Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουνίου 2016

Μια ανάρτηση που έμεινε ανολοκλήρωτη





Κάθε ανάρτηση έχει κι ένα θέμα· μα η αποψινή σκέφτηκα να μην έχει κάποιο θέμα. Ή μάλλον, να έχει για θέμα της κάτι δίχως εξέλιξη και τέλος – κάτι που στην ουσία του μένει πάντα ανολοκλήρωτο.

Όλα ξεκίνησαν ακούγοντας μουσική – υπάρχουν ορισμένες ιστορίες που προκύπτουν μέσα από τραγούδια. Ακούγοντας λοιπόν στο τρένο το soundtrack του Nino Rota από το «Νονό» – αναμφίβολα ένα από τα κορυφαία soundtrack που γράφτηκαν ποτέ, για μία από τις κορυφαίες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ – πλημμύριζαν τη σκέψη μου άφθονες εικόνες. Εικόνες δίχως συνοχή που έμοιαζαν περισσότερο με σκηνές από βίντεοκλιπ ή ενδεχομένως σκόρπιες καρτ ποστάλ: εύφορες εκτάσεις με σπιτάκια που λιάζονται σαν ικανοποιημένες γάτες... περαστικοί με καπέλα και ξεβαμμένα κοστούμια στις αποχρώσεις του σέπια... η μοναχική μορφή ενός ανθρώπου που παλεύει να τα βγάλει πέρα σ’ έναν κόσμο αφιλόξενο... το θερμό χαμόγελο μιας γυναίκας που ένας νέος τη βλέπει στους δρόμους κάποιας γειτονιάς – και ορισμένες φορές στα όνειρά του... κάποιο παιδί μ’ ένα σκυλί ίσως, που τρέχουν στα σοκάκια, και απ’ το τρεχαλητό και τα παιχνίδια τους γίνονται ένα... εικόνες ενός κόσμου που χάθηκε... σκηνές μιας ζωής που πάντα υπήρξε, που πάντα θα υπάρχει, ίδια και απαράλλαχτη.

Κι ενώ οι νότες ξετύλιγαν το νήμα τους, σκέφτηκα πως ορισμένες από τις εικόνες αυτές θα μπορούσαν να δώσουν το υλικό για μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ιστορία βρίσκεται εκεί, μέσα τους, όπως το γλυπτό βρίσκεται μέσα στην ακατέργαστη πέτρα... όπως ο πίνακας βρίσκεται μέσα στις μπογιές. Μένει το χέρι και ο συνθετικός νους ενός μαέστρου για να τα αναδείξει... Ένας οικοδόμος που χτίζει σπίτια με υλικά τη φαντασία, τα βιώματα και τις εικόνες που γεννούν διάφορες καταστάσεις μέσα του – ο δημιουργός.

Μα αμέσως μετά ακολούθησε μια διαφορετική σκέψη: Τόσες και τόσες ιστορίες δεν χτίζονται ποτέ. Τόσες και τόσες εξελίξεις μένουν στον αρχικό τους σπόρο – μένουν πάντα μια πιθανότητα, μια νοερή κατάσταση, μια πέτρα που δεν έγινε ποτέ γλυπτό.

Και αυτές οι ιστορίες είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με τις άλλες – χιλιάδες, εκατομμύρια... άπειρες. Γιατί να μη μιλήσουμε γι’ αυτές λοιπόν; Τις ιστορίες που όλοι πήγαμε να δημιουργήσουμε – μα ποτέ δεν έφτασαν στο τέλος τους.


Σκέψου τον έρωτα. Τόσοι μιλούν γι’ αυτόν και για τις σχέσεις και για την ομορφιά της εκπλήρωσής τους και όλα αυτά... Μα είναι ο άλλος έρωτας εκείνος που έχει εμπνεύσει περισσότερο τις τέχνες... εκείνος για τον οποίο δεν θα δεις συμβουλές στα περιοδικά, δεν θα δεις εικόνες στα κοινωνικά δίκτυα και δεν θα παρατηρήσεις στα ζευγάρια γύρω σου: ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Ο έρωτας που κουβαλά κάθε άνθρωπος μέσα του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ακόμα κι εκείνος που δεν ερωτεύτηκε ποτέ – μα όντας ένας σιωπηλός έρωτας, ένας έρωτας μοναχικός, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του. Κρύβεται στη μοναξιά των ανθρώπων, στην απατηλή ατομικότητά τους.

Μπορεί να ήταν το βλέμμα εκείνης που είδες μια φορά μόνο και δεν ανταλλάξατε ποτέ κουβέντα· μπορεί να είναι εκείνη που γνώρισες σε λάθος φάση της ζωής σου... ή της δικής της ζωής· μπορεί να ήταν κάποια που υφάνατε στα γρήγορα κάτι με προοπτικές, μα το αφήσατε για κάτι άλλο – κι εκείνο ξέφτισε πριν καλά καλά αρχίσει. Τόσες ιστορίες. Μα καμιά δεν είχε τέλος – αρκετές δεν είχαν καν αρχή. Μα βρίσκονταν όλες εκεί, μέσα σου, σαν σπόρος, μια δυνάμει πραγματικότητα.

Σκέψου τις φιλοδοξίες μας. Θυμήσου τον καιρό, μικρή, που τραγουδούσες μόνη σου και έφερνες νοερά στη σκέψη το κοινό σου από κάτω να ζητωκραυγάζει... Φαίνεται πως η ιστορία της «Μεγάλης Τραγουδίστριας» που θα γινόσουν έμεινε καταχωνιασμένη στη μπανιέρα. Θυμήσου πάλι τον καιρό που διάβαζες ένα αγαπημένο σου βιβλίο και έπλαθες σχέδια για το «Βιβλίο» που κάποτε θα έγραφες ο ίδιος... Νά ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας που δεν εκκολάφθηκε ποτέ. Σκέψου πόσο πελώρια θα ήταν η Βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας αν περιελάμβανε τα έργα που δεν γράφτηκαν ποτέ! Τα έργα που έμειναν στα σχέδια, νοερές εικόνες στη φαντασία μας και τίποτα περισσότερο! Θα άπλωνε πέρα, ως τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος!

Κι εκείνο το γραφικό «σπιτάκι στην εξοχή»; Κι εκείνο το ταξίδι σε «εκείνα τα εξωτικά νησιά»; Και το μεγάλο “road trip” που προγραμμάτιζες; Και αυτές οι «περιπέτειες» που φώλιαζαν μέσα σου, μα για κάποιο λόγο δεν ξεπρόβαλλαν; Μήπως ανήκες σ’ εκείνους που ήθελαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο; Να ηγηθούν μιας επανάστασης; Μήπως επιθυμούσες να ανακαλύψεις άλλους κόσμους – μα διαπίστωσες πως τους έχουν πια ανακαλύψει όλους;

Αναρωτιέμαι. Υπάρχουν ακόμα ανεκπλήρωτες ιστορίες μέσα σου; Ή τις άφησες όλες να χαθούν;


***


Ακούω τη μουσική. Το soundtrack του Νίνο Ρότα και για τις τρεις ταινίες είναι μαγικό, μα αν υπάρχει κάποιο κομμάτι που αγαπώ περισσότερο απ’ όλα, αυτό είναι αναμφίβολα το θέμα του “Love Theme” – γι’ αυτό και επέλεξα να το συμπεριλάβω στο τέλος της ανάρτησης. Μια ανάρτηση που σκέφτομαι να την αφήσω δίχως γραπτό τέλος – ακόμα καλύτερα, να την κόψω απότομα. Να μοιάζει το κείμενο λες και κόπηκε στη μέση. Πως πήγε να πει κάτι, μα τελικά δεν το είπε ακριβώς με τον τρόπο που ήθελε – όπως κι εσύ δεν είπες ακριβώς με τον τρόπο που είπες τα λόγια που έπρεπε να πεις σ’ εκείνην την κοπέλα· όπως δεν εξελίχθηκαν αυτά τα όνειρα που έτρεφες με τον τρόπο που είχες φανταστεί· όπως τόσα και τόσα πράγματα γύρω μας συμβαίνουν κάθε μέρα.

Γιατί στον κόσμο που ζούμε τα περισσότερα γλυπτά μένουν αγκυλωμένα στην αρχική τους πέτρα. Και οι νοερές σκέψεις τις περισσότερες φορές δεν γίνονται ιστορίες – μένουν σκέψεις, εικόνες, σπίθες μιας φωτιάς που δεν άναψε.

Μα δεν επιθυμώ να μεταδώσω την αίσθηση κάποιας παραίτησης ή μιας παθητικότητας – λέξη που δεν συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου. Γιατί υπάρχει διαφορά σ’ εκείνον που ονειρεύεται... και σ’ εκείνον που έχει σταματήσει. Τί είναι εξάλλου η ζωή, αν όχι οι άπειρες εκείνες απιθανότητες που αγωνίζονται να γίνουν πιθανότητες – και έπειτα να υλοποιηθούν σε πράξεις. Μοιάζει με τα άφθονα εκείνα σπερματοζωάρια που παλεύουν να τρυπώσουν σ’ ένα ωάριο – μα τελικά μόνο ένα καταφέρνει. Κι έτσι χτίζεται η ζωή. Και τα υπόλοιπα; Τί να γίνει παιδιά – στα τυχερά παιχνίδια δεν υπάρχει παρά ένας μεγάλος νικητής.

Κάποιες φορές αρκεί να παίζεις το παιχνίδι.


Το ανεκπλήρωτο είναι η βάση των πάντων γύρω μας. Πάνω στα ερείπια του χτίζουμε κόσμους. Πάνω στα θεμέλιά του οικοδομούμε όνειρα. Είναι η φωτιά που καίει μέσα σου. Και δεν έχει τέλος, δεν μπορεί να έχει τέλος – γιατί γνωρίζει πως κάθε τέλος είναι μια καινούργια αρχή. Και αν τελικά εκπληρωθεί ένα όνειρο, είναι μόνο για να δώσει τη θέση του σε άλλο. Έτσι τσουλάει η φάση.

Ό,τι ολοκληρώνεται τελειώνει. Ό,τι τελειώνει πεθαίνει. Μα στο ατελείωτο βρίσκεται ο σπόρος της συνεχούς δημιουργίας. Σκέψου τα έργα του Ντα Βίντσι – πόσο λίγα πρόλαβε να ολοκληρώσει· πόσα άφησε στη μέση.


Ίσως τελικά εκείνο που μπορούμε να – 



8 Ιουνίου 2016

Χάρτινα Όνειρα





Από φετινό αναμνηστικό λεύκωμα της Έκτης Δημοτικού. Η ερώτηση είναι «πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας όταν μεγαλώσετε». Ένας μαθητής απάντησε πως θα επιθυμούσε, αφού αποφοιτήσει από σχολή ναυπηγών, να εργαστεί σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία, να βγάλει τόσα χρήματα όσα χρειάζεται ώστε να αγοράσει τρία αμάξια (εκ των οποίων το ένα θα είναι αγωνιστικό), καθώς κι ένα πολυτελές σπίτι με πισίνα.

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα διαβάζοντας αυτό το κείμενο ήταν πως μάλλον λίγα ζητάει το παιδί. Ας προσθέσουμε και μια παραθαλάσσια βίλα, ή μερικά αυτοκίνητα επιπλέον – ένα για κάθε μέλος της οικογένειάς του, ως δώρο. Δεν θα ήταν άσχημα και μια γερή δόση χρυσαφικά για τη γυναίκα, ή ένα δωμάτιο πανάκριβα ρούχα. Μα και πάλι, λίγα είναι – κρίμα να υποφέρει το παιδί. Ας γίνει ιδιοκτήτης μιας ολόκληρης αλυσίδας ρούχων και αυτοκινήτων, να μη νιώσει πως του λείπουν.

Μα αυτές οι σκέψεις δεν κράτησαν για πολύ. Σύντομα η χιουμοριστική διάθεση παραχώρησε τη θέση της στην κριτική. Γιατί η επιθυμία του παιδιού να αποκτήσει άφθονο χρήμα, τρία αμάξια κι ένα σπίτι με πισίνα δεν είναι στην πραγματικότητα επιθυμία ενός παιδιού που σκέφτεται σαν παιδί – αλλά ενός παιδιού που σκέφτεται σαν ενήλικας.

Δεν υπάρχει τίποτα το «παιδικό» σε αυτή τη φιλοδοξία του. Ούτε καν εφηβικό. Εδώ μιλάει ένας ενήλικας της εποχής μας, εμποτισμένος από την υλιστική νοοτροπία της απόκτησης αγαθών, που έχει πάρει τη μορφή ενός παιδιού.

Αν με ρωτούσε ένα παιδί «τί μπορώ να ονειρευτώ;» θα του έλεγα «τα πάντα». Κάνε όνειρα δίχως κανένα όριο, φτάσε ως το φεγγάρι και ακόμα πιο μακριά. Θες να γίνεις αστροναύτης; Να θεραπεύσεις τον καρκίνο; Να φέρεις την παγκόσμια ειρήνη; Να γίνεις μεγάλος αθλητής ή καλλιτέχνης; Να διαπρέψεις στις επιστήμες; Ν’ αγοράσεις το μεγαλύτερο παιχνιδάδικο του κόσμου; Να μάθεις να πετάς; Να μάθεις ν’ αναπνέεις κάτω απ’ το νερό; Να ζήσεις μαγικές περιπέτειες; Να ανακαλύψεις άγνωστες χώρες; Να χτίσεις αποικίες στον Άρη; Να γυρίσεις τον κόσμο σε σκέιτμπορντ; Να ονειρεύεσαι δίχως όρια! Να ζητάς τα πάντα!

Μα τρία αμάξια κι ένα σπίτι με πισίνα; Αυτό είναι τα «πάντα» για σένα; Ως εκεί φτάνει η φαντασία σου; Εκεί τερματίζει το σύμπαν των ονείρων σου;

Φιλαράκο μου, ποιος να ευθύνεται που στέρεψε έτσι η σκέψη σου; Μήπως μιλούν οι γονείς σου πίσω από σένα; Οι γονείς που ανησυχούν από τώρα πώς θα «βολέψουν» το βλαστάρι τους – όλα χρειάζεται να είναι καλώς καθορισμένα, ο δρόμος ξεκάθαρος, ο στόχος συγκεκριμένος. Θα περάσεις σε εκείνη τη σχολή και θα βγάλεις τα αναγκαία χρήματα για να νιώσεις «ασφαλής». Γιατί τα όνειρα είναι άχρηστα, κύριοι, αν δεν αφορούν χειροπιαστά, ξεκάθαρα υλικά. Υλικά που μπορούμε ν’ αγοράσουμε (γιατί ως γνωστόν κάτι αξίζει μόνο αν μπορείς να το αγοράσεις). Και η ασφάλεια δεν είναι ψυχολογικό θέμα – αλλά οικονομικό. Τα παιδιά πλέον χρειάζεται από τα 12 τους χρόνια να σκέφτονται τον τρόπο που θα «τακτοποιηθούν». Από τα 11 – από τα 10, τα 9, τα 8. Μπα – από τη γέννησή τους κιόλας! Με το πού μάθουν να βαδίζουν στα δυο τους πόδια, είναι πια καιρός να καταστρώσουν τα σχέδιά τους για το μέλλον – ένα σπίτι, μια δουλειά, μια οικογένεια.

Μήπως μιλούν τα πολιτισμικά πρότυπα μιας κοινωνίας στηριγμένης στην κατανάλωση, την επιδειξιομανία και τις υλικές ανέσεις; Που θεωρεί ένδειξη κύρους την κατοχή ενός πολυτελούς σπιτιού ή ενός ταχύτατου αμαξιού, μα αδιαφορεί πλήρως αν τυχαίνει να είσαι γεννημένος μουσικός ή ζωγράφος, αν αγαπάς την έρευνα και τη μάθηση;

Πόσες φορές έχω δει εφήβους μες στα τρένα να γυροφέρνουν με το κινητό στο χέρι. Μα ποτέ δεν έχω δει εφήβους να κρατάνε κάποιο μουσικό όργανο.

Δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο από την παιδική φαντασία, κύριοι! Επειδή ακριβώς γυρεύει το αδύνατο, επειδή ακριβώς στερείται ρεαλισμού! Αλίμονο αν μετατραπούν και τα παιδιά σε μικρογραφίες ενηλίκων! Αλίμονο σε όλους όσους τους περνάνε τέτοια πρότυπα!

Φίλε μου, η πισίνα και τα τρία αμάξια θα ‘πρεπε να είναι πολύ λίγα για σένα. Και τα τέσσερα και τα πέντε και τα εκατό αμάξια το ίδιο. Φαντάσου το αδύνατο! Γιατί αυτό θα μεταφέρεις μέσα σου, μια ζωή, όταν θα έχεις πλέον μεγαλώσει. Αυτό θα συνιστά την ψυχολογική κληρονομιά σου. Και άσε τα όνειρα για αμάξια και πισίνες στους γονείς σου – ως εκεί φτάνει η φαντασία τους.

Και αν η πραγματικότητα γύρω μας σας ενοχλεί, κύριοι... Να θυμάστε πως δεν χτίζεται ο μελλοντικός κόσμος στις εκλογικές διαδικασίες και στις γνωστές συγκρούσεις των πάντων με τους πάντες... μα στη σκέψη κάθε παιδιού, σήμερα, που απαντάει στην ερώτηση «πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου όταν μεγαλώσεις»...



11 Μαΐου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #5: Τα πιο παλιά σου Όνειρα...





"Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που πότε δεν ζήσαμε, κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας...". 


Με αυτά τα λόγια του Τάσου Λειβαδίτη ανοίγουν οι πύλες της αποψινής μας λογοτεχνικής εισχώρησης στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας. 

Και, για δες, σήμερα τα φώτα είναι χαμηλότερα απ’ το συνηθισμένο. Μοιάζει λες και βαδίζεις σ’ ένα αλλότινό σου όνειρο, το οποίο ίσα και θυμάσαι. Έρχεται σα φίλος από τα παλιά, απ’ τα πολύ παλιά... αγγίζοντας την πρώιμή σου νιότη και τις προσδοκίες της, πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, τον καιρό που ήσουν παιδί, μα και πιο πίσω... πριν ακόμα γεννηθείς.

Πράγμα παράξενο – μα κάποιες μνήμες σου προέρχονται από τότε. Ορισμένα απ’ τα βαθύτερά σου όνειρα... και ένα μέρος της πιο μεγάλης νοσταλγίας. Έρχονται απ’ τον καιρό που δεν είχες ακόμα γεννηθεί.



Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα






«Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα.

Ήταν με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω και το κασκόλ του ανέμιζε. Μπορούσε να το κάνει αυτό, επειδή ο ουρανός ήταν παγωμένος.

Με μύτες κόκκινες απ' το κρύο και στόματα ορθάνοιχτα, τον κοιτούσε το πλήθος από κάτω, απ' τη γη. Όλοι τον έδειχναν και τον χειροκροτούσαν, όταν κατάφερνε κάποια δύσκολη φιγούρα (αφού μάλιστα τα έκανε όλα ανάποδα).

Διέγραφε μεγάλα τόξα και καμπύλες, ακολουθώντας συνέχεια τον ίδιο δρόμο, ώσπου τα βήματα του χορού του χαράχτηκαν βαθιά στον ουρανό. Τώρα πια φάνηκε ότι έγραφε γράμματα: ίσως κάποιο επείγον μήνυμα. Αμέσως ύστερα γλίστρησε και χάθηκε στον ορίζοντα.

Το πλήθος εξακολουθούσε να κοιτάζει τον ουρανό, αλλά κανείς δε γνώριζε το αλφάβητο, κανείς δε μπορούσε να διαβάσει το μήνυμα. Σιγά-σιγά τα ίχνη χάθηκαν κι ο ουρανός ξανάγινε ένα απέραντο γκρίζο.

Οι άνθρωποι γύρισαν σπίτια τους και δεν άργησαν να ξεχάσουν το περιστατικό. Στο κάτω-κάτω ο καθένας έχει τις δικές του έγνοιες. Εξάλλου, ποιος ξέρει; Μπορεί το μήνυμα να μην ήταν και τόσο σημαντικό...»


Από τη συλλογή διηγημάτων του Μίχαελ Έντε, «Ο Καθρέπτης μες στον Καθρέπτη», δημοσιευμένη το 1983 (σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου). Γνωστός για τα αριστουργήματά του, "Μόμο" και "Ιστορία Χωρίς Τέλος", ο Έντε μας ταξιδεύει σε ένα σουραλιστικό σύμπαν που δίνει ερωτήματα σε απαντήσεις που ξεχάσαμε να θέσουμε... Και αν σας φάνηκε παράδοξο αυτό που μόλις διαβάσατε, είναι γιατί διαβάσατε το κείμενο ενώ είστε ξύπνιοι. Δοκιμάστε να το κάνετε ξανά την ώρα που ονειρεύεστε...


Ο αλλοτινός κόσμος των θαυμάτων






“Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που γνωρίζουν τι θαύματα ξανοίγονται μπροστά τους στις ιστορίες και τα οράματα της παιδικής τους ηλικίας. Κι αυτό διότι, όταν ακούμε και ονειρευόμαστε, όσο είμαστε παιδιά, δε σκεπτόμαστε παρά μισοδιαμορφωμένες σκέψεις και όταν πια, ως ενήλικες, προσπαθούμε να τα θυμηθούμε, γινόμαστε ανιαροί και πεζοί με το δηλητήριο της ζωής.

Ωστόσο κάποιοι από μας ξυπνούμε μες στη νύχτα με παράξενα φαντάσματα μαγεμένων λόφων και κήπων, σιντριβανιών που τραγουδούν στον ήλιο, χρυσών βουνοπλαγιών που κρέμονται πάνω από μουρμουριστές θάλασσες, πεδιάδων που απλώνονται σε κοιμωμένες πολιτείες χαλκού και πέτρας, καθώς και σκιερών παρεών από ήρωες, ιππεύοντας λευκά, πλουμιστά άλογα, στις άκρες πυκνοφυτεμένων δασών.

Και είναι τότε που γνωρίζουμε πως έχουμε κοιτάξει πίσω, πέρα από τις ελεφάντινες πύλες, σε εκείνον τον κόσμο των θαυμάτων που ήταν κάποτε δικός μας, προτού γίνουμε σοφοί και δυστυχείς.”


H.P. Lovecraft. Από το διήγημα "Celephaïs", δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1922. Στην εικόνα δεξιά ένα σχέδιο του Λάβκραφτ, και αριστερά ένα καρέ απ’ το περίφημο κόμικ “Little Nemo in Slumberland” (για το οποίο μάλιστα έχω γράψει αφιέρωμα που μπορείτε να διαβάσετε εδώ < κλικ)



Από το ημερολόγιο του Πάουλ Κλέε



Paul Klee


Ομπερχόφεν, Αύγουστος 1900. Ο Κλέε ήταν 21 χρονών.


"Τι να την κάνω τη μαγευτική πεδιάδα; Ανυπόφορη. Η φλυαρία των δρυάδων μ' έκανε να βαριέμαι. Τα κουδουνάκια των κοπαδιών ήταν εκεί στην πλαγιά. Στα νερά καρτέραγε η απελπισία της μοναξιάς. Τη νάρκωση την είχα μεγαλύτερη ανάγκη από την ανάπαυση.

Με τράβαγε η πόλη. Ποτέ δεν θα τα καταφέρω να μπω σε μπορντέλο, αν και ξέρω τον δρόμο να φτάσω ως εκεί. Θεωρώ αδικία την ύπαρξη φυτών, σαν κι αυτά, ας πούμε, πίσω απ' το κιγκλίδωμα του πύργου του Ομπερχόφεν. Είμαι σαν ζώο φυλακισμένο σε κλουβί. Εσωτερικά και εξωτερικά δεσμά: τα ίδια. Πόσον καιρό θα κουβαλώ τούτες τις αλυσίδες στην ψυχή; Μπορεί αίφνης κανείς να βρει στον έρωτα ειρήνη; ...Μπορείς να βρίσκεσαι μες στην δυστυχία και να μην αγαπάς δυστυχισμένα; Μαίνεται η σφοδρότατη θύελλα και οι άνθρωποι μένουν στην ακτή δίχως Θεό και κλαίνε με γόους και ουρλιαχτά μερικές ανθρώπινες ζωές, αντί να τις θυσιάζουν, να προσευχηθούν και να λατρέψουν ευλαβικά.

Σ' ένα ποίημα έψαλα τη μελαγχολία τόσο ικετευτικά και τρυφερά, ώστε προσωποποιήθηκε στην πολυπόθητη Γυναίκα, στο αγκάλιασμα της οποίας αφέθηκε να πεθάνει".


***


Απόσπασμα που οι εικόνες και οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη, άλλοτε αργά σαν κάποιο ατμοσφαιρικό όνειρο, άλλοτε απότομα και τσουχτερά, σαν δαγκωματιά κακής ανάμνησης. Ήταν ο νεαρός Πάουλ Κλέε (Paul Klee).

Με το πέρασμα των χρόνων η τέχνη του θα εξερευνούσε πλήθος άγνωστα μονοπάτια και θα συνδεόταν με τα ανερχόμενα κινήματα του κυβισμού, του εξπρεσιονισμού, του σουρεαλισμού, ως και της αφηρημένης τέχνης... Ανήκε σ’ εκείνους τους ζωγράφους που οι Ναζί, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, θεώρησαν πως τα έργα τους είναι "εκφυλισμένα" και παρουσίασαν κοροϊδευτικά στο κοινό.

Έξι μέρες μετά τον θάνατό του, το 1940, κι ενώ βρισκόταν στην μαύρη λίστα των Ναζί, ο Κλέε - Γερμανός πολίτης στα χαρτιά - έλαβε την ελβετική υπηκοότητα, που επιθυμούσε βαθιά. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας απ’ τους σημαντικότερους ζωγράφους του 20ου αιώνα. Στις εικόνες τα έργα του «Γάτα και Πουλί» του 1928 και «Κόκκινο Μπαλόνι» (στο τέλος του κειμένου) του 1922.



Κυκλική πορεία του ανθρωπίνου είδους






«Ολόκληρο το ανθρώπινο είδος ίσως να είναι μόνο μια φάση της εξέλιξης ενός ορισμένου είδους ζώου περιορισμένης διάρκειας: έτσι ώστε ο άνθρωπος να έχει γίνει από τον πίθηκο και να ξαναγίνει πάλι πίθηκος, ενώ δεν θα υπάρχει κανένας που να αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος απ' αυτήν την παράξενη κωμική κατάληξη.

Όπως με την πτώση της ρωμαϊκής κουλτούρας και της ισχυρότερης αιτίας της, της διάδοσης του χριστιανισμού, όλοι οι άνθρωποι γενικά μέσα στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία έγιναν ειδεχθείς, έτσι και μια ενδεχόμενη πτώση της γενικής κουλτούρας της γης θα μπορούσε ίσως να κάνει τους ανθρώπους πολύ περισσότερο απεχθείς και τελικά να τους κάνει τόσο ζώα, που να γίνουν πιθηκοειδείς.

Επειδή ακριβώς μπορούμε να δούμε αυτή την προοπτική, ίσως είμαστε σε θέση να αποτρέψουμε μια τέτοια μελλοντική κατάληξη».


Φρήντριχ Νίτσε. Από το "Ανθρώπινο, Πάρα Πολύ Ανθρώπινο" (μετάφραση Ζήση Σαρίκα). Πρώτη έκδοση, 1878.


Κάτω στο λασπωμένο μεσοχώρι... Ο παντοτινός νατουραλισμός του Καρκαβίτσα



Van Gogh


«Kάτω στο λασπωμένο μεσοχώρι, μισόγυμνα, ξυπόλυτα και ξεσκούφωτα, εκυλιόνταν κ' έπαιζαν τα παιδιά, ανάκατα με τις κότες και τους χήρους και τ' άλλα κτήνη του χωριού. Στ' άλλα χαμόσπιτα εμπαινόβγαιναν οι γυναίκες, με τον κεφαλόδεσμο - το βαρύ τους γκαμαμπράνι - τυλιγμένον, με την φτωχικήν αλατζένια φορεσιά και τη μάλλινη φουστανοποδιά τους, ξυπόλητες, ξεβραχιονισμένες και ξετραχηλισμένες, με το στήθος βαρυφορτωμένο από χρωματιστές χάντρες και αργυρά νομίσματα - σωστές νοικοκυρές και δουλεύτρες του χωραφιού και του σπιτιού.

Η μία εχύλιζεν εδώ το γιαπί της, χωμένη έως το γόνα στη λάσπη. Άλλη έκαιγε τον φούρνο της. Τρίτη εφάσκιωνε το κλαψιάρικο παιδί της. Παρέκει μια έμπηγε στύλους χοντρούς, ετοιμάζοντας ισκιάδα για το καλοκαίρι. Παρεμπρός άλλη εμπάλωνε τα ρούχα του αντρός της κ' εμουρμούριζε παραπονιάρικο τραγούδι - τραγούδι ντόπιο, στον κάμπον εκεί γεννημένο, φτωχό και άχαρο σαν τη φωνή της και σαν την ίδια βάναυσο.

Άλλη παράμερα ομορφονιά, του Παπαρρίζου η κόρη, έβγαζεν από τον στάβλο και εξύστριζε δένοντας τα στον στύλο δύο άλογα, δύο ψαρήδες κοντούς και σαράβαλους. Και άλλη δίπλα στο πηγάδι, του Μαγουλά η γυναίκα, ολοστρόγγυλη από την ετοιμόγεννη κοιλιά της, γονατισμένη έτριβε με λάσπη το κούπωμα ενός λεβετιού κ' έκανε διαβολικό θόρυβο».


***


Από τον "Ζητιάνο" του Ανδρέα Καρκαβίτσα – πρώτη δημοσίευση το 1897. Το σημαντικότερο έργο του σημαντικότερου εκπροσώπου του νεοελληνικού Νατουραλισμού, οι περιγραφές του θυμίζουν φωτογραφίες του παλιού καιρού - όχι εξιδανικευμένες ή ρομαντικές, μα πιστές στην πραγματικότητα της εποχής τους - τη λιγότερο, ή περισσότερο όμορφη. Τα σχέδια των γυναικών στην εικόνα είναι του Βαν Γκογκ. Ανήκουν στα πλέον ρεαλιστικά που έφτιαξε, αποτυπώνοντας τη ζωή των χωρικών της εποχής του – μα και κάθε χωρικού, κάθε εποχής, αν το καλοσκεφτούμε... Μονόχρωμα, σχεδιασμένα με κιμωλία πάνω σε χαρτί, αμφότερα τα σχέδια είναι του έτους 1885.



Van Gogh


Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται επίσης από τον «Ζητιάνο». Οι περιγραφές του, φαινομενικά απλές, κατορθώνουν να υπερβούν τα όρια των καιρών τους. Γίνονται σκηνές διαχρονικές, αγγίζοντας το βάθος και την ουσία της πραγματικότητάς μας – του τότε, του τώρα, του πάντοτε.

"Το χωριό εφαινόταν έρημο απ' άκρη σ' άκρη. Καπνοδόχη καμμιά δεν εκάπνιζε· φούρνος δεν έκαιγεν· ανθρώπινη μορφή πουθενά δεν επρόβαλλε. Κλώσσες μόνον με τα κλωσσοπούλια τους εγύριζαν εδώ κι εκεί μυτίζοντας τη λάσπη και χοίροι καλοθρεμένοι και αγριότριχοι εκυλιόνταν μακαρίως στου δρόμου τον βόρβορο. (...)

