Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλληγορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλληγορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Ιουνίου 2018

Η Χώρα της Επαγγελίας... Μια αλληγορία του Σαρλ Μπωντλαίρ



Η χώρα της επαγγελίας... απεικόνιση της φανταστικής Σάνγκρι-Λα, από το παιχνίδι Far-Cry 4
Η φανταστική χώρα Shangri-La, από το παιχνίδι Far Cry 4



«Υπάρχει, λένε, μια χώρα υπέροχη, μια γη της επαγγελίας, που ονειρεύομαι να επισκεφθώ με μια παλιά μου φίλη. Χώρα παράξενη, πνιγμένη στην πυκνή ομίχλη του Βορρά μας, χώρα που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε Ανατολή της Δύσης, και Κίνα της Ευρώπης, έτσι καθώς καλπάζει εκεί η θερμή και παιχνιδιάρα φαντασία, έτσι καθώς με υπομονή και πείσμα την στόλισε με τη σοφή και χαριτωμένη βλάστησή της. Μια αληθινή γη της επαγγελίας, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα, ευγενικά• όπου η πολυτέλεια αγαπά να καθρεφτίζεται στην τάξη• όπου αναπνέεις τη ζωή, χυμώδη και γλυκιά• όπου η αταξία, η ταραχή και το απρόοπτο δεν έχουν θέση• όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία• όπου η ίδια η κουζίνα είναι ποιητική, βαριά και ερεθιστική συνάμα• όπου όλα σας μοιάζουν, ακριβέ μου άγγελε.

Γνωρίζεις αυτήν την εμπύρετη αρρώστεια που μας αρπάζει μέσα στην ψυχρή αθλιότητα, αυτήν τη νοσταλγία της άγνωστης χώρας, αυτήν την αγωνία της περιέργειας; Υπάρχει ένας τόπος που σου μοιάζει, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα κι ευγενικά, όπου η φαντασία έχτισε και κόσμησε μια Κίνα της Δύσης, όπου αναπνέεις τη ζωή γλυκιά, όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία. Εκεί πρέπει να πάμε, εκεί να ζήσουμε, εκεί πρέπει να πάμε να πεθάνουμε!

Ναι, εκεί πρέπει να πάμε ν' αναπνεύσουμε, να ονειρευτούμε, και να μεγαλώσουμε τις ώρες με των αισθήσεων το άπειρο. Κάποιος μουσικός έγραφε την Πρόσκληση σε βαλς• ποιος θα συνθέσει την Πρόσκληση σε ταξίδι, που θα προσφέρουμε στην αγαπημένη γυναίκα, στην διαλεγμένη αδελφή;

Ναι, μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα η ζωή θα ήταν ευχάριστη, - εκεί πέρα, όπου οι ώρες κυλούν πιο άγρια και είναι γεμάτες σκέψεις, όπου τα ρολόγια σημαίνουν την ευτυχία με μια επισημότητα πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.

Πάνω σε στιλπνές επιφάνειες, πάνω σε επιχρυσωμένα δέρματα μελαγχολικού πλούτου, ζούνε διακριτικά ζωγραφιές μακάριες, ήρεμες και ουσιαστικές, σαν τις ψυχές των καλλιτεχνών που τις δημιούργησαν. Οι δύοντες ήλιοι, που χρωματίζουν τόσο πλούσια την τραπεζαρία ή το σαλόνι, ρίχνουν ένα μαλακό φως μέσα από ωραία υφάσματα ή μέσα από αυτά τα ψηλά καλοδουλεμένα παράθυρα, που ο μόλυβδος χωρίζει σε πολλά τμήματα. Τα έπιπλα είναι πολύ μεγάλα, περίεργα, ακαθόριστα, ενισχυμένα με κλειδαριές και μυστικά σαν τις εκλεπτυσμένες ψυχές. Οι καθρέφτες, τα μέταλλα, τα υφάσματα, τα ασημικά και η φαγέντσια παίζουν για τα μάτια μια συμφωνία σιωπηλή και μυστηριώδη• και από κάθε αντικείμενο, από κάθε γωνιά, από τις χαραμάδες των συρταριών κι από των υφασμάτων τις πτυχές, ξεχύνεται ένα μοναδικό άρωμα, μια νοσταλγία για την Σουμάτρα, που μοιάζει σαν να είναι η ψυχή του σπιτιού.

Μια αληθινή γη της επαγγελίας, σου λέω, όπου όλα είναι πλούσια, καθαρά και στιλπνά, όπως μια ωραία συνείδηση, όπως τα πολυτελή κουζινικά, όπως τα αστραφτερά ασημικά, όπως τα ποικιλόχρωμα κοσμήματα! Όλοι του κόσμου οι θησαυροί ρέουν εκεί, όπως στο σπίτι ενός φιλόπονου ανθρώπου που πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες στον κόσμο ολόκληρο. Χώρα παράξενη, ανώτερη απ' τις άλλες, όπως η τέχνη είναι ανώτερη απ' τη Φύση, που την αναμορφώνει με τ' όνειρο, που την διορθώνει και την ομορφαίνει και την μετουσιώνει.

Ας ψάχνουν, ας ψάχνουν ακόμη, ας διευρύνουν αδιάκοπα τα όρια της ευτυχίας τους αυτοί οι αλχημιστές της κηπουρικής! Ας προσφέρουν έπαθλα, εξήντα και εκατό φλορίνια, γι' αυτόν που θα επιλύσει τα φιλόδοξα προβλήματά τους! Εγώ, βρήκα την μαύρη τουλίπα μου και τη γαλάζια ντάλια μου.

Άνθος ασύγκριτο, τουλίπα που σε ξαναβρήκα, ντάλια αλληγορική, σ' αυτήν την όμορφη, την τόσο ήρεμη και ονειροπόλα χώρα, εκεί δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε; Δεν θα έβρισκες εκεί την αναλογία σου, δεν θα μπορούσες να καθρεφτίζεσαι, για να μιλήσουμε όπως οι μυστικιστές, μέσα στην ίδια την αντιστοιχία σου;

Όνειρα! Πάντα όνειρα! Και όσο πιο φιλόδοξη κι ευαίσθητη είναι μια ψυχή, τόσο απομακρύνονται από την πραγματικότητα τα όνειρά της. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δόση του από φυσικό όπιο, που ακατάπαυστα εκκρίνεται και ανανεώνεται; από τη γέννηση ως το θάνατο, πόσες να είναι οι ώρες που ζούμε γεμάτες θετική απόλαυση, γεμάτες πράξεις επιτυχείς και αποφασισμένες; Θα ζήσουμε ποτέ, θα περάσουμε ποτέ μέσα σ' αυτόν τον πίνακα που ζωγράφισε το πνεύμα μου, σ' αυτόν τον πίνακα που σου μοιάζει;

Αυτοί οι θησαυροί, αυτά τα έπιπλα, αυτή η πολυτέλεια, αυτή η τάξη, αυτά τα αρώματα, αυτά τα θαυμάσια λουλούδια, είσαι εσύ. Εσύ είσαι αυτοί οι μεγάλοι ποταμοί και αυτά τα ήσυχα κανάλια. Αυτά τα μεγάλα καράβια που πλέουν εκεί φορτωμένα με πλούτη κι απ' όπου ανεβαίνουν τα μονότονα τραγούδια της μανούβρας, είναι οι σκέψεις μου που κοιμούνται ή κυλούν πάνω στα στήθη σου. Τα οδηγείς απαλά προς την θάλασσα που είναι το Άπειρο, και στη διαύγεια της ωραίας ψυχής σου αντανακλώνται τα βάθη τ' ουρανού• και όταν, κουρασμένα από τις φουρτούνες και παραγεμισμένα με της Ανατολής τα προϊόντα, γυρνούν στο γενέθλιο λιμάνι, είναι πάλι οι σκέψεις μου που εμπλουτισμένες επιστρέφουν από το Άπειρο σ' εσένα.»



Σαρλ Μπωντλαίρ «Πρόσκληση σε Ταξίδι» [Charles Baudelaire, “L'invitation au voyage”]. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Le Spleen de Paris” [«Η Μελαγχολία του Παρισιού»]. Πρώτη δημοσίευση το 1869. Μετάφραση: Στ. Βαρβαρούσης.



Η Σιέστα, πίνακας του Frederick Arthur Bridgman
The Siesta by Frederick Arthur Bridgman

11 Μαρτίου 2018

Μπρεχτ: Επιλογές από τις Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ






«Ο κύριος Κ. διέσχιζε μια κοιλάδα όταν άξαφνα πρόσεξε ότι πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα μια προέκταση της θάλασσας, και πως πλησίαζε η ώρα της παλίρροιας. Σταμάτησε λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς βάρκα δεν φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει ότι το νερό δεν θ’ ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό έφτασε μέχρι το σαγόνι του, εγκατέλειψε και αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει επιτέλους πως αυτός ήταν η βάρκα.»



Ιστορίες γραμμένες μεταξύ τριών δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων άλλαξε ο κόσμος· οι περισσότερες μικρές σε έκταση, κάποιες λίγες αράδες όλες κι όλες· δίχως απαραίτητα συνοχή μεταξύ τους, καλύπτοντας μια ποικιλία θεμάτων, συχνά φέροντας την προσωπίδα της αλληγορίας.

Πρωταγωνιστής τους; Ένας ανώνυμος χαρακτήρας της καθημερινότητας με το όνομα «Κόυνερ» [Keuner] - παραπέμποντας στο γερμανικό “keiner”, που σημαίνει «κανένας».

Μέθοδος του Κόυνερ; Η σωκρατική διαλεκτική.

Σκοπός του; Το ξεσκέπασμα του πέπλου της κοινωνικής υποκρισίας. Η σπουδή μιας κοινωνίας στη βάση της οποίας εδράζεται, σαν φίδι στη φωλιά του, η αδικία. Όπως ο Αίσωπος μια φορά κι έναν καιρό, μέσα από τους Μύθους του, αποκάλυπτε με αλληγορικά κείμενα τις αλήθειες της ανθρώπινης φύσης, αντίστοιχα ο «Κανένας» των ιστοριών μας φανερώνει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Μια εποχή που είδε – με τα μάτια του συγγραφέα της – το Μεσοπόλεμο, την άνοδο του φασισμού, το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το διχασμό του κόσμου σε δύο αντίπαλα ψυχροπολεμικά στρατόπεδα.

