόσμου οι θησαυροί ρέουν εκεί, όπως στο σπίτι ενός φιλόπονου ανθρώπου που πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες στον κόσμο ολόκληρο. Χώρα παράξενη, ανώτερη απ' τις άλλες, όπως η τέχνη είναι ανώτερη απ' τη Φύση, που την αναμορφώνει με τ' όνειρο, που την διορθώνει και την ομορφαίνει και την μετουσιώνει.

Ας ψάχνουν, ας ψάχνουν ακόμη, ας διευρύνουν αδιάκοπα τα όρια της ευτυχίας τους αυτοί οι αλχημιστές της κηπουρικής! Ας προσφέρουν έπαθλα, εξήντα και εκατό φλορίνια, γι' αυτόν που θα επιλύσει τα φιλόδοξα προβλήματά τους! Εγώ, βρήκα την μαύρη τουλίπα μου και τη γαλάζια ντάλια μου.

Άνθος ασύγκριτο, τουλίπα που σε ξαναβρήκα, ντάλια αλληγορική, σ' αυτήν την όμορφη, την τόσο ήρεμη και ονειροπόλα χώρα, εκεί δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε; Δεν θα έβρισκες εκεί την αναλογία σου, δεν θα μπορούσες να καθρεφτίζεσαι, για να μιλήσουμε όπως οι μυστικιστές, μέσα στην ίδια την αντιστοιχία σου;

Όνειρα! Πάντα όνειρα! Και όσο πιο φιλόδοξη κι ευαίσθητη είναι μια ψυχή, τόσο απομακρύνονται από την πραγματικότητα τα όνειρά της. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δόση του από φυσικό όπιο, που ακατάπαυστα εκκρίνεται και ανανεώνεται; από τη γέννηση ως το θάνατο, πόσες να είναι οι ώρες που ζούμε γεμάτες θετική απόλαυση, γεμάτες πράξεις επιτυχείς και αποφασισμένες; Θα ζήσουμε ποτέ, θα περάσουμε ποτέ μέσα σ' αυτόν τον πίνακα που ζωγράφισε το πνεύμα μου, σ' αυτόν τον πίνακα που σου μοιάζει;

Αυτοί οι θησαυροί, αυτά τα έπιπλα, αυτή η πολυτέλεια, αυτή η τάξη, αυτά τα αρώματα, αυτά τα θαυμάσια λουλούδια, είσαι εσύ. Εσύ είσαι αυτοί οι μεγάλοι ποταμοί και αυτά τα ήσυχα κανάλια. Αυτά τα μεγάλα καράβια που πλέουν εκεί φορτωμένα με πλούτη κι απ' όπου ανεβαίνουν τα μονότονα τραγούδια της μανούβρας, είναι οι σκέψεις μου που κοιμούνται ή κυλούν πάνω στα στήθη σου. Τα οδηγείς απαλά προς την θάλασσα που είναι το Άπειρο, και στη διαύγεια της ωραίας ψυχής σου αντανακλώνται τα βάθη τ' ουρανού• και όταν, κουρασμένα από τις φουρτούνες και παραγεμισμένα με της Ανατολής τα προϊόντα, γυρνούν στο γενέθλιο λιμάνι, είναι πάλι οι σκέψεις μου που εμπλουτισμένες επιστρέφουν από το Άπειρο σ' εσένα.»



Σαρλ Μπωντλαίρ «Πρόσκληση σε Ταξίδι» [Charles Baudelaire, “L'invitation au voyage”]. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Le Spleen de Paris” [«Η Μελαγχολία του Παρισιού»]. Πρώτη δημοσίευση το 1869. Μετάφραση: Στ. Βαρβαρούσης.



Η Σιέστα, πίνακας του Frederick Arthur Bridgman
The Siesta by Frederick Arthur Bridgman

26 Ιουνίου 2016

Μια ανάρτηση που έμεινε ανολοκλήρωτη





Κάθε ανάρτηση έχει κι ένα θέμα· μα η αποψινή σκέφτηκα να μην έχει κάποιο θέμα. Ή μάλλον, να έχει για θέμα της κάτι δίχως εξέλιξη και τέλος – κάτι που στην ουσία του μένει πάντα ανολοκλήρωτο.

