Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωποι και ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωποι και ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουλίου 2019

Ρόμπερτ Μπερνς: Ωδή σ' ένα Ποντίκι


Ωδή σ' ένα Ποντίκι, ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς, παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / To a Mouse, by Robert Burns





«Μικρό γυαλιστερό γυαλιστερό ζωάκι 
οπού φοβάσαι όλο και ζαρώνεις, 
μην τρέχεις να γλυτώσεις από μένα 
με βιάση τόση! 
Δε σε χτυπά το φτυάρι μου και δε μπορεί να σε σκοτώσει! 

Πολύ λυπάμαι πού οι άνθρωποι εχτροί 
γίναν σ’ όλα τα πλάσματα της φύσης, 
ώστε να σκέφτεσαι τόσο κακά γι’ αυτούς 
και να φοβάσαι εμένα πού ‘χω απ’ το χώμα γεννηθεί θνητός 
καθώς εσένα. 

Ξέρω, πώς κάθε τόσο, φτωχό, κλέβεις 
κανένα ψίχουλο, πρέπει να ζήσεις! 
Αν κάποιο στάχυ πού ‘πεοε μου πήρες 
σπουδαίο δεν είναι. 
Το στάχυ αυτό γούρι θα φέρει, κι’ άλλα 
στάχυα μεγάλα. 

Σου γκρέμισα το τοσοδούλι σου σπιτάκι 
τους παιχνιδότοιχούς του πήρ’ ο αέρας 
και δεν υπάρχουν χλωρά μούσκλα άλλο να χτίσεις• 
κι οι άνεμοι 
χίμηξαν κιόλας, παγεροί σε ζώνουν 
και σε δαγκώνουν. 

Είχες δει τα χωράφια γυμνά κι άδεια 
κι ένοιωθες να ‘ρχεται ο κακός χειμώνας• 
έλπιζες βολεμένο στο νοικοκυριό σου 
καλά να τον περνούσες. 
Μα τρακ! τ’ αλύπητο υνί σε μια στιγμούλα μόνη 
σε ξεσπιτώνει. 

Πόσον καιρό ροκάνιζες για να τον στήσεις 
κειό το μικρό σωρό τα καλαμοφυλλάκια. 
Τώρα σε διώξαν, και δε φτάνει ο πόνος 
μα δε θα 'χεις σπίτι 
σαν πάρει στα χωράφια και το στρώνει 
πάχνη και χιόνι. 

Μα, τυφλοπόντικα, δεν είσαι ο μόνος 
που δείχνει πώς η πρόνοια μάταιη είναι. 
Τα πι’ όμορφα σχέδια και ποντικών κι ανθρώπων 
συχνά σωροί συντρίμμια• 
κι η υπόσχεση αντί χαρές μας δίνει μόνο 
πλήξη και πόνο. 

Και πάλι, ω ποντικέ, από με πιο ευτυχισμένος είσαι! 
γιατί μονάχα τωρινά κακά σε βασανίζουν, 
ενώ εγώ, το μάτι αν στρέψω πίσω 
πληγές να στάζουν θ’ αντικρύσω. 
Κι’ αν μπρος κοιτάξω τρέμω για ό, τι 
μαντεύω να ’ρχεται κατόπι.» 


***


Scottish Highlands, πίνακας του Gustave Doré / Scottish Highlands, by Gustave Doré



“Wee, sleeket, cowran, tim’rous beastie, 
O, what a panic’s in thy breastie! 
Thou need na start awa sae hasty, 
Wi’ bickerin brattle! 
I wad be laith to rin an’ chase thee 
Wi’ murd’ring pattle! 


I’m truly sorry Man’s dominion 
Has broken Nature’s social union, 
An’ justifies that ill opinion, 
Which makes thee startle, 
At me, thy poor, earth-born companion, 
An’ fellow-mortal!


I doubt na, whyles, but thou may thieve; 
What then? poor beastie, thou maun live! 
A daimen-icker in a thrave 
’S a sma’ request: 
I’ll get a blessin wi’ the lave, 
An’ never miss ’t! 


Thy wee-bit housie, too, in ruin! 
It’s silly wa’s the win’s are strewin! 
An’ naething, now, to big a new ane, 
O’ foggage green! 
An’ bleak December’s winds ensuin, 
Baith snell an’ keen! 


Thou saw the fields laid bare an’ waste, 
An’ weary Winter comin fast, 
An’ cozie here, beneath the blast, 
Thou thought to dwell, 
Till crash! the cruel coulter past 
Out thro’ thy cell. 


That wee-bit heap o’ leaves an’ stibble 
Has cost thee monie a weary nibble! 
Now thou’s turn’d out, for a’ thy trouble, 
But house or hald, 
To thole the Winter’s sleety dribble, 
An’ cranreuch cauld! 


But Mousie, thou art no thy-lane, 
In proving foresight may be vain: 
The best laid schemes o’ Mice an’ Men 
Gang aft agley, 
An’ lea’e us nought but grief an’ pain, 
For promis’d joy! 


Still, thou art blest, compar’d wi’ me! 
The present only toucheth thee: 
But Och! I backward cast my e’e, 
On prospects drear! 
An’ forward tho’ I canna see, 
I guess an’ fear!” 


***



“Ωδή σ’ ένα Ποντίκι”, του ποιητή των highlands της Σκωτίας, Ρόμπερτ Μπερνς, [Robert Burns, “To a Mouse”]. Έτος καταγραφής, 1785. Λέγεται πως ο ποιητής κατέγραψε το τραγούδι ενώ είχε μόλις καταστρέψει, άθελά του, τη φωλιά του ποντικού – και κρατούσε ακόμα το άροτρο στο χέρι του. 


Η μετάφραση είναι της Ρίτας Μπούμη Παπά. Πίνακας: “Scottish Highlands” του Gustave Doré, 1875.





22 Ιουνίου 2019

Στου Φιλοπάππου


Η θέα της Αθήνας από τα βράχια του Φιλοπάππου




Πρωινό Σαββάτου και ο μικρός εκείνος ανήσυχος δαίμονας ψιθύρισε στ’ αυτί μου: “εμπρός, πάρε το βιβλίο σου κάνε μια βόλτα. Θα απαλύνει τις όποιες αρνητικές σκέψεις”. Πήρα το ποδήλατο λοιπόν, αδιαφορώντας για το ξεφουσκωμένο λάστιχο, και τράβηξα για τον λόφο του Φιλοπάππου. Σκοπός μου να βρω μια ιδανική σκιά να ξαποστάσω και να διαβάσω το βιβλίο.

Η ζέστη αφόρητη. Σμήνη οι τουρίστες, τους προσπερνούσα βιαστικά, με μόνο στόχο να καταφύγω σε κάποιο μέρος δίχως κόσμο. Τελικά έφτασα εκεί που ο λόφος ατενίζει την πόλη. Απόλυτη ησυχία. Εδώ κι εκεί κάποια παγκάκια – και τα δέντρα απάνω πρόσφεραν απλόχερα τον ίσκιο τους. Εδώ είμαστε.

Δεν έκατσα όμως. Παρατηρούσα το τοπίο, χιλιοπερπατημένο και αιώνιο, βράχοι που αχνίζουν και δέντρα που ψιθυρίζουν σιωπηλούς σκοπούς. Χιλιάδες κτίρια απλώνονταν πέρα μακριά, η παλλόμενη καρδιά της πόλης, ζωηρή και ανυπόφορη στην καθημερινή ρουτίνα της. Μα εκεί ψηλά δεν φτάνει ο θόρυβος – μόνο το τραγούδι των πουλιών, ισχυρότερο και από χίλια αμάξια που μουγκρίζουν. Εκεί ψηλά η πόλη μοιάζει περισσότερο με ζωγραφικό πίνακα: απομεινάρι κάποιας εποχής, εικόνα πέρα από τον χρόνο, ξεχαρβαλωμένη καρτ ποστάλ που βρήκες σε κάποιο σκοτεινό πατάρι. Όλα ήσυχα. Το μάτι του κυκλώνα. Η απάνεμη γωνιά καταμεσής της σαββατιανής κοσμοχαλασιάς.




Βόλτα στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα
Η Αθήνα από ψηλά, στον λόφο
Η Ακρόπολη από τον λόφο του Φιλοπάππου




Κάποιες σκέψεις ύφαναν ένα ανοιχτόχρωμο πέπλο στη σκέψη μου, υγρό και διάφανο σαν βρεγμένο μπλουζάκι σε γυναικείο στήθος. Σκέψου να συνδιαλέγεσαι με τα στοιχεία της φύσης – με τα πουλιά και τα δέντρα και τη γη. Σκέψου να μιλούσαν στην ανθρώπινη γλώσσα – ποτέ ξανά δεν θα αισθανόσουν μόνος. Θα ήσουν εκεί, καταμεσής των φυτών και των ζώων, και θα ένιωθες αυτάρκης. Σαν τις ταινίες της Disney ένα πράγμα, δίχως όμως τους ξενέρωτους πρίγκιπες και τις κάλπικες πριγκίπισσες.

Οι ίδιες όμως σκέψεις βρήκαν γρήγορα τον αντίλογό τους. Να μιλούν τα ζώα στη γλώσσα μας; Όχι δα! Σύμφωνοι – στην αρχή θα χαιρόμασταν. Μετά όμως θα συνέβαινε εκείνο που συμβαίνει πάντα: θα άρχιζαν οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες, τα «τι εννοείς με αυτό που είπες», ή «πάρ’ το πίσω αυτό!», ή «για να λες έτσι, μάλλον δεν συμφωνείς μαζί μου», ή «γιατί δεν εκφράζεσαι αλλιώς», ή «γιατί δεν μου μιλάς σαν άλλοτε»… και θα γινόμασταν μπάχαλο μεταξύ μας. Πάλι απ’ την αρχή, άνθρωποι, ζώα και φυτά, ένα μπλεγμένο κουβάρι, να τσακωνόμαστε με πολεμοφόδια μας τις λέξεις, έχοντας ανάγκη από λεξικά και αποκρυπτογράφηση μπας και συνεννοηθούμε.

