Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)



29 Ιουνίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #6: Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι





Για μια τελευταία φορά μέσα στο καλοκαίρι, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τη μικροσκοπική του πύλη – για να περάσεις από κει στον πελώριο κόσμο των βιβλίων.


Τα σημερινά αποσπάσματα χαρακτηρίζονται από την έντονη κριτική τους διάθεση και τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Κάποια μας ταξιδεύουν στο παρελθόν... άλλα στο μέλλον. Μα η κριτική είναι πανταχού παρούσα.

Θα μεταβείς σ’ έναν κόσμο όπου καίνε τα βιβλία και προάγουν τα τηλεπαιχνίδια και τα σόου – έναν κόσμο που εγκατέλειψε τη γνώση για χάρη της ανούσιας πληροφορίας και της διέγερσης των αισθήσεων. Θα φτάσεις σ’ έναν τόπο όπου η ομορφιά κατέληξε να εξαλείψει την ατομικότητα – καθώς όταν τα πρότυπα είναι πάντα Ίδια, η ομορφιά είναι πάντα Μία και η τεχνολογία πλέον την καθιστά δυνατή για όλους.

Θα ταξιδέψεις σε μια σκοτεινή, βρώμικη πολιτεία που εκπορνεύεται τη μιζέρια της. Θα αναλογιστείς πάνω στην ισοτιμία των δύο φύλων. Θα διαπιστώσεις πόσο χρήσιμες υπήρξαν οι γυναίκες στον Πόλεμο. Θα διαπιστώσεις πως οι βρυκόλακες δεν παίρνουν πάντα ανθρώπινη μορφή – μα συχνότερα, αποκτούν τη μορφή ιδεών και τρόπου σκέψης. Και, τέλος, θα πεις ένα τραγούδι – που όπως όλα τα τραγούδια, είναι πιο όμορφο από τους ανθρώπους.



Ο πολιτισμός της μόνιμης ικανοποίησης






Κάποτε στο μέλλον, οι άνθρωποι κατόρθωσαν τελικά ν’ αποκτήσουν μια αίσθηση μόνιμης χαράς. Το κράτος εξασφάλισε γι’ αυτό, γεμίζοντας την καθημερινότητά τους με Ψυχαγωγία και απομακρύνοντας μια για πάντα έναν απ’ τους πλέον αποσταθεροποιητικούς παράγοντες: τα βιβλία, τα οποία πλέον δεν χρειάζονται – γι’ αυτό και τα καίνε.


«Οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι χαρούμενοι, σωστά; Δεν το έχεις ακούσει, μέχρι τώρα στη ζωή σου; Θέλω να είμαι χαρούμενος, λένε οι άνθρωποι. Ε λοιπόν, δεν είναι; Δεν τους κάνουμε να βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, δεν τους παρέχουμε διασκέδαση; Γι' αυτόν τον σκοπό δε ζούμε, στο κάτω κάτω; Για ευχαρίστηση, για διέγερση; Οφείλεις λοιπόν να παραδεχθείς πως ο πολιτισμός μας παρέχει άφθονα από δαύτα". [...]

Δώσε στους ανθρώπους διαγωνισμούς και παιχνίδια στα οποία μπορούν να κερδίζουν, με το να θυμούνται τις λέξεις σε δημοφιλή τραγούδια, ή τις ονομασίες διάφορων πρωτευουσών, ή πόσο αυξήθηκε η παραγωγή του καλαμποκιού τη χρονιά που πέρασε. Γέμισε τους με δεδομένα, σφήνωσε τους μέχρι διαόλου με "γεγονότα", έτσι ώστε να αισθάνονται παραφουσκωμένοι, μα "ευφυείς", γεμάτοι πληροφορίες. Τότε θα νομίζουν πως σκέπτονται, θα τους παρέχεται μια αίσθηση κίνησης χωρίς να κινούνται καθόλου. Και θα είναι χαρούμενοι, καθώς δεδομένα σαν αυτά δε μεταβάλλονται.