Φυσικά το πανταχού παρόν βλέμμα, πίσω από τον «κανένα», δεν είναι άλλο από εκείνο του Μπέρτολτ Μπρεχτ [Bertolt Brecht]… Και οι «Ιστορίες του Κυρίου Κόυνερ» ανήκουν στα πλέον χαρακτηριστικά κείμενα που άφησε πίσω του ο γερμανός συγγραφέας της «Όπερας της Πεντάρας» και του «Κύκλου με την Κιμωλία». Διαφορετικά συγκριτικά με τα θεατρικά του, περισσότερο αλληγορικά, ως και αινιγματικά σε σημεία, μα προτάσσοντας πάντα την αιχμή της μαρξιστικής διαλεκτικής κριτικής του. Αν κάποιοι δημιουργοί ενδιαφέρονται να τυλίξουν τον κόσμο σε εξιδανικευμένα πέπλα ωραιοποίησης, ο Μπρεχτ κάνει ακριβώς το αντίθετο: μέσα από το μύθο επιθυμεί να απογυμνώσει την πραγματικότητα, να φανερώσει τις αντιφάσεις της, να καταδείξει τους αληθινούς σκοπούς της. Και με τον δικό του τρόπο να ωθήσει τον αναγνώστη του σε προβληματισμό και γόνιμη κοινωνική κριτική.

Στο παρόν αφιέρωμα επέλεξα τις αγαπημένες μου από τις «Ιστορίες του Κυρίου Κόυνερ». Εκείνες που με προβλημάτισαν περισσότερο, εκείνες στις οποίες, κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας τους έσκαψε βαθύτερα στις ρίζες – ή απλά εκείνες που μου άρεσαν πιο πολύ. Μεταξύ άλλων θα βρείτε και το κλασικό «Αν Ήταν Άνθρωποι οι Καρχαρίες» (από τα γνωστότερα και πιο αγαπημένα κείμενα του Μπρεχτ).


Ας παραδώσω τη σκυτάλη στον κύριο Κόυνερ λοιπόν.








Μέτρα κατά της βίας



«Μια φορά, καθώς ο κύριος Κ., ο στοχαστής, έβγαζε λόγο σε μια κατάμεστη αίθουσα και καταφερόταν κατά της βίας, πρόσεξε ξαφνικά πως ο κόσμος άρχισε να οπισθοχωρεί και να φεύγει. Γύρισε τότε και είδε να στέκει πίσω του η Βία αυτοπροσώπως.

«Τι τους έλεγες;» τον ρώτησε η Βία.

«Τους μιλούσα υπέρ της Βίας», απάντησε ο κύριος Κ.

Την ώρα που έφευγε ο κύριος Κ., τον ρώτησαν οι μαθητές του γιατί υποχώρησε. Ο κύριος Κ. απάντησε: «Υποχώρησα για να μπορέσω να προχωρήσω. Εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία».

Και ο κύριος Κ. τους διηγήθηκε μια ιστορία:

Στο σπίτι του κυρίου Έγκε, που ήξερε να λέει όχι, μπήκε μια μέρα, στα χρόνια της παρανομίας, ένας πράκτορας και του έδειξε ένα χαρτί. Το χαρτί, στο όνομα εκείνων που είχαν καταλάβει την πόλη, όριζε ότι ο πράκτορας θα είχε στη δικαιοδοσία του κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του και κάθε λογής τροφή που θα ζητούσε, και πως θα είχε υπηρέτη του όποιον έβρισκε μπροστά του.

Ο πράκτορας πήρε καρέκλα και κάθισε, του ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, ξάπλωσε, γύρισε με το πρόσωπο στον τοίχο, και πριν τον πάρει ο ύπνος ρώτησε: «Θα γίνεις υπηρέτης μου;»

Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με μια κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κι άγρυπνος παραστάθηκε στον ύπνο του. Εφτά ολόκληρα χρόνια τον υπάκουγε όπως την πρώτη εκείνη μέρα, κι έκανε για τον πράκτορα τα πάντα, εκτός από ένα: δεν του είπε ποτέ λέξη. Κι ο πράκτορας όλο και πάχαινε απ’ το πολύ φαγητό, κοιμόταν και έδινε διαταγές, και πάνω στα εφτά χρόνια πέθανε. Τον τύλιξε τότε ο κύριος Έγκε στην τριμμένη κουβέρτα, τον έβγαλε σέρνοντας από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, έβαψε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά και απάντησε:

«ΟΧΙ».



Το ανυπεράσπιστο παιδί



«Ο κύριος Κ. έλεγε πως είναι σφάλμα να καταπίνεις σιωπηλά την αδικία που σου έγινε, και διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

«Κάποιος περαστικός είδε ένα αγόρι που έκλαιγε και το ρώτησε τι είχε πάθει.

"Είχα δυο γρόσια για να πάω σινεμά" είπε το αγόρι, "κι ένα παιδί που περνούσε, μου άρπαξε το ένα γρόσι απ’ το χέρι", και του έδειξε ένα παιδί λίγο πιο πέρα.
"Και δεν φώναξες βοήθεια;" ρώτησε ο περαστικός.

"Πως δεν φώναξα!" είπε το αγόρι και οι λυγμοί του δυνάμωσαν.

"Και δεν σ’ άκουσε κανείς;" ρώτησε πάλι ο περαστικός, και το χάιδεψε τρυφερά.

"Όχι" είπε μέσα στ’ αναφιλητά του το αγόρι.

"Και γιατί δεν φώναξες πιο δυνατά; Δεν μπορούσες;" ξαναρώτησε ο περαστικός.

"Όχι" ξανάπε το αγόρι, που βλέποντάς τον να χαμογελάει, ένιωσε την ελπίδα του να ζωντανεύει.

"Τότε, δώσ’ μου το κι αυτό!" είπε ο περαστικός, και αρπάζοντάς του και το άλλο γρόσι από το χέρι, συνέχισε ανέμελα τον δρόμο του».








Ο κύριος Κ. και η φύση



«Όταν ερωτήθηκε για τη σχέση του με τη φύση, ο κύριος Κ. είπε: «Θα μου άρεσε να βλέπω κάνα δυο δέντρα βγαίνοντας από το σπίτι μου. Κυρίως γιατί αλλάξουν όψη κάθε μέρα και κάθε εποχή, και δίνουν έτσι μια εντελώς άλλη αίσθηση πραγματικότητας. Στις πόλεις, χάνουμε την αίσθηση του χρόνου, γιατί βλέπουμε πάντοτε αντικείμενα χρηστικά, τα σπίτια, που θα ήταν άδεια αν δεν τα κατοικούσε κανείς, και τους δρόμους, που θα ήταν άχρηστοι αν κανένας δεν τους χρησιμοποιούσε. Η ιδιόμορφη τάξη που επικρατεί στην κοινωνία μας, μας επιτρέπει να συνυπολογίζουμε και τους ανθρώπους σ’ αυτά τα χρηστικά αντικείμενα, κι έτσι τα δέντρα, τουλάχιστον για μένα, που δεν είμαι ξυλουργός, έχουν μια καθησυχαστική αυθυπαρξία, εντελώς ανεξάρτητη από τον εαυτό μου, αλλά ελπίζω πως και για τον ξυλουργό έχουν κάτι που αντιστέκεται στην αξιοποίηση».

«Κι αφού θέλετε να βλέπετε δέντρα, γιατί δεν πηγαίνετε καμιά φορά στην εξοχή;» τον ρώτησαν.

Ο κύριος Κ. απάντησε ξαφνιασμένος: «Εγώ είπα ότι θέλω να τα βλέπω όταν βγαίνω από το σπίτι μου».

(Ο κύριος Κ. είπε και κάτι άλλο: «Είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε τη φύση με μέτρο. Όταν τριγυρνάς άσκοπα στη φύση, κινδυνεύεις να βρεθείς σε νοσηρή κατάσταση, σαν να έχεις ανεβάσει πυρετό».)



Η συνάντηση



«Ένας άνθρωπος που είχε καιρό να δει τον κύριο Κ., τον χαιρέτησε λέγοντας:

«Δεν αλλάξατε καθόλου»,

«Αχ!» έκανε ο κύριος Κ. και χλόμιασε.»



Συνομιλίες



«Εμείς οι δύο δεν μπορούμε να συζητήσουμε πια», είπε ο κύριος Κ. σ’ έναν άνθρωπο.

«Γιατί;», ρώτησε τρομαγμένος ο άλλος.

«Όταν σας βλέπω, δεν μου ‘ρχεται τίποτα λογικό», παραπονέθηκε ο κύριος Κ.

«Ά, δεν με πειράζει καθόλου», τον παρηγόρησε ο άλλος.

«Σας πιστεύω», είπε πικρόχολα ο κύριος Κ., «αλλά πειράζει εμένα.»



Ο κύριος Κ. οδηγεί αυτοκίνητο



«Ο κύριος Κ. έμαθε να οδηγεί αυτοκίνητο, αλλά στην αρχή δεν οδηγούσε πολύ καλά. «Μόλις έμαθα να οδηγώ ένα αυτοκίνητο» έλεγε απολογητικά, «αλλά τώρα πρέπει να μάθω να οδηγώ δύο, δηλαδή και το αυτοκίνητο που πηγαίνει μπροστά από το δικό μου. Μόνο όταν παρατηρήσεις τις κυκλοφοριακές συνθήκες για το προπορευόμενο αυτοκίνητο και εκτιμήσεις σωστά τις δυσκολίες του, ξέρεις πως να οδηγείς σε σχέση με το αυτοκίνητο αυτό».








Οι δύο οδηγοί



«Ο κύριος Κ. ρωτήθηκε κάποτε για τη δουλειά δυο ανθρώπων του θεάτρου, και απάντησε με την εξής παραβολή: «Ξέρω έναν οδηγό που γνωρίζει καλά τον κυκλοφοριακό κώδικα, τον εφαρμόζει πιστά και τον εκμεταλλεύεται επωφελώς. Τα καταφέρνει περίφημα να ανοίγει ταχύτητα, κι έπειτα πάλι να επανέρχεται στην κανονική, και να μην κουράζει τη μηχανή του, κι έτσι με προσοχή αλλά και τόλμη ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα άλλα οχήματα. Ξέρω όμως κι έναν άλλον οδηγό που οδηγεί διαφορετικά. Πιο πολύ απ’ τη δική του διαδρομή τον ενδιαφέρει όλη η κυκλοφορία, και θεωρεί ότι ο ίδιος δεν είναι παρά ένα μικρό της κομμάτι. Τα δικαιώματά του δεν τα εκμεταλλεύεται, ούτε προσπαθεί να διακριθεί ατομικά. Οδηγεί συντονισμένος με το αυτοκίνητο που προπορεύεται και με το αυτοκίνητο που ακολουθεί, και με μια σταθερή ευχαρίστηση: πως όλα τα αυτοκίνητα και όλοι οι πεζοί τραβούν μπροστά».



Ο κύριος Κ. και οι ελεύθερες ασκήσεις



«Ένας φίλος είπε στον κύριο Κ. ότι η υγεία του είχε βελτιωθεί από το φθινόπωρο, από τότε που έκοψε όλα τα κεράσια μιας μεγάλης κερασιάς στον κήπο του.

Σκαρφάλωσε, είπε, ως την άκρη των κλαδιών, και οι πολύπλοκες κινήσεις που έκανε προσπαθώντας να φτάσει τα κεράσια γύρω του και πάνω απ’ το κεφάλι του, πρέπει να του έκαναν καλό.

