Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Καζαντζάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Ιουνίου 2019

Ν. Καζαντζάκη: Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο


Ένα απόσπασμα από τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, του Νίκου Καζαντζάκη - παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Alexis Zorbas and his erotic adventures... by Nikos Kazantzakis




Ο “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, δημοσιευμένος πρώτη φορά το 1946, ανήκει στα σημαντικότερα έργα όχι μόνο της νεοελληνικής, μα της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. Μέσα από τη μορφή του Αλέξη Ζορμπά ο Νίκος Καζαντζάκης εκθέτει ένα πρότυπο ανθρώπου που ο ίδιος θαυμάζει απεριόριστα – μα ταυτόχρονα τον παρατηρεί από απόσταση, αδυνατώντας να του μοιάσει...

Πηγαίος, αυθόρμητος, ηδονιστής, αισθηματίας, τρέφοντας περιφρόνηση για κάθε αυθεντία, αδιαφορώντας για κάθε επιβαλλόμενο ιδανικό, ικανός να πειθαρχεί στον δικό του ηθικό κώδικα – ένας άνθρωπος που δεν φοβάται τη ζωή, μα ρίχνεται με πάθος στην άγρια θάλασσά της, άλλοτε δαμάζοντας τα κύματα, άλλοτε αφήνοντάς τα να τον παρασύρουν. Αυτός είναι ο Αλέξης Ζορμπάς – ίσως η πιο μυθιστορηματική από όλες τις ενσαρκώσεις του νιτσεϊκού «υπεράνθρωπου».

Στο απόσπασμα που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας ο λόγος ανήκει στον ίδιο τον Αλέξη Ζορμπά. Πρόκειται για μια αφήγηση που ξεχειλίζει γυναίκες και ηδονή. Και χιούμορ – ναι, χιούμορ. Όταν θέλει ο Καζαντζάκης να υιοθετήσει χιουμοριστικό ύφος, έστω δια του «αντιπροσώπου» του, Αλέξη Ζορμπά – τα καταφέρνει μοναδικά.

Ο λόγος, λοιπόν, στον Νίκο Καζαντζάκη – ή πιο σωστά, στον Αλέξη Ζορμπά. Απολαύστε.



Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο. Μια αφήγηση




«— Αυτή λοιπόν, που λες, τη Νούσα, τη γνώρισα σ’ ένα χωριό του Κουμπάν. Καλοκαίρι εκεί πέρα. Καρπούζια και πεπόνια βουνά, έσκυβα, έπαιρνα ένα, κανένας δε μού ‘λεγε «βρε τι κάνεις αυτού;» Το ‘κοβα στη μέση κι έχωνα τη μούρη μου μέσα.

Όλα μπόλικα εκεί πέρα στον Καύκασο, αφεντικό, όλα χύμα, διαλέγετε και παίρνετε! Κι όχι μονάχα, να πεις, τα πεπόνια και τα καρπούζια, παρά και τα ψάρια και τα βούτυρα κι οι γυναίκες. Περνάς, βλέπεις ένα καρπούζι, το παίρνεις• βλέπεις μια γυναίκα, την παίρνεις. Όχι σαν εδώ, στην Ψωροκώσταινα, που άμα πάρεις κανενός ένα καρπουζόφυλλο σε πάει στα δικαστήρια, κι άμα αγγίξεις μια γυναίκα, φορά τη μαχαίρα ο αδερφός να σε κάμει κιμά. Μιζέρια, τσιγκουνιά, δικό σου και δικό μου, ου να χαθήτε, ψωριάρηδες! Να πάτε, μωρέ, στη Ρουσία, να δείτε αρχοντιά!

Πέρασα λοιπόν από το Κουμπάν, είδα μια γυναίκα σ’ ένα μποστάνι, μου άρεσε. Πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, πως η Σλάβα δεν είναι σαν και τούτες τις φτενές συφεροντολόγες Ρωμιές, που σου πουλούν τον έρωτα με το δράμι και κάνουν ό,τι μπορούν για να σου τον πασάρουν ξίκικο, να σε γελάσουν στο ζύγι• η Σλάβα, αφεντικό, σου ταον ζυγιάζει μπόλικα, βαρύ βαρύ• και στον ύπνο και στον έρωτα και στο φαΐ είναι πολύ συγγενής με τα ζώα, πολύ συγγενής με τη γης, δίνει, δίνει μπόλικα, δεν τσιγκουνεύεται, σαν και τούτες τις Ρωμιές, τις ψιλικατζίνες!

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα. Βλέπεις, με τις γυναίκες είχα μάθει τώρα και λίγα ρούσικα...

«Νούσα• και σένα;»

— Αλέξη. Πολύ μου αρέσεις, Νούσα.

Με κοίταξε καλά καλά, όπως κοιτάζουμε ένα άλογο που θέλουμε ν’ αγοράσουμε.

«Και συ δε φαίνεσαι αχαμνός», μου κάνει. «Έχεις γερά δόντια, μεγάλα μουστάκια, φαρδιές πλάτες, χοντρά μπράτσα. Μου αρέσεις.»

Πολλά άλλα πράματα δεν είπαμε, μήτε κι ήταν ανάγκη. Μάνι μάνι τα συφωνήσαμε – θα πήγαινα σπίτι της το ίδιο βράδυ με τα καλά μου ρούχα. Έχεις και γούνα;» με ρωτά η Νούσα. «—Έχω, μα με τέτοια ζέστη... — Δεν πειράζει• φέρ’ την για μεγαλείο.»

Ντύθηκα λοιπόν το βράδυ σα γαμπρός, φορτώθηκα στο μπράτσο μου τη γούνα, πήρα κι ένα μπαστούνι που είχα με ασημένια λαβή, πήγα. Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. «Τι βράζετε εδώ;» ρώτησα. «— Πετιμέζι από καρπούζια. — Κι εδώ; — Πετιμέζι από πεπόνια.» Μωρέ, τι ‘ναι εδώ; είπα με το νου μου. Ακούς εκεί πετιμέζι από πεπόνια και καρπούζια! Γη της επαγγελίας, όξω φτώχεια! Έχε την ευκή μου, Ζορμπά, καλά έπεσες εδώ μέσα• σαν πόντικας σ’ ένα τουλούμι τυρί.

Ανέβηκα τις σκάλες. Κάτι ξύλινες θεόρατες σκάλες που τρίζανε. Στο κεφαλόσκαλο ο πατέρας κι η μάνα της Νούσας ντυμένοι μ’ ένα είδος σαλβάρια πράσινα, και κόκκινο ζουνάρι με χοντρές φούντες. Αρχοντάνθρωποι. Άνοιξαν τα μπράτσα, ματς μουτς, αγκαλιάσματα. Γέμισα σάλια. Μου μιλούσαν γρήγορα γρήγορα, δεν καταλάβαινα σκραπ, μα τι πειράζει; Από τη φάτσα τους το ‘βλεπα, το κακό μου δεν ήθελαν.

Μπαίνω μέσα, και τι να δω; Τραπέζια στρωμένα, φορτωμένα σαν τρικάταρτα καράβια. Όλοι οι συγγενείς, γυναίκες κι άντρες, όρθιοι, και μπροστά στέκουνταν η Νούσα, βαμμένη, στολισμένη, ξεστήθωτη, σα γοργόνα του καραβιού. Άστραφτε από ομορφιά και νιάτα· φορούσε ένα κόκκινο μαντίλι στο κεφάλι, κι απάνω στην καρδιά της είχε κεντημένο ένα σφυρί κι ένα δρεπάνι. «Μωρέ αθεόφοβε Ζορμπά», είπα με το νου μου, «ετούτο το κρέας είναι δικό σου; Ετούτο το κορμί θ’ αγκαλιάσεις απόψε; Ο θεός να συχωρέσει τον κύρη και τη μάνα που σε γέννησαν!»

Πέσαμε με τα μούτρα, γυναίκες κι άντρες, στο φαγοπότι. Τρώγαμε σα χοίροι, πίναμε σα βουβάλια. «Κι ο παπάς;» ρώτησα τον πατέρα της Νούσας, που κάθουνταν δίπλα μου κι έβγαζε αχνούς το κορμί του από το πολύ φαΐ• «που ‘ναι ο παπάς να μας βλοήσει; — Δεν έχει παπά», μου αποκρίθηκε και με πιτσίλισε πάλι με τα σάλια του, «δεν έχει παπά. Η θρησκεία, όπιο του λαού.»

Είπε και σηκώθηκε κορδωμένος, ξέσφιξε το κόκκινο ζωνάρι του, άπλωσε το χέρι να κάμει σιωπή. Κρατούσε ξέχειλο το ποτήρι του και με κοίταζε στα μάτια.

Άρχισε να λέει, να λέει, μού ‘βγαζε λόγο. Τι έλεγε; Ο Θεός κι η ψυχή του. Βαρέθηκα να στέκουμαι, είχα αρχίσει και να ζαλίζουμαι• κάθισα πάλι. Κάθισα και κόλλησα το γόνατο μου στο γόνατο της Νούσας, δεξά μου.

Μιλούσε, μιλούσε ο γέρος, ίδρωσε, όλοι ρίχτηκαν και τον αγκάλιασαν για να σωπάσει. Σώπασε. Η Νούσα μου έγνεψε: «Μίλα, ντε, και συ!»

Σηκώθηκα λοιπόν κι εγώ, έβγαλα λόγο, μισό ρούσικα, μισό ρωμαίικα. Τι είπα; Ανάθεμά με αν ήξερα. Θυμούμαι μονάχα πως στο τέλος το ‘χα ρίξει στο κλέφτικο. Είχα αρχίσει χωρίς αιτία κι αφορμή να γκαρίζω:


Βγήκαν κλέφτες στα βουνά

για να κλέψουν άλογα!

Κι άλογα δε βρήκανε

και τη Νούσα πήρανε!


Βλέπεις, αφεντικό, το άλλαζα και λίγο, για την περίσταση:


Και πάνε, πάνε, παν

(άιντε, μανούλα μου, παν!)

Αχ Νουσάκι μ’

αχ Νουσάκι μ’

βάι!



Κι ως μούγκρισα: «βάι!» χύθηκα και φίλησα τη Νούσα.

Αυτό ήταν! Σα να ‘δωκα, λες, το σενιάλο που περίμεναν, άλλο που δεν ήθελαν, πετάχτηκαν μερικοί μαγκλαράδες κοκκινογένηδες κι έσβησαν τα φώτα.

Οι γυναίκες οι παμπόνηρες σκλήριξαν, τάχατε πως τρόμαξαν Μα γρήγορα, χιχιχι! μέσα στο σκοτάδι, άρχισαν τα γαργαλίσματα και τα γέλια.

Το τι έγινε, αφεντικό, ένας Θεός το ξέρει. Μα θαρρώ πως μήτε αυτός το ‘ξερε, γιατί αν το ‘ ξερε, θα ‘ριχνε το αστροπελέκι του να μας κάψει. Άντρες και γυναίκες, μαλλιά κουβάρια, κυλίστηκαν κάτω• έψαχνα να βρω τη Νούσα, μα που να τη βρω! Βρήκα μιαν άλλη, έβγαλα τα μάτια μου μαζί της.

Τα ξημερώματα σηκώθηκα να πάρω τη γυναίκα μου να φύγουμε. Σκοτάδι ακόμα, δεν καλόβλεπα. Πιάνω ένα πόδι, το τραβώ, δεν ήταν της Νούσας• πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, άλλο, και τέλος πάντων είδα κι έπαθα, βρίσκω το πόδι της Νούσας, το τραβώ, την ξεπλέκω από δυο τρεις νταγλαράδες, που την είχαν πιτακωμένη την κακομοίρα, και την ξυπνώ. «Νούσα», της λέω, «πάμε! – Μην ξεχάσεις τη γούνα σου!» μου αποκρίθηκε• «πάμε.»

Φύγαμε.»



Για την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της εικόνας: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19.




Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Βίου και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά / Nikos Kazantzakis, Zorba the Greek, first edition cover

28 Οκτωβρίου 2018

Οι Σειρήνες του Πολέμου... Του Νίκου Καζαντζάκη


Νίκος Καζαντζάκης, οι σειρήνες του πολέμου. Από το Ταξιδεύοντας: Αγγλία. Σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από το «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη



Τον καιρό που ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εν έτει 1939, ο Νίκος Καζαντζάκης βρισκόταν στην Αγγλία. Έζησε από πρώτο χέρι την σιωπηλή, μα αποφασιστική προετοιμασία του αναπόφευκτου αμυντικού πολέμου ενάντια στην επέλαση των φασιστικών δυνάμεων του Άξονα. Είδε τις σκυθρωπές βρετανικές πολιτείες να ντύνονται στα γκρίζα και να καλούν τους πολίτες στην υπεράσπιση της πατρίδας τους. Και όταν πέρασαν τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πάνω από την πόλη διέσχισε από νωρίς, μαζί με τους βρετανούς πολίτες, τη λεπτή εκείνη αόρατη γραμμή που χωρίζει τον κόσμο της ειρήνης από τον κόσμο του πολέμου: η πραγματικότητα που γνώριζε ως τότε είχε τελειώσει• τίποτα δεν ήταν πλέον δεδομένο• η ζωή μπορούσε να τελειώσει από στιγμή σε στιγμή, με την αιφνίδια έκρηξη μιας βόμβας καταμεσής της πόλης.

Μια τέτοια εμπειρία μας περιγράφει στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία». Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα όταν άκουσε ξαφνικά τον ήχο της σειρήνας: προειδοποίηση πως επέρχεται εχθρική εισβολή και παρακίνηση για αναζήτηση καταφυγίου από τυχών ρίψη αεροπορικών πυρών. Το καταφύγιο στην προκειμένη περίπτωση ήταν μια όμορφη γοτθική εκκλησία – «καλό επιτάφιο μνημείο», όπως τη χαρακτήρισε με μαύρο χιούμορ ο ίδιος. Εκεί, στο σκοτάδι, φορώντας μάσκες, έχοντας βουλώσει τα αυτιά τους με βαμβάκια και έχοντας ανάψει κάτι ζοφερά κεριά, ο Καζαντζάκης θα περιμένει στωικά το αναπόφευκτο, παρέα με μερικές δεκάδες ακόμα βρετανούς πολίτες, άντρες και γυναίκες.

Πώς αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενός θανάτου και την πιθανότητα να θαφτεί εκεί, στα βάθη της βρετανικής γης, από τη ρίψη μιας βόμβας; Με καρτερία, σθένος και ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ιστορία: «Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!»

Μα του έλειπε, εκεί στο άδυτο, ο Δάντης και το «Καθαρτήριό» του – το βιβλίο που τον συντρόφευε, μεταξύ άλλων, τον καιρό εκείνον στην Αγγλία. Πόσο θα ήθελε, γράφει, να διάβαζε κάποιους στίχους του εκείνη την ώρα!

Δυστυχώς για τον υπόλοιπο κόσμο, ο πόλεμος βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Μα η πρώιμη εκείνη εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη φανερώνει μια πτυχή του που συχνά προσπερνάμε: όχι εκείνη των πολεμιστών στη μάχη, μα του άμαχου πλήθους, του λαού που αποζητά καταφύγια στις πόλεις – εκείνων που παραδίδονται περισσότερο από όλους ίσως στο αναπόφευκτο και το μοιραίο.

Ας παραδώσουμε την σκυτάλη στον Νίκο Καζαντζάκη και στην αφήγησή του.



Οι σειρήνες του πολέμου, του Νίκου Καζαντζάκη




«Στις 3 του Σετέμπρη, κατά το μεσημέρι, περπατούσα στη Λόντρα, γύριζα από το Γκόρντον σκουαίρ. Απαλή, γαλήνια μέρα, ήλιος Έλληνας, ζέστη γλυκιά, τα δέντρα έλαμπαν όλο φως, αλαφριά κιτρινισμένα• είχαν ξουρίσει, τώρα να, τη χλόη στο πάρκο κι ο αγέρας μύριζε χορτάρι και χωματίλα. Μυρωδιά που παρηγορούσε και δρόσιζε τα σπλάχνα. Μια γοτθική εκκλησία από γκρίζα πέτρα υψώθηκε ξαφνικά μπροστά μου. Απλή, λυγερή, περήφανη, καμωμένη, θαρρείς, από ένα πανύψηλο πέτρινο βέλος που χιμούσε στον ουρανό, μυτερό σαν αλεξικέραυνο.

Στάθηκα και καμάρωνα τον αγαπημένο ρυθμό που έδωκε την πιο τέλεια, για μένα, φόρμα στη θρησκευτικήν αρχιτεχτονική. Όχι πια η ισιόγραμμη τετράγωνη λογική του ελληνικού ρυθμού, που βάνει ανθρώπινη τάξη στο υπεράνθρωπο μυστήριο, ισορροπώντας τη λαχτάρα, εγκαινιάζοντας λογική συνεννόηση του ανθρώπου με το Θεό. Μα κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στη γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε «Θεό».

Τέτοια, συλλογίζουμουν, πρέπει να ‘ναι κι η προσευχή. Τέτοια φόρμα ταιριάζει στην ψυχή του αληθινού ανθρώπου. Να καταβροχθίζει όλο το σώμα ανθρώπινες χαρές και πίκρες και λαχτάρες και να τις ρίχνει σα βέλος στο άφταστο, χιμαιρικό, απάνθρωπο ύψος. Ορμή και περηφάνια, κραυγή που χάνεται μέσα στο φως, λόγχη που στέκεται, έρημη, και περιμένει.

Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν να ουρλιάζουν οι πρώτες πρώτες στη Λόντρα σειρήνες του κιντύνου. Μέρες τώρα, σε όλη την απέραντη πολιτεία μεγάλα τοιχοκολλήματα ειδοποιούσαν τους κακόμοιρους ανθρώπους και τους μάθαιναν να ξεχωρίζουν τα διάφορα συνθήματα του κιντύνου: Οι σειρήνες αναγγέλνουν τα εχτρικά αεροπλάνα που ζυγώνουν, τροκάνες τα δηλητηριώδη αέρια και τις αρρώστιες που ο σύγχρονος επιστήμονας βάρβαρος έμαθε τους ανθρώπους να ρίχνουν και ν’ αφανίζουν τις πολιτείες.

Ο αγέρας μεμιάς γιόμωσε αόρατη, τρομαχτική παρουσία. Κοίταξα μεμιάς γύρα μου: οι διαβάτες μια στιγμή σταμάτησαν μαρμαρωμένοι, τρούλωσαν τ’ αυτιά. Τα πρόσωπα είχαν αλαφριά κιτρινίσει, οι πόρτες άνοιξαν, άντρες και γυναίκες πρόβαλαν, κοίταξαν τον ουρανό και ξανάκλεισαν τις πόρτες με δύναμη. Άλλοι έτρεχαν στα σπίτια τους να πάρουν τις μάσκες τους. Μαύρα ζωγραφισμένα χέρια στους τοίχους έδειχναν κοντά στο Γκόρντον σκουαίρ όλα κατά την ίδια γραμμή• κι αποκάτω η λέξη: Shelter, καταφύγιο.

Ωραία η στιγμή, γιομάτη ήσυχο, αθόρυβο πανικό. Ένας νέος που κρατούσε χεραγκαλιά μια νέα, στράφηκε, την κοίταξε και χαμογέλασε για να της δώσει θάρρος. Ένας πόλισμαν στο σταυροδρόμι, ήσυχος, άπλωσε το χέρι κι έδειχνε. Οι διαβάτες υπάκουγαν στη βουβή κίνηση κι έτρεχαν, όσο μπορούσαν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, στο καταφύγιο.

Ήταν η πρώτη συγκίνηση, η πρώτη «επιφοίτηση» που έκαναν οι μοντέρνοι ατσαλένιοι άγγελοι της Αποκάλυψης. Είχαμε πέντε λεφτά στη διάθεσή μας και δεν ήθελα να τα χάσω. Μια άγρια απάνθρωπη περιέργεια με κρατούσε ακίνητο. Τούτη είναι, έλεγα με το νου μου, η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής. Το ανθρώπινο μυαλό που δημιούργησε όλα αυτά τα μαγικά θάματα, χωρίς ηθική πίστη κι ανθρώπινη γλύκα, σηκώνει τώρα, σαν το σκορπιό, την ουρά του, ξεχειλισμένη δηλητήριο, και την μπήγει στο στήθος του.

Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!

— Εμπρός! Εμπρός! μου φώναξε ο πόλισμαν. Που είναι η μάσκα σας;

Μ’ έσπρωξε ν’ ακολουθήσω τους επίλοιπους διαβάτες. Από μαύρο χέρι σε μαύρο χέρι φτάσαμε στο καταφύγιο. Ήταν η γοτθική εκκλησία.

Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα μια στιγμή το περήφανο βέλος στον ουρανό. Όλες οι πέτρες αποκορυφώνουνταν σε μια μυτερή αιχμή. «Καλό επιτάφιο μνημείο», είπα από μέσα μου, «και μου αρέσει. Ας κατεβούμε!»




Καταφυγή σε βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου

Βομβαρδιστικά αεροπλάνα στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

Μέσα σ' ένα βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου




Μπήκαμε μέσα από την τοξωτή πόρτα. Ο πάστορας μας υποδέχουνταν χλωμά χαμογελώντας. Κατεβήκαμε μια στενή πέτρινη σκάλα κι ύστερα άλλη, μπήκαμε σε θολωτό υπόγειο. Δυο τρία εικονίσματα κρέμουνταν στους τοίχους. Η Παναγία με το μωρό της. Πιο πέρα ένας Χριστός ροδοκόκκινος και χαρούμενος, θρανία δεξιά κι αριστερά και καθίσαμε. Στη γωνιά πρόχειρος σταθμός για τις πρώτες βοήθειες: μπαμπάκια, γάζες, μποτίλιες, μποτιλάκια.

Δυο τρεις νέοι μπροστά μου με τις μάσκες στο χέρι• μια κομψευόμενη είχε κάνει μεταξωτή θήκη για τη μάσκα της, αρμονισμένη με το χρώμα της ζακέτας της. Μια άλλη κοπέλα κρατούσε σφιχτά το χέρι ενός νέου με χακί και δε μιλούσε.

— Είναι νιόνυφοι, άκουσα να μουρμουρίζουν δίπλα μου• περνούν έτσι το «μήνα του μέλιτος»...

Μια στρουμπουλή γυναικούλα έβγαλε ένα μήλο κι άρχισε να το τρώει βιαστικά βιαστικά, σα να φοβόταν μη δεν προφτάσει.

Μια νοικοκυρά ροδομάγουλη, ντυμένη κάτασπρα, μ’ ένα κόκκινο σταυρό ραμμένο στο μανίκι της, ξεκόλλησε από τη γωνιά και μας μοίρασε μπαμπάκι.

— Για τ’ αυτιά, είπε, να μην ακούτε.

Μέθοδο στρουθοκαμήλας, παναιώνια. Ο πάστορας στάθηκε ανάμεσα στις δυο σειρές τα θρανία κι είπε μερικά λόγια για Θεό και θεία Πρόνοια και Παράδεισο.

Ύστερα έφερε ένα φωνόγραφο, τον τοποθέτησε στο τραπέζι, έβγαλε μερικές πλάκες.

— Τί μουσική προτιμάτε; ρώτησε.

Οι περισσότεροι διάλεξαν κάποιο αλαφρό αισθηματικό τραγούδι, ένα είδος Τιπερέρυ. Η μουσική άρχισε. Μέσα από τα φραμένα αυτιά έφταναν στην ψυχή, σαν από άλλον όχτο, γλυκές αισθηματικές νότες για έρωτα και χωρισμό.

Ένας δίπλα μου με ρώτησε από που είμαι. Μιλήσαμε φωναχτά για την Ελλάδα και την μπλάβη θάλασσα... Ήξερε και τον κλασικό στίχο του Ομήρου κι άρχισε να μου τον απαγγέλνει περήφανος, με την ερασμιακή προφορά του: «Μένιν άεϊντε, τεά...»

Έπειτα σιωπή. Μας μοίρασαν άσπρα κεριά, το ηλεχτρικό έσβησε. Ήμασταν μια πενηνταριά, άντρες, γυναίκες. Πέντ’ έξι τρόμαξαν μες στο σκοτάδι κι άναψαν τα κεράκια τους. Το θέαμα έγινε όπως έπρεπε να γίνει, μακάβριο. Ένας γέρος έβγαλε τότε την εφημερίδα του κι άρχισε να διαβάζει• μα τα μάτια του ήταν ακίνητα. Όσοι είχαν μάσκες τις έβαλαν• οι γυναίκες έβγαλαν παραμάνες από τα τσαντάκια τους κι άρχισαν με στοργή να εφαρμόζουν στερεά τις μάσκες στους άγνωστους γύρα τους άντρες. Σα μητέρες. Ως την τελευταία στιγμή εχτελούσαν πιστά το γυναικείο χρέος τους.

Να ‘χετε καθένας τ’ όνομά σας γραμμένο σ’ ένα χαρτί στην τσέπη σας, φώναξε ο πάστορας, που στέκουνταν πάντα όρθιος ανάμεσα στα θρανία. Τ’ όνομα και τη διεύθυνσή σας.

— Γιατί; ρώτησε μια κοπέλα.

Μα κανένας δεν της αποκρίθηκε. Κι αυτή κοκκίνισε που μια στιγμή δεν είχε καταλάβει.

— Ωλ ράιτ, είπε, έβγαλε από το τσαντάκι της ένα χαρτί κι έγραψε.

Ο πάστορας άνοιξε το μικρό ευαγγελιάκι του κι άρχισε να διαβάζει, αμίλητος. Κοίταζα στο αγνό φως των κεριών το πρόσωπό του, καλοθρεμμένο, καλοξουρισμένο, το κάτασπρο κολλάρο του, την ολοκάθαρη φαλάκρα του που γυάλιζε σαν πολύτιμο λείο φίλντισι.

Λυπήθηκα που δεν είχα κι εγώ μαζί μου το μικρό Ντάντε μου να διαβάσω από τα στερνά τραγούδια του Πουργατόριου, που τόσο μου αρέσουν. «Δεν πειράζει», είπα. «Φτάνει που θυμούμαι την ουσία τους. Την ανοιξιάτικη τρυφερότητά τους, τη Λουκία ανάμεσα στα λουλούδια και τα κάτασπρα γυναίκεια ποδάρια που κινούνται χορευτά απάνω στην πράσινη χλόη. Κι αν είναι εδώ να τελειώσει το σεριάνι μου απάνω στον κόσμο, καλά τελειώνει.»

Ένιωθα όλο μου το στήθος γιομάτο αρμονία.

Πέρασαν πέντ’ έξι λεφτά. Οι περισσότεροι είχαμε βγάλει τα μπαμπάκια από τ’ αυτιά μας και προσπαθούσαμε ν’ ακούσουμε τί γίνεται απάνω στην επιφάνεια της γης. Τίποτα. Ησυχία. Σα να ‘μασταν μέσα σε τάφο. Άξαφνα η πόρτα άνοιξε. Ένας κοντόχοντρος ξανθομάλλης φάνηκε με το πρόσωπο χαρούμενο:

—Raiders passed! είπε. Έφυγαν τ’ αεροπλάνα!

Σηκωθήκαμε σα ν’ αναστηθήκαμε. Βγήκαμε γρήγορα “a rivedere de stele”. Τα χείλια ήτανε ακόμα λίγο στεγνά, οι λαιμοί λίγο σφιμένοι...»



Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη.

© Για την ψηφιοποίηση, την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



Ο καθεδρικός του Αγίου Παύλου στην Αγγλία, στη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής το 1940

1 Ιουλίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #10: Λογοτεχνία και Σπορ



Λογοτεχνία και σπορ, βιβλία και ποδόσφαιρο... από το Λαγούμι της Λογοτεχνίας και το φονικό κουνέλι




«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ.» - Αλμπέρ Καμύ


«Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.» - Νίκος Καζαντζάκης


«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Ντμίτρι Σοστακόβιτς




Λογοτεχνία και ποδόσφαιρο, και, σε ευρύτερο επίπεδο, λογοτεχνία και αθλητισμός. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει δύσκολο, σαν θέμα: τι σχέση μπορεί να έχουν οι τέχνες και η μπάλα. Φύσει αντισυμβατικές και ελευθεριακές οι πρώτες, μαζικό και υποταγμένο σε κανόνες το δεύτερο. Στη μοναχική εποπτεία του συγγραφέα, του καλλιτέχνη ή του φιλοσόφου αντιτίθεται το συλλογικό παιχνίδι της ομάδας – και η συσχέτιση του δεύτερου με τα Μέσα, τους ομίλους και τα κέρδη. Θεωρητικά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίθεση από την εικόνα ενός βιβλιοφάγου, σκυμμένου στο βιβλίο του, από τη μία – με την εικόνα ενός φανατισμένου οπαδού που βρυχάται σ’ ένα γήπεδο, απ’ την άλλη.

Κι όμως, τα σπορ δεν είναι μόνο αυτό – ή δεν ήταν πάντα αυτό. Στο σημερινό, λοιπόν, «Λαγούμι της Λογοτεχνίας», έκανα μια μικρή έρευνα και επέλεξα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα γνωστών και αγαπημένων συγγραφέων, που μιλούν για αθλητισμό και για μπάλα.

Η παρουσίαση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται μερικά χαρακτηριστικά αποφθέγματα – σαν προθέρμανση, πριν την έναρξη του παιχνιδιού. Στο δεύτερο μέρος το παιχνίδι αρχίζει και συναντούμε τον Αλμπέρ Καμύ να θυμάται τον καιρό που ήταν τερματοφύλακας στην κολεγιακή ομάδα της Αλγερίας, και να σχολιάζει τη σχέση του με το ποδόσφαιρο – και εντοπίζουμε κοινά μεταξύ του ποδοσφαίρου και της φιλοσοφίας του. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το χαρακτηριστικό κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για τα σπορ και τη σημασία του συλλογικού παιχνιδιού, γραμμένο στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 40 – κι ενώ ξεσπούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επιλέγουμε να κλείσουμε σουρεαλιστικά – με το πιο σουρεαλιστικό κλασικό μυθιστόρημα όλων: την Αλίκη. Γιατί όλη αυτή η συλλογική μανία με τη μπάλα και τα σπορ ενίοτε φτάνει να υπερβεί και τον μεγαλύτερο μυθιστορηματικό σουρεαλισμό – και εδώ δεν αναφέρομαι στο Μουντιάλ, που ως τώρα μοιάζει να κυλάει όμορφα, αν μη τι άλλο.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν. “Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…”



Συγγραφείς και μπάλα: μια σειρά από αποφθέγματα



Ο μεγάλος γάλλος ποδοσφαιριστής Μισέλ Πλατινί
Ο μεγάλος Ντιέγκο Μαραντόνα στο Μουντιάλ του 1986




«Σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου, τα πάντα γίνονται πολύπλοκα από την παρουσία της άλλης ομάδας» - Ζαν Πωλ Σαρτρ



«Το ράγκμπι είναι ένα παιχνίδι για βαρβάρους που παίζεται από τζέντλεμεν… Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι για τζέντλεμεν που παίζεται από βαρβάρους». – Όσκαρ Ουάιλντ



«Η ζωή η ίδια είναι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου» - Σερ Ουόλτερ Σκοτ



«Πέντε μέρες θα εργάζεσαι, όπως λέει η Βίβλος. Η έβδομη μέρα είναι η μέρα του Κυρίου, του Θεού σου. Η έκτη μέρα είναι για το ποδόσφαιρο» - Anthony Burgess [γνωστός για το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»]



«Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος του μυστηρίου, ο τελευταίος υπερασπιστής» - Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ



«Είναι σαν το ποδόσφαιρο: οι δύο πλευρές μπορεί να θέλουν να νικήσουν η μία την άλλη, μπορεί ακόμα και να φτάσουν να μισούν η μία την άλλη, μα αν κάποιος ερχόταν και τους έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι ανόητο και δεν αξίζει να παίζεις ή να ασχολείσαι μαζί του, τότε θα αισθάνονταν ο ένας για τον άλλον. Εκείνο που μετράει είναι το αίσθημα.» - John Fowles



«Το πράγμα με το ποδόσφαιρο – εκείνο που είναι αληθινά σημαντικό με το ποδόσφαιρο – είναι πως ποτέ δεν είναι μόνο “για το ποδόσφαιρο”» - Terry Pratchett



Κι ένα ρητό που δεν ανήκει σε λογοτέχνη, μα στον μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς:


«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Dmitri Shostakovich



Ο Αλμπέρ Καμύ για το ποδόσφαιρο: η εποπτεία του τερματοφύλακα



Ο Αλμπέρ Καμύ ενώ διαβάζει εφημερίδα



Ο Καμύ [Albert Camus] έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Στα νιάτα του φορούσε τη φανέλα με τον αριθμό «1» και είχε διακριθεί ως τερματοφύλακας στην Αλγερία, μα εγκατέλειψε νωρίς το παιχνίδι λόγω ενός προβλήματος υγείας. Ωστόσο η αίσθηση εκείνη του «αγώνα» έμελλε να παραμείνει μαζί του, καθώς φαίνεται: έγινε βασικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας και των γραπτών του.

Στο βιβλίο του «Η Πτώση» [“La Chute”, 1956] λοιπόν, γράφει, μεταξύ άλλων:

«Ασφαλώς κάποιες φορές προσποιούμουν πως έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά. Μα αυτή η επιπολαιότητα της σοβαρότητας γρήγορα μου αποκαλύφτηκε και ίσα που συνέχιζα να παίζω το ρόλο μου, όσο καλύτερα μπορούσα. Έπαιξα το ρόλο μου στο να είμαι ικανός, έξυπνος, δίκαιος, ένας ανήσυχος πολίτης, αγανακτισμένος, ανεκτικός, υποστηρικτικός, ένα καλό παράδειγμα… Εν ολίγοις, δε χρειάζεται να συνεχίσω. […] Ποτέ δεν υπήρξα πραγματικά ειλικρινής και ενθουσιώδης, παρά μόνο όταν έπαιζα σπορ, και, στον στρατό, όταν έπαιρνα μέρος σε παραστάσεις που στήναμε για προσωπική μας ευχαρίστηση. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένα σετ κανονισμών, που δεν ήταν σοβαρό, μα προσποιούσουν πως το έπαιρνες στα σοβαρά. Και σήμερα ακόμα, τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα ματς σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο, και το θέατρο, που έχω αγαπήσει μ’ ένα μοναδικό πάθος, είναι οι μοναδικοί τόποι όπου αισθάνομαι αθώος.»

Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η ακόλουθη φράση του Καμύ:

«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ και τα έμαθα στη RUA» [RUA = Algiers Racing University football team – την κολεγιακή ποδοσφαιρική ομάδα της Αλγερίας στην οποία συμμετείχε].



Η ποδοσφαιρική ομάδα του Αλμπέρ Καμύ, ενώ ήταν τερματοφύλακας στην Αλγερία
Τον βλέπετε τον τερματοφύλακα στο κέντρο; Είναι ο Αλμπέρ Καμύ



Μάλλον δεν είναι τυχαίο πως ο Καμύ είχε αναλάβει το ρόλο του τερματοφύλακα: εκείνος που στέκεται λίγο απόμακρα και εποπτεύει, για το καλό της ομάδας. Ο μοναχικός επόπτης, ο φύλακας του τέρματος, εκείνος που στέκεται στη διαχωριστική γραμμή. Δίχως να σμίγει με την υπόλοιπη ομάδα, κρατώντας τις αποστάσεις του, μα ταυτόχρονα ένα μαζί τους, μέρος του συνόλου. Βασικός υπεύθυνος για την τύχη της ομάδας του, εκείνη ακριβώς η αίσθηση της ευθύνης και της ελευθερίας που έμελλε να τον συνοδέψει στη φιλοσοφία του.

Στη διάρκεια του αγώνα, εξάλλου, είσαι παρών κάθε στιγμή που περνάει: παρατηρείς τον κόσμο που τρέχει, τους δικούς σου και τους άλλους, και δεν αφήνεις λεπτό να πέσει χαμένο – πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, τη συνείδηση απλωμένη στα βάθη του γηπέδου, να εστιάζεις στο Εδώ και Τώρα. Κάθε κίνησή σου μετράει, κάθε βλέμμα, κάθε απόφαση. Δεν έχει σημασία το χθες ή το μετά: μόνο το παρόν, η κάθε στιγμή που κυλάει σαν τη μπάλα στο χορτάρι – κι εσύ την παρατηρείς με τα μάτια καρφωμένα στο στόχο.

Αντίστοιχα, στον Υπαρξισμό μετράει το Εδώ και Τώρα: οι αποφάσεις σου, οι επιλογές σου, η ατομική σου στάση απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον εαυτό σου. Πουθενά αλλού δεν γίνεται τόσο σαφής αυτή η αίσθηση της ατομικής ύπαρξης, θα ‘λεγε κάποιος, της στιγμής που μοιάζει παντοτινή, παρά τα δευτερόλεπτα εκείνα που ο τερματοφύλακας ατενίζει τον αντίπαλο και ετοιμάζεται να αποκρούσει – ή να μην αποκρούσει – τη μπάλα που έρχεται καταπάνω του.

Σε αυτή τη δέσμευσή σου – στην επιλογή σου, στη γυμνή μοναξιά της ατομικότητάς σου και στο βλέμμα σου που εστιάζει στον κινούμενο στόχο, στη διάρκεια εκείνων των αιώνιων δευτερόλεπτων: κάπου εκεί βρίσκεται η ελευθερία.



Νίκος Καζαντζάκης: για τον αθλητισμό και τα ομαδικά παιχνίδια



Ο Νίκος Καζαντζάκης



«Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας όπου ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος. Έτσι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, το παιχνίδι μπορεί να σε ανεβάσει στις πιο αψηλές κι αφιλόκερδες κορυφές της ενέργειας. […]

Στα σπορτ δε γυμνάζεις το σώμα σου μονάχα· γυμνάζεις, πάνω απ’ όλα, την ψυχή σου. «Στα τερραίν του Ήτον», είπε πολύ σωστά ο Ουέλλιγκτον, «κερδήθηκε η μάχη του Βατερλώ.»

Στα ομαδικά αυτά σπορτ μαθαίνεις να ‘σαι έτοιμος, να συγκρατιέσαι, να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, να θυσιάζεις τις ατομικές χαρές ή προτίμησες για τα συμφέροντα της ομάδας. Μαθαίνεις να προσαρμόζεις τις ιδιότητές σου στις ανάγκες του συνόλου, να εκμεταλλεύεσαι, όσο μπορείς, για τη νίκη τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Με τη μέθοδο αυτή μονάχα μπορείς ν' ασκηθείς για το μεγάλο παιχνίδι, αργότερα, της δημόσιας ζωής.

Για να φτάσεις στο υψηλό αυτό κορύφωμα της άσκησης, πρέπει καλά να ξέρεις τον εαυτό σου, να ξέρεις το διπλανό σου, να ξέρεις κι αλάκερη την ομάδα, όπου ανήκεις. Κι όχι μονάχα αυτό· να ξέρεις και την αντίπαλή σου ομάδα. Να μην την περιφρονάς, να τη σπουδάζεις με αμεροληψία και σέβας, να ξέρεις καλά τις αρετές και τις δυνάμες της, για να οργανώσεις ανάλογα και συ τις αρετές και τις δυνάμες σου και να μη χάσεις το παιχνίδι.

Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.

Ό,τι αγνότατα ηθικό μπορεί να μας μάθει το παιχνίδι είναι τούτο: Ο ανώτατος σκοπός τού παιχνιδιού δεν είναι η νίκη παρά πώς, από ποιούς δρόμους, με ποιάν προπόνηση, με τί πειθαρχία, ακλουθώντας αυστηρά τούς νόμους του παιχνιδιού, να μάχεσαι για τη νίκη. […]

Η ζωή είναι παιχνίδι σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με άλλους. Έχεις ευθύνη απέναντι σε όλους τούς συντρόφους σου, όλοι σου οι σύντροφοι έχουν ευθύνη απέναντί σου. Άτομο κι ομάδα είναι ένα. […]



Υπογεγραμμένη φωτογραφία του Πελέ σε ανάποδο ψαλίδι



Το παιχνίδι έχει νόμους· όποιος θέλει να παίζει, οφείλει να ξέρει τους νόμους αυτούς και να τους σέβεται. Αν δεν ξέρει τους νόμους ή αν δε θέλει να τους σέβεται, δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο παιχνίδι. Μέσα στον κύκλο πού χαράζουν οι νόμοι είναι απόλυτα λεύτερος· κανένας, μήτε ο βασιλιάς, δεν έχει δικαίωμα να επέμβει. Μπορεί οι νόμοι αυτοί να ‘ναι παλιωμένοι ή στραβοί ή αυθαίρετοι· δεν έχει σημασία· το σπουδαίο είναι, κι αυτό γυμνάζει την ψυχή του ανθρώπου, να τους υπακούς.

Δεν πρέπει να ντρέπεσαι πως νικήθηκες· πρέπει να ντρέπεσαι μονάχα όταν έπαιξες κακά και γι' αυτό νικήθηκες· ή — κι αυτό , είναι το χειρότερο — πρέπει να ντρέπεσαι όταν νίκησες παίζοντας κακά η άτιμα.

Το fair-play, νά το ανώτατο χρέος. Να παίζεις καλά το παιχνίδι, είτε φουτμπόλ είναι είτε πόλεμος είτε ολόκληρη ζωή, αυτή είναι η πρώτη αυστηρότατη εντολή στον εγγλέζικο δεκάλογο. «Να 'σαι δυνατός και να παίζεις τον άντρα!» Κάνε το χρέος σου αυτό και μη σε μέλει για τίποτα άλλο. Αν πετύχεις, αν αποτύχεις, αυτό έχει μονάχα πραχτική, όχι ψυχική άξια· έκαμες το χρέος σου, τί άλλη αμοιβή θες;

Αν περιμένεις οποιαδήποτε αμοιβή, αν εργάζεσαι για να ικανοποιείς όχι εσωτερικές σου επιταγές, παρά για να πλερωθείς, είσαι μιστοφόρος· δεν είσαι λεύτερος πολεμιστής.

«Όποιος δε βρίσκει την άνταμοιβή μέσα του είναι σκλάβος· η λαχτάρα ν' αρέσει σε άλλους τρικυμίζει τα πέντε δηλητήρια, τις πέντε αίστησες του ανθρώπου». Τα υπερήφανα τούτα λόγια του μεγάλου Θιβετανού ασκητή, του Μιλαρέπα, φτερώνουν με λευτεριά την καρδιά του ανθρώπου και τέλεια ταιριάζουν στις πράσινες τούτες παλαίστρες του Ήτον. Μονάχα όποιος ζει τα λόγια τούτα και τα κάνει πράξη στην καθημερινή του ζωή, είναι λεύτερος άνθρωπος.

Μια Εγγλέζα μητέρα, πού ο γιός της σκοτώθηκε καλά πολεμώντας στον περασμένο πόλεμο, έγραψε στον τάφο του γιου της τούτον τον απλούστατο εγγλέζικο επιτάφιο ύμνο: «Έπαιξε καλά το παιχνίδι.»



***



Τέτοια έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία, στις αρχές της δεκαετίας του 40, κι ενώ παρατηρούσε τους αθλητές σ’ ένα γήπεδο του Ήτον. Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία».

Τα λόγια αυτά γράφονταν σε περίοδο Παγκοσμίου Πολέμου – χρειάζεται λοιπόν να τα δούμε υπό αυτό το πρίσμα για να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Είναι απορίας άξιο τι θα έλεγε ο Καζαντζάκης για τον αθλητισμό και τα σπορ στην εποχή μας: μια εποχή όπου οι πάντες (κυριολεκτικά) είναι «μιστοφόροι»…



Ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι κρόκετ



Εικονογράφηση του Τζον Τένιελ για την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων
Εικονογράφηση:John Tenniel



«Η Αλίκη σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τέτοιο αλλόκοτο γήπεδο του κρόκετ· ήταν γεμάτο λακούβες και προεξοχές· τα μπαλάκια του κρόκετ ήταν ζωντανοί σκαντζόχοιοι, οι στέκες ήταν ζωντανοί ερωδιοί κι οι στρατιώτες έπρεπε να διπλωθούν στα δύο και να σταθούν στα τέσσερα για να παραστήσουν τις καμάρες.

Η πρωταρχική δυσκολία της Αλίκης ήταν πως να τα βγάλει πέρα με τον ερωδιό της· τα κατάφερε να μαγκώσει το σώμα του, αρκετά άνετα, κάτω από το μπράτσο της, ενώ τα πόδια του κρέμονταν στον αέρα, αλλά, γενικά, μόλις κατάφερνε να του ισιώσει το λαιμό και ετοιμαζόταν να χτυπήσει τον σκαντζόχοιρο με το κεφάλι του, ο ερωδιός γυρνούσε και την κοίταζε με μια τέτοια έκφραση απορίας, που δεν μπορούσε να μην ξεσπάσει σε γέλια· κι όταν πια του έφερνε το κεφάλι στην κατάλληλη θέση κι ήταν έτοιμη να ξαναρχίσει, διαπίστωνε, φουρκισμένη, πως ο σκαντζόχοιρος είχε ξετυλιχτεί κι έφευγε έρποντας· άσε πια, που σ' όποιο μέρος και να σημάδευε για να ρίξει τον σκαντζόχοιρο υπήρχε πάντα μέσα στη μέση μια λακκούβα η μια προεξοχή, και καθώς οι διπλωμένοι στρατιώτες συνέχεια σηκώνονταν και πήγαιναν σ' άλλα σημεία του γηπέδου, έφτασε η Αλίκη γρήγορα στο συμπέρασμα πως αυτό ήταν, στ' αλήθεια, ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι.

Οι παίκτες έπαιζαν όλοι μαζί, χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους, λογοφέρνοντας όλη την ώρα και καβγαδίζοντας για τους σκαντζόχοιρους· και τη Βασίλισσα δεν άργησε να την πιάσει μια φοβερή λύσσα, έτσι, που να χτυπάει τα πόδια της και να ουρλιάζει, τουλάχιστον μια φορά το λεπτό:

- Κόψτε του το κεφάλι! η Κόψτε της το κεφάλι!

Η Αλίκη άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα· ακόμα, βέβαια, δεν είχε έρθει σε καμία σύγκρουση με τη Βασίλισσα, αλλά ήξερε πως αυτό μπορούσε κάθε λεπτό να συμβεί, και τότε σκέφτηκε, «τι θ' απογίνω; Εδώ πέρα τρελαίνονται να κόβουν κεφάλια - είναι να απορεί κανείς πως έχει απομείνει και κανένας ζωντανός!».


***



Λιούις Κάρολ, «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» [“Alice in Wonderland”], πρώτη έκδοση 1865, μετάφραση: Γ. Δεπάστας.

Μάλλον το πιο εξωφρενικό αθλητικό παιχνίδι στην ιστορία της κλασικής λογοτεχνίας… Ωστόσο δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο νου μας το φανατισμό των οπαδών απανταχού της γης, την ψύχωση με τις ομάδες τους, την ευκολία με την οποία κατηγοριοποιούν στερεότυπα τον κόσμο σε φίλους και εχθρούς, τη βαθιά χαρά με την επιτυχία της ομάδας και την ανείπωτη θλίψη – σε βαθμό δακρύων! – με την αποτυχία της, τα ποσά που παίζονται σε στοιχήματα, τη σύνδεση των σπορ με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις διαφημίσεις και τα κέρδη (άρα με τη συλλογική ψευδαίσθηση της διαφήμισης και την απατηλή γοητεία του χρήματος), τα πουλημένα παιχνίδια, τις αστυνομικές δυνάμεις που περιφρουρούν τα ματς και τους οργισμένους που ξεσπάνε αριστερά και δεξιά, επειδή δεν γνωρίζουν που αλλού να διοχετεύσουν το θυμό τους… δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε αυτά και άλλα πολλά για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τα σπορ, όπως περιγράφονται στην «Αλίκη», είναι λιγότερο σουρεαλιστικά και ακραία από την ίδια την πραγματικότητά μας.


Άντε – καλή συνέχεια με το Μουντιάλ και είθε να κερδίσει ο καλύτερος!






Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)














© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 18



Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου 2018, μπάλα και τρόπαιο

18 Μαρτίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #9... Ο χορός των εφτά πέπλων






«Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»... Πωλ Γκωγκέν


Όλοι αναζητούμε κάποια μορφή απόδρασης. Όσο προσκολλημένοι και αν είμαστε στην πραγματικότητα του κόσμου που ζούμε, άλλο τόσο ρίχνουμε κλεφτές ματιές σε εκείνα που μπορούν να μας ταξιδέψουν σε κάποια άλλη μορφή πραγματικότητας. Θες γιατί ο πολιτισμός που έχουμε χτίσει ενίοτε μας πνίγει κάτω από το σωρό των καταναλωτικών αγαθών και τα ασφυκτικά όρια της καθημερινής ρουτίνας; Θες γιατί είμαστε λιγότερο ή περισσότερο φαντασιόπληκτοι, προσπαθώντας να υποκαταστήσουμε με τη φαντασία μας (όση μας έχει μείνει) εκείνα που μας λείπουν από την πραγματική ζωή; (ή αδυνατούμε να διεκδικήσουμε;) Θες απλά γιατί είναι η φύση της ύπαρξης να επιζητά μονίμως το κάτι παραπάνω – είναι ατελής και ανολοκλήρωτη γιατί μονάχα έτσι μπορεί να προχωρήσει και να θέσει στόχους που υπερβαίνουν το παρόν;

Η ουσία είναι πως η απόδραση συνιστά μέρος της καθημερινότητάς μας. Μας τρέφει, μας αναζωογονεί και – ενίοτε – μας υπνωτίζει. Μέσω της διέγερσης της φαντασίας είναι ικανή να μας ωθήσει να οραματιστούμε ένα καλύτερο παρόν (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, με τους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα), είτε να μας βυθίσει σε μια χοάνη αποχαύνωσης (όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας). Σας άλλη Σαλώμη, χορεύει εμπρός μας τον Χορό των Εφτά Πέπλων – και μεις απομένουμε να τη θαυμάζουμε με ανοιχτό το στόμα, ξεχνώντας κάθε πραγματικότητα, παραδομένοι στη δίνη της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Έτσι θα χορέψουμε και μεις στο σημερινό «Λαγούμι της Λογοτεχνίας». Εφτά πέπλα, εφτά αποδράσεις. Κάθε πέπλος που φεύγει θα μας πηγαίνει όλο και πιο κοντά στην πηγή – και θα μας αποκαλύψει κάποιες κρυφές αλήθειες… Θα αναβιώσουμε μια παιδική εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη, όταν χόρευε μπρος του μια ανατολίτισσα – και η ψυχή του έμοιαζε να παίζει με το θάνατο. Θα πιούμε το μεθυστικό πιοτό από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Θα ταξιδέψουμε παρέα με τον Πωλ Γκωγκέν στα νησιά του Ειρηνικού, αναζητώντας (μάταια;) να ξεφύγουμε από τον σύγχρονο πολιτισμό. Θα μιλήσουμε για τη μυστήρια εκείνη φυλή των «Nacirema» - και θα διερωτηθούμε για τη σχετικότητα των αξιών ανάμεσα στους πολιτισμούς του κόσμου και κατά πόσο όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Θα αγγίξουμε τις απαρχές της ιστορίας της λογοτεχνίας, με το σουμεριακό «Έπος του Γκίλγκαμες» - γραμμένο πριν χιλιάδες χρόνια. Λίγο πριν την αφαίρεση του τελευταίου πέπλου, θα διερωτηθούμε, παρέα με τον Φρίντριχ Νίτσε, για τη σημασία της αλήθειας και της πλάνης…

Όσο αφορά το τελευταίο πέπλο; Αυτό το φύλαξα για τον «Σιντάρτα» του Χέρμαν Έσσε – και την αποκάλυψη μιας αλήθειας πέρα από το χρόνο, πέρα από την πολλαπλότητα των οπτικών γωνιών, πέρα από το καλό και το κακό…

Ας θέλετε να παρακολουθήσετε μαζί μου αυτόν τον ιδιαίτερο Χορό των Εφτά Πέπλων, ως τη μεγάλη αποκάλυψη του τέλους… δεν έχετε παρά να συνεχίσετε την ανάγνωση.



1ο Πέπλο: Η αφύπνιση του αισθησιασμού






«Βαστούσε ο κατακλυσμός όλη τη μέρα, είχε πλακώσει η νύχτα, σκοτείνιασε έξω ο κόσμος, ουρανός και γης έσμιξαν, έγιναν κι οι δύο λάσπη. Άναψαν κι άλλα λυχνάρια, τραβήχτηκαν όλοι κατά τον τοίχο, αναμέρισαν τα σκαμνιά και τα τραπέζια, να κάμουν τόπο, οι νέοι κι οι νιές κι οι γέροι θα χορέψουν (...)

Και πήγαινε μπροστά μια γυναίκα χλωμή, λιγνή, μια σαρανταριά χρονών, με χείλια πορτοκαλιά, γιατί τα χε τρίψει με καρυδόφυλλο, και τα κορακάτα μαλλιά της γυαλοκοπούσαν, αλειμμένα με δαφνόλαδο. Στράφηκα, την είδα και τρόμαξα. Γιατί γύρα τα μάτια της είχαν δύο σκούρους, γαλάζιους κύκλους και μέσα βαθιά έλαμπαν, όχι έλαμπαν, έκαιγαν τα δυό θεοσκότεινα μάτια. Μια στιγμή μου φάνηκε πως με κοίταξε. Πιάστηκα απ' την ποδιά της μάνας μου, ήθελε να με αρπάξει η γυναίκα αυτή, μου φάνηκε, να με πάρει να φύγουμε...

- Γειά σου Σουρμελίνα!, ακούστηκε ένας γέρος βαρβάτος με γένια τραγίσια, πετάχτηκε μπροστά της, έβγαλε το μαύρο κεφαλομάντιλο, έδωκε τη μιάν άκρα στη γυναίκα, πήρε αυτός την άλλη και ρίχτηκαν κι οι δυό αλλοπαρμένοι, με το κεφάλι αψηλά, με το κορμί λαμπάδα, στον χορό.

Η γυναίκα φορούσε ξύλινα τσόκαρα, τα χτυπούσε στο σανιδένιο πάτωμα, τ' αντιχτυπούσε με δύναμη κι όλο το σπίτι κουνιόταν. Λύθηκε η άσπρη μπολίδα της, φάνηκαν τα χρυσά φλουριά που στόλιζαν το λαιμό της, έπαιζαν τα ρουθούνια της, μυρίζουνταν τον αέρα, λάχνιζαν τα χνότα γύρω της των αντρών, λύγιζε, στρούφιζε, έκανε να πέσει στον άντρα μπροστά της, μα μονομιάς, μ' ένα λύγισμα των γοφιών της, αφανίζουνταν από μπρος του. (...) Κι ο κόσμος βούλιαξε κι απόμεινε μονάχα απάνω στο χάος η γυναίκα αυτή, η Σουρμελίνα, που χόρευε.

Είχε αγριέψει το πρόσωπο του γέρου, κατακοκκίνησε, κοίταζε τη γυναίκα, τα χείλια του έτρεμαν κι έλεγα τώρα θα της χυθεί να την κάμει κομμάτια. Θα το ψυχανεμίστηκε ο λυράρης, κι απότομα στάθηκε το δοξάρι. Κόπηκε ο χορός, απόμειναν οι δυο χορευταράδες με το πόδι ανάερα, ακίνητοι. Έτρεχε κρουνός ο ιδρώτας απάνω τους, έτρεξαν οι άντρες, πήραν τον γέρο και τον έτριβαν με ρακή, κι οι γυναίκες τριγύρισαν τη Σουρμελίνα, να μη βλέπουν οι άντρες. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους, δεν ήμουν ακόμα άντρας, με αφήκαν. Της άνοιξαν το μπολκάκι, της έριχναν ανθόνερο στο λαιμό, στις αμασκάλες και στα μελίγγια. Κι αυτή είχε κλειστά τα μάτια και χαμογελούσε. […]

Χορός και Σουρμελίνα και τρόμος έσμιξαν από τότε μέσα μου, έγιναν ένα. Χορός, γυναίκα και θάνατος. Ύστερα από σαράντα χρόνια στην Τιφλίδα, στην αψηλή ταράτσα του ξενοδοχείου "Οριέντ", μια Ιντιάνα σηκώθηκε να χορέψει. Έλαμπαν τ' άστρα από πάνω της, αφώτιστη η ταράτσα και γύρα μια δεκαριά άντρες και δεν έβλεπες παρά τις μικρές, κόκκινες φωτίτσες από τα τσιγάρα τους. Φορτωμένη βραχιόλια, σκουλαρίκια, πετράδια, χρυσούς χαλκάδες στους αστραγάλους της, η γυναίκα χόρευε αργά, με μια τρομάρα μυστικιά, θαρρείς και χόρευε στην άκρα του γκρεμού ή του Θεού, κι έπαιζε μαζί του, ζύγωνε, τον προκαλούσε, αλάργαινε κι έτρεμε σύγκορμη, μην πέσει.

Κάποτε απόμενε ασάλευτη και μονάχα τα μπράτσα της, σαν δυο φίδια, τυλίγουνταν και ξετυλίγουνταν κι έσμιγαν ερωτικά στον αέρα. Οι κόκκινες φωτίτσες έσβησαν, απόμειναν μονάχα σε όλη την απέραντη νύχτα η γυναίκα ετούτη που χόρευε κι από πάνω της τ' άστρα. Χόρευαν κι αυτά μαζί της, ακίνητα. Κρατούσαμε όλοι την ανάσα.

Κι άξαφνα με κυρίεψε τρόμος. Δεν ήταν ετούτη μια γυναίκα που χόρευε στην άκρα του γκρεμού, ήταν η ίδια η ψυχή μας που ερωτοτροπούσε κι έπαιζε με το θάνατο.»


Νίκου Καζαντζάκη. Από την "Αναφορά στον Γκρέκο". Ο πίνακας στην εικόνα είναι ο "Χορός των Εφτά Πέπλων" του Gaston Bussière (1925).



2ο Πέπλο: Οι επίγειες απολαύσεις






«Πίνε, πίνε το γλυκό πιοτό: πίνε ελεύθερα και με καλή καρδιά.

Πίνε το θεϊκό πιοτό που γιατρεύει κάθε λύπη και πόνο.

Μην αδειάζεις το ποτήρι, παρά με ένα φίλο μπιστικό, μ' ένα φίλο που έχει ευγενικιά καρδιά και μεγάλη αξία.

Μη δέχεσαι το ποτήρι, παρά από ένα χέρι αγαπητό σαν το δικό σου: το ποτήρι θυμίζει τις χάρες εκείνης που το προσφέρει, κι εκείνη που το προσφέρει θυμίζει τις γλύκες του κρασιού.

Καθώς ο αέρας που περνά απάνω από τα μυροβόλα λουλούδια φέρνει μιάν ευωδιά μεθυστική και γλυκιά, έτσι και τούτο το πιοτό, και γλυκό κρασί, ερχόμενο από τα μοσχομυρισμένα σου χεράκια, μου φέρνει μαζί του της σάρκας σου το μύρο και των χειλιών σου τη γλύκα.»



Από τις "Χίλιες και μια Νύχτες" και την "Ιστορία του Βαστάζου και των Τριών Κυράδων της Βαγδάτης" – γραμμένη στα βάθη του Μεσαίωνα. Η μετάφραση του Κ. Τρικογλίδη. Η εικονογράφηση στην εικόνα του Γάλλου Léon Carré.

Γιατί ποια μορφή απόδρασης είναι διαχρονικότερη, από την απόδραση και τη λησμονιά της τέρψης.



3ο Πέπλο: Αναζήτηση ενός άλλου πολιτισμού






Από τα κείμενα που έγραψε ο Πωλ Γκωγκέν, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.



«Τα Σκανδιναβικά σου μπλε μάτια κοίταξαν με προσοχή τους πίνακες που κρέμονταν στον τοίχο. Tότε ένιωσα την διέγερση της επανάστασης – μια πλήρη σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό σου και στον βαρβαρισμό μου. Τον πολιτισμό, από τον οποίο υποφέρεις. Τον βαρβαρισμό, ο οποίος, για μένα είναι μια αναζωογόνηση.»


***


«Φεύγω προκειμένου να βρω ειρήνη και ησυχία, να απαλλαγώ από τις επιδράσεις του πολιτισμού. Θέλω μόνο να κάνω απλή, πολύ απλή τέχνη και προκειμένου να τα καταφέρω, θα χρειαστεί να αφήσω τον εαυτό μου να απορροφηθεί από την παρθένα φύση, να μην βλέπω κανέναν παρά μόνο ιθαγενείς, να ζω τη δική τους ζωή, με καμία άλλη σκέψη στο νου πέρα από το απεικονίσω τα σχήματα που θα πάρουν μορφή μες στο μυαλό μου - με τον τρόπο ενός παιδιού..."


***


«Η ζωή στο νησί σύντομα έγινε δυσβάσταχτη.

Ήταν η Ευρώπη, εκείνη η Ευρώπη από την οποία επιθυμούσα να απαλλαγώ. Και αυτό υπό τις εκνευριστικές συνθήκες του αποικιακού σνομπισμού και τη μίμηση, γκροτέσκα συχνά στα πρόθυρα της καρικατούρας, των εθίμων μας, της μόδας, των διαστροφών και των παραλογισμών του πολιτισμού...

Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»...


***


Λόγια για την απόδραση από τον πολιτισμό και την αναζήτηση ενός καταφυγίου σ' έναν άλλο κόσμο, πέρα από τις επιδράσεις της Δύσης – έναν κόσμο που πλέον δεν υπάρχει, μα, όπως θα διαπίστωνε ο ίδιος ο Γκωγκέν, και τότε ακόμα είχε αρχίσει να χάνεται. Σήμερα οι ιθαγενείς στα νησιά φοράνε t-shirts, πίνουν και τρώνε στις γνωστές αλυσίδες και στέλνουν μηνύματα σε Ipad.

Και εμείς βλέπουμε τα έργα του Γκωγκέν εδώ, στην οθόνη του υπολογιστή μας. Το έργο της εικόνας είναι η "Arearea" του 1892.



4ο Πέπλο: Η σχετικότητα






Υπήρχε από παλιά η τάση να αντιμετωπίζουμε ως "αξιοπερίεργες" τις συνήθειες και τα έθιμα διαφορετικών λαών και πολιτισμών από τους δικούς μας - σε αντίθεση με τον δικό μας πολιτισμό και την δική μας κουλτούρα, που θεωρούμε "φυσιολογικά". Εν έτει 1956, ο ανθρωπολόγος Horace Miner παρουσίασε μια περίφημη μελέτη σχετικά με τις αντιλήψεις και τις περίεργες σωματικές τελετουργίες μιας φυλής, των Nacirema... Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κοινωνιολογία» του Anthony Giddens.


«Η βασική αντίληψη που φαίνεται να διατρέχει ολόκληρο το σύστημα των Nacirema μοιάζει να είναι ότι το ανθρώπινο σώμα είναι άσχημο, και ότι η φυσική του τάση είναι η εξασθένιση του και η αρρώστια. Όντας φυλακισμένος σε ένα τέτοιο σώμα, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη ελπίδα από το να απομακρύνει τα χαρακτηριστικά αυτά με την χρήση των ισχυρών επιδράσεων του τελετουργικού και της τελετής... Κάθε νοικοκυριό διαθέτει ένα ή περισσότερα ιερά αφιερωμένα σε αυτόν τον σκοπό. [...]

Το κεντρικό σημείο ενός τέτοιου ιερού είναι ένα εντοιχισμένο κουτί ή ερμάριο, στο οποίο φυλάγονται τα διάφορα φυλαχτά ή μαγικά καταπότια, χωρίς τα οποία κανένας ιθαγενής δεν πιστεύει ότι μπορεί να επιβιώσει. Τα παρασκευάσματα αυτά τα προμηθεύονται από διάφορους εξειδικευμένους θεραπευτές. Οι πιο ισχυροί από αυτούς είναι οι γιατροί, η βοήθεια των οποίων πρέπει να ανταμειφθεί με σημαντικά δώρα. Καθορίζουν τα συστατικά τους και τα γράφουν σε μια αρχαία και μυστική γλώσσα. Την γλώσσα αυτή την γνωρίζουν μόνο οι γιατροί και οι παρασκευαστές, οι οποίοι, αμειβόμενοι με πρόσθετα δώρα, παρασκευάζουν τα απαιτούμενα φυλαχτά. [...]

Οι Nacirema έχουν έναν παθολογικό σχεδόν φόβο και μια έλξη για το στόμα, η κατάσταση του οποίου θεωρείται ότι ασκεί υπερφυσικές επιδράσεις σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Οι ιθαγενείς πιστεύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα τελετουργικά του στόματος, θα έπεφταν τα δόντια τους, θα μάτωναν τα ούλα τους, θα μάζευαν τα σαγόνια τους, οι φίλοι τους θα τους εγκατέλειπαν και οι εραστές τους θα τους απόδιωχναν. Πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των στοματικών και των ηθικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει, παραδείγματος χάρη, μια τελετουργική πλύση του στόματος για τα παιδιά, που πιστεύεται ότι βελτιώνει την ηθική τους υπόσταση.

Οι καθημερινές τελετουργίες που κάνουν όλοι περιλαμβάνουν και μια στοματική τελετουργία. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο σχολαστικοί για την φροντίδα του στόματος, το τελετουργικό αυτό συνεπάγεται κάποιες πρακτικές που μοιάζουν αηδιαστικές στον αμύητο. Μου αναφέρθηκε ότι το τελετουργικό συνίσταται στην εισαγωγή στο στόμα ενός μικρού μάτσου γουρουνότριχες και στην μετακίνησή του μέσα στο στόμα με εξαιρετικά τυποποιημένες κινήσεις.» [Miner, 1956]


***


Αυτή ήταν η περιγραφή της αξιοπερίεργης τελετουργίας της φυλής των Nacirema.

Ας δοκιμάσουμε τώρα να γράψουμε το όνομα στα αγγλικά: Nacirema... και να το αντιστρέψουμε.

Nacirema > American

Η περιγραφή που διαβάσατε δεν είναι άλλη από την καθημερινή συνήθεια του πλυσίματος των δοντιών, στις σύγχρονες κοινωνίες μας. Και αφορά όλους εμάς, τους "δυτικούς"... από τα μάτια ενός τρίτου. Γιατί όπως εμάς μας φαίνονται συχνά παράδοξες και "αφύσικες" οι συνήθειες και πρακτικές διαφορετικών λαών και πολιτισμών... το ίδιο φαντάζουν και οι δικές μας πρακτικές σε αυτούς.



5ο Πέπλο: Η μεταμόρφωση του έρωτα






Ας μετακινηθούμε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν. Πολύ πριν την ρωμαϊκή εποχή, πολύ πριν τα έπη του Ομήρου, πολύ πριν τις ιστορίες της Βίβλου. Ας ταξιδέψουμε στην αρχαία Μεσοποταμία, στις ερήμους και στις αχανείς πεδιάδες της. Εκεί ζούσε ένας αγριάνθρωπος. Ονομαζόταν Ενκιντού. Η γλώσσα του ήταν εκείνη των ζώων, το ίδιο και οι συνήθειες του.

Ώσπου τον προσέγγισε μια πόρνη, ιέρεια της θεάς Ιστάρ - η Σάμχατ. Η Σάμχατ θέλησε να κάνει το ζώο άνθρωπο. Θέλησε να του χαρίσει τον έρωτά της. Έτσι λοιπόν:


«Τα άγρια ζώα ήρθανε να ξεδιψάσουν στο νερό.
Τότε ο Ενκιντού, ο γεννημένος στα βουνά,
Που τρέφεται με τα ζαρκάδια αντάμα χόρτα,
Σίμωσε στην ποτίστρα, για να πιεί αντάμα με τ' αγρίμια,
Με τ' άγρια ζώα στο νερό τη δίψα του να σβήσει.
Η Σάμχατ κοίταξε τον άξεστο,
Τον αγριάνθρωπο από τα βάθη της ερήμου,

"Νάτος, Σάμχατ! Γύμνωσε τα στήθη σου,
Τα σκέλια σου άνοιξε και άσ' τονε τα κάλλη σου ν' αδράξει.
Μην τραβηχτείς! Δέξου το πάθος του!
Όταν σε δει κοντά σου θά' ρθει.
Το ρούχο σου άνοιξε και απάνω σου άσ' τονε να ξαπλώσει.
Κάνε στον άμαθο ό,τι οι γυναίκες κάνουν.
Τ' αγρίμια που μεγάλωσαν στην έρημο μαζί του
θα τον απαρνηθούν.
Τον έρωτά του σε σένα θα χαρίσει!" [...]

Για έξι μέρες κι εφτά νύχτες ο Ενκιντού ξεσηκωμένος
Πλάγιαζε με τη Σάμχατ.
Κι όταν τα θέλγητρά της χόρτασε,
Κίνησε για τ' αγρίμια του στην έρημο.
Μα τα ζαρκάδια έφυγαν, τον Ενκιντού σαν είδαν,
Μακριά του φύγανε τ' αγρίμια της ερήμου.
Κατάπληκτος ο Ενκιντού τέντωσε το κορμί του,
Κοκάλωσαν τα γόνατα, τ' αγρίμια του είχαν φύγει.
Κατάκοπος ο Ενκιντού σιγάνεψε το βήμα του
- σαν πριν να τρέξει δεν μπορούσε.

Είχε όμως τώρα ωριμάσει και γνώση απόκτησε πλατειά.
Γυρίζει πίσω, κάθεται στα πόδια μπρος της πόρνης.
Το βλέμμα του σ' αυτήν σηκώνει,
Τ' αυτιά του τεντωμένα, καθώς μιλά η πόρνη
Και λέει σ' αυτόν, τον Ενκιντού:
Ενκιντού, είσαι σοφός, θεός μου μοιάζεις!"



***



Από το "Έπος του Γκίλγκαμες", σε μετάφραση της Aύρα Ward. Το παλαιότερο έπος στην ιστορία της ανθρωπότητας, με ρίζες ως την εποχή των αρχαίων Σουμερίων, πάνω από 2000 χρόνια π.χ.

Συνοψίζοντας το απόσπασμα που διαβάσατε με δυο προτάσεις: Ο άντρας στην αρχική μορφή του ήταν ίδιος με ζώο. Μια γυναίκα όμως, μια ιερόδουλη, του έμαθε τον έρωτα - και έγινε άνθρωπος και "γνώση απόκτησε πλατειά".



6ο Πέπλο: Η αναγκαιότητα της πλάνης;






«Τώρα σου φαίνεται πλάνη κάτι που άλλοτε το αγαπούσες ως αλήθεια ή πιθανότητα. Το πετάς μακριά σου κι έχεις την ψευδαίσθηση ότι το λογικό σου κέρδισε μια νίκη. Ίσως όμως αυτή η πλάνη να ήταν απαραίτητη για σένα τότε, τότε που ήσουν ακόμα διαφορετικός άνθρωπος – όπως είναι όλες οι τωρινές σου "αλήθειες", κάτι σαν δέρμα, που σου έκρυβε και σου κάλυπτε πολλά που δεν έπρεπε να δεις ακόμη.

Η καινούργια σου ζωή κι όχι το λογικό σου σκότωσε αυτή τη γνώμη για λογαριασμό σου: ΔΕΝ ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΠΙΑ, και τώρα καταρρέει, και το α-λογο βγαίνει έρποντας σαν σκουλήκι από μέσα της στο φως. Όταν ασκούμε κριτική, αυτό δεν είναι αυθαίρετο και απρόσωπο γεγονός – είναι, τουλάχιστον πολύ συχνά, απόδειξη πως υπάρχουν μέσα μας ζωτικές δυνάμεις έτοιμες να κάνουν το φλοιό τους να σκάσει.

Αρνούμαστε και πρέπει να αρνούμαστε, επειδή κάτι μέσα μας ΘΕΛΕΙ να ζήσει και να επιβεβαιωθεί – κάτι που ίσως δεν το ξέρουμε, ή δεν το βλέπουμε ακόμη!»


Φρίντριχ Νίτσε. Από την "Χαρούμενη Επιστήμη". Πρώτη έκδοση το 1882.



7ο Πέπλο: Πέρα από τις αυταπάτες






«O Γκοβίντα είπε: "Σε πιστεύω πως δεν ακολούθησες κανέναν δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μία διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές θα μου έδινες μεγάλη χαρά".

Ο Σιντάρτα είπε: "Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα, που και που. Ένιωσα κάποτε, για μια ώρα ή για μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ήταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα: Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα".

"Αστειεύεσαι;", ρώτησε ο Γκοβίντα.

"Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτός ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.

Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.

Όταν ο φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.

Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και την μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό".»



Από το "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Μετάφραση: Μ. Παξινού. Πρώτη έκδοση το 1922.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)










Dance of the Seven Veils by Otto Pilny