Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μοντερνισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαΐου 2019

À bout de souffle... Ή όλα ή τίποτα.



Ένα αφιέρωμα στην ταινία Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και το Νέο Κύμα, από το φονικό κουνέλι



Ένα αφιέρωμα στην ταινία "Με Κομμένη την Ανάσα" του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ



[Τόπος: μικροσκοπικό δωμάτιο στο διαμέρισμα της Πατρίσια. Ο Μισέλ και η Πατρίσια στο κρεβάτι]


ΜΙΣΕΛ: “Θα άφηνες κάποιον άλλο άντρα να σε χαϊδέψει;” [τη χαϊδεύει απαλά]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ξέρεις... είπες πριν ότι φοβάμαι. Αλήθεια είναι - φοβάμαι. Επειδή θέλω να με αγαπάς. Μα, την ίδια στιγμή, θέλω να πάψεις να με αγαπάς. Είμαι πολύ ανεξάρτητη, ξέρεις.”

[ο Μισέλ απλώνει το χέρι του γύρω της και την αγκαλιάζει]

ΜΙΣΕΛ: “Σε αγαπάω, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πώς, τότε;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Μα δεν ξέρεις τι νομίζω. Δεν γνωρίζεις.”

ΜΙΣΕΛ: “Ασφαλώς και γνωρίζω.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, δεν γνωρίζεις. Θέλω να ξέρω τι κρύβεται πίσω από το πρόσωπό σου. Το κοιτάζω εδώ και 10 λεπτά, και ακόμα δεν ξέρω τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν είμαι θλιμμένη, αλλά φοβάμαι.”

[ο Μισέλ παίρνει μία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και της χαϊδεύει τα μαλλιά]

ΜΙΣΕΛ: “Γλυκιά, ευγενική Πατρίσια.” [η Πατρίσια κάνει πέρα απότομα]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι.”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μοχθηρή, ανόητη, άκαρδη, δειλή, τρισάθλια, ελεεινή...” [η Πατρίσια χαμογελάει και ανάβει τσιγάρο]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ναι, ναι.”

ΜΙΣΕΛ: “Δεν ξέρεις καν ούτε πώς να βάζεις το κραγιόν σου. Τώρα είσαι αποκρουστική.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πες ό,τι θες, δεν με νοιάζει. Θα τα βάλω όλα στο βιβλίο μου.”

ΜΙΣΕΛ: “Ποιο βιβλίο?”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γράφω ένα μυθιστόρημα.”

ΜΙΣΕΛ: “Εσύ;”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γιατί όχι; Τι κάνεις εκεί;” [ο Μισέλ πάει να της βγάλει την μπλούζα]

ΜΙΣΕΛ: “Σου βγάζω την μπλούζα.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι τώρα, Μισέλ.” [τον αποτρέπει]

ΜΙΣΕΛ: “Πω πω, τι μπελάς που είσαι. Τι είναι όλα αυτά;”

[η Πατρίσια πιάνει ένα βιβλίο στα χέρια της]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γνωρίζεις τον William Faulkner;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι, ποιος είναι; Κάποιος που κοιμήθηκες μαζί του;” [τη χαϊδεύει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, γλυκέ μου...”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μπορεί να πάει στο διάολο! Βγάλε τη μπλούζα σου.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχεις διαβάσει το "The Wild Palms";”

ΜΙΣΕΛ: “Είπα όχι. Βγάλε τη μπλούζα σου.” [η Πατρίσια συνεχίζει να τον αποφεύγει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Άκου η τελευταία πρόταση είναι πολύ όμορφη: “between grief and nothing, i will take grief”... Μεταξύ της θλίψης και του τίποτα, διαλέγω τη θλίψη.” [γυρίζει προς το μέρος του Μισέλ και τον κοιτάζει] “Εσύ ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Άσε με να δω τα δάχτυλά του ποδιού σου.” [η Πατρίσια γελάει] “Τα δάχτυλα είναι σημαντικά σε μία γυναίκα, μη γελάς.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Η θλίψη είναι ανόητη. Διαλέγω το τίποτα. Δεν είναι καλύτερο... αλλά η θλίψη είναι ένας συμβιβασμός. Και εγώ τα θέλω ή όλα... ή τίποτα.”