«Τα κεράσια τα φάγατε;» ρώτησε ο κύριος Κ., κι όταν έλαβε καταφατική απάντηση, είπε:

«Τέτοιες σωματικές ασκήσεις πολύ ευχαρίστως θα τις έκανα κι εγώ».



[Ο κύριος Κ. και η παλίρροια]



«Ο κύριος Κ. διέσχιζε μια κοιλάδα όταν άξαφνα πρόσεξε ότι πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα μια προέκταση της θάλασσας, και πως πλησίαζε η ώρα της παλίρροιας. Σταμάτησε λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς βάρκα δεν φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει ότι το νερό δεν θ’ ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό έφτασε μέχρι το σαγόνι του, εγκατέλειψε και αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει επιτέλους πως αυτός ήταν η βάρκα.»



[Περί αλήθειας]



«Ο μαθητής Τιφζίνιχ έπιασε τον κύριο Κ., τον στοχαστή, και του είπε: «Θέλω να γνωρίσω την αλήθεια».

«Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να γνωρίσεις την αλήθεια της ψαραγοράς ή την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια της ψαραγοράς πάψεις ν’ ακριβοπληρώνεις τα ψάρια τους, τότε δεν θα τη μάθεις ποτέ», είπε ο κύριος Κ.»



Αγάπη για ποιον;



«Είπαν στον κύριο Κ. πως η ηθοποιός Ζ αυτοκτόνησε από ερωτική απογοήτευση. Ο κύριος Κ. είπε: «Από αγάπη για τον εαυτό της σκοτώθηκε. Τον Χ πάντως, αποκλείεται να τον αγαπούσε, γιατί τότε δεν θα του το ‘κανε αυτό. Αγάπη είναι η επιθυμία να δώσεις κάτι, κι όχι να το κρατήσεις. Αγάπη είναι η τέχνη να παράγεις κάτι με τις ικανότητες του άλλου. Γι’ αυτό χρειάζεσαι και τον σεβασμό και τη συγκατάθεση του άλλου. Αυτά πάντα μπορείς να τα εξασφαλίσεις. Η υπέρμετρη επιθυμία ν’ αγαπηθείς δεν έχει μεγάλη σχέση με την αληθινή αγάπη. Η φιλαυτία κρύβει πάντα μέσα της κάτι το αυτοκτονικό».








Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες



«Ρώτησε κάποτε τον κύριο Κ. η κόρη της οικονόμου του:

«Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες θα φερόντουσαν καλύτερα στα μικρότερα ψάρια;»

«Α βέβαια», είπε ο κύριος Κ. «Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες, θα 'χτιζαν μέσα στη θάλασσα πελώρια κουτιά για τα μικρά ψάρια, και μέσα θα 'βαζαν κάθε είδους τρόφιμα, φυτά και ζώα. Θα φρόντιζαν να υπάρχει πάντα τρεχούμενο νερό στα κουτιά, και θα έπαιρναν όλα τα μέτρα υγιεινής. Κι όταν, ας πούμε, κανένα ψαράκι χτυπούσε στο πτερύγιό του, οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως επίδεσμο, για να μην τους ψοφήσει πριν της ώρας του. Και για να μην πλήττουν τα ψαράκια, θα γίνονταν κάθε τόσο μεγάλα νεροπανηγύρια, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα.

Στα μεγάλα αυτά κουτιά θα υπήρχαν, φυσικά, και σχολεία, και τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπούν στο στόμα του καρχαρία. Θα χρειάζονταν όμως και λίγη γεωγραφία, π.χ. να ανακαλύπτουν τα μέρη όπου τεμπελιάζουν οι μεγάλοι καρχαρίες.

Το κυριότερο θα ήταν η ηθική διαπαιδαγώγηση των ψαριών. Θα τα δίδασκαν πως το Μέγιστο και το Άριστο για κάθε ψαράκι, είναι η αυτοθυσία, και πως όλα τους πρέπει να πιστεύουν τυφλά τους καρχαρίες – αυτοί τους υπόσχονται ένα σίγουρο μέλλον. Τα ψαράκια θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουν ότι το μέλλον αυτό θα εξασφαλιζόταν μόνο με τη δική τους υπακοή. Τα ψαράκια θα 'πρεπε να αποβάλουν κάθε ευτελή, υλιστική, εγωιστική και μαρξιστική τάση, και να αναφέρουν επί τόπου στους καρχαρίες κάθε ψαράκι που θα τύχαινε να εκδηλώσει παρόμοιες αδυναμίες.

Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες, θα έκαναν φυσικά και πολέμους για να κατακτήσουν ξένα ψαροκούτια και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς θα πολεμούσαν τα ψαράκια, στο πλευρό του καρχαρία τους. Τα ψαράκια θα μάθαιναν ότι τα χωρίζουν τεράστιες διαφορές από τα ψαράκια των άλλων καρχαριών. Είναι γνωστό, θα τους έλεγαν, ότι τα ψαράκια δεν μιλούν. Σωπαίνουν όμως σε ένα σωρό γλώσσες, γι’ αυτό και είναι αδύνατο να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Κι όταν κάποιο ψαράκι θα σκότωνε στον πόλεμο άλλα ψαράκια, εχθρικά, που σώπαιναν σε ξένη γλώσσα, θα του καρφίτσωνε ένα μικρούτσικο παράσημο από φύκι και θα το αναγόρευαν σε ήρωα.

Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες θα είχαν βέβαια και καλές τέχνες. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα έδειχναν τα δόντια των καρχαριών με εξαίσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σωστοί παραδείσιοι κήποι για εξαίσιους περιπάτους.

Στα θέατρα του βυθού ηρωικά ψαράκια θα κολυμπούσαν πασίχαρα στο λαρύγγι του καρχαρία, και θα 'παιξε τόσο ωραία μουσική, ώστε τα ψαράκια, τυλιγμένα στους ήχους της, θ’ ακολουθούσαν την ορχήστρα σαν υπνωτισμένα, σαν ονειροπαρμένα από σκέψεις υπέροχες, τραβώντας γραμμή για τ’ ανοιγμένα στόματα.

Θα είχαν όμως και θρησκεία οι καρχαρίες, αν ήταν άνθρωποι. Κι η θρησκεία τους θα δίδασκε στα ψαράκια πως η αληθινή ζωή αρχίζει μόνο στην κοιλιά του καρχαρία.

Κατά τα άλλα, το σημερινό καθεστώς θα καταργούνταν αν γίνονταν άνθρωποι οι καρχαρίες, και τα ψαράκια δεν θα ήταν όλα ίσα κι όμοια. Μερικά θα έπαιρναν αξιώματα, και θα ήταν ανώτερα από τ' άλλα ψαράκια, κι ακόμη τα λίγο μεγαλύτερα θα είχαν το δικαίωμα να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα βόλευε τους καρχαρίες γιατί έτσι θα έτρωγαν συχνότερα μεγάλα κομμάτια. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, αυτά που θα είχαν πιάσει τα πόστα, θα επέβαλλαν την τάξη στα υπόλοιπα ψαράκια, και θα γίνονταν στα ψαροκούτια δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί, και άλλα πολλά.

Με δυο λόγια, η θάλασσα θα αποκτούσε πολιτισμό μόνο αν γίνονταν άνθρωποι οι καρχαρίες.»



Εισαγωγή και επιλογή κειμένων: το φονικό κουνέλι, Μάρτιος του 18


7 Φεβρουαρίου 2017

Έχεις το πινέλο, έχεις και τα χρώματα





Δύο παλέτες με χρώματα. Η μία, αριστερά, με μια πρώτη ματιά δείχνει φτωχή και λίγη συγκριτικά με εκείνη δεξιά. Τρία χρώματα όλα κι όλα – τρία δοχεία με κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Πολυκαιρισμένα πινέλα, μπογιές που έχουν μπλέξει τις αποχρώσεις τους, άφθονες μουτζούρες εδώ κι εκεί. Μια κασετίνα που μοιάζει σκουριασμένη, δίχως απαραίτητα να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ. Μα η παλέτα δεξιά – ω, δες πόσο προσεγμένη και περιποιημένη δείχνει! Κοίτα την ποικιλία των χρωμάτων της – όλες οι αποχρώσεις, και πορτοκαλί, και πράσινα και γαλάζια και μωβ! – παρατήρησε την στιβαρή κατασκευή της, νιώσε την αρχοντιά που αποπνέει! Ναι, με αυτή στα χέρια σου θα μπορούσες να γίνεις σπουδαίος, θα γινόσουν τρανός! Θα ζωγράφιζες τον ουρανό κι ένα ιπτάμενο σύννεφο – και θα πετούσες στα παλάτια του σύμπαντος.

Μα η δεύτερη παλέτα είναι μακρινό όνειρο για σένα. Και τα πόδια σου πατούν την ίδια πάντα γη. Από καιρό έχεις ξεμείνει με την πρώτη – αυτή που βλέπεις αριστερά. Με τα ξεχαρβαλωμένα τα πινέλα και τα τρία όλα κι όλα χρώματά της – λίγο κόκκινο, λίγο κίτρινο και λίγο μπλε. Και διστάζεις πια να ζωγραφίσεις – σε αποθαρρύνει η περιορισμένη παλέτα που διαθέτεις. Είναι άδικο! σκέφτεσαι. Γιατί άλλοι να αποκτούν δίχως την παραμικρή δυσκολία την υπέροχη εκείνη κασετίνα με το πλήθος των χρωμάτων δεξιά – κι εγώ να έχω την αριστερή; Δες, κάποιοι έχουν έτοιμη, στη διάθεσή τους, όλη τη γκάμα των χρωμάτων! Και πορτοκαλί, και πράσινα, και μωβ. Έτοιμα! Σκέψου πόσα έργα μπορούν να ζωγραφίσουν με αυτή! Ενώ εγώ, πες μου, τι έχω στα χέρια μου; Αυτή την παλιά κασετίνα, τρία χρώματα όλα κι όλα – και περίσσια όρεξη. Λες και αρκεί η τελευταία… Δίχως υποδομές, πως θα χτίσω το παλάτι μου; Είναι άδικο, σου λέω!

Κι έτσι παραιτείσαι απ’ την προσπάθεια. Μένεις στη σκέψη πως άλλοι είναι, απλά, τυχερότεροι από σένα. Γιατί τους έλαχε η πολυτελής παλέτα δεξιά… ενώ εσύ έχεις ξεμείνει.

Ωραία, λοιπόν. Ας δεχτούμε πως είναι έτσι τα πράγματα. Πως στους άλλους έλαχε κάτι με περισσότερη φινέτσα – ενώ εσύ έπεσες στα δύσκολα. Ας δεχτούμε πως διαθέτουν έτοιμα εκείνα που ο ίδιος πασχίζεις ν’ αποκτήσεις – και οι πόρτες γύρω τους μοιάζουν να ανοίγουν στο παραμικρό, ενώ εσύ χτυπάς εδώ κι εκεί δίχως ανάλογο αντίκρισμα. Ας τα δεχτούμε όλα αυτά.