Όχι, να λείπει το βύσσινο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση από την ανθρώπινη γλώσσα. Και αυτά τα ανόητα σύμβολα που χρησιμοποιούμε για να τιθασεύσουμε τον χείμαρρο που ξεχειλίζει μέσα μας: τις λέξεις. Τις λέξεις, στους λαβυρίνθους των οποίων χανόμαστε. Καλύτερα να συνεννοούμασταν μόνο με κραυγές και βογκητά και γουργουρητά και δαγκωνιές! 




Ένα πουλί σε δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου
Μοναχικό δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα




Το θέμα δεν είναι να μιλά η φύση στη δική μας γλώσσα – αλλά ΕΜΕΙΣ στη γλώσσα της φύσης. Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Η απώλεια της επαφής με τη φύση είναι η μεγαλύτερη πληγή – ασύγκριτα ισχυρότερη από την επαφή που χάσαμε αναμεταξύ μας, τον καιρό που υψώναμε πύργους της Βαβέλ.

Κάποιες φορές μόνο, εδώ κι εκεί, μοιάζει να χάνεται εκείνη η αρχέγονη απόσταση: όταν αφηνόμαστε στη γλυκιά δροσιά μιας καλοκαιρινής βουτιάς… όταν αναπνέουμε τον φυσικό αέρα κάποιου δάσους… όταν απολαμβάνουμε το τραγούδι των πουλιών… όταν χαϊδεύουμε ένα ζώο… και όταν φτάνουμε σε οργασμό – η στιγμή του μουγκρητού είναι η ίδια αρχέγονη γλώσσα της φύσης.

Σα να ήθελε ν’ απηχήσει τη σκέψη μου, μια εκκλησιαστική ψαλμωδία αντήχησε στον αέρα. Ωχ. Εκεί κοντά είναι το εκκλησάκι του Λουμπαρδιάρη – και είχε ξεκινήσει λειτουργία. Στο εξής μια άλλη γλώσσα θα συνόδευε (ή μάλλον, θα συσκότιζε) τις σκέψεις μου: η γλώσσα των παπάδων.

Τράβηξα παραπέρα, βρήκα ένα παγκάκι. Πάνω έγραφε με μαρκαδόρο «Εύα» (σε καρδούλα) – και δίπλα «Μπακογιάννη, ψόφα». Μου άρεσε η αντίφαση. Έκατσα κι έβγαλα το βιβλίο.




Ένα βιβλίο για τον Tom Waits, Lowside of the Road
Με ποδήλατο στου Φιλοπάππου




Ξεκίνησα να διαβάζω. Με έχει απορροφήσει ολότελα αυτές τις μέρες. Μακάρι να καταθέσω κάποια στιγμή μελλοντικά μια εκτενή σειρά αφιερωμάτων στον Tom Waits. Ελάχιστους καλλιτέχνες μπορώ να ακούω με τις ώρες, να παρασύρομαι στον κόσμο τους και να ταυτίζομαι τόσο απόλυτα – ο Waits ανήκει σε εκείνους τους ελάχιστους. Δεν είναι τυχαία η παρουσία του παντού γύρω, αν κοιτάξετε τα κολάζ εδώ στο blog.

Κι ενώ βρισκόμουν καταμεσής της δεκαετίας του 70, σε κάποια σκοτεινά νυχτερινά μπαρ που μύριζαν φτηνές γυναίκες, μελαγχολία, ποίηση του δρόμου και αλκοόλ, παρατηρώ να καταφτάνει προς το μέρος μου, στην άκρη του πεζόδρομου, ένας τύπος που έμοιαζε με τον Πουλικάκο στα νιάτα του. Μιλούσε μόνος του. Ωχ. Γρήγορα έστρεψα το βλέμμα μου στο βιβλίο πάλι. Ο τύπος πήγε και έκατσε σε ένα παγκάκι απέναντι. Συνέχιζε να μιλάει και κοιτούσε προς εμένα. Κι ενώ οι εκκλησιαστικοί ψαλμοί ακόμα αντηχούσαν στο βάθος. Σκατά. Να που ξενέρωσα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός εισέβαλε για άλλη μια φορά και σπίλωσε τη γαλήνη της φύσης. Ο παπάς από τη μία, ο τρελός από την άλλη. Κι εγώ, η γέμιση στο σάντουιτς.

Ο παπάς έλεγε κάτι για την αιώνια σωτηρία και έψελνε αμήν. Ο τύπος απέναντι, με τη σειρά του, μιλούσε μόνος του και έλεγε: “Βασίλη, αν το ξαναδώ αυτό θα σου ξυρίσω το μουστάκι”. Ή μήπως ήταν ο τύπος απέναντι που έψελνε αμήν και ο παπάς που απειλούσε να ξυρίσει το μουστάκι; Η ζέστη με είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ίσως να τα μπέρδεψα.

Κάπου τότε κατέφτασε προς το μέρος μου κι ένα ζευγάρι τουριστών. Καλώς τα παιδιά. Κατευθύνονταν σε μια γειτονική κρήνη. Η κοπελιά ήταν ενδεδυμένη με το κατάλληλο κοντό σορτσάκι – το βλέμμα μου έπεσε μεμιάς στο σωστό σημείο, αντλώντας μια κάποια ικανοποίηση. Αν δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο με την ησυχία σου, τουλάχιστον ας δεις κάποιο θέαμα της προκοπής. Ο σύντροφός της, απ’ την άλλη, βάδιζε μισόγυμνος, η κοιλιά έξω να κρέμεται σαν τα μάγουλα ενός μπουλντόγκ. Αυτό δεν ήταν ευχάριστο. 

Σηκώθηκα. Αρκετά, όσο διάβασα διάβασα. Καλή η βόλτα, εποικοδομητική στην αρχή, η συνέχεια λιγότερο. Γέννησε προσδοκίες και τελικά σε άφησε με ανάμικτη γεύση στο στόμα – όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα, εδώ που τα λέμε.

Μα θα επανέλθω. Έχει γούστο να συναντήσω πάλι τον τύπο με το μουστάκι.

Πίσω στην ανθρωποθάλασσα. Πίσω στη βοή του πλήθους. Τέρμα η φιλοσοφία, ώρα να φέρουμε σε πέρας τις δουλειές μας. Λογαριασμοί, ψώνια. Και να φουσκώσω αυτό το λάστιχο. Η διαδρομή στο Μοναστηράκι ήταν αργή και επώδυνη – πάντα έτσι γίνεται όταν βαδίζεις με σκοπό: βιάζεσαι και κάθε εμπόδιο σε ενοχλεί. Να γιατί πρέπει να οικοδομήσουμε έναν πολιτισμό που θα βαδίζουμε περισσότερο, μα με λιγότερους σκοπούς. Να βαδίζουμε όχι «για να πάμε κάπου» - μα για να το απολαύσουμε. Ίσως τότε κατορθώσουμε και ένα-δυο πράγματα παραπάνω. Ίσως να μας σπάνε λιγότερο τα νεύρα. Είναι μια αρχή κι αυτό.

Τελικός προορισμός, το σούπερ μάρκετ. Το πρώτο πράγμα που έκανα, φτάνοντας σπίτι, ήταν να πλυθώ και ν’ αποτινάξω από πάνω μου την κάψα. Το δεύτερο – να βουτήξω ένα κουτάλι σ’ ένα μπολ με παγωτό.



Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19




Μοναστηράκι, Αθήνα, κάποια καλοκαιρινή σαββατιάτικη μέρα

7 Απριλίου 2019

Τα Παιδιά της Φάτσας


Μια αφιέρωση στις φίλες γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου...




Η Φάτσα ήταν μια γατούλα. Ένα ζωηρό και έξυπνο πλάσμα με το οποίο συνδέθηκα για ένα διάστημα 12 χρόνων. Και όταν η Φατσούλα αρρώστησε και έφυγε απ’ τη ζωή, με ελαφρύ βάδισμα, έναν αναστεναγμό και μια υπόσχεση, αισθάνθηκα πως έχασα μια πολύτιμη φίλη. Είχα λυγίσει. Αυτό συνέβη πριν δύο χρόνια, τέτοια εποχή.

Κατέθεσα τότε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο blog [click], προς τιμήν όλων αυτών των αξιοθαύμαστων πλασμάτων. Και για ένα διάστημα μετά σταμάτησα να γράφω. Η απώλεια της Φάτσας έγινε αφορμή να μετακομίσω και να τρυπώσω σ’ ένα διαφορετικό λαγούμι, που – όλως τυχαίως; – εδράζεται σε μια περιοχή ξέχειλη με γάτες. Και – για φαντάσου – κάποιες από αυτές τις γάτες, με το πέρασμα του χρόνου, έμελλε να με πλησιάσουν. Γάτες που είχαν μάθει να ζουν έξω, μα διαπίστωσαν πως στη γειτονιά είχε έρθει ένας «δικός τους».

Στην αρχή με προσέγγιζαν στην πόρτα του σπιτιού, δυο-δυο, τρεις-τρεις, νιαουρίζοντας και γυρεύοντας φαί. Κανά δυο περισσότερο θαρραλέες έφτασαν ως και να τρυπώσουν μέσα στο σπίτι. Κάθονταν για λίγο, και μετά έβγαιναν πάλι. Μέχρι που ένας γάτος, ένας αληθινός μάγκας, τρύπωσε ένα βράδυ από ένα μικροσκοπικό άνοιγμα του παραθύρου. Γύρευε όχι απλά να φάει, μα κι ένα ζεστό μέρος για να κοιμηθεί ασφαλής το βράδυ. Αυτό ήταν – είχε δοθεί το εναρκτήριο λάκτισμα. Κι άλλες γάτες έμελλε να τον ακολουθήσουν στη συνέχεια.