Οι πρωταγωνιστές του À bout de souffle του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ




*** 



Ελάχιστες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου μπορούν να καυχώνται για το ακόλουθο: ανακάλυψαν την απόκρυφη πηγή της νιότης και ήπιαν απ’ το διάφανο νερό της. Ήπιαν τόσο, που μοιάζουν το ίδιο νέες ακόμα και δεκαετίες μετά το γύρισμά τους. Και θα συνεχίσουν να δείχνουν εξίσου νέες – όσα χρόνια και αν περάσουν.

Ποιο είναι το μαγικό συστατικό τους; Μήπως η ηλικία των πρωταγωνιστών; Ή το γεγονός πως οι δημιουργοί του περιβόητου “Nouvelle Vague” – του κινηματογραφικού Νέου Κύματος – υπήρξαν εξίσου νέοι τον καιρό που γύριζαν τα συγκεκριμένα έργα; Όχι, αγαπητοί – αν και σίγουρα έπαιξαν κι αυτά τον ρόλο τους. Μα κι άλλες ταινίες είχαν (και έχουν) νεαρούς πρωταγωνιστές – δίχως όμως το ίδιο αποτέλεσμα.

Όχι, δεν είναι οι ηλικίες. Εκείνο που αποτυπώνει στα πρωτοπόρα έργα του Νέου Κύματος το αειθαλές τους ύφος είναι το στυλ: είτε μιλάμε για τους διαλόγους, είτε για τις σκηνοθετικές τεχνικές, είτε για τις εκφράσεις των πρωταγωνιστών, είτε για εκείνη τη διάθεση να πετάξουν κάθε κινηματογραφική σύμβαση στα σκουπίδια – τα πάντα σε αυτές τις ταινίες ξεχειλίζουν από μια αδιάκοπα cool και ταυτόχρονα, βαθιά ανατρεπτική διάθεση. Επρόκειτο για ένα φύσημα φρέσκου ανέμου στον κινηματογράφο, προορισμένο να απομακρύνει τους σωρούς της σκόνης – και όλα τα συσσωρευμένα εμπορικά κλισέ της.

Και το «Με Κομμένη την Ανάσα» [“A Bout de Souffle”], σε σκηνοθεσία Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και σενάριο Φρανσουά Τρυφώ… είναι ίσως η πιο cool και στυλάτη ταινία όλων. Παρατηρείς εκείνη την έκφραση του Ζαν Πολ Μπελμοντό, ενώ προσπαθεί να μιμηθεί το ίνδαλμά του, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, και σκέφτεσαι… cool. Βλέπεις τη μυστήρια, ακροβατούσα μεταξύ εύθραυστου και υποχθόνιου, στάση της Τζιν Σίμπεργκ, και σκέφτεσαι… cool. Αφήνεις να σε απορροφήσουν οι διάλογοι των χαρακτήρων, ρεαλιστικοί σαν καθρέφτες και παιχνιδιάρικοι σαν τρενάκι σε λούνα παρκ και σκέφτεσαι… cool. Παρασύρεσαι από τις τζαζ μελωδίες που περιβάλλουν τα ηχοτρόπια του φιλμ και σκέφτεσαι… cool. Διαπιστώνεις πως ο σκηνοθέτης δεν σκηνοθετεί απλά ένα έργο… μα παίζει με την κάμερα και τις τεχνικές του μοντάζ, παίζει σαν ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει εκ νέου τους κανόνες του κινηματογράφου – ε, και αναφωνείς: αυτό είναι ωραίο.




Ζαν Πολ Μπελμοντό και Τζιν Σίμπεργκ στους δρόμους του Παρισιού, από το Breathless του Godard
Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και οι πρωταγωνιστές του στα γυρίσματα του Με Κομμένη την Ανάσα
À bout de souffle, aka Breathless... Jean paul belmondo and Jean seberg
Godard filming Breathless, era of the Nouvelle Vague