Μα πες μου κάτι: από πότε τρία χρώματα – εκείνα που διαθέτεις – θεωρούνται «λίγα»; Έχεις το κόκκινο, έχεις το κίτρινο, έχεις και το μπλε. Έχεις σκεφτεί πως τα βασικά χρώματα είναι στη διάθεσή σου; Και πως όλα τα υπόλοιπα χρώματα – τα πράσινα, τα πορτοκαλί, τα μωβ και το σινάφι τους – δεν είναι παρά παράγωγα των τριών αυτών χρωμάτων που διαθέτεις; Δεν έχεις παρά να τα αναμίξεις μεταξύ τους – και θα προκύψουν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί λοιπόν δεν προσπαθείς;

Μα ο άλλος τα έχει έτοιμα – θα πεις. Ενώ εγώ πρέπει να τα φτιάξω απ’ την αρχή. Πες μου όμως – που είναι το κακό σε αυτό; Σύμφωνοι, ο άλλος «τα έχει έτοιμα» - γι’ αυτό και ποτέ δεν θα μάθει να τα παρασκευάζει, γι’ αυτό και τα θεωρεί απολύτως δεδομένα. Μα αν κάποια στιγμή του λείψουν – τι θα κάνει τότε;

Δεν γνωρίζει πώς να τα παρασκευάζει, βλέπεις. Τα περίμενε πάντα έτοιμα απ’ έξω. Τα θεωρούσε δεδομένα!

Και αν η παλέτα του μοιάζει ν’ αποπνέει φινέτσα και αρχοντιά – είναι ταυτόχρονα από εκείνες που φοβάσαι ακόμα και ν’ αγγίξεις, μπας και χαλάσεις κάποιο λεπτό εξάρτημά τους. Ενώ η δική σου – σκέψου: έχει περάσει καταστάσεις· έχει γνωρίσει δυσκολίες· έχει ψηθεί στη φωτιά! Και με τρία χρώματα όλα κι όλα γνωρίζει πώς να παρασκευάσει τα υπόλοιπα. Γιατί αναγκάστηκε να μάθει. Και μαθαίνει κάθε μέρα…

Κάποιες φορές ο δρόμος που λάμπει δεν είναι ο καλύτερος. Και η ακριβότερη παλέτα μπορεί ν’ αποδειχτεί σκάρτη.

Αυτή η παλέτα σου έλαχε λοιπόν! Η πολυκαιρισμένη, με τα τρία όλα κι όλα χρώματα! Μα στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις – στο χέρι σου να ζωγραφίσεις, όπως μπορείς, ή απλά, να παρατήσεις το πινέλο. Και αν προσμίξεις τα χρώματα και βγει λάσπη αντί για ουράνιο τόξο – μπορείς απλά να δοκιμάσεις πάλι. Γιατί έτσι μόνο θα μάθεις. Μέσα από τη λάσπη και τη σκουριά. Μέσα από την αποτυχία. Και άσε τους άλλους με τα έτοιμα – δεν θα καταλάβουν ποτέ τη χαρά της δημιουργίας. Και δεν θα νιώσουν το ίδιο μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο τους. Γιατί χαίρεσαι αλλιώτικα εκείνο που αποκτάς μέσα από στέρηση και κόπο.

Και όταν κάποια στιγμή τα χρώματα τελειώσουν, θα πεις - έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Ζωγράφισα.

Μην ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης ξεκινά με τρία χρώματα όλα κι όλα. Στο βάθος πάντα αυτά υπάρχουν μόνο. Και από αυτά τα τρία κρίνεται η πορεία σου – όχι από έτοιμα πακέτα που αγοράζεις σε ακριβές τιμές. Αυτά υπάρχουν για εκείνους που έμαθαν στα εύκολα.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι άτυχος… σκέψου πως σημασία έχουν αυτά τα τρία χρώματα και μόνο. Μια σπίθα ικανοτήτων… μερικές δόσεις προσπάθειας – και άφθονη αγάπη. Τίποτα περισσότερο. Και θα διαπιστώσεις, τότε, πως δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από κανέναν. Μάλλον εκείνοι έχουν να ζηλέψουν από σένα.

Για ζωγραφική μιλάω τόση ώρα, σωστά;…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα». - Νίκος Καζαντζάκης


Red Balloon, by Paul Klee

6 Απριλίου 2016

Πολυκατοικίες...





Σαν μια πολυκατοικία είναι η ζωή μας. Έχει άφθονα σκαλιά και διαμερίσματα, πόρτες και παράθυρα. Έχει υπόγεια και ταράτσες. Κι έναν ουρανό εκεί ψηλά, κι έναν ορίζοντα πιο πέρα, κι ένα έδαφος χάμω στη γη.

Το μισό καιρό περνάμε ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας τις σκάλες. Το κατέβασμα είναι εύκολο, μα κινδυνεύεις να χτυπήσεις. Το ανέβασμα είναι δύσκολο, λαχανιάζεις και κάποιες φορές τα παρατάς. Και αν βρίσκεσαι ψηλά, κοιτάς κάτω και σε πιάνει ίλιγγος – αχ, να μη πέσω, σκέφτεσαι. Και αν βρίσκεσαι χαμηλά κοιτάς πάνω και σου φαίνεται ατέλειωτο το ύψος. Πως να φτάσω εκεί, πως. Δεν σου αρέσει χαμηλά... και σε φοβίζει στα ψηλά.


Σκάλες, σκάλες, κι άλλες σκάλες – όλες κατειλημμένες από ανθρώπους, περαστικοί κι αυτοί όπως εσύ. Κάποιοι ανεβαίνουν... κάποιοι κατεβαίνουν... και κάποιοι δεν ξέρουν που να πάνε. Συχνά στέκουν μπροστά σου, παρεμποδίζοντας το δρόμο σου... εκτός αν δεν ξέρεις ούτε εσύ πού πας. Κι γίνεστε όλοι ένα κουβάρι, μπλεγμένο, μπερδεμένο. Πρόσεξε κουβάρι μη σε ξετυλίξει καμιά γάτα.

Τα διαμερίσματα φυτρώνουν δω κι εκεί, κίτρινα και μαύρα τετραγωνάκια. Άλλα φωτίζουν φιλικά, σε προσκαλούν στο χώρο τους να ξαποστάσεις. Άλλα είναι σκοτεινά, τα αποφεύγεις. Μα τα φώτα δεν μένουν σταθερά – εκεί που είχε φως, κάποια στιγμή σβήνει, για ν’ ανάψει ένα άλλο, κάπου αλλού. Κάποιες φορές τρέχεις απ’ το ένα φως στο άλλο· άλλες επιλέγεις να μείνεις στα σκοτεινά, με την ανάμνηση του φωτός που έσβησε – και την ελπίδα πως κάποτε θ’ ανάψει πάλι. Και πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεται· να σκέφτεται τα ύψη και τα βάθη σου. Τα ρετιρέ και τα υπόγεια.

Η πολυκατοικία δεν αρχίζει στο ισόγειο – υπάρχουν τα θεμέλια, σκαμμένα στη γη βαθιά, που συχνά τα αγνοείς. Και η θέα απ’ το μπαλκόνι δεν είναι η μόνη θέα που υπάρχει – είναι απλά η δική σου θέα. Και είναι τόσο πολλές οι πολυκατοικίες εκεί έξω.


Μα αυτός ο ορίζοντας κάνει πάντα να ξεπηδά ένας μικρός αναστεναγμός μέσα σου. Πάντα θες να τον αγκαλιάσεις. Είτε βρίσκεσαι στο ισόγειο... είτε στο ρετιρέ... είτε ανεβοκατεβαίνεις, πασχίζοντας, τις σκάλες...


~

2 Ιουλίου 2015

Ο Γκρεμός. Μια αλληγορία.





Του είχαν πει να προσέχει τον γκρεμό. Του είχαν πει πως το έδαφος είναι ετοιμόρροπο. Του είχαν επισημάνει ξανά και ξανά πως κινδυνεύει. Το άκουγε παντού, αριστερά, δεξιά, όπου και αν πήγαινε. Το έλεγαν οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, ο γείτονας απέναντι.

Και είχε αρχίσει να φοβάται. Ο χαρτοφύλακας τρεμόπαιζε στα ιδρωμένα χέρια του. Προσπάθησε να λύσει τον κόμπο της γραβάτας - μα το βάδισμα του γινόταν όλο και πιο ανασφαλές. "Τι θα απογίνω αν το έδαφος πέσει κάτω από τα πόδια μου;", σκεφτόταν. "Μήπως πέσει τώρα;". "Μήπως τώρα;"... αναρωτιόταν τρεμάμενος, το βλέμμα του πάντα χαμηλά.

"Λίγο ακόμα και θα γυρίσω σπίτι μου... στο ασφαλές σπιτάκι μου... λίγο ακόμα και θα γλιτώσω... και το έδαφος δεν θα υποχωρήσει... ένα-ενα βήμα... και θα φτάσω"...

Οι δείκτες στο ρολόι του αντηχούσαν σαν καμπάνες. ΤΙΚ ΤΟΚ. Κάθε στιγμή ήταν βασανιστική. ΤΙΚ ΤΟΚ. Ένα ακόμα βήμα. Λίγο ακόμα μόνο... λίγο ακόμα. Είδε το σπίτι του ν' αχνοφαίνεται μακριά. "Σχεδόν έφτασα!", σκέφτηκε, ένας κόμπος στο λαιμό του.

Ένας κρότος ακούστηκε. Πέτρες υποχώρησαν. Το έδαφος χάθηκε κάτω από τα μάτια του. Κενό - όχι! Βοήθεια!!!

Η φωνή του αντηχούσε ενώ έπεφτε. Δεν είχε προλάβει!

Που να ήξερε ο καημένος... πως εκεί που ο ίδιος έβλεπε είχε δει γκρεμό... άλλοι έβλεπαν μια ζωγραφιά στο έδαφος.

Περνώντας από πάνω της, συνέχιζαν να περπατούν. Συνέχισαν να ζουν.



1 Ιουλίου 2015

Έβρεξε την τελευταία μέρα του Ιούνη





Έβρεξε την τελευταία μέρα του Ιούνη.

Μέρες που τα γεγονότα γλιστράνε σαν τα νερά στους δρόμους. Μέρες υγρές, νοτισμένες, ξέχειλες. Γονιμοποιημένες από σύγκρουση και επιθυμία. Ετοιμόγεννες. Άκου τη βροντή. Κάποιοι βλέπουν μπόρα. Άλλοι κατακλυσμό. Κάποιοι γελούν, τσαλαβουτώντας στα νερά, συνειδητοποιώντας πως ξέχασαν να πάρουν την ομπρέλα. Άλλοι τρέχουν να κρυφτούν, ξεστομίζοντας κατάρες.