Αυτές οι γάτες, λοιπόν, είναι τα «παιδιά της Φάτσας». Παιδιά όχι με την κυριολεκτική έννοια, μα συμβολικά. Διότι αν δεν είχε φύγει η Φατσούλα, δεν θα είχα αναζητήσει νέο σπίτι τον καιρό εκείνο. Δεν θα ερχόμουν σε μια νέα γειτονιά, και, ως επακόλουθο, δεν θα με έβρισκαν οι νέοι φίλοι μου. Μοιάζει λες και τους παρέδωσε τη σκυτάλη. «Σειρά σας, τώρα», την ακούω σχεδόν να λέει, νιαουρίζοντας με νόημα. 




Η Μπουκίτσα ενώ παρατηρεί την κίνηση...
Ο Πιέρ στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού...
Η Γκρίζα στο παράθυρο...
Ένα αξιαγάπητο μουτράκι. Μια αφιέρωση στις γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου
Ώρα για φαί. Μια αφιέρωση στις γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου




Σε αυτά τα μικρά φιλαράκια αφιερώνω την παρούσα ανάρτηση. Ένα κείμενο που δεν σχετίζεται με τέχνες – μα με ένα ζώο που συνιστά έργο τέχνης από μόνο του. Εν τέλει πρόκειται για μια προσωπική αφιέρωση στα παρεάκια μου – τα ζώα που μου κρατούν συντροφιά τον καιρό αυτό. Τον Πιέρ, τη Μπουκίτσα, τον Μπούμπη, τη Βούρτσα, τον Μάγκα, τη Μπιλίτσα, τη Φρου Φρου, την Γκρίζα, τη Ρίνα – και τις άλλες, που γυροφέρνουν, εδώ κι εκεί.

Είναι επίσης ένα κείμενο που επιθυμώ να το αφιερώσω στη Φάτσα – την παλιά και αξέχαστη χνουδωτή φίλη μου. Και να ζητήσω από εσάς τους αναγνώστες και θαμώνες να αγαπάτε και να φροντίζετε τα ζώα – που, τόσο συχνά, παραμελούμε και περιθωριοποιούμε, μα που έχουν τόσα να μας διδάξουν, αν αφουγκραστούμε τη φωνή τους και αν χαζέψουμε την κίνησή τους.


«Τι κοιτάξεις εκεί με τόση φροντίδα; Τι ψάχνεις μέσα στα μάτια αυτού του πλάσματος; Βλέπεις εκεί την ώρα, σπάταλε κι αργόσχολε θνητέ;»

«Ναι, βλέπω την ώρα• είναι η Αιωνιότητα!» 


Σαρλ Μπωντλαίρ



Η Μπουκίτσα και ο Μπούμπης, δυο αξιαγάπητα γατιά.
Η Μπιλίτσα, μια όμορφη μαύρη γάτα
Η Γκριζούλα υπό το φως του μανιταριού....



Τα παιδιά της Φάτσας




Η πρώτη ήταν η Ρίνα (ή Σύλβια) και η αδερφή της, η Μουτζούρα. Ήταν εκείνες που πρώτες πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού και μυρίστηκαν τον χώρο. Ακολούθησαν η Αρκουδίτσα και ο Μάγκας. Στον τελευταίο έδωσα το όνομα «Μάγκας» καθώς υπήρξε εκείνος που έμελλε ν’ ανακαλύψει το φοβερό αυτό πέρασμα δια του παραθύρου, κι ενώ το σπίτι είναι κλειστό.

Κάποια στιγμή κατέφτασε και ο Πιέρ. Ένας μεγάλος, τροφαντός γάταρος, ένας Βούδας με όλη τη σημασία της λέξης, η παρουσία του οποίου προσδίδει μια μοναδική αίσθηση στον χώρο. Σύντομα ξεπρόβαλε και μια λυγερόκορμη μαύρη γάτα (με μια μικροσκοπική λευκή τούφα στην κοιλιά), χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ψιλή φωνή της. Την ονόμασα Μπιλίτσα, από το “Billie” – παραπέμποντας στη Billie Holiday.

Τότε ήταν που έφτασε και η Βούρτσα – η πιο χαδιάρα απ’ τις γάτες. Και ο Μπούμπης, ο πιο χαδιάρης απ’ τους γάτους.

Τον ίδιο καιρό κατέφτασε η Γκρίζα – πιο «γάτα» στα κλασικά χαρακτηριστικά της, δύσκολη με τις άλλες γάτες, μα αφοσιωμένη σε μένα.

Τέλος, ένα βράδυ έκανε την εμφάνισή της και η μικροσκοπική Μπουκίτσα. Η πιο ζωηρή όλων, ένα παιχνιδιάρικο γατάκι που έμελλε στην πορεία να δεθεί ιδιαίτερα με τον Πιέρ και τον Μπούμπη.

Αυτές είναι οι γάτες που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού. Μα δεν είναι οι μόνες – η γειτονιά κυριολεκτικά ξεχειλίζει και, πλάι στους τακτικούς θαμώνες, γυροφέρνουν κι άλλες γάτες, γειτόνισσες, φίλες κι αυτές. Η Φρου Φρου για παράδειγμα, η Ζοζεφίνα, η Γκρίζη, και μερικές ανώνυμες (ακόμα) μα εξίσου αξιαγάπητες. 




Το Ρινάκι. Οι γάτες της Αθήνας
Η Βούρτσα. Μια ζεστή και χαδιάρα γάτα.
Η Γκρίζα ενώ αράζει στο κρεβάτι
Ο Μπούμπης, ένας γάτος υπό το φως της νυχτερινής λάμπας
Η Φρου Φρου, μια γάτα της πόλης με χνουδωτή ουρά
Ο Μάγκας και ο Πιέρ, δύο όμορφοι αραχτοί γάτοι




Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρώ την ομαδική συμπεριφορά των γατών – και να συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει γάτα που να είναι ίδια με την άλλη. Σαν τους ανθρώπους, συνάπτουν κι εκείνες τις φιλίες, τις συμμαχίες και τις σχέσεις τους, σαν τους ανθρώπους κάνουν τις επιλογές τους και δημιουργούν αντιπαλότητες. Κάποιες είναι κοινωνικές, άλλες είναι αντικοινωνικές. Κάποιες επιλέγουν περισσότερο δραστήρια ζωή, κάποιες προτιμούν την περιπέτεια, άλλες πάλι παραδίδονται στην όμορφη θαλπωρή της σπιτικής εστίας. Ως και στον τρόπο που γυρεύουν το φαί τους διαφέρουν η μία απ’ την άλλη – και φυσικά ξεχωρίζουν ως προς την στάση που επιλέγουν να έχουν απέναντί σου.

Και αν σε αγαπάνε – καμία δεν σε αγαπάει με τον ίδιο τρόπο. Η αγάπη κάθε γάτας είναι ξεχωριστή και δεν σκορπίζεται απλόχερα, το ίδιο σε όλους. Μα αυτό το διαπιστώνει μόνο εκείνος που έχει ζήσει μαζί τους και τις έχει γνωρίσει σε βάθος.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στις ωραίες εκείνες φιλοζωικές οργανώσεις που φροντίζουν τα αδέσποτα των πόλεων και αναλαμβάνουν αφιλοκερδώς τη στείρωση εκατοντάδων και εκατοντάδων γατών. Η γάτα δεν φτιάχτηκε για να γυρίζει καταμεσής των βρώμικων δρόμων, των κάδων με τα σκουπίδια και των δαιμονικών αυτοκινήτων – της αξίζουν πολύ περισσότερα από το αίσχος των σύγχρονων ελληνικών πόλεων.



Είπαν για τις γάτες… Ρητά και αποφθέγματα γνωστών γατόφιλων




«Ο χρόνος που περνάς με γάτες δεν είναι ποτέ χαμένος χρόνος»

Σίγκμουντ Φρόυντ



***



«Και το μικρότερο αιλουροειδές είναι ένα αριστούργημα»

Λεονάρντο ντα Βίντσι



***



«Υπάρχουν δύο καταφύγια από τις θλίψεις της ζωής: η μουσική και οι γάτες»

Άλμπερτ Σβάιτσερ



***


«Η γάτα έχει απόλυτη συναισθηματική ειλικρίνεια. Οι άνθρωποι, για τον ένα λόγο ή τον άλλο, μπορεί να κρύβουν τα συναισθήματά τους, μα η γάτα δεν το κάνει»

Έρνεστ Χέμινγουεϊ



***



«Έχω μελετήσει πολλούς φιλοσόφους και πολλές γάτες. Η σοφία των γατών είναι απεριόριστα ανώτερη»

Ιππόλυτος Τάιν



***



Ο Πιέρ και το Ρινάκι, δύο γατόνια που κοιμούνται αραχτά
Η Αρκουδίτσα και το διαπεραστικό της βλέμμα...




«Αγαπώ τις γάτες και απολαμβάνω το σπίτι μου. Και, λίγο λίγο, γίνονται η ορατή ψυχή του»

Ζαν Κοκτώ



***



«Όταν αισθάνομαι

πεσμένος

το μόνο που έχω να κάνω είναι

να βλέπω τις γάτες μου

και το κουράγιο μου

επιστρέφει»


Τσαρλς Μπουκόφσκι



***


«Ο γάτος δεν προσφέρει υπηρεσίες. Προσφέρει τον εαυτό του. Ασφαλώς χρειάζεται ασφάλεια και φροντίδα. Δεν παίρνεις αγάπη δίχως αντάλλαγμα»

William S. Burroughs



***



«Όταν ένας γάτος κολακεύει… δεν είναι ανειλικρινής: μπορείς με ασφάλεια να το πάρεις για αληθινή καλοσύνη»

Walter Savage Landor


***


Μια γάτα στο κέντρο της Αθήνας...
Η Βούρτσα και η Μπουκίτσα, ενώ ετοιμάζονται να περάσουν τη μαγική πύλη!
Ο Πιέρ αραχτός στο κρεβάτι





«Ένας άνθρωπος είπε στο Σύμπαν:

“Κύριε, υπάρχω!”

“Έξοχα”, απάντησε το Σύμπαν,

“αναζητώ κάποιον για να φροντίζει τις γάτες μου”»

Henry Beard



***


«“Ξέρεις τι θα έπρεπε να κάνω;”, ρώτησε ενθουσιασμένος o Χοσίνο.

