Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επικοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επικοινωνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουνίου 2019

Στου Φιλοπάππου


Η θέα της Αθήνας από τα βράχια του Φιλοπάππου




Πρωινό Σαββάτου και ο μικρός εκείνος ανήσυχος δαίμονας ψιθύρισε στ’ αυτί μου: “εμπρός, πάρε το βιβλίο σου κάνε μια βόλτα. Θα απαλύνει τις όποιες αρνητικές σκέψεις”. Πήρα το ποδήλατο λοιπόν, αδιαφορώντας για το ξεφουσκωμένο λάστιχο, και τράβηξα για τον λόφο του Φιλοπάππου. Σκοπός μου να βρω μια ιδανική σκιά να ξαποστάσω και να διαβάσω το βιβλίο.

Η ζέστη αφόρητη. Σμήνη οι τουρίστες, τους προσπερνούσα βιαστικά, με μόνο στόχο να καταφύγω σε κάποιο μέρος δίχως κόσμο. Τελικά έφτασα εκεί που ο λόφος ατενίζει την πόλη. Απόλυτη ησυχία. Εδώ κι εκεί κάποια παγκάκια – και τα δέντρα απάνω πρόσφεραν απλόχερα τον ίσκιο τους. Εδώ είμαστε.

Δεν έκατσα όμως. Παρατηρούσα το τοπίο, χιλιοπερπατημένο και αιώνιο, βράχοι που αχνίζουν και δέντρα που ψιθυρίζουν σιωπηλούς σκοπούς. Χιλιάδες κτίρια απλώνονταν πέρα μακριά, η παλλόμενη καρδιά της πόλης, ζωηρή και ανυπόφορη στην καθημερινή ρουτίνα της. Μα εκεί ψηλά δεν φτάνει ο θόρυβος – μόνο το τραγούδι των πουλιών, ισχυρότερο και από χίλια αμάξια που μουγκρίζουν. Εκεί ψηλά η πόλη μοιάζει περισσότερο με ζωγραφικό πίνακα: απομεινάρι κάποιας εποχής, εικόνα πέρα από τον χρόνο, ξεχαρβαλωμένη καρτ ποστάλ που βρήκες σε κάποιο σκοτεινό πατάρι. Όλα ήσυχα. Το μάτι του κυκλώνα. Η απάνεμη γωνιά καταμεσής της σαββατιανής κοσμοχαλασιάς.




Βόλτα στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα
Η Αθήνα από ψηλά, στον λόφο
Η Ακρόπολη από τον λόφο του Φιλοπάππου




Κάποιες σκέψεις ύφαναν ένα ανοιχτόχρωμο πέπλο στη σκέψη μου, υγρό και διάφανο σαν βρεγμένο μπλουζάκι σε γυναικείο στήθος. Σκέψου να συνδιαλέγεσαι με τα στοιχεία της φύσης – με τα πουλιά και τα δέντρα και τη γη. Σκέψου να μιλούσαν στην ανθρώπινη γλώσσα – ποτέ ξανά δεν θα αισθανόσουν μόνος. Θα ήσουν εκεί, καταμεσής των φυτών και των ζώων, και θα ένιωθες αυτάρκης. Σαν τις ταινίες της Disney ένα πράγμα, δίχως όμως τους ξενέρωτους πρίγκιπες και τις κάλπικες πριγκίπισσες.

Οι ίδιες όμως σκέψεις βρήκαν γρήγορα τον αντίλογό τους. Να μιλούν τα ζώα στη γλώσσα μας; Όχι δα! Σύμφωνοι – στην αρχή θα χαιρόμασταν. Μετά όμως θα συνέβαινε εκείνο που συμβαίνει πάντα: θα άρχιζαν οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες, τα «τι εννοείς με αυτό που είπες», ή «πάρ’ το πίσω αυτό!», ή «για να λες έτσι, μάλλον δεν συμφωνείς μαζί μου», ή «γιατί δεν εκφράζεσαι αλλιώς», ή «γιατί δεν μου μιλάς σαν άλλοτε»… και θα γινόμασταν μπάχαλο μεταξύ μας. Πάλι απ’ την αρχή, άνθρωποι, ζώα και φυτά, ένα μπλεγμένο κουβάρι, να τσακωνόμαστε με πολεμοφόδια μας τις λέξεις, έχοντας ανάγκη από λεξικά και αποκρυπτογράφηση μπας και συνεννοηθούμε.

Όχι, να λείπει το βύσσινο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση από την ανθρώπινη γλώσσα. Και αυτά τα ανόητα σύμβολα που χρησιμοποιούμε για να τιθασεύσουμε τον χείμαρρο που ξεχειλίζει μέσα μας: τις λέξεις. Τις λέξεις, στους λαβυρίνθους των οποίων χανόμαστε. Καλύτερα να συνεννοούμασταν μόνο με κραυγές και βογκητά και γουργουρητά και δαγκωνιές! 




Ένα πουλί σε δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου
Μοναχικό δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα




Το θέμα δεν είναι να μιλά η φύση στη δική μας γλώσσα – αλλά ΕΜΕΙΣ στη γλώσσα της φύσης. Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Η απώλεια της επαφής με τη φύση είναι η μεγαλύτερη πληγή – ασύγκριτα ισχυρότερη από την επαφή που χάσαμε αναμεταξύ μας, τον καιρό που υψώναμε πύργους της Βαβέλ.

Κάποιες φορές μόνο, εδώ κι εκεί, μοιάζει να χάνεται εκείνη η αρχέγονη απόσταση: όταν αφηνόμαστε στη γλυκιά δροσιά μιας καλοκαιρινής βουτιάς… όταν αναπνέουμε τον φυσικό αέρα κάποιου δάσους… όταν απολαμβάνουμε το τραγούδι των πουλιών… όταν χαϊδεύουμε ένα ζώο… και όταν φτάνουμε σε οργασμό – η στιγμή του μουγκρητού είναι η ίδια αρχέγονη γλώσσα της φύσης.

Σα να ήθελε ν’ απηχήσει τη σκέψη μου, μια εκκλησιαστική ψαλμωδία αντήχησε στον αέρα. Ωχ. Εκεί κοντά είναι το εκκλησάκι του Λουμπαρδιάρη – και είχε ξεκινήσει λειτουργία. Στο εξής μια άλλη γλώσσα θα συνόδευε (ή μάλλον, θα συσκότιζε) τις σκέψεις μου: η γλώσσα των παπάδων.

Τράβηξα παραπέρα, βρήκα ένα παγκάκι. Πάνω έγραφε με μαρκαδόρο «Εύα» (σε καρδούλα) – και δίπλα «Μπακογιάννη, ψόφα». Μου άρεσε η αντίφαση. Έκατσα κι έβγαλα το βιβλίο.




Ένα βιβλίο για τον Tom Waits, Lowside of the Road
Με ποδήλατο στου Φιλοπάππου




Ξεκίνησα να διαβάζω. Με έχει απορροφήσει ολότελα αυτές τις μέρες. Μακάρι να καταθέσω κάποια στιγμή μελλοντικά μια εκτενή σειρά αφιερωμάτων στον Tom Waits. Ελάχιστους καλλιτέχνες μπορώ να ακούω με τις ώρες, να παρασύρομαι στον κόσμο τους και να ταυτίζομαι τόσο απόλυτα – ο Waits ανήκει σε εκείνους τους ελάχιστους. Δεν είναι τυχαία η παρουσία του παντού γύρω, αν κοιτάξετε τα κολάζ εδώ στο blog.

Κι ενώ βρισκόμουν καταμεσής της δεκαετίας του 70, σε κάποια σκοτεινά νυχτερινά μπαρ που μύριζαν φτηνές γυναίκες, μελαγχολία, ποίηση του δρόμου και αλκοόλ, παρατηρώ να καταφτάνει προς το μέρος μου, στην άκρη του πεζόδρομου, ένας τύπος που έμοιαζε με τον Πουλικάκο στα νιάτα του. Μιλούσε μόνος του. Ωχ. Γρήγορα έστρεψα το βλέμμα μου στο βιβλίο πάλι. Ο τύπος πήγε και έκατσε σε ένα παγκάκι απέναντι. Συνέχιζε να μιλάει και κοιτούσε προς εμένα. Κι ενώ οι εκκλησιαστικοί ψαλμοί ακόμα αντηχούσαν στο βάθος. Σκατά. Να που ξενέρωσα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός εισέβαλε για άλλη μια φορά και σπίλωσε τη γαλήνη της φύσης. Ο παπάς από τη μία, ο τρελός από την άλλη. Κι εγώ, η γέμιση στο σάντουιτς.

Ο παπάς έλεγε κάτι για την αιώνια σωτηρία και έψελνε αμήν. Ο τύπος απέναντι, με τη σειρά του, μιλούσε μόνος του και έλεγε: “Βασίλη, αν το ξαναδώ αυτό θα σου ξυρίσω το μουστάκι”. Ή μήπως ήταν ο τύπος απέναντι που έψελνε αμήν και ο παπάς που απειλούσε να ξυρίσει το μουστάκι; Η ζέστη με είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ίσως να τα μπέρδεψα.

Κάπου τότε κατέφτασε προς το μέρος μου κι ένα ζευγάρι τουριστών. Καλώς τα παιδιά. Κατευθύνονταν σε μια γειτονική κρήνη. Η κοπελιά ήταν ενδεδυμένη με το κατάλληλο κοντό σορτσάκι – το βλέμμα μου έπεσε μεμιάς στο σωστό σημείο, αντλώντας μια κάποια ικανοποίηση. Αν δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο με την ησυχία σου, τουλάχιστον ας δεις κάποιο θέαμα της προκοπής. Ο σύντροφός της, απ’ την άλλη, βάδιζε μισόγυμνος, η κοιλιά έξω να κρέμεται σαν τα μάγουλα ενός μπουλντόγκ. Αυτό δεν ήταν ευχάριστο. 

Σηκώθηκα. Αρκετά, όσο διάβασα διάβασα. Καλή η βόλτα, εποικοδομητική στην αρχή, η συνέχεια λιγότερο. Γέννησε προσδοκίες και τελικά σε άφησε με ανάμικτη γεύση στο στόμα – όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα, εδώ που τα λέμε.

Μα θα επανέλθω. Έχει γούστο να συναντήσω πάλι τον τύπο με το μουστάκι.