Αυτό είναι στην πραγματικότητα το “A Bout de Souffle”… ένα πείραμα. Αυτό υπήρξε το «Νέο Κύμα» στα πρώτα χρόνια του. Μια νέα μέθοδος, διατεθειμένη να κρατήσει από την ιστορία του κινηματογράφου μόνο εκείνα που αγάπησε βαθιά και την ενέπνευσαν (όπως κάποια έργα του αμερικανικού φιλμ νουάρ, για παράδειγμα, και τις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ) – και να απομακρύνει όλα τα υπόλοιπα. Οι πρωτοπόροι του Νουβέλ Βαγκ – ο Γκοντάρ, ο Τρυφώ, ο Αλέν Ρενέ – ενδιαφέρονταν για τους «κανόνες» μόνο όσο εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους. Όσα δεν εξυπηρετούσαν αυτόν τον σκοπό ήταν πια αχρείαστα. Και ο σκοπός αυτών των σκηνοθετών ήταν να επαναφέρουν το προσωπικό στίγμα στον κινηματογράφο, το υποκειμενικό βίωμα, τη ματιά του δημιουργού.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το «Με Κομμένη την Ανάσα» σε σημεία μοιάζει σχεδόν με ντοκιμαντέρ. Νιώθεις πως έχει ανοίξει ένα παράθυρο στην προσωπική ζωή των πρωταγωνιστών του… και τους βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, να συνδιαλέγονται μεταξύ τους, αληθινούς, με σάρκα και οστά. Τους ακολουθείς ενώ βαδίζουν στο υπέροχο ασπρόμαυρο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 και μοιάζεις ο ίδιος με εκείνη την κάμερα που τρέχει ξωπίσω τους, σαν σκυλάκι, χύμα και εκτεθειμένη και δίχως καμία απόπειρα προσομοίωσης του περιβάλλοντος σε κάτι που θα παρέπεμπε σε κινηματογραφικό στούντιο. Και άσε τους περαστικούς να σε κοιτάζουν με απορία – τα απορημένα βλέμματα και οι αμήχανες ματιές τους θα μείνουν κι αυτά στην ιστορία του έργου, αναπόσπαστο μέρος του υποκειμενικού ρεαλισμού του.

Όσο αφορά τους διαλόγους των χαρακτήρων… νομίζω πως το απόσπασμα που επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας, πάνω, είναι απολύτως χαρακτηριστικό. Και, ναι – μοιάζει με μυθιστόρημα. Μα αν το “A Bout de Souffle” ήταν μυθιστόρημα, σίγουρα θα έστεκε πλάι σε έργα όπως του Τζόυς, του Μπέκετ ή του Κέρουακ. Ή ενδεχομένως εκείνο το υπέροχο «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ. Θα ήταν, με άλλα λόγια, ένα από εκείνα τα έργα που άλλαξαν το στυλ και το ύφος της γραπτής αφήγησης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Πέραν των κινηματογραφικών τεχνικών του – τα περίφημα “jump-cuts” του Γκοντάρ και εκείνη η νατουραλιστική διάθεση – και πέραν του αναμφίβολου στυλ του, το “Breathless” (ας αναφέρω και τον αγγλικό του τίτλο) ξεχωρίζει για την πιστή αποτύπωση των χαρακτήρων μιας νέας εποχής – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταιριάζει απόλυτα στο λυκαυγές της δεκαετίας του 60. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, πως ελάχιστα φιλμ αποπνέουν τόση «δεκαετία του 60» μέσα τους, όσο το συγκεκριμένο. Και όχι, αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνο περί «αειθαλούς νεότητας» που έγραψα πριν, αγαπητοί μου. Διότι αν έφερε κάτι καινούργιο η δεκαετία του 60 στον ανθρώπινο πολιτισμό, ήταν ακριβώς εκείνος ο εναγκαλισμός της νεότητας, σε κάθε της διάσταση – φτάνοντας ως τα άκρα του πειραματισμού και την επιθυμία να ανατραπεί κάθε κατεστημένο καθεστώς.

Και αυτό το πνεύμα είναι πάντα διαχρονικό, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Και αν η εποχή μας σε πολλά πράγματα δείχνει «γεροντότερη» συγκριτικά με τη δεκαετία του 60 – αυτό συμβαίνει μάλλον γιατί δεν μελετήσαμε καλά τα μαθήματα που μας άφησε. Και διότι ξεχάσαμε πως το παζλ βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, όχι απλά για να το στήσουμε σύμφωνα με τους κανόνες – μα για να το ανακατέψουμε, να το αναπλάσουμε και να το χτίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Ε, και σε αυτά, όλο και κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει η δεκαετία του 60 – και πειράματα όπως η Νουβέλ Βαγκ. 



Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό στο Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ /Jean-Paul Belmondo in Breathless
Ο Τζιν Σίμπεργκ στο Με Κομμένη την Ανάσα / Jean Seberg in Breathless




Κάποιοι υπερβολικά «πολιτικοποιημένοι» κριτικοί των καιρών είχαν επικρίνει τον Γκοντάρ πως οι χαρακτήρες του έργου του χαρακτηρίζονται από «μηδενιστικό» τρόπο σκέψης. Εκείνο το «δεν ξέρω» της γλυκιάς, μα επικίνδυνης Πατρίσια (μια φιγούρα που σίγουρα αποτίνει φόρο τιμής στην πεμπτουσία του φιλμ νουάρ και των femme fatale του), αυτή η αδιάκοπη αίσθηση μετέωρου που αποπνέει το ζευγάρι καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, η άνετη μα ταυτόχρονα αδιάφορη μορφή του Μισέλ… όλα μοιάζουν να επιδοκιμάζουν μια αισθητική που αδιαφορεί για κάθε μορφή ιδεαλισμού και κάθε θετικό στόχο. Μα οι συγκεκριμένοι κριτικοί προσπέρασαν το γεγονός πως οι ίδιοι χαρακτήρες ακροβατούν στα άκρα της κοινωνικής αποδοχής – και αδιαφορούν για τα κινηματογραφικά και αφηγηματικά ταμπού των καιρών τους. Αμφισβητούν κάθε εξουσία, συζητούν ανοιχτά για το σεξ, κινούνται πέρα από την επικρατούσα ηθική – και προβληματίζονται.

Σύμφωνοι – δεν έχουν απαντήσεις. Μα κάποιες φορές οι πολλές απαντήσεις (και οι αυθεντίες που τις επικαλούνται) σε κάνουν να νιώθεις μπουχτισμένος. Κάποιες φορές θες απλά να γκρεμίσεις εκείνο που σε καταπιέζει, είτε με τη μορφή μιας θετικής κατεύθυνσης, είτε με τη μορφή μιας εξουσίας – να το γκρεμίσεις και να το οικοδομήσεις ξανά, τούβλο προς τούβλο, απ’ την αρχή.

Σαν παιδί.

Να γιατί βρίσκω πολλά κοινά συνδετικά στοιχεία του Nouvelle Vague όχι μόνο με τα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, μα και με τη μουσική της εποχής – ιδιαίτερα τη τζαζ της δεκαετίας του 50 και του 60 – καθώς και με την επερχόμενη ροκ και πανκ μουσική που έμελλε να χαρακτηρίσει τις επόμενες δεκαετίες. Αν και μάλλον η τζαζ (και ιδιαίτερα η cool jazz και το bebop) συνιστά το τέλειο ηχητικό υπόβαθρο για τα πειράματα του Νέου Κύματος… Παιχνιδιάρικη και ανατρεπτική μεν, δίχως όμως τον βαθύ εγωκεντρισμό και το «φτύνω-στα-μούτρα-σου» στυλ που έμελλε να χαρακτηρίσει την επερχόμενη ροκ αισθητική.

Αυτό είναι λοιπόν το “A Bout de Souffle”! Η ταινία που καθιέρωσε το κινηματογραφικό Νέο Κύμα – ένα κύμα που θα μπορούσε, και σήμερα ακόμα, να ξεπλύνει μεγάλο μέρος της σύγχρονης εμπορικής καλλιτεχνικής ξηρασίας. Ό,τι και να λέμε: όταν ένα έργο αφιερώνει πάνω από το 1/3 της διάρκειάς του στον καθημερινό διάλογο δύο πρωταγωνιστών, που απλά αράζουν σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο – και κατορθώνει να σε απορροφήσει λες και βλέπεις το πιο συναρπαστικό υπερθέαμα… ε, τότε ξέρεις πως τα κομμάτια του παζλ έχουν ανασυσταθεί ξανά απ’ την αρχή.