“Ασφαλώς”, είπε η γάτα. “Τι σου έλεγα; Οι γάτες γνωρίζουμε τα πάντα. Όχι σαν τους σκύλους”»

Χαρούκι Μουρακάμι [“Kafka on the Shore”]



***



«Λοιπόν, εσείς οι άνθρωποι έχετε ονόματα, γιατί δεν γνωρίζετε ποιοι είστε. Εμείς γνωρίζουμε ποιες είμαστε – γι’ αυτό δεν χρειαζόμαστε ονόματα»

Neil Gaiman



***


«Σήκω από τον ύπνο σου, γέρικη γάτα,

Και με μεγάλα χασμουρητά και τεντώματα…

Κίνησε ήρεμα για αγάπη»

Kobayashi Issa, γιαπωνέζικο χαϊκού



***



«Στην αψεγάδιαστη χάρη της και στην ανώτερη αυτάρκειά της έχω δει το σύμβολο της τέλειας ομορφιάς και της γλυκιάς έλλειψης ατομικότητας του ίδιου του σύμπαντος… Στον αέρα του σιωπηλού της μυστηρίου εδράζεται για μένα όλο το δέος και ο θαυμασμός του αγνώστου»

H.P. Lovecraft



*** 



Η Μπιλίτσα, μια όμορφη μαύρη γάτα που ποζάρει για τον φακό
Ο Πιέρ και η Μπουκίτσα, δυο γατάκια κοιμούνται αγκαλιασμένα




«Δεν μπορώ ν' αντισταθώ σε μια γάτα, ειδικά αν γουργουρίζει. Είναι τα καθαρότερα, πονηρότερα και εξυπνότερα πλάσματα που γνωρίζω, πέρα από το κορίτσι που αγαπάς ασφαλώς.»

«Όταν ένας άνθρωπος αγαπάει τις γάτες, είμαι φίλος και σύντροφός του, δίχως δεύτερη σκέψη.»

Mark Twain



***


«Νομίζω πως οι γάτες είναι πνεύματα που έχουν έρθει στη γη. Είμαι βέβαιος πως μια γάτα θα μπορούσε να βαδίζει στα σύννεφα δίχως να πέσει κάτω…»

Ιούλιος Βερν



***



«Τι ψάχνεις μέσα στα μάτια αυτού του πλάσματος; Βλέπεις εκεί την ώρα, σπάταλε κι αργόσχολε θνητέ;»

«Ναι, βλέπω την ώρα• είναι η Αιωνιότητα!»

Σαρλ Μπωντλαίρ



***



«Τι μεγαλύτερο δώρο, από την αγάπη μιας γάτας!»

Κάρολος Ντίκενς



Αφιερωμένο στις φίλες μου, τις γάτες, στους ανθρώπους που τις αγαπούν - και στη Φατσούλα.

Το φονικό κουνέλι, Απρίλης του 19.



Η Φατσούλα, μια υπέροχη γάτα

23 Ιουνίου 2018

Το Θαλασσοπούλι


Θαλασσοπούλι στα περίχωρα της Αττικής, φωτογραφία από το φονικό κουνέλι



Χθεσινή φωτογραφία, στη διάρκεια μιας μοναχικής εξόρμησής μου σε μια όμορφη παραλία κάπου στα περίχωρα της Αττικής. Το θαλασσοπούλι γύριζε κοντά μου κι εγώ το παρατηρούσα με ενδιαφέρον, τραβώντας διακριτικά φωτογραφίες, μη θέλοντας να το αποσπάσω από την περιήγησή του στα βράχια. Κάποια στιγμή στάθηκε ακίνητο και έμεινε να παρατηρεί τη θάλασσα. Το βλέμμα του στητό, περήφανο – σαν καπετάνιος σε κάποιο αρχέγονο βαπόρι, πέρα από τις απαρχές του χρόνου.

Έδειχνε μόνο, μα δεν ήταν. Η παρουσία του έσμιγε με τη θάλασσα, τον ήχο του κύματος, το ανεπαίσθητο αεράκι, την άμμο, τις πέτρες, τα μικροσκοπικά ζωύφια που γύριζαν ανάμεσά τους, τα βότσαλα μέσα στο νερό, τους αχινούς, τα ψάρια. Όλα ένα. Στην ολοζώντανη, παλλόμενη φύση δεν υπάρχει μοναξιά – η μοναξιά είναι ανθρώπινη κατασκευή, δημιούργημα μιας κοινωνίας που μας απομακρύνει από το φυσικό στοιχείο, που έχει λησμονήσει να μιλάει στη γλώσσα του, που μας μετατρέπει σε νησίδες καταμεσής ενός ωκεανού – ανθρώπινες νησίδες που παλεύουν να σμίξουν η μία με την άλλη ή να διαχωριστούν, αγωνιώντας για το παρόν και το παρελθόν και το μέλλον τους, ενώ στο μεταξύ ο ωκεανός γύρω τους μοιάζει να χορεύει σε κάποιον αναλλοίωτο, αιώνιο ρυθμό – τον οποίο ίσα που παίρνουμε χαμπάρι.

Είχα πάει μόνος στην παραλία, μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθα μόνος. Το βιβλίο στο πλάι μου από τη μία και η άχρονη γλώσσα του συγγραφέα, το θαλάσσιο πουλί από την άλλη – και η άχρονη γλώσσα της φύσης: η αρχέγονη γλώσσα, που ενίοτε προσπαθούμε να αποκρυπτογραφήσουμε, μα πάντα μας διαφεύγει.

Κάποια στιγμή το πουλί κινήθηκε παραπέρα. Ένα κοριτσάκι, τριών-τεσσάρων χρονών το εντόπισε. «Γλάρος!» έκανε και κίνησε ενθουσιασμένο, τρέχοντας, σχεδόν χοροπηδώντας, να πάει προς το μέρος του. Το πουλί, βλέποντας το παιδί να τρέχει καταπάνω του, τίναξε τα φτερά του και πέταξε μακριά.



22 Απριλίου 2018

Ο μικρός καθημερινός φασισμός





Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν ένα μεγάλο φασισμό;

Ας διευκρινίσω όμως τι εννοώ με τα επίθετα «μικρός» και «μεγάλος». Ο «μικρός, καθημερινός φασισμός», όπως τον φαντάζομαι, είναι όλες εκείνες οι καθημερινές πράξεις ή συνήθειες που μας φέρνουν εγγύτερα σε μια κατάσταση απανθρωποίησης. Εκείνα τα μικρά πράγματα που προσθέτουν κι από ένα τούβλο στον Μεγάλο Τοίχο της ανθρώπινης αποξένωσης – ένας τοίχος όμοιος με το “The Wall” των Pink Floyd, που μεταδίδει μεν μια αίσθηση ασφάλειας (είναι ασφαλής η ζωή μέσα στο τείχος σου), μα ταυτόχρονα απομακρύνει τους έγκλειστους θαμώνες του από κάθε δυνατότητα ουσιώδους επαφής και επικοινωνίας, ο ένας με τον άλλον.

Η επικοινωνία, όπως την εννοώ εδώ, δεν είναι εκείνη η επαφή που προϋποθέτει κοινή γλώσσα. Μπορείς να επικοινωνείς μια χαρά με ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιράζεστε ούτε μια κοινή λέξη στο λεξιλόγιό σας – όπως μπορείς να επικοινωνείς σε βάθος με τα ζώα. Οι λέξεις συχνά είναι διεφθαρμένες περισσότερο και από πολιτικούς. Λες μια λέξη και εννοείς άλλη, η οποία με τη σειρά της εκλαμβάνεται αλλιώς, από κάποιον που θέλει να πει κάτι άλλο. Οι ωραιότερες λέξεις του κόσμου (αγάπη, ελευθερία, δημοκρατία, αλήθεια, δίκαιο, και μερικές ακόμα) έχουν διαφθαρεί και μπολιαστεί με μια κρούστα ψεύδους και παραπληροφόρησης. Η κατανόηση μιας γλώσσας και η κατανόηση του νοήματος των λέξεων είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συχνά δεν καταλαβαίνεις ο ίδιος τον εαυτό σου. Ναι, ο Μύθος της Βαβέλ ήταν λάθος – δεν είναι η έλλειψη κοινής γλώσσας εκείνη που αποξενώνει τους ανθρώπους, ούτε η παρουσία της εκείνη που τους φέρνει πάντα πιο κοντά.

Τι μας αποξενώνει λοιπόν; Και γιατί η αποξένωση συνθέτει, ένα προς ένα, τα τούβλα εκείνου που αποκαλώ «ο μικρός καθημερινός φασισμός»;

Θα μιλήσω αρχικά με κάποια δυσάρεστα παραδείγματα από την πολύ πρόσφατη καθημερινότητά μου. Το ένα αφορά ένα περιστατικό που είδα στον ηλεκτρικό και το ονομάζω «ο τραμπούκος και ο γέρος». Το άλλο συνέβη έξω από το σπίτι μου και συμμετείχα άμεσα ο ίδιος. Θα παραθέσω τα συγκεκριμένα περιστατικά (τα οποία νιώθω μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ εδώ με τον κόσμο) και στη συνέχεια θα προσπαθήσω να επεκταθώ σε γενικότερα φαινόμενα που συναντούμε – ενώ είμαι σίγουρος πως ο κάθε αναγνώστης θα μπορεί να φέρει στο μυαλό του αντίστοιχες καταστάσεις που έχει δει ή ζήσει ο ίδιος (θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον όποιοι αναγνώστες έχετε να μοιραστείτε παραπλήσιες εμπειρίες «μικρού, καθημερινού φασισμού», να τις μοιραστείτε εδώ στα σχόλια – κι εγώ μπορώ ακόμα και να τις προσθέσω στο κεντρικό κείμενο, σαν επίμετρο).

Ας ξεκινήσω λοιπόν με τα πρόσφατα παραδείγματα που έζησα.