Μπορεί να μη σου αρέσουν αυτές οι μέρες. Να σε ενοχλεί το κλίμα αμφιβολίας. Μα οφείλεις να παραδεχτείς πως είναι ρευστές σαν τη νεροποντή. Και αυτή η ρευστότητα, η ίδια ρευστότητα που τόση ανασφάλεια προκαλεί... σκέψου, ίσως να έχει μια κρυμμένη γοητεία. Γιατί τα πάντα ρέουν. Τίποτα δεν μένει στάσιμο... κάθε ώρα, κάθε στιγμή, αλλάζουν. Το αύριο είναι άγνωστο - ο κόσμος τρέχει και συ τρέχεις μαζί του. Κι ενώ η βροχή σταματά, απότομα σαν άρχισε, και παραδίνεσαι στην υγρή οσμή του ποτισμένου χώματος.

Έβρεξε την τελευταία μέρα του Ιούνη. Το καλοκαίρι σου κλείνει το μάτι πονηρά. Κι ενώ η αντανάκλαση σου στα νερά χορεύει, μπρος στα απορημένα σου μάτια. Εγώ είμαι αυτός; αναρωτιέσαι.

Το αύριο είναι άγνωστο. Πάντα έτσι ήταν - μα ίσως τώρα, παρατηρώντας το νερό που ρέει, το συνειδητοποιείς καλύτερα.

Άφησε το αύριο λοιπόν. Για λίγο μόνο απόλαυσε το τώρα. Αφέσου στην ησυχία της νύχτας. Στις νότες κάποιου σαξοφώνου, σταγόνες που κρέμονται απ' τα φύλλα, παιχνιδιάρικα βουτώντας προς το έδαφος. Στη συντροφιά μιας καλής παρέας. Στον κόσμο ενός βιβλίου ή μιας όμορφης ταινίας. Στην ευχαρίστηση μιας βόλτας, ενώ ο κόσμος κοιμάται.

Απόλαυσε τα μικρά πράγματα. Αυτά που βρίσκονται ολόγυρά μας. Αυτά που είναι πολύ μεγάλα για να χωρέσουνε σε τράπεζες.


Σε χαιρετώ.



1 Φεβρουαρίου 2015

Κίτρινος Καιρός





Κίτρινος καιρός, χλωμός καιρός. Πνιγμένος στην άμμο και τη σκόνη. Κλίμα άρρωστο, αποπνικτικό. Ατμόσφαιρα βαριά, βήματα στο πεζοδρόμιο που μοιάζουν με νομάδων στην άμμο.

Περπατάς και αισθάνεσαι σχεδόν πως θα δεις τη σκιά κάποιας καμήλας δίπλα σου. Περνάς από τα μαγαζιά και νομίζεις πως θα ακούσεις τη φωνή κάποιου ανατολίτη εμπόρου, με τουρμπάνι στο κεφάλι, ενώ διαλαλεί σε γλώσσα αραβική την πραμάτεια του. Ο λόφος της Ακρόπολης θαμμένος πίσω από ένα σεντόνι καταχνιάς - λες και δεσπόζουν Πυραμίδες στην κορφή του. Ο κόσμος γυροφέρνει με βλέμμα απορημένο, νιώθοντας πως βρίσκεται σε άλλη χώρα, άλλο χρόνο. Γυρνάς σπίτι σου με το κεφάλι σου βαρύ - λες και σε χτύπησε ο ήλιος της ερήμου και βλέπεις ψευδαισθήσεις.


Μα κάπου εκεί πίσω βρίσκεται η όαση που αναζητάς. Με τη φιλόξενη σκιά της και τη δροσερή πηγή. Κάθε έρημος κρύβει μέσα της ένα πολύτιμο πετράδι. Κάθε αμμοθύελλα κάποια στιγμή κοπάζει, για να αποκαλύψει το καθαρό τοπίο από πίσω. Κάνε υπομονή.


Μη φοβάσαι την έρημο. Πάντα στην άκρη της βρίσκεται η θάλασσα.




1 Μαΐου 2012

Ο Γιάννης και οι Μύγες Τσε Τσε - Ένα Προεκλογικό Παραμύθι





Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ο μικρός Γιάννης με την οικογένεια του, τη μαμά, τον μπαμπά, και την μικρότερη αδερφή του. Είχαν ένα μικρό, όμορφο σπιτικό και έναν πολύχρωμο, ανθόσπαρτο κήπο, που μοσχομύριζε από τις ευωδιές των λουλουδιών.

Όλοι οι γείτονες παίνευαν την οικογένεια του Γιάννη για τον κήπο τους. Κανένας άλλος δε μπορούσε να καλλιεργήσει τόσο όμορφα λουλούδια, μαργαρίτες και χρυσάνθεμα, γαρύφαλλα και τριανταφυλλιές. Οι γείτονες επισκέπτονταν ανά τακτά διαστήματα τον πατέρα του Γιάννη και τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα μπουκέτο λουλούδια, για να το τοποθετήσουν στο παράθυρο τους. Και εκείνος τους προσέφερε με ευχαρίστηση, χωρίς να ζητάει τίποτα για ανταμοιβή. Οι ίδιοι όμως του παραχωρούσαν άφθονο καλοψημένο ψωμί που είχαν ζυμώσει οι ίδιοι, καθώς και νόστιμο γιαούρτι - γιατί το ψωμί και το γιαούρτι την εποχή εκείνη υπήρξαν και η μοναδική διατροφή των κατοίκων του χωριού.

Μια μέρα ενώ ο Γιάννης έπαιζε στον κήπο κρυφάκουσε μια γειτόνισσα να μιλάει με τη φίλη της. "Μη το πεις πουθενά, αλλά έμαθα πως έχει εμφανιστεί στο δάσος μια νέα τροφή, νοστιμότερη από το ψωμί και πιο λαχταριστή από το γιαούρτι!", κακάρισε η γειτόνισσα.
"Τι μου λες?", έκανε η φίλη της. "Και πως τη λένε την τροφή αυτή?", τη ρώτησε, σκύβοντας μπροστά. Ο Γιάννης τέντωσε τα αυτιά του.
"Τη λένε Μέλι", είπε η γειτόνισσα. "Δε ξέρω όμως πως μπορούμε να τη βρούμε. Σκέψου όμως, αν είχαμε λίγο από αυτό το Μέλι, θα ήμασταν εμείς οι πιο ξεχωριστές οικογένειες του χωριού, και όλοι θα μας ζήλευαν!"

Ο Γιάννης δε χρειάστηκε να ακούσει περισσότερα. "Μέλι ε?", σκέφτηκε. "Θα μπορούσα να πάω ο ίδιος στο δάσος να ψάξω να το βρω! Και αν τα καταφέρω, εννοείται θα το μοιραστώ με όλες τις οικογένειες του χωριού". Κάπως έτσι έπεσε για ύπνο τη νύχτα εκείνη, κάνοντας γλυκά όνειρα για μακρινές χώρες που ξεχείλιζαν από μέλι...



Το επόμενο πρωινό ο Γιάννης ξεκίνησε για το δάσος. "Που πας?", τον ρώτησε με περιέργεια η Μαρία, η μικρότερη αδερφή του.
"Πάω να μαζέψω ξύλα", απάντησε εκείνος και έφυγε.

Για πολλές ώρες έψαχνε ο Γιάννης μες στο δάσος χωρίς να βρει τίποτα. "Και πως να είναι άραγε αυτό το μέλι?", αναρωτιόταν. "Να είναι άραγε μεγάλο, σαν αρκούδα? Μήπως είναι μικρό, σαν ψίχουλα ψωμιού?"

Ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά άκουσε μια φωνή ξωπίσω του. "Ψιτ, μικρέ! Ε, εσύ! Μήπως ψάχνεις για μέλι? Εδώ θα βρεις όσο χρειάζεσαι, μπζζζζ!".
Ο Γιάννης γύρισε μεμιάς και αντίκρισε ένα μεγάλο, κιτρινοπράσινο στρογγυλό πράγμα να κρέμεται από ένα δέντρο. Γύρω του πετούσαν δεκάδες μικροσκοπικά, φουσκωτά πλασματάκια με πράσινη μυτερή ουρά, που έκαναν όλα μαζί έναν θόρυβο σαν "μπζζζζζζζζζ!".

"Είμαστε οι Πράσινες Μέλισσες", έκανε εκείνη που του είχε μιλήσει αρχικά. Εμείς φτιάχνουμε το μέλι. Και μπορούμε να σου δώσουμε όσο λαχταράει η ψυχή σου, μέλι για να τρέφεστε μια ζωή εσύ και όλο το χωριό σου!". Ο Γιάννης ενθουσιάστηκε.
"Μπορώ... Μπορώ μήπως να δοκιμάσω λίγο από το μέλι σας?", ρώτησε με επιφύλαξη.
"Ασφαλώς και μπορείς!", έκαναν μαζί πολλές από τις μέλισσες ζουζουνίζοντας με ικανοποίηση. "Να, πάρε", και του έδωσαν μια χούφτα μέλι. "Μπορείς να πάρεις τόνους απ' το μέλι μας, όσο δε φαντάζεσαι!"

Ο Γιάννης δεν είχε ξαναδοκιμάσει τίποτα πιο νόστιμο στη ζωή του! Σκέψου χαρά που θα κάνουν πίσω στο χωριό μόλις τους το πάει! "Θέλετε κάτι για επιστροφή καλές μου Μέλισσες?", ρώτησε ο Γιάννης.
"Δε ζητάμε πολλά", του απάντησε μία απ'αυτές, με ένα μεγάλο πράσινο κεντρί. "Το μόνο που θα θέλαμε είναι να μας αφήσεις να μεταφέρουμε τη φωλιά μας κοντά στον κήπο σου, ώστε να μπορούμε να παίρνουμε από τα λουλούδια σας τα υλικά που χρειαζόμαστε για το μέλι μας. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούμε να παρασκευάζουμε ακόμα περισσότερο και ακόμα νοστιμότερο μέλι, μέλι για να τρώτε μια ζωή, εσείς και τα παιδιά σας και τα παιδιά των παιδιών σας!"

Του Γιάννη του άρεσε πολύ η προοπτική για ακόμα περισσότερο και καλύτερο μέλι και δέχτηκε αμέσως. "Μπορείτε να έρθετε", είπε και έκανε να πάρει τον δρόμο του γυρισμού.

Μόλις όμως τους γύρισε την πλάτη οι μέλισσες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και μεμιάς έπεσαν ξαφνικά όλες πάνω του. Με τα σουβλερά πράσινα κεντριά τους άρχισαν να τον τσιμπούν σε όλο του το σώμα, και ο καημένος ο Γιάννης, μη ξέροντας γιατί του το κάνουν αυτό, προσπάθησε να καλυφτεί. Οι μέλισσες αλύπητες τον τσιμπούσαν, τον τσιμπούσαν και εκείνος μάταια προσπαθούσε να τις αποφύγει.