Μη τους δώσεις μόνο γλιστερά, ρευστά πράγματα, όπως φιλοσοφία ή κοινωνιολογία, με τα οποία θα μπορούσαν ίσως να δουν πιο σφαιρικά. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος της μελαγχολίας».


Από το βιβλίο "Fahrenheit 451" του Ray Bradbury, δημοσιευμένο το 1953. Στη θαυμαστή κοινωνία του “Φάρεναϊτ” τα βιβλία και το διάβασμα είναι απαγορευμένα. Ειδικά πυροσβεστικά σώματα ασφαλείας αναλαμβάνουν τον εντοπισμό τυχόν κρυμμένων βιβλίων και τα καίνε. Στους ανθρώπους συνίσταται να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται με σόου, παιχνίδια και θεάματα, όχι να διαβάζουν, καθώς το δεύτερο (όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα) "καλλιεργεί τη μελαγχολία".

Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε σε ταινία το 1966 από τον Φρανσουά Τρυφό. Αριστερά στην εικόνα το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, δεξιά η αφίσα της ταινίας.

Όσο αφορά τον τίτλο; "Φάρεναϊτ 451" θεωρείται ο βαθμός αυτοανάφλεξης των βιβλίων - το σημείο στο οποίο η αυξημένη θερμότητα τα τυλίγει μες στις φλόγες.

Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο βιβλίο – και το θέμα – κάποια στιγμή μελλοντικά.



Ομορφιά και Ατομικότητα






Ένα επεισόδιο της κλασικής σειράς sci-fi "Η Ζώνη του Λυκόφωτος" (με τον τίτλο “Number 12 Looks Just Like You”) περιέγραφε μια φουτουριστική κοινωνία στην οποία η τεχνολογία καθιστά δυνατό τον ολικό μετασχηματισμό της εξωτερικής εμφάνισης του ανθρώπου, έτσι ώστε να προσεγγίσουν όλοι το "τέλειο πρότυπο ομορφιάς" - μαθηματικά υπολογισμένο και σχεδιασμένο από υπερσύγχρονους υπολογιστές.

Οι υπολογιστές είχαν καταλήξει σε δύο "ιδανικά μοντέλα". Αψεγάδιαστα σε κάθε τους λεπτομέρεια, αγγίζοντας την ιδεατή τελειότητα των αρχαίων αγαλμάτων. Κάθε άνθρωπος, από την εφηβική του κιόλας ηλικία, καλούνταν να επιλέξει ανάμεσά τους - υπήρχαν αντίστοιχα δύο ανδρικά μοντέλα, και δύο γυναικεία. Σε αυτά είχαν δοθεί οι αριθμοί "8" και "12".

Το άτομο έκανε την επιλογή του και εν συνεχεία, χάρη στην εκπληκτική εξέλιξη της τεχνολογίας και των ιατρικών μεθόδων, γινόταν μια απίστευτη αλλαγή: Βγαίνοντας απ' τον ιατρικό θάλαμο, είχε μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά, έχοντας γίνει ίδιος σε κάθε λεπτομέρεια, με τα τέλεια εκείνα πρότυπα. Τώρα ήταν πια κι αυτός ιδανικός και αψεγάδιαστος! Τώρα ήταν όλοι τους πια τέλειοι, όμοιοι με αγάλματα θεών!

Tέλειοι - και απόλυτα ίδιοι, ο ένας με τον άλλον.