Περίπτωση ένα: Ο τραμπούκος και ο γέρος



Ήμουν στον ηλεκτρικό, μεσημέρι. Όχι πολύς κόσμος. Ένας μεγαλόσωμος τύπος, μεταξύ τριάντα και σαράντα χρόνων, καθόταν απέναντί μου. Φορούσε ένα ξεβαμμένο στρατιωτικό τζάκετ. Ο τύπος (έτσι θα τον αποκαλώ στο εξής, «ο τύπος») είχε αγοράσει ένα τραπέζι από κάποιο κατάστημα και το τραπέζι βρισκόταν στο κουτί του – ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί, που στεκόταν όρθιο στη γωνία του βαγονιού, δίπλα στην πόρτα. Ο τύπος καθόταν λίγο παραπέρα, σε μια από τις θέσεις – είχε αφήσει δηλαδή το κουτί, όρθιο, εκτός επίβλεψης.

Ένας ηλικιωμένος κύριος, μεταξύ 70 και 80 χρόνων, μικρόσωμος, αδύνατος, με αραιά μαλλιά, στεκόταν μπροστά στην πόρτα (και στο κουτί) περιμένοντας να φτάσει στη στάση του και να βγει. Μόλις όμως το τρένο έφτασε στην στάση έκανε ένα ελαφρώς απότομο φρενάρισμα – και το κουτί έφυγε από τη θέση του και – παφ! – έπεσε πάνω στα πόδια του ηλικιωμένου.

«Ααα! Ποιος μαλάκας το άφησε…!», έκανε ο γέρος.
Ο τύπος σηκώθηκε, σήκωσε το κουτί από το πάτωμα που είχε πέσει και… άρχισε να βρίζει τον ηλικιωμένο. «Ποιον είπες μαλάκα ρε!». Ο γέρος, σχεδόν σε απολογητικό τόνο, απάντησε: «Με πόνεσες!» Μα ο τύπος, μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα του, άρχισε να τον φοβερίζει. «Άντε τράβα, θείο, μη βρεις το μπελά σου! Το καλό που σου θέλω, θείο, ακούς; Φύγε!»

Ο ηλικιωμένος βγήκε έξω. Μα ο τύπος συνέχισε να του φωνάζει, απ’ τα παράθυρα, υψώνοντας το κωλοδάχτυλο και γελώντας χαιρέκακα: «Θα σε γαμήσω, μαλάκα! Θα σε γαμήσω!» Ταυτόχρονα κοιτούσε αριστερά και δεξιά του, τους υπόλοιπους επιβάτες του τρένου, που παρακολουθούσαν τη σκηνή, το χαμόγελο στα χείλη του, λέγοντας συνέχεια «ρε τον μαλάκα», γυρεύοντας ίσως κάποια λεκτική υποστήριξη, κάποιο χαμόγελο τύπου «τι κωλόγεροι υπάρχουν στον κόσμο» ή κάτι σχετικό, ως επιβεβαίωση των απειλών του.

Μα δεν εισέπραξε κάποιο. Ο κόσμος δεν του έδωσε σημασία. Μόνο εγώ τον αγριοκοίταγα κάτω απ’ τα γυαλιά μου. Χτυπάς τον γέρο, τον βρίζεις και από πάνω, επειδή «τόλμησε» να ενοχληθεί που μια κούτα που είχες παρατήσει έπεσε πάνω του.

Μα κάτι έλειπε για να σφραγίσει το περιστατικό. Το κερασάκι στην τούρτα. Να που ήρθε όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, κι ενώ το τρένο είχε ξεκινήσει πάλι. Περάσαμε μπροστά από μια εκκλησία και ο τύπος – ο ίδιος τύπος που λίγες στιγμές πριν απειλούσε τον γέρο πως «θα τον γαμήσει» – έκανε ευλαβικά… τον σταυρό του.

Ε, φυσικά. Ο σταυρός. Αυτό έλειπε για να δέσει το γλυκό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών.



Περίπτωση δύο: Η παρέα και η γάτα






Το περιστατικό που θα σας περιγράψω τώρα σπίλωσε τουλάχιστον για ένα εικοσιτετράωρο την ψυχολογία μου. Το σκεφτόμουν συνέχεια, δεν με έπαιρνε ο ύπνος, ένιωθα την ανάγκη να το συζητήσω – και τώρα να το μοιραστώ. Με ενόχλησε βαθιά και, ως ένα βαθμό, με προβλημάτισε με τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να είχε πάρει.

Ήταν δύο περίπου τη νύχτα και ακούω έξω ακριβώς από το σπίτι μου, δίπλα στο παράθυρο (το παράθυρο βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από το ύψος του δρόμου) την εύθυμη φωνή ενός νεαρού και τον ήχο ενός υγρού που πέφτει. «Δείτε, κατουράω τη γάτα», τον άκουσα να λέει.

Τινάχτηκα από τη θέση μου, το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Η συγκεκριμένη γάτα είναι μία από εκείνες που ταΐζω σε καθημερινή βάση – και η οποία συχνά στέκεται και νιαουρίζει έξω από την πόρτα μου, ώστε να της ανοίξω. Έχει γούστο, σκέφτομαι, και ανοίγω απότομα την πόρτα.

Ένας τύπος γύρω στα 25 στεκόταν έξω ακριβώς από το σπίτι, το πουλί του στο χέρι, και κατουρούσε. Το έδαφος είχε γεμίσει ούρα, που είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα. Η γάτα είχε γίνει καπνός.

«ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΡΕ!», φωνάζω.

Ο τύπος δεν περίμενε προφανώς να ανοίξει ο ένοικος την πόρτα και να τον πιάσει στα πράσα. Σήκωσε μεμιάς το παντελόνι του και κίνησε να φύγει. Μαζί του ήταν ακόμα ένας ή δύο φίλοι του και δυο κοπέλες. Λίγο παραπέρα είχε παρκάρει το αμάξι του και κίνησε προς τα κει.

Είχα κοκκινίσει απ’ το θυμό μου. Φώναζα. Παραφερόμουν. «Καλά ρε, κατουράς πάνω στα σπίτια των ανθρώπων!», φώναζα. «Πάνω στη γάτα! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ!»

«Εντάξει, μη δίνεις τόση σημασία» μου είπε ο φίλος του, που θα τον αποκαλώ στο εξής «ο δικηγόρος», μια που είχε την τάση να τον υπερασπίζεται. «Είναι μεθυσμένος», είπε προς δικαιολογία του.

Όρμησα στο σπίτι, βγήκα έξω με μια κάμερα στο χέρι, και άρχισα να τραβάω τη σκηνή και τα πρόσωπα. «Παίρνω τώρα τον αριθμό του αυτοκινήτου σου!», φώναξα, ενώ τα μάτια μου πετούσαν σπίθες. Ήμουν εξοργισμένος. Μα ο πρωταγωνιστής μας, ψύχραιμος, δίχως να δείχνει στο ελάχιστο μεθυσμένος, μου είπε τα εξής:

«Χάνεις τον καιρό σου με αυτό που κάνεις. Πάρε όσες πινακίδες θες. Δεν μπλέκω εγώ. Είμαστε δίπλα με τους μπάτσους, βλέπεις. Είμαι στα Ο.Υ.Κ. Εμείς σας προστατεύουμε. Μη το κάνεις αυτό, γιατί θα βρεις τον μπελά σου».

«Απλά άστο», να μου λέει παράλληλα ο φίλος του ο «δικηγόρος», παρακινώντας με σε ψύχραιμο ύφος.

Στο μεταξύ είχαν πλησιάσει στη σκηνή οι δυο κοπέλες και ένας τύπος – αγνοώ αν ήταν ή δεν ήταν στην ίδια παρέα. Με είδαν που τραβούσα πρόσωπα με την κάμερα και θύμωσαν: «σβήσε τώρα αυτά που έγραψες στην κάμερα, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα!» μου κάνουν. Άγγιξα φευγαλέα τον ώμο της κοπέλας κι εκείνη άρχισε να ωρύεται: «ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ; ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ;!»

(μα την αλήθεια, το σουρεαλιστικό περιστατικό που σου περιγράφω, φίλε αναγνώστη, συνέβη όπως ακριβώς το διαβάζεις)

Α, δεν πάει καλά ο κόσμος, σκεφτόμουν. Μα ήμουν μόνος σε όλο αυτό. Η γειτονιά κοιμόταν.

«Ναι, σε άγγιξα, μα ήταν λες και αγγίζω γλίτσα», είπα στην κοπέλα – που δεν απάντησε. Στράφηκα στους άλλους. «Θα καθαρίσετε προτού φύγετε!», έκανα.

Ο τύπος που κατούρησε αρνήθηκε. «Δεν κάνω τίποτα». Οι κοπέλες είχαν ήδη απομακρυνθεί. Μόνος του, ο «δικηγόρος» προσφέρθηκε να καθαρίσει. «Θα το κάνω», είπε.

«Μισό λεπτό, λοιπόν», του λέω, «να φέρω έναν κουβά… και να ενημερώσω την ιδιοκτήτρια του σπιτιού». Με το που ανέφερα την ιδιοκτήτρια και κίνησα προς το σπίτι της οι τύποι έφυγαν στο λεπτό.

Και αυτό ήταν.