Και γίνεσαι ξανά παιδί και παίζεις. Και ανασαίνεις βαθιά.

Ναι – ανασαίνεις.


© Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι, μια γλυκιά Κυριακή του Μαΐου του 19.



Με Κομμένη την Ανάσα: το φιλί των πρωταγωνιστών

16 Ιουνίου 2015

Μόνοι Μαζί





Παράνομο ζευγάρι. Εκείνη αποζητά μέσω αυτού μια άλλη ζωή. Εκείνος αποζητά μέσω αυτής ένα ερωτικό πάθος. Νύχτες σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων, υπό το ημίφως κάποιας λάμπας. Είναι μαζί. Είναι μόνοι.

Και εσύ, ο αναγνώστης, όπως ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, παρακολουθείς στα κρυφά – τους παρατηρείς από ένα άνοιγμα στον τοίχο. Δεν γνωρίζουν πως τους ακούς. Ρουφάς κάθε τους λέξη, κάθε τους κίνηση. Τους βλέπεις ενώ κάνουν έρωτα – σκιερές φιγούρες στο σκοτάδι, βογκητά κόντρα στη σιωπή. Ακούς τη φωνή της γυναίκας, αισθάνεσαι κάθε της ανάσα, παγώνεις σε κάθε της παύση… Στ’ αυτιά σου αντηχούν τα λόγια της – όπως τα κατέγραψε ο Ανρί Μπαρμπίς στο μυθιστόρημά του, «Η Κόλαση», κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα - και όπως εγώ τα αναδημοσιεύω, 100 χρόνια μετά, για να μπορέσεις ο ίδιος να τ’ ακούσεις καθαρότερα.

Δεν έχεις παρά να συγκεντρώσεις την προσοχή σου… και, να, η φωνή της γυναίκας αντηχεί ξεκάθαρη στ’ αυτιά σου. Μιλάει στον άντρα δίπλα της. Και λέει τα ακόλουθα.

***

«Το ξέρεις καλά, καλύτερα και από μένα, πως είμαστε μόνοι. Μια μέρα που σου μιλούσα για τη χαρά της ζωής και που ήσουν πλημμυρισμένος από θλίψη, όπως εγώ σήμερα, με κοίταξες, και ύστερα μου είπες πως δεν ήξερες τι είχα στη σκέψη μου, πέρα απ’ τα λόγια· πως δεν ήξερες αν το αίμα που μου κοκκίνιζε το πρόσωπο δεν ήταν ένα ζωντανό φτιασίδι. Οι σκέψεις μας όλες, απ’ τις πιο μεγάλες ως τις πιο μικρές, είναι μόνο δικές μας. Όλα μας ξαναρίχνουν στον εαυτό μας και μας καταδικάζουν να είμαστε μόνοι. Κείνη την ίδια μέρα είπες: “Είναι πολλά που μου κρύβεις, και δεν θα τα μάθω ποτέ, ακόμα κι αν μου τα πεις”. Μου έδειξες πως ο έρωτας δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια γιορτή της μοναξιάς μας, και στο τέλος μου φώναξες, καθώς μ’ έπνιγες στην αγκαλιά σου: “Ο έρωτάς μας είμαι εγώ!” Κι εγώ σου αποκρίθηκα, αλίμονο, με την αναπόφευκτη απάντηση: “O έρωτάς μας είμαι εγώ!”».

Ο άντρας θέλησε να μιλήσει. Με μια φιλική, απελπισμένη κίνηση, του έβαλε το χέρι της στο στόμα και είπε πάλι, πιο δυνατά, με αρμονική, τρεμάμενη φωνή:

«Ορίστε… Πάρε με, σφίξε τα δάχτυλά μου, ανασήκωσέ μου τα βλέφαρα, στήριξε όλο σου το στήθος πάνω στο δικό μου, ψάξε με με τα χέρια ή με τη σάρκα σου· φίλησέ με πολύ, πολύ, ώσπου ν’ ανασάνεις με το στόμα μου, ώσπου να μη μπορούμε πια να ξεχωρίσουμε τα χείλη μας. Κάνε με ό,τι θέλεις για να έρθεις κοντά μου, κοντά μου… και αποκρίσου μου: “Πονώ. Τον νιώθεις τον πόνο μου;”»