Στον στύλο ενός γιαπιού ψαρής σαρανταπληγιάρης και τυφλός, δεμένος μ' ένα βρώμικο κουρέλι από τον λαιμό, έστεκε νυσταγμένος και ανήμπορος. Η φάκνα του - ένα δεμάτι από ξανθόχρυσο άχυρο - δεμένη και κείνη μ' ένα κουρέλι από τον στύλο, εκρεμόταν κάτω από το στόμα του, έγγιζε σχεδόν τα ρουθούνια και τα πλαδαρά χείλη του, λες και ήθελε να του θυμίση πως έπρεπε να φάγη. Αλλ' εκείνος τόσο ήταν άρρωστος, ώστ' εβαρυνόταν και ν' ανοίξει το στόμα και να φρυμάξη ακόμη, για να διώξη υ' άχυρα που τον αγκύλωναν. Οι χαλκόμυγες σύγνεφο εκάθονταν στις κόκκινες και υδροπικιασμένες πληγές του· αλλά δεν είχε τη θέληση να κουνήση την ουρά και να τις διώξη από πάνω του. Περικυκλωμένος με ράθυμη έκφραση μέσα κ' έξω του, έδειχνε πως δεν είχε δύναμη, αλλ' ούτε και τη θέληση να ζήση.

Όμως, για φυσική αντίθεση του ταλαίπωρου αυτού ζωντανού, επέρασε μια στιγμή τετραποδίζοντας απ' εκεί τετραμηνιάτικο γαϊδουράκι, ολόχαρο και παιγνιδιάρικο. Ζωηρό και πηδηχτό, με τ' αυτάκια του ολόσειστα, την ουρά του μισοσηκωμένη, επλησίασε στο παλιάλογο και εμυρίσθηκε τη φάκνα του. Έπειτα εκίνησε τα χείλη με μορφασμό δυσαρέσκειας, σαν να εταλάνιζε τον ψαρή και την κατάστασή του. Κ' έξαφνα, σαν να αισθάνθηκε κανένα πίσω του, επρόγγιξεν ολόκορμο, εφτερνοκόπησε τη γη, ετίναξεν εμπρός το κεφάλι του κ' ελάκησε πέρα, τρανολαλώντας με την μεταλλική φωνή του στον αιθέρα την πύρινη ζωή και την λαχτάρα, που διαδέχεται παντού στη φύση τη ραθυμία και την κακομοιριά κάθε ζωντανού".


Πίνακας: George Morland “Old horses with a dog in a stable”, 1791




Σαν τον σπουργίτη...



«Για να δώσεις ζωή πρέπει πρώτα να πάρεις.
Καθώς η θλίψη μας σωριάζεται
στη χιλιοματωμένη θάλασσα,
προσπερνώ μυριάδες αυτοσπαραζόμενα κοπάδια
πλασμάτων με άσπρα πόδια και ξασπρισμένες κοιλιές.
Σαπίζουν ολοένα πεθαίνοντας. Ξεφωνίζουν
σε άγριους καβγάδες.
Καλό μου παιδί, σου πρόσφερα
μονάχα ό,τι κι ένας σπουργίτης.
Είμαι γέρος, όταν είναι της μόδας να 'σαι νέος.
Κλαίω, όταν είναι της μόδας να γελάς. Σε μίσησα,
όταν χρειαζόταν πολύ λιγότερο κουράγιο ν' αγαπάς.»


Charles Bukowski. "Σαν τον Σπουργίτη". Από τη συλλογή ποιημάτων του "Τρόμου και Αγωνίας Γωνία" (μετάφραση, Γιώργος Μπλανάς)






Μια ψαρόβαρκα η αγάπη μου...



Ήταν βράδυ· το βιβλίο στα χέρια μου φάνταζε βαρύ και τα μάτια μου σιγόκλειναν. Τότε ήταν που έπεσα σ’ ένα μικροσκοπικό διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη, με τίτλο "Η Βαρκούλα". Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1894 - πριν 120 χρόνια.

Ξεκίνησα να το διαβάζω στα γρήγορα, η σκέψη μου στον ύπνο που θα ακολουθούσε μόλις το τελείωνα. Μα μόλις έφτασα στο τέλος, για δες – δε νύσταζα πια. Ένα τόσο δά κείμενο, που έμοιαζε να μιλάει απλά για μια βάρκα στη θάλασσα, μα στο βάθος ξεχείλιζε νοήματος...

Ας το μοιραστώ λοιπόν μαζί σας.


"Είναι τώρα τρία χρόνια που έβλεπα μια βαρκούλα, μακριά μακριά, στου πελάγου την άκρη. Έν' άσπρο σημαδάκι, και τίποτις άλλο. Μα τι ομορφιά που την είχε στα γαλάζια νερά! Το κοίταζα και δεν το χόρταινα! Σιγά σιγά από σημαδάκι έγινε σωστό πανί, ένα πανί και καλό το είχε η αξέχαστη εκείνη βαρκούλα.

Άλλος ένας χρόνος, κ' έβλεπες και το χαριτωμένο σκαφάκι της, που τάσκιζε τα κύματα κι όλο ήρχουνταν, ήρχουνταν. Ακόμα λιγάκι, κ' έβλεπες και το ναύτη μες στη βαρκούλα. Τι μαγευτικό πράμα. Τι Θεός εκείνος που αρμένιζε εκεί μέσα! Έλεγες κ' έπαιζε με τη θάλασσα το σκαφάκι, καθώς επλησίαζε την ακρογιαλιά. Έτσι σου ερχότανε να τρέξης και να το αγκαλιάσης. Τάκουγες τώρα το γλυκό μουρμουρητό του αφρού που σήκωνε η πεταχτή πλώρη του, τάκουγες και το πανάκι που πετούσε στ' αγέρι καθώς κατέβαινε.

Κατέβηκε το πανί. Σηκώνετ' ο ναύτης, το δένει, παίρνει το κοντάρι, και φέρνει τη βάρκα κατά την ακρογιαλιά. Τρέχω να πηδήξω μέσα και να τη χαρώ τη βαρκούλα. Τι πράμα είταν εκείνο! Τι ανυπόφερτη σιντίνα και ψαρίλα, τι παλιόξυλα και κατραμωμένα σκοινιά ριγμένα δω και κεί! Και ο ναύτης! Τι χαμένο κορμί, που μήτε με καλημέρισε!

Αχ, είταν η αγάπη μου κ' η ελπίδα μου! Κατάλευκη βαρκούλα στα μακριά και στάραγμά της - ψαρόβαρκα!"






Η Μεγάλη Νοσταλγία



«Τ' άλλα ειπώθηκαν σιγανά σαν προσευχή: "Φίλιππε,
θεία Ρόζα, Άννα..."

αλλά τι σημασία έχουν τα ονόματα αφού είμαστε όλοι
ξένοι και το σκοτάδι έρχεται καθώς νυχτώνει
αν όχι για να κρύψει κάποιο μεγάλο μυστικό.

Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που πότε δεν ζήσαμε
κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας..."


Τάσου Λειβαδίτη, "Η Μεγάλη Νοσταλγία". 

Ο πίνακας στην εικόνα είναι του Νορβηγού Ιμπρεσιονιστή Frits Thaulow.







Μα κάπου εδώ ο χρόνος μας τελειώνει – και μαζί του κλείνουν οι πύλες στο Λαγούμι μας. 


Η συνέχεια, φίλε αναγνώστη, στις σελίδες κάποιου δικού σου βιβλίου... και στα κοινά μονοπάτια των ονείρων μας. Καλή αντάμωση.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»









Paul Klee

24 Μαρτίου 2016

Η Παράσταση





Βρισκόμουν σε μια πελώρια, αχνοφωτισμένη αίθουσα με θεατρικές θέσεις. Οι θέσεις έφταναν ως πέρα και στο βάθος, θαμμένη στο μισόφως, διέκρινες τη σκηνή. Η παράσταση φαίνεται πως είχε αρχίσει, πρόσεξα μάλιστα κάποιους ηθοποιούς πάνω στην εξέδρα. Πράγμα παράξενο όμως, δεν φαίνονταν να μιλούν ή να παίζουν κάποιο ρόλο – απλά στέκονταν όρθιοι και κοιτούσαν βαριεστημένα το κοινό. Θα είναι μέρος του ρόλου τους, σκέφτηκα, ενώ έψαχνα μια θέση να κάτσω.

Αρκετές θέσεις ήταν άδειες – υπό κανονικές συνθήκες θα έβγαζα το συμπέρασμα πως ήταν λιγοστοί οι θεατές, μα επρόκειτο για τόσο πελώρια αίθουσα που θα ήταν μάλλον αδύνατο να γέμιζε ούτως ή άλλως. Ήταν πολλές οι θέσεις – όχι λιγοστοί οι θεατές. Περισσότερο με παραξένεψε όχι η ποσότητα, μα η εμφάνιση των θεατών: οι περισσότεροι ήταν ντυμένοι με τις πιτζάμες και τα ρούχα του ύπνου τους. Κάποιοι μάλιστα είχαν απλώσει ως πέρα τα πόδια και κοιμόντουσαν, άλλοι πάλι παρακολουθούσαν την παράσταση με τα βλέφαρά τους βαριά από τη νύστα. Ένας βούρτσιζε τα δόντια του. Δυο παιδιά είχαν αποκοιμηθεί γερμένα στη μαμά τους. Ένας γέρος ροχάλιζε. Κανείς όμως δεν έδειχνε πως θέλει να φύγει.

Πού και πού κάποιοι απ’ τους ηθοποιούς φαίνεται πως έλεγαν κάτι – μα δεν μπορούσα να ακούσω, έπρεπε να μιλήσουν δυνατότερα. Σκόρπιοι θεατές μέσα στο πλήθος παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, ένας μάλιστα σημείωνε κάτι σ’ ένα μπλοκάκι που κρατούσε. Φορούσε πιτζάμα με ρίγες και καφέ παντόφλες. Ένας αρωματικός καφές άχνιζε δίπλα του – τον είδα και θέλησα να βουτήξω μέσα του ένα μπισκότο που βρέθηκε στην τσέπη μου, μα σκέφτηκα πως ίσως προσβληθεί κι έτσι δεν έκανα τίποτα. Έφαγα το μπισκότο, το κρατς κρατς έκανε θόρυβο και φοβήθηκα πως οι θεατές ίσως ενοχληθούν – μα οι περισσότεροι κοιμόντουσαν. Διακριτικά άνοιξα δρόμο μέσα από ένα διάδρομο (προσέχοντας μη σκοντάψω στα απλωμένα πόδια τους) και βυθίστηκα σε μια αναπαυτική θέση.

Για αρκετή ώρα κοιτούσα μπροστά μου, στη σκηνή, τον κόσμο που ερχόταν κι έφευγε κι έδειχνε να μιλάει πού και πού, χωρίς να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Ήμουν ικανοποιημένος, δίχως να γνωρίζω το λόγο. Η θέση ήταν τόσο αναπαυτική, που ένιωσα την ανάγκη να βγάλω τα παπούτσια μου. Η ατμόσφαιρα του χώρου σε προϊδέαζε για έναν γλυκό ύπνο.


***


 Κάποια στιγμή κάποιος με σκούντηξε ελαφρά. «Η σειρά σου», μου είπε. Κινήθηκα απότομα. «Ορίστε;», έκανα ταραγμένος. «Η σειρά σου», επανέλαβε κάποιος. Παρατήρησα τότε πως κάποιοι απ’ τους θεατές εγκατέλειπαν τις θέσεις τους και ανέβαιναν πάνω στη σκηνή. Ήταν και αυτοί μέρος του έργου!

«Συγγνώμη, κάποιο λάθος θα έγινε...», είπα μασουλώντας τα λόγια μου. «Εδώ ήρθα για να ΔΩ την παράσταση, όχι να παίξω σε αυτήν!».

Κάποιοι απ’ τους θεατές με κοίταξαν φανερά ενοχλημένοι. Ένα παιδάκι σχεδόν έβαλε τα κλάματα. Είχε αρχίσει να με λούζει κρύος ιδρώτας. Μα πως βρέθηκα εδώ μέσα, πως; Συνειδητοποίησα τότε πως δεν θυμόμουν γιατί είχα έρθει – και πως επιλογή να φύγω δεν υπήρχε.

«Κύριοι, ακούστε με, σας παρακαλώ», έκανα προσπαθώντας να βρω μια λύση. «Μπορώ να ορκιστώ με κάθε βεβαιότητα πως δεν είμαι ηθοποιός και πως ήρθα εδώ με σκοπό να ψυχαγωγηθώ. Να, ορίστε κι ένα μπισκότο στην τσέπη μου (ή ό,τι έμεινε από αυτό), δείτε το, έτρωγα, είναι δυνατόν να έτρωγα και να ήμουν ένας απ’ τους ηθοποιούς;»

Τα βλέμματα γύρω μου ήταν σκοτεινά. Κατάλαβα πως δεν ήταν έξυπνο το επιχείρημά μου. Αχ, πως θα ξεφύγω από αυτό!

«Κύριοι, σας παρακαλώ, σας ικετεύω, δεν γνωρίζω εγώ από αυτά, ίσα να έχω πάει σε άλλη μια παράσταση σε όλη μου τη ζωή, μη με αναγκάσετε να ανέβω εκεί πάνω, κι έπειτα τί θα πω, δεν ξέρω τα λόγια μου, απ’ το σχολείο ακόμα τα ξεχνούσα, κι όλος αυτός ο κόσμος να κοιτάζει από κάτω, αχ, μη μου το κάνετε αυτό, υπάρχουν άνθρωποι που είναι γεννημένοι ηθοποιοί, εγώ όμως όχι, δεν είμαστε όλοι το ίδιο και αυτή είναι η ομορφιά του ανθρωπίνου είδους, ξέρετε, η διαφορετικότητα, όλοι διαφορετικοί, όχι πως δεν πιστεύω στην ισότητα, πιστεύω, μη με παρεξηγήσετε, ίσοι μα διαφορετικοί, στον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του και ανάλογα με τις ανάγκες του, ναι αυτό το θυμάμαι, όχι, μη με κοιτάτε έτσι, θα ξεχάσω όσα γνωρίζω, αχ σας παρακαλώ...»

Παρουσίαζα σίγουρα ένα αξιοθρήνητο θέαμα, έτσι όπως έσκουζα κι έψαχνα δικαιολογίες.

Χωρίς να γνωρίζω πώς, σηκώθηκα απ’ τη θέση μου κι άρχισα να πλησιάζω στη σκηνή. Τα μάτια όλων ήταν στραμμένα πάνω μου. «Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ...», ψέλλιζα, μα ούτε που πίστευα τα λόγια μου πλέον. «Δε θέλω, δε θέλω, είναι ένα όνειρο, ναι, είναι ένα κακό όνειρο», σκέφτηκα τότε. «Και η αίθουσα, και οι θεατές με τις πιτζάμες και εγώ πάνω στη σκηνή, ναι, είναι όλα μέρος ενός ανόητου ονείρου, δεν εξηγείται αλλιώς. Που ακούστηκε να υπάρχουν τέτοια θέατρα. Όλα αυτά είναι παράλογα. Ξύπνα, ξύπνα, πρέπει να ξυπνήσεις», επαναλάμβανα με αγωνία.

«Ξύπνα. Ξύπνα. Ξύπνα»...


Ξύπνησα.

Βρισκόμουν σε μια θέση. Κοίταξα διστακτικά γύρω μου: ηταν εκεί ο αχνοφωτισμένος θεατρικός χώρος, οι θεατές με τις πιτζάμες, και η σκηνή με τους ηθοποιούς πέρα μακριά, στο βάθος. Μα δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς – τι καλά, δεν ήμουν ένας απ’ αυτούς! Ήταν όλα ένα όνειρο λοιπόν... Βρισκόμουν ξανά στον κανονικό κόσμο. Εκεί, στην αίθουσα, πλάι στους μισοκοιμισμένους θεατές με τις πιτζάμες.


Με ένα χαμόγελο μακάριας ανακούφισης, βυθίστηκα στη θέση μου και συνέχισα τον ύπνο μου.