Street art by Banksy

***


Δεν γνωρίζω τι είναι εκείνο που με εξόργισε περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Ο τύπος που αδιάφορος για την καημένη τη γάτα, κατουρούσε γύρω της; Η υστερική που φώναζε πως «την άγγιξα»; (λυπάμαι τους άντρες που πραγματικά αγγίζουν γυναίκες σαν αυτή). Οι έμμεσες απειλές τους, όταν με είδαν να τραβάω με την κάμερα, ώστε να σβήσω αυτά που τράβηξα; Ή το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής της πράξης μου είπε απαθώς πως «δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απ’ τους μπάτσους, γιατί είναι το ίδιο μαγαζί»;…

Μήπως ήταν οι αντιδράσεις που, εκ των υστέρων (γιατί πάντα έτσι γίνεται) σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα; Λιγότερο οργισμένες, περισσότερο υπολογιστικές ενδεχομένως. (edit: όχι - μια χαρά ήταν οι αντιδράσεις μου... ο τύπος κατουρούσε πάνω στη γάτα! όσο το σκέφτομαι, τόσο θυμώνω ξανά απ' την αρχή). Όσο αφορά τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα (κάποια εξ’ αυτών) στην προσωπική μου κάμερα; Εκ των υστέρων έμαθα πως ο χώρος, όντας κοντινός σε μουσείο, βιντεοσκοπείται ούτως ή άλλως…

Τι ήθελα να πετύχω; Σε αρχική βάση, σίγουρα να σταματήσω τα χειρότερα – φοβήθηκα για τη γάτα και ήθελα να αποτρέψω οποιαδήποτε ζημιά σε βάρος της. Εν συνεχεία ήθελα να ορθώσω μια κάποια αντίδραση στην πράξη τους, έστω σπασμωδική και συναισθηματική. Ήμουν διατεθειμένος να τρέξω στην αστυνομία; Μεταξύ μας, δύσκολα θα έφτανα ως εκεί, από τη στιγμή που δεν έπαθε κανένας τίποτα. Σκέφτομαι επίσης πως θα μπορούσαν να είχαν πάρει χειρότερη τροπή τα πράγματα.

Και αν το αντιμετώπιζα περισσότερο "χαλαρά"; Σε τελική ανάλυση, "χαβαλέ" έκαναν τα παιδιά. Σύμφωνοι... Θα επιστρέψω όμως εκεί που άρχισα. Στη γάτα. Αφήνω στην άκρη τους τραμπούκους και τις απειλές και τους μπάτσους και τις κάμερες και τις υστερικές γυναίκες – μα η γάτα τι φταίει ρε παιδιά. Γιατί να μπλέκει σε αυτόν τον παράλογο κόσμο των ανθρώπων;



Ο φασισμός της καθημερινότητας



Τι είναι ο μικρός, καθημερινός φασισμός; Σε αρχική βάση είναι όλα όσα υψώνουν τείχη ανάμεσά μας. Σε δεύτερη βάση, είναι τα συρματοπλέγματα ανάμεσα στα τείχη. Η αδυναμία της επικοινωνίας· η ωμή σύγκρουση του δυνατού με τον ασθενέστερο· οι τακτικές εκφοβισμού· η επιβολή δια της εξουσίας· η στέρηση του λόγου· ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε φατρίες και ομάδες· ο πόλεμος όλων εναντίον όλων.

Ο αρχέγονος νόμος της ζούγκλας που διασπά κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, κάθε προσπάθεια ομαδικής συμβίωσης.

Μήπως να αναφέραμε μερικά παραδείγματα ακόμα; Νομίζω κάθε αναγνώστης θα μπορούσε να σκεφτεί κάποια δικά του βιώματα – θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν τα μοιραζόταν, εδώ, μαζί μας, δημιουργώντας από κοινού ένα ψηφιδωτό «μικρών καθημερινών φασισμών». Θα αναφερθώ παρακάτω σε ορισμένες γενικές περιπτώσεις, από τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε να συνθέσει συγκεκριμένα – πολύ συγκεκριμένα – παραδείγματα.







Τα παιδιά που δέχονται bullying στο σχολείο και αντιδρούν υποτακτικά, με φόβο – αντλώντας το λανθασμένο συμπέρασμα πως η φυγή είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης… ενώ υπάρχει και η πάλη.

Ο εργοδότης που θεωρεί πως η εταιρία είναι τσιφλίκι του και οι εργαζόμενοι δουλοπάροικοί του – ορίζοντας μόνος του νόμους και κανόνες, αψηφώντας στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα και νομικές υποχρεώσεις – και, αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που αντιδρούν σπασμωδικά, μεμονωμένα, φοβισμένα, δίχως να σμίγουν τις φωνές τους, δίχως να λειτουργούν συλλογικά, ξεχνώντας πως οι ίδιοι συνιστούν την πηγή κάθε πλούτου.

 Οι εταιρίες που κρύβουν την ολική αδιαφορία τους για το ανθρώπινο προσωπικό τους πίσω από έναν πέπλο ανωνυμίας, απρόσωπης ιεραρχίας και αριθμών σε μία λίστα – και αντίστοιχα οι εργαζόμενοι που είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν τα έσχατα μέτρα υποβιβασμού τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Οι τακτικές εκφοβισμού της αστυνομίας.

Το κύμα άγχους και τρόμου που αναπαράγεται, σε καθημερινή βάση, από κάθε τηλεοπτικό κανάλι και ένα σημαντικό μέρος του Τύπου (έντυπου και διαδικτυακού) της χώρας. Γιατί τι είναι ο φόβος, αν όχι μέσο ψυχολογικής βίας – άρα και καταστολής.

Η συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων στην ουρά στις υπηρεσίες ή στα μέσα συγκοινωνίας· των ανεύθυνων οδηγών στους δρόμους· όσων ρυπαίνουν με σκουπίδια ή βρωμιές τη γειτονιά, τα κτίρια και τη φύση· όλων αυτών που λένε «η πάρτη μου και χέστηκα για όλους τους άλλους». Μια νοοτροπία ιδιαίτερα αγαπητή στον μέσο Έλληνα, θαρρώ.

Η αδιαφορία των περαστικών, όταν μπροστά στα μάτια τους μια ομάδα ντόπιων ξυλοφορτώνουν έναν μετανάστη, έναν νεαρό με μακρύ μαλλί, ή το μέλος κάποιας μειονότητας.

Ο αδιάκοπος αυνανισμός του κινητού, της selfie, της ατάκας στο Facebook, των check-in, της κατανάλωσης και – κυρίως – της επίδειξής της. Και μη με ρωτήσετε ποια η σχέση αυτών με τα παραπάνω… ασφαλώς και έχουν σχέση και το ξέρετε καλά. Γιατί ο «μικρός, καθημερινός φασισμός» δεν αφορά μόνο τον περιορισμό δικαιωμάτων, το κλείσιμο φωνών και τον εκφοβισμό… μα σχετίζεται με κάθε μορφή απώλειας της επικοινωνίας και οχύρωσης των ανθρώπων πίσω από τείχη. Και τι είναι η εικονική πραγματικότητα της επίδειξης και των κυρίαρχων συμπεριφορών στο διαδίκτυο, αν όχι ένας ακόμα τοίχος που υψώνεται και παρεμποδίζει την ουσιώδη επαφή ανάμεσά μας;



Graffiti by Mr. Thomas in Ferentino, Italy

 
Όπως εξάλλου έχω αναφέρει ο ίδιος, κατά καιρούς, στη σελίδα μου στο Facebook… μην πατάτε μόνο like. Μιλήστε. Επικοινωνήστε. Στείλτε ένα ρημάδι μήνυμα. Μην κρύβεστε πίσω από μάσκες… Ελάτε σε επαφή. Γνωριστείτε από κοντά. Και αν δεν ταιριάζετε… δεν χάσατε και κάτι. Τουλάχιστον το επιδιώξατε. Μα πρέπει να γίνει κάπου η αρχή – και δεν θα γίνει όταν κρύβεστε μονίμως πίσω από μια οθόνη. Χαίρομαι που κάποιοι ιδιαίτερα αγαπητοί μου φίλοι προήλθαν από αυτόν ακριβώς τον «ανώνυμο» αρχικά, χώρο του διαδικτύου και από τα κοινωνικά δίκτυα. Μα θλίβομαι όταν βλέπω πως τόσος κόσμος αγνοεί την αληθινή δυναμική τους και περιορίζεται σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι της επίδειξης και του στείρου μιμητισμού.

Αν έπρεπε να φανταστώ μια συμβολική εικόνα για το «φασισμό της καθημερινότητας», εκείνη θα ήταν η εξής: πελώριες γυάλες, η μία δίπλα στην άλλη, ασφυκτικά κλειστές και αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Κάθε γυάλα περιλαμβάνει έναν άνθρωπο και το μικρόκοσμό του. Οι γυάλες είναι βουτηγμένες όλες σ’ ένα παχύρρευστο χυλό «πληροφορίας» - και αυτός ο χυλός συνιστά τον κοινωνικό τους χώρο. Ο χυλός εδράζεται σ’ ένα καζάνι που βράζει – το καζάνι λέγεται κράτος και οικονομία.

Και αυτά τα καζάνια, το ένα παραταγμένο δίπλα στο άλλο, αυστηρά διαχωρισμένα μεταξύ τους… είναι τα έθνη του κόσμου.

Και η φωτιά που σιγοβράζουν… εκείνη που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά τη ρίζα κάθε «μικρού φασισμού της καθημερινότητας» (από τον νταή που βρίζει τον ηλικιωμένο στο τρένο, στον μπάτσο που κατουράει τις γάτες, στον εργοδότη που αδιαφορεί για το προσωπικό του, στον οδηγό που αδιαφορεί για τους κανόνες ασφαλείας, στον τύπο που πετάει σκουπίδια, στον αδιάφορο περαστικό των δρόμων, στον παθητικό δέκτη των Μέσων Ενημέρωσης, στον αιώνιο καταναλωτή…)

Η φωτιά αυτή που σιγοβράζουν τα καζάνια θα μπορούσε να ονομάζεται και «ο καθένας για την ομάδα ή την πάρτη του και χεστήκαμε για όλους τους υπόλοιπους».

Θέλω να πιστεύω πως αυτή δεν είναι η κυρίαρχη τάση των καιρών μας.



Πρόσθετη ενότητα: Σχόλια και σκέψεις από τους αναγνώστες




Η παρούσα ενότητα, επιπρόσθετη στο αρχικό κείμενο, είναι το σημείο που περνάω τη σκυτάλη στους φίλους αναγνώστες του Κουνελιού. Είναι η δική τους φωνή, οι δικές τους σκέψεις, και ίσως κάποια δικά τους βιώματα, όπως τα μετέδωσαν οι ίδιοι μέσω της σελίδας στο Facebook. Κάποια από τα σχόλιά τους έχουν τόσο ενδιαφέρον, που θεώρησα σκόπιμο να τα μεταφέρω εδώ, ώστε να μη χαθούν στο σωρό του Facebook, καταμεσής των selfies και των check-in – και να προσθέσουν στον γενικότερο προβληματισμό. Θα επανέρχομαι σε αυτή την ενότητα, ανανεώνοντάς τη, με περισσότερα σχόλια αναγνωστών.