Όλα ξεκίνησαν ακούγοντας μουσική – υπάρχουν ορισμένες ιστορίες που προκύπτουν μέσα από τραγούδια. Ακούγοντας λοιπόν στο τρένο το soundtrack του Nino Rota από το «Νονό» – αναμφίβολα ένα από τα κορυφαία soundtrack που γράφτηκαν ποτέ, για μία από τις κορυφαίες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ – πλημμύριζαν τη σκέψη μου άφθονες εικόνες. Εικόνες δίχως συνοχή που έμοιαζαν περισσότερο με σκηνές από βίντεοκλιπ ή ενδεχομένως σκόρπιες καρτ ποστάλ: εύφορες εκτάσεις με σπιτάκια που λιάζονται σαν ικανοποιημένες γάτες... περαστικοί με καπέλα και ξεβαμμένα κοστούμια στις αποχρώσεις του σέπια... η μοναχική μορφή ενός ανθρώπου που παλεύει να τα βγάλει πέρα σ’ έναν κόσμο αφιλόξενο... το θερμό χαμόγελο μιας γυναίκας που ένας νέος τη βλέπει στους δρόμους κάποιας γειτονιάς – και ορισμένες φορές στα όνειρά του... κάποιο παιδί μ’ ένα σκυλί ίσως, που τρέχουν στα σοκάκια, και απ’ το τρεχαλητό και τα παιχνίδια τους γίνονται ένα... εικόνες ενός κόσμου που χάθηκε... σκηνές μιας ζωής που πάντα υπήρξε, που πάντα θα υπάρχει, ίδια και απαράλλαχτη.

Κι ενώ οι νότες ξετύλιγαν το νήμα τους, σκέφτηκα πως ορισμένες από τις εικόνες αυτές θα μπορούσαν να δώσουν το υλικό για μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ιστορία βρίσκεται εκεί, μέσα τους, όπως το γλυπτό βρίσκεται μέσα στην ακατέργαστη πέτρα... όπως ο πίνακας βρίσκεται μέσα στις μπογιές. Μένει το χέρι και ο συνθετικός νους ενός μαέστρου για να τα αναδείξει... Ένας οικοδόμος που χτίζει σπίτια με υλικά τη φαντασία, τα βιώματα και τις εικόνες που γεννούν διάφορες καταστάσεις μέσα του – ο δημιουργός.

Μα αμέσως μετά ακολούθησε μια διαφορετική σκέψη: Τόσες και τόσες ιστορίες δεν χτίζονται ποτέ. Τόσες και τόσες εξελίξεις μένουν στον αρχικό τους σπόρο – μένουν πάντα μια πιθανότητα, μια νοερή κατάσταση, μια πέτρα που δεν έγινε ποτέ γλυπτό.

Και αυτές οι ιστορίες είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με τις άλλες – χιλιάδες, εκατομμύρια... άπειρες. Γιατί να μη μιλήσουμε γι’ αυτές λοιπόν; Τις ιστορίες που όλοι πήγαμε να δημιουργήσουμε – μα ποτέ δεν έφτασαν στο τέλος τους.


Σκέψου τον έρωτα. Τόσοι μιλούν γι’ αυτόν και για τις σχέσεις και για την ομορφιά της εκπλήρωσής τους και όλα αυτά... Μα είναι ο άλλος έρωτας εκείνος που έχει εμπνεύσει περισσότερο τις τέχνες... εκείνος για τον οποίο δεν θα δεις συμβουλές στα περιοδικά, δεν θα δεις εικόνες στα κοινωνικά δίκτυα και δεν θα παρατηρήσεις στα ζευγάρια γύρω σου: ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Ο έρωτας που κουβαλά κάθε άνθρωπος μέσα του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ακόμα κι εκείνος που δεν ερωτεύτηκε ποτέ – μα όντας ένας σιωπηλός έρωτας, ένας έρωτας μοναχικός, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του. Κρύβεται στη μοναξιά των ανθρώπων, στην απατηλή ατομικότητά τους.

Μπορεί να ήταν το βλέμμα εκείνης που είδες μια φορά μόνο και δεν ανταλλάξατε ποτέ κουβέντα· μπορεί να είναι εκείνη που γνώρισες σε λάθος φάση της ζωής σου... ή της δικής της ζωής· μπορεί να ήταν κάποια που υφάνατε στα γρήγορα κάτι με προοπτικές, μα το αφήσατε για κάτι άλλο – κι εκείνο ξέφτισε πριν καλά καλά αρχίσει. Τόσες ιστορίες. Μα καμιά δεν είχε τέλος – αρκετές δεν είχαν καν αρχή. Μα βρίσκονταν όλες εκεί, μέσα σου, σαν σπόρος, μια δυνάμει πραγματικότητα.

Σκέψου τις φιλοδοξίες μας. Θυμήσου τον καιρό, μικρή, που τραγουδούσες μόνη σου και έφερνες νοερά στη σκέψη το κοινό σου από κάτω να ζητωκραυγάζει... Φαίνεται πως η ιστορία της «Μεγάλης Τραγουδίστριας» που θα γινόσουν έμεινε καταχωνιασμένη στη μπανιέρα. Θυμήσου πάλι τον καιρό που διάβαζες ένα αγαπημένο σου βιβλίο και έπλαθες σχέδια για το «Βιβλίο» που κάποτε θα έγραφες ο ίδιος... Νά ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας που δεν εκκολάφθηκε ποτέ. Σκέψου πόσο πελώρια θα ήταν η Βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας αν περιελάμβανε τα έργα που δεν γράφτηκαν ποτέ! Τα έργα που έμειναν στα σχέδια, νοερές εικόνες στη φαντασία μας και τίποτα περισσότερο! Θα άπλωνε πέρα, ως τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος!