Πίσω στην ανθρωποθάλασσα. Πίσω στη βοή του πλήθους. Τέρμα η φιλοσοφία, ώρα να φέρουμε σε πέρας τις δουλειές μας. Λογαριασμοί, ψώνια. Και να φουσκώσω αυτό το λάστιχο. Η διαδρομή στο Μοναστηράκι ήταν αργή και επώδυνη – πάντα έτσι γίνεται όταν βαδίζεις με σκοπό: βιάζεσαι και κάθε εμπόδιο σε ενοχλεί. Να γιατί πρέπει να οικοδομήσουμε έναν πολιτισμό που θα βαδίζουμε περισσότερο, μα με λιγότερους σκοπούς. Να βαδίζουμε όχι «για να πάμε κάπου» - μα για να το απολαύσουμε. Ίσως τότε κατορθώσουμε και ένα-δυο πράγματα παραπάνω. Ίσως να μας σπάνε λιγότερο τα νεύρα. Είναι μια αρχή κι αυτό.

Τελικός προορισμός, το σούπερ μάρκετ. Το πρώτο πράγμα που έκανα, φτάνοντας σπίτι, ήταν να πλυθώ και ν’ αποτινάξω από πάνω μου την κάψα. Το δεύτερο – να βουτήξω ένα κουτάλι σ’ ένα μπολ με παγωτό.



Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19




Μοναστηράκι, Αθήνα, κάποια καλοκαιρινή σαββατιάτικη μέρα

9 Οκτωβρίου 2018

Αποξένωση ενός ζευγαριού σε μια κοινωνία του μέλλοντος. Aπό το "Φαρενάιτ 451" του Ρέι Μπράντμπερι



Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι: Ένα απόσπασμα με θέμα την αποξένωση ενός παντρεμένου ζεύγους



Κάποτε στο μέλλον. Απόσπασμα από το "Φαρενάιτ 451" του Ρέι Μπράντμπερι




«Έπεσε στο κρεβάτι και η γυναίκα του αναφώνησε, ξαφνιασμένη. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος κάπου πολύ μακριά της στο δωμάτιο, σε ένα χειμερινό νησί που χωριζόταν από μια άδεια θάλασσα. Εκείνη του μιλούσε πολλή ώρα – όπως τουλάχιστον του φάνηκε – και του μιλούσε γι’ αυτό και το άλλο, αλλά όλα ήταν απλώς λέξεις, σαν τις λέξεις που είχε ακούσει κάποτε από ένα νήπιο σε κάποιο φιλικό σπίτι, ένα δίχρονο παιδί να σχηματίζει προτάσεις, να μιλάει τη δική του γλώσσα, να φτιάχνει ωραίους ήχους στον αέρα. […]

Δεν υπήρχε ένα παλιό ανέκδοτο για μία γυναίκα που μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο, ώσπου κάποια στιγμή ο απελπισμένος σύζυγός της πήγε σε ένα κοντινό μαγαζί και της τηλεφώνησε για να τη ρωτήσει τί φαγητό είχαν; […]

Και ξαφνικά του φάνηκε τόσο ξένη, που δυσκολευόταν να πιστέψει ότι την ήξερε καν. Βρισκόταν σε ένα ξένο σπίτι, όπως στο άλλο ανέκδοτο που είχε ακούσει να λένε, για έναν ευυπόληπτο κύριο, ο οποίος γύρισε σπίτι μεθυσμένος πολύ αργά τη νύχτα, έβαλε το κλειδί σε λάθος πόρτα, μπήκε σε λάθος δωμάτιο, κοιμήθηκε στο ίδιο κρεβάτι με μια άγνωστη, σηκώθηκε το πρωί, πήγε στη δουλειά του και κάνεις από τους δυο τους δεν κατάλαβε τελικά τίποτα.

«Μίλι...;» ψιθύρισε.

«Τι; »

«Συγγνώμη που σε ανησυχώ. Θα ήθελα απλώς να σε ρωτήσω... »

«Ναι;»

«Πότε συναντηθήκαμε; Και που;»

«Πότε συναντηθήκαμε για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε.

«Εννοώ... για πρώτη φορά ».

Ο Μόνταγκ την αισθανόταν τώρα συνοφρυωμένη, μέσα στο σκοτάδι. Ανέλαβε να διασαφηνίσει. «Η πρώτη φορά που γνωριστήκαμε, που ήταν και πότε; »

«Έ, να, ήταν...»

Σταμάτησε.

«Δεν ξέρω » του είπε.

Ο Μόνταγκ πάγωσε.

«Δεν μπορείς να θυμηθείς;»

«Έχει περάσει τόσος καιρός ».

«Μόλις δέκα χρόνια, όλα κι όλα, μόλις δέκα!»

«Μην εκνευρίζεσαι. Προσπαθώ να σκεφτώ». Η Μίλντρεντ γέλασε με ένα περίεργο πνιχτό γέλιο που γινόταν ολοένα πιο οξύ. «Τι αστείο! Είναι αστείο να μην μπορείς να θυμηθείς που ή πότε γνώρισες τον άντρα ή τη γυναίκα σου».

Ο Μόνταγκ, ξαπλωμένος, έτριβε αργά τα μάτια του, το μέτωπό του, τον αυχένα του. Έπιασε και με τα δύο χέρια το κεφάλι του, πάνω από τα μάτια, ασκώντας μία συνεχή πίεση σαν να προσπαθούσε να επαναφέρει διά της βίας τη μνήμη στη θέση της. Ξαφνικά, το πιο σημαντικό πράγμα γι' αυτόν στον κόσμο ήταν να θυμηθεί που είχε γνωρίσει τη Μίλντρεντ.

«Δεν έχει σημασία». Η Μίλντρεντ είχε ήδη σηκωθεί κι ήταν στο μπάνιο, ενώ ο Μόνταγκ άκουγε το νερό να τρέχει κι εκείνη να καταπίνει.

«Έτσι νομίζω κι εγώ» της είπε.»


*** 


Απόσπασμα από το βιβλίο του Ρέι Μπράντμπερι, «Φαρενάιτ 451» [Ray Bradbury, “Fahrenheit 451”].

Το «Φαρενάιτ 451» εκδόθηκε πρώτη φορά το 1953 και ανήκει στα κλασικά έργα της Επιστημονικής Φαντασίας. Όπως συμβαίνει συχνά με τους τίτλους της Επιστημονικής Φαντασίας, περιγράφεται μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι η αυξανόμενη αποξένωση και απομόνωση των ανθρώπων. Άνθρωποι που φτάνουν να αγνοούν την επικοινωνία και να μην γνωρίζονται ούτε στο ελάχιστο μεταξύ τους, ακόμα και αν είναι παντρεμένοι χρόνια – όπως το ζεύγος του βιβλίου. Πώς υποκαθιστούν αυτή την έλλειψη ουσιαστικής επαφής; Πως αλλιώς. Παραδίδοντας τον εαυτό τους σε μικρές, εξατομικευμένες απολαύσεις, όπως η τηλεόραση, τα ναρκωτικά χάπια και τα διεγερτικά. Όσο λιγότερο σκέφτεται κανείς, τόσο το καλύτερο. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η εχθρότητα αυτής της οργανωμένης κοινωνίας απέναντι στα βιβλία – τα οποία αναζητούν και καίνε σε μαζικές πυρκαγιές.

Και αν όμως δεν γνωρίζαμε πως το απόσπασμα που διαβάσαμε αναφέρεται σε μια κοινωνία του μέλλοντος; Σάμπως απέχει πολύ το παντρεμένο ζευγάρι που είδαμε από πλήθος ανθρώπων της εποχής μας;

Η μετάφραση του «Φαρενάιτ 451» είναι του Βασίλη Δουβιτσα [εκδ. Άγρα].

Για την ψηφιοποίηση του κειμένου και την επεξεργασία της εικόνας: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18.



~

22 Απριλίου 2018

Ο μικρός καθημερινός φασισμός





Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν ένα μεγάλο φασισμό;

Ας διευκρινίσω όμως τι εννοώ με τα επίθετα «μικρός» και «μεγάλος». Ο «μικρός, καθημερινός φασισμός», όπως τον φαντάζομαι, είναι όλες εκείνες οι καθημερινές πράξεις ή συνήθειες που μας φέρνουν εγγύτερα σε μια κατάσταση απανθρωποίησης. Εκείνα τα μικρά πράγματα που προσθέτουν κι από ένα τούβλο στον Μεγάλο Τοίχο της ανθρώπινης αποξένωσης – ένας τοίχος όμοιος με το “The Wall” των Pink Floyd, που μεταδίδει μεν μια αίσθηση ασφάλειας (είναι ασφαλής η ζωή μέσα στο τείχος σου), μα ταυτόχρονα απομακρύνει τους έγκλειστους θαμώνες του από κάθε δυνατότητα ουσιώδους επαφής και επικοινωνίας, ο ένας με τον άλλον.

Η επικοινωνία, όπως την εννοώ εδώ, δεν είναι εκείνη η επαφή που προϋποθέτει κοινή γλώσσα. Μπορείς να επικοινωνείς μια χαρά με ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιράζεστε ούτε μια κοινή λέξη στο λεξιλόγιό σας – όπως μπορείς να επικοινωνείς σε βάθος με τα ζώα. Οι λέξεις συχνά είναι διεφθαρμένες περισσότερο και από πολιτικούς. Λες μια λέξη και εννοείς άλλη, η οποία με τη σειρά της εκλαμβάνεται αλλιώς, από κάποιον που θέλει να πει κάτι άλλο. Οι ωραιότερες λέξεις του κόσμου (αγάπη, ελευθερία, δημοκρατία, αλήθεια, δίκαιο, και μερικές ακόμα) έχουν διαφθαρεί και μπολιαστεί με μια κρούστα ψεύδους και παραπληροφόρησης. Η κατανόηση μιας γλώσσας και η κατανόηση του νοήματος των λέξεων είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συχνά δεν καταλαβαίνεις ο ίδιος τον εαυτό σου. Ναι, ο Μύθος της Βαβέλ ήταν λάθος – δεν είναι η έλλειψη κοινής γλώσσας εκείνη που αποξενώνει τους ανθρώπους, ούτε η παρουσία της εκείνη που τους φέρνει πάντα πιο κοντά.

Τι μας αποξενώνει λοιπόν; Και γιατί η αποξένωση συνθέτει, ένα προς ένα, τα τούβλα εκείνου που αποκαλώ «ο μικρός καθημερινός φασισμός»;

Θα μιλήσω αρχικά με κάποια δυσάρεστα παραδείγματα από την πολύ πρόσφατη καθημερινότητά μου. Το ένα αφορά ένα περιστατικό που είδα στον ηλεκτρικό και το ονομάζω «ο τραμπούκος και ο γέρος». Το άλλο συνέβη έξω από το σπίτι μου και συμμετείχα άμεσα ο ίδιος. Θα παραθέσω τα συγκεκριμένα περιστατικά (τα οποία νιώθω μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ εδώ με τον κόσμο) και στη συνέχεια θα προσπαθήσω να επεκταθώ σε γενικότερα φαινόμενα που συναντούμε – ενώ είμαι σίγουρος πως ο κάθε αναγνώστης θα μπορεί να φέρει στο μυαλό του αντίστοιχες καταστάσεις που έχει δει ή ζήσει ο ίδιος (θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον όποιοι αναγνώστες έχετε να μοιραστείτε παραπλήσιες εμπειρίες «μικρού, καθημερινού φασισμού», να τις μοιραστείτε εδώ στα σχόλια – κι εγώ μπορώ ακόμα και να τις προσθέσω στο κεντρικό κείμενο, σαν επίμετρο).

Ας ξεκινήσω λοιπόν με τα πρόσφατα παραδείγματα που έζησα.






Περίπτωση ένα: Ο τραμπούκος και ο γέρος



Ήμουν στον ηλεκτρικό, μεσημέρι. Όχι πολύς κόσμος. Ένας μεγαλόσωμος τύπος, μεταξύ τριάντα και σαράντα χρόνων, καθόταν απέναντί μου. Φορούσε ένα ξεβαμμένο στρατιωτικό τζάκετ. Ο τύπος (έτσι θα τον αποκαλώ στο εξής, «ο τύπος») είχε αγοράσει ένα τραπέζι από κάποιο κατάστημα και το τραπέζι βρισκόταν στο κουτί του – ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί, που στεκόταν όρθιο στη γωνία του βαγονιού, δίπλα στην πόρτα. Ο τύπος καθόταν λίγο παραπέρα, σε μια από τις θέσεις – είχε αφήσει δηλαδή το κουτί, όρθιο, εκτός επίβλεψης.

Ένας ηλικιωμένος κύριος, μεταξύ 70 και 80 χρόνων, μικρόσωμος, αδύνατος, με αραιά μαλλιά, στεκόταν μπροστά στην πόρτα (και στο κουτί) περιμένοντας να φτάσει στη στάση του και να βγει. Μόλις όμως το τρένο έφτασε στην στάση έκανε ένα ελαφρώς απότομο φρενάρισμα – και το κουτί έφυγε από τη θέση του και – παφ! – έπεσε πάνω στα πόδια του ηλικιωμένου.

«Ααα! Ποιος μαλάκας το άφησε…!», έκανε ο γέρος.
Ο τύπος σηκώθηκε, σήκωσε το κουτί από το πάτωμα που είχε πέσει και… άρχισε να βρίζει τον ηλικιωμένο. «Ποιον είπες μαλάκα ρε!». Ο γέρος, σχεδόν σε απολογητικό τόνο, απάντησε: «Με πόνεσες!» Μα ο τύπος, μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα του, άρχισε να τον φοβερίζει. «Άντε τράβα, θείο, μη βρεις το μπελά σου! Το καλό που σου θέλω, θείο, ακούς; Φύγε!»

Ο ηλικιωμένος βγήκε έξω. Μα ο τύπος συνέχισε να του φωνάζει, απ’ τα παράθυρα, υψώνοντας το κωλοδάχτυλο και γελώντας χαιρέκακα: «Θα σε γαμήσω, μαλάκα! Θα σε γαμήσω!» Ταυτόχρονα κοιτούσε αριστερά και δεξιά του, τους υπόλοιπους επιβάτες του τρένου, που παρακολουθούσαν τη σκηνή, το χαμόγελο στα χείλη του, λέγοντας συνέχεια «ρε τον μαλάκα», γυρεύοντας ίσως κάποια λεκτική υποστήριξη, κάποιο χαμόγελο τύπου «τι κωλόγεροι υπάρχουν στον κόσμο» ή κάτι σχετικό, ως επιβεβαίωση των απειλών του.

Μα δεν εισέπραξε κάποιο. Ο κόσμος δεν του έδωσε σημασία. Μόνο εγώ τον αγριοκοίταγα κάτω απ’ τα γυαλιά μου. Χτυπάς τον γέρο, τον βρίζεις και από πάνω, επειδή «τόλμησε» να ενοχληθεί που μια κούτα που είχες παρατήσει έπεσε πάνω του.

Μα κάτι έλειπε για να σφραγίσει το περιστατικό. Το κερασάκι στην τούρτα. Να που ήρθε όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, κι ενώ το τρένο είχε ξεκινήσει πάλι. Περάσαμε μπροστά από μια εκκλησία και ο τύπος – ο ίδιος τύπος που λίγες στιγμές πριν απειλούσε τον γέρο πως «θα τον γαμήσει» – έκανε ευλαβικά… τον σταυρό του.

Ε, φυσικά. Ο σταυρός. Αυτό έλειπε για να δέσει το γλυκό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών.



Περίπτωση δύο: Η παρέα και η γάτα






Το περιστατικό που θα σας περιγράψω τώρα σπίλωσε τουλάχιστον για ένα εικοσιτετράωρο την ψυχολογία μου. Το σκεφτόμουν συνέχεια, δεν με έπαιρνε ο ύπνος, ένιωθα την ανάγκη να το συζητήσω – και τώρα να το μοιραστώ. Με ενόχλησε βαθιά και, ως ένα βαθμό, με προβλημάτισε με τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να είχε πάρει.

Ήταν δύο περίπου τη νύχτα και ακούω έξω ακριβώς από το σπίτι μου, δίπλα στο παράθυρο (το παράθυρο βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από το ύψος του δρόμου) την εύθυμη φωνή ενός νεαρού και τον ήχο ενός υγρού που πέφτει. «Δείτε, κατουράω τη γάτα», τον άκουσα να λέει.

Τινάχτηκα από τη θέση μου, το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Η συγκεκριμένη γάτα είναι μία από εκείνες που ταΐζω σε καθημερινή βάση – και η οποία συχνά στέκεται και νιαουρίζει έξω από την πόρτα μου, ώστε να της ανοίξω. Έχει γούστο, σκέφτομαι, και ανοίγω απότομα την πόρτα.

Ένας τύπος γύρω στα 25 στεκόταν έξω ακριβώς από το σπίτι, το πουλί του στο χέρι, και κατουρούσε. Το έδαφος είχε γεμίσει ούρα, που είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα. Η γάτα είχε γίνει καπνός.

«ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΡΕ!», φωνάζω.

Ο τύπος δεν περίμενε προφανώς να ανοίξει ο ένοικος την πόρτα και να τον πιάσει στα πράσα. Σήκωσε μεμιάς το παντελόνι του και κίνησε να φύγει. Μαζί του ήταν ακόμα ένας ή δύο φίλοι του και δυο κοπέλες. Λίγο παραπέρα είχε παρκάρει το αμάξι του και κίνησε προς τα κει.

Είχα κοκκινίσει απ’ το θυμό μου. Φώναζα. Παραφερόμουν. «Καλά ρε, κατουράς πάνω στα σπίτια των ανθρώπων!», φώναζα. «Πάνω στη γάτα! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ!»

«Εντάξει, μη δίνεις τόση σημασία» μου είπε ο φίλος του, που θα τον αποκαλώ στο εξής «ο δικηγόρος», μια που είχε την τάση να τον υπερασπίζεται. «Είναι μεθυσμένος», είπε προς δικαιολογία του.

Όρμησα στο σπίτι, βγήκα έξω με μια κάμερα στο χέρι, και άρχισα να τραβάω τη σκηνή και τα πρόσωπα. «Παίρνω τώρα τον αριθμό του αυτοκινήτου σου!», φώναξα, ενώ τα μάτια μου πετούσαν σπίθες. Ήμουν εξοργισμένος. Μα ο πρωταγωνιστής μας, ψύχραιμος, δίχως να δείχνει στο ελάχιστο μεθυσμένος, μου είπε τα εξής:

«Χάνεις τον καιρό σου με αυτό που κάνεις. Πάρε όσες πινακίδες θες. Δεν μπλέκω εγώ. Είμαστε δίπλα με τους μπάτσους, βλέπεις. Είμαι στα Ο.Υ.Κ. Εμείς σας προστατεύουμε. Μη το κάνεις αυτό, γιατί θα βρεις τον μπελά σου».

«Απλά άστο», να μου λέει παράλληλα ο φίλος του ο «δικηγόρος», παρακινώντας με σε ψύχραιμο ύφος.

Στο μεταξύ είχαν πλησιάσει στη σκηνή οι δυο κοπέλες και ένας τύπος – αγνοώ αν ήταν ή δεν ήταν στην ίδια παρέα. Με είδαν που τραβούσα πρόσωπα με την κάμερα και θύμωσαν: «σβήσε τώρα αυτά που έγραψες στην κάμερα, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα!» μου κάνουν. Άγγιξα φευγαλέα τον ώμο της κοπέλας κι εκείνη άρχισε να ωρύεται: «ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ; ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ;!»

(μα την αλήθεια, το σουρεαλιστικό περιστατικό που σου περιγράφω, φίλε αναγνώστη, συνέβη όπως ακριβώς το διαβάζεις)

Α, δεν πάει καλά ο κόσμος, σκεφτόμουν. Μα ήμουν μόνος σε όλο αυτό. Η γειτονιά κοιμόταν.

«Ναι, σε άγγιξα, μα ήταν λες και αγγίζω γλίτσα», είπα στην κοπέλα – που δεν απάντησε. Στράφηκα στους άλλους. «Θα καθαρίσετε προτού φύγετε!», έκανα.

Ο τύπος που κατούρησε αρνήθηκε. «Δεν κάνω τίποτα». Οι κοπέλες είχαν ήδη απομακρυνθεί. Μόνος του, ο «δικηγόρος» προσφέρθηκε να καθαρίσει. «Θα το κάνω», είπε.

«Μισό λεπτό, λοιπόν», του λέω, «να φέρω έναν κουβά… και να ενημερώσω την ιδιοκτήτρια του σπιτιού». Με το που ανέφερα την ιδιοκτήτρια και κίνησα προς το σπίτι της οι τύποι έφυγαν στο λεπτό.

Και αυτό ήταν.


Street art by Banksy

***


Δεν γνωρίζω τι είναι εκείνο που με εξόργισε περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Ο τύπος που αδιάφορος για την καημένη τη γάτα, κατουρούσε γύρω της; Η υστερική που φώναζε πως «την άγγιξα»; (λυπάμαι τους άντρες που πραγματικά αγγίζουν γυναίκες σαν αυτή). Οι έμμεσες απειλές τους, όταν με είδαν να τραβάω με την κάμερα, ώστε να σβήσω αυτά που τράβηξα; Ή το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής της πράξης μου είπε απαθώς πως «δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απ’ τους μπάτσους, γιατί είναι το ίδιο μαγαζί»;…

Μήπως ήταν οι αντιδράσεις που, εκ των υστέρων (γιατί πάντα έτσι γίνεται) σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα; Λιγότερο οργισμένες, περισσότερο υπολογιστικές ενδεχομένως. (edit: όχι - μια χαρά ήταν οι αντιδράσεις μου... ο τύπος κατουρούσε πάνω στη γάτα! όσο το σκέφτομαι, τόσο θυμώνω ξανά απ' την αρχή). Όσο αφορά τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα (κάποια εξ’ αυτών) στην προσωπική μου κάμερα; Εκ των υστέρων έμαθα πως ο χώρος, όντας κοντινός σε μουσείο, βιντεοσκοπείται ούτως ή άλλως…

Τι ήθελα να πετύχω; Σε αρχική βάση, σίγουρα να σταματήσω τα χειρότερα – φοβήθηκα για τη γάτα και ήθελα να αποτρέψω οποιαδήποτε ζημιά σε βάρος της. Εν συνεχεία ήθελα να ορθώσω μια κάποια αντίδραση στην πράξη τους, έστω σπασμωδική και συναισθηματική. Ήμουν διατεθειμένος να τρέξω στην αστυνομία; Μεταξύ μας, δύσκολα θα έφτανα ως εκεί, από τη στιγμή που δεν έπαθε κανένας τίποτα. Σκέφτομαι επίσης πως θα μπορούσαν να είχαν πάρει χειρότερη τροπή τα πράγματα.

Και αν το αντιμετώπιζα περισσότερο "χαλαρά"; Σε τελική ανάλυση, "χαβαλέ" έκαναν τα παιδιά. Σύμφωνοι... Θα επιστρέψω όμως εκεί που άρχισα. Στη γάτα. Αφήνω στην άκρη τους τραμπούκους και τις απειλές και τους μπάτσους και τις κάμερες και τις υστερικές γυναίκες – μα η γάτα τι φταίει ρε παιδιά. Γιατί να μπλέκει σε αυτόν τον παράλογο κόσμο των ανθρώπων;



Ο φασισμός της καθημερινότητας



Τι είναι ο μικρός, καθημερινός φασισμός; Σε αρχική βάση είναι όλα όσα υψώνουν τείχη ανάμεσά μας. Σε δεύτερη βάση, είναι τα συρματοπλέγματα ανάμεσα στα τείχη. Η αδυναμία της επικοινωνίας· η ωμή σύγκρουση του δυνατού με τον ασθενέστερο· οι τακτικές εκφοβισμού· η επιβολή δια της εξουσίας· η στέρηση του λόγου· ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε φατρίες και ομάδες· ο πόλεμος όλων εναντίον όλων.

Ο αρχέγονος νόμος της ζούγκλας που διασπά κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, κάθε προσπάθεια ομαδικής συμβίωσης.

Μήπως να αναφέραμε μερικά παραδείγματα ακόμα; Νομίζω κάθε αναγνώστης θα μπορούσε να σκεφτεί κάποια δικά του βιώματα – θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν τα μοιραζόταν, εδώ, μαζί μας, δημιουργώντας από κοινού ένα ψηφιδωτό «μικρών καθημερινών φασισμών». Θα αναφερθώ παρακάτω σε ορισμένες γενικές περιπτώσεις, από τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε να συνθέσει συγκεκριμένα – πολύ συγκεκριμένα – παραδείγματα.







Τα παιδιά που δέχονται bullying στο σχολείο και αντιδρούν υποτακτικά, με φόβο – αντλώντας το λανθασμένο συμπέρασμα πως η φυγή είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης… ενώ υπάρχει και η πάλη.

Ο εργοδότης που θεωρεί πως η εταιρία είναι τσιφλίκι του και οι εργαζόμενοι δουλοπάροικοί του – ορίζοντας μόνος του νόμους και κανόνες, αψηφώντας στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα και νομικές υποχρεώσεις – και, αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που αντιδρούν σπασμωδικά, μεμονωμένα, φοβισμένα, δίχως να σμίγουν τις φωνές τους, δίχως να λειτουργούν συλλογικά, ξεχνώντας πως οι ίδιοι συνιστούν την πηγή κάθε πλούτου.

 Οι εταιρίες που κρύβουν την ολική αδιαφορία τους για το ανθρώπινο προσωπικό τους πίσω από έναν πέπλο ανωνυμίας, απρόσωπης ιεραρχίας και αριθμών σε μία λίστα – και αντίστοιχα οι εργαζόμενοι που είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν τα έσχατα μέτρα υποβιβασμού τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Οι τακτικές εκφοβισμού της αστυνομίας.

Το κύμα άγχους και τρόμου που αναπαράγεται, σε καθημερινή βάση, από κάθε τηλεοπτικό κανάλι και ένα σημαντικό μέρος του Τύπου (έντυπου και διαδικτυακού) της χώρας. Γιατί τι είναι ο φόβος, αν όχι μέσο ψυχολογικής βίας – άρα και καταστολής.

Η συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων στην ουρά στις υπηρεσίες ή στα μέσα συγκοινωνίας· των ανεύθυνων οδηγών στους δρόμους· όσων ρυπαίνουν με σκουπίδια ή βρωμιές τη γειτονιά, τα κτίρια και τη φύση· όλων αυτών που λένε «η πάρτη μου και χέστηκα για όλους τους άλλους». Μια νοοτροπία ιδιαίτερα αγαπητή στον μέσο Έλληνα, θαρρώ.

Η αδιαφορία των περαστικών, όταν μπροστά στα μάτια τους μια ομάδα ντόπιων ξυλοφορτώνουν έναν μετανάστη, έναν νεαρό με μακρύ μαλλί, ή το μέλος κάποιας μειονότητας.

Ο αδιάκοπος αυνανισμός του κινητού, της selfie, της ατάκας στο Facebook, των check-in, της κατανάλωσης και – κυρίως – της επίδειξής της. Και μη με ρωτήσετε ποια η σχέση αυτών με τα παραπάνω… ασφαλώς και έχουν σχέση και το ξέρετε καλά. Γιατί ο «μικρός, καθημερινός φασισμός» δεν αφορά μόνο τον περιορισμό δικαιωμάτων, το κλείσιμο φωνών και τον εκφοβισμό… μα σχετίζεται με κάθε μορφή απώλειας της επικοινωνίας και οχύρωσης των ανθρώπων πίσω από τείχη. Και τι είναι η εικονική πραγματικότητα της επίδειξης και των κυρίαρχων συμπεριφορών στο διαδίκτυο, αν όχι ένας ακόμα τοίχος που υψώνεται και παρεμποδίζει την ουσιώδη επαφή ανάμεσά μας;



Graffiti by Mr. Thomas in Ferentino, Italy

 
Όπως εξάλλου έχω αναφέρει ο ίδιος, κατά καιρούς, στη σελίδα μου στο Facebook… μην πατάτε μόνο like. Μιλήστε. Επικοινωνήστε. Στείλτε ένα ρημάδι μήνυμα. Μην κρύβεστε πίσω από μάσκες… Ελάτε σε επαφή. Γνωριστείτε από κοντά. Και αν δεν ταιριάζετε… δεν χάσατε και κάτι. Τουλάχιστον το επιδιώξατε. Μα πρέπει να γίνει κάπου η αρχή – και δεν θα γίνει όταν κρύβεστε μονίμως πίσω από μια οθόνη. Χαίρομαι που κάποιοι ιδιαίτερα αγαπητοί μου φίλοι προήλθαν από αυτόν ακριβώς τον «ανώνυμο» αρχικά, χώρο του διαδικτύου και από τα κοινωνικά δίκτυα. Μα θλίβομαι όταν βλέπω πως τόσος κόσμος αγνοεί την αληθινή δυναμική τους και περιορίζεται σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι της επίδειξης και του στείρου μιμητισμού.

Αν έπρεπε να φανταστώ μια συμβολική εικόνα για το «φασισμό της καθημερινότητας», εκείνη θα ήταν η εξής: πελώριες γυάλες, η μία δίπλα στην άλλη, ασφυκτικά κλειστές και αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Κάθε γυάλα περιλαμβάνει έναν άνθρωπο και το μικρόκοσμό του. Οι γυάλες είναι βουτηγμένες όλες σ’ ένα παχύρρευστο χυλό «πληροφορίας» - και αυτός ο χυλός συνιστά τον κοινωνικό τους χώρο. Ο χυλός εδράζεται σ’ ένα καζάνι που βράζει – το καζάνι λέγεται κράτος και οικονομία.

Και αυτά τα καζάνια, το ένα παραταγμένο δίπλα στο άλλο, αυστηρά διαχωρισμένα μεταξύ τους… είναι τα έθνη του κόσμου.

Και η φωτιά που σιγοβράζουν… εκείνη που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά τη ρίζα κάθε «μικρού φασισμού της καθημερινότητας» (από τον νταή που βρίζει τον ηλικιωμένο στο τρένο, στον μπάτσο που κατουράει τις γάτες, στον εργοδότη που αδιαφορεί για το προσωπικό του, στον οδηγό που αδιαφορεί για τους κανόνες ασφαλείας, στον τύπο που πετάει σκουπίδια, στον αδιάφορο περαστικό των δρόμων, στον παθητικό δέκτη των Μέσων Ενημέρωσης, στον αιώνιο καταναλωτή…)

Η φωτιά αυτή που σιγοβράζουν τα καζάνια θα μπορούσε να ονομάζεται και «ο καθένας για την ομάδα ή την πάρτη του και χεστήκαμε για όλους τους υπόλοιπους».

Θέλω να πιστεύω πως αυτή δεν είναι η κυρίαρχη τάση των καιρών μας.



Πρόσθετη ενότητα: Σχόλια και σκέψεις από τους αναγνώστες




Η παρούσα ενότητα, επιπρόσθετη στο αρχικό κείμενο, είναι το σημείο που περνάω τη σκυτάλη στους φίλους αναγνώστες του Κουνελιού. Είναι η δική τους φωνή, οι δικές τους σκέψεις, και ίσως κάποια δικά τους βιώματα, όπως τα μετέδωσαν οι ίδιοι μέσω της σελίδας στο Facebook. Κάποια από τα σχόλιά τους έχουν τόσο ενδιαφέρον, που θεώρησα σκόπιμο να τα μεταφέρω εδώ, ώστε να μη χαθούν στο σωρό του Facebook, καταμεσής των selfies και των check-in – και να προσθέσουν στον γενικότερο προβληματισμό. Θα επανέρχομαι σε αυτή την ενότητα, ανανεώνοντάς τη, με περισσότερα σχόλια αναγνωστών.

Όσο και αν η πληθώρα αυτή αρνητικών εικόνων μπορεί να φαντάζει σε κάποιους ως «πεσιμιστική» ή αποθαρρυντική, ο ίδιος δεν θεωρώ πως είναι έτσι απαραίτητα. Σκοπός μου δεν είναι να αποθαρρύνω τον κόσμο ή να μεταδώσω μια αίσθηση ηττοπάθειας. Θα έλεγα αντίθετα πως όσο παρατηρούμε τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, δίχως ηδονοβλεπτικά συμπλέγματα, δίχως σύνδρομα παθητικής κατανάλωσης, σαν εκείνα που καλλιεργούν τα Μέσα, μα με κριτική διάθεση… τότε ίσως και να γίνει κάτι. Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε πως υπάρχει αυτή η πλευρά. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε πως αντιμετωπίζεται όχι με στείρα αγανάκτηση – μα με κριτικό πνεύμα. Και το τρίτο είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε – και να πράττουμε.

Και πάντα η πρώτη πράξη είναι να μη σιωπούμε. Να μιλάμε, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε. Κάθε φασισμός, μικρός ή μεγάλος, φοβάται τη φωνή του κόσμου – αυτό είναι γνωστό.

Δεν είμαστε μόνοι σε αυτό – το πιστεύω.






Ας πάμε λοιπόν στα σχόλια των αναγνωστών. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το σχόλιο της Νάντιας, η οποία αναφέρει:

“Ναι, πολλοί έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, μικρές φασιστικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Πολλοί γίναμε "μάρτυρες" βίας προς μετανάστες και όχι μόνο στα Μ.Μ.Μ. Πολλοί έχουμε δει κακοποίηση ζώων ή και έχουμε... κακοποιηθεί... τουλάχιστον λεκτικά πολλές φορές. Θα μείνω στον προβληματισμό, μου επιτρέπεις. Είναι φορές που νιώθω ότι πνίγω με τόσο κόπο τον λυγμό μου για το ανθρώπινο είδος που αν δεν βρω τρόπο να τον εκφράσω θα εκραγώ παθαίνοντας κρίση πανικού. Και έχω πάθει πολλές φορές. Είτε γιατί κάποιον ξυλοκόπησαν μπροστά μου, είτε γιατί, αφού με όμορφο τρόπο προσπάθησα να πείσω τα νεαρά τσογλάνια να μην αναστατώνουν τη γειτονιά τα ξημερώματα κάθε ημέρας τρομάζοντας ή ενοχλώντας τον όποιο ύπνο των γειτόνων, έφαγα τα χαστούκια μου και είδα αστράκια. Δεν έχει σημασία.

Οι κρίσεις λοιπόν με οδήγησαν στην αναζήτηση της βίας προς τον εαυτό μας. Και νομίζω ότι η πρώτη μικρή φασιστική συμπεριφορά είναι από εμάς προς τον εαυτό μας. Και δεν το λέω εγωιστικά. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλα ξεκινούν από την έλλειψη σεβασμού κάτ αρχήν προς τον εαυτό μας. Αν κάθε άνθρωπος σεβόταν την ύπαρξη του στον χώρο και τον χρόνο, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης, θα σεβόταν και θα υπολόγιζε και ότι ζει και υπάρχει γύρω του. Ο πρωταρχικός μικρός φασισμός είναι προς τον εαυτό μας γιατί εκπαιδευόμαστε να του συμπεριφερόμαστε έτσι, στον εξελιγμένο "πολιτισμένο" κόσμο μας. Θα μπορούσα να γράψω πολλά γι αυτό αλλά το θέτω ως προβληματισμό. Πόσο λιγότερο φασιστική θα είναι η καθημερινότητα όλων αν η συμπεριφορά μας είναι με σεβασμό και αγάπη, που σημαίνει αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση και εσωτερική ανάπτυξη; Μπορεί να είναι ουτοπία αυτό που σκέφτομαι. Και βέβαια θυμώνω, εναντιώνομαι, φωνάζω, βγαίνω από τα ρούχα μου αλλά με κάποιο τρόπο γυρίζει μπούμερανγκ. Θέλω μόνο να αγαπώ.”

 Η Στέλλα προσθέτει:

“Όλα αυτά τα περιστατικά που ανέφερες επιβεβαιώνουν για ακόμα μια φορά πόσο υστερούμε στο θέμα της παιδείας. Τι να πρωτοθυμηθώ και να αναφέρω; Δυο παιδιά, ένα καλοκαίρι στην γειτονιά μου που βρήκαν εξαιρετικά αστείο το γεγονός να καταστρέψουν ξένη περιουσία σπάζοντας την τζαμαρία ενός μαγαζιού; Μια κοπέλα στη στάση του λεωφορείου να δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από έναν μεθυσμένο χωρίς να αντιδράει κι έπειτα αυτός να κατεβάζει το παντελόνι και να κατουράει μπροστά μας; Μια παρέα ''έξυπνων'' να δένει και να πετάει ένα κουτάβι σε γκρεμό; Μια κοπέλα στο αστικό να ουρλιάζει και να στολίζει μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα επειδή ''τόλμησε'' να καθίσει σε μια θέση; Και η λίστα συνεχίζεται και ανανεώνεται καθημερινά... Συμπεριφορές που εκτός από αναισθησία δείχνουν και προσωπική ανασφάλεια. Το ξέσπασμα σε κάθε μορφή έγινε πια επιτακτική ανάγκη μας για να νιώσουμε εμείς ανώτεροι, πιο μάγκες και να καλύψουμε το πρόβλημά μας. Ας γκρεμίσουμε τον τοίχο που χτίσαμε γύρω μας βελτιώνοντας πρώτα απ' όλα τον εαυτό μας, το ''μέσα μας'' για να μάθουμε να σεβόμαστε και τους συνανθρώπους μας.»

Ανάλογο το συμπέρασμα της Emily, η οποία αναφέρει:

«Ο αυτοσεβασμός και η αυτοεκτίμηση είναι σημάδια μιας πολιτισμένης και υγιούς κοινωνίας. Αν ο καθείς δουλέψει με τον εαυτό του, μόνο τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καλύτερο κόσμο για ένα καλύτερο αύριο!»

Αναμφισβήτητα, η στάση μας απέναντι στον εαυτό μας είναι η απαρχή – δίχως αυτοσεβασμό πως γίνεται να σεβόμαστε τους άλλους. Στο μεταξύ η Κατερίνα έθιξε μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή – εκείνη των προτύπων που επιβάλλει μια κοινωνία από τότε που είμαστε μικροί:

«Νομίζω πως από μωρά υφιστάμενα διάφορους φασισμούς!!Πρέπει-η απόλυτα φασιστική λέξη-να υπηρετούμε πρότυπα εξυπνάδας ομορφιάς μόδας!!Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να κρύβουμε τις ευαισθησίες μας για να προστατευτούμε και να γίνουμε αποδεκτοί!!Κατά τη γνώμη μου λοιπόν είμαστε όλοι τόσο ανελεύθεροι και όλο και λιγότερο ευτυχισμένοι!!»

Θα έλεγα πως τα «πρέπει» σε μια κοινωνία καλύπτουν άφθονους τομείς – από το lifestyle στις επαγγελματικές συνήθειες. Μια κοινωνία όμως που δεν καλλιεργεί την αποδοχή της διαφορετικότητας (στον τρόπο ζωής, στις επιλογές, στην αισθητική, σε όλα) πόσο να απέχει από το φασισμό;

Χαρακτηριστικό και το σχόλιο της Ειρήνης:

«Δυστυχώς η παιδεία έχει κατέβει (και όταν αναφέρομαι σε παιδεία ακόμα και κάποιος «αγράμματος βοσκός» πχ έχει μεγαλύτερη παιδεία από μερικά μορφωμένα ίσως ανθρωποειδή) και φυσικά τα ψυχολογικά-κόμπλεξ έχουν μια ανεξήγητη έξαρση!»

Παραθέτω και το σχόλιο του φίλου Γιάννη:

«Θα αναδιατύπωνα το ''Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν έναν μεγάλο φασισμό;'' αλλάζοντας το ρήμα ''συνθέτουν'' με το ''διαμορφώνουν κατάλληλα μυαλά στο να δεχτούν τον φασισμό και σαν κοινωνική οργάνωση''.

Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη πριν 1 χρόνο. Ο λίντερ της ομάδας (γιατρός) κατά της διάρκεια μιας επέμβασης κυριευμένος από άγχος (που δεν απέρρεε από τη δυσκολία του περιστατικού – όπου μερικώς δικαιολογείται – αλλά από ανασφάλεια και ανικανότητα) και μην μπορώντας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της κατάστασης έπρεπε να βρει κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτός βέβαια ήταν κάποιος δεν θα του πει ένα ''ευχαριστώ'' στο τέλος, κάποιος που μετά θα πρέπει να πάρει το παιδί του από το σχολείο και να το κοιτάξει στα μάτια λέγοντάς του πως πρέπει να σέβεται τον συνάνθρωπό του ενώ αυτόν όχι απλά δεν τον σεβάστηκαν αλλά τον εξευτέλισαν.

Έτσι η κάθε μας μέρα πρέπει να γίνει ένα προσωπικό στοίχημα. Θέλει νεύρο και δύναμη όμως, και ελπίζω να μας έχει μείνει λίγο.»



Street art by Etam Cru


Ευχαριστώ βαθιά το φίλο Δημήτρη, για το ακόλουθο σχόλιο που μου άφησε - καταμεσής δυσκολιών, από εκείνες που ορθώνει το ("δημοκρατικότατο", όσο αφορά την επιλογή των ποστ που προβάλλει, για την οποία μοναδικό κριτήριο είναι ο βαθμός δημοφιλίας) Facebook:

«Το κείμενο σου είναι ένας μικρός θησαυρός που πρέπει να διδάσκεται σε παιδιά όσο είναι ακόμα στην ηλικία διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν μπορώ να προσθέσω κάτι σε ένα τόσο σταράτο κείμενο. Θα σχολιάσω απλώς ότι ο φασισμός της καθημερινότητας έχει γερές ρίζες. Δεν μπορεί να ξεριζωθεί, μπορεί όμως με υπομονή να ελαττωθεί.

Από την αποχαύνωση των σέλφι και την λαχτάρα για αυτοπροβολή, μέχρι τα περιστατικά σε σχολεία και την κακομεταχείριση αθώων ψυχών, ζώα τα λένε κάποιοι υποτιμητικά -μακάρι να μπορούσαν λίγο να τους μοιάσουν- υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Και αυτοί που τα κάνουν, και εγώ κούνελε, και εσύ ίσως, που ενώ πιθανότατα δείχνουμε σημάδια αντίστασης ίσως θα μπορούσαμε και καλύτερα. Θα έλεγα πως ζούμε στην βορειότερη χώρα της Αφρικής, ή την δυτικότερη της Ασίας, αλλά ποιος θα καταλάβαινε (άσε που θα αποτελούσε προσβολή ειδικά για την Αφρική).

Όλα ξεκινάνε από εμάς, τα κατάλοιπα και τα κόμπλεξ της ψωροκώσταινας, που έχουν μπολιαστεί από γενιά σε γενιά με τρόπο ευλαβικό, αρνούνται οποιαδήποτε αλλαγή προς τον ορθολογισμό και τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι σατανικό. Δέσμιοι ιδεολογιών που προκαλούν θυμό και κατάθλιψη. Συγνώμη αν χάνω τον ειρμό μου αλλά μόλις διάβασα και το άρθρο σου και δεν ήταν ότι πιο ευχάριστο. Προφανώς δεν έπεσα από τα σύννεφα. Συνεχίζω πάντως λέγοντας πως όσο μερίδιο ευθύνης και να έχουμε, είναι καθήκον μας να μεταλαμπαδεύουμε τις αξίες του αυτοσεβασμού. της αγάπης , της λογικής , της ανθρωπιάς ντε, όπως και όποτε μπορούμε. Είτε σε κύκλους μας , είτε στα παιδιά μας αργότερα. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που μπορεί και πρέπει να κάνει τόσο καλό γύρω του.. και όμως. Συγνώμη για τη μακρηγορία μου και ευχαριστώ ξανά για την ευκαιρία που μου έδωσες να διαβάσω το κείμενό σου. (Δυστυχώς υπάρχει και ο φεισμπουκικος φασισμός που εμφανίζει τα ποστ όπως να ναι, χωρίς σειρά)»


Συνεχίζοντας με τα σχόλια των αναγνωστών… Ευχαριστώ τη Μαγδαλίνα για το ακόλουθο σχόλιο:

«Νομίζω πως η αντίδραση κατά τη διάρκεια του περιστατικού είναι αυτό που πάνω απ’ όλα μετράει. Να μη γυρίζουμε την πλάτη, να μη μένουμε σιωπηλοί.»

Όπως και τη Νέλλυ, που θίγει εύστοχα το θέμα της συλλογικότητας – ή της απουσίας της.

«Παρατηρώ στην καθημερινότητα μας πια πως έχει χαθεί κάθε μορφή και κάθε έννοια συλλογικότητας και πως ο καθένας κοιτάζει σ αυτό που θα πεις ή θα προτείνεις τι έχει να κερδίσει και τι παγίδα πιθανόν βρίσκεται πίσω απ αυτό που προτείνεις και οι περισσότεροι αποθηκεύουν τέτοια ποσότητα άχρηστων πληροφοριών που τους διαφεύγει η πραγματική ζωή και η ανθρώπινη επικοινωνία.»

Η Θωμαΐς είχε αυτό να πει:

«Καθημερινός φασισμός είναι η φάλαινα που ψοφάει από τριάντα κιλά πλαστικό σε ακτή του τουριστικότερου νησιού της χώρας. Φασισμός είναι να νιώθεις αναίτια ανώτερος σε αξία από οτιδήποτε άλλο περπατά ,πετά δίπλα σου ,κολυμπά ή φυτρώνει στη γη.»

Η Αναστασία μίλησε για τη φύση του ανθρώπου:

«Σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο, η διχόνοια και ο αλληλοσπαραγμός (και όχι μόνο) είναι στην φύση του ανθρώπου από τις απαρχές του είδους του. Ο σάπιενς κανιβάλισε τον Νεάντερταλ και η Ιστορία δεν έχει να δείξει κάτι διαφορετικό παρά παραλλαγές του ιδίου μοτίβου. Φασίστες εναντίον προσφύγων, Δεξιοί ενάντια Αριστερών Αμερικανοί εναντίον Ρώσων, Κινέζοι ενάντια Γιαπωνέζων, σφαγές επί Χίτλερ, σφαγές επί Στάλιν,(και σε μικροκλίματα γείτονας εναντίον γείτονα, παιδί εναντίον παιδιού, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου). Ακόμα και ο γεράκος που λες, μπορεί άνετα να τραμπουκίσει ένα παιδάκι αν βρεθεί σε θέση ισχύος. Η φύση του ανθρώπου είναι φρικαλέα και ειδεχθή (παρ’ όλα τα επιτεύγματα της Τέχνης και της Επιστήμης) και το βλέπεις ολοκάθαρα όταν συναλλάσσεσαι με κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. (φυσικά, τα άνωθεν είναι προσωπική άποψη και δεν έχουν σκοπό να πείσουν κανέναν :) )»

Θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά, όσο μας παρουσιάζει η Αναστασία – πως το “homo homini lupus” του Hobbes δεν συνιστά το μοναδικό «νόμο» της ανθρώπινης κατάστασης. Ακόμα και αν ισχύουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, οι αρπακτικές και πολεμόχαρες τάσεις που περιγράφονται, δίχως κοινωνικότητα και συνεργασία το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει ούτε 100 χρόνια στον πλανήτη. Και μερικές φορές αυτή ακριβώς η διάθεση συνεργασίας και αλληλεγγύης ήταν που επέτρεψε σε ομάδες και κοινωνίες και ιδέες να αναπτυχθούν.

Ιδιαίτερα περιγραφικό ήταν το σχόλιο του φίλου Θανάση, από το οποίο παραθέτω το τελικό συμπέρασμα:

«Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες λένε πως διέπονται από δημοκρατικά ιδεώδη, νομοθεσίες που τις στηρίζουν, ποικιλομορφία στις διατάξεις τους κ.ο.κ. Αρχίδια φίλε μου... Οχλαγωγικά καθεστώτα είναι που στηρίζονται σε αυτά τα σάπια εκπαιδευτικά τους συστήματα. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση είναι πασιφανής. Το σύστημα για να συντηρηθεί στηρίζεται στον όχλο. Καταστρέφεις την παιδεία σου και δημιουργείς τον όχλο που χρειάζεσαι. Λένε πως έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ποια είναι όμως η αμοιβαία προϋπόθεση ένα δημοκρατικό καθεστώς; Ο μορφωμένος πολίτης, ο άνθρωπος με κρίση. Στη χώρα αυτή η κριτική ικανότητα σπανίζει όπως ο χρυσός. Κι έτσι είναι οι περισσότεροι, χωρίς ιδιαίτερη κριτική ικανότητα. Θύματα της κοινωνίας μα η κοινωνία είμαστε εμείς. Κούνελε, μην απελπίζεσαι και μη δυσανασχετείς! Δε μπορούνε όλοι να ακολουθήσουν αυτά τα θέματα. Ένα 5 με 10% του πληθυσμού κι αν, θα μπορούσε να τολμήσει να σκεφτεί κριτικά, μα πόσοι θα περνούσαν από τη σκέψη στη δράση; Δύσκολο να πει κανείς. Το κακό είναι πως δεν υπάρχει φορέας, κουλτούρα ή ό,τι άλλο που να δίνει το κοινωνικό όραμα στο οποίο αυτοί, οι σκεπτόμενοι, να μπορούν να στεγαστούν, να βρούνε ομοίους τους, να ανταλλάξουν απόψεις, να πάρουν δύναμη και να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράματα. Δεν υπάρχει αυτό»

Πολύ ενδιαφέρον εξάλλου είχε και το ακόλουθο σχόλιο του Θανάση, έπειτα από ένα διάλογο με τη φίλη Pippi – περί αυταρχισμού, φασισμού και πολιτικών χώρων.

«Αυταρχικοί και φασίστες μπορούν να προέρχονται από κάθε πολιτικό χώρο, δεν αντιλέγω. Το θέμα είναι πως πολλές φορές αθέλητά μας ίσως να γινόμαστε κι εμείς τέτοιοι, αν όχι φασίστες με την ακριβή έννοια του όρου, αυταρχικοί σίγουρα. Είναι παρόμοια κατάσταση με αυτή του ρατσισμού, ρατσιστές λίγο πολύ είμαστε όλοι γιατί ο ρατσισμός πηγάζει από τον φόβο για τον άγνωστό. Το θέμα είναι να έχει κανείς την νηφαλιότητα και την τόλμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να πει μήπως είμαι ένας από τους πολλούς τελικά κι εγώ; Εκεί ξεκινούν όλα...»

Θα προσυπογράψω το τελευταίο σχόλιο του Θανάση. Ο φασισμός, με την πολιτική και κυριολεκτική έννοια του όρου, αφορά την ακροδεξιά - και μόνο. Ωστόσο οι "φασίζουσες συμπεριφορές" (που συνιστούν και την ουσία του παρόντος κειμένου μου) και ο αυταρχισμός μπορεί να αφορά όλο το πολιτικό φάσμα, όλους τους ανθρώπους, εμάς τους ίδιους. Εκείνο που χρειάζεται είναι μόνιμη επαγρύπνηση και διάθεση αυτοκριτικής.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


@ Το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18


Street Art, Exarxeia, by INO

25 Φεβρουαρίου 2018

Καημός. Ένα διήγημα του Άντον Τσέχωφ


Anton Chekhov, Sorrow - illustration by the Kukryniksy artists


Κάποιες φορές μία από τις εγγενείς ιδιότητες που μας καθιστά ανθρώπινους είναι η επιθυμία μας να επικοινωνήσουμε. Όχι απλά να μιλήσουμε… μα ν’ ανοίξουμε την ψυχή μας, και από μέσα της να ξεχυθούν ποτάμια οι σκέψεις και τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν. Σαν χύτρα που ξεφυσά από την πίεση, αντίστοιχα αναστενάζουμε και ξεφυσούμε στην προσπάθειά μας ν’ απελευθερώσουμε από πάνω μας τις έγνοιες, ν’ αποτινάξουμε από μέσα μας το βάρος των σκέψεων. Να μιλήσουμε – ελεύθερα, δίχως περιορισμό, δίχως φιλτράρισμα, ν’ αφεθούμε στη ροή των συναισθημάτων μας. Τότε είναι που χρειαζόμαστε έναν αποδέκτη, κάποια ανάλαφρη ψυχή ικανή ν’ απορροφήσει σαν σφουγγάρι τον εσωτερικό μας χείμαρρο, και, αν είναι δυνατόν, να μας προσφέρει μια μικρή παρηγοριά.

Ποιος, όμως, είναι ικανός γι’ αυτό το τελευταίο; Αλίμονο – ο καθένας φέρει μέσα του τις έγνοιές του και σπάνια επιθυμεί ν’ αφουγκραστεί τον άλλον. Και αν σε ακούσουν, πόσοι θα το κάνουν δίχως να γυρεύουν κάποιο όφελος, κάποια μορφή ανταμοιβής; Πόσοι, τέλος, μπορούν αληθινά να σε κατανοήσουν; Να μιλήσουν στην ίδια γλώσσα μαζί σου;

Ανθρώπινος, εν τέλει, δεν είναι μονάχα εκείνος που μπορεί να μιλάει… μα κι εκείνος που μπορεί ν’ ακούει.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα έχει απόχρωση κρύου ρωσικού χειμώνα και γράφτηκε από τον Άντον Τσέχωφ. Η γλώσσα του είναι καθαρή σαν χιόνι, «απλή όπως λες “δώσ’ μου ένα ποτήρι νερό”», όπως είχε πει για τον Τσέχωφ ο ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ο τίτλος του είναι “Καημός”. Θέμα του; Ένας φτωχός αμαξάς, ο Ιωνάς, που επιθυμεί να μοιραστεί την έγνοια που τον βασανίζει με κάποιον άνθρωπο. Η μετάφραση είναι του Κ. Σιμόπουλου.

Ας μεταφερθούμε νοερά, λοιπόν, στην καρδιά μιας παγερής ρωσικής πολιτείας του 19ου αιώνα… και ας παραδώσουμε τη σκυτάλη του λόγου στον Τσέχωφ.



Illumination in St. Petersburg, 1869 - Fyodor Vasilyev



ΚΑΗΜΟΣ



Σε ποιον να πω τον πόνο μου



Σουρουπώνει. Πηχτό νερόχιονο πέφτει απαλά απαλά στα αναμμένα φανάρια του δρόμου. Απλώνει ένα λεπτό, φουρφουριστό τραπεζομάντιλο στις στέγες, στα καπούλια των αλόγων, στους ώμους και τα καπέλα των περαστικών. Ο άμαξάς Ιωνάς Ποτάπωφ είναι κάτασπρος σαν φάντασμα. Έχει καμπουριάσει, όσο μπορεί να καμπουριάσει ένα ανθρώπινο κορμί. Στέκεται εκεί κουρνιασμένος ασάλευτος. Και ολόκληρη στοίβα χιόνι να κυλούσε πάνω του δε θα κουνούσε το χέρι να τιναχτεί...

Η φοράδα του κάτασπρη και κείνη και ασάλευτη. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου ξεπαγιασμένη, όλο γωνιές, με τα κοκαλιάρικα πόδια της ίδια μπαστούνια. Σίγουρα ήταν βυθισμένη σε σκέψεις. Πως να μη συλλογιέται έτσι όπως είναι ζεμένη στο αμάξι, χαμένη μέσα στις ίδιες εικόνες της κάθε μέρας, μέσα σ' αυτό το στρόβιλο των αποκρουστικών φυτών, του ατέλειωτου βουητού και των βιαστικών ανθρώπων;

Ο Ιωνάς και το άλογό του στέκονται πολλή ώρα ακίνητοι στη άκρη του δρόμου. Έχουν από το μεσημέρι να πάρουν αγώι και δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα παρουσιαστεί απόψε πελάτης. Το σκοτάδι της νύχτας κατεβαίνει και τυλίγει την πολιτεία. Το χλωμό φως των φαναριών ζωντανεύει και η κίνηση στο δρόμο όλο και μεγαλώνει.

—Έ! Αμαξά! Πήγαινέ με στο Βιμπόργκ, ακούει ο Ιωνάς. Αμαξά!

Ο Ιωνάς τινάζεται και ανάμεσα από τα βλέφαρά του που έχουν γεμίσει χιόνι ξεχωρίζει έναν αξιωματικό κουκουλωμένο στο μαντύα του.

— Συνοικία Βιμπόργκ! ξαναλέει ο αξιωματικός. Μίλα, λοιπόν, κοιμάσαι; Συνοικία Βιμπόργκ!

Για απάντηση ο Ιωνάς κουνάει πέρα δώθε τα χαλινάρια και τινάζει το χιόνι από τα καπούλια της φοράδας και τον ώμο του... Ο αξιωματικός θρονιάζεται στο έλκηθρο. Ο αμαξάς κάνει ένα «κλάκ» με τη γλώσσα του, απλώνει μπροστά το λαιμό, μακρύ σαν του κύκνου, ανασηκώνεται και έτσι από συνήθειο περισσότερο παρά από ανάγκη, κάνει μια στράκα με το καμιτσίκι. Η φοραδίτσα απλώνει και αυτή το λαιμό, διπλώνει τα κοκαλιάρικα πόδια και ξεκινάει ανόρεχτα.

— Που πας μωρέ να χωθείς, που να σε πάρει ο διάολος!... Ο Ιωνάς ακούει τις οργισμένες φωνές που ανεβαίνουν από τη μαύρη πήχτρα των διαβατών. Κόσμος πάει κι έρχεται γύρω του.

— Που διάολο ξεφύτρωσες εσύ, μωρέ!... Τράβα δεξιά!...

— Μα δεν ξέρεις να οδηγήσεις; Τράβα δεξιά! γκρινιάζει ο αξιωματικός.

Ο αμαξάς πετάει μια βλαστήμια. Ένας πελάτης του ρίχνει αγριεμένα βλέμματα και τινάζει το χιόνι από το μανίκι του. Περνούσε το δρόμο και ο ώμος του σκόνταψε στα ρουθούνια της φοράδας. Ο Ιωνάς στριφογυρίζει στην κούρνια του σα να κάθεται στα καρφιά, σκουντάει με τον αγκώνα και τα μάτια του παίζουν σαν χαμένα, λες και δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται και γιατί.

— Είδες τους μασκαράδες! κοροϊδεύει ο αξιωματικός. Όλοι απάνω σου πέφτουν και μπερδεύονται στα πόδια της φοράδας. Συνωμοσία!...

Ο Ιωνάς γυρίζει το κεφάλι προς τον πελάτη και τα χείλη του σαλεύουν. Είναι ολοφάνερο πως κάτι θέλει να πει, μα τίποτα δε βγαίνει από το λαιμό, μονάχα ένα βραχνό βογκητό.

— Πως; ρώτησε ο αξιωματικός.

Ο Ιωνάς στραβώνει το στόμα, έτσι σαν να θέλει να χαμογελάσει. Πνίγεται, ξεροβήχει για να ανοίξει ο λαιμός του, ξεφυσάει, αγκομαχάει.

— Ξέρετε, κύριε, να... δηλαδή... ο γιος μου πέθανε αυτή τη βδομάδα.

—Χμ!... Και από τι πέθανε;

Ο Ιωνάς γυρίζει τώρα ολόκληρο το πανωκόρμι προς τον πελάτη και αποκρίνεται:

— Και ποιος ξέρει; Από θέρμες φαίνεται... Έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο, υστέρα πέθανε. Έτσι θέλει ο θεός...

— Στρίψε, ανάθεμά σε! Ακούγεται μια φωνή στο σκοτάδι. Που πας ζωντόβολο! Άνοιξε τα στραβά σου!...

— Άντε, λοιπόν! φωνάζει ο πελάτης. Όπως πάμε δε θα φτάσουμε ούτε το πρωί. Κουνήσου λιγάκι!...

Ο αμαξάς ξαναπλώνει το λαιμό, ανασηκώνεται και με μια χαριτωμένη κίνηση αλλά κάπως βαριά τινάζει το καμιτσίκι. Ύστερα ρίχνει ένα βλέμμα στον πελάτη, ξαναγυρίζει, ξανακοιτάζει, μα κείνος έχει κλείσει τα μάτια και φαίνεται πως δεν έχει όρεξη για κουβέντα.

Ο αξιωματικός βγήκε στη συνοικία Βιμπόργκ και ο Ιωνάς σταματάει μπροστά στην πόρτα κάποιου καμπαρέ, διπλώνεται ξανά στα δυο, αμπαρώνεται στον εαυτό του και στέκει εκεί στην κούρνια του ασάλευτος... Και να που το νερόχιονο αρχίζει να τον ξαναβάφει κάτασπρο κι αυτόν και τη φοράδα του. Περνάει μια ώρα, περνάνε δυο...

Τρεις νεαροί πλησιάζουν χτυπώντας δυνατά τις γαλότσες στο καλντερίμι και καβγαδίζουν. Οι δυο είναι ψηλοί και αδύνατοι, ο άλλος καμπούρης και κοντοστούπης.

— Αμαξά, στη Γέφυρα της 9 Αστυνομίας, φωνάζει ο καμπούρης με τρεμουλιαστή φωνή. Και οι τρεις μας είκοσι καπίκια!

Ο Ιωνάς τινάζει τα γκέμια, κάνει «κλάκ!» με τη γλώσσα του. Είκοσι καπίκια, δεν είναι αγώι αυτό, μα τι τον νοιάζει για λεφτά; Τι ένα ρούβλι, τι ένα καπίκι! Γι’ αυτόν όλα καλά είναι, φτάνει να παίρνει πελάτες... Οι νεαροί ζυγώνουν στο έλκηθρο, σπρώχνονται, βλαστημάνε και αδράχνουν και οι τρεις μαζί το παραπέτο. Άρχισε συζήτηση ποιος θα καθίσει και ποιος θα μείνει όρθιος. Αφού καβγάδισαν ώρα πολλή αποφάσισαν να μείνει ο καμπούρης όρθιος επειδή ήταν ο πιο κοντός.

— Άντε, τράβα! πρόσταξε ο καμπούρης με μια ψιλή φωνούλα. Βολεύτηκε κει μπροστά και ξεφυσάει στο σβέρκο του Ιωνά. Δίνε του!

— Ωχ! Τι κούκος είναι αυτός μωρέ γέρο: Τέτοια παλιατσούρα δεν τη βρίσκεις, αδερφέ μου, σε όλη την Πετρούπολη!...

— Χι! Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς. Καθένας φοράει τον κούκο που έχει...

— Άντε, «τον κούκο που έχει», βάρα του! Έτσι θα πάμε, μωρέ; Έ; Θέλεις να σου κοπανίσω καμία;

— Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, λέει ο ένας από τους ψηλούς. Χτες ήπιαμε οι δυο μας, εγώ και ο Βάσκα τέσσερα μπουκάλια βότκα.

— Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λες ψέματα, πετιέται ο άλλος αγανακτισμένος. Μωρέ αυτός όλο την ψευτιά έχει στο στόμα του σαν οδοντογιατρός!

— Να ρίξει ο θεός αστραπή να με κάψει αν δε λέω την αλήθεια...

— Αν αυτό είναι αλήθεια τότε και οι ψείρες τραγουδάνε...

— Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς και η καρδιά του μαλάκωσε. Οι κύριοι έχουν κέφι!

— Ουφ! Ο διάολος να σε... νευριάζει ο καμπούρης. Θα κουνηθείς γέρο φαφούτη η όχι; Έτσι θαρρείς πως θα μας πας; Δώσ' της μια καμιτσικιά που να πάρει ο διάολος. Άντε λοιπόν. Δώσ' της μια!

Ο Ιωνάς νιώθει στη ράχη του το κορμί του καμπούρη που όλο αναδεύεται και τη βραχνή τρεμουλιαστή φωνή του. Χωνεύει τις βρισιές, αγναντεύει τους διαβάτες και σιγά σιγά νιώθει πως δεν είναι τόσο μόνος. Ο καμπούρης ξεκουκκίζει τις βρισιές του. Κάποια στιγμή πνίγηκε καθώς πετούσε μια μπερδεμένη βλαστήμια έξι πατώματα και τον έπιασε φοβερός βήχας. Οι δυο καθισμένοι μιλούσαν για κάποια Ναντέζντα Πετρόβνα. Ο Ιωνάς γύρισε το κεφάλι του στους πελάτες, περίμενε λίγο, βρήκε ευκαιρία που έγινε μια μικρή διακοπή, τους ξανακοίταξε και μουρμούρισε:

— Να, δηλαδή... πέθανε ο γιος μου αυτή τη βδομάδα.

— Όλοι θα πεθάνουμε, αναστέναξε ο καμπούρης σφουγγίζοντας τα χείλη του υστέρα από το βήχα. Άντε! Δώσ' της! Χτυπά λοιπόν! Κύριοι είναι αδύνατο να συνεχιστεί αυτό το βιολί. Δεν θα φτάσουμε ούτε το πρωί...

— Βοήθησέ τον και συ λίγο... ξέρεις, στο λαιμό!

— Τ’ ακούς γέρο φαφούτη; Θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο… Τ’ ακούς παλιόμουτρο; Ή μας κοροϊδεύεις κιόλας;

Και ο Ιωνάς άκουσε, περισσότερο άκουσε παρά ένιωσε, το σβούριγμα μιας καρπαζιάς στο σβέρκο του.

— Χι! Χι! γέλασε. Οι κύριοι έχουν κέφι! Ο θεός να τους δίνει υγεία...

—Έ! άμαξά, παντρεμένος είσαι; ρώτησε ένας από τους ψήλους.

— Ποιος; Εγώ; Χι! Χι! Έχουν κέφι οι κύριοι. Τώρα έχω γυναίκα τη μαύρη γη... Χο! Χο! Χο! Το μνήμα! Ο γιος μου πέθανε και γω ζω. Παράξενο πράμα! Ο χάρος έκανε λάθος στην πόρτα. Αντί να 'ρθει σε μένα πήγε στο γιό μου...

Και ο αμαξάς γυρίζει ξανά για να διηγηθεί πως έχασε το γιό του. Μα κείνη τη στιγμή, ο καμπούρης αναστενάζει με ανακούφιση και λέει πως, δόξα να ‘χει ο θεός, φτάσαμε επί τέλους. Ο Ιωνάς παίρνει τα είκοσι καπίκια και παρακολουθεί ώρα πολλή τους τρεις γλεντζέδες, ώσπου τρύπωσαν σε μια σκοτεινή πόρτα.

Είναι πάλι ολομόναχος και τον κυκλώνει η σιωπή. Ο καημός του που για μια στιγμή είχε καταλαγιάσει και του βαραίνει τώρα πιο πολύ την καρδιά. Τα μάτια του Ιωνά, ανήσυχα, πονεμένα, ψάχνουν τους διαβάτες που πάνε κι έρχονται στα δυο πεζοδρόμια. Δεν θα βρεθεί κανείς ανάμεσα στις χιλιάδες των περαστικών που να θέλει να ακούσει τον πόνο του; Μα όλοι τρέχουν βιαστικοί, κανείς δεν τον προσέχει, κανείς δεν λογαριάζει τον καημό του. Και ο πόνος του είναι βαθύς, απέραντος. Αν μπορούσε να σπάσει η καρδιά του Ιωνά, και να κυλήσει ο πόνος του, θα μαύριζε όλος ο κόσμος. Και όμως, κανείς δεν τον βλέπει!... Κρύβεται καταχωνιασμένος σ’ ένα μικρό, τιποτένιο καρυδότσουφλο, τόσο μικρό, που τα μάτια σου δε θα το ‘βλεπαν και να το φώτιζες ακόμα.

Ο Ιωνάς βλέπει κάποιον πορτιέρη που κουβαλάει στον ώμο ένα σακί και αποφασίζει να πιάσει κουβέντα.

— Δε μου λες, φίλε, τι ώρα είναι; ρωτάει.

— Εννιά. Τι σταμάτησες εδώ; Προχώρα!...

Ο Ιωνάς αποτραβιέται κάμποσο, ξαναδιπλώνεται, κλείνεται στον εαυτό του και απομένει με τον καημό του. Τώρα πια, συλλογιέται, είναι μάταιο να μιλήσω σε άνθρωπο. Μα σε πέντε λεπτά, ανασηκώνεται, σαλεύει το κεφάλι λες και τον περόνιασε κάποιος σουβλερός, ξαφνικός πόνος. Έπειτα τινάζει τα γκέμια. Δεν αντέχει πια!

— Να γυρίσω! λέει. Να γυρίσω!...

Και η φοραδίτσα, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, χίμηξε στο σοκάκι τριποδίζοντας. Σε μιάμιση ώρα, ο Ιωνάς κάθεται μπροστά σε ένα βρώμικο πατάρι. Κόσμος κοιμάται στο πατάρι, κατά γης και σε πάγκους. Ο καπνός ανεβαίνει τούφες τούφες... Πνίγεται κανείς εδώ μέσα. Ο Ιωνάς κοιτάζει τους κοιμισμένους, ξύνει το κεφάλι του και στενοχωριέται που γύρισε τόσο νωρίς...

«Δεν έβγαλα ούτε τη βρώμη της φοράδας σήμερα!» σκέφτεται. «Γι’ αυτό τα βλέπω όλα μαύρα. Ο αμαξάς που ξέρει τη δουλειά του, που είναι χορτάτος και έχει και το άλογό του ταϊσμένο είναι πάντοτε ήσυχος».

Στη γωνιά ανασηκώνεται ένας νεαρός αμαξάς, μουρμουρίζει μισοκοιμισμένος ακόμα και τραβάει κατά τον κουβά με το νερό.

— Διψάς; ρωτάει ο Ιωνάς.

— Έ! Ναι...

 — Ωραία! Στην υγειά σου... Και γω φίλε. Ο γιος μου πέθανε. Τ’ άκουσες πουθενά; Ναι, αυτή τη βδομάδα στο νοσοκομείο… Τι τράβηξα!...

Ο Ιωνάς τον κοίταζε με αγωνία στα μάτια να δει τι εντύπωση θα κάνουν τα λόγια του. Μα δεν είδε τίποτα. Ο νεαρός τράβηξε την κουβέρτα στο κεφάλι και αποκοιμήθηκε αμέσως. Ο γέρος αναστενάζει και ξύνει το σβέρκο του. Ο νεαρός διψούσε για νερό, αυτός διψάει για κουβέντα. Είναι τώρα μια βδομάδα που πέθανε ο γιος του και δεν μπόρεσε ακόμα να ανοίξει σε κανένα την καρδιά του. Πρέπει να τα πει όλα καθαρά, έτσι όπως έγιναν. Να διηγηθεί πως αρρώστησε ο γιος του, τα βάσανά του, τι έλεγε την ώρα που ψυχορραγούσε, πως πέθανε. Πρέπει να μιλήσει σε κάποιον για την κηδεία και πως πήγε στο νοσοκομείο να ψάξει για τα ρούχα του πεθαμένου. Στο χωριό έχει ακόμα μια κόρη, την Ανίσσια... Έπρεπε να μιλήσει και γι’ αυτή. Καλύτερα θα ήταν να πει τον πόνο του σε καμιά γυναίκα, γιατί οι γυναίκες είναι πονόψυχες. Είναι αρκετά δυο λόγια για να τις πάρουν τα δάκρυα...

— Δεν πάω να δω τη φοράδα μου; σκέφτηκε ο Ιωνάς. Έχουμε καιρό για ύπνο.

Ντύνεται και κατεβαίνει στο στάβλο. Συλλογιέται τη βρώμη, το άχερο, τι καιρό θα κάνει... Όταν είναι μονάχος δεν μπορεί να σκεφτεί το γιό του. Μπορεί να μιλήσει με κάποιον, μα να τον σκεφτεί όταν είναι μονάχος, να τον θυμηθεί έτσι πεθαμένο, αχ, δε μπορεί, είναι φοβερό...    

— Μασάς; ρωτάει ο Ιωνάς τη φοράδα του και κοιτάζει τα μάτια της που γυαλίζουν. Ωραία! Τρώγε! Τρώγε! Αφού δεν έχουμε λεφτά για βρώμη, τι να κάνουμε, θα μασάμε άχερο. Ναι... Αρχίζω και γερνάω, δε βαστάνε πια τα χέρια μου... Θα την είχε παραλάβει πια ο γιος μου τη δουλειά. Αυτός ήταν αληθινός αμαξάς! Ας ήτανε μονάχα στη ζωή...

Ο Ιωνάς στέκεται λίγο σιωπηλός, ύστερα ξαναρχίζει.

— Έτσι είναι, φοραδίτσα μου. Δεν υπάρχει πια ο γιος του Ιωνά. Δε πρόλαβε να ζήσει. Ναι, έτσι χάθηκε, για το τίποτα. Και τώρα ας πούμε πως εσύ έχεις ένα πουλαράκι και πως είσαι η μάνα που γέννησε αυτό το πουλαράκι. Και ξαφνικά να το χάσεις αυτό το πουλαράκι. Θα πονούσες, δεν είναι έτσι;

Η φοραδίτσα μασάει, αφουγκράζεται και ξεφυσάει στα χέρια του αφεντικού της.

Και ο Ιωνάς, που τον παίρνει το παράπονο, κάθεται και τα διηγιέται όλα…»



Μετάφραση: Κ. Σιμόπουλου
Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Φλεβάρης του 18


Άλλες παρουσιάσεις του έργου του Άντον Τσέχωφ από το φονικό κουνέλι:



Vasily Surikov - Bronze horseman in st Petersburg - 1870