Όσο και αν η πληθώρα αυτή αρνητικών εικόνων μπορεί να φαντάζει σε κάποιους ως «πεσιμιστική» ή αποθαρρυντική, ο ίδιος δεν θεωρώ πως είναι έτσι απαραίτητα. Σκοπός μου δεν είναι να αποθαρρύνω τον κόσμο ή να μεταδώσω μια αίσθηση ηττοπάθειας. Θα έλεγα αντίθετα πως όσο παρατηρούμε τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, δίχως ηδονοβλεπτικά συμπλέγματα, δίχως σύνδρομα παθητικής κατανάλωσης, σαν εκείνα που καλλιεργούν τα Μέσα, μα με κριτική διάθεση… τότε ίσως και να γίνει κάτι. Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε πως υπάρχει αυτή η πλευρά. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε πως αντιμετωπίζεται όχι με στείρα αγανάκτηση – μα με κριτικό πνεύμα. Και το τρίτο είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε – και να πράττουμε.

Και πάντα η πρώτη πράξη είναι να μη σιωπούμε. Να μιλάμε, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε. Κάθε φασισμός, μικρός ή μεγάλος, φοβάται τη φωνή του κόσμου – αυτό είναι γνωστό.

Δεν είμαστε μόνοι σε αυτό – το πιστεύω.






Ας πάμε λοιπόν στα σχόλια των αναγνωστών. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το σχόλιο της Νάντιας, η οποία αναφέρει:

“Ναι, πολλοί έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, μικρές φασιστικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Πολλοί γίναμε "μάρτυρες" βίας προς μετανάστες και όχι μόνο στα Μ.Μ.Μ. Πολλοί έχουμε δει κακοποίηση ζώων ή και έχουμε... κακοποιηθεί... τουλάχιστον λεκτικά πολλές φορές. Θα μείνω στον προβληματισμό, μου επιτρέπεις. Είναι φορές που νιώθω ότι πνίγω με τόσο κόπο τον λυγμό μου για το ανθρώπινο είδος που αν δεν βρω τρόπο να τον εκφράσω θα εκραγώ παθαίνοντας κρίση πανικού. Και έχω πάθει πολλές φορές. Είτε γιατί κάποιον ξυλοκόπησαν μπροστά μου, είτε γιατί, αφού με όμορφο τρόπο προσπάθησα να πείσω τα νεαρά τσογλάνια να μην αναστατώνουν τη γειτονιά τα ξημερώματα κάθε ημέρας τρομάζοντας ή ενοχλώντας τον όποιο ύπνο των γειτόνων, έφαγα τα χαστούκια μου και είδα αστράκια. Δεν έχει σημασία.

Οι κρίσεις λοιπόν με οδήγησαν στην αναζήτηση της βίας προς τον εαυτό μας. Και νομίζω ότι η πρώτη μικρή φασιστική συμπεριφορά είναι από εμάς προς τον εαυτό μας. Και δεν το λέω εγωιστικά. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλα ξεκινούν από την έλλειψη σεβασμού κάτ αρχήν προς τον εαυτό μας. Αν κάθε άνθρωπος σεβόταν την ύπαρξη του στον χώρο και τον χρόνο, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης, θα σεβόταν και θα υπολόγιζε και ότι ζει και υπάρχει γύρω του. Ο πρωταρχικός μικρός φασισμός είναι προς τον εαυτό μας γιατί εκπαιδευόμαστε να του συμπεριφερόμαστε έτσι, στον εξελιγμένο "πολιτισμένο" κόσμο μας. Θα μπορούσα να γράψω πολλά γι αυτό αλλά το θέτω ως προβληματισμό. Πόσο λιγότερο φασιστική θα είναι η καθημερινότητα όλων αν η συμπεριφορά μας είναι με σεβασμό και αγάπη, που σημαίνει αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση και εσωτερική ανάπτυξη; Μπορεί να είναι ουτοπία αυτό που σκέφτομαι. Και βέβαια θυμώνω, εναντιώνομαι, φωνάζω, βγαίνω από τα ρούχα μου αλλά με κάποιο τρόπο γυρίζει μπούμερανγκ. Θέλω μόνο να αγαπώ.”

 Η Στέλλα προσθέτει:

“Όλα αυτά τα περιστατικά που ανέφερες επιβεβαιώνουν για ακόμα μια φορά πόσο υστερούμε στο θέμα της παιδείας. Τι να πρωτοθυμηθώ και να αναφέρω; Δυο παιδιά, ένα καλοκαίρι στην γειτονιά μου που βρήκαν εξαιρετικά αστείο το γεγονός να καταστρέψουν ξένη περιουσία σπάζοντας την τζαμαρία ενός μαγαζιού; Μια κοπέλα στη στάση του λεωφορείου να δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από έναν μεθυσμένο χωρίς να αντιδράει κι έπειτα αυτός να κατεβάζει το παντελόνι και να κατουράει μπροστά μας; Μια παρέα ''έξυπνων'' να δένει και να πετάει ένα κουτάβι σε γκρεμό; Μια κοπέλα στο αστικό να ουρλιάζει και να στολίζει μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα επειδή ''τόλμησε'' να καθίσει σε μια θέση; Και η λίστα συνεχίζεται και ανανεώνεται καθημερινά... Συμπεριφορές που εκτός από αναισθησία δείχνουν και προσωπική ανασφάλεια. Το ξέσπασμα σε κάθε μορφή έγινε πια επιτακτική ανάγκη μας για να νιώσουμε εμείς ανώτεροι, πιο μάγκες και να καλύψουμε το πρόβλημά μας. Ας γκρεμίσουμε τον τοίχο που χτίσαμε γύρω μας βελτιώνοντας πρώτα απ' όλα τον εαυτό μας, το ''μέσα μας'' για να μάθουμε να σεβόμαστε και τους συνανθρώπους μας.»

Ανάλογο το συμπέρασμα της Emily, η οποία αναφέρει:

«Ο αυτοσεβασμός και η αυτοεκτίμηση είναι σημάδια μιας πολιτισμένης και υγιούς κοινωνίας. Αν ο καθείς δουλέψει με τον εαυτό του, μόνο τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καλύτερο κόσμο για ένα καλύτερο αύριο!»

Αναμφισβήτητα, η στάση μας απέναντι στον εαυτό μας είναι η απαρχή – δίχως αυτοσεβασμό πως γίνεται να σεβόμαστε τους άλλους. Στο μεταξύ η Κατερίνα έθιξε μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή – εκείνη των προτύπων που επιβάλλει μια κοινωνία από τότε που είμαστε μικροί:

«Νομίζω πως από μωρά υφιστάμενα διάφορους φασισμούς!!Πρέπει-η απόλυτα φασιστική λέξη-να υπηρετούμε πρότυπα εξυπνάδας ομορφιάς μόδας!!Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να κρύβουμε τις ευαισθησίες μας για να προστατευτούμε και να γίνουμε αποδεκτοί!!Κατά τη γνώμη μου λοιπόν είμαστε όλοι τόσο ανελεύθεροι και όλο και λιγότερο ευτυχισμένοι!!»

Θα έλεγα πως τα «πρέπει» σε μια κοινωνία καλύπτουν άφθονους τομείς – από το lifestyle στις επαγγελματικές συνήθειες. Μια κοινωνία όμως που δεν καλλιεργεί την αποδοχή της διαφορετικότητας (στον τρόπο ζωής, στις επιλογές, στην αισθητική, σε όλα) πόσο να απέχει από το φασισμό;

Χαρακτηριστικό και το σχόλιο της Ειρήνης:

«Δυστυχώς η παιδεία έχει κατέβει (και όταν αναφέρομαι σε παιδεία ακόμα και κάποιος «αγράμματος βοσκός» πχ έχει μεγαλύτερη παιδεία από μερικά μορφωμένα ίσως ανθρωποειδή) και φυσικά τα ψυχολογικά-κόμπλεξ έχουν μια ανεξήγητη έξαρση!»

Παραθέτω και το σχόλιο του φίλου Γιάννη:

«Θα αναδιατύπωνα το ''Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν έναν μεγάλο φασισμό;'' αλλάζοντας το ρήμα ''συνθέτουν'' με το ''διαμορφώνουν κατάλληλα μυαλά στο να δεχτούν τον φασισμό και σαν κοινωνική οργάνωση''.

Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη πριν 1 χρόνο. Ο λίντερ της ομάδας (γιατρός) κατά της διάρκεια μιας επέμβασης κυριευμένος από άγχος (που δεν απέρρεε από τη δυσκολία του περιστατικού – όπου μερικώς δικαιολογείται – αλλά από ανασφάλεια και ανικανότητα) και μην μπορώντας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της κατάστασης έπρεπε να βρει κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτός βέβαια ήταν κάποιος δεν θα του πει ένα ''ευχαριστώ'' στο τέλος, κάποιος που μετά θα πρέπει να πάρει το παιδί του από το σχολείο και να το κοιτάξει στα μάτια λέγοντάς του πως πρέπει να σέβεται τον συνάνθρωπό του ενώ αυτόν όχι απλά δεν τον σεβάστηκαν αλλά τον εξευτέλισαν.

Έτσι η κάθε μας μέρα πρέπει να γίνει ένα προσωπικό στοίχημα. Θέλει νεύρο και δύναμη όμως, και ελπίζω να μας έχει μείνει λίγο.»