21 Ιουλίου 2015

30 και Ένας Λόγοι για να διαβάσετε το Sandman





«Κάποιες φορές βλέπεις στον ύπνο σου πως πέφτεις. Τρία πράγματα μπορούν να συμβούν τότε. Το πρώτο είναι να πέσεις – και η πτώση είναι επώδυνη. Το δεύτερο είναι να ξυπνήσεις – και να συνειδητοποιήσεις τότε πως ονειρευόσουν…»

«Και το τρίτο;»

«Το τρίτο είναι να πετάξεις. Γιατί πέφτοντας μαθαίνεις να πετάς».


Εισαγωγή


Πάμε πίσω στα Nineties. Η εποχή των Nirvana και του grunge. Των ρέιβ πάρτυ. Της Generation X. Της πτώσης του Τείχους. Της ιδιωτικής τηλεόρασης και των εισαγόμενων show. Των Simpsons και του Beavis & Butthead. Του Jurassic Park. Του ξέφρενου καταναλωτισμού και της μεγάλης ευφορικής ψευδαίσθησης. Η εποχή που οι Τρύπες έλεγαν σ’ ένα στιχάκι, κάπου: «η ζωή είναι μεγάλη, μη την κάνεις καρναβάλι».

Ήταν επίσης η εποχή που ο κόσμος των κόμικς γνώρισε ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία του – ιστορία ενός αιώνα, που τώρα πλέον έβλεπε τους καρπούς της να ενηλικιώνονται. Ήταν μια σειρά που χάραξε ανεξίτηλο το όνομά της στα χρονικά της Ενάτης Τέχνης, ανοίγοντας δρόμους και ορίζοντες για πλήθος δημιουργών και έργων που θα ακολουθούσαν. Ένα έργο που ανέπνεε τον απατηλό-ονειρικό αέρα των 90’s, μα παράλληλα ζούσε πέρα από αυτά – πέρα από τις δεκαετίες, πέρα από τον χρόνο τον ίδιο.

Ο λόγος για το “Sandman” του Neil Gaiman.

Ξεκινώντας στα τέλη της δεκαετίας του 80 και εκτείνοντας την εκδοτική του διαδρομή μέχρι το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 90, το “Sandman” άφησε το δικό του αποτύπωμα στην παράξενη εκείνη εποχή του. Μην σας δίνεται όμως η εντύπωση πως πρόκειται απλά για ένα σπουδαίο έργο κόμικς – γιατί τότε μάλλον δεν γίνεται κατανοητό το νόημα αυτής της εισαγωγής. Το “Sandman” συνιστά αναμφίβολα μια εξαιρετική σειρά κόμικς – μα όχι μόνο. Η σημασία του απλώνεται πέρα από το μέσο – όπως κάποια είδη μουσικής ταυτίζονται με μια ολόκληρη εποχή, έτσι και η σειρά του Neil Gaiman έφτασε να χαράξει τους καιρούς της. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία πολιτισμικά παράγωγα μιας ολόκληρης δεκαετίας. Βρίσκεται εκεί ψηλά με τα κορυφαία καλλιτεχνικά έργα των καιρών του.

Και αν η εισαγωγή δεν σας έπεισε, ακολουθούν 30 και ένας λόγοι για τους οποίους οφείλετε να διαβάσετε το συγκεκριμένο έργο – ή να το ξαναδιαβάσετε, σε περίπτωση που έχουν περάσει πολλά χρόνια και το έχετε ξεχάσει. Και τότε τα λόγια αυτά θα ξεδιαλύνουν από πάνω τους τις νεφέλες του ονείρου και για λίγο έστω θα αποκαλυφτούν στην κανονική τους διάσταση – μέχρι το όνειρο να σας ταξιδέψει πάλι σε μυστήριες διαδρομές.

Τριάντα και ένας λόγοι για να διαβάσετε το “Sandman”… Το αφιέρωμά μας τώρα ξεκινά. Παρακαλώ περάστε στον κόσμο του Ονείρου.






1 # Δεν έμοιαζε με κανένα άλλο mainstream comic των καιρών του



Ο κόσμος των αμερικανικών κόμικς είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες στις συνειδήσεις του κόσμου με υπερήρωες, σατιρικά στριπ, ιστορίες φαντασίας, περιπέτειες με ζωάκια και γυναίκες με επικίνδυνες καμπύλες. Ήταν ένας κόσμος που ασφαλώς μας είχε δώσει πολλά και σπουδαία έργα στη διάρκεια της αιωνόβιας ιστορίας του – μα κάποια στιγμή έδειχνε να περιορίζεται εντός συγκεκριμένων θεματικών στεγανών.

Υπήρχε βέβαια και το αμερικανικό Underground, το οποίο ήδη από τα χρόνια της δεκαετίας του 60 είχε αποκαλύψει μια εναλλακτική διάσταση στα κόμικς και στη δυνατότητά τους να μιλήσουν για ζητήματα της καθημερινότητας και της σύγχρονης κουλτούρας, ξεφεύγοντας από τα στερεότυπα και ανοίγοντας νέους δρόμους έκφρασης. Μα όπως λέει το όνομά του, το “underground” παρέμενε ένα είδος ξέμακρο από τη μαζική αποδοχή – τις περισσότερες φορές σκόπιμα, όντας ενάντιο στην αισθητική της.

Στο μεταξύ ο κόσμος των ευρωπαϊκών (κυρίως γαλλόφωνων) κόμικς ακολουθούσε τη δική του πορεία, παραχωρώντας εξαιρετικά ενδιαφέροντα έργα, ικανά να αγγίξουν ένα περισσότερο φιλομαθές και εκλεπτυσμένο κοινό. Μα η καρδιά της βιομηχανίας των κόμικς χτυπούσε στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού – και προς το παρόν η πλευρά αυτή πετούσε στον αέρα παρέα με τους – κουρασμένους πλέον – υπερήρωές της.

Μέχρι που φτάσαμε στα 80’s. Και τα αμερικανικά κόμικς έδειχναν πως ήθελαν πια να ενηλικιωθούν. Το πρώτο βήμα ήταν να απομακρυνθεί ο κατάπτυστος κώδικας που ίσχυε ως τότε (ξεκινώντας από τη δεκαετία του 50), ο οποίος απαγόρευε τη χρήση συγκεκριμένων θεμάτων που κρίνονταν «ακατάλληλα». Πλέον τα πάντα επιτρέπονταν. Το δεύτερο βήμα ήταν να καταπιαστούν με θέματα που έσπαγαν τα στερεότυπα του είδους. Και αυτό ακριβώς έγινε. Ήταν κάπως σαν τη μουσική μεταμόρφωση του Indie της δεκαετίας του 80 στο Grunge των 90’ς. Εκεί που το εναλλακτικό underground έγινε κοινής αποδοχής.

Το “Sandman” υπήρξε η πρώτη μεγάλης έκτασης δημοφιλής σειρά κόμικς που ξέφευγε πλήρως από κάθε κλισέ και στεγανό. Πρωταγωνιστές δεν είναι υπερήρωες με μάσκες. Δεν θα βρείτε μονομαχίες καλού ενάντια στο κακό, στερεότυπες ατάκες, τυπικές εικονογραφήσεις και προκατασκευασμένα σενάρια. Επρόκειτο για κάτι εντελώς καινούργιο.






2 # O Neil Gaiman είχε δάσκαλο τον κορυφαίο όλων



Δείξε μου τον δάσκαλό σου, να σου πω μέχρι που μπορείς να φτάσεις. Πρόκειται για μια αλήθεια που ισχύει για κάθε τομέα της επιστήμης και της τέχνης – και φυσικά η περίπτωση των κόμικς δεν θα μπορούσε να διαφέρει. Ως τα μισά της δεκαετίας του 80, ο Neil Gaiman ήταν ένας μάλλον άγνωστος συγγραφέας με δημοσιογραφικό παρελθόν, ο οποίος έγραφε εδώ κι εκεί σενάρια για κόμικς της DC, καταμεσής σκόρπιων διηγημάτων. Τότε ήταν που ήρθε σε επαφή με τις ιστορίες του Alan Moore. Η αρχή είχε γίνει.

Κάθε καλλιτεχνικό είδος έχει τους πρωτοπόρους του – αναμφίβολα για τον κόσμο της 9ης Τέχνης, ο Moore ήταν τέτοιος. Εκείνος ήταν που έδωσε την αρχική ώθηση στο είδος, μεταμορφώνοντας τους ισχύοντες κανόνες του και θέτοντας καινούργιους. Ήταν τα δικά του έργα, στη διάρκεια της δεκαετίας του 80, εκείνα που αναδιαμόρφωσαν τον χάρτη των κόμικς, αποκαλύπτοντας πτυχές που κανείς ως τότε δεν είχε φανταστεί. Ήταν ο Moore εκείνος που τα έβγαλε από την μακρόχρονή τους εφηβεία και αποκάλυψε πως τα κόμικς μπορούν να σταθούν επάξια δίπλα σε μεγάλα έργα λογοτεχνίας και τέχνης. Μα για να γίνει αυτό πρέπει κάποιος να υπερβεί τα φράγματα που ορθώνονταν ως τότε – να βαδίσει σε άγνωστους, ανεξερεύνητους δρόμους και σαν άλλος μάγος, να πλάσει νέες πραγματικότητες με το μαγικό ραβδί του.

Ο Gaiman θαύμαζε το έργο του Moore και είχε γνωριστεί προσωπικά μαζί του. Η επίδραση του “Swamp Thing” (της θρυλικής σειράς του Moore που μεταμόρφωσε τον χάρτη της DC) ήταν μάλιστα τόσο μεγάλη που ο Gaiman συμπεριέλαβε ορισμένους από τους χαρακτήρες του στο “Sandman” – το Matthew το κοράκι και τον ντετέκτιβ John Constantine, για παράδειγμα.

Η επιρροή του Alan Moore φαίνεται εξάλλου και στον τρόπο γραφής του Gaiman. Ένας τρόπος αμιγώς λογοτεχνικός, βαθιά περιγραφικός, ως ποιητικός σε σημεία, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην αλληλεπίδραση της εικόνας με τα πλαίσια του κειμένου και στη μεταξύ τους αλληλουχία. Τα κόμικς απείχαν πολύ πια από τις ιστορίες του παρελθόντος…



Neil Gaiman - Alan Moore


3 # Ξεπέρασε τα σχεδιαστικά στεγανά του παρελθόντος, εκτοξεύοντας τα κόμικς σε νέες εικαστικές κατευθύνσεις



Θα μπορούσαμε εναλλακτικά να βαπτίσουμε το τρίτο αυτό επιχείρημα με το ονοματεπώνυμο: Dave McKean. Το ίδιο θα έκανε. Ο McKean υπήρξε ο σημαντικότερος συνεργάτης του Gaiman, από το πρώτο κιόλας τεύχος του Sandman, ως το τελευταίο. Ήταν υπεύθυνος για την εικαστική επιμέλεια και τον σχεδιασμό των εξωφύλλων της σειράς.

Και τι εξώφυλλα ήταν αυτά! Ποτέ ξανά ο κόσμος των κόμικς δεν είχε δει αντίστοιχα! Ως τότε τα εξώφυλλα ακολουθούσαν την αμιγώς σκιτσογραφική λογική του εσωτερικού σχεδιασμού – κάποιο σκίτσο, συνοδευόμενο από τον τίτλο της σειράς, τον αριθμό του τεύχους, τα γνωστά. Μα το “Sandman” ξέφυγε εντελώς από τη λογική αυτή. Τα παραδοσιακά εικαστικά παραχώρησαν τη θέση τους στα εικαστικά της νέας εποχής. Κολλάζ, συνθέσεις με φωτογραφίες, γραφιστική αισθητική, επιρροές από τέχνη του μοντερνισμού, ψηφιακές συνθέσεις – δημιουργία απόλυτα ελεύθερη, πέρα από κάθε όριο εκτός εκείνου της φαντασίας του καλλιτέχνη.

Ήταν τα έργα του Dave McKean. Ήταν τα εξώφυλλα και ο σφαιρικός εικαστικός σχεδιασμός του “Sandman”, βαθιά ατμοσφαιρικά και επιβλητικά μέσα στην διαφορετικότητά τους. Αληθινά έργα τέχνης, αποκαλύπτοντας πως τα κόμικς μπορούν να κατορθώσουν πολύ περισσότερα, αν επιθυμήσουν να βγουν από το προστατευτικό, στερεότυπό τους πλαίσιο – αν συνειδητοποιήσουν τις ανεξάντλητες εικαστικές δυνατότητες που έχουν.

Σαν άλλοι θαλασσοπόροι, οι δημιουργοί και οι προπάτορες του Sandman εξερευνούσαν νέες θάλασσες, ανακάλυπταν καινούργιες χώρες.






4 # Υπήρξε η πρώτη αμιγώς εναλλακτική σειρά κόμικς που σημείωσε τόση μαζική επιτυχία


Τα εναλλακτικά κόμικς είχαν ιστορία δεκαετιών πίσω τους – μια ιστορία, που όπως αναφέραμε, εκτεινόταν σε ένα επίπεδο περισσότερο Underground. Στα 80’ς συγγραφείς όπως ο Moore, ο Art Spiegelman (του “Maus”) και ο Frank Miller συνέβαλαν στην κριτική και ποιοτική εκτόξευση των κόμικς – τα οποία πλέον αντιμετωπίζονταν σαν ισότιμα έργα τέχνης με τα ξαδέρφιά τους, του κινηματογράφου, της μουσικής και της λογοτεχνίας. Το “Sandman” ακολούθησε τα χνάρια των προκατόχων του και πήγε ακόμα παραπέρα – τα mainstream στοιχεία είναι πια τόσο λίγα, που χρειάζεται μικροσκόπιο για να τα εντοπίσει κάποιος. Τα περισσότερα απαριθμούνται ουσιαστικά στα πρώτα τεύχη της σειράς, όταν ο Gaiman αναζητούσε ακόμα το ύφος και το στυλ που θα ακολουθήσει. Δεν είναι τυχαίο που τα πρώτα τεύχη του “Sandman” είναι ίσως και τα πιο αδύναμα. Συναντάει εκεί κανείς αρκετά ίχνη από την παραδοσιακή, ως στερεότυπη, αισθητική της παλιάς DC – μα σύντομα ο Gaiman έμελλε να την τοποθετήσει εντελώς στην άκρη. Ο ίδιος παραδέχτηκε αργότερα πως «τότε ακόμα δεν είχα βρει τη φωνή μου».

Χρειάστηκε λίγους μήνες μέχρι ο “Sandman” (και ο δημιουργός του) να «βρουν τη φωνή τους» - να μιλήσουν με τον τρόπο που επιθυμούσαν, πέρα από κάθε εμπορικό περιορισμό. Μα όταν πια συνέβη αυτό (το οποίο θα μπορούσαμε να οριοθετήσουμε στο τεύχος 8 της σειράς, που τιτλοφορείται “The Sound of Her Wings”), τίποτα δεν θα ήταν πια ίδιο. Τα θεματικά στερεότυπα εγκαταλείφτηκαν πλήρως και τη θέση τους πήραν θέματα που δεν είχε δει ξανά ο κόσμος των κόμικς. Και το σημαντικότερο όλων είναι πως όσο η σειρά εγκατέλειπε τα στεγανά των παραδοσιακών κόμικς, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία σημείωνε. Φτάνοντας στον δεύτερο πια χρόνο της, έχοντας μπει πλέον στη δεκαετία του 90, το “Sandman” στις ΗΠΑ είχε πια μετατραπεί σε μαζικό φαινόμενο. Η απήχησή του ξεπερνούσε το όριο των πωλήσεων – ο κόσμος μιλούσε γι’ αυτό, συζητούσε για τους χαρακτήρες του, ταυτιζόταν με τη γλώσσα του – μια γλώσσα μοντέρνα, εναλλακτική, βαθιά μυθιστορηματική. Οι φιγούρες του Μορφέα και της Θανάτου είχαν κυριεύσει τις συνειδήσεις του κοινού και τα εξώφυλλα του Dave McKean αποκάλυπταν μια νέα τέχνη σε μαζικά επίπεδα.