Είχε πια βραδιάσει και ο Γιάννης γύρισε σπίτι του. Για κάποιον περίεργο λόγο δε θυμόταν παρά ελάχιστα από όσα είχαν συμβεί τις προηγούμενες ώρες - θυμόταν πως είχε ξεκινήσει για να βρει μέλι και πως είχε συναντήσει εκείνες τις πρασινωπές μέλισσες, είχε δοκιμάσει το υπέροχο τους μέλι και πως του είχαν ζητήσει να έρθουν στον κήπο τους. Είχε ξεχάσει όμως την επίθεση τους.

Κοίταξε τότε έξω από το παράθυρο και, να!, βρίσκονταν εκεί, έξω στον κήπο τους, οι πρασινωπές μέλισσες με τη φωλιά τους. Είχαν έρθει και τώρα δα γευμάτιζαν όλες πάνω στα λουλούδια τους, πετώντας χαρούμενες αριστερά και δεξιά, πάνω στις μαργαρίτες, στα χρυσάνθεμα και στις τριανταφυλλιές τους.

"Γιάννη, τι είναι αυτά τα σημάδια στο σώμα σου?", τον ρώτησε η μητέρα του με το που τον είδε. "Και πως βρέθηκαν όλα αυτά τα έντομα στον κήπο μας?". Ο Γιάννης δε θυμόταν πως προήλθαν τα σημάδια, ήξερε ωστόσο πως τα έντομα ήταν οι μέλισσες, οι παρασκευαστές του μελιού, και πως τις είχε καλέσει ο ίδιος στο σπίτι για να του φτιάχνουν μέλι. Αμέσως εξήγησε στους γονείς του και εκείνοι ενθουσιάστηκαν.
"Δηλαδή μπορούμε να έχουμε όσο μέλι τραβάει η ψυχή μας, αποθήκες ολόκληρες?", ρώτησε με λαχτάρα ο πατέρας του.
"Ναι!", απάντησε ο Γιάννης. "Οι Μέλισσες μου είπαν πως θα μπορούμε να έχουμε μέλι για όλο το χωριό, για τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας".
"Πού' ν 'το λοιπόν?", έκανε η μικρή του αδερφούλα, η Μαρία. "Πού είναι το μέλι? Θέλω να δοκιμάσω!"

Ο Γιάννης κοίταξε γύρω του με απορία. Αλήθεια, που βρισκόταν το μέλι? Άρχισαν να ψάχνουν όλοι τους δεξιά και αριστερά, μέλι όμως δεν έβρισκαν. Στο μεταξύ οι Μέλισσες είχαν πλημμυρίσει κυριολεκτικά τον κήπο τους και είχαν κυκλώσει σαν σμήνος τα λουλούδια τους. Ο Γιάννης αποφάσισε να τις ρωτήσει. "Καλησπέρα Μέλισσες μου. Αναρωτιέμαι, που βρίσκεται το μέλι που μας υποσχεθήκατε? Το έχετε μήπως τοποθετήσει σε καμιά αποθήκη?". Τότε ο Γιάννης ένιωσε τον πόνο από τα τσιμπήματα και άρχισε αμυδρά να θυμάται τι είχε γίνει.

"Μπζζζζζ. Αποθήκη?", ρώτησε η μέλισσα με το μεγάλο πράσινο κεντρί. "Ναι, ναι, ασφαλώς και βρίσκεται εκεί. Να, δείτε πίσω σας". Και λέγοντας το αυτό οι μέλισσες όρμηξαν καταπάνω στον Γιάννη και την οικογένεια του, τσιμπώντας τους ασταμάτητα με τα κεντριά τους. Εκείνοι προσπάθησαν να τις διώξουν, στο τέλος όμως, ανυπεράσπιστοι έπεσαν κάτω.




Όταν είχαν ξυπνήσει είχε ξημερώσει. Οι μέλισσες πετούσαν χαρούμενες γύρω γύρω πάνω στα λουλούδια και εκείνοι δεν μπορούσαν να θυμηθούν πως είχαν βρεθεί όλοι τους πεσμένοι στο χώμα. Γύρω τους είχαν μαζευτεί οι γείτονες τους, κοιτώντας τους με την ανησυχία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους.
"Συνέρχονται!", έκανε ένας από τους γείτονες με ανακούφιση.
"Είστε καλά? Τι συνέβη? Τι είναι όλα αυτά τα ζωύφια στον κήπο σας?"

Ο Γιάννης σηκώθηκε πρώτος. Θυμόταν τις μέλισσες, θυμόταν οτι του είχαν πει πως μπορούν να του δώσουν μέλι, αλλά δε θυμόταν τίποτα περισσότερο. Εκείνη τη στιγμή η αδερφούλα του, η Μαρία πρόσεξε ένα μικρό μπουκαλάκι στο χώμα, κλεισμένο με ένα πράσινο καπάκι. Ήταν τόσο μικρό που χωρούσε εύκολα στην παλάμη ενός χεριού.
"Τι είναι αυτό?", ρώτησε απορημένη, και όλοι οι γείτονες έσκυψαν απάνω του.
Ο Γιάννης άνοιξε το μπουκαλάκι και μεμιάς ξεχύθηκε μια υπέροχη μυρωδιά από μέσα του, ό,τι γλυκύτερο είχαν οσμιστεί ποτέ.
"Είναι το Μέλι!", έκαναν οι γείτονες με δέος!
"Μπζζζζ, ακριβώς!", είπε τότε η χοντρή πράσινη Μέλισσα. "Είναι ό,τι σας υποσχεθήκαμε: Ένα μπουκαλάκι μέλι, για να το μοιραστείτε εσύ και όλοι σου οι γείτονες, ως ανταμοιβή που μας αφήσες να εγκατασταθούμε στον κήπο σου!"

Ο Γιάννης δε θυμόταν πως στην αρχή οι Μέλισσες δεν του είχαν πει για ένα μπουκαλάκι μόνο, αλλά για αποθήκες ολόκληρες, ικανές να θρέψουν γενιές και γενιές. Το ίδιο και η οικογένεια του. Κανένας δε θυμόταν τίποτα. Υπέθεσαν λοιπόν πως μάλλον έτσι ήταν τα πράγματα. Έτσι λοιπόν επέτρεψαν στις μέλισσες να παραμείνουν στον κήπο και να αρμέγουν τα λουλούδια τους. Κάθε βδομάδα οι μέλισσες άφηναν και από ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι με μέλι στην άκρη, το οποίο προσπαθούσαν με τη σειρά τους να μοιραστούν η οικογένεια του Γιάννη με όλους τους κατοίκους του χωριού. Ήταν δύσκολη η μοιρασιά, γιατί πως μοιράζει κανείς ένα τόσο δα μπουκαλάκι ανάμεσα σε 100-200 ανθρώπους? Έχυναν λοιπόν το μέλι από το μπουκαλάκι σε ένα δοχείο και κάθε γείτονας έπαιρνε σπίτι του από μια σταγόνα. Η διατροφή τους ήταν λοιπόν μια σταγόνα μέλι την εβδομάδα.




Στο μεταξύ ο κήπος του Γιάννη όλο και μαράζωνε. Οι μέλισσες ήταν τόσο πολλές που τα λουλούδια τους δεν άντεχαν πλέον, και άρχισαν σιγά σιγά να χάνουν το χρώμα και τη λάμψη τους. Προκειμένου όμως να έχουν το πολυπόθητο μέλι, ο Γιάννης και η οικογένεια του αναγκάζονταν να δουλεύουν περισσότερο από ποτέ, φυτεύοντας νέα λουλούδια, ποτίζοντας τα παλιά, προσπαθώντας όσο γίνεται να τα διατηρήσουν ζωντανά.

Μια μέρα, ενώ ο Γιάννης επέστρεφε κουρασμένος και καταϊδρωμένος από το ποτάμι στα περίχωρα του χωριού τους, άκουσε ένα περίεργο βουητό πίσω του. "Μπζζζζ, μικρέ! Δες πίσω σου!".

Ο Γιάννης γύρισε και παρατήρησε πως κοντά στο ποτάμι, καταμεσίς ορισμένων πυκνών θάμνων, δέσποζε μια φουσκωτή φωλιά από μέλισσες, παρόμοιες με εκείνες που είχε δει στο δάσος, μόνο που αυτές αντί για πράσινα κεντριά είχαν μπλε. Ήταν χοντρές και γεμάτες τρίχες.
"Είμαστε οι Μπλε Μέλισσες", έκανε βουίζοντας ο αρχηγός τους. "Οι Πράσινες Μέλισσες σε κοροιδεύουν, εσένα και όλο το χωριό σας. Εμείς μπορούμε να σου δώσουμε πολύ περισσότερο μέλι, τόσο που να γεμίζει γαβάθες ολόκληρες, και να χορτάσετε για μια ζωή!"

Ο Γιάννης προβληματίστηκε. Λες όντως οι άλλες Μέλισσες να τους κοροιδεύουν? Μήπως όμως είναι απλά μια παγίδα? "Τι θα επιθυμούσατε ως ανταμοιβή για το μέλι σας?", ρώτησε με επιφύλαξη την Μπλε Μέλισσα.
"Όχι σπουδαία πράγματα. Απλά να διώξετε τις άλλες μέλισσες από τον κήπο σας και να αφήσετε εμάς να πάρουμε τη θέση τους. Είμαστε πολύ καλύτερες στην παρασκευή μελιού, μπορούμε από τη γύρη ενός μόνο λουλουδιού να παράγουμε μέλι που θα σας έφτανε για μήνες!"
"Χμ. Εντάξει λοιπόν", έκανε ο Γιάννης. "Μπορείτε να έρθετε και να πάρετε τη θέση τους".

Και με το που το είπε αυτό, οι μπλε μέλισσες κοιτάχτηκαν όλες μεταξύ τους και χίμηξαν απάνω του. Έμπηξαν με ικανοποίηση τα σουβλερά κεντριά τους στο σώμα του, και ο καημένος ο Γιάννης μάταια προσπάθησε να φωνάξει και να ζητήσει βοήθεια. Ήταν μακριά από το χωριό και κανένας δε τον άκουγε.




Την επόμενη μέρα οι μπλε μέλισσες είχαν πάρει τη θέση των πράσινων στον κήπο της οικογένειας του Γιάννη. Οι γείτονες ρωτούσαν απορημένοι τι σημαίνει αυτή η αλλαγή και ο Γιάννης τους εξηγούσε πως οι Μπλε Μέλισσες είχαν υποσχεθεί πολύ περισσότερο μέλι σε σχέση με τις Πράσινες. Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε η οικογένεια του Γιάννη να εργαστεί σκληρά και να καλλιεργούν νέα και καλύτερα λουλούδια. Δούλευαν λοιπόν ολημερίς και ολονυχτίς, περιμένοντας την ανταμοιβή τους. Στο μεταξύ οι Μπλε Μέλισσες είχαν πλημμυρίσει με τα βουητά τους τον κήπο.