Αυτό το επεισόδιο σκέφτηκα, διαβάζοντας το ακόλουθο απόσπασμα του Μίλαν Κούντερα:


«Τι είναι η ομορφιά από μαθηματική σκοπιά; Υπάρχει ομορφιά όταν ένα αντίτυπο μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο στο αυθεντικό πρωτότυπο. Ας φανταστούμε ότι έχουν βάλει στον υπολογιστή τις ελάχιστες και τις μέγιστες διαστάσεις όλων των μερών του σώματος: μεταξύ τριών και επτά εκατοστών για το μήκος της μύτης, μεταξύ τριών και οκτώ για το ύψος του μετώπου, και ούτω καθεξής. Άσχημος είναι ο άνθρωπος που το μέτωπό του έχει μήκος έξι εκατοστών και η μύτη του τρία μόνο. Ασχήμια: ιδιότροπη ποίηση του τυχαίου.

Σ' έναν ωραίο άνθρωπο, το παιχνίδι των τυχαίων έχει διαλέξει έναν μέσο όρο όλων των μέτρων. Ομορφιά: πεζότητα του ακριβούς μέσου. Στην ομορφιά, περισσότερο ακόμα παρά στην ασχήμια, εκδηλώνεται ο μη ατομικός, μη προσωπικός χαρακτήρας του προσώπου.»


Από την "Αθανασία" [“Nesmrtelnost”, 1990, μετάφραση Κ.Δασκαλάκη, εκδόσεις Εστία]



H φάμπρικα των ζητιάνων






«Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιωνάθαν Ιερεμίας Πήτσαμ της Α.Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα... η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχει τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο.

Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι άντε και το συνηθίσει ο άλλος δεν του λέει πια τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη προς κακοφανισμός σας, γίναμε γουρούνια. Πάρε παράδειγμα. Βλέπεις στη γωνιά του δρόμου έναν ωραίο, γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχωνο και κομμένο το δεξί του χέρι. Τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά νάσου πάλι ο κουλός στη γωνιά του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί μπροστά σου ο κουλός για τρίτη φορά σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). “ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ”. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δυο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε. Θυμόσαστε εκείνο το σπουδαίο: “ΔΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝ”; Αυτό χάλασε κόσμο έναν ολόκληρο χειμώνα. Πάει κι αυτό, τέλειωσε. Το μπουχτίσανε και τώρα μόνο που πιάνει τόπο στα ράφια.

Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.»


Μπέρτολτ Μπρεχτ. Από την κλασική "Όπερα της Πεντάρας", σε μετάφραση Σ.Ματζίρη, εκδόσεις Δωδώνη. Πρώτο ανέβασμα το 1928.

Ενα έργο στο οποίο, μεταξύ άλλων, η ζητιανιά παρουσιάζεται ως μια κερδοφόρος επιχείρηση – αρκεί να γνωρίζεις τις απαιτήσεις της «Αγοράς». Ποια μορφή οίκτου λοιπόν «πουλάει» περισσότερο; Και πόσο καιρό θα έχει πέραση σε μια κοινωνία που έχει πλέον συνηθίσει σε όλα;



Τζέην Έυρ. Γυναίκες και Σουλτάνοι


Charlotte Brontë


Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει κάπου στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μια νεαρή γυναίκα, καλλιεργημένη, μα φτωχή και άσημη, βγαίνει με τον υποψήφιο σύζυγο της, εύπορο και αναγνωρισμένο. Η αγάπη τους είναι αμοιβαία. Ωστόσο οι διαφορές ανάμεσά τους μεγάλες. Εκείνος την κατευθύνει στα καλύτερα καταστήματα της πόλης, διατεθειμένος να της κάνει τα ωραιότερα δώρα - πλούσια ενδύματα και λαμπερά κοσμήματα. Η γυναίκα όμως μας αφηγείται:


«Χάρηκα πολύ όταν επιτέλους τον έβγαλα από το κατάστημα με τα μεταξωτά και ύστερα από ένα κοσμηματοπωλείο. Όσο πιο πολύ μου ψώνιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθα το πρόσωπο μου να καίει από μια αίσθηση ενόχλησης και εξευτελισμού. Όταν μπήκαμε πάλι στην άμαξα και έγειρα πίσω αναψοκοκκινισμένη και εξαντλημένη, θυμήθηκα κάτι που μες στη φούρια των γεγονότων, ζοφερών και λαμπρών, το είχα λησμονήσει εντελώς: την επιστολή του θείου μου και την πρόθεση του να με ορίσει κληρονόμο του.