Street art by Etam Cru


Ευχαριστώ βαθιά το φίλο Δημήτρη, για το ακόλουθο σχόλιο που μου άφησε - καταμεσής δυσκολιών, από εκείνες που ορθώνει το ("δημοκρατικότατο", όσο αφορά την επιλογή των ποστ που προβάλλει, για την οποία μοναδικό κριτήριο είναι ο βαθμός δημοφιλίας) Facebook:

«Το κείμενο σου είναι ένας μικρός θησαυρός που πρέπει να διδάσκεται σε παιδιά όσο είναι ακόμα στην ηλικία διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν μπορώ να προσθέσω κάτι σε ένα τόσο σταράτο κείμενο. Θα σχολιάσω απλώς ότι ο φασισμός της καθημερινότητας έχει γερές ρίζες. Δεν μπορεί να ξεριζωθεί, μπορεί όμως με υπομονή να ελαττωθεί.

Από την αποχαύνωση των σέλφι και την λαχτάρα για αυτοπροβολή, μέχρι τα περιστατικά σε σχολεία και την κακομεταχείριση αθώων ψυχών, ζώα τα λένε κάποιοι υποτιμητικά -μακάρι να μπορούσαν λίγο να τους μοιάσουν- υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Και αυτοί που τα κάνουν, και εγώ κούνελε, και εσύ ίσως, που ενώ πιθανότατα δείχνουμε σημάδια αντίστασης ίσως θα μπορούσαμε και καλύτερα. Θα έλεγα πως ζούμε στην βορειότερη χώρα της Αφρικής, ή την δυτικότερη της Ασίας, αλλά ποιος θα καταλάβαινε (άσε που θα αποτελούσε προσβολή ειδικά για την Αφρική).

Όλα ξεκινάνε από εμάς, τα κατάλοιπα και τα κόμπλεξ της ψωροκώσταινας, που έχουν μπολιαστεί από γενιά σε γενιά με τρόπο ευλαβικό, αρνούνται οποιαδήποτε αλλαγή προς τον ορθολογισμό και τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι σατανικό. Δέσμιοι ιδεολογιών που προκαλούν θυμό και κατάθλιψη. Συγνώμη αν χάνω τον ειρμό μου αλλά μόλις διάβασα και το άρθρο σου και δεν ήταν ότι πιο ευχάριστο. Προφανώς δεν έπεσα από τα σύννεφα. Συνεχίζω πάντως λέγοντας πως όσο μερίδιο ευθύνης και να έχουμε, είναι καθήκον μας να μεταλαμπαδεύουμε τις αξίες του αυτοσεβασμού. της αγάπης , της λογικής , της ανθρωπιάς ντε, όπως και όποτε μπορούμε. Είτε σε κύκλους μας , είτε στα παιδιά μας αργότερα. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που μπορεί και πρέπει να κάνει τόσο καλό γύρω του.. και όμως. Συγνώμη για τη μακρηγορία μου και ευχαριστώ ξανά για την ευκαιρία που μου έδωσες να διαβάσω το κείμενό σου. (Δυστυχώς υπάρχει και ο φεισμπουκικος φασισμός που εμφανίζει τα ποστ όπως να ναι, χωρίς σειρά)»


Συνεχίζοντας με τα σχόλια των αναγνωστών… Ευχαριστώ τη Μαγδαλίνα για το ακόλουθο σχόλιο:

«Νομίζω πως η αντίδραση κατά τη διάρκεια του περιστατικού είναι αυτό που πάνω απ’ όλα μετράει. Να μη γυρίζουμε την πλάτη, να μη μένουμε σιωπηλοί.»

Όπως και τη Νέλλυ, που θίγει εύστοχα το θέμα της συλλογικότητας – ή της απουσίας της.

«Παρατηρώ στην καθημερινότητα μας πια πως έχει χαθεί κάθε μορφή και κάθε έννοια συλλογικότητας και πως ο καθένας κοιτάζει σ αυτό που θα πεις ή θα προτείνεις τι έχει να κερδίσει και τι παγίδα πιθανόν βρίσκεται πίσω απ αυτό που προτείνεις και οι περισσότεροι αποθηκεύουν τέτοια ποσότητα άχρηστων πληροφοριών που τους διαφεύγει η πραγματική ζωή και η ανθρώπινη επικοινωνία.»

Η Θωμαΐς είχε αυτό να πει:

«Καθημερινός φασισμός είναι η φάλαινα που ψοφάει από τριάντα κιλά πλαστικό σε ακτή του τουριστικότερου νησιού της χώρας. Φασισμός είναι να νιώθεις αναίτια ανώτερος σε αξία από οτιδήποτε άλλο περπατά ,πετά δίπλα σου ,κολυμπά ή φυτρώνει στη γη.»

Η Αναστασία μίλησε για τη φύση του ανθρώπου:

«Σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο, η διχόνοια και ο αλληλοσπαραγμός (και όχι μόνο) είναι στην φύση του ανθρώπου από τις απαρχές του είδους του. Ο σάπιενς κανιβάλισε τον Νεάντερταλ και η Ιστορία δεν έχει να δείξει κάτι διαφορετικό παρά παραλλαγές του ιδίου μοτίβου. Φασίστες εναντίον προσφύγων, Δεξιοί ενάντια Αριστερών Αμερικανοί εναντίον Ρώσων, Κινέζοι ενάντια Γιαπωνέζων, σφαγές επί Χίτλερ, σφαγές επί Στάλιν,(και σε μικροκλίματα γείτονας εναντίον γείτονα, παιδί εναντίον παιδιού, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου). Ακόμα και ο γεράκος που λες, μπορεί άνετα να τραμπουκίσει ένα παιδάκι αν βρεθεί σε θέση ισχύος. Η φύση του ανθρώπου είναι φρικαλέα και ειδεχθή (παρ’ όλα τα επιτεύγματα της Τέχνης και της Επιστήμης) και το βλέπεις ολοκάθαρα όταν συναλλάσσεσαι με κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. (φυσικά, τα άνωθεν είναι προσωπική άποψη και δεν έχουν σκοπό να πείσουν κανέναν :) )»

Θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά, όσο μας παρουσιάζει η Αναστασία – πως το “homo homini lupus” του Hobbes δεν συνιστά το μοναδικό «νόμο» της ανθρώπινης κατάστασης. Ακόμα και αν ισχύουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, οι αρπακτικές και πολεμόχαρες τάσεις που περιγράφονται, δίχως κοινωνικότητα και συνεργασία το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει ούτε 100 χρόνια στον πλανήτη. Και μερικές φορές αυτή ακριβώς η διάθεση συνεργασίας και αλληλεγγύης ήταν που επέτρεψε σε ομάδες και κοινωνίες και ιδέες να αναπτυχθούν.

Ιδιαίτερα περιγραφικό ήταν το σχόλιο του φίλου Θανάση, από το οποίο παραθέτω το τελικό συμπέρασμα:

«Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες λένε πως διέπονται από δημοκρατικά ιδεώδη, νομοθεσίες που τις στηρίζουν, ποικιλομορφία στις διατάξεις τους κ.ο.κ. Αρχίδια φίλε μου... Οχλαγωγικά καθεστώτα είναι που στηρίζονται σε αυτά τα σάπια εκπαιδευτικά τους συστήματα. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση είναι πασιφανής. Το σύστημα για να συντηρηθεί στηρίζεται στον όχλο. Καταστρέφεις την παιδεία σου και δημιουργείς τον όχλο που χρειάζεσαι. Λένε πως έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ποια είναι όμως η αμοιβαία προϋπόθεση ένα δημοκρατικό καθεστώς; Ο μορφωμένος πολίτης, ο άνθρωπος με κρίση. Στη χώρα αυτή η κριτική ικανότητα σπανίζει όπως ο χρυσός. Κι έτσι είναι οι περισσότεροι, χωρίς ιδιαίτερη κριτική ικανότητα. Θύματα της κοινωνίας μα η κοινωνία είμαστε εμείς. Κούνελε, μην απελπίζεσαι και μη δυσανασχετείς! Δε μπορούνε όλοι να ακολουθήσουν αυτά τα θέματα. Ένα 5 με 10% του πληθυσμού κι αν, θα μπορούσε να τολμήσει να σκεφτεί κριτικά, μα πόσοι θα περνούσαν από τη σκέψη στη δράση; Δύσκολο να πει κανείς. Το κακό είναι πως δεν υπάρχει φορέας, κουλτούρα ή ό,τι άλλο που να δίνει το κοινωνικό όραμα στο οποίο αυτοί, οι σκεπτόμενοι, να μπορούν να στεγαστούν, να βρούνε ομοίους τους, να ανταλλάξουν απόψεις, να πάρουν δύναμη και να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράματα. Δεν υπάρχει αυτό»

Πολύ ενδιαφέρον εξάλλου είχε και το ακόλουθο σχόλιο του Θανάση, έπειτα από ένα διάλογο με τη φίλη Pippi – περί αυταρχισμού, φασισμού και πολιτικών χώρων.

«Αυταρχικοί και φασίστες μπορούν να προέρχονται από κάθε πολιτικό χώρο, δεν αντιλέγω. Το θέμα είναι πως πολλές φορές αθέλητά μας ίσως να γινόμαστε κι εμείς τέτοιοι, αν όχι φασίστες με την ακριβή έννοια του όρου, αυταρχικοί σίγουρα. Είναι παρόμοια κατάσταση με αυτή του ρατσισμού, ρατσιστές λίγο πολύ είμαστε όλοι γιατί ο ρατσισμός πηγάζει από τον φόβο για τον άγνωστό. Το θέμα είναι να έχει κανείς την νηφαλιότητα και την τόλμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να πει μήπως είμαι ένας από τους πολλούς τελικά κι εγώ; Εκεί ξεκινούν όλα...»

Θα προσυπογράψω το τελευταίο σχόλιο του Θανάση. Ο φασισμός, με την πολιτική και κυριολεκτική έννοια του όρου, αφορά την ακροδεξιά - και μόνο. Ωστόσο οι "φασίζουσες συμπεριφορές" (που συνιστούν και την ουσία του παρόντος κειμένου μου) και ο αυταρχισμός μπορεί να αφορά όλο το πολιτικό φάσμα, όλους τους ανθρώπους, εμάς τους ίδιους. Εκείνο που χρειάζεται είναι μόνιμη επαγρύπνηση και διάθεση αυτοκριτικής.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


@ Το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18


Street Art, Exarxeia, by INO