Ο άντρας δεν μίλησε (…)

«Αχ! είπε πάλι εκείνη, ας μη μιλάμε πια, ας μη μιλήσουμε ποτέ πια για τη χαρά και για τη λύπη, είναι εντελώς αδύνατον να ξεχωρίσουν. Και η επίδραση του πνεύματος πάνω σ’ ένα άλλο είναι κι αυτή απαγορευμένη. Δεν υπάρχουν στον κόσμο δυο πλάσματα που να μιλούν την ίδια γλώσσα. Στιγμές-στιγμές προσεγγίζονται χωρίς φανερή αιτία, ύστερα, το ίδιο αναίτια, αποτραβιούνται το ένα απ’ τον άλλο. Δέρνονται, χαϊδεύονται, πληγώνονται, ακρωτηριάζονται. Γελούν όταν θα έπρεπε να κλάψουν, χωρίς να μπορούν ποτέ τίποτα. Σε κάθε ζευγάρι υπάρχει πάντα μια δόση τρέλας. Εσύ ο ίδιος το είπες, δεν τη βρήκα εγώ αυτή τη φράση. Εσύ, που έχεις τόση εξυπνάδα και σοφία, μου είπες πως δυο συνομιλητές είναι δυο τυφλοί, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, βουβοί σχεδόν, και πως δύο εραστές μένουν τόσο ξένοι, όσο ο άνεμος με το πέλαγος. Ένα προσωπικό ενδιαφέρον ή ένας διαφορετικός προσανατολισμός των αισθήσεων και των ιδεών, μια κούραση ή, απεναντίας, ένα κέντρισμα του πόθου, θολώνουν την προσοχή, την εμποδίζουν να είναι πραγματικά αγνή. Όταν κανείς προσέχει δεν ακούει, και όταν ακούει, δεν καταλαβαίνει. Σε κάθε ζευγάρι υπάρχει πάντα μια δόση τρέλας».






Ο άντρας δεν απαντούσε πια. Την κρατούσε, τη λίκνιζε ελαφρά, τη χάιδευε με προφύλαξη και θλίψη. Της φερόταν σα να ήταν ένα άρρωστο παιδάκι που το φροντίζουν χωρίς να του εξηγούν…  Κι έτσι ήταν, όσο γίνεται πιο μακριά της.

Η επαφή της όμως τον γέμιζε ταραχή. Ακόμα και θλιμμένη, αποκαμωμένη και απελπισμένη, παλλόταν θερμή στην αγκαλιά του, ακόμα και πληγωμένη την ποθούσε. Είδα τα μάτια του να λάμπουν καθώς εκείνη παραδινόταν στη θλίψη με την απόλυτη εγκατάλειψη του εαυτού της. Σφίχτηκε απάνω της. Εκείνην ήθελε. Τα λόγια που του έλεγε τα πετούσε. Του ήταν αδιάφορα, δεν τον χάιδευαν. Την ήθελε εκείνη, εκείνη!

Χωρισμός! Οι ιδέες και οι ψυχές τους έμοιαζαν πολύ, και τούτη τη στιγμή βοηθούσαν στενά ο ένας τον άλλο. Εγώ όμως, ένας μοναχικός θεατής, έβλεπα καλά με την αδέσμευτη ματιά μου πως ήταν δύο ξένοι και πως στην πραγματικότητα δεν έβλεπαν ούτε άκουγαν ο ένας τον άλλο…

Εκείνη θλιμμένη και ερεθισμένη κάπως αόριστα, ίσως από τη λαχτάρα να τον πείσει· εκείνος ξαναμμένος από τον πόθο, τρυφερός και ζωώδης. Απαντούσαν όσο καλύτερα μπορούσαν, μα τους ήταν αδύνατον να υποκύψουν, πάσχιζαν όμως να νικήσουν ο ένας τον άλλο, κι αυτή η τρομερή μάχη με σπάραζε.

Η γυναίκα ένιωσε τον πόθο του και του είπε παραπονιάρικα, σαν φταίχτρα:

«Είμαι άρρωστη»…

Ύστερα κυριεύτηκε από μια πένθιμη μανία. Ανασήκωσε τα ρούχα της, τα παραμέρισε, τα πέταξε μακριά, βγήκε απ’ αυτά σαν μέσα από μια σκοτεινή φυλακή και του προσφέρθηκε σαν ένα ολόγυμνο θύμα, με τη γυναικεία της πληγή και με την καρδιά της.