"Θα με ανακούφισε πολύ", σκέφτηκα, "αν είχα έστω και την ελάχιστη ανεξαρτησία. Αυτό το πράγμα, να με ντύνουν σαν να είμαι καμιά κούκλα, ή να κάθομαι σαν δεύτερη Δανάη και να λούζομαι καθημερινά από τη χρυσή βροχή, δεν τ' αντέχω καθόλου. [...] Αν είχα την προοπτική να συνεισφέρω κάτι στην περιουσία του, θα υπέφερα πιο εύκολα να συντηρούμαι τώρα απ' αυτόν".

Ανακουφισμένη κάπως απ' αυτή την ιδέα, τόλμησα να κοιτάξω πάλι τον κύριο και μνηστήρα μου στα μάτια, τα οποία αναζητούσαν επίμονα το βλέμμα μου, παρόλο που εγώ τ' απέφευγα, τόσο αυτά όσο και το πρόσωπό του. Όπως μου χαμογέλασε, σκέφτηκα ότι το χαμόγελό του ήταν ίδιο μ' αυτό που θα πρόσφερε ένας σουλτάνος, σε μια τρυφερή κι ευτυχισμένη στιγμή, σε μια δούλα που μόλις την είχε γεμίσει χρυσάφια και πετράδια. [...]

"Μη περιμένετε από μένα να αναπληρώσω το κενό του χαρεμιού σας", του είπα. "Ούτε να με θεωρείτε ισοδύναμη μ' ένα χαρέμι. Αν η όρεξη σας τραβάει τέτοια πράγματα, κύριε, εμπρός, μη κάθεστε. Τραβάτε στα παζάρια της Ισταμπούλ να σκορπίσετε σε αγορές δούλων τα χρήματα που σας περισσεύουν και που μου φαίνεται ότι εδώ δυσκολεύεστε να τα ξοδέψετε με ικανοποιητικό τρόπο".

"Κι εσύ τι θα κάνεις, Ζανέτ, όσο εγώ θα παζαρεύω τόσους τόνους σάρκας και μια τέτοια ποικιλία από μαύρα μάτια;"

"Θα προετοιμαστώ να γίνω ιεραπόστολος και να διδάξω την ελευθερία σ' όλους τους υπόδουλους ανθρώπους, των εγκλείστων του χαρεμιού σας συμπεριλαμβανομένων. Θα παρεισφρήσω εκεί και θα υποκινήσω στάση. Κι εσείς κύριε, ο μέγας σουλτάνος, πριν καλά καλά καταλάβετε τι συμβαίνει, θα είστε δεμένος και χειροπόδαρα στο έλεός μας. Κι εγώ δεν πρόκειται να δεχτώ να λύσω τα δεσμά σας, αν πρώτα δεν υπογράψετε έναν χάρτη, τον πιο φιλελεύθερο που παραχώρησε ποτέ δεσπότης".


Απόσπασμα από τη "Τζέην Έυρ" της Σάρλοτ Μπροντέ [μετάφραση Δ.Κικιζα, εκδόσεις Σμίλη]. Έργο δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1847 κι ένα από τα κλασικότερα λογοτεχνικά έργα του 19ου αιώνα.

Εν έτει 2014, πόσες άραγε να είναι οι ομοιότητες και πόσες οι διαφορές, όχι μόνο της στάσης των αντρών απέναντι στα "πολύτιμά τους τρόπαια", μα και των ίδιων των γυναικών απέναντι στον εαυτό τους και στη σχέση τους με το αντρικό φύλο;

Θα είχαν πολλά να διδαχτούν, και οι μεν και οι δε, από τη Τζέην Έυρ...