Έναν μήνα μετά διαπίστωσαν πως οι μέλισσες είχαν αφήσει την ανταμοιβή τους: Ένα σπιρτόκουτο γεμάτο μέλι. Η οικογένεια του Γιάννη και οι γείτονες προσπάθησαν να μοιραστούν τα περιεχόμενα του σπιρτόκουτου μεταξύ τους, πεπεισμένοι πως το σπιρτόκουτο έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα από το μπουκαλάκι που άφηναν οι προηγούμενες μέλισσες. Ο ίδιος ο Γιάννης είχε ξεχάσει πως αρχικά οι Μπλε Μέλισσες του είχαν υποσχεθεί μέλι που θα τους έφτανε για μήνες. Δε θυμόταν τίποτα, ούτε την επίθεση τους πάνω του. Υπέθεσε λοιπόν πως τα πράγματα ήταν όντως καλύτερα τώρα. Στο τέλος, κατέληξαν όλοι να πάρουν μαζί τους από μια σταγόνα μέλι ο καθένας. Το βράδυ εκείνο, αφού έφαγαν το ψωμί και το γιαούρτι τους, οσμίστηκαν όλοι για αρκετή ώρα τη σταγόνα από το μέλι τους, και στο τέλος την έκαναν μια χαψιά.

Τον επόμενο μήνα θα έτρωγαν άλλη μια σταγόνα.

Μια μερά ο Γιάννης ξύπνησε υπό τους ήχους αναταραχής. Βγήκε στην αυλή και πρόσεξε πως οι γονείς του τσακώνονταν με τους γείτονες. Και προς μεγάλη του έκπληξη, η γείτονες είχαν δημιουργήσει τον δικό τους κήπο, στον οποίο είχαν καλέσει τις Πράσινες Μέλισσες. Και αυτές πετούσαν ολόγυρα του, βουίζοντας.

"Οι Πράσινες Μέλισσες είναι πολύ καλύτερες από τις Μπλε!", φώναζαν οι γείτονες, και δεν ήταν λίγοι οι συγχωριανοί που ένωσαν τη φωνή τους.
"Σωστά! Οι Μπλε Μέλισσες μας εξαπατούν! Με τις Πράσινες Μέλισσες ζούσαμε πολύ καλύτερα, τις θέλουμε πίσω!"

Η οικογένεια του Γιάννη όμως ήταν ανένδοτη. "Είστε σοβαροί? Δε θυμάστε για ποιόν λόγο αλλάξαμε τις Πράσινες Μέλισσες με τις Μπλε εξαρχής? Δε θυμάστε πόσο απογοητευμένοι ήμαστε με τις Πράσινες? Και τώρα λέτε πως τις θέλουμε πίσω?"



Όσο περνούσαν οι μέρες η κατάσταση χειροτέρευε. Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του χωριού είχαν χωριστεί είτε σε υποστηρικτές των Πράσινων Μελισσών, είτε σε υποστηρικτές των Μπλε. Έφτιαχναν σημαίες, πανό με συνθήματα, τραγούδια, έκαναν αναλύσεις και γκάλοπ. Άφθονοι ειδικοί μαζεύονταν, είτε από τη μία, είτε από την άλλη πλευρά, προσπαθώντας να αποδείξουν με επιστημονικό τρόπο γιατί το μπουκαλάκι των πράσινων μελισσών περιλαμβάνει πολύ περισσότερο μέλι σε σχέση με το σπιρτόκουτο των μπλε μελισσών, ή το αντίστροφο.


Οι γονείς επηρέαζαν καθοριστικά τα παιδιά τους στις προτιμήσεις τους. "Οφείλεις να παραδεχτείς πως το μέλι από τις Μπλε Μέλισσες έχει πολύ καλύτερη γεύση σε σχέση με το Μέλι των Πράσινων", έλεγε ένας υποστηρικτής των Μπλε στα παιδιά του, και εκείνα συμφωνούσαν: "Ναι μπαμπά", έλεγαν πειθήνια. Σταδιακά σχηματίστηκαν "μπλε" και "πράσινες" οικογένειες στο χωριό.

Οι μέλισσες με τη σειρά τους, τόσο οι Πράσινες όσο και οι Μπλε, προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα προνόμια τους και να διώξουν οι μεν τις δε. Γι' αυτό λοιπόν ψιθύριζαν διάφορα μεγαλόπνοα λόγια στον κόσμο, πως μόνο εκείνες μπορούν να του παρέχουν καλύτερης ποιότητας μέλι, πως η αρχική περίοδος ήταν απλά το στάδιο της προετοιμασίας και πως στο εξής θα μπορούσαν να του παράγουν πολύ περισσότερο μέλι, μέλι ικανό να χορτάσει γενιές και να γεμίσει αποθήκες.

Και όταν κάποιος χωρικός είχε πια πειστεί και είχε τάξει την υποστήριξη του σ'αυτές, εκείνες τον τσιμπούσαν με τα μυτερά τους κεντριά, τον τσιμπούσαν μέχρι να ξεχάσει εντελώς όλα όσα του υποσχέθηκαν. Θυμόταν μόνο πως είχε συμφωνήσει να τις υποστηρίξει, και για να το κάνει αυτό προφανώς είχε έναν λόγο. Και ο λόγος δεν ήταν άλλος από το να καταπολεμήσει τις αντίπαλες Μέλισσες, οι οποίες απειλούσαν την κοινωνική ευρυθμία του τόπου.

Και ο καιρός περνούσε. Το χωριό είχε γεμίσει από κήπους γεμάτους λουλούδια, στους οποίους οι χωρικοί εργάζονταν ασταμάτητα. Οι μέλισσες, τόσο οι Πράσινες όσο και οι Μπλε, τρέφονταν από το πρωί ως το βράδυ από τα λαχταριστά λουλούδια, και στο τέλος εκείνα μαραίνονταν και έπεφταν νεκρά στο χώμα - μέχρι οι χωρικοί να φυτέψουν νέα. Ορισμένοι χωρικοί, εκείνοι που ήταν οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της μίας ή της άλλης Παράταξης, είχαν αποκτήσει ορισμένα σημαντικά προνόμια. Μπορούσαν να τρέφονται με δύο σταγόνες μέλι αντί για μία, και να εργάζονται λιγότερες ώρες από τους υπολοίπους.





Ορισμένες από τις Μέλισσες φοβήθηκαν μήπως έχαναν την υποστήριξη των ανθρώπων. Αποφάσισαν λοιπόν να αποκοπούν από τον κύριο κορμό τους και να σχηματίσουν ανεξάρτητες ομάδες, στις αποχρώσεις του Μπλε και του Πράσινου. Γαλάζιες μέλισσες, χακί μέλισσες, κιτρινοπράσινες μέλισσες, κλπ. Και ορισμένοι από τους ανθρώπους θεώρησαν πως οι μέλισσες αυτές ήταν όντως κάτι διαφορετικό.

Μέσα στον χαμό είχε κάνει την εμφάνιση του και ένα νέο είδος μελισσών, κοντότριχες και αγριότερες στην όψη, που κυκλοφορούσαν πάντα σε σμήνη, ποτέ μονάχες. Οι Μέλισσες αυτές είχαν αναπτύξει μια καινούργια θεωρία, η οποία είχε αρχίσει να βρίσκει ορισμένους υποστηρικτές. Έλεγαν λοιπόν πως για την κατάσταση δεν ευθύνεται η ποσότητα του μελιού που παράγουν οι μέλισσες, αλλά ο αριθμός των κατοίκων του χωριού. Συνοπτικά, οι κάτοικοι είναι πολύ περισσότεροι απ' όσο θα πρεπε, το μέλι δεν επαρκεί για όλους, γι'αυτό και μια μερίδα εξ' αυτών θα έπρεπε να φύγει. Η μερίδα ήταν κυρίως οι κάτοικοι που είχαν έρθει από αλλού και είχαν εγκατασταθεί στο χωριό. Οι Μέλισσες τους αποκαλούσαν "ξένους" και τους θεωρούσαν υπαίτιους για όλα τα κακά.
"Χωρίς τους ξένους θα είχαμε αρκετό μέλι για όλους, μπζζζ!", βούιζαν με τις αγριοφωνάρες τους, και υπήρξε κόσμος από τους κατοίκους του χωριού που τις πίστεψε. Άρχισαν λοιπόν να διώχνουν τους κατοίκους εκείνους που θεωρούσαν πως δεν έχουν θέση ανάμεσα τους, συχνά με τη χρήση βίας. Σημειώθηκαν επεισόδια και πολλά σπίτια κάηκαν.

Μια μέρα η μικρή αδερφούλα του Γιάννη, η Μαρία, γυρνούσε από μια βόλτα της στα περίχωρα του δάσους. Εκεί που περπατούσε άκουσε ξαφνικά ένα πνιχτό βουητό να έρχεται από το βάθος μιας σπηλιάς. Η σπηλιά ήταν κλεισμένη με έναν μεγάλο βράχο.
"Βοήθησε μας, μπζζζ!", έκανε μια ψιλή φωνούλα μέσα από τη σπηλιά. "Είμαστε παγιδευμένες εδώ μέσα, μας έχουν φυλακίσει, σε παρακαλώ, βοήθησε μας να βγούμε!".




"Τι.... Τι είστε εσείς?", ρώτησε φοβισμένη η Μαρία. "Αν είστε μέλισσες δε θέλω να σας ανοίξω... Σας φοβάμαι!".
"Είμαστε μέλισσες, ναι", έκανε η φωνούλα. "Μόνο που εμείς είμαστε οι πραγματικές μέλισσες! Τα έντομα που έχετε τόσο καιρό στο χωριό σας είναι μύγες, μύγες που μας έχουν κλέψει το μέλι και μας έκλεισαν σε αυτή τη σπηλιά για να μην παρέμβουμε στα αρπαχτικά τους σχέδια! Σε παρακαλώ, βοήθησε μας!"

Η Μαρία έκανε πίσω απορημένη. Μπορεί να ήταν μικρή, δεν ήθελε όμως να την περνάνε για χαζή. Και αν μου λένε ψέματα? αναρωτήθηκε. Και αν είναι μεγάλες και χοντρές και τριχωτές όπως οι άλλες? "Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να σας πιστέψω...", έκανε. "Κάποτε είχαμε ειρήνη και αρμονία στο χωριό μου. Δεν είχαμε πολλά αγαθά μεν, αλλά ζούσαμε ευτυχισμένοι. Μέχρι που φέραμε εκείνες τις Μέλισσες νομίζοντας πως θα γίνουν όλα καλύτερα. Από τότε όμως επικρατεί παντού η έριδα και όλοι φαίνεται να μισούν ο ένας τον άλλον. Και το χειρότερο όλων είναι...", έκανε η Μαρία, συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα της, "το χειρότερο είναι πως όλα ξεκίνησαν από τον αδερφό μου!"

"Ξέρουμε τι έκαναν στον αδερφό σου και σε όλο το χωριό!", απάντησε η φωνή από τη σπηλιά. "Οι μύγες αυτές ονομάζονται Μύγες Τσε Τσε. Φημίζονται για το τσίμπημα τους, πως φέρνει ύπνο σε όποιον πέφτει θύμα τους. Υποκρίνονται πως είναι μέλισσες μόνο για να απολαμβάνουν τα λουλούδια και τους κήπους σας. Δε φτιάχνουν οι ίδιες μέλι - το μέλι είναι δικό μας και μας το έκλεψαν, αφού μας έκλεισαν στη σπηλιά, μπζζζ! Οι Μύγες Τσε Τσε δε κάνουν τίποτα οι ίδιες, απλά καρπώνονται τους καρπούς των άλλων! Σε παρακαλούμε, βοήθησε μας, να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την ιστορία"...

Η Μαρία θυμήθηκε κάτι βιβλία που της είχαν διαβάσει, που μιλούσαν για εκείνες τις "Μύγες Τσε Τσε". Βρε, μπας και λένε την αλήθεια? Μεμιάς ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να βρει τον αδερφό της, τον Γιάννη, και να τον φέρει εδώ!

Έτσι και έκανε. Βρήκε τον Γιάννη να σκάβει, ιδρωμένο και καταταλαιπωρημένο, προσπαθώντας να φυτέψει κάτι λουλούδια. Του εξήγησε τι άκουσε στη σπηλιά. Το μέχρι τότε ωχρό πρόσωπο του φώτισε, σαν από μια παλιά ανάμνηση. Και τότε θυμήθηκε! Θυμήθηκε την αρχική του συνάντηση με τις μέλισσες, θυμήθηκε τα τσιμπήματα!
"Μαρία, πρέπει να απελευθερώσουμε τις μέλισσες από τη σπηλιά!", είπε με ενθουσιασμό. "Γρήγορα, πριν είναι αργά!"




Έτσι κι έγινε. Ενώ είχε αρχίσει να σουρουπώνει, ο Γιάννης με τη Μαρία έτρεξαν προς τη σπηλιά. Ο ήλιος είχε πια πέσει όταν έφτασαν στον προορισμό τους. Το βουητό της μελισσούλας από μέσα είχε εξασθενίσει.
"Χαίρομαι που ήρθατε, μπζζζ", έκανε με τη λεπτή φωνούλα της.

Ο Γιάννης και η Μαρία έβαλαν τα δυνατά τους, και, κρααααααααακ!, κατάφεραν να μετακινήσουν τον βράχο! Και ενώ το φως του φεγγαριού είχε ξεπροβάλλει από τα σύννεφα, από το εσωτερικό της σπηλιάς ξεπήδησαν ορισμένα όμορφα πετούμενα, όμοια των οποίων δεν είχαν δει ποτέ ξανά ούτε ο Γιάννης, ούτε η Μαρία. Είχαν χρυσαφένιο χρώμα και κομψές μαύρες λωρίδες, δεν ήταν χοντρές όπως οι άλλες, αλλά λεπτοκαμωμένες, ενώ το βουητό τους ήταν μελωδικό και ρυθμικό, σαν ένα τραγούδι απ' τα παλιά.

"Είμαστε οι Μέλισσες", έκαναν, ενώ ο Γιάννης και η Μαρία τις παρατηρούσαν με ανοιχτό το στόμα και την έκπληξη ζωγραφισμένη στα προσωπάκια τους. "Δεν έχουμε χρώμα, δεν είμαστε πράσινες ή μπλε, απλά αυτό που βλέπετε και μας έκανε η φύση. Εμείς φτιάχνουμε το μέλι και φυσικά το μέλι μας είναι άφθονο".

Ο Γιάννης σκυθρώπιασε. "Τα ίδια μας είπαν και οι άλλες όμως... Πως μπορούν να θρέψουν γενιές ολόκληρες. Πως μπορούν να γεμίσουν αποθήκες. Θυμάμαι τώρα. Θυμάμαι πως τις πίστεψα, μέχρι που με τσίμπησαν όλες μαζί, μέχρι να ξεχάσω τις υποσχέσεις τους..."

Η μέλισσα όμως είπε: "Εμείς δε μπορούμε να υποσχεθούμε αποθήκες και μέλι για γενιές. Το μέλι μας μπορεί να θρέψει ορισμένα άτομα, για λίγο καιρό, σίγουρα όμως δεν αρκεί για όλους. Μόνο αν μας βοηθήσετε να αναπτυχθούμε μπορούμε να παράγουμε περισσότερο μέλι, και για να γίνει αυτό χρειάζεται να συνεργαστείτε μεταξύ σας. Όχι να εργάζεστε από το πρωί ως το βράδυ όμως - η φύση από μόνη της παρέχει τα αναγκαία εφόδια για την ανάπτυξη μας. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι ελεύθερη βλάστηση και άφθονο φως του ήλιου. Εσείς με τη σειρά σας μπορείτε να οργανώσετε καλύτερα την παραγωγή μας, ώστε να μην επιβαρύνεται στο τέλος ούτε η φύση ούτε εσείς με εργασία που είναι περιττή. Το μέλι μας επαρκεί για όλους, αρκεί να το μοιράζετε σωστά".

Και έτσι η μέλισσα εξήγησε στα παιδιά την τεχνική της μελισσοκομικής.

Αφού αποχαιρέτισαν τις απελευθερωμένες μέλισσες, τα παιδιά πήραν ενθουσιασμένα τον δρόμο του γυρισμού. Σκέψου τι θα έχουν να λένε οι δικοί μας τώρα, με όλες τις αποκαλύψεις που θα τους φέρουμε! Σκέψου πόσο θα αλλάξουν τα πράγματα από δω και στο εξής! Όχι άλλη εξαντλητική εργασία! Όχι άλλοι διαχωρισμοί και έχθρες! Όχι άλλο μέλι με το σταγονόμετρο!




Με το που έφτασαν στο χωριό όμως είδαν τους κατοίκους του χωριού να έχουν παραταχτεί μπροστά τους, σαν μια ανθρώπινη αλυσίδα. Στα χέρια τους κρατούσαν κοφτερά μαχαίρια.
"Λυπούμαστε παιδιά, αλλά κανένας δε θα περάσει από δω", είπαν. Ξωπίσω τους ακουγόταν το επαναλαμβανόμενο βουητό των μυγών.
"Οι μέλισσες συνεδριάζουν", είπε ένας συγχωριανός τους. "Δε πρέπει να τις ενοχλήσουμε", έκανε, κραδαίνοντας το μαχαίρι του, που άστραψε στο σεληνόφως, σαν τα μάτια ενός αρπακτικού.

Ο Γιάννης και η Μαρία τρόμαξαν. Δεν περίμεναν τέτοια υποδοχή.
"Αφήστε μας να περάσουμε", είπε θαραλλέα ο Γιάννης. "Έχουμε καταπληκτικά νέα! Μπορούν τα πάντα να αλλάξουν, από δω και στο εξής!"

Οι συγχωριανοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Κάποιοι κρατούσαν σημαίες, ορισμένοι μπλε σημαίες, ορισμένοι πράσινες. Ανάμεσα τους υπήρξαν και εκείνοι που κρατούσαν σημαίες γαλάζιες ή σε αποχρώσεις του πράσινου. Υπήρξαν και ορισμένοι που ανήκαν σε εκείνους τους τρίτους, οι οποίοι κράδαιναν σημαίες με τρομακτικά σύμβολα, σύμβολα μαύρων εντόμων με πολλαπλά ποδάρια και τρίχες. Το μίσος ήταν ζωγραφισμένο στα πρόσωπα τους.

"Ακούστε μας...", έκαναν τα παιδιά, και η φωνή τους έγινε ένα με τον άνεμο, τον άνεμο που πετάει ανάμεσα στα δέντρα και ανάμεσα στους τόπους. Τον άνεμο που ενώνει τη φωνή του με τον ήχο των κυμάτων στις θάλασσες του κόσμου, που απλώνει το φτερά του σαν τα πουλιά στον ουρανό.

Και μέσα στον άνεμο αντηχούσε ένα ζωηρό, χαρούμενο βουητό από μέλισσες.





Επίμετρο


Τι απέγιναν τελικά ο Γιάννης και η Μαρία? Κατάλαβαν το λάθος τους οι συγχωριανοί, έδιωξαν τις αρπαχτικές μύγες, ή συνέχιζαν να τις υποστηρίζουν όπως και πριν?

Είναι φανερό πως οι μύγες συμβολίζουν τις πολιτικές μας παρατάξεις. Οι Μπλε Μύγες τη Νέα Δημοκρατία, οι Πράσινες Μύγες το ΠΑΣΟΚ. Οι μύγες σε αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου τα κόμματα που ξεπήδησαν από τις τάξεις της μίας ή της άλλης παράταξης. Και εκείνες οι άσχημες, που "πάνε όλες μαζί" και έχουν "τρομακτικά σύμβολα" δεν είναι άλλες από τις μύγες της Ακροδεξιάς.

Οι συγχωριανοί δεν είναι άλλοι από τους Έλληνες πολίτες. Οι οποίοι χωρίζονται στις φατρίες τους, γκρινιάζουν συνέχεια για όλες τις στερήσεις τους, και ωστόσο σε κάθε εκλογές ψηφίζουν μονίμως τα ίδια. Σα να τους έχει τσιμπήσει μια Μύγα Τσε Τσε θα έλεγε κανείς, χαρίζοντας τους γλυκό ύπνο, τον ύπνο του δικαίου, κρατώντας τους μονίμως βαθιά νυχτωμένους. Θα μπορούσα αντί για μύγες να έβαζα κουνούπια, από κείνα που πίνουν το αίμα, ξέρετε. Ωστόσο νομίζω η κατάσταση του μέσου Έλληνα ψηφοφόρου ταιριάζει περισσότερο με την κατάσταση ενός υπνωτισμένου, παρά κάποιου που απλά του έχουν πιει το αίμα.

Την Κυριακή έχουμε εκλογές, καταμεσής της χειρότερης οικονομικής κρίσης που γνώρισε ο τόπος στη σύγχρονη ιστορία του, και για άλλη μια φορά θα υπάρξει ο κόσμος που θα επιλέξει τις "μπλε" ή "πράσινες" μέλισσες - και όλα αυτά για μια σταγόνα μέλι. Ανάμεσα τους και τα έντομα της ακροδεξιάς, των οποίων τo βουητό είναι το ασχημότερο.

Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο. Καλά μυαλά μονάχα. Και είθε κάποτε το μικρό αυτό "χωριό" να ξυπνήσει από τον λήθαργο.

Αυτά είπε το κουνέλι. Και αφού άκουσε το τραγούδι των μελισσών για λίγη ώρα, χώθηκε ικανοποιημένο μέσα στη φωλιά του.