Είδα για άλλη μια φορά το μπλέξιμο των κορμιών και το αργό, ρυθμικό, ασύνορο χάδι. Για άλλη μια φορά κοίταξα το πρόσωπο του άντρα τις στιγμές της ηδονής. Τον είδα καλά. Ήταν μόνος!

Τον εαυτό του συλλογιζόταν, τον εαυτό του αγαπούσε. Το πρόσωπό του με τις φλέβες φουσκωμένες από αίμα είχε εκστασιαστεί καθώς χρησιμοποιούσε τη γυναίκα σαν ένα σάρκινο όργανο ισάξιό του. Τον εαυτό του συλλογιζόταν, τον εαυτό του θαύμαζε. Ήταν ευτυχισμένος με όλο του το σώμα και με όλο του τον λογισμό. Η ψυχή του ανάβρυσε, ακτινοβόλησε, έλαμψε στο πρόσωπό του… Κολύμπησε ολόκληρος στη χαρά. Ψιθύριζε λόγια λατρείας, θεοποιημένος απ’ αυτήν, την ευλογούσε.

Δεν είναι ενωμένοι γιατί ριγούν και λικνίζονται ταυτόχρονα, και γιατί λίγη από τη σάρκα τους είναι κοινή. Είναι, απεναντίας, εκθαμβωτικά μόνοι. Πέφτουν χωρίς να ξέρουν που, με το στόμα και τα μπράτσα μισάνοιχτα. Τι χωρισμός αυτή η κοινή απόλαυση!»



 Egon Schiele: The Embrace

***


Ας επανέλθουμε στα δικά μας. Ήταν ένα εκτενές απόσπασμα από την «Κόλαση» του Ανρί Μπαρμπίς (Henri Barbusse). Γραμμένο σχεδόν έναν αιώνα πριν, παραμένει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Και πρόσφατα μόλις κυκλοφόρησε – για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος – σε ελληνική μετάφραση (της Στέλλας Βουρδουμπά).

 Ο κεντρικός πρωταγωνιστής παρακολουθεί στα κρυφά τη ζωή των ενοίκων ενός ξενοδοχείου, μέσα από το άνοιγμα του τοίχου. Δεν πρόκειται απλά περί ηδονοβλεψίας, μα για αναζήτηση νοήματος. Ο έρωτας, η μοναξιά, η πλήξη, η καθημερινή πεζότητα και η δυνατότητα (ή όχι) υπέρβασης της ατομικότητάς μας (ως ένωση, ως μέθεξη) είναι θέματα που τον ταλανίζουν. Μέσω της ζωής των άλλων αποζητά, αγωνιωδώς, να δώσει κάποιες απαντήσεις… Να γεμίσει με χρώμα την καθημερινότητά του, να εμπλουτίσει με κάποιο ορίζοντα το επίπεδο τοπίο της.

Και μαζί με αυτόν συμπλέουν εν αγνοία τους οι υπόλοιποι χαρακτήρες – σαν το ζευγάρι που είδαμε. Και όπως ο κεντρικός χαρακτήρας τους παρακολουθεί στα κρυφά – έτσι κάνεις και συ, ο αναγνώστης, βλέποντας τους μέσα από τα μάτια του, νιώθοντας – ποιος ξέρει – τις δικές του αγωνίες. Διαβάζοντας τον λόγο του. Όπως αντίστοιχα τώρα διαβάζεις αυτό εδώ το blog και εγώ, ένας άλλος αναγνώστης, σου απευθύνομαι. 

Καθρέπτες μέσα σε καθρέπτες. Μα κάπου θα υπάρχει μια διέξοδος, ένας κοινός τόπος. Εκεί που θα είμαστε μαζί, μα όχι μόνοι... Εκτός αν "δεν υπάρχουν στον κόσμο δυο πλάσματα που να μιλούν την ίδια γλώσσα".

Όσο αφορά το μυθιστόρημά μας και την εξέλιξη των χαρακτήρων του… Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.