Γυναίκες στον Πόλεμο






Από το ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γουλφ. 7 Ιουνίου του 1918, κι ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διένυε το τελικό του στάδιο...


«Είπαν στον Λ(έοναρντ) ότι οι επιδρομές γίνονται από γυναίκες. Σώματα γυναικών βρέθηκαν στα κατεστραμμένα αεροπλάνα. Είναι πιο κοντές και πιο ελαφρές, κι έτσι αφήνουν περισσότερο χώρο για τις βόμβες.

Ίσως είναι συναισθηματισμός, όμως η σκέψη αυτή μου φαίνεται ότι προσθέτει ένα ιδιαίτερο άγγιγμα τρόμου στη φρίκη".


Στην εικόνα, πάνω αριστερά, γυναίκες της αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου, ποζάροντας μπροστά από πολεμικά αεροπλάνα... Κάτω, γυναίκες εργαζόμενες σε εργοστάσιο παραγωγής πολεμικών ειδών - εργοστάσια που οι ίδιες "επάνδρωναν" (πόσο χαζή, ειρωνική λέξη) τον καιρό εκείνο, καθώς οι άντρες εργαζόμενοι, συνήθως, ή πολεμούσαν, ή ήταν νεκροί. Δεξιά, η Βιρτζίνια Γουλφ.



Βρυκόλακες της σκέψης






«ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: Ακούστε τι θέλω να πω. Ο λόγος που είμαι τόσο άτολμη και δειλή , είναι γιατί νιώθω κάτι το βρικολακιασμένο μέσα μου, που δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεριζώσω όλως διόλου.

ΜΑΝΤΕΡΣ: "Πως το είπατε;"

ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: "Βρικολακιασμένο. [...] Αλήθεια, Μάντερς, πάω να πιστέψω πως όλοι είμαστε βρικόλακες. Δε βρικολακιάζει μονάχα μέσα μας ό,τι έχουμε κληρονομήσει από μάνα και πατέρα. Παρά κι ένα σωρό παλιές, νεκρές θεωρίες, ένα σωρό παλιές, νεκρές ιδέες, κι άλλα πολλά ακόμα. Δε ζούνε μέσα μας, κι όμως τα 'χουμε στο αίμα μας, και δε μπορούμε να τα πετάξουμε από πάνω μας.

Μόλις πάρω να διαβάσω καμιά εφημερίδα, μου φαίνεται σα να ξεπετιούνται βρικόλακες, ανάμεσα από τις γραμμές. Θα είναι γεμάτος ο τόπος βρικόλακες. Αμέτρητοι θα είναι θαρρώ - σαν την άμμο της θαλάσσης. Κι από την άλλη μεριά όλοι μας, μικροί-μεγάλοι, έχουμε τέτοιον ελεεινό φόβο για το φως!»


Απόσπασμα από τους "Βρικόλακες" του Ερρίκου Ίψεν [σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη, εκδόσεις Δωδώνη]. Θεατρικό που γράφτηκε το 1881 και διαπραγματευόταν την άλλη όψη της καθώς πρέπει κοινωνίας - την σκοτεινή πλευρά της, πέρα από τα σύνορα της συμβατικής ηθικής των καιρών. Έργο που χαρακτηρίστηκε "εμετικό", "νοσηρό" και "βλάσφημο" από μεγάλη μερίδα των κριτικών της εποχής.

Μα το σκοτεινό τους είδωλο μέσα στον καθρέπτη τους έκλεινε με νόημα το μάτι...Και, για δες, πράγμα παράξενο. Το είδωλο έδειχνε να μοιάζει με βαμπίρ...



Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ’ τους ίδιους



banner design: το φονικό κουνέλι


«Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...»


Ναζίμ Χικμέτ , "Τα τραγούδια των ανθρώπων". Απόδοση στα ελληνικά, Γιάννης Ρίτσος.




Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)