Κι εκείνο το γραφικό «σπιτάκι στην εξοχή»; Κι εκείνο το ταξίδι σε «εκείνα τα εξωτικά νησιά»; Και το μεγάλο “road trip” που προγραμμάτιζες; Και αυτές οι «περιπέτειες» που φώλιαζαν μέσα σου, μα για κάποιο λόγο δεν ξεπρόβαλλαν; Μήπως ανήκες σ’ εκείνους που ήθελαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο; Να ηγηθούν μιας επανάστασης; Μήπως επιθυμούσες να ανακαλύψεις άλλους κόσμους – μα διαπίστωσες πως τους έχουν πια ανακαλύψει όλους;

Αναρωτιέμαι. Υπάρχουν ακόμα ανεκπλήρωτες ιστορίες μέσα σου; Ή τις άφησες όλες να χαθούν;


***


Ακούω τη μουσική. Το soundtrack του Νίνο Ρότα και για τις τρεις ταινίες είναι μαγικό, μα αν υπάρχει κάποιο κομμάτι που αγαπώ περισσότερο απ’ όλα, αυτό είναι αναμφίβολα το θέμα του “Love Theme” – γι’ αυτό και επέλεξα να το συμπεριλάβω στο τέλος της ανάρτησης. Μια ανάρτηση που σκέφτομαι να την αφήσω δίχως γραπτό τέλος – ακόμα καλύτερα, να την κόψω απότομα. Να μοιάζει το κείμενο λες και κόπηκε στη μέση. Πως πήγε να πει κάτι, μα τελικά δεν το είπε ακριβώς με τον τρόπο που ήθελε – όπως κι εσύ δεν είπες ακριβώς με τον τρόπο που είπες τα λόγια που έπρεπε να πεις σ’ εκείνην την κοπέλα· όπως δεν εξελίχθηκαν αυτά τα όνειρα που έτρεφες με τον τρόπο που είχες φανταστεί· όπως τόσα και τόσα πράγματα γύρω μας συμβαίνουν κάθε μέρα.

Γιατί στον κόσμο που ζούμε τα περισσότερα γλυπτά μένουν αγκυλωμένα στην αρχική τους πέτρα. Και οι νοερές σκέψεις τις περισσότερες φορές δεν γίνονται ιστορίες – μένουν σκέψεις, εικόνες, σπίθες μιας φωτιάς που δεν άναψε.

Μα δεν επιθυμώ να μεταδώσω την αίσθηση κάποιας παραίτησης ή μιας παθητικότητας – λέξη που δεν συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου. Γιατί υπάρχει διαφορά σ’ εκείνον που ονειρεύεται... και σ’ εκείνον που έχει σταματήσει. Τί είναι εξάλλου η ζωή, αν όχι οι άπειρες εκείνες απιθανότητες που αγωνίζονται να γίνουν πιθανότητες – και έπειτα να υλοποιηθούν σε πράξεις. Μοιάζει με τα άφθονα εκείνα σπερματοζωάρια που παλεύουν να τρυπώσουν σ’ ένα ωάριο – μα τελικά μόνο ένα καταφέρνει. Κι έτσι χτίζεται η ζωή. Και τα υπόλοιπα; Τί να γίνει παιδιά – στα τυχερά παιχνίδια δεν υπάρχει παρά ένας μεγάλος νικητής.

Κάποιες φορές αρκεί να παίζεις το παιχνίδι.


Το ανεκπλήρωτο είναι η βάση των πάντων γύρω μας. Πάνω στα ερείπια του χτίζουμε κόσμους. Πάνω στα θεμέλιά του οικοδομούμε όνειρα. Είναι η φωτιά που καίει μέσα σου. Και δεν έχει τέλος, δεν μπορεί να έχει τέλος – γιατί γνωρίζει πως κάθε τέλος είναι μια καινούργια αρχή. Και αν τελικά εκπληρωθεί ένα όνειρο, είναι μόνο για να δώσει τη θέση του σε άλλο. Έτσι τσουλάει η φάση.

Ό,τι ολοκληρώνεται τελειώνει. Ό,τι τελειώνει πεθαίνει. Μα στο ατελείωτο βρίσκεται ο σπόρος της συνεχούς δημιουργίας. Σκέψου τα έργα του Ντα Βίντσι – πόσο λίγα πρόλαβε να ολοκληρώσει· πόσα άφησε στη μέση.


Ίσως τελικά εκείνο που μπορούμε να –