5 # Κεντρικός ήρωας είναι ο Μορφέας



Ο άρχοντας των Ονείρων. Ο κλειδοκράτορας της πύλης της φαντασίας και του μύθου. Του υπερρεαλιστικού και του συμβολικού. Του ορίου ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο – υπάρχει άραγε τέτοιο όριο; Αυτός είναι ο Μορφέας. Ντυμένος στα μαύρα, ικανός να μεταμορφώνεται ανάλογα με το βλέμμα εκείνου που τον βλέπει και την εποχή στην οποία εμφανίζεται. Βυθισμένος βαθιά στις σκέψεις και στους προβληματισμούς του, ακολουθώντας πάντα το καθήκον του, ο Μορφέας δεν έχει καμία απολύτως σχέση με οποιοδήποτε άλλο χαρακτήρα σε οποιοδήποτε άλλο έργο.

Είναι αέναος – υπήρχε πριν απ’ τους θεούς. Μα ταυτόχρονα είναι βαθιά ανθρώπινος, εύθραυστος μέσα στην λεπτότητά του. Μελαγχολεί, θλίβεται, ξεσπάει, ερωτεύεται. Βασανίζεται από συγκρούσεις ανάμεσα στο καθήκον του και στα συναισθήματά του. Θα τον δεις να ταΐζει περιστέρια σε μια πλατεία, ντυμένος σ’ ένα τζάκετ, μελαγχολικός, αποζητώντας κάποιο σκοπό σε μια πραγματικότητα που ορισμένες φορές στερείται νοήματος. Είναι παντοδύναμος – και ταυτόχρονα βαθιά περιορισμένος από δυνάμεις που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του. Θυμίζει ήρωα αρχαίας τραγωδίας, ακολουθώντας δρόμους επώδυνους και αναπόφευκτους ταυτόχρονα. Μια πορεία που δείχνει να έχει χαραχτεί από πριν, μα την οποία απαιτεί σθένος για να ακολουθήσεις.

Και συ, ο αναγνώστης, ταυτίζεσαι σε πολλά μαζί του. Νιώθεις σχεδόν πως είναι ένας παλιός, πολύ παλιός γνωστός σου – σε συντροφεύει εξάλλου στις νυχτερινές περιπλανήσεις σου. Εσύ δεν το γνωρίζεις. Μα κάθε φορά που ονειρεύεσαι, βρίσκεται εκεί, βλέποντας κι αυτός τα όνειρά σου, νιώθοντας τους φόβους σου, τρέφοντας τις ελπίδες σου.

Αυτός είναι ο Μορφέας. Είναι η προσωποποίηση των Ονείρων – όμορφων ή άσχημων, ελπιδοφόρων ή απατηλών.

Και είναι μόνος, σαν εσένα. Και στην άβυσσο των ματιών του βλέπεις τα άστρα να σπιθίζουν. Και στο σπάνιο του χαμόγελο βλασταίνουν νέοι κόσμοι.






6 # Πρωταγωνιστές είναι το Όνειρο, η Μοίρα, ο Θάνατος, η Επιθυμία, η Καταστροφή, η Απελπισία, το Ντελίριο



Δεν πρόκειται για μεταφορά ή σχήμα λόγου. Κυριολεκτικά, πρωταγωνιστές στο “Sandman” είναι οι συγκεκριμένες φυσικές δυνάμεις, προσωποποιημένες, λαμβάνοντας μορφή ανθρώπινη (τις περισσότερες φορές), ώστε να μπορούν να γίνουν κατανοητές από τους ανθρώπους που έρχονται σε επαφή μαζί τους. Όπως οι αρχαίοι θεοί συχνά προσωποποιούσαν δυνάμεις της φύσης, έτσι και οι «Αέναοι» (The Endless) στο “Sandman” αναπαριστούν δυνάμεις ριζωμένες στην κοσμική πραγματικότητα – μα και στην δική σου, την καθημερινή, ανθρώπινη πραγματικότητα. Γιατί εμπεριέχεις ένα κομμάτι του κόσμου και ο κόσμος εμπεριέχεται σε σένα.

Η μεγάλη σύλληψη του Neil Gaiman ήταν πως μετέτρεψε τις αέναες αυτές δυνάμεις σε πρόσωπα που νιώθεις πως έχουν σάρκα και οστά – και έχτισε μια μυθιστορηματική οικογένεια, στα πλαίσια των παλαιών μύθων. Αυτή ακριβώς η Οικογένεια των Αέναων βρίσκεται στο επίκεντρο της σειράς. Τα αδέρφια του Μορφέα, τα οποία τρέφουν ποικίλα συναισθήματα το ένα για το άλλο και στη μεταξύ τους δυναμική ξεδιπλώνεται – σαν αρχαία τραγωδία – η ιστορία του έργου. Ας τους πάρουμε έναν έναν:

Destiny: Ο μεγαλύτερος αδερφός, ο πρωτογέννητος. Εκείνος που κραδαίνει το βιβλίο της μοίρας. Κρυμμένος μέσα στην κουκούλα του, μιλώντας αινιγματικά, γνωρίζει μα δεν αποκαλύπτει. Κάποιοι λένε πως είναι τυφλός – άλλοι πως βλέπει τα πάντα.

Death: H Θάνατος, προσωποποιημένη, έχοντας λάβει τη μορφή ενός νεαρού, μαυροντυμένου κοριτσιού. Παρουσιάζεται μπροστά σου όταν έρχεται η ώρα να φύγεις απ’ τον κόσμο. Λένε πως μια φορά στα 100 χρόνια γίνεται θνητή η ίδια – σκοπός της να δει τα πράγματα υπό την οπτική ενός θνητού. Να καταλάβει πως είναι να σε παίρνει ο θάνατος.

Dream: Ο Μορφέας, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου. Προσωποποίηση του Ονείρου. Μέσα από το δικό του βλέμμα ξεδιπλώνεται το νήμα της ιστορίας.

Destruction: Ο χαμένος αδερφός, εκείνος που εγκατέλειψε το καθήκον και τ’ αδέρφια του. Προσωποποίηση των δυνάμεων της καταστροφικότητας – απαραίτητης ωστόσο για να υπάρξει δημιουργία. Χαμογελαστός, βροντόφωνος, υποστηρικτής της αδιάκοπης κίνησης των πάντων. Τα πάντα ρει.

Desire: Η ερμαφρόδιτη ενσάρκωση της Επιθυμίας. Άντρας και γυναίκα ταυτόχρονα. Συχνά σε σύγκρουση με το Μορφέα, το αστραφτερό της χαμόγελο και τα μαγευτικά της μάτια ενίοτε κρύβουν καταχθόνιους σκοπούς.

Despair: Η δίδυμη της Επιθυμίας – και το ακριβώς αντίθετο στην όψη. Μικρή, χοντρή και άσχημη, η Απελπισία εμφανίζεται στις σκοτεινότερες στιγμές σου. Και αν κάποιες φορές υποφέρει η ίδια απ’ το βαρύ καθήκον της, φροντίζει να μην το φανερώνει.

Delirium: Η μικρότερη της οικογένειας, ένα κοριτσάκι ηλικίας εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων. Κάποτε ονομαζόταν Delight και ενσάρκωνε την αδιάκοπη Απόλαυση. Κάτι συνέβη όμως και από Delight έγινε Delirium. Μια σπίθα χάους με πολύχρωμα μαλλιά, ακατάστατο λόγο και τον αυθορμητισμό ενός παιδιού. Μα όταν αποφασίζει να μιλήσει σοβαρά, λέει βαθιές αλήθειες.







7 # Πρόκειται για μια σύγχρονη Μυθοπλασία, στα πρότυπα της αρχαίας μυθολογικής και ποιητικής σκέψης



Οι μύθοι διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στο “Sandman”. Θα μπορούσαμε να πούμε πως συνιστούν το επίκεντρο του έργου. Ο Gaiman αντλεί στοιχεία από τις μυθολογίες των λαών και δημιουργεί ένα θεματικό πλαίσιο που φαντάζει βγαλμένο από τη φιλοσοφική σκέψη της αρχαιότητας. Η ελληνική ποιητική δημιουργία βρίσκεται από πολλές απόψεις στον πυρήνα του έργου. Η αίσθηση του ήρωα που αντιπαλεύει με δυνάμεις μεγαλύτερες απ’ τον ίδιο, η ιδέα της παντοδύναμης μοίρας στην οποία υπόκεινται και οι θεοί οι ίδιοι, το πλέξιμο πολλών μικρών, φαινομενικά ασύμβατων μεταξύ τους γεγονότων σε ένα κεντρικό ιστορικό νήμα, οι πολλαπλοί δρόμοι που απλώνονται μπροστά σου – μα αν κοιτάξεις πίσω σου, θα δεις έναν δρόμο και μοναδικό… όλα αυτά θυμίζουν το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίσσονταν οι αρχαίες τραγωδίες.

Στις σελίδες του “Sandman” βλέπουμε να παρελαύνουν οι Μούσες, οι Μοίρες, οι Ευμενίδες/Ερινύες, οι θεοί του Κάτω Κόσμου, θεότητες της σκανδιναβικής μυθολογίας, θεοί της Αιγύπτου, μυθολογικές παραδόσεις των Εβραίων, της ανατολικής Ευρώπης, φτάνοντας ως τη μακρινή Ανατολή. Στα μυθολογικά αυτά πλαίσια έχει συμπεριλάβει ο Gaiman την οικογένεια των Αέναων – το Μορφέα και τ’ αδέρφια του. Το αποτέλεσμα όχι μόνο δεν είναι κιτς (όπως καταλήγουν διάφορες μετατροπές σε κόμικς των μυθολογικών ηρώων), μα αντίθετα γίνεται απολύτως πειστικό, μένοντας απόλυτα πιστό στο πνεύμα της αρχέγονης μυθολογικής σκέψης.

Χαρακτηριστική είναι η εξιστόρηση του μύθου του Ορφέα – γιού του Μορφέα. Πρόκειται για τον γνωστό μύθο που εξιστορεί την πορεία του Ορφέα στον Άδη και την απόπειρά του να επιστρέψει με την νεκρή γυναίκα του, Ευρυδίκη. Παρουσιασμένη σε αλληλουχία με την ιστορία των Αενάων, η μυθιστορία του Ορφέα είναι δοσμένη με δύναμη και ευαισθησία, τιμώντας απόλυτα το πνεύμα του αρχαίου μύθου, μα αποτελώντας ταυτόχρονα μια μοντέρνα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αφήγηση.

Και αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της σειράς. Ο Gaiman τιμάει τους αρχαίους μύθους με το έργο του. Εμπλουτίζει το πνεύμα τους – όχι το αντίθετο. Και ο δικός του μύθος φαντάζει ταυτόχρονα σύγχρονος και παλαιός – παλαιός όσο οι μυθολογικές παραδόσεις και η συλλογική τους μνήμη.






8 # Χαρακτηρίστηκε ως «Σειρά Κόμικς για Διανοούμενους»



Το έργο περιλαμβάνει πολλαπλές στρώσεις νοημάτων. Υπάρχουν μεμονωμένα χωρία τα οποία επικαλύπτουν πλήθη αποχρώσεων. Ξεφεύγουμε εντελώς από στερεότυπα θέματα όπως «το καλό εναντίον του κακού», «η χαρά ενάντια στη λύπη», το «δίκαιο ενάντια στο άδικο». Δεν θα βρείτε στο “Sandman” βολικούς δυϊσμούς και θα διαπιστώσετε, διαβάζοντάς το, πως η αλήθεια δεν βρίσκεται στη μία ή στην άλλη όψη του νομίσματος… μα στο νόμισμα το ίδιο. Και κάποιες φορές ακόμα παραπέρα.

Πρόκειται για ένα έργο που απαιτεί μια κάποια ωριμότητα πνεύματος, προκειμένου να εκτιμηθεί στην ολότητά του. Παράλληλα ιδέες όπως η σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη επιλογή και το καθήκον, το χαρακτήρα και την επιθυμία, την αιώνια στασιμότητα και την αιώνια μεταβολή… όλες τις συναντούμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στις άφθονες σελίδες του έργου.

Διαβάζοντας το “Sandman” γίνεται απόλυτα κατανοητό πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια κοινή σειρά κόμικς – μα με ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο και μια σύγχρονη μυθοπλασία.






9 # Στο “Sandman” οι χαρακτήρες βρίσκονται στο επίκεντρο, όχι η δράση



Και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους θα ήταν αδύνατο να γίνει κινηματογραφική μεταφορά του έργου – ο ίδιος ο Gaiman είχε δηλώσει πως προτιμά να μην υπάρξει καμία μεταφορά ποτέ, παρά μια κακή μεταφορά. Δεν είναι μόνο η πελώρια έκταση του έργου και το πολύπλοκο πλέγμα των ιστοριών του… μα και το γεγονός πως η σειρά δίνει έμφαση στους χαρακτήρες και τον εσωτερικό τους κόσμο – όχι σε γεγονότα δράσης, όχι στον καταιγιστικό ρυθμό.

Δεν απουσιάζουν οι εκρηκτικές στιγμές – μα το “Sandman” ποτέ δεν ήταν κάτι τέτοιο, ο κόσμος του δεν ήταν ποτέ αυτός ο κόσμος. Ας τρέχουν τα πάντα γύρω μας με τους καταιγιστικούς, μπολιασμένους στα φτηνά εφέ, ρυθμούς τους. Ο κόσμος του Μορφέα είναι εκείνος των Ονείρων – και εκεί οι ρυθμοί είναι αλλιώτικοι.

Το “Sandman” είναι μια ιστορία που μιλά για χαρακτήρες. Για τις επιθυμίες, τις επιλογές και τις συγκρούσεις τους. Για τις μεταξύ τους σχέσεις. Τα όνειρά τους. Τα αδιέξοδα που συναντούν. Τις σχέσεις εξουσίας, τις σχέσεις απελευθέρωσης. Τα βαθιά διλήμματά τους. Τις μοιραίες αποφάσεις τους.

Και οι χαρακτήρες του “Sandman” θυμίζουν πάντα κάτι απ’ τον εαυτό μας.






10 # Στον κόσμο του Sandman, ακόμα και οι θεοί πεθαίνουν



Σε αυτόν τον κόσμο τίποτα ποτέ δε μένει στάσιμο. Τίποτα δεν είναι αναλλοίωτο. Σαν άλλος Προμηθέας, δεμένος πάνω στον βράχο, αποκαλύπτοντας στο Δία πως η εξουσία του κάποτε θα έχει τέλος… στον κόσμο του Sandman ακόμα και οι θεοί πεθαίνουν.

Κι όμως, πρόκειται για τον ίδιο κόσμο που διέπεται από νόμους παλαιότερους και από τους ίδιους τους θεούς. Ενώ η Κλωθώ, η Άτροπος και η Λάχεσις υφαίνουν την πορεία του, ακόμα και στον άνεμο, με υλικό τα σύννεφα. Ένας κόσμος στον οποίο τα πάντα μένουν ίδια – και τα πάντα αλλάζουν. Ένας κόσμος που φανερώνει πως υπάρχει πάντα επιλογή – ακόμα και υπό τους πλέον άκαμπτους κανόνες.

Ποιος είπε πως προσφέρεται για επιφανειακή ανάγνωση το Sandman;






11 # Ο Θάνατος ποτέ δεν ήταν περισσότερο γοητευτικός



Επί πλήθος αιώνων η λαϊκή και καλλιτεχνική παράδοση απεικόνιζε τη μορφή του Θανάτου ως μια κουκουλοφόρα, αποσκελετωμένη φιγούρα, τυλιγμένη σε μανδύα, κραδαίνοντας το δρεπάνι του θερισμού. Και τι βλέπουμε εδώ; Ο Θάνατος παρουσιάζεται ξανά, προσωποποιημένος για άλλη μια φορά – μα τώρα δεν είναι μια αποκρουστική, τρομακτική μορφή, μα ένα όμορφο, νεαρό κορίτσι!

Η Θάνατος είναι γένους θηλυκού. Και το χαμόγελό της είναι το γλυκύτερο όλων. Δεν τρομάζει – μα σε παίρνει απαλά από το χέρι. Και αν τη ρωτήσεις «και τώρα τι γίνεται;», εκείνη απαντά, κοιτώντας σε με κατανόηση: «τώρα θα διαπιστώσεις».

Ο χαρακτήρας της Death υπήρξε μία από τις ριζοσπαστικότερες πλευρές της σειράς – και από τις πλέον δημοφιλείς. Η Death συνέβαλε καθοριστικά στην εκτόξευση του έργου στις συνειδήσεις του κοινού και τα περάσματά της έμειναν αξέχαστα. Η δημοτικότητά της έφτασε να συναγωνίζεται στα ίσια εκείνη του Μορφέα – του μικρότερού της αδερφού. Γιατί το Όνειρο συνορεύει με τον Ύπνο και ο Ύπνος συνορεύει με το Θάνατο.

Ελάχιστες γυναικείες παρουσίες στην ιστορία των κόμικς υπήρξαν τόσο γοητευτικές, πρωτότυπες και ιδιαίτερες, όσο εκείνη της Θανάτου. Κάθε εμφάνισή της στη σειρά ξεχείλιζε με μια κρυμμένη γοητεία. Ερωτεύσιμη μέσα στην αγνότητα του χαρακτήρα της, υπέροχη μέσα στο χαμόγελό της, μοντέρνα μέσα στη διαχρονικότητά της, σεξουαλική μέσα από τα μαύρα ρούχα της, βαθιά συμπονετική παρά το σκληρό της ρόλο – ο Θάνατος παρουσιάζεται σαν ένας παλιός φίλος που σε παίρνει απαλά από το χέρι…






12 # Ενώ ο Διάβολος ξαπλώνει σε κάποια παραλία, απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα



Μεταξύ του πλήθους των χαρακτήρων που παρελαύνουν στο έργο, ξεχωρίζει η παρουσία του ίδιου του Διαβόλου. Μα αυτός δεν είναι ο Διάβολος της θρησκευτικής παράδοσης – σιχαμερός, εχθρικός απέναντι στους ανθρώπους, σκορπώντας ψέματα και απάτες, προσωποποίηση του κακού. Ο Lucifer του Gaiman ακολουθεί τα χνάρια του Διαβόλου, όπως τον εμπνεύστηκε ο Μίλτον στον «Χαμένο Παράδεισο» (“Paradise Lost”) και όπως τον οραματίστηκαν οι Ρομαντικοί του 19ου αιώνα.

Πρόκειται κυριολεκτικά για έναν Έκπτωτο Άγγελο – τον ομορφότερο των αγγέλων, βαθιά γοητευτικό και ανθρώπινο. Ένας επαναστάτης που αντιστάθηκε στην Τάξη του Δημιουργού και πλήρωσε για την ανταρσία του, χάνοντας για πάντα τον παράδεισο. Ωστόσο αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος – διαβάζοντας το “Sandman” διαπιστώνουμε πως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται. Και πως η Κόλαση η ίδια δεν υπάρχει απλά επειδή το θέλησε ο Θεός ή ο Διάβολος…

Η Κόλαση, αντίθετα, υπάρχει επειδή το θέλησε ο Άνθρωπος. Και το ίδιο ισχύει για την ύπαρξη κάθε θεότητας, κάθε δύναμης ανώτερης, φαίνεται να υπονοεί ο Gaiman. Οι άνθρωποι είναι πιόνια στα χέρια των θεών – μα και οι θεοί το ίδιο είναι, στα χέρια των ανθρώπων.

Κάποια στιγμή στη διαδρομή του έργου, ο Λούσιφερ αποφασίζει πως βαρέθηκε. Πως κουράστηκε πια να έχει την ευθύνη της Κόλασης. Πως επιθυμεί να αποχωρήσει. Ακόμα και αυτός, ο Άρχοντας του Κακού, επιθυμεί να αράξει σε μια παραλία και να απολαύσει το ηλιοβασίλεμα. Έτσι απλά. Και παραδέχεται τότε, κοιτάζοντας τον ουρανό και χαμογελώντας πλατιά «πως ξέρεις να δημιουργείς φοβερά ηλιοβασιλέματα, γερο-μπάσταρδε».







13 # Έσπασε τα φράγματα της Φανταστικής Λογοτεχνίας



Παραδοσιακά η λογοτεχνία (συμπεριλαμβάνω και τα κόμικς) του Φανταστικού καταπιανόταν με θέματα όπως μάγοι, κάστρα, ιππότες, δράκοντες, παραμυθένιες τοποθεσίες, νάνοι, ξωτικά και άλλα σαν αυτά. Ο Gaiman αγαπά το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος και φαίνεται – το “Sandman” περιλαμβάνει πολλά από τα παραδοσιακά στοιχεία της Φανταστικής Λογοτεχνίας. Θα βρείτε νεράιδες και ξωτικά, πήγασους και δράκους, λυκάνθρωπους και μάγισσες, κάστρα και παραμυθένιες πολιτείες.

Μα όλα αυτά υπάρχουν, προκειμένου να αποδομηθούν με τη σειρά τους. Να ενταχτούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο όσο έκανε χρήση τους, άλλο τόσο πήγαινε πέρα από αυτά – πολύ πέρα. Το “Sandman” είναι φανταστική λογοτεχνία και ταυτόχρονα δεν είναι. Το φανταστικό υφίσταται ως αναπόσπαστο τμήμα του κόσμου των Ονείρων – και παρουσιάζεται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, ως μια δύναμη πρωτίστως συμβολική. Ως μια σύνδεση με τον αιώνιο μύθο. Μας υπενθυμίζει πως η φαντασία συνορεύει πάντα με την πραγματικότητα – και ισχυροποιεί την κεντρική ιδέα του έργου: πως τα όνειρα, κάποιες φορές, φτάνουν να δημιουργούν τον κόσμο.

Κάτι αντίστοιχο εξάλλου φαίνεται πως είχε κατά νου ο Σαίξπηρ όταν έγραφε το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας». Μα θα επανέλθουμε.







14 # Ταυτόχρονα ριζώνει γερά στον Ρεαλισμό της εποχής του



Πρόκειται για μία από τις συναρπαστικότερες, κατ’ έμέ, πτυχές του έργου. Αφενός καταπιάνεται με θέματα φανταστικά, ταξιδεύοντάς μας σε κόσμους παραδομένους στα βάθη της συλλογικής φαντασίας και των μύθων… και αφετέρου επιστρέφει στη σύγχρονη αστική πραγματικότητα, μιλώντας για κανονικούς ανθρώπους, παρουσιάζοντας την πραγματική – πολύ πραγματική – καθημερινότητά τους.

Ως τώρα μιλήσαμε για θεότητες και πλάσματα της φαντασίας και των μύθων. Θα νόμιζε κανείς πως το Sandman καταπιάνεται μόνο με αυτά. Κι όμως, αυτή δεν είναι παρά η μία μόνο όψη του νομίσματος! Ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στο περιβάλλον των μεγαλουπόλεων – στους δρόμους, στα μπαρ, στα μοναχικά διαμερίσματα. Και οι χαρακτήρες εδώ είναι από σάρκα και οστά, νέοι, νέες, ηλικιωμένοι, μοναχικοί, ζευγάρια. Άνθρωποι σκορπισμένοι μεταξύ τους, όπως όλοι μας. Άνθρωποι που προσπαθούν απλά να ζήσουν – και να ονειρευτούν.

Νιώθεις τον παλμό της κοινωνίας των καιρών (βρισκόμαστε στα 90’s) στις σελίδες του βιβλίου. Οι μόδες της εποχής. Η φωνή της Generation X. Η σύγκρουση ανάμεσα στις γενεές. Οι αναζητήσεις και οι εναλλακτικές επιλογές. Οι μονογονεϊκές οικογένειες. Οι μάστιγες των καιρών (το θέμα του AIDS για παράδειγμα). Οι συζητήσεις περί ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Η αποζήτηση νοήματος σε έναν κόσμο που έδειχνε να το χάνει.

Αν νομίζετε πως έχουμε να κάνουμε «απλά» με ένα έργο Φανταστικής Λογοτεχνίας ή κάποια Μυθοπλασία, σκεφτείτε το πάλι λοιπόν. Το “Sandman” συνιστά πραγματικά ένα παράθυρο στην εποχή του, όσο συνιστά παράθυρο στον κόσμο των ονείρων.






15 # Θέτει στο επίκεντρο της προβληματικής του σημαντικά κοινωνικά ζητήματα



Οι χαρακτήρες του έργου συχνά βρίσκονται σε μια διαδικασία αναζήτησης ταυτότητας, κόντρα σε έναν κόσμο που επιθυμεί να τους διατηρεί εγκλωβισμένους σε παραδοσιακά και καταπιεστικά πρότυπα ζωής και σκέψης. Η σύγκρουση με τις δομές εξουσίας και τον πατροπαράδοτο κόσμο αξιών είναι μία από τις θεματικές της σειράς. Το ίδιο ισχύει και για την διαδικασία εύρεσης σεξουαλικής ταυτότητας. Μεταξύ των χαρακτήρων του έργου, εμφανίζονται ζευγάρια ετερόφυλων, ομοφυλοφίλων, ως και τρανσέξουαλ. Η οπτική του Gaiman είναι εκείνη της απόλυτης αποδοχής των επιλογών του καθένα, εφόσον είναι ελεύθερες και πηγάζουν από την προσωπική επιθυμία του. Αντίστοιχα με την αποδοχή της επιλογής φύλου, υπάρχει η αποδοχή της ισοτιμίας των φυλών – μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, όλοι συμμετέχουν στην ίδια ιστορία – και ενίοτε συνάπτουν σχέσεις μεταξύ τους.

Η προοδευτική αντίληψη του έργου εξάλλου φανερώνεται στην απεικόνιση της θρησκείας και των μύθων, στη μορφή και τον ρόλο του Διαβόλου, στη ριζοσπαστική φιγούρα της Θανάτου, στις απελευθερωτικές επιλογές του Destruction, στον εναγκαλισμό του συνόλου της μυθοπλασίας – ανεξαρτήτως χώρας καταγωγής, στην ανθρωπιστική διάσταση του έργου. Ένα έργο που δεν παύει να αποκαλύπτει πως ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων – ακόμα και εκεί που οι επιλογές του έχουν καταλυτικές συνέπειες και δείχνουν αναπόφευκτες.





16 # Υπήρξε το πρώτο κόμικ το αναγνωστικό κοινό του οποίου ήταν κατά το ήμισυ γυναίκες



Τα κόμικς υπήρξαν πρωτίστως αντρική υπόθεση στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Λέγοντας αυτό, δεν αναφέρομαι μόνο στην πρωτοκαθεδρία των αντρών δημιουργών – μα και στο κοινό που απευθύνονταν. Εξαιρώντας μεμονωμένες σειρές ή ορισμένα underground κόμικς, στο μεγαλύτερο ποσοστό το κοινό τους ήταν άντρες και αγόρια – μπολιασμένα με ιστορίες τρόμου, δράσης, υπερηρώων και ηρωίδων με πλούσιες καμπύλες.

Το “Sandman” υπήρξε η πρώτη δημοφιλής σειρά κόμικς της οποίας το αναγνωστικό κοινό αποτελούνταν εξίσου και από τα δύο φύλα. Στους δύο αναγνώστες, ο ένας ήταν γυναίκα. Πράγμα που σημαίνει πως το “Sandman” έφερε στον κόσμο των κόμικς περισσότερες γυναίκες από ποτέ άλλοτε. Στο μέλλον όλο και περισσότερες γυναίκες θα ασχολούνταν με τα κόμικς, ή ενδεχομένως θα επεδίωκαν να φτιάξουν οι ίδιες.

Ο Gaiman έγραφε πέρα από περιορισμούς και στοχεύσεις φύλου. Έχοντας υπερβεί κάθε στερεότυπο (υπερήρωες, δράση, κλπ), ενδιαφερόταν πρωτίστως να συνθέσει ένα δυνατό αφηγηματικό έργο. Οι χαρακτήρες είχαν ψυχογραφηθεί σε βάθος και οι ανησυχίες τους αντανακλούσαν εκείνες της πραγματικότητας. Ξεφεύγοντας ακόμα περισσότερο από τα κλισέ των καιρών, επέλεξε να παραχωρήσει σημαντική θέση στο έργο του σε γυναικείους χαρακτήρες, όπως για παράδειγμα η Rose (η οποία καθρέπτιζε τη μέση νεαρή αναγνώστρια του Sandman) ή η Barbie (της οποίας φανερώνονται πτυχές που ούτε να τις φανταστεί δεν θα μπορούσε η γνωστή βιομηχανική κούκλα). Σε κάποιο σημείο δύο γυναίκες συζητούν μεταξύ τους για θέματα αντισύλληψης και ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης. Σε ένα έξτρα τεύχος η Death μιλούσε για τη σωστή χρήση του προφυλακτικού. Ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για τα mainstream comics των καιρών. Οι γυναίκες αναγνώστριες ταυτίστηκαν με αυτούς τους χαρακτήρες και αισθάνθηκαν ικανοποίηση που, επιτέλους, κάποιο κόμικ μιλούσε με τη δική τους φωνή, για τις δικές τους ανησυχίες και τους δικούς τους προβληματισμούς.

Ενδεχομένως και να ήταν και λίγο ερωτευμένες με το Μορφέα, ποιος ξέρει – ή ενδεχομένως και με τον ίδιο τον Neil Gaiman (ο ίδιος δεν μπορώ παρά να υποθέσω!).

Υπήρξε εξάλλου ευφυής τακτική του Gaiman η εναλλαγή ιστοριών διαφορετικού στυλ και ύφους. Έτσι λοιπόν τη σειρά ιστοριών “A Season Of Mists”, η οποία ανήκει στις πλέον «αρρενωπές» και σκληρές του έργου (ξέχειλη με δαίμονες, τέρατα και άρρενες χαρακτήρες), διαδέχεται η σειρά “A Game of You”, με χαρακτήρες σχεδόν εξ’ ολοκλήρου γένους θηλυκού και ιδωμένη υπό το πρίσμα μιας γυναίκας.

Σε κάποιο σημείο του έργου, ένας αφρικανός φύλαρχος αφηγείται μια ιστορία σε έναν νεαρό ακόλουθό του, λέγοντας πως «η ιστορία αυτή είναι ιδωμένη από την οπτική γωνία των αντρών και εξιστορείται από άντρες, για άντρες. Η ίδια ιστορία ωστόσο λέγεται και από τις γυναίκες, μεταξύ των γυναικών και μόνο – μα το περιεχόμενό της τότε αλλάζει. Μα εμείς ποτέ δεν θα το μάθουμε».





17 # Οι χαρακτήρες είναι αληθινοί άνθρωποι, όχι στερεότυπα



Δεν θα βρείτε μονοδιάστατους χαρακτήρες και στερεότυπα εδώ. Καλούς, κακούς, πανέμορφους, κακάσχημους και τα λοιπά. Τα πρόσωπα του έργου συνδυάζουν πολλαπλές πτυχές στον χαρακτήρα τους και οι ανησυχίες ή οι συγκρούσεις τους παρέχουν σάρκα και οστά. Ξεκινώντας από τους ίδιους τους Αέναους (το Μορφέα και την οικογένειά του) και καταλήγοντας στους κανονικούς ανθρώπινους χαρακτήρες του έργου, οι πάντες ξεχειλίζουν φυσικότητα και ανθρώπινο μέτρο.

Ο Μορφέας μελαγχολεί, νιώθοντας την απουσία στόχων. Η Delirium αποζητά τη συντροφιά ενός σκυλιού. Ο Destruction καταφεύγει στην παρηγοριά της τέχνης, αναζητώντας νέους δρόμους. Η Rose αποζητά τον έρωτα και όπως ενθουσιάζεται εύκολα, το ίδιο εύκολα απογοητεύεται. Η Barbie βρίσκει διέξοδο στον κόσμο της φαντασίας, αδυνατώντας να χρωματίσει την πεζή πραγματικότητά της. Ο Λούσιφερ πιάνει δουλειά σε κάποιο μπαρ σαν πιανίστας. Η θεά Αστάρτη δουλεύει σε κάποιο νυχτερινό κέντρο, κάνοντας στριπτίζ. Ο θεός Θωρ κάνει χοντρό καμάκι στην Μπαστέτ, μιλώντας για το «σφυρί του που μεγαλώνει αν το τρίβεις». Η ξωτικιά Νουάλα επιθυμεί να την αποδέχονται όπως είναι – ευαίσθητη, αδύναμη και ασήμαντη εμφανισιακά. Ο Μάθιου το κοράκι είναι ίσως ο πιο ανθρώπινος χαρακτήρας όλων, προσπαθώντας να βγάλει κάποιο νόημα από όσα γίνονται γύρω του.

Εδώ δεν έχει ήρωες με αστραφτερά χαμόγελα και μυώδη στήθη. Και οι γυναίκες της σειράς δεν είναι όλες πανέμορφες, ούτε έχουν πελώριο στήθος. Και όλοι τους (άντρες και γυναίκες, θνητοί και θεοί) είναι δυνατοί και αδύναμοι ταυτόχρονα.

Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε στον πραγματικό κόσμο.






18 # Κατέχεται από μια εναλλακτική/post punk/goth αισθητική



Από πολλές απόψεις, το “Sandman” για τα κόμικς ήταν ό,τι ήταν για τον κινηματογράφο στα 90’ς ταινίες όπως το «Κοράκι» και ο «Ψαλιδοχέρης» από τη μία, με δόσεις από Μπέργκμαν και Ντέιβιντ Λιντς. Δεν είμαι καν βέβαιος αν μπορεί να το περιγράψει επαρκώς αυτό. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά όμως είναι πως το “Sandman” ταυτίστηκε με την εναλλακτική κουλτούρα των καιρών του – μα και των δεκαετιών που προηγήθηκαν, εκείνων της δεκαετίας του 80 και του 70.

Θα βρείτε αναφορές στους Cure, στον Lou Reed, τον Iggy Pop και τον Bowie (λένε πως η πρώιμη σχεδίαση του Λούσιφερ είχε τον Bowie ως πρότυπο). Το μαλλί του Μορφέα θα σας θυμίσει σίγουρα τον Robert Smith, ενώ η Death φέρνει κατά νου τη Siouxsie – και το σύνολο των goth κορασίδων της δεκαετίας του 80. Το πολύχρωμο στυλ και το piercing της Delirium θυμίζει πανκ συγκροτήματα – ως και συγκροτήματα της βρετανικής acid house σκηνής των 90ς. Η συνολική αισθητική του έργου παραπέμπει σε μπάντες της αμερικανικής εναλλακτικής σκηνής των 80ς – τα οποία έμελλε να γιγαντωθούν μπαίνοντας στη δεκαετία του 90 και να αποδείξουν πως ακόμα και εκείνο που αντιτίθεται στις μόδες μπορεί κάποια στιγμή να γίνει το ίδιο μόδα.

Κάπως έτσι και το Sandman – ένα αμιγώς εναλλακτικό κόμικ – αγκαλιάστηκε από το mainstream, σημαδεύοντας την εποχή του.



Art by Mike Dringenberg


19 # Αγαπάει τα ταξίδια στον χρόνο



Δεν είναι λίγες οι στιγμές που το έργο εγκαταλείπει τον παρόντα χρόνο και βουτάει στα βάθη του χρόνου, καταλήγοντας σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους. Οι Αέναοι, βλέπετε, ήταν εκεί από τις απαρχές. Ο Μορφέας, η Θάνατος, η Επιθυμία και τα υπόλοιπα αδέρφια υιοθετούν διαφορετική μορφή και ενδυμασία αναλόγως την εποχή, τη χώρα και τον πολιτισμό… μα βρίσκονταν εκεί: στα αρχαιοελληνικά χρόνια και στα χρόνια του Μεσαίωνα. Στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και στα χρόνια του Πολέμου. Στην αρχαία Ρώμη του αυτοκράτορα Αυγούστου και τη Βαγδάτη από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Οι εναλλαγές ανάμεσα σε ποικίλες ιστορικές περιόδους συνιστούν μία από τις γοητευτικότερες πτυχές του έργου. Από το παρόν στο παρελθόν και πάλι μπρος.

Μεταξύ άλλων ξεχωρίζει η φιγούρα του Hob Gaddling. Ο Χομπ είναι ένας θνητός που, νωρίς κατά τη διάρκεια της σειράς, συνάπτει μια μυστήρια συμφωνία – το αποτέλεσμα της οποίας είναι να μην πεθαίνει, όσο δεν επιθυμεί να πεθάνει ο ίδιος. Ζει αδιάκοπα λοιπόν κατά τη διάρκεια των αιώνων, προσποιούμενος πως είναι ένας κοινός θνητός σαν όλους τους άλλους, και μέσα από την προσωπική του διαδρομή παίρνουμε μια ιδέα της εξέλιξης των ανθρώπων. Πόσο άλλαξαν και πόσο μένουν ίδιοι.






20 # Παρακολουθεί την εξέλιξη του Σαίξπηρ



Πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο συναντούμε την ιστορική μορφή του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Του αληθινού Σαίξπηρ, τον καιρό που αποζητούσε έμπνευση προκειμένου να τελειοποιήσει το έργο του. Του Σαίξπηρ με το αστείρευτο ταλέντο και την προβληματική οικογενειακή ζωή. Με τον ίδιο αυτό Σαίξπηρ είναι που συναντιέται κάποια στιγμή ο Μορφέας – και του ζητάει να γράψει δύο έργα προς τιμήν του. Δύο έργα που θα έχουν ως θέμα τους τα όνειρα. Ο Σαίξπηρ αποδέχεται το αίτημα.

Τα έργα αυτά είναι το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» και η «Τρικυμία».

Δύο από τις ιστορίες του Sandman καταπιάνονται με τα συγκεκριμένα αυτά έργα – και με τον δημιουργό τους. Περιττό να πούμε πως ανήκουν στις ομορφότερες στιγμές της σειράς, ενώ μάλιστα η πρώτη (τιτλοφορούμενη, επίσης, “A Midsummer’s Night Dream”) απέσπασε το λογοτεχνικό World Fantasy Award. Ήταν η πρώτη και μοναδική (ως σήμερα) φορά που ένα κόμικ απέσπασε το συγκεκριμένο βραβείο.

Στην ιστορία ο Σαίξπηρ και ο θίασός του καλούνται να παίξουν το έργο τους στο ύπαιθρο, μπροστά από ένα κοινό που απαρτίζεται από τα ίδια εκείνα φανταστικά πλάσματα που περιγράφονται στο έργο! Είναι λοιπόν εκεί ο βασιλιάς των ξωτικών, Όμπερον και η γυναίκα του, Τιτάνια, παρέα με άφθονα πλάσματα της εξωτικής τους χώρας, παρακολουθώντας το έργο στο οποίο… πρωταγωνιστούν. Πρόκειται για μια ευφυής σύλληψη «θεάτρου μέσα στο θέατρο», ή πραγματικότητας που μπλέκει με τη φαντασία, τέτοια που χαρακτηρίζει εξάλλου το ίδιο το έργο του Σαίξπηρ – και το οποίο τιμά και με το παραπάνω ο Neil Gaiman.






21 # Ξεχειλίζει με υπέροχες, μικρές, αυτοτελείς ιστορίες



Μία από τις αφηγηματικές δυνάμεις του Gaiman εστιάζεται στη σύνθεση μικροσκοπικών, λαχταριστών ιστοριών, οι οποίες φτάνουν να καταλαμβάνουν το 1/3 περίπου (και περισσότερο) της συνολικής έκτασης του “Sandman”. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ορισμένες από τις μικρές αυτές ιστορίες (οι οποίες διαβάζονται και ξεχωριστά από τον βασικό κορμό του έργου) συνιστούν κομψοτεχνήματα, πετράδια που περικλείουν μέσα τους φως, η λάμψη των οποίων ενίοτε επισκιάζει τα μεγαλύτερης έκτασης περάσματα του έργου.

Είναι στις μικρές αυτές ιστορίες που η μυθοπλασία του έργου απλώνει τα κλαδιά της και ξεχύνεται προς ποικίλες κατευθύνσεις – πέρα από χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Φανταστείτε μια σειρά μικροσκοπικών διηγημάτων που περιλαμβάνονται σε ένα μεγαλύτερης έκτασης μυθιστόρημα. Το δεύτερο διαβάζεται ενδεχομένως και χωρίς τα πρώτα. Μα τα πρώτα είναι το αλατοπίπερο στο φαγητό του, το γλυκό μετά το κυρίως γεύμα.

Δεν είναι τυχαίο που ο Gaiman επέστρεφε συνέχεια στις μικρές αυτές αφηγήσεις, διακόπτοντας τον βασικό ειρμό της ιστορίας του – παρέχοντας ακόμα περισσότερες οπτικές στο βάθος του κόσμου του και ακόμα περισσότερες ευκαιρίες να χαθούμε στην απολαυστική του δίνη.





22 # Περιλαμβάνει το “Ramadan”



Μεταξύ των άφθονων μικρότερων ιστοριών ξεχωρίζει το “Ramadan” – ή αλλιώς, όλο το πνεύμα από τις «Χίλιες και Μια Νύχτες» δοσμένο σε 50 εικονογραφημένες σελίδες. Πρόκειται για μία από τις μαγικότερες στιγμές της σειράς, ξέχειλη με άρωμα κάποιου εξωτικού, παραμυθένιου λύχνου. Είναι παράλληλα μία από τις δυνατότερες, στην κατάληξή τους, ιστορίες, με σαφές κοινωνικό μήνυμα.

Το θέμα της ιστορίας είναι απλό: στη μαγική Βαγδάτη του Μεσαίωνα ο χαλίφης Χαρούν Αλ Ρασίντ αποζητά τον άρχοντα των Ονείρων, προκειμένου να κλείσει μαζί του μία συμφωνία. Δεν θα αποκαλύψω ασφαλώς ποια είναι η κατάληξη – περιορίζομαι μόνο να πω πως η διαδρομή είναι μαγευτική και το φινάλε συγκλονιστικό.







23 # Ποτέ ξανά δεν θα αντιμετωπίσετε τις γάτες σας με τον ίδιο τρόπο



Μία από τις πλέον αξιομνημόνευτες ιστορίες της σειράς είναι το τεύχος 18, που τιτλοφορείται “A Dream of a Thousand Cats”. Εδώ πρωταγωνιστές δεν είναι οι άνθρωποι, μα τα ζώα – και η ιστορία παρουσιάζεται από την οπτική γωνία μίας μικρής γάτας. Μίας ψιψίνας που ακούει να μιλούν για τον Βασιλιά των Ονείρων – το Μορφέα, μόνο που το όνομα του δεν είναι το ίδιο για τις Γάτες και η μορφή του είναι εκείνη ενός επιβλητικού Μαύρου Γάτου.

Και στην ιστορία αυτή μαθαίνουμε πως ήταν ο κόσμος τον καιρό που οι Γάτες δεν ήταν υποτελείς στους ανθρώπους – μα κυρίαρχες. Και τι συνέβη ξαφνικά και άλλαξαν τα πάντα.

Να είστε βέβαιοι πως θα δείτε με διαφορετικό τρόπο το γατάκι σας μετά, ενώ το παρατηρείτε να κοιμάται και να ονειρεύεται στον ύπνο του!







24 # Όταν θέλει γίνεται μια ανατριχιαστική ιστορία τρόμου – ρωτήστε τον Stephen King και τον Clive Barker



Ίσως φανεί παράδοξο μετά από όσα είπαμε ως τώρα, μα το “Sandman” ξεκίνησε αρχικά ως ένα σκοτεινό κόμικ φαντασίας και τρόμου. Στην πορεία άπλωσε πέρα τα κλαδιά του και άλλαξαν οι τόνοι – μα εδώ κι εκεί επέστρεφαν τα τρομακτικά στοιχεία, υπενθυμίζοντας τις αρχικές προθέσεις του δημιουργού του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διοπτροφόρας μάγισσας Λαρίσας και των ανατριχιαστικών τεχνικών μαύρης μαγείας της. Ή οι φοβερές μορφές των Ευμενίδων, τη στιγμή που αποζητούν εκδίκηση. Ή η απεικόνιση της σφαγής του Ορφέα. Ή η παρουσία του “Corinthian”, ενός εφιάλτη με στόματα στη θέση των ματιών.

Ωστόσο η πλέον τρομακτική στιγμή του έργου παρουσιάζεται νωρίς. Μόλις στο τεύχος 6, με τον ανησυχητικό τίτλο “24 Hours”. Ήταν πριν ακόμα εξαπλωθεί η σειρά στους χώρους της Ιστορίας και της Μυθοπλασίας. Τον καιρό που η επιρροή του Alan Moore και του “Swamp Thing” ήταν ακόμα καταλυτική. Ε λοιπόν, στο “24 Hours” ο Gaiman παραχώρησε μία από τις πλέον τρομακτικές στιγμές στην ιστορία όχι μόνο των κόμικς, μα και της γενικότερης λογοτεχνίας τρόμου. Χρειάζεται να διαβάσει κάποιος αυτήν τη μικρή ιστορία για να καταλάβει για τι πράγμα μιλάμε. Μια ιστορία που εξιστορεί με εφιαλτικό τρόπο την ανάδειξη του κτήνους μέσα από τον άνθρωπο και την εκμετάλλευσή του από την ακόρεστη εξουσία. Εκεί που η βία και η τρέλα βαδίζουν χέρι χέρι, αποκαλύπτοντας πως δεν υπάρχουν όρια στον ανορθολογισμό – μέχρι το αιματηρό φινάλε.

Η συγκεκριμένη ιστορία παραμένει η σκοτεινότερη του Sandman. Μα και επιβλητική, μέσα στην τρομακτική της ομορφιά. Τότε ήταν που το Sandman τράβηξε την προσοχή συγγραφέων όπως ο Clive Barker και ο Stephen King – για να μετατραπούν σε φανατικούς του αναγνώστες στην πορεία.







25 # Περιλαμβάνει σκηνές όπως η ακόλουθη (κάνετε κλικ στην εικόνα για να την μεγενθύνετε)







26 # Ή όπως η ακόλουθη








27 # Ή όπως η ακόλουθη








28 # Ή όπως η ακόλουθη








29 # Επηρέασε όλα τα κόμικς που έμελλε να ακολουθήσουν



Η παρουσία του “Sandman” είναι κομβική για την πορεία των κόμικς. Αν ο Άλαν Μουρ έκανε την αρχή, ο Γκέιμαν ώθησε τα πράγματα πέρα από τα καθιερωμένα όρια. Έχοντας αποκαλύψει πλέον έναν εναλλακτικό τρόπο να γράφονται και να παρουσιάζονται τα κόμικς, δεν μπορούσε παρά να παραχωρήσει τη σκυτάλη σε πλήθος άλλων δημιουργών, που θα αντλούσαν έμπνευση απ’ το έργο του. Ουσιαστικά όλη η υποκατηγορία των «ενήλικων» κόμικς της Vertigo χρωστάει την ύπαρξή της στο “Sandman”.

Transmetropolitan, 100 Bullets, Fables, Preacher και πολλές άλλες δημοφιλείς και αναγνωρισμένες σειρές της Vertigo δεν θα είχαν υπάρξει χωρίς το Μορφέα.







30 # Συμμετέχει πλήθος σπουδαίων εικονογράφων



Αναφερθήκαμε ως τώρα στο περιεχόμενο και στα νοήματα του έργου, ενώ εστιάσαμε και στον ιδιαίτερο γραφικό σχεδιασμό του Dave McKean. Μα τα κόμικς ήταν κατά το ήμισυ εικόνες – εικόνες σε τετράγωνα καρέ, με πλαίσια διαλόγου από πάνω. Εικόνες και λόγος – αυτό συνιστά την ιδιαίτερη ουσία τους. Οι εικονογράφοι του “Sandman” λοιπόν είναι εξίσου καθοριστικοί για την επιτυχία της σειράς. Γιατί είναι εκείνοι που έδωσαν τη μορφή του στο Μορφέα. Εκείνοι που σχεδίασαν το γοητευτικό χαμόγελο της Death. Εκείνοι που χρωμάτισαν τον κόσμο των Ονείρων – και μουτζούρωσαν τους Εφιάλτες του. Εκείνοι που απεικόνισαν σε σχέδιο και σε χρώμα τη φαντασία του Neil Gaiman, χρωματίζοντας ταυτόχρονα τη δική μας.

Ήταν πολλοί οι εικονογράφοι της σειράς. Άλλων το σχέδιο φάνταζε περισσότερο απλό, άλλων περισσότερο σύνθετο. Ορισμένοι σχεδίαζαν περισσότερο με τη λογική, άλλοι με το συναίσθημα. Κάποιων το στυλ ήταν πιο αφαιρετικό, άλλων πιο πολύπλοκο. Μεταξύ άλλων προσωπικά ξεχωρίζω τους:

Mike Dringenberg: Ξεκίνησε μετά τα πρώτα τεύχη της σειράς και συνέχισε για το διάστημα των πρώτων 2 χρόνων περίπου. Αρκετά αφαιρετικός μα τολμηρός στις ιδέες του, επιχειρώντας πλήθος εικονογραφικών τεχνικών. Ήταν εκείνος που προσέδωσε στο Μορφέα και στη Θάνατο το «κλασικό» τους look – εκείνο που παραμένει το πιο δημοφιλές ως σήμερα.






Charles Vess: Σχεδίασε τις σαιξπηρικές ιστορίες του “Sandman”. Στυλ γεμάτο φινέτσα και λεπτότητα, απόλυτα ταιριαστό στο ύφος των ιστοριών του.

Kelley Jones: Δυνατή γραμμή, «αρρενωπό» ύφος. Σχεδίασε το μεγαλύτερο μέρος από τη σειρά ιστορίων “A Season of Mists”, παρουσιάζοντας ανάγλυφες εικόνες της Κόλασης και των Θεών.

Bryan Talbot: Λεπτομέρεια, καθαρότητα, διαύγεια, υπεύθυνος για αρκετές από τις μικρότερες ιστορίες, όπως για παράδειγμα το «Τραγούδι του Ορφέα». Το σχεδιαστικό του στυλ φέρει μια κλασική αίσθηση, ταιριαστή με το ατμοσφαιρικό και ιστορικό πλαίσιο πολλών από τις ιστορίες του.

Shawn McManus: Καθαρό και παραμυθένιο στυλ ταυτόχρονα – ό,τι πιο ταιριαστό για την πλέον «παραμυθένια» στιγμή της σειράς: Το “Game of Υou”, το οποίο εξιστορεί τις περιπλανήσεις της Μπάρμπι στον κόσμο των ονείρων.

Jill Thompson: Η γυναίκα σχεδιάστρια που είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το πολύ ιδιαίτερο και ευαίσθητο σχεδιαστικό ύφος του “Brief Lives” – μίας από τις ωραιότερες στιγμές της σειράς.

Marc Hempel: Ύφος απόλυτα προσωπικό, εξπρεσιονιστικό και αισθαντικό, εφιαλτικό και ονειρικό ταυτόχρονα – σχεδίασε τον μεγάλο τελικό κύκλο της σειράς, με τίτλο “The Kindly Ones”.

Michael Zulli: Τα μολύβια του στον Επίλογο του έργου, που τιτλοφορείται “The Wake” είναι εκθαμβωτικά, πραγματικά.

Milo Manara: Μεταξύ των άφθονων σχεδιαστών που καταπιάστηκαν με τις ιστορίες του Μορφέα, με το πέρας του βασικού του κύκλου, ήταν και ο πασίγνωστος Μίλο Μανάρα, σε μια ιστορία με πρωταγωνίστρια την Desire. Νομίζω τα πολλά λόγια είναι περιττά.

J.H. Williams III: Προς μεγάλη ικανοποίηση όλων μας, ο Neil Gaiman επανήλθε πριν λίγα χρόνια στον κόσμο του Sandman. Σχεδιαστής της τελευταίας σειράς (που ονομάζεται “Overture”) είναι ο J.H. Williams III, τον οποίο θαυμάσαμε στο “Promethea” του Alan Moore. Πρέπει να δείτε το έργο του για να κατανοήσετε πόσο ιδιαίτερο και ονειρικό είναι, απλά.







31 # Τέλος, πρόκειται για ένα έργο με θέμα του τα όνειρα



Από τα οποία κάποτε ξυπνάς και κάποτε όχι. Κάποτε τινάζεις από πάνω σου τη σκόνη του ύπνου και κάποτε τινάζεις από πάνω σου τη σκόνη του ξύπνιου. Πότε τελειώνει το όνειρο λοιπόν και πότε αρχίζει η πραγματικότητα; Και γιατί είστε τόσο βέβαιοι πως μπορείτε με σιγουριά να ορίσετε τη διαχωριστική γραμμή τους;








Επίμετρο – Η Σειρά Ανάγνωσης



Αντί επιλόγου, ας παραθέσω τη σειρά ανάγνωσης, για όποιον επιθυμεί να ξεκινήσει, μα δεν γνωρίζει από πού ν’ αρχίσει πρώτα. Και να συμπληρώσω πως η σειρά διαβάζεται ασφαλώς στα αγγλικά – μια φορά κι έναν καιρό είχε κυκλοφορήσει σε ελληνική μετάφραση, υπό τον τίτλο «Μορφέας», μα αμφιβάλλω αν μπορεί να βρει κανείς έστω και ένα τεύχος σήμερα. Στην αγγλική του έκδοση λοιπόν, τα τεύχη του Sandman κυκλοφορούν σε συλλογές βιβλίων, υπό τους ακόλουθους τίτλους:

1 # Preludes & Nocturnes: Εδώ ξεκινούν όλα. Το ξεκίνημα της σειράς δεν προμηνύει το μεγαλείο της συνέχειας – είναι ενδιαφέρον, μα έχει και αρκετές ατέλειες. Μην σας αποθαρρύνουν λοιπόν τα πρώτα δύο τεύχη – η ιστορία γίνεται όλο και καλύτερη. Στα πρώτα τεύχη υπερισχύει το στοιχείο του τρόμου, ενώ διακρίνουμε και τις (όχι πάντα πετυχημένες) απόπειρες του Gaiman να εντάξει στο σύμπαν του γνωστούς ήρωες της DC (ως και τον… Μπάτμαν!). Μεταξύ άλλων ξεχωρίζουν η επαφή του Μορφέα με τον John Constantine σε μια άκρως ατμοσφαιρική, αστική ιστορία τρόμου, η κάθοδος του Μορφέα στην Κόλαση και η πρώτη εμφάνιση του Λούσιφερ, το θρυλικό “24 Hours” – ή αλλιώς, μία από τις πιο τρομακτικές ιστορίες που γράφτηκαν ποτέ, μα και το τεύχος 8, που σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση της Death – και η συνέχεια για το “Sandman” δεν θα ήταν ποτέ ξανά ίδια.

2 # The Doll’s House: Τότε ήταν που η σειρά άρχισε να μετατρέπεται σε μαζικό φαινόμενο – και ο Gaiman να βρίσκει την αληθινή αφηγηματική φωνή του. Παρουσιάζεται η ιστορία μιας νεαρής κοπέλας, της Rose Walker, και η συσχέτισή της με τον κόσμο των ονείρων, δια μέσω ορισμένων παράξενων γειτόνων και συγγενών της – ζώντας όλοι σε ένα «Κουκλόσπιτο», όπως αποκαλείται μεταφορικά η κοινή τους κατοικία. Μα το ίδιο όνομα παραπέμπει και στην κατοικία της Desire – την οποία βλέπουμε εδώ για πρώτη φορά. Μεταξύ άλλων ξεχωρίζουν η απόλυτα διεστραμμένη ιστορία “The Collectors”, καθώς και το διαμάντι που ακούει στο όνομα “Men of Good Fortune” – η πρώτη ιστορική αναδρομή της σειράς και η πρώτη εμφάνιση του «αιώνιου θνητού», Hob Gadling.

3 # Dream Country: Η πρώτη συλλογή μικρών ιστοριών, από εκείνες που έμελλε να αγαπήσουμε πολύ. Εμπεριέχονται τα “Dream of a Thousand Cats” και το βραβευμένο “Midsummer Night’s Dream”. Έχοντας εισάγει στο μύθο του από γάτες ως τον Σαίξπηρ, δεν υπήρχε πλέον όριο για το “Sandman” – η συνέχεια δεν μπορούσε παρά να είναι ακόμα καλύτερη.






4 # A Season of Mists: Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν τη συγκεκριμένη σειρά ιστοριών ως την κορυφαία όλων. Το ξεκίνημα από μόνο του σε προμηνύει για κάτι πραγματικά δυνατό: για πρώτη φορά παρουσιάζεται όλη η οικογένεια των Endless – πλην του χαμένου αδερφού τους. Η συνέχεια είναι ακόμα πιο συναρπαστική. Ο Μορφέας κατέρχεται στην Κόλαση για να αντιμετωπίσει τον Λούσιφερ και να σώσει τη γυναίκα που κάποτε αγάπησε – καταλήγοντας με το Κλειδί της Κόλασης στα χέρια του. Υποψήφιοι για την κατοχή του Κλειδιού εμφανίζονται θεοί από άφθονες μυθολογίες του κόσμου, όπως ο Οντίν των Σκανδιναβών, ο Ανούμπις των Αιγυπτίων – ως και άγγελοι απεσταλμένοι του Άνω Κόσμου.

5 # A Game of You: Θεαματική θεματική στροφή του Gaiman – από το αρρενωπό ύφος του “Season of Mists” στο θηλυκό ύφος του “A Game of You”. Μια σειρά ιστοριών που εξιστορεί τα όνειρα υπό τις οπτικές διαφόρων γυναικών, θίγοντας παράλληλα ζητήματα ταυτότητας σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Τον καιρό εκείνο η συγκεκριμένη σειρά ξένισε μια μερίδα αναγνωστών, ωστόσο άλλοι ανακάλυψαν ακόμα μεγαλύτερα βάθη στο – αχανές – σύμπαν του Μορφέα. Ο Gaiman για άλλη μια φορά αποκαλύπτει το αφηγηματικό του εύρος.

6 # Fables & Reflections: Επιστροφή στις μικρές ιστορίες, με τον προσωπικά αγαπημένο μου κύκλο. Αφηγήσεις που μεταπηδούν ανάμεσα στους αιώνες και τους πολιτισμούς, από τις ΗΠΑ του 19ου αιώνα στην αρχαία αυτοκρατορική Ρώμη, από τη Γαλλία του 1794 στην ανατολική Ευρώπη των μύθων, και από τη μυθική αρχαία Ελλάδα στη Βαγδάτη του “Ramadan”. Κάθε ιστορία και ένα μικρό διαμάντι.

7 # Brief Lives: Από τα μεγάλα story arcs, αυτό (παρέα ίσως με το “Season of Mists”) είναι το αγαπημένο μου. Η μικρή Delirium αναδεικνύεται σε μία από τις πιο αξιοθαύμαστες επινοήσεις του συγγραφέα και το ταξίδι της με το Μορφέα, σε αναζήτηση του αδερφού τους, Destruction, είναι απολαυστικό. Ο ίδιος ο Destruction φανερώνεται ως ένας από τους πλέον φιλοσοφημένους χαρακτήρες της σειράς και οι κουβέντες που ανταλλάσσει με το Μορφέα προσφέρονται για άφθονη περίσκεψη. Το φινάλε μας φέρνει εγγύτερα στο πνεύμα της αρχαίας Τραγωδίας από κάθε άλλο. Συνολικά, πρόκειται για το πιο «οικογενειακό», εσωστρεφές και ταυτόχρονα περισσότερο φιλοσοφημένο από τα story arcs του έργου.






8 # World’s End: Η ηρεμία πριν την καταιγίδα – κυριολεκτικά, αυτό συνιστά η συγκεκριμένη συλλογή ιστοριών. Πριν το μεγάλο φινάλε, μια παρέα ανθρώπων μαζεύονται σ’ ένα Χάνι, κάπου στο Τέλος του Κόσμου και αφηγούνται ιστορίες ο ένας στον άλλον, ώσπου να κοπάσει η μπόρα και να μπορούν να φύγουν. Από τις πλέον ατμοσφαιρικές στιγμές της σειράς και πλέον ταξιδιάρικες παράλληλα, το “World’s End” προετοιμάζει ιδανικά το κλίμα για το μεγάλο τέλος.

9 # The Kindly Ones: Ιδού το μεγάλο φινάλε της σειράς! Το μεγαλύτερο σε έκταση από όλα τα story arcs του έργου, επαναφέροντας ένα πολύ μεγάλο πλήθος από το καστ της σειράς, το “Kindly Ones” σε καθηλώνει με την ασταμάτητη πλοκή του – και την αίσθηση σταδιακής κορύφωσης. Εδώ όλα τα νήματα του έργου καταλήγουν σ’ ένα τέλος – και το νήμα πλέον κόβεται! Η εξπρεσιονιστική εικονογράφηση του Marc Hempel καθιστά ακόμα πιο βιωματική την εμπειρία ανάγνωσης.

10 # The Wake: Και όταν πια τελειώσει… ξυπνάς. Ιδού ο υπέροχος επίλογος.

11 # Endless Nights: Η συγκεκριμένη σειρά ιστοριών γράφτηκε μετά το τέλος της σειράς και δεν είναι απαραίτητη για την ανάγνωση του κυρίως κορμού – αυτός είναι τα τεύχη 1 ως 10. Ωστόσο ποιος δεν θα ήθελε να επιστρέψει στον κόσμο των Αενάων. Ιδού λοιπόν, μία ιστορία για κάθε μέλος της Οικογένειας του Μορφέα, σχεδιασμένη και από έναν διαφορετικό δημιουργό.

12 # Death: Η αδερφή του Μορφέα έγινε τόσο δημοφιλής, που σύντομα έμελλε να αποκτήσει τη δική της, ξεχωριστή σειρά ιστοριών: Ανάμεσά τους οι ιστορίες “The High Cost of Living” και “The Time of Your Life”. Περιττό να πούμε πως η ανάγνωση κρίνεται απαραίτητη.

13 # The Dream Hunters: Μια διαφορετική παρουσίαση του κόσμου του Μορφέα, δοσμένη σε μορφή κειμένων συνοδευόμενων από την πολύ ιδιαίτερη εικονογράφηση του Yoshitaka Amano. Μία ακόμα αξιομνημόνευτη στιγμή στις – πολλές ομολογουμένως – της σειράς.

14 # Overture: Πρόκειται για το νεότερο σκέλος της σειράς, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί πρελούδιο των γεγονότων που οδήγησαν στο πρώτο τεύχος – σχεδόν 30 χρόνια πριν. Όντας η νεότερη συγγραφική απόπειρα του Neil Gaiman και η επιστροφή του στον κόσμο του Μορφέα (τον κόσμο που τον καταξίωσε) μετά από τόσα χρόνια, δεν μπορούμε παρά να είμαστε συγκινημένοι. Ασφαλώς η σχεδιαστική παρουσία του J.H.Williams III καθιστά το εγχείρημα ακόμα πιο ενδιαφέρον. Long live the Sandman!



Art by Jill Thompson