Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Ιουλίου 2019

In quest for a love affair... Αναζητώντας το τέλειο μέρος για διάβασμα


In quest for a love affair... Αναζητώντας το ιδανικό μέρος για διάβασμα του βιβλίου σου - μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Για εμάς, τους εραστές του διαβάσματος, η αναζήτηση ενός ιδανικού μέρους για ανάγνωση μοιάζει με την αναζήτηση κάποιας αρχέγονης βουκολικής Αρκαδίας: εκεί που σου ψιθυρίζει ο χαύνος ζέφυρος και κόβουν βόλτες ημίγυμνες νύμφες ανάμεσα στα δέντρα – του κάλλους των οποίων ίσα που κλέβεις μια ματιά, την ώρα που το βιβλίο έχει γύρει στα χέρια σου και βυθίζεσαι απαλά σ’ έναν γλυκό μεσημεριανό ύπνο.

Α, ναι – παντού μπορεί να διαβάσει κάποιος! Μα δεν είναι το ίδιο απολαυστική η ανάγνωση όπου κι αν πας! Το περιβάλλον γύρω σου μοιάζει να συμπληρώνει το βιβλίο σου, να προσδίδει μορφή στο περιεχόμενό του, σώμα στην ψυχή του. Κακά τα ψέματα: άλλο να διαβάζεις σε κάποιο πράσινο δροσερό ίσκιο με το τερέτισμα των τζιτζικιών να σου κρατάει συντροφιά• και άλλο καταμεσής ενός πολύβουου beach bar – με το απανωτό μπιτ και τις ρακέτες να ανταλλάσσουν πάσες στο κεφάλι σου (για να μην αναφέρω εκείνο το μωρό που πρέπει πάντα να τσιρίζει και εκείνον τον τύπο που φέρει πρόβα τα μούσκουλά του). Άλλο να ρουφάς εκείνη τη γουλιά από το αχνιστό σου ρόφημα σε μια ήσυχη ζεστή καφετέρια, καταμεσής μιας ηλεκτρισμένης γκρίζας μέρας – κι άλλο να διαβάζεις όπως όπως στο διάλειμμά σου στη δουλειά, με το γραφείο, τον υπολογιστή και τα ξέχειλα σημειώσεις τετράδια να σου υπενθυμίζουν διαρκώς το επαγγελματικό σου χρέος και το ρολόι που αντηχεί αγχωτικά σαν χτύπημα ενός γκονγκ.

Κάθε διαφορετική τοποθεσία προσδίδει κάτι διαφορετικό στο βιβλίο που διαβάζεις! Μπορεί να ανυψώσει την ανάγνωση και να τη μετατρέψει σε μια μοναδική εμπειρία – ή μπορεί να την καταστήσει κάτι κοινό και τυπικό. Μα για εμάς, τους εραστές των βιβλίων, η μετατροπή του αντικειμένου του έρωτά μας σε κάτι κοινό και τυπικό μοιάζει με υποβάθμιση της μοναδικότητάς του. Αλίμονο – αναγκαζόμαστε να διαβάσουμε σε μέρη τυπικά (στον ηλεκτρικό, για παράδειγμα), δέσμιοι της ανάγκης και του χρόνου που τρέχει ασταμάτητα! Μα δεν το απολαμβάνουμε το ίδιο. Ναι, ξέρω από τώρα ποιος είναι ο αντίλογος: «όταν αγαπάς κάτι σε απορροφά τόσο πολύ, που αδιαφορείς για το μέρος που βρίσκεσαι». Και, ναι, αγαπητοί μου, θα συμφωνήσω εν μέρει – μα για τον πρώτο μόνο καιρό του έρωτά σου! Ίδιο είναι μωρέ ένα παγκάκι στην Μονμάρτρη – και ίδιο στην Ομόνοια;… Όσο ερωτευμένος κι αν είσαι, ε, μια διαφορά θα την εντοπίσεις!

Μα ας έχει: ας πούμε πως όλα πηγάζουν από μέσα, από εσένα τον ίδιο. Η αναζήτησή σου απηχεί μια εσωτερική κατάσταση μόνιμης ανησυχίας, μια θέληση για περιπέτεια, έναν άσβεστο νόστο για ταξίδι. Δεν μοιράζονται όλοι το ίδιο πάθος! Κάποιοι εραστές αρκούνται στο αντικείμενο του πόθου τους και μόνο – αδιαφορώντας για το μέρος!

Μα όταν διαπιστώνεις πως το εξωτερικό περιβάλλον μπορεί να επιχρωματίσει τις φράσεις του βιβλίου σου, να τις ντύσει με νέο νόημα, να τις γδύσει από τη γκρίζα σοβαροφάνεια της εκτυπωμένης σελίδας – τότε συνειδητοποιείς πως το Μέσα και το Έξω αλληλοσυμπληρώνονται. Και πως το βιβλίο δεν είναι μόνο οι εκτυπωμένες του σελίδες• μα κι ο ήχος της πόλης που αντηχεί από μακριά• και ο αχνός από το ρόφημα στο πλάι σου• και η γάτα που γουργουρίζει στο πλευρό σου• και η κοπέλα στο απέναντι τραπέζι που ταξιδεύει σ’ έναν δικό της κόσμο• και τα δέντρα που μοιάζουν να μιλούν σε μια άγνωστη γλώσσα• και ο άνεμος που παραδέρνει τα λόγια του ποιητή πέρα από τον χρόνο.




Διάβασμα στον Εθνικό Κήπο στην Αθήνα / Reading in the National Garden of Athens
Διάβασμα στον μώλο στη Ναύπακτο
Διάβασμα σε καφετέρια στα Εξάρχεια / Coffee shop in Exarxeia, Athens
Διαβάζοντας στο τρένο κάπου στην Κίνα / Reading in a train
Διάβασμα σε μια παραλία της Ίου / Ios beach
Διάβασμα με συννεφιά στη Ναύπακτο / Reading a book in Naupaktos, Greece




Από τη μέρα που ανακάλυψα τη χαρά του να διαβάζω, μόνος, έξω, δεν έχω σταματήσει να αναζητώ την ιδανική τοποθεσία για διάβασμα. Μα δεν είναι καθόλου εύκολη και δεδομένη αυτή η τελευταία – μια μικρή αλλαγή αρκεί για να σπιλώσει την απόλαυση. Ένας αριθμός να προστεθεί ή να αφαιρεθεί απ’ την μαγική εξίσωση – και το αποτέλεσμα δεν είναι πια το ίδιο. Ένα ανεπιθύμητο χτύπημα στο κινητό• μια κακή σκέψη που ξεπρόβαλε παράταιρη στιγμή• ένας αγενής σερβιτόρος• μια φωνακλάδικη παρέα• μια λάθος μουσική• μια κλιματολογική μεταβολή• μια υπερπληθώρα ερεθισμάτων – ή το αντίθετο, μια έλλειψη ερεθισμάτων, μια αίσθηση μοναξιάς• κι εκείνο το ρημάδι το ρολόι που βαράει συνεχώς μέσα στο κεφάλι σου – και σου υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις και τον χρόνο που τρέχει και σένα που πρέπει να πηγαίνεις και, ω, πόσο πρέπει να μαζευτούμε μια μέρα και να σπάσουμε τα σιχαμένα αυτά ρολόγια μια για πάντα!

Και πού δεν έχω δοκιμάσει να διαβάσω: σε έρημες καφετέριες και σε καφετέριες που ξεχείλιζαν• σε σταθμούς τρένων και στάσεις λεωφορείων• σε καταστρώματα πλοίων και σε αεροπλάνα• σε παραλίες και σε δάση• στο κέντρο της πόλης και στην απόμερη επαρχία. Μα, όχι, δεν αρκούν αυτά: έχω καταφύγει σε σκαμμένες στα βράχια θαλασσινές σπηλιές• και σε πεζούλι που αγνάντευε τη θέα ενός νησιού από ψηλά• σε υγρές σκιερές λόχμες• και σε τρένα που διέσχιζαν ερήμους. Έχω διαβάσει σε δωμάτια ξενοδοχείων και σε σπίτια φίλων και γνωστών. Σε καφετέριες που προσπαθούν να είναι κάτι που δεν είναι – και σε άλλες που δεν προσπαθούν και γι’ αυτό τα καταφέρνουν. Σε νυσταγμένους ηλεκτρικούς στο χάραμα. Σε σημεία τουριστικών περιοχών που δεν πατούν τουρίστες. Σε καθίσματα κινηματογράφου. Στην ουρά της τράπεζας. Έχω διαβάσει περπατώντας στον δρόμο, το βιβλίο στο χέρι, όρθιος – είμαι ακόμα εδώ.

Κάποια μέρη μου έκαναν κλικ, κάποια όχι – σε κάποια η ανάγνωση ήταν απολαυστική, σε άλλα έμοιαζε καταναγκαστική. Αχ, πόσο μοιάζουν τελικά αυτές οι απόπειρες ανάγνωσης με τον έρωτα τον ίδιο! Το ένα σου βρωμάει, το άλλο σου ξινίζει – μα, να, εδώ κι εκεί, ίσως πετύχεις κάποιες φορές εκείνο που θα ισορροπήσει το μέσα και το έξω σου: τον μεγάλο εναρμονