Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουλίου 2019

Ρόμπερτ Μπερνς: Ωδή σ' ένα Ποντίκι


Ωδή σ' ένα Ποντίκι, ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς, παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / To a Mouse, by Robert Burns





«Μικρό γυαλιστερό γυαλιστερό ζωάκι 
οπού φοβάσαι όλο και ζαρώνεις, 
μην τρέχεις να γλυτώσεις από μένα 
με βιάση τόση! 
Δε σε χτυπά το φτυάρι μου και δε μπορεί να σε σκοτώσει! 

Πολύ λυπάμαι πού οι άνθρωποι εχτροί 
γίναν σ’ όλα τα πλάσματα της φύσης, 
ώστε να σκέφτεσαι τόσο κακά γι’ αυτούς 
και να φοβάσαι εμένα πού ‘χω απ’ το χώμα γεννηθεί θνητός 
καθώς εσένα. 

Ξέρω, πώς κάθε τόσο, φτωχό, κλέβεις 
κανένα ψίχουλο, πρέπει να ζήσεις! 
Αν κάποιο στάχυ πού ‘πεοε μου πήρες 
σπουδαίο δεν είναι. 
Το στάχυ αυτό γούρι θα φέρει, κι’ άλλα 
στάχυα μεγάλα. 

Σου γκρέμισα το τοσοδούλι σου σπιτάκι 
τους παιχνιδότοιχούς του πήρ’ ο αέρας 
και δεν υπάρχουν χλωρά μούσκλα άλλο να χτίσεις• 
κι οι άνεμοι 
χίμηξαν κιόλας, παγεροί σε ζώνουν 
και σε δαγκώνουν. 

Είχες δει τα χωράφια γυμνά κι άδεια 
κι ένοιωθες να ‘ρχεται ο κακός χειμώνας• 
έλπιζες βολεμένο στο νοικοκυριό σου 
καλά να τον περνούσες. 
Μα τρακ! τ’ αλύπητο υνί σε μια στιγμούλα μόνη 
σε ξεσπιτώνει. 

Πόσον καιρό ροκάνιζες για να τον στήσεις 
κειό το μικρό σωρό τα καλαμοφυλλάκια. 
Τώρα σε διώξαν, και δε φτάνει ο πόνος 
μα δε θα 'χεις σπίτι 
σαν πάρει στα χωράφια και το στρώνει 
πάχνη και χιόνι. 

Μα, τυφλοπόντικα, δεν είσαι ο μόνος 
που δείχνει πώς η πρόνοια μάταιη είναι. 
Τα πι’ όμορφα σχέδια και ποντικών κι ανθρώπων 
συχνά σωροί συντρίμμια• 
κι η υπόσχεση αντί χαρές μας δίνει μόνο 
πλήξη και πόνο. 

Και πάλι, ω ποντικέ, από με πιο ευτυχισμένος είσαι! 
γιατί μονάχα τωρινά κακά σε βασανίζουν, 
ενώ εγώ, το μάτι αν στρέψω πίσω 
πληγές να στάζουν θ’ αντικρύσω. 
Κι’ αν μπρος κοιτάξω τρέμω για ό, τι 
μαντεύω να ’ρχεται κατόπι.» 


***


Scottish Highlands, πίνακας του Gustave Doré / Scottish Highlands, by Gustave Doré



“Wee, sleeket, cowran, tim’rous beastie, 
O, what a panic’s in thy breastie! 
Thou need na start awa sae hasty, 
Wi’ bickerin brattle! 
I wad be laith to rin an’ chase thee 
Wi’ murd’ring pattle! 


I’m truly sorry Man’s dominion 
Has broken Nature’s social union, 
An’ justifies that ill opinion, 
Which makes thee startle, 
At me, thy poor, earth-born companion, 
An’ fellow-mortal!


I doubt na, whyles, but thou may thieve; 
What then? poor beastie, thou maun live! 
A daimen-icker in a thrave 
’S a sma’ request: 
I’ll get a blessin wi’ the lave, 
An’ never miss ’t! 


Thy wee-bit housie, too, in ruin! 
It’s silly wa’s the win’s are strewin! 
An’ naething, now, to big a new ane, 
O’ foggage green! 
An’ bleak December’s winds ensuin, 
Baith snell an’ keen! 


Thou saw the fields laid bare an’ waste, 
An’ weary Winter comin fast, 
An’ cozie here, beneath the blast, 
Thou thought to dwell, 
Till crash! the cruel coulter past 
Out thro’ thy cell. 


That wee-bit heap o’ leaves an’ stibble 
Has cost thee monie a weary nibble! 
Now thou’s turn’d out, for a’ thy trouble, 
But house or hald, 
To thole the Winter’s sleety dribble, 
An’ cranreuch cauld! 


But Mousie, thou art no thy-lane, 
In proving foresight may be vain: 
The best laid schemes o’ Mice an’ Men 
Gang aft agley, 
An’ lea’e us nought but grief an’ pain, 
For promis’d joy! 


Still, thou art blest, compar’d wi’ me! 
The present only toucheth thee: 
But Och! I backward cast my e’e, 
On prospects drear! 
An’ forward tho’ I canna see, 
I guess an’ fear!” 


***



“Ωδή σ’ ένα Ποντίκι”, του ποιητή των highlands της Σκωτίας, Ρόμπερτ Μπερνς, [Robert Burns, “To a Mouse”]. Έτος καταγραφής, 1785. Λέγεται πως ο ποιητής κατέγραψε το τραγούδι ενώ είχε μόλις καταστρέψει, άθελά του, τη φωλιά του ποντικού – και κρατούσε ακόμα το άροτρο στο χέρι του. 


Η μετάφραση είναι της Ρίτας Μπούμη Παπά. Πίνακας: “Scottish Highlands” του Gustave Doré, 1875.





15 Ιανουαρίου 2019

Χρόνος και Καπιταλισμός. Μια κοινωνική-ψυχολογική μελέτη


Χρόνος και Καπιταλισμός... μια μελέτη από το φονικό κουνέλι



«Σήμερα, όπως και πάντα, όλοι οι άνθρωποι κατατάσσονται σε δυο κατηγορίες: σε δούλους και ελεύθερους. Όποιος δεν έχει για τον εαυτό του τα δύο τρίτα της μέρας του, είναι δούλος, ό,τι και να είναι: πολιτικός, έμπορος, υπάλληλος, επιστήμονας.»


Φρίντριχ Νίτσε [από το «Ανθρώπινο, πάρα πολύ Ανθρώπινο»]




Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο από την έννοια του «χρόνου». Πασιφανής και αινιγματικός, συγκεκριμένος και αφηρημένος, φέροντας το στιγμιαίο και το αιώνιο, το γραμμικό και το κυκλικό, τη φθορά και την αθανασία, τον πολιτισμό και το ασυνείδητο, ο Χρόνος είναι ταυτόχρονα το ερώτημα και η απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας. Είναι ο ίδιος τρομακτικός Γέρος που τρώει τα παιδιά του και το αγαθό μωρό που σκορπίζει παιχνιδίσματα προσδοκιών με την κουδουνίστρα του. Η σχετικότητα του χρόνου είναι η σχετικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων: η αδιάκοπη ροή τους, η εναλλαγή των νερών του ποταμού, που όσο μεταβάλλεται τόσο ίδιος μοιάζει.

Ο χρόνος ως φιλοσοφική/επιστημονική κατηγορία δεν θα μας απασχολήσει στη σημερινή μας μελέτη – θα εστιάσουμε όμως σε δύο άλλες πτυχές του χρόνου, βαθιά αλληλένδετες μεταξύ τους: τον «χρόνο» ως πολιτισμικό κατασκεύασμα και τον «χρόνο» ως ψυχολογική αίσθηση. Ο χρόνος ως πολιτισμικό κατασκεύασμα εντάσσεται στο πλέγμα του κοινωνικού φαντασιακού: κατασκευάζεται, με άλλα λόγια, από τον εκάστοτε ανθρώπινο πολιτισμό, ο οποίος τον εμποτίζει με τις σημασίες του. Άλλη αντίληψη περί «χρόνου» είχαν οι άνθρωποι στην αρχαία Κίνα, άλλη στον φεουδαρχικό Μεσαίωνα, άλλη στον σύγχρονο καπιταλισμό της Δύσης. Ο χρόνος ως ψυχολογική αίσθηση επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικές σημασίες που τον περιβάλλουν: η επαφή με το ρολόι, η διαίρεση της μέρας σε εργάσιμες ώρες και ελεύθερο χρόνο, το στρες της καθημερινής βιασύνης, η αίσθηση πως «περνούν τα χρόνια», ακόμα και η στάση μας απέναντι στο «παρελθόν» και το «μέλλον» - όλα αυτά συνιστούν αντανακλάσεις, σε βιωματικό και ψυχολογικό επίπεδο, του «χρόνου» όπως αυτός έχει κατασκευαστεί και βιώνεται σε έναν ορισμένο πολιτισμό.

Ο «χρόνος», όπως έχει κατασκευαστεί και βιώνεται στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, είναι ο χρόνος της παραγωγικής διαδικασίας: τα πάντα, άνθρωποι και μηχανές, έχουν προσδεθεί γερά στα γρανάζια του και τρέχουν στις ράγες ενός τρένου, παράγοντας ασυνάρτητο και ατελείωτο θόρυβο. Δουλειά, σπίτι, δουλειά, οι κάρτες να χτυπούν, τα ρολόγια να τρέχουν, οι άνθρωποι στους δρόμους να τρέχουν, όλοι βιαστικοί, όλοι αγχωμένοι, τυπικοί, στην «ώρα τους», μια μηχανή δίχως τελειωμό όπου δεν έχουν σημασία τα μεμονωμένα μέρη μα το σύνολο, ένα Ρολόι που οι δείκτες του μοιάζουν να μας κυνηγούν από πίσω – κι εμείς τρέχουμε προσπαθώντας να ξεφύγουμε απ’ την αρπακτική δαγκάνη τους. Αυτός, κύριοι, είναι ένας «χρόνος» που κατασκευάσαμε οι ίδιοι – μα όπως συμβαίνει με τόσα και τόσα έργα των χεριών μας, καταλήγει να μας χειρίζεται ο ίδιος αντί να τον χειριζόμαστε εμείς.



Ο Χάρολντ Λόιντ στην κλασική σκηνή με το ρολόι / Harold Lloyd in Safety Last


Εργασία και ελεύθερος χρόνος



Στον πυρήνα του σύγχρονου κοινωνικού φαντασιακού σχετικά με τον χρόνο συναντούμε τη διάκριση μεταξύ «εργασίας» και «ελευθέρου χρόνου». Πρόκειται σαφώς για ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, το οποίο συνδέει την έννοια της «ελευθερίας» με την απαλλαγή από τις εργασιακές ενασχολήσεις, προσπερνώντας το γεγονός πως υπάρχουν εργασίες περισσότερο «ελεύθερες» συγκριτικά με άλλες και υπάρχουν ελεύθεροι χρόνοι όχι και τόσο «ελεύθεροι» συγκριτικά με άλλους.

Ένας άνθρωπος που βρίσκει ικανοποίηση κάνοντας μια εργασία της επιλογής του δίχως όμως να έχει έναν σταθερό μισθό, θεωρείται λιγότερο «εργαζόμενος» συγκριτικά με εκείνον που βαράει σφραγίδες όλη μέρα σ’ ένα γραφείο και πληρώνεται γι’ αυτό. Αντίστοιχα, ένας άνθρωπος που ξοδεύει τ’ απογεύματά του κάνοντας τα ίδια πράγματα με εκατομμύρια άλλων ανθρώπων εκεί έξω (τηλεόραση, αγορές προϊόντων, χάζεμα στο διαδίκτυο, μπύρες, κλπ), για κάποιο λόγο αντιμετωπίζει αυτές τις ώρες σαν «ελεύθερες», προσπερνώντας το γεγονός πως δεν επέλεξε το παραμικρό από όσα κάνει και πως οι μέρες συνήθως καταλήγουν να μοιάζουν ίδιες, η μία με την άλλη, δίνοντας έτσι την αίσθηση πως ο χρόνος τρέχει ασταμάτητα – και μεις μεγαλώνουμε και στο τέλος δεν κάνουμε αυτά που επιθυμούσαμε να κάνουμε. Που βρίσκεται ο «ελεύθερος» χρόνος, λοιπόν;

Η φράση «ο χρόνος είναι χρήμα» είναι γνωστή σε όλους. Στην πραγματικότητα ο χρόνος, στη βαθύτερη έννοια και σημασία του, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το χρήμα. Ο καπιταλισμός όμως δημιούργησε έναν τέτοιο χρόνο, ώστε να προσαρμόζεται στο νόημα αυτής της φράσης – ο «χρόνος που είναι χρήμα» δεν είναι παρά ο κατασκευασμένος χρόνος του καπιταλιστικού φαντασιακού. Ο χρόνος των εργοστασίων, της γραμμής παραγωγής και της οικονομικής συσσώρευσης. Όπως συσσωρεύονται και ξοδεύονται τα χρήματα, αντίστοιχα φτάνει να εξοικονομείται και να σκορπά ο χρόνος για τους ανθρώπους. Η αντιπαραβολή «εργασία-ελεύθερος χρόνος» ανήκουν στο ίδιο φαντασιακό, και ως τέτοιες έννοιες, αμφότερες συνιστούν ανθρώπινα κατασκευάσματα. Δεν είναι αυθύπαρκτες, δεν είναι δοσμένες απ’ έξω, δεν ανήκουν σε κάποιο πλατωνικό αιώνιο βασίλειο των Ιδεών.

Και όντας ανθρώπινα κατασκευάσματα… είναι δυνατόν να αλλάξουν.



Προσπαθώντας να κερδίσεις χρόνο - Trying to save some time. Man on big clock  
Άγχος στη δουλειά / Stress at work


Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο




Συχνά ακούμε να ρωτούν έναν εργαζόμενο «πόσα χρήματα βγάζεις;». Αν τα χρήματα είναι καλά, ο εργαζόμενος επαινείται για την αξία και την τύχη του. Αν τα χρήματα είναι λίγα, αρχίζει ο προβληματισμός. Φταίει ο ίδιος; Φταίνε οι οικονομικές συνθήκες; Φταίνε οι εργοδότες; Φταίει η κρίση; Και αρχίζουν μετά οι συγκρίσεις με άλλες χώρες, όπου το οικονομικό επίπεδο είναι υψηλότερο και οι εργαζόμενοι αμείβονται καλύτερα. Και αν μια μερίδα κόσμου αξιώνει διεκδικήσεις, αυτές συνήθως είναι οικονομικής φύσης – ενίοτε αφορούν και τις εργασιακές συνθήκες.

Μα το ωράριο εργασίας; Το δικαίωμα στον «ελεύθερο χρόνο»; Η αξιοποίηση αυτού του χρόνου; Αυτά για κάποιο λόγο μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων ο άνθρωπος διεκδίκησε και διεκδικεί το «Δικαίωμα στην Εργασία»… μα ο ελεύθερος χρόνος έμοιαζε να ανήκει στο καταραμένο βασίλειο της «απραξίας» και της «τεμπελιάς» και, ως τέτοιος, δεν άξιζε σοβαρή ενασχόληση. Ακόμα και όταν ο γαμπρός του Μαρξ, Πωλ Λαφάργκ, έγραφε το «Δικαίωμα στην Τεμπελιά», λίγοι του έδωσαν σημασία – για το κυρίαρχο ρεύμα των Σοσιαλιστών μία ήταν η αξία και αυτή ονομαζόταν Εργασία.

Λέγοντας φυσικά «εργασία», θα επαναλάβουμε, δεν αναφερόμαστε στην αυτοδημιούργητη απασχόληση που μπορεί να σχετίζεται με έναν άνθρωπο από επιλογή δική του, πέραν των ορίων της μισθοδοσίας. «Εργασία» καταλήγει να σημαίνει ό,τι έχει αντίκρισμα σε χρήμα. Μια νοικοκυρά που καταπιάνεται με τα οικιακά και τη φροντίδα του παιδιού, ή ένας καλλιτέχνης που αγωνίζεται να βρει νέες μορφές έκφρασης θεωρείται πως δεν ανήκουν στον συγκεκριμένο αυτόν χώρο της «Εργασίας».

Στην εποχή της κρίσης η εργασία φτάνει να μετατρέπεται σε πανάκεια: δουλίτσα να ‘ναι, και ό,τι να’ ναι! Φυσικά αυτή η ανάγκη για εργασία συνιστά και βασικό όπλο στα χέρια της απανταχού Εργοδοσίας: σου παρέχω εργασία και γι’ αυτό θα πρέπει να βάλεις στην άκρη τυχών αξιώσεις και διεκδικήσεις. Χαμηλός μισθός; Καθημερινές υπερωρίες; Εργασία τα Σαββατοκύριακα; Εργασία ως τις 8-9 το βράδυ; Πιθανότητα αντικατάστασης ανά πάσα στιγμή; Μόνιμο άγχος και υπερένταση; Αρκεί! Σου παρέχω δουλειά! Δέξου τη – αλλιώς βρες αλλού, υπάρχουν στρατιές ολόκληρες εκεί έξω που αναζητούν εργασία σαν εσένα.

Ένας άνθρωπος που αφιερώνει οχτώ ώρες την ημέρα σε μια δουλειά που ΔΕΝ αγαπάει και άλλες δύο ώρες στον δρόμο, φτάνει να επενδύει τη μισή καθημερινότητά του σε μια ατέρμονη διαδικασία με μοναδικό σκοπό της την αναγκαία συσσώρευση χρήματος. Το καπιταλιστικό φαντασιακό του χρόνου ξεδιπλώνεται σε όλο το μεγαλείο του: Σπίτι, δουλειά, σπίτι, δουλειά, με μικρά διαλείμματα αναψυχής στο ενδιάμεσο, ίσα να γεμίσουν οι μπαταρίες, και ξανά απ’ την αρχή. Μισή καθημερινότητα – δηλαδή μισή ζωή. Μα αν αμείβεται καλά καταλήγουμε να τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό. Σκοτώνει τη μισή ζωή του – κι εμείς πασχίζουμε να τον μιμηθούμε. Το οικονομικό κριτήριο παραμένει πρωτεύον κριτήριο αξιολόγησης. Η παραγωγική διαδικασία εξακολουθεί να εδράζεται στον πυρήνα της κοινωνικής θέσμισης του χρόνου.



Κλασική γελοιογραφία για τον καπιταλισμό / Capitalism draining the workers, classic cartoon
Γκόγια - λεπτομέρεια από το Κρόνος καταβροχθίζει το παιδί του / Goya, Saturn devouring his son, detail




«Πόσα χρήματα βγάζεις;» - παραμένει το κυρίαρχο ερώτημα. Σπάνια ακούμε να κάνουν τις ακόλουθες δύο ερωτήσεις σ’ έναν εργαζόμενο: «πόσο χρόνο διαθέτεις για τον εαυτό σου;» και «πως αξιοποιείς τον χρόνο σου;». Θέτουμε ως πρότυπα τις χώρες ή την πολιτική εκείνη που παρέχει καλύτερους μισθούς, μα δεν αναρωτιόμαστε για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται οι συγκεκριμένοι μισθοί στις συγκεκριμένες χώρες, υπό τις συγκεκριμένες πολιτικές. «Εκεί αμείβονται καλύτερα», λέμε. ΖΟΥΝ όμως καλύτερα; Δημιουργούν, άραγε, κάτι της προκοπής, από τον όποιο «ελεύθερο χρόνο» διαθέτουν; Ή κοιτάζουν να σκοτώσουν τον χρόνο τους, ελπίζοντας να πνίξουν μαζί του και τα όποια ψυχολογικά προβλήματα τους διακατέχουν;

Ας ξεδιαλύνω ένα ρεύμα ομίχλης που θα μπορούσε να συσκοτίσει τη σκέψη του φίλου αναγνώστη. Εξυπακούεται πως είναι αναγκαίος κάποιος οικονομικός μηχανισμός που θα παρέχει στα μέλη μιας κοινωνίας όλα τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους. Δεν εξιδανικεύω την απραξία (κάθε άλλο), ούτε περιφρονώ τα οφέλη του χρήματος. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται να εξασφαλίσει τα μέσα της διαβίωσής του, ένα σπίτι, τη διατροφή, την υγεία, την ψυχαγωγία του. Κάθε κοινωνία οφείλει να χτίσει μια βάση παραγωγής και διανομής των αγαθών. Μα υπάρχει πελώρια απόσταση ανάμεσα στο πραγματικά αναγκαίο και στο πλασματικά αναγκαίο. Και υπάρχει πελώρια απόσταση ανάμεσα στον «χρόνο» ως βαθύ προσωπικό βίωμα και στον «χρόνο» ως κοινωνικά κατασκευασμένη κατηγορία, κοινή και επιβαλλόμενη σε όλους – και η συσκότιση αυτή συνιστά τη ραχοκοκαλιά του κοινωνικού μας συστήματος.

Όσο μια παγκόσμια κοινωνία εξιδανικεύει την απατηλή λάμψη του χρήματος, τόσο θα υπάρχουν οι στρατιές του κόσμου που θα επιζητούν εργασίες με υψηλότερες οικονομικές απολαβές και χαμηλότερο δείκτη προσωπικής απόλαυσης. Γεμίζοντας λεφτά, αδειάζουμε από ηδονή. Αναπληρώνουμε σε χρήμα ό,τι είμαστε ανίκανοι να αισθανθούμε – τη μαγική εκείνη αίσθηση που νιώθαμε, σαν ήμασταν παιδιά, βλέποντας το χιόνι ή παρατηρώντας με τις ώρες τη φωτιά που τρεμοσβήνει στο τζάκι. Το φλερτ, την ποίηση, την περιπλάνηση, τη φιλοσοφία. Εκείνες τις διαδικασίες που η κοινωνία μας θεωρεί «αντιπαραγωγικές». «Χασιμο χρόνου», δηλαδή χρημάτων.

Μα αυτός ακριβώς ο «χαμένος χρόνος» είναι ο αληθινά κερδισμένος χρόνος: εκείνος που κατορθώνει να δραπετεύσει από το άτεγκτο φαντασιακό της καπιταλιστικής παραγωγικής αλυσίδας και συσσώρευσης.



Εργάτες κοιμούνται στην κορυφή της Νέας Υόρκης / New York workers sleeping on the job



Επίλογος. Το τέλος είναι (κάποιες φορές) η αρχή




Ο καπιταλισμός έχει δεχτεί (και δέχεται) μόνιμη κριτική για τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που επιφέρει, για τις στρατιές των ανέργων, για την καταστρατήγηση του «δικαιώματος στην εργασία». Μα λιγότεροι αναλογίζονται ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του καπιταλισμού: το ξόδεμα του χρόνου. Τη μετατροπή του Αινίγματος της Σφίγγας σε κουρδιστό ρολόι. Την περιχαράκωση του μυστηρίου της ζωής σ’ ένα καλά πακεταρισμένο εργοστασιακό κουτί, με τα «ωράρια εργασίας» και τις «ελεύθερες ώρες» του. Τη μετατροπή του ανθρώπου σε αυτόματο.

H γνωστή γελοιογραφία παρουσιάζει τους ευτραφείς καπιταλιστές να ξεζουμίζουν τα χρήματα (την υπεραξία) ενός ανθρώπου. Θα μπορούσαν όμως να ξεζούμιζαν τον χρόνο της ζωής του – και αντί για κέρματα να πετάγονταν ρολόγια.

Όταν οι μέρες φτάνουν να σκορπούν σαν τα φύλλα στον άνεμο• όταν οι χρονιές περνούν και καταλήγουν να μοιάζουν η μία με την άλλη, παραδομένες στον μονότονο ρυθμό «δουλειά-σπίτι-δουλειά-σπίτι»• όταν ο εργαζόμενος καταλήγει να μετατρέπεται σε ένα μηχάνημα, προορισμένο να υπηρετεί μια απρόσωπη επιχείρηση σε βάρος του εαυτού του• όταν η αυτοδημιούργητη ψυχαγωγία αντικαθίσταται (λόγω «έλλειψης χρόνου») από τη φτηνή «διασκέδαση»• όταν επιλέγεται η φυγή έναντι του στοχασμού• όταν η τέχνη μετατρέπεται σε είδος κατανάλωσης έναντι καθημερινής ανάγκης• όταν ξοδεύεις τη μισή ζωή σου υπηρετώντας οικονομικές ανάγκες και μόνο… τότε, αδερφέ μου, υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο εκεί έξω.

Ποια είναι η λύση; θα ρωτήσεις, φίλε αναγνώστη. Α, αγαπητέ. Η όποια «λύση» σε συλλογικά ζητήματα δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου συλλογική – μην περιμένεις να στην παρέχει ένα άτομο λοιπόν. Ατομικές λύσεις σε συλλογικά ζητήματα παρέχονται από πολιτικούς ρήτορες, από προφήτες και παπάδες (τα τρία «π»). Κατανοώ πως η πλειοψηφία του κόσμου έχει ανάγκη τέτοια πρόσωπα, μα ο ίδιος προτιμώ να προσπεράσω.

Υπάρχει, εξάλλου, η ψυχολογική διάσταση στο ζήτημα του χρόνου – και αυτή αφορά τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Στο βάθος κάθε κοινωνικής φαντασιακής σημασίας εδράζεται το μεμονωμένο άτομο, η ατομική ψυχή. Η ζωές μας, οι επιθυμίες μας, τα όνειρά μας, οι προσδοκίες μας, οι απογοητεύσεις μας. Το θέμα του χρόνου, όταν συλλογιστούμε και συνειδητοποιήσουμε τις κοινωνικές καταβολές του, μετατρέπεται σε υπαρξιακό ζήτημα – και βαθιά προσωπικό, για τον κάθε έναν από μας ξεχωριστά. Ακόμα και η αντιμετώπισή του σε συλλογικό επίπεδο (διεκδίκηση λιγότερων ωρών εργασίας, για παράδειγμα) καταλήγει να σχετίζεται με τις ανάγκες και επιθυμίες κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Δεν εξαρτάται μόνο από εμάς – μα εξαρτάται ΚΑΙ από εμάς.

Ο χρόνος δεν είναι χρήμα. Μετετράπη σε τέτοιος. Κατασκευάστηκε έτσι. Όπως κατασκευάζεται πάντα, ένα ψηφιδωτό με εκατοντάδες σημασίες, βαθιά ανθρώπινες τόσο στις ανάγκες, όσο και στην πλάνη τους.

Ποιος ξέρει. Ίσως κάποτε η ερώτηση «πόσα βγάζεις;» να φαντάζει ανόητη για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Και τη θέση της να έχει πάρει το ερώτημα: «πως επιλέγεις να ζεις;». Αν συμβεί αυτό, ο κόσμος που ζούμε θα έχει αλλάξει.



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, ένα κρύο βράδυ του Γενάρη του 19. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί σε άλλες ιστοσελίδες.


Fly Away Graffiti in Florence, Italy.
Graffiti in Florence. Photo source

30 Δεκεμβρίου 2018

Επιστροφή στη Μέρα της Μαρμότας... μια φιλοσοφική-ψυχολογική μελέτη


Η Μέρα της Μαρμότας... μια μελέτη για τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις της ταινίας, από το Φονικό Κουνέλι / Groundhog Day, a philosophical and psychological analysis



Μια φιλοσοφική και ψυχολογική μελέτη για το “Groundhog Day”… την ξακουστή Ημέρα της Μαρμότας




Σκέψου να επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά μια μέρα της ζωής σου. Από το πρωινό σου ξύπνημα ως τη στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος τη νύχτα, η μέρα επαναλαμβάνεται στο διηνεκές, και συ έχεις τη δυνατότητα να τη ζήσεις με όποιον τρόπο επιθυμείς. Ποια μέρα θα επέλεγες; Μην απαντήσεις – ξέρω. Μάλλον κάποια μέρα που φυλάς μέσα σου με τις θερμότερες αναμνήσεις. Μια μέρα γεμάτη έρωτα, διασκέδαση, θαλπωρή, χαρά… Ωραία ως εδώ – όλοι μας έχουμε ζήσει κάποιες τέτοιες μέρες, και ποιος δεν θα επιθυμούσε να τις ζήσει πάλι απ’ την αρχή.

Έστω όμως πως ΔΕΝ είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις· έστω πως επαναλαμβανόταν, ξανά και ξανά και ξανά, μια συνηθισμένη, αδιάφορη μέρα της καθημερινότητάς σου: από εκείνες που φεύγουν και ούτε που πήρες χαμπάρι πως πέρασαν. Μια μέρα από κείνες που οι ώρες περνούν και μοιάζουν ίδιες η μία με την άλλη. Μια εκνευριστική, βαρετή, ταλαίπωρη, υπερβολικά καθημερινή ημέρα. Μια μέρα που δεν σκέφτεσαι δεύτερη φορά. Μια μέρα που δεν θα θυμάσαι στο μέλλον, γιατί δεν έζησες κάτι της προκοπής κατά τη διάρκειά της. Σκέψου ΑΥΤΗ η μέρα να επαναλαμβανόταν στην αιωνιότητα, σε μια νευρωτική λούπα, ξανά και ξανά και ξανά, και να μην έχεις τη δυνατότητα να ξεφύγεις από δαύτην…

Θα το άντεχες;

Σήμερα θα μιλήσουμε για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών, κεντρικό θέμα της οποίας είναι αυτή ακριβώς η αδιάκοπη επανάληψη της ίδιας μέρας: ο λόγος φυσικά για την «Μέρα της Μαρμότας» [“Groundhog Day”]. Μια ταινία που, όλως τυχαίως, πιάνω τον εαυτό μου να τη βλέπει ξανά και ξανά και ξανά – ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές την έχω δει ως σήμερα. Μα κάθε φορά το απολαμβάνω.

Η ταινία γυρίστηκε το 1993, σε σκηνοθεσία Harold Ramis και σενάριο των Danny Rubin και Harold Ramis. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Bill Murray, σε έναν από τους ρόλους που του ταιριάζουν γάντι. Στη βάση της πρόκειται για μια ευχάριστη κωμωδία. Μα λίγες κωμωδίες έχουν γεννήσει τόσες συζητήσεις και έχουν πάρει τόσες προεκτάσεις, ξεκινώντας από τη φιλοσοφία, λοξοδρομώντας σε θρησκευτικούς παράδρομους και τερματίζοντας στην ψυχανάλυση – και πάλι πίσω απ’ την αρχή, δίχως τελειωμό.



Ο Μπιλ Μάρεϊ ξυπνάει στη Μέρα της Μαρμότας / Bill Murray waking up in Groundhog Day
Η μαρμότα... The groundhog



Λίγα λόγια για την πλοκή




Σε κάποια αμερικανική κωμόπολη γιορτάζουν, ως έθιμο, τη Μέρα της Μαρμότας. Η μαρμότα είναι ένα πλασματάκι που μοιάζει με διασταύρωση σκίουρου και τυφλοπόντικα. Αν η μαρμότα βγει απ’ τη φωλιά της, δει τη σκιά της και μπει πάλι στη φωλιά, αυτό σημαίνει πως θα έχουμε μακρύ χειμώνα. Αν όχι, σημαίνει πως θα έρθει νωρίς η άνοιξη. Αυτή η φυσική διαδικασία έχει ενδυθεί με τελετουργικό μανδύα και γιορτάζεται με μουσικές και μαζική σύναξη στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Ο πρωταγωνιστής του έργου, Phil [Bill Murray], είναι ανταποκριτής του καιρού και καταλήγει να καλύψει το ρεπορτάζ για τη συγκεκριμένη γιορτή, πηγαίνοντας με το συνεργείο του στην πόλη, ίσα για μια μέρα. Είναι ένας κυνικός και φιλόδοξος τύπος που βρίσκει αφάνταστα βαρετά όλα αυτά τα γιορταστικά έθιμα και την ανταπόκρισή τους – ο ίδιος ονειρεύεται μεγαλεία, διασημότητες, υψηλές ανταποκρίσεις, ηρωική δημοσιογραφία… ποια Μέρα της Μαρμότας και κουραφέξαλα. Αυτά είναι για παιδιά. Η ανταπόκριση είναι μια αγγαρεία για κείνον και τίποτε περισσότερο – το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κάνει το ρεπορτάζ του, το δυνατόν συντομότερο, και να φύγει από την αδιάφορη αυτή περιοχή. Μια βαρετή πόλη με βαρετούς ανθρώπους.

Μα ο κύκλος της μοίρας πήρε φαίνεται πολύ στα σοβαρά το κυκλικό σχήμα του… ένας αιφνιδιαστικός χιονιάς αναγκάζει τον πρωταγωνιστή μας και το συνεργείο του (την ελκυστική παραγωγό του και τον καμεραμάν) να διανυκτερεύσουν στην πόλη. Και το επόμενο πρωί ο ήρωάς μας ξυπνάει στο ξενοδοχείο του, τεντώνεται, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο και διαπιστώνει με ανείπωτη έκπληξη πως… είναι ακόμα χθες!

Η Μέρα της Μαρμότας επαναλαμβάνεται πάλι απ’ την αρχή! Ξανά οι εορτασμοί, ξανά η κάλυψη του ρεπορτάζ, ξανά η καταναγκαστική διανυκτέρευση λόγω του χιονιά. Και μόνο αυτός συνειδητοποιεί πως η μέρα επαναλαμβάνεται… Όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό.

Και έτσι αρχίζει η λούπα που συνιστά και το κεντρικό θέμα του έργου… Οι μέρες επαναλαμβάνονται, κάθε πρωί ξημερώνει ίδιο με χθες, το Αύριο δεν έρχεται ποτέ, και ο πρωταγωνιστής μας εξαναγκάζεται να εκμεταλλευτεί το γεγονός προς όφελός του. Κι εδώ ερχόμαστε στον πυρήνα της προβληματικής της ταινίας: η μέρα επαναλαμβάνεται μεν, μα ο ήρωάς μας γνωρίζει αυτό το γεγονός και ΘΥΜΑΤΑΙ όσες εμπειρίες αποκόμισε κατά τις προηγούμενες μέρες. Βρίσκεται εντός της Μέρας της Μαρμότας, μα ταυτόχρονα βρίσκεται έξω από αυτήν. Πρόκειται για κατάρα… ή για κάποιο χάρισμα;

Η αρχική απελπισία παραχωρεί τη θέση της στην ακόλουθη εκπληκτική διαπίστωση:

«εάν δεν υπάρχει Αύριο, τότε δεν υπάρχουν συνέπειες των πράξεών μας. Οτιδήποτε και αν κάνουμε σήμερα, την επόμενη μέρα το πρωί θα έχει ξεχαστεί. Μπορούμε λοιπόν να ΚΑΝΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ».

Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία. 




Ο Bill Murray στη Μέρα της Μαρμότας
Σκηνή από τη Μέρα της Μαρμότας
Ο Μπιλ Μάρεϊ και η μαρμότα στο αμάξι



Κάνε ό,τι επιθυμείς – γίνε ένας μικρός θεός




Ας λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αγαπητοί. Εάν είχαμε τη δυνατότητα να ζούμε ξανά και ξανά την ίδια μέρα, δίχως την παραμικρή συνέπεια για τις πράξεις μας, το πιθανότερο είναι να αφηνόμασταν πλήρως στις αρχέγονές μας ενορμήσεις – όπως ακριβώς κάνει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Τουλάχιστον οι περισσότεροι ανάμεσά μας θα κάναμε το ίδιο.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις να χάσεις τη δουλειά σου (γιατί την επόμενη μέρα θα βρίσκεσαι ξανά στην ίδια θέση) μπορείς να ρίξεις ένα «δε πας στο διάολο» στα κεφάλια της επιχείρησης όπου εργάζεσαι και να τα σπάσεις όλα φεύγοντας. Το επόμενο πρωί ο χρόνος θα έχει γυρίσει πίσω 24 ώρες και θα είναι σα να μην έγινε ποτέ.

Όταν γνωρίζεις πως οι συνέπειες των ερωτικών σου περιπετειών διαρκούν μια μέρα και μόνο τότε μπορείς να τολμήσεις όλα όσα δεν τολμούσες αλλιώς: να φλερτάρεις με κάθε δυνατό τρόπο, να απατήσεις, να κάνεις σεξ όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, να επιχειρήσεις εκείνη την ερωτική εξομολόγηση που ως τώρα δεν τολμούσες να κάνεις – ό,τι αποτέλεσμα και αν φέρει, την επόμενη θα έχει ξεχαστεί.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις από προβλήματα υγείας (μια που την επόμενη μέρα ξυπνάς στο κρεβάτι σου στην ίδια ακριβώς κατάσταση με σήμερα), τότε ρισκάρεις τα πάντα. Τρως τον περίδρομο, πίνεις μέχρι σκασμού, επιχειρείς τις πιο παράτολμες πράξεις αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ακόμα και αν σκοτωθείς – θα ξυπνήσεις πάλι στο κρεβάτι σου το επόμενο πρωί, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Ωραία ακούγονται αυτά, ε;



O Bill Murray παραδομένος στις απολαύσεις της Ημέρας της Μαρμότας




Όταν οι πράξεις σου δεν έχουν συνέπειες, γίνεσαι ένας μικρός θεός. Μπορείς να κάνεις ό,τι επιθυμείς, να αφεθείς σε κάθε ένστικτο, ερωτικό ή επιθετικό. Ο νόμος για σένα δεν έχει πλέον νόημα, δεν φοβάσαι δικαστές και αστυνόμους, δεν σε απασχολεί η κοινή γνώμη, δεν σε προβληματίζει η ηθική, ούτε η ίδια η συνείδησή σου. Γίνεσαι ο τέλειος σταρχιδιστής.

Εξάλλου φτάνεις να γνωρίζεις τους πάντες και τα πάντα. Οι πάντες γύρω σου ζουν σε μια λούπα – εκτός από σένα, που ναι μεν είσαι μπλεγμένος μέσα της, μα για κάποιον ανεξήγητο λόγο έχεις επίγνωση αυτού του γεγονότος. Και, γνώση, αγαπητοί, σημαίνει ΔΥΝΑΜΗ. «Είμαι ένας θεός», φτάνει ν’ αναφωνεί, με στωική ηρεμία, ο Phil, κάποια στιγμή στο έργο.

Είναι όμως ευτυχισμένος;

Θα κλείσω αυτή την ενότητα όπως την ξεκίνησα: εμείς, στη θέση του, θα ήμασταν ευτυχισμένοι; Ζώντας μια ζωή παραδομένοι σε κάθε ένστικτο, κάθε ενόρμηση, πέρα από κανόνες, γνωρίζοντας τα πάντα – εκτός από τον λόγο για τον οποίο έχουμε ριχτεί σε αυτήν την κατάσταση; Μη βιαστείς, φίλε αναγνώστη, να απαντήσεις «όχι». Πολλοί ανάμεσά μας ΑΥΤΟ ακριβώς γυρεύουμε στην καθημερινότητά μας: τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ενορμήσεών μας. Και θα πράτταμε τα ίδια που πράττει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Μιλώντας με φροϋδικούς όρους, είμαστε πρωτίστως εγωιστικά όντα και στο βάθος τους οι ενορμήσεις μας δεν γνωρίζουν περιορισμούς – είναι η κοινωνία των ανθρώπων που τους επιβάλλει, τιθασεύοντας, απωθώντας ή μετουσιώνοντας τα ένστικτά μας.

Μα ο γερο-Φρόυντ έλεγε: «όπου είναι Αυτό πρέπει Εγώ να γίνει». Σύμφωνα με τον μπαμπά της ψυχανάλυσης, χρειάζεται ο αυτοπεριορισμός προκειμένου να λειτουργεί μια κοινωνία.

Έστω λοιπόν πως παραδίδεσαι στις ενστικτώδεις απολαύσεις. Δέκα μέρες, εκατό μέρες, χίλιες μέρες στη σειρά. Είναι αυτό αρκετό για να σου δώσει την ευτυχία; Ένας άνθρωπος απομονωμένος από τον περίγυρό του είναι ευτυχισμένος; Γιατί σε 24 ώρες ναι μεν μπορείς να ικανοποιήσεις τις αρχέγονές σου επιθυμίες… μα αδυνατείς να οικοδομήσεις ουσιαστικούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Ακόμα και αν πας να χτίσεις μια σχέση, την επόμενη κιόλας μέρα θα έχει ξεχαστεί.

Μη ξεχνάς: παραμένεις ακόμα ένας φυλακισμένος στη Μέρα της Μαρμότας, όπως ακριβώς είσαι δέσμιος των ενορμήσεών σου.



Πόστερ για την Ημέρα της Μαρμότας / Groundhog Day film poster



Τα όρια της παντοδυναμίας και ο βράχος του Σίσυφου




Το “Groundhog Day” δεν ξεδιαλύνει ούτε στιγμή το μυστήριο. Πουθενά δεν αποκαλύπτει τις αιτίες της φοβερής αυτής λούπας και αφήνει σε σένα, τον δέκτη, να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα. Αυτή είναι και μία από τις αρετές του έργου, κατά τη γνώμη μου – είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, μοιάζοντας με κάποιο μοντέρνο πίνακα ζωγραφικής. Υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα – ή να είναι όλα κάποιο εξωφρενικό παιχνίδι της τύχης;

Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του έργου, ο πρωταγωνιστής μας διαπιστώνει έκπληκτος πως δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί στο βάθος: την γυναίκα με την οποία είναι τσιμπημένος. Μπορεί να έχει ένα σωρό γυναίκες, μα όχι αυτήν – και όσες φορές και αν επιδιώξει να οικοδομήσει κάποια σχέση μαζί της, πάντα αποτυγχάνει στο τέλος. 24 ώρες δεν είναι αρκετές. Και η μέρα αρχίζει πάλι απ’ την αρχή κι εκείνος χρειάζεται να προσπαθήσει πάλι, ξανά, σα να μη συνέβη τίποτα την προηγούμενη.

Ακόμα λοιπόν κι ένας «θεός» γνωρίζει τους περιορισμούς του κατά τη διάρκεια της Ημέρας της Μαρμότας. Μπορείς να κάνεις τα πάντα – μα αυτό δεν σημαίνει πως θα φέρεις τα επιθυμητά αποτελέσματα σε κάθε πράξη σου. Οι αντιδράσεις των άλλων παραμένουν ένα πεδίο άγνωστο σε σένα. Και, για να θυμηθούμε τον Καμύ και τον Σίσυφο, ο βράχος που έσπρωχνες όλη μέρα στο βουνό κατρακυλάει πάλι κάτω το επόμενο πρωί. Και πρέπει να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή, με την ελπίδα πως θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά… πρόσεχε όμως, γιατί έχεις μόνο 24 ώρες στη διάθεσή σου.

Και να λοιπόν που μια μέρα μετατρέπεται σε αιωνιότητα. Υπέροχη αιωνιότητα αν περνάς καλά – μα αβάσταχτη και τρομερή αιωνιότητα αν βλέπεις τους καρπούς των κόπων σου ν’ αποτυγχάνουν, ό,τι και αν επιχειρείς.



The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson
The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson



Τα όρια της παντοδυναμίας του ήρωά μας δεν φανερώνονται μόνο στην αδυναμία του να κατακτήσει τη γυναίκα που επιθυμεί – μα και στη μορφή του γέρου ζητιάνου που πεθαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Phil προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να αποτρέψει τον θάνατό του, μα κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Στο τέλος ο γεράκος πάντα πεθαίνει.

Υπάρχει κάποιο αόρατο όριο σε αυτή την αίσθηση της παντοδυναμίας… Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει στα τυφλά την αγάπη των άλλων. Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει τη νίκη απέναντι στον θάνατο. Μπορεί ο ίδιος να γλιτώνει… μα οι άλλοι γύρω του συνεχίζουν να πεθαίνουν.

Και ο βράχος κατρακυλάει πάλι χάμω. Κι εσύ αναγκάζεσαι να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή. Και να που η Μέρα της Μαρμότας γίνεται βαριά και δυσβάσταχτη.

«Πρέπει να φανταστούμε πως ο Σίσυφος είναι ευτυχισμένος», έλεγε ο Καμύ, που έβλεπε σε αυτήν ακριβώς την αδιάκοπη προσπάθεια το νόημα της ζωής και του αγώνα. Στο να μην εγκαταλείπεις τον αγώνα.



Παλιό ρολόι χειρός και βιβλία / Old clock and books



Η μεταστροφή του ήρωα. Θρησκευτικές και ανθρωπιστικές ερμηνείες




Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλη αμερικανική κωμωδία που γέννησε τόσες συζητήσεις και προβληματισμούς σε θρησκευτικούς κύκλους. Ιουδαϊστές, Βουδιστές και Χριστιανοί (και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι), όλοι έχουν αποπειραθεί να ερμηνεύσουν το έργο υπό το δικό τους πρίσμα και να προσεταιριστούν τις ιδέες του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που είδαν στη «Μέρα της Μαρμότας» μια σημαντική πηγή έμπνευσης.

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία είναι η αντιπαραβολή του έργου με τα “Τρία Στάδια της Ύπαρξης”, όπως τα ανέλυσε ο χριστιανός φιλόσοφος και προπάτορας του Υπαρξισμού, Σαίρεν Κίρκεγκωρ [Søren Kierkegaard]: το αισθητικό, το ηθικό και το θρησκευτικό στάδιο. Το αισθητικό στάδιο προηγείται χρονολογικά και αφορά εκείνην ακριβώς την άφεση στις ηδονές και απολαύσεις που περιγράψαμε δυο ενότητες πριν. Ακολουθεί το ηθικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος αυτοπεριορίζεται υπακούοντας σε ηθικούς κανόνες. Μα το ανώτερο στάδιο όλων είναι το θρησκευτικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος έχει παραδοθεί πλήρως σε μια ανώτερη κοσμική δύναμη.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία μπορεί να εξηγήσει την ανεπάρκεια των γήινων απολαύσεων στον πρωταγωνιστή του έργου και τη μεταστροφή του χαρακτήρα του. Μα δύσκολα θα χαρακτηρίζαμε «θρησκευτικές», με την σκληροπυρηνική έννοια του όρου, τις επιλογές του πρωταγωνιστή, πόσο μάλλον τη στιγμή που το καθ’ εαυτό θρησκευτικό στοιχείο απουσιάζει από το έργο – πλην της στιγμής που ο ήρωας επιλέγει να αυτοκτονήσει πηδώντας απ’ το καμπαναριό μιας εκκλησίας!

Μία και μοναδική «μεταστροφή» φαίνεται να δεσπόζει στην ταινία, και αυτή είναι εκείνη της ανθρωπιάς. Σταδιακά ο ήρωας δεν γίνεται περισσότερο «ηθικός» ή «θρησκευόμενος»… απλά γίνεται περισσότερο ανθρώπινος. Νοιάζεται όχι μόνο για τον εαυτό του, μα και για τους συμπολίτες του. Γνωρίζει πως κάθε πράξη έχει τις συνέπειές της και πως ο ίδιος μπορεί να κάνει πέντε πράγματα για να ανακουφίσει τον πόνο γύρω του, να φέρει λίγη περισσότερη χαρά.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε τον μικρό παντοδύναμο θεό μας σταδιακά να συνειδητοποιεί τα όρια της δύναμής του, να αναγνωρίζει την εγγενή αδυναμία του… και να μετατρέπεται σε άνθρωπο. Ας το κρατήσουμε αυτό: μετατρέπεται σε άνθρωπο μόνο όταν έχει αναγνωρίσει πως η δύναμή του έχει όρια. Πως δεν είναι παντοδύναμος.

Αξιοσημείωτες είναι και οι βουδιστικές ερμηνείες του έργου. Τι άλλο είναι η συνεχής ανάπλαση του ήρωα, ζώντας ξανά την ίδια μέρα, αν όχι μια αντιπαραβολή προς τον Κύκλο των Μετενσαρκώσεων που διανύει μια ψυχή μέχρι να βελτιωθεί, ζωή με τη ζωή, και να φτάσει τελικά στο ανώτατο στάδιο της Νιρβάνα. Έτσι θα έλεγαν οι βουδιστές φίλοι μας. Γιατί στον Κύκλο της Σαμσάρα η ύπαρξη δεν επαναλαμβάνεται ίδια, μα ανανεώνεται, ζώντας ξανά και ξανά με ποικίλους τρόπους, μέσα από πληθώρα μετενσαρκώσεων, μοιάζοντας με κάποιο κλιμακωτό σπιράλ.

Μα για τον ήρωά μας η Νιρβάνα δεν είναι άλλη από την απελευθέρωση της αιώνιας επανάληψης και απλά η… συνέχιση της ζωής του. Και σε αυτό προσθέστε και την κατάκτηση της γυναίκας που επιθυμεί. Ποιος είπε πως στον παράδεισο δεν χωρούν οι γήινες απολαύσεις;



Σαμσάρα, ο κύκλος της ζωής / Tibetan wheel of life, Samsara
Tibetan wheel of life, Samsara


Απόδραση από τη λούπα




Αρκεί να συλλογιστούμε πόσες μέρες της καθημερινότητάς μας έρχονται και φεύγουν σα να μην υπήρξαν ποτέ, ίδιες και απαράλλαχτες η μία με την άλλη, για να μας ταρακουνήσει λίγο το περιεχόμενο της ταινίας. Άραγε αυτές οι μέρες που όλοι μας βιώνουμε δεν αποτελούν, από μόνες τους, ένα είδος «ημέρας της Μαρμότας»; Πρωινό ξύπνημα, δουλειά, δρόμος, σπίτι, κάποια σκόρπια ψυχαγωγία, ύπνος. Ζεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια – ώσπου κάτι τρομερό συμβαίνει και σε ταρακουνάει και σου φωνάζει: «ξύπνα»!...

Ο πολιτισμός μας έχει μετατρέψει τη ρουτίνα σε έμβλημά του. Την κραδαίνει σαν σημαιοφόρος και σέρνει τα βαριεστημένα πόδια του εμπρός, σε βήματα που μοιάζουν ίδια το ένα με το άλλο, έτοιμος να σκοτώσει άλλο ένα εικοσιτετράωρο της ζωής του στο όνομα της παραγωγικότητας και της εξασφάλισης χρημάτων.

Η ζωή μετατρέπεται σε λούπα. Εσύ που παραχώρησες τόση αξία στο Μετά και το Αύριο ξαφνικά βλέπεις πως αυτό το Μετά και το Αύριο… δεν έρχεται ποτέ! Ζεις σε ένα αιώνιο και δυσβάσταχτο Τώρα. 



Το ρολόι της καθημερινής ρουτίνας / Everyday routine clock
Καθημερινή ρουτίνα. Άνθρωποι σε σταθμό τρένου / Everyday routine, people at a station




Όταν ο Phil διαπιστώνει πως δεν υπάρχει διαφυγή από την Ημέρα της Μαρμότας, απελπίζεται. Τι νόημα έχουν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες όταν πια δεν υπάρχει αύριο; Λογικό δεν είναι να παραδοθεί στις απολαύσεις της στιγμής; Είναι ο Χρόνος και ο προγραμματισμός του που καθιστούν τον άνθρωπο άνθρωπο – αλλιώς δεν θα διέφερε απ’ τα ζώα, που ζουν παραδομένα στη στιγμή. Το Χθες, το Τώρα, το Αύριο είναι που μας καθιστούν ανθρώπινους, σωστά; Η μνήμη του παρελθόντος και οι προσδοκίες για το μέλλον.

Πράγμα παράξενο όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ζει τόσο για το Τώρα. Αλλιώς πώς θα επέτρεπε να ξεζουμίζεται έτσι κάθε μέρα της ζωής του στο όνομα ενός απροσδιόριστου Μετά; Ή στο όνομα αναμνήσεων που έχουν πια χαθεί;

Κι έτσι ερχόμαστε στο εξής παράδοξο: ο άνθρωπος τείνει να εξιδανικεύει το Άλλοτε και να ονειρεύεται το Αύριο – μα για το Εδώ και Τώρα ούτε λόγος να γίνεται. Γραμμένο το έχει! Πώς να μην απελπιστεί όταν αυτό λοιπόν επαναλαμβάνεται στο διηνεκές; Είναι ο καθρέφτης της ασημαντότητάς του εκείνος που βλέπει να επαναλαμβάνεται – ξανά και ξανά και ξανά. Καθρέφτης ενός πολιτισμού που ξέρει να προγραμματίζει, μα έχει ξεχάσει να ζει.

Που βρίσκεται η διέξοδος από την τρομερή αυτή λούπα;

Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου ο ήρωάς μας αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την ατέρμονη αυτή επανάληψη προκειμένου να οικοδομήσει κάτι. Κάτι που να έχει διάρκεια, κάτι που να φέρει κάποιο νόημα πέραν των απολαύσεων της στιγμής. Τι μπορεί να είναι αυτό όμως, τη στιγμή που την επόμενη μέρα τα πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή ξανά; Μπορεί κάτι να διαρκέσει τη στιγμή που ο βράχος πέφτει πάλι στην αφετηρία του; Για πες μου, Σίσυφε, τι μπορείς να κάνεις;



Ρολόγια, παντού ρολόγια! / Clocks, clocks everywhere



Το βάθος που δεσπόζει στα ρηχά




Κάτι μπορώ να κάνω – απαντάει ο Σίσυφος. Ναι, ο βράχος πέφτει απ’ το βουνό και, ναι, θα χρειαστεί να προσπαθήσω απ’ την αρχή ξανά. Μα στη διάρκεια όλου αυτού του ανεβοκατεβάσματος κάτι έχει αλλάξει… κάτι έχει κατορθώσει να ξεφύγει από τη λούπα της αιώνιας επανάληψης. Θες να σου πω τι;

Εγώ… εγώ ο ίδιος!

Αλλάζω, όσο αναγνωρίζω πως είμαι ικανός να αλλάξω. Όσο συλλέγω εμπειρίες και οικοδομώ την ταυτότητά μου. Και αν δεν μπορώ να κάνω κάτι για την πραγματικότητα γύρω μου, ίσως να μπορώ τελικά να κάνω κάτι για μένα τον ίδιο. Να χτίσω κάτι από τον εαυτό μου. Να μην επιτρέψω σε αυτή την επανάληψη να συνεχίζεται στο διηνεκές – γιατί ο ίδιος θα έχω αλλάξει στο μεταξύ.

Περισσότερο και απ’ τις θρησκευτικές ερμηνείες του “Groundhog Day”, είναι στις ψυχαναλυτικές ερμηνείες του που βρίσκω το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό της νεύρωσης είναι η επανάληψη: βρίσκεσαι μπλεγμένος σ’ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που σε βλάπτει και σε συντηρεί ταυτόχρονα, και αδυνατείς να ξεφύγεις απ’ αυτό και να οικοδομήσεις μια ουσιώδη πορεία για τον εαυτό σου. Έτσι λοιπόν η απόδραση από την Ημέρα της Μαρμότας θα μπορούσε να ιδωθεί και ως απόδραση από τη Νεύρωση.

Δεν χωράει αμφιβολία πως ο πολιτισμός που ζούμε είναι βαθιά νευρωτικός. Παραδομένος στη λούπα της ρουτίνας, υφαίνοντας αραχνοΰφαντα όνειρα που συντηρούν ένα κενό παρόν, ριγμένος στις απολαύσεις της στιγμής και ανίκανος να σκεφτεί έναν τρόπο διαφυγής.

Ο ήρωάς μας ξεφεύγει όταν κατορθώνει να προχωρήσει πέραν του αρχικού ναρκισσιστικού σταδίου, αλλά και πέραν της επακόλουθης απελπισίας. Τι και αν η μέρα επαναλαμβάνεται; Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τα πράγματα γύρω μου, ας αλλάξω εγώ ο ίδιος… Και αν αδυνατώ να χτίσω κτίρια και ναούς, ας χτίσω τον ίδιο τον εαυτό μου. 



Bill Murray, Andy MacDowell and Snowman
Bill Murray playing piano in Groundhog Day



Είμαστε όλοι ακατέργαστες πέτρες που περιμένουν να σμιλευτούν με τον κατάλληλο τρόπο προκειμένου ν’ αναδειχτεί ο πολύτιμος λίθος που κρύβουμε μέσα μας. Αν κατά Φρόυντ δεν είμαστε κατά βάθος παρά εγωιστικά και αντικοινωνικά όντα που επιζητούν τις απολαύσεις και την αυτοσυντήρησή τους, κατά Γιούνγκ υπάρχει και μια επιπρόσθετη δημιουργική πλευρά μας – μια πλευρά εξίσου απωθημένη με τις απωθημένες επιθετικές και καταστροφικές μας ενορμήσεις. Μια πλευρά που περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου ν’ αναδειχτεί και να καρποφορήσει.

Έτσι λοιπόν ο Phil οικοδομεί έναν καλύτερο εαυτό. Δεν είναι πια ένας άνθρωπος που κυνηγά τυφλά τις απολαύσεις, μα κάποιος που συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Και αν η συνεισφορά του έχει ξεχαστεί την επόμενη μέρα, δεν έχει τόση σημασία – αρκεί που ξέρει και θυμάται ο ίδιος. Η γνώση παραμένει μέσα του.

Και οι άνθρωποι πλέον παύουν να φαντάζουν σαν παιχνίδια στα χέρια του. Και ο ίδιος δεν είναι πια ένας θεός που τους βλέπει αφ’ υψηλού. Τους προσεγγίζει. Μιλάει στη γλώσσα τους. Γίνεται καρποφόρο δέντρο και τους αφήνει να μαζέψουν τους καρπούς του.

Διαπιστώνει πως υπάρχει βάθος εκεί που άλλοτε έβλεπε μονάχα επιφάνεια. Και ο ίδιος μεταμορφώνεται σ’ έναν άνθρωπο εξίσου βαθύ με τον κόσμο γύρω του. Με αυτή τη μικρή, ασήμαντη κωμόπολη και τους ανθρώπους της – που μόνο μικροί και ασήμαντοι δεν είναι.

Ναι, ο Σίσυφος μπορεί να είναι ευτυχής όταν διαπιστώνει πως υπάρχει νόημα σε αυτό που κάνει. Και αν δεν υπάρχει – να του δώσει ο ίδιος.

Και δε βαριέσαι – ας του δώσουμε ένα παραμυθένιο φινάλε. Ναι, παίρνει και το κορίτσι στο τέλος! Τι να γίνει, αγαπητοί. Χρειάζεται και μια δόση παραμυθιού προκειμένου να οικοδομήσουμε καλύτερα αυτή τη μικρή και καθημερινή, μα τόσο μεγάλη και αιώνια, καθημερινότητά μας!



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 18. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.


Μια γλυκιά μαρμότα

14 Ιανουαρίου 2018

Ο Αναστρέψιμος Άνθρωπος... μια ιστορία του Alan Moore






Σκέψου ο χρόνος να κυλούσε αντίστροφα. Ο πρώτος μήνας του χρόνου δεν θα ήταν ο Γενάρης, μα ο Δεκέμβρης. Θα ετοιμαζόμασταν για δουλειά τις νύχτες και θα ξεκουραζόμασταν τα πρωινά. Πρώτα θα βγαίναμε στη σύνταξη, μετά θα εργαζόμασταν, μετά θα σπουδάζαμε και μετά θα πηγαίναμε σχολείο. Πρώτα θα αποχωριζόμασταν με τα αγαπημένα μας πρόσωπα και μετά θα ζούσαμε μαζί τους – μέχρι που θα ερχόταν η στιγμή να γνωριστούμε. Και μετά από αυτό; Θα ήμασταν μόνοι μας – ξανά, όπως μετά τον αποχωρισμό εξάλλου.

Και με το πέρασμα των χρόνων θα γινόμασταν όλο και μικρότεροι, όλο και πιο αδύναμοι, όλο και περισσότερο εξαρτημένοι από τους δικούς μας – μέχρι που θα καταλήγαμε βρέφη, η άβυσσος της πηγής που μας γέννησε να χάσκει μπροστά μας και να μας καλεί μέσα της – και μεις να φοβόμαστε και να ουρλιάζουμε και να σκεφτόμαστε «όχι, δεν θέλω να φύγω!»

Σχεδόν αισθάνεσαι πως ο χρόνος προς τα μπρος και ο χρόνος προς τα πίσω… είναι ο ίδιος χρόνος.

Κάποιες φορές οι ωραιότερες ιδέες είναι και οι πιο απλές. Σήμερα λοιπόν θα σας παρουσιάσω μία από τις αγαπημένες μου ιστορίες κόμικς όλων των εποχών, το θέμα της οποίας είναι αυτό ακριβώς: ένας άνθρωπος που ζει αντίστροφα τον χρόνο. Ο λόγος για την ιστορία “The Reversible Man” του Alan Moore – δημοσιευμένη πρώτη φορά στο περιοδικό “2000 A.D.”, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 80, σε εικονογράφηση Mike White.

Οι φίλοι των κόμικς δεν χρειάζονται ασφαλώς συστάσεις για τον Alan Moore – απλά, ο σημαντικότερος συγγραφέας των τελευταίων 30-40 χρόνων – και ένας από τους αγαπημένους μου, ανεξαρτήτως μέσου. Κάποια στιγμή μελλοντικά επιθυμώ να αναφερθώ εκτενώς στο έργο του (και σε ορόσημα των graphic novels όμως το “Watchmen”, το “V For Vendetta”, το “From Hell”, το “Batman, the Killing Joke”, το “Promethea”, το “Swamp Thing” και πολλά ακόμα). Προς το παρόν θα σας παρουσιάσω την ιδιαίτερη αυτή ιστορία, την οποία ο ίδιος ο Μουρ συγκαταλέγει ανάμεσα στις αγαπημένες του.

«Η βασική ιδέα είναι πάρα πολύ απλή – παίρνεις απλά την φυσιολογική ζωή κάποιου και την παίζεις αντίστροφα», είχε πει σε μια συνέντευξη ο Μουρ. «Μα ο συναισθηματικός αντίκτυπος αυτής της ιστορίας είναι φοβερός! Ήταν από εκείνες τις ιστορίες για τις οποίες έμαθα πως όλες οι γραμματείς που δούλευαν στην IPC – και διάβαζαν το “2000 A.D.” στη διάρκεια του διαλείμματος – τη μέρα που κυκλοφόρησε, έκλαιγαν κανονικά! Φαίνεται είχε κάτι που τις άγγιξε πολύ. Τα συνηθισμένα γεγονότα μιας ανθρώπινης ζωής, που τόσο οικεία μας είναι και δεν πολυσκεφτόμαστε τη συναισθηματική τους αξία, μοιάζουν τόσο διαφορετικά όταν τα βλέπεις να κυλούν αντίστροφα.»

Καθώς η ιστορία δεν κυκλοφορεί μεταφρασμένη στα ελληνικά, όσο γνωρίζω, έκανα ο ίδιος τη μετάφραση – και σας την παρουσιάζω. Και όχι, αγαπητέ αναγνώστη, δεν είναι τυχαίο πως το πρώτο θέμα που παρουσιάζω στο Λαγούμι μου για το νέο έτος σχετίζεται με το χρόνο – όπως με το χρόνο σχετιζόταν και η τελευταία παρουσίαση βιβλίου της χρονιάς που μας πέρασε.

Για να διαβάσετε την ιστορία, χρειάζεται να κάνετε δεξί κλικ πάνω στην κάθε σελίδα και να την ανοίξετε σε ξεχωριστό παράθυρο. Από κει μπορείτε να προσαρμόσετε το μέγεθος της σελίδας στην οθόνη σας με τα πλήκτρα ctrl και + (για να τη μεγεθύνετε) και ctrl και – (για να τη μικρύνετε). Εναλλακτικά, τη διαβάζετε με κάποιο πρόγραμμα προβολής εικόνων στον υπολογιστή σας.









© Για τη μετάφραση και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης του 18

3 Δεκεμβρίου 2017

Οι Κλέφτες του Χρόνου και ένα απόσπασμα από τη "Μόμο"


Ένα αφιέρωμα στη "Μόμο" του Έντε από το φονικό κουνέλι



«Υπάρχει ένα μεγάλο κι όμως πολύ καθημερινό μυστικό. Όλοι οι άνθρωποι συμμετέχουν σ’ αυτό, το ξέρουν όλοι, ελάχιστοι όμως το σκέφτονται. Οι περισσότεροι άνθρωποι το δέχονται σαν κάτι χωρίς σημασία και δε νοιάζονται καθόλου. Αυτό το μυστικό είναι ο χρόνος.

Υπάρχουν ημερολόγια και ρολόγια για να τον μετράνε, αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά πράματα, γιατί όπως ξέρει ο καθένας μία και μοναδική ώρα μπορεί να σου φανεί αιώνας, άλλες φορές όμως μπορεί να περάσει σα μια στιγμή. Αυτό εξαρτάται από το τι ζεις μέσα σ’ εκείνη την ώρα.

Κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά.»


- Μίχαελ Έντε, “Μόμο”



Θυμάμαι όταν ήμουν μικρότερος, γύρω στα 20, ούτε που με απασχολούσε το θέμα του χρόνου – αναλωνόμουν στο καθημερινό άγχος μιας μακρόσυρτης μετεφηβείας και ούτε που μ’ ενδιέφερε αν οι μέρες (και οι βδομάδες, και οι μήνες) περνούσαν δίχως να τις έχω αξιοποιήσει εποικοδομητικά.

Μεγαλώνοντας και φτάνοντας στο σήμερα το θέμα του χρόνου με απασχολεί σε καθημερινή βάση. Πόσες ώρες διαθέτω για δουλειά, πόσες για ξεκούραση, τι χρόνος μου απομένει σε καθημερινή βάση για να κάνω εκείνα που μ’ ευχαριστούν – κι ενώ περνά ο καιρός, σαν κάποιο τρένο-βολίδα, κι αισθάνομαι την ανάγκη να πιάσω τον οδηγό και να του πω «ε, φίλε, κάνε μερικές στάσεις παραπάνω, μη τρέχεις έτσι!»

Κι εδώ ερχόμαστε στο θέμα της σημερινής παρουσίασης: Ο χρόνος! Μα όχι, το ερώτημα δεν είναι πώς να τον αξιοποιήσουμε σωστότερα – και δεν θα έπρεπε να είναι αυτό! Ούτε το ερώτημα είναι πώς να κάνουμε τον χρόνο να κυλάει πιο αργά – όχι, κύριοι, δεν έχει κανένα νόημα αυτό! Το ερώτημα είναι (ή θα έπρεπε να είναι): γιατί φτάνουμε να αγχωνόμαστε μπρος στο φυσικό φαινόμενο του χρόνου που περνάει – γιατί καταλήγουμε να υπολογίζουμε τις μέρες και το πρόγραμμά μας λες και πρόκειται για κάποια μορφή οικονομικού προϋπολογισμού;

Θα δώσω αμέσως την απάντηση: διότι ζούμε σ’ έναν κόσμο που έχει μετατρέψει το χρόνο σε μετρήσιμο μέγεθος. Μια κοινωνία που συμπιέζει την καθημερινότητά μας σ’ ένα καλούπι ρουτίνας και υπολογισμών: θα δουλέψεις τόσες ώρες, θα σου μείνουν τόσες για ξεκούραση, θα κάνεις τόσες μέρες διακοπές, θα πάρεις τόσες μέρες άδεια – και πάλι απ’ την αρχή. 11 μήνες εργασία, συχνά σε εξαντλητικά ωράρια (τα οποία φτάνουμε ν’ αποδεχόμαστε σαν φυσικά μεγέθη), κάποιες άδειες δω κι εκεί, λίγες μέρες διακοπές – ίσα για να γεμίσουν οι μπαταρίες, και μετά πάλι απ’ την αρχή.

Μετράμε ένα ένα τα λεπτά στο ξυπνητήρι το πρωί, ίσα για ν’ απολαύσουμε μερικές στιγμές παραπανίσιου ύπνου, τρέχουμε να προλάβουμε το μετρό, εκνευριζόμαστε αν έχει κίνηση, αγχωνόμαστε να βγει η δουλειά “στην ώρα της”, γυρνάμε σπίτι κουρασμένοι, σκεφτόμαστε πόσες ώρες έχουμε «ελεύθερες». Η ίδια η έννοια του «ελευθέρου χρόνου» είναι μια βαθιά προβληματική έννοια: ελεύθερος σε σχέση με τί; Ανελεύθερος σε σχέση με τί; Μπορεί ο χρόνος να χωρέσει σε καλούπια; Να φυλακιστεί; Ή μήπως φυλακίζουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας;


άνθρωποι σε σταθμό
Από το "Μητρόπολις" του Φριτς Λανγκ
"Metropolis" by Fritz Lang [1927]


Γι’ αυτό λοιπόν επέλεξα σήμερα να παρουσιάσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο από τη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε [“Momo”, Michael Ende]. Δημοσιευμένη το 1973 – μια εποχή που οι κοινωνίες δυτικού τύπου ασκούσαν βαθιά και επουσιώδη κριτική στον εαυτό τους και στην κατεύθυνση που ακολουθούν. Σήμερα όμως, καταμεσής της “οικονομικής κρίσης” (σε εισαγωγικά όχι γιατί δεν υφίσταται, μα γιατί πρόκειται για μια πολυχρησιμοποιημένη πλέον έννοια – και κάθε έννοια όταν καταλήγει να μετατρέπεται σε καθημερινό σλόγκαν μπορεί να συσκοτίσει την πραγματικότητα), καταμεσής της απόλυτης παράδοσης στις χαρές της κατανάλωσης και των “Black Fridays”, καταμεσής της εικονικής πραγματικότητας των κοινωνικών δικτύων, καταμεσής της βαθύτερής μας μοναξιάς – κάπου φτάσαμε να θεωρούμε δεδομένο τον προσανατολισμό της κοινωνίας μας.

Λες και ήταν δοσμένος έτσι μια για πάντα. Λες και αδυνατεί να πάει προς άλλη κατεύθυνση.

Και ο χρόνος; Α, ο χρόνος. Ναι, κύριοι, σα να βλέπω τον τρανό εκείνο Γέρο με τη μακριά γενειάδα, τον άλλοτε ευγενή και άλλοτε αδυσώπητο – τέτοιος που έφτασε να καταβροχθίσει τα παιδιά του. Ένας Τιτάνας που η κοινωνία μας έφτασε να τον μετατρέψει σε ρολόι τοίχου!

Μα «ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά».

Ακολουθεί το απόσπασμα από την υπέροχη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε, στο οποίο παρουσιάζονται οι «κλέφτες του χρόνου». Απλό, γραμμένο με σαφήνεια, μοιάζει με παραμύθι του παλιού καιρού, ξέχειλο νοήματος – όπως όλες οι ιστορίες του θαυμάσιου αυτού συγγραφέα. Το κεφάλαιο είναι από τα πρώτα του βιβλίου – επομένως μπορείτε να διαβάσετε άφοβα, δίχως φόβο spoiler για την εξέλιξή του. Η μετάφραση είναι της Κίρας Σίνου.

Στο τέλος, σαν κατακλείδα, θα επιστρέψω με κάποια τελικά σχόλια.

Και, όχι – μη φοβηθείτε πια να αφιερώσετε λίγο χρόνο για να διαβάσετε το κείμενο.



Εικονογράφηση για τη "Μόμο" του Marcel Dzama




Μίχαελ Έντε – Απόσπασμα από τη “Μόμο”.

 

«Υπάρχει ένα μεγάλο κι όμως πολύ καθημερινό μυστικό. Όλοι οι άνθρωποι συμμετέχουν σ’ αυτό, το ξέρουν όλοι, ελάχιστοι όμως το σκέφτονται. Οι περισσότεροι άνθρωποι το δέχονται σαν κάτι χωρίς σημασία και δε νοιάζονται καθόλου. Αυτό το μυστικό είναι ο χρόνος.

Υπάρχουν ημερολόγια και ρολόγια για να τον μετράνε, αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά πράματα, γιατί όπως ξέρει ο καθένας μία και μοναδική ώρα μπορεί να σου φανεί αιώνας, άλλες φορές όμως μπορεί να περάσει σα μια στιγμή. Αυτό εξαρτάται από το τι ζεις μέσα σ’ εκείνη την ώρα.

Κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά.

Αυτό ήταν κάτι που δεν το ήξερε κανένας καλύτερα από τους γκρίζους κυρίους. Κανένας άλλος δεν ήξερε την αξία μιας ώρας, ενός λεπτού, ακόμα κι ενός μοναδικού δευτερόλεπτου όσο εκείνοι. Βέβαια τη βλέπανε μ’ ένα τρόπο δικό τους, όπως βλέπει το αίμα η βδέλλα και ενεργούσαν με το δικό τους τρόπο.

Είχαν τα σχέδιά τους για το χρόνο των ανθρώπων. Ήταν σχέδια μακρόπνοα και καταστρωμένα με μεγάλη προσοχή.

Το σπουδαιότερο γι’ αυτούς ήταν να μην προσέξει κανένας τη δραστηριότητά τους. Απαρατήρητοι είχαν μπει στη ζωή της μεγάλης πόλης και των κατοίκων της. Και βήμα βήμα, δίχως να τους πάρει είδηση κανένας, προχωρούσαν κάθε μέρα και πιο μακριά και κάνανε κτήμα τους τους ανθρώπους.

Ξέρανε τον καθένα που ήταν κατάλληλος για το σκοπό τους, πολύ πριν το υποπτευτεί καν ο ίδιος. Περίμεναν μονάχα την κατάλληλη στιγμή για να τον πιάσουν. Και βοηθούσαν και οι ίδιοι με τον τρόπο τους να έρθει αυτή η στιγμή.

Παράδειγμα ο κύριος Φούζι, ο κουρέας. Δεν ήταν βέβαια κανένας διάσημος μαιτρ της κομμωτικής τέχνης, αλλά είχε ένα καλό όνομα. Δεν ήταν ούτε πλούσιος ούτε και φτωχός. Το μαγαζί του, που βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, ήταν μικρό κι απασχολούσε μονάχα ένα μαθητευόμενο.

Κάποια μέρα ο κύριος Φούζι στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του και περίμενε πελατεία. Ο μαθητευόμενος είχε πάρει άδεια κι ο κύριος Φούζι ήταν μόνος του. Κοίταζε τη βροχή που πλατσούριζε στο δρόμο. Η μέρα ήταν μουντή και η ψυχή του κυρίου Φούζι ήταν κι αυτή βουρκωμένη.

Έτσι περνάει η ζωή μου, σκεφτόταν, με το κλαπ κλαπ του ψαλιδιού, τη φλυαρία και τον αφρό του σαπουνιού. Τι έχω δηλαδή από τη ζωή μου; Κι όταν κάποτε πεθάνω, θα είναι σαν να μην υπήρξα ποτέ.

Δε θα μπορούσε όμως κανένας να πει πως ο κύριος Φούζι είχε αντίρρηση για μια κουβεντούλα. Αγαπούσε μάλιστα πάρα πολύ ν’ αναπτύσσει στους πελάτες του με πολλές λεπτομέρειες τις απόψεις του και ν’ ακούει τι σκέφτονταν και εκείνοι γι’ αυτό το θέμα. Ούτε κι είχε τίποτα ενάντιο στο κλαπ κλαπ του ψαλιδιού και τους αφρούς του σαπουνιού. Η δουλειά του τον ευχαριστούσε και ήξερε πως την έκανε καλά. Προπαντός στο ξύρισμα με κόντρα κάτω από το πηγούνι δεν τον ξεπερνούσε κανένας. Υπάρχουν όμως στιγμές που όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Αυτό το ξέρει ο καθένας μας.

Ολόκληρη η ζωή μου έχει πάει στράφι, σκεφτόταν ο κύριος Φούζι. Ποιος είμαι δηλαδή εδώ; Ένας μικρός κουρέας, μόνο αυτό κατόρθωσα να γίνω. Αν μπορούσα να κάνω μια σωστή ζωή θα γινόμουνα ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.

Για το πώς όμως θα ήταν αυτή η σωστή ζωή, ο κύριος Φούζι δεν είχε και πολύ συγκεκριμένη ιδέα. Το μόνο που φανταζόταν ήταν κάτι το πολύ σπουδαίο, κάτι το πολυτελές, κάτι από κείνα που έβλεπε στα εικονογραφημένα περιοδικά.

Αλλά η ζωή μου, σκεφτόταν δύσθυμος, δε μ’ αφήνει καθόλου καιρό για κάτι τέτοια. Για να κάνεις μια σωστή ζωή πρέπει να έχεις χρόνο. Πρέπει να είσαι ελεύθερος. Εγώ όμως σ’ όλη μου τη ζωή θα μείνω αιχμάλωτος του κλαπ κλαπ του ψαλιδιού, της φλυαρίας και των αφρών του σαπουνιού.

Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε ένα ωραίο, γκρίζο σαν τη στάχτη, αυτοκίνητο και σταμάτησε έξω ακριβώς από το κουρείο του κυρίου Φούζι... Από μέσα του βγήκε ένας γκρίζος κύριος και μπήκε στο μαγαζί. Έβαλε τη μολυβιά τσάντα στο τραπέζι μπροστά στον καθρέφτη, κρέμασε το σκληρό στρογγυλό καπέλο του στην κρεμάστρα, κάθισε στην πολυθρόνα, έβγαλε ένα σημειωματάριο από την τσέπη του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει, φουμάροντας το σταχτί πουράκι του.

Ο κύριος Φούζι έκλεισε την εξώπορτα του μαγαζιού γιατί του φάνηκε πως ο μικρός του χώρος έγινε ξαφνικά πολύ κρύος.




Οι Γκρίζοι Κύριοι στη "Μόμο"



 –  Τι θέλει ο κύριος; ρώτησε σαστισμένος. Να σας ξυρίσω ή να σας κόψω τα μαλλιά; Και την ίδια στιγμή έβρισε τον εαυτό του για έλλειψη τακτ, γιατί ο κύριος είχε μια φαλάκρα που γυάλιζε σαν γλόμπος.

–  Ούτε το ένα ούτε και το άλλο, είπε ο γκρίζος κύριος χωρίς να χαμογελάσει, με μια περίεργα άχρωμη, θα έλεγε κανείς, σταχτιά φωνή. Έρχομαι από το Χρονοταμιευτήριο. Είμαι ο πράκτορας αριθμός ΞΥΚ/384/β. Μάθαμε πως θέλετε ν’ ανοίξετε ένα λογαριασμό στο ταμιευτήριό μας.

–  Αυτό τ’ ακούω για πρώτη φορά, εξήγησε ο κύριος Φούζι, που είχε σαστίσει ακόμα περισσότερο. Ομολογώ πως δεν ήξερα καν ότι υπάρχει ένα τέτοιο ίδρυμα.

–  Να που το μάθατε, είπε απότομα ο πράκτορας. Φυλλομέτρησε το σημειωματάριό του και συνέχισε: Δεν είστε ο κύριος Φούζι, ο κουρέας;

–  Εγώ είμαι, απάντησε ο κύριος Φούζι.

–  Ήρθα τότε εκεί που έπρεπε, είπε ο γκρίζος κύριος κι έκλεισε το σημειωματάριο του. Κάνατε αίτηση σε μας.

–  Πώς δηλαδή; ρώτησε ο κύριος Φούζι, που απορούσε όλο και περισσότερο.

–  Ξέρετε, αγαπητέ μου κύριε Φούζι, είπε ο πράκτορας, πως σπαταλάτε τη ζωή σας με το κλαπ κλαπ του ψαλιδιού σας, με τις ψιλοκουβεντούλες και με τους αφρούς του σαπουνιού; Όταν πεθάνετε κάποτε, θα είναι σαν να μην υπήρξατε ποτέ. Αν είχατε τον καιρό να κάνετε μια σωστή ζωή όπως θα τη θέλατε, θα ήσασταν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Το μόνο που σας χρειάζεται είναι ο χρόνος. Δεν έχω δίκιο;

–  Αυτά σκεφτόμουνα ακριβώς, μουρμούρισε ο κύριος Φούζι, τουρτουρίζοντας, γιατί παρά την κλειστή πόρτα το κρύο όλο και δυνάμωνε.

–  Τα βλέπετε λοιπόν! είπε ο γκρίζος κύριος και ρούφηξε  πολύ ευχαριστημένος το πουράκι του. Πού όμως θα βρείτε αυτόν το χρόνο; Δεν έχετε παρά να τον εξοικονομήσετε! Εσείς, κύριε Φούζι, σπαταλάτε το χρόνο σας με έναν εντελώς ανεύθυνο τρόπο. Θα σας το αποδείξω μ’ ένα μικρό λογαριασμό. Ένα λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Και η μία ώρα έχει εξήντα λεπτά. Μπορείτε να με παρακολουθήσετε;

–  Βέβαια, είπε ο κύριος Φούζι.

Ο πράκτορας αριθ. ΞΥΚ/384/β βάλθηκε να γράφει τους αριθμούς στον καθρέφτη μ’ ένα γκρίζο μαρκαδόρο.

–  Εξήντα επί εξήντα μας κάνουν τρεις χιλιάδες εξακόσια. Επομένως η μία ώρα έχει τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα.

Μια μέρα έχει εικοσιτέσσερις ώρες, δηλαδή τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα επί είκοσι τέσσερα μας κάνει ογδόντα έξι χιλιάδες τετρακόσια δευτερόλεπτα τη μέρα. Ένας χρόνος έχει, όπως ξέρουμε, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες. Αυτό μας κάνει ένα εκατομμύριο πεντακόσιες τριάντα έξι χιλιάδες δευτερόλεπτα το χρόνο.

Τριακόσια δεκαπέντε εκατομμύρια τριακόσιες εξήντα χιλιάδες δευτερόλεπτα σε δέκα χρόνια. Πόσα χρόνια λέτε να ζήσετε, κύριε Φούζι;

–  Εεε, τραύλισε σαστισμένος ο κύριος Φούζι, ελπίζω να φτάσω τα εβδομήντα ή και τα ογδόντα μου, αν θέλει βέβαια ο Θεός.

–  Ωραία, συνέχισε ο γκρίζος κύριος. Για καλό και για κακό ας πούμε πως θα γίνετε εβδομήντα χρονών. Να πούμε τότε τριακόσια δεκαπέντε εκατομμύρια τριακόσιες εξήντα χιλιάδες επί επτά. Αυτό μας κάνει δυο δισεκατομμύρια διακόσια επτά εκατομμύρια πεντακόσιες είκοσι χιλιάδες δευτερόλεπτα.

Κι έγραψε τον αριθμό με μεγάλα στοιχεία πάνω στον καθρέφτη 2.207.520.000 δευτερόλεπτα. Τον υπογράμμισε μερικές φορές κι εξήγησε:

–  Κύριε Φούζι, αυτή είναι λοιπόν η περιουσία, που διαθέτετε.

Ο κύριος Φούζι ξεροκατάπιε και πέρασε το χέρι του από το μέτωπο του. Το άθροισμα του έφερνε ζάλη. Δεν το είχε φανταστεί ποτέ του πως ήταν τόσο πλούσιος.

–  Μάλιστα, είπε ο πράκτορας κουνώντας το κεφάλι και ρούφηξε πάλι το πουράκι του, ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, συμφωνείτε; Τώρα όμως θα δούμε τι γίνεται παρακάτω. Πόσο χρονών είστε, κύριε Φούζι;

–  Σαράντα δύο, ψέλλισε εκείνος κι ένιωσε ξαφνικά ένοχος, λες και είχε κάνει κάτι κακό.

–  Πόσο κοιμάστε κατά μέσο όρο τη νύχτα; συνέχισε την ανάκριση ο γκρίζος κύριος.

–  Περίπου οκτώ ώρες, ομολόγησε ο κύριος Φούζι.

Ο πράκτορας έκανε αστραπιαίους υπολογισμούς. Ο μαρκαδόρος τσίριζε πάνω στο γυαλί του καθρέφτη, έτσι που οι τρίχες του κυρίου Φούζι σηκώθηκαν όρθιες.

–  Σαράντα δύο χρόνια - οκτώ ώρες κάθε μέρα - αυτό μας κάνει κιόλας τετρακόσια σαράντα ένα εκατομμύρια πεντακόσιες τέσσερις χιλιάδες. Αυτό το ποσό πρέπει βέβαια να υπολογίσουμε σαν χαμένο χρόνο. Πόσο χρόνο είστε αναγκασμένος να θυσιάζετε καθημερινά για την εργασία σας, κύριε Φούζι;

–  Περίπου οκτώ ώρες, παραδέχτηκε ζεματισμένος ο κύριος Φούζι.

–  Πρέπει να περάσουμε τότε το ίδιο ποσό στη χρέωση, συνέχισε αδυσώπητος ο πράκτορας. Χάνετε επίσης έναν ορισμένο χρόνο για να τρέφεστε. Πόση περίπου ώρα σας χρειάζεται για το φαγητό σας τη μέρα;

–  Δεν ξέρω ακριβώς, είπε φοβισμένος ο κύριος Φούζι. Μπορεί δυο ώρες.

–  Λίγες μου φαίνονται, είπε ο πράκτορας, αλλά ας δεχτούμε. Τότε στα σαράντα δύο χρόνια έχουμε το ποσό των εκατόν δέκα εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων. Πάμε παρακάτω. Μένετε μόνος σας με τη γριά μητέρα σας. Αυτό το ξέρουμε. Αφιερώνετε σ’ αυτή τη γριά κάθε μέρα από μια ολόκληρη ώρα, κάθεστε δηλαδή μαζί της και της κάνετε παρέα, μόλο που είναι μουγκή και δεν ακούει σχεδόν καθόλου. Πρόκειται λοιπόν για χαμένο χρόνο. Αυτό μας κάνει πενήντα πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδες. Χώρια απ’ αυτό έχετε ένα τελείως περιττό παπαγαλάκι, που η φροντίδα του σας στοιχίζει καθημερινά ένα τέταρτο της ώρας, πράμα που σημαίνει δεκατρία εκατομμύρια επτακόσιες ενενήντα επτά χιλιάδες.

–  Μα..., πέταξε ο κύριος Φούζι παρακλητικά.

–  Μη με διακόπτετε! έκανε θυμωμένος ο πράκτορας, που έκανε όλο και πιο γρήγορα τους υπολογισμούς του. Μια και η μητέρα σας είναι ανάπηρη, είστε αναγκασμένος να κάνετε ένα μέρος από τις δουλειές του σπιτιού. Πάτε για ψώνια, γυαλίζετε τα παπούτσια σας και κάνετε κι άλλες τέτοιες βαρετές δουλειές. Πόσο χρόνο ξοδεύετε κάθε μέρα γι’ αυτές, κύριε Φούζι;

–  Ίσως μια ώρα, μα...

–  Μας κάνει άλλα πενήντα πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδες που πάνε χαμένα, κύριε Φούζι. Ξέρουμε ακόμα πως πηγαίνετε μια φορά τη βδομάδα στον κινηματογράφο, πως μια φορά τη βδομάδα παίρνετε μέρος σε μια τοπική χορωδία, πως έχετε μια τακτική παρέα σε μια ταβέρνα που πάτε δυο φορές τη βδομάδα και πως τα υπόλοιπα βράδια βλέπεστε με τους φίλους σας ή διαβάζετε καμιά φορά και κάποιο βιβλίο. Με δυο λόγια σκοτώνετε το χρόνο σας με άχρηστα πράματα, κάπου τρεις ώρες τη μέρα κι αυτό μας κάνει εκατόν εξήντα πέντε εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα τέσσερις χιλιάδες δευτερόλεπτα. Δεν αισθάνεστε καλά, κύριε Φούζι;

–  Όχι, όχι, είπε ο κύριος Φούζι, με συγχωρείτε…

–  Τελειώνουμε είπε ο γκρίζος κύριος. Πρέπει όμως να μιλήσουμε για ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής σας. Έχετε δηλαδή κάποιο μικρό μυστικό. Ξέρετε για ποιο λέω.

Τα δόντια του κυρίου Φούζι άρχισαν να χτυπούν. Τόσο πολύ κρύωνε.

–  Κι αυτό το ξέρετε; είπε ανήμπορος. Νόμιζα πως εκτός από μένα και τη δεσποινίδα Ντάρια...

–  Στον σύγχρονο κόσμο μας, τον έκοψε ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β, τα μυστικά δεν κρύβονται. Μελετήστε τα πράματα για μια φορά αντικειμενικά και ρεαλιστικά. Αποκριθείτε στην ερώτησή μου. Σκοπεύετε να παντρευτείτε τη δεσποινίδα Ντάρια;

–  Όχι, είπε ο κύριος Φούζι, αυτό δε γίνεται...

–  Έχετε δίκιο, συνέχισε ο γκρίζος κύριος, γιατί η δεσποινίδα Ντάρια είναι για όλη της τη ζωή δεμένη με την αναπηρική της πολυθρόνα μια και είναι παράλυτα τα πόδια της. Κι όμως την επισκέφτεστε κάθε μέρα για να της προσφέρετε ένα λουλούδι. Για ποιο λόγο;

–  Μα χαίρεται πάντα τόσο, αποκρίθηκε ο κύριος Φούζι που κόντευε πια να βάλει τα κλάματα.

–  Ας το δούμε πιο αντικειμενικά, κύριε Φούζι, τον έκοψε ο πράκτορας, αυτός ο χρόνος είναι για σας χαμένος. Και μάλιστα έχετε χάσει κιόλας είκοσι επτά εκατομμύρια πεντακόσιες ενενήντα τέσσερις χιλιάδες δευτερόλεπτα συνολικά. Κι αν υπολογίσουμε πως έχετε τη συνήθεια προτού πάτε να κοιμηθείτε να κάθεστε ένα τέταρτο στο παράθυρο και να σκέφτεστε πώς πέρασε η μέρα, τότε έχουμε κι ένα άλλο πιστωτικό ποσό των δεκατριών εκατομμυρίων επτακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων. Κι ας δούμε τώρα τι σας περισσεύει, κύριε Φούτζι.

Έγραψε στον καθρέφτη το εξής άθροισμα:


Ύπνος   441.504.000 δευτερόλεπτα
Εργασία  441.504.000 δευτερόλεπτα
Τροφή  10.376.000 δευτερόλεπτα
Μητέρα    55.188.000 δευτερόλεπτα
Παπαγαλάκι   13.797.000 δευτερόλεπτα
Ψώνια κτλ.   55.188.000 δευτερόλεπτα
Φίλοι, τραγούδι, κτλ.  165.564.000 δευτερόλεπτα
Μυστικό   27.594.000 δευτερόλεπτα
Παράθυρο  13.797.000 δευτερόλεπτα
Σύνολο  1.324.512.000 δευτερόλεπτα


–  Αυτό το ποσό, είπε ο γκρίζος κύριος και χτύπησε με το μαρκαδόρο του μερικές φορές τον καθρέφτη τόσο δυνατά που ακούστηκε σαν πυροβολισμός, αυτό λοιπόν το ποσό είναι ο χρόνος, που έχετε κιόλας χάσει μέχρι τώρα. Τι λέτε γι’ αυτό κύριε Φούζι;




Η "Μόμο" του Μίχαελ Έντε



Ο κύριος Φούζι δεν είχε να πει τίποτα απολύτως. Κάθισε σε μια καρέκλα στη γωνιά και σφούγγισε με το μαντίλι του το κούτελό του, γιατί μ’ όλη την τσουχτερή παγωνιά είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Ο γκρίζος κύριος κούνησε πολύ σοβαρός το κεφάλι του. – Μάλιστα, το βλέπετε σωστά, είπε. Είναι κιόλας το μισό από την περιουσία σας. Για να δούμε όμως τώρα τι σας έχει μείνει ακόμα από τα σαράντα δυο σας χρόνια. Ένας χρόνος αντιστοιχεί, όπως είπαμε, σε τριάντα εκατομμύρια πεντακόσιες τριάντα έξι χιλιάδες δευτερόλεπτα. Κι αν το πολλαπλασιάσουμε με σαράντα δύο μας κάνει ένα δισεκατομμύριο τριακόσια είκοσι τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες δώδεκα χιλιάδες.

Έγραψε τον αριθμό κάτω από το άθροισμα του χαμένου χρόνου:

1.324.512.000 δευτερόλεπτα –  1.324.512.000 δευτερόλεπτα

 Έβαλε το μαρκαδόρο στην τσέπη του κι έμεινε κάμποση ώρα σιωπηλός για να επιτρέψει στη θέα των πολλών μηδενικών να επηρεάσει τον κύριο Φούζι.

Και τον επηρέασε.

–  Αυτό λοιπόν, σκέφτηκε συντριμμένος ο κύριος Φούζι, είναι το ισοζύγιο ολόκληρης της ζωής μου ως τα τώρα.

Είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από το λογαριασμό, που ήταν αφάνταστα ακριβής, ώστε τα δεχόταν όλα χωρίς να φέρει αντίρρηση. Κι ο λογαριασμός συμφωνούσε πραγματικά. Αυτό ήταν ένα από τα κόλπα με τα οποία εξαπατούσαν οι γκρίζοι κύριοι τους ανθρώπους σε χιλιάδες περιπτώσεις.

–  Δε βρίσκετε λοιπόν, κύριε Φούζι, άρχισε πάλι να λέει με την ήπια φωνή του ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β, πως δε γίνεται να συνεχίσετε έτσι; Δε θα ήταν προτιμότερο να κάνετε οικονομίες;

Ο κύριος Φούζι κούνησε βουβός το κεφάλι του. Τα χείλια του είχαν μελανιάσει.

–  Παραδείγματος χάρη, αντήχησε στ’ αυτί του η σταχτιά φωνή του πράκτορα, αν είχατε αρχίσει πριν από είκοσι χρόνια ν’ αποταμιεύετε, έστω και μια μοναδική ώρα την ημέρα, θα είχατε σήμερα λαμβάνειν είκοσι έξι εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα χιλιάδες δευτερόλεπτα. Αν ήταν δύο οι ώρες που θ’ αποταμιεύατε το ποσό θ’ ανερχόταν φυσικά στα διπλά θα ήταν δηλαδή πενήντα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα χιλιάδες. Και, σας παρακαλώ κύριε Φούζι, τι σημασία έχουν αυτές οι δυο κακομοίρικες ωρίτσες μπροστά σ’ ένα τέτοιο ποσό;

–  Καμία! φώναξε ο κύριος Φούζι, είναι μια μπαγκατέλα!

–  Χαίρομαι που το καταλάβατε, συνέχισε με αδιαφορία ο πράκτορας. Κι αν υπολογίσουμε τώρα τι θα εξοικονομούσατε κάτω από τις ίδιες συνθήκες στα επόμενα είκοσι χρόνια, θα έχουμε το ωραίο ποσό των εκατόν πέντε εκατομμυρίων εκατόν είκοσι χιλιάδων δευτερόλεπτων. Ολόκληρο αυτό το κεφάλαιο θα βρισκόταν στη διάθεσή σας όταν θα συμπληρώνατε τα εξήντα δύο χρόνια σας.

–  Περίφημα! τραύλισε ο κύριος Φούζι κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.

–  Περιμένετε, συνέχισε ο γκρίζος κύριος, γιατί τώρα έρχεται κάτι που είναι ακόμα καλύτερο. Εμείς, δηλαδή το Χρονοταμιευτήριο, δεν αποθηκεύουμε απλώς το χρόνο για σας, σας πληρώνουμε από πάνω και ποσοστά. Αυτό σημαίνει πως την πραγματικότητα το κεφάλαιό σας θα είναι πολύ Μεγαλύτερο.

–  Πόσο μεγαλύτερο; ρώτησε με κομμένη την ανάσα ο κύριος Φούζι.

–  Αυτό εξαρτάται μόνο από σας τον ίδιο, εξήγησε ο πράκτορας. Εξαρτάται από το πόσες ώρες μπορείτε να εξοικονομήσετε και πόσο καιρό θ’ αφήσετε τις οικονομίες σας στο ταμιευτήριο μας.

–  Να τις αφήσω; ρώτησε ο κύριος Φούζι. Τι σημαίνει αυτό;

–  Είναι πολύ απλό, εξήγησε ο γκρίζος κύριος. Αν δεν αποσύρετε τις οικονομίες σας προτού περάσουν πέντε χρόνια, τότε θα σας καταβάλουμε το διπλάσιο ποσό. Η περιουσία σας θα διπλασιάζεται κάθε πέντε χρόνια. Καταλάβατε; Σε δέκα χρόνια το αρχικό ποσό θα έχει τετραπλασιαστεί, σε δέκα πέντε θα έχει οκταπλασιαστεί και πάει λέγοντας. Αν πριν από είκοσι χρόνια, είχατε αρχίσει ν’ αποταμιεύετε έστω δυο ώρες, θα είχατε στα εξήντα δυο σας χρόνια, ύστερα δηλαδή από σαράντα χρόνια αποταμίευση τις οικονομίες σας επί διακόσιες πενήντα έξι στη διάθεσή σας. Αυτό μας κάνει είκοσι έξι δισεκατομμύρια εννιακόσια δέκα εκατομμύρια επτακόσιες είκοσι χιλιάδες δευτερόλεπτα.

Και ξανάβγαλε το σταχτή μαρκαδόρο του κι έγραψε κι αυτόν τον αριθμό πάνω στον καθρέφτη:

26.910.720.000 δευτερόλεπτα

–  Όπως βλέπετε και μόνος σας κύριε Φούζι, είπε και για πρώτη φορά χαμογέλασε αχνά, αυτό το ποσό ανέρχεται σε περισσότερο από το δεκαπλάσιο της αρχικής διάρκειας της ζωής σας. Κι αυτό αν εξοικονομήσετε δυο μονάχα ώρες τη μέρα. Σκεφτείτε το, δεν είναι συμφέρουσα η προσφορά που σας κάνω;

–  Είναι! παραδέχτηκε εξαντλημένος ο κύριος Φούζι. Είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία! Και φάνηκα πολύ άτυχος που δεν έχω αρχίσει από καιρό να κάνω αποταμίευση. Το καταλαβαίνω τώρα μόνο και πρέπει να ομολογήσω πως με πιάνει η απελπισία!

–  Δεν υπάρχει κανένας λόγος, αποκρίθηκε γλυκά ο γκρίζος κύριος. Ποτέ δεν είναι αργά. Αν το θέλετε, μπορείτε ν’ αρχίσετε και σήμερα ακόμα. Θα δείτε πως αξίζει τον κόπο.

–  Και βέβαια θέλω! φώναξε ο κύριος Φούζι. Τι πρέπει να κάνω;

–  Ελάτε δα, αγαπητέ μου! είπε ο πράκτορας και σήκωσε ψηλά τα φρύδια του. Ξέρετε φυσικά πώς εξοικονομάει κανείς το χρόνο του! Για παράδειγμα πρέπει απλούστατα να εργάζεστε τώρα πιο γρήγορα και να παραλείπετε όλα τα περιττά. Αντί για μισή ώρα ν’ αφιερώνετε στους πελάτες σας μονάχα ένα τέταρτο. Ν’ αποφεύγετε τις κουβέντες που παίρνουν χρόνο. Να συντομέψετε την ώρα που περνάτε με τη μητέρα σας σε μισή. Το καλύτερο είναι να τη βάλετε σ’ ένα καλό και φτηνό γηροκομείο, όπου θα την φροντίζουν. Διώξτε το άχρηστο παπαγαλάκι. Να επισκέπτεστε τη δεσποινίδα Ντάρια μια φορά στις δεκαπέντε, κι αυτό εφόσον το θέλετε οπωσδήποτε. Παραλείψετε το τέταρτο της επισκόπησης της μέρας σας και προπαντός μη χάνετε τόσο συχνά την ώρα σας τραγουδώντας και διαβάζοντας με κείνους τους φίλους σας. Και σας συνιστώ να κρεμάσετε στο μαγαζί σας ένα μεγάλο ρολόι που πηγαίνει καλά για να μπορείτε να παρακολουθείτε με ακρίβεια τη δουλειά του βοηθού σας.

–  Σύμφωνοι, είπε ο κύριος Φούζι, όλα αυτά μπορώ να τα κάνω, αλλά ο χρόνος που θα μου περισσέψει μ’ αυτόν τον τρόπο, τι θα γίνει; Θα σας τον παραδίνω; Και πού; Ή μήπως πρέπει να τον κρατάω εγώ; Τι θα γίνει;

–  Όσο γι’ αυτό, είπε ο γκρίζος κύριος και χαμογέλασε αμυδρά για δεύτερη φορά, να μη σας στεναχωρεί καθόλου. Αυτό μπορείτε, με ήσυχη τη συνείδησή σας, να το αφήσετε σε μας. Να είστε σίγουρος πως δε θα χάσουμε ούτε και το ελάχιστο από το χρόνο που θα εξοικονομήσετε. Θα το δείτε και μόνος σας πως δεν πρόκειται να χαθεί τίποτα.

– Ας είναι, είπε σαν χαμένος ο κύριος Φούζι, βασίζομαι λοιπόν σε σας.

–  Μπορείτε να το κάνετε με ήσυχη τη συνείδησή σας, αγαπητέ, είπε ο πράκτορας και σηκώθηκε. Σας χαιρετώ λοιπόν σαν νέο μέλος της μεγάλης κοινότητας των αποταμιευτών του χρόνου. Τώρα είστε και σεις ένας πραγματικά σύγχρονος και προοδευτικός άνθρωπος, κύριε Φούζι. Τα συγχαρητήριά μου!

Και μ’ αυτά τα λόγια πήρε το καπέλο και την τσάντα του.

–  Μια στιγμή παρακαλώ! φώναξε ο κύριος Φούζι. Δε θα ‘πρεπε να υπάρχει κάποιο συμφωνητικό; Δε θα ‘πρεπε να υπογράψω; Δε θα μου δώσετε κανένα χαρτί;

Ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β γύρισε στο κατώφλι και κοίταξε κάπως δυσαρεστημένος τον κύριο Φούζι.

– Γιατί; ρώτησε. Η αποταμίευση του χρόνου δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο είδος αποταμίευσης. Είναι υπόθεση απόλυτης εμπιστοσύνης – εκατέρωθεν! Σε μας αρκεί η συγκατάθεσή σας. Είναι αμετάκλητη. Και μεις θα φροντίσουμε για τις αποταμιεύσεις σας. Και το ποσό που θ’ αποταμιεύσετε εξαρτάται από σας και μόνο. Δε σας υποχρεώνουμε σε τίποτα. Χαίρετε, κύριε Φούζι!

Και μ’ αυτά τα λόγια ο πράκτορας μπήκε στη κομψή, σταχτιά λιμουζίνα του κι έφυγε σπινάροντας.

Ο κύριος Φούζι τον παρακολουθούσε με μάτια αμήχανα Είχε αρχίσει πάλι να ζεσταίνεται σιγά σιγά, ένιωθε όμως άθλια. Οι γαλάζιες αναθυμιάσεις του μικρού πούρου του πράκτορα μείνανε για πολλή ώρα ακόμα να αιωρούνται στο δωμάτιο και δεν εννοούσαν με κανένα τρόπο να διαλυθούν.

Μόνο όταν έφυγε ο καπνός άρχισε να νιώθει καλύτερα ο κύριος Φούζι. Αλλά με τον ίδιο ρυθμό που διαλυόταν ο καπνός χλόμιαζαν και οι αριθμοί πάνω στον καθρέφτη. Κι όταν τελικά χάθηκαν εντελώς, στη μνήμη του κυρίου Φούζι έσβησε και η ανάμνηση του γκρίζου επισκέπτη. Η θύμηση έσβησε, όχι όμως και η απόφαση! Αυτήν τη θεωρούσε δικιά του. Η πρόθεση να εξοικονομάει χρόνο από τώρα και στο εξής για να μπορέσει κάποτε στο μέλλον ν’ αρχίσει μια άλλη ζωή είχε ριζωθεί βαθιά μέσα στην ψυχή του, όπως ένα αγκάθι, ένα αγκίστρι.

Τότε ήταν που φτάσανε οι πρώτοι πελάτες εκείνης της μέρας. Ο κύριος Φούζι τους εξυπηρέτησε μουτρωμένος, παράλειψε όλα τα περιττά, δε μίλησε καθόλου και τέλειωσε πραγματικά σε είκοσι μόνο λεπτά αντί για μισή ώρα.

Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φερόταν από τώρα και στο εξής στον κάθε πελάτη του. Η δουλειά του δεν τον ευχαριστούσε πια καθόλου, έτσι όπως γινόταν, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Προσέλαβε τώρα εκτός από το μαθητευόμενό του δυο άλλους βοηθούς και παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά να μην πάει χαμένο ούτε ένα δευτερόλεπτο· Η κάθε κίνηση ήταν υπολογισμένη πάνω σ’ ένα ακριβέστατο χρονοδιάγραμμα. Στο μαγαζί του κυρίου Φούζι κρεμόταν τώρα μια ταμπέλα με την επιγραφή:


ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ - ΔΙΠΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!


Στη δεσποινίδα Ντάρια έγραψε μια σύντομη και ξερή επιστολή, όπου της έλεγε πως δε θα μπορούσε να την ξαναδεί γιατί δεν είχε χρόνο. Πούλησε το παπαγαλάκι σ’ ένα μαγαζί για ζώα. Κι έβαλε τη μητέρα του σ’ ένα καλό αλλά φτηνό γηροκομείο, όπου την επισκεπτόταν μια φορά το μήνα. Και σ’ όλα τ’ άλλα ακολουθούσε τις συμβουλές του γκρίζου κυρίου, μια και τις θεωρούσε αποφάσεις δικές του.

Γινόταν όλο και πιο νευρικός κι ανήσυχος, γιατί ένα ήταν το παράξενο: απ’ όλο το χρόνο που εξοικονομούσε στην πραγματικότητα δεν του έμενε ποτέ τίποτα. Απλούστατα εξαφανιζόταν με κάποιο μυστηριώδη τρόπο και δεν υπήρχε πια. Στην αρχή οι μέρες του γίνονταν λίγο πιο σύντομες, αργότερα όμως όλο και πιο μακριές. Προτού προλάβει καν να το πάρει είδηση, είχε περάσει κιόλας μια βδομάδα, ένας χρόνος, ακόμα ένας χρόνος κι ακόμα ένας.

Μια και δε θυμόταν πια την επίσκεψη του γκρίζου κυρίου, θα έπρεπε βέβαια ν’ αναρωτηθεί στα σοβαρά τι είχε γίνει όλος αυτός ο χρόνος του. Αλλά δεν έκανε ποτέ αυτήν την ερώτηση στον εαυτό του, όπως δεν την έκαναν και οι άλλοι που αποταμίευαν χρόνο. Ήταν σαν να τον είχε πιάσει μια τυφλή μανία. Κι όταν, καμιά φορά, αντιλαμβανόταν πόσο γρήγορα κι όλο πιο γρήγορα περνούσαν οι μέρες του, έκανε τις οικονομίες του ακόμα πιο πεισματικά.

Αυτό που είχε πάθει ο κύριος Φούζι, το είχαν κιόλας πάθει πολλοί άλλοι στη μεγάλη πόλη. Και κάθε μέρα πλήθαιναν εκείνοι που είχαν αρχίσει να κάνουν αυτό που λέγανε «χρονοαποταμίευση». Κι όσο περισσότεροι γίνονταν, τόσο πλήθαιναν εκείνοι που τους ακολουθούσαν, γιατί ακόμα και σε κείνους που κατά βάθος δεν το ήθελαν καθόλου, δεν έμενε άλλη εκλογή παρά να κάνουν και κείνοι το ίδιο.

Στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση και στις εφημερίδες εξηγούσαν κι επαινούσαν κάθε μέρα τις καινούριες συσκευές που εξοικονομούσαν το χρόνο και που θα χάριζαν κάποτε στον άνθρωπο την ελευθερία να ζήσει μια «σωστή» ζωή. Στους τοίχους των σπιτιών και στις κολόνες για ρεκλάμες ήταν κολλημένες αφίσες, όπου έβλεπες τις πιο απίθανες παραστάσεις της ευτυχίας. Από κάτω έγραφε με χτυπητά γράμματα:


Ο1 ΧΡΟΝΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΤΕΣ ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

ή

ΣΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΤΕΣ ΑΝΗΚΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ!

ή

ΚΑΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕ ΧΡΟΝΟ.



εικονογράφηση για τη "Μόμο"



Η πραγματικότητα όμως είχε μια τελείως διαφορετική όψη. Οι χρονοαποταμιευτές ήταν βέβαια πιο καλοντυμένοι από τους ανθρώπους που ζούσαν κοντά στο παλιό θέατρο. Κέρδιζαν περισσότερα και μπορούσαν να ξοδέψουν περισσότερα. Αλλά τα πρόσωπά τους ήταν σκυθρωπά, κουρασμένα ή και πικραμένα. Η κουβέντα «πήγαινε στη Μόμο» τους ήταν φυσικά άγνωστη. Δεν είχαν κανένα ν’ ακούσει αυτά που θα λέγανε και να γίνουν μ’ αυτόν τον τρόπο πιο έξυπνοι, πιο ήρεμοι ή ακόμα και πιο χαρούμενοι. Μα και να υπήρχε στο περιβάλλον τους κάποιος σαν την Μόμο, είναι πολύ αμφίβολο πως θα πήγαιναν να τον βρούνε. Μόνο τότε θα πήγαιναν αν μπορούσαν να τελειώσουν τη δουλειά τους σε πέντε λεπτά. Διαφορετικά θα το θεωρούσαν χαμένο καιρό. Πίστευαν πως έπρεπε να εκμεταλλεύονται ακόμα και τις ελεύθερες ώρες τους για να αναπαυτούν ή να διασκεδάσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να χαρούν τις γιορτές, άσχετα αν ήταν επίσημες ή γλέντια. Το ονειροπόλημα λογιζόταν γι’ αυτούς σχεδόν σαν έγκλημα. Αλλά εκείνο που δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν ήταν η σιωπή. Γιατί όταν όλα ήταν σιωπηλά τους έπιανε ο φόβος, επειδή τότε ήταν που νιώθανε τι γινόταν στην πραγματικότητα με τη ζωή τους. Γι’ αυτό και κάνανε φασαρία, κάθε φορά που καταλάβαιναν πως θα έπεφτε η σιωπή. Μα δεν ήταν χαρούμενη η φασαρία που κάνανε, όπως γίνεται σε μια παιδική χαρά, αλλά μανιασμένη και κακόκεφη, που γέμιζε την πόλη μέρα με τη μέρα όλο και με μεγαλύτερο θόρυβο.

Δεν είχε καμιά σημασία αν έκανες ευχάριστα τη δουλειά σου κι αν αγαπούσες το επάγγελμά σου, αντίθετα αυτό μονάχα σ’ εμπόδιζε. Σημασία είχε να κάνεις όσο το δυνατόν περισσότερα σε όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο.

Σ’ όλες τις επιχειρήσεις που απασχολούσαν προσωπικό, στα μεγάλα εργοστάσια και στα γραφεία, κρέμονταν ταμπέλες που γράφανε


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ – ΜΗΝ ΤΟΝ ΧΑΝΕΙΣ!

ή

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΤΟ ΧΡΗΜΑ – ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ!


Όμοιες ταμπέλες κρέμονταν επίσης πάνω από τα γραφεία των προϊστάμενων, πάνω από τις πολυθρόνες των διευθυντών, στα ιατρεία των γιατρών, στα μαγαζιά, στα εστιατόρια και στα σουπερμάρκετ, ακόμα και στα σχολεία και στα νηπιαγωγεία. Δεν υπήρχαν εξαιρέσεις.

Και τελικά ακόμα κι η ίδια η μεγάλη πόλη άρχισε σιγά σιγά ν’ αλλάζει όψη. Τα παλιά κτίρια κατεδαφίζονταν και καινούρια χτίζονταν, όπου παραλείπανε οτιδήποτε θεωρούσαν περιττό. Δεν κάνανε πια τον κόπο να χτίσουν τα σπίτια στα μέτρα των ανθρώπων που κάθονταν μέσα. Γιατί τότε θα έπρεπε να χτίζουν συνέχεια διαφορετικά σπίτια. Ήταν πολύ πιο φτηνό να χτίζουν όμοια και προπαντός εξοικονομούσαν χρόνο.

Στα βόρεια της μεγάλης πόλης απλώνονταν κιόλας τεράστια τετράγωνα καινούριων συνοικιών. Εκεί υψώνονταν σε ατέλειωτες σειρές πολυόροφες φτηνές πολυκατοικίες, που μοιάζανε μεταξύ τους όπως το ένα αυγό με το άλλο. Και καθώς όλα τα σπίτια μοιάζανε μεταξύ τους, μοιάζανε φυσικά και οι δρόμοι. Κι αυτοί οι ομοιόμορφοι δρόμοι μάκραιναν και μάκραιναν κι απλώνονταν κιόλας ολόισιοι ως τον ορίζοντα - μια πραγματική έρημος που την είχε δημιουργήσει η τέλεια τάξη! Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν τακτοποιημένη και η ζωή των ανθρώπων που μένανε εδώ - ολόισια ως τον ορίζοντα! Κι αυτό γιατί τα πάντα εδώ ήταν υπολογισμέ να και προγραμματισμένα, κάθε εκατοστό και κάθε δευτερόλεπτο.

Κανένας δεν έδειχνε να προσέχει πως κάνοντας οικονομία στο χρόνο έκανε οικονομία σε κάτι το εντελώς διαφορετικό. Κανένας δεν ήθελε να συνειδητοποιήσει πως η ζωή του γινόταν όλο και πιο φτωχιά, όλο και πιο μονότονη, όλο και πιο ψυχρή.

Εκείνα πού το νιώθανε ήταν τα παιδιά, γιατί κανένας δεν είχε πια καιρό γι’ αυτά.

Ο χρόνος όμως είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί στην καρδιά.

Κι όσο περισσότερες οικονομίες κάνανε σ’ αυτόν οι άνθρωποι τόσο λιγότερο είχαν απ’ αυτόν.»



Φρανθίσκο Γκόγια - Ο Κρόνος καταβροχθίζει το παιδί του
Francisco de Goya - Saturno devorando a_su hijo (1819-1823)

Επίλογος. Πέρα από τη μέτρηση του χρόνου. Μέσα στην καρδιά.



Αυτό, λοιπόν, ήταν το κεφάλαιο από τη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε. Κι αν αγχωθήκατε, έστω και λίγο, παρέα με τον κύριο Φούζι τον κουρέα· κι αν πιάσατε να υπολογίζετε τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα – τότε αυτό σημαίνει πως οι Γκρίζοι Κύριοι δεν είναι καθόλου αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα.

Ποιοι, λοιπόν, είναι οι Κλέφτες του Χρόνου; Και ποια στάση μπορούμε να έχουμε απέναντί τους; Η Μόμο τους αντιμετωπίζει με τον δικό της τρόπο – μα εμείς πρέπει να βρούμε κάποιον άλλο – δικό μας.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης τόνιζε πως ο χρόνος υφίσταται πέρα από την επανάληψη και τον κλειστό κύκλο (χαρακτηριστικά της ταυτιστικής λογικής, σύμφωνα με την οποία τα πάντα γύρω μας υφίστανται σε σύνολα που μπορούν να μετρηθούν και να κατανεμηθούν ποσοτικά), ως δημιουργός χρόνος, ως χρόνος ανάδυσης σημασιών και νοήματος – μέρος της αέναης δημιουργίας του είναι. Και αυτή η ανάδυση σημασιών και νοήματος είναι μέρος του συλλογικού φαντασιακού και συμμετέχει σε μια διαρκή μεταβολή, παρέα με τις κοινωνίες του ανθρώπου και τον άνθρωπο τον ίδιο.

Να το πούμε με άλλα λόγια: οι κοινωνίες κατασκευάζουν για τον εαυτό τους το χρόνο τους. Και κοινωνίες είμαστε εμείς οι ίδιοι. Όσα φτάνουμε να θεωρούμε δεδομένα για το χρόνο στις μέρες μας – για το καθημερινό ωράριο και για το πέρασμα των εποχών, και για τις διακοπές, και για τις ηλικίες (τι σημαίνει να είσαι παιδί, τι έφηβος, τι ενήλικας, τι ηλικιωμένος), και για τον εργάσιμο και τον «ελεύθερο χρόνο», και για τα ρολόγια με το ανελέητο τικ τακ τους…. δεν σημαίνει πως ήταν δεδομένα μια για πάντα, για κάθε άνθρωπο και κάθε εποχή.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο – μα για κάποιο λόγο, παραδομένοι στο ρυθμό μιας καθημερινότητας που δεν διαλέξαμε μα βρήκαμε έτοιμη – το ξεχνάμε.

Επανερχόμενοι στην αφήγηση του Έντε, η σχέση μας με τον χρόνο δεν μπορεί ποτέ να είναι μια διανοητική σχέση. Είναι πρωτίστως σχέση συναισθηματική και ψυχολογική.

Ο σύγχρονος Κρόνος που τρώει τα παιδιά του είναι περισσότερο κοινωνικό και λιγότερο μυθολογικό κατασκεύασμα. Απέναντι στην αδηφάγα μανία του να καταπιεί τον κόσμο και να τον περιχαρακώσει στα καλούπια της στυγνής καθημερινής λειτουργικότητάς του, χρειάζεται ν’ αντιτάξουμε έναν άλλο χρόνο – ένα χρόνο περισσότερο πρωταρχικό, αρχέγονο, βαθύτερο.

Έναν χρόνο που θα είναι ο δικός μας χρόνος – ο χρόνος που θ’ ανταποκρίνεται στους χτύπους της καρδιάς μας.



© το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης του 17 (μα σάμπως έχει σημασία πότε γράφτηκε το κείμενο;)



"Time, time, time, see what's become of me..."
"Time, time, time, see what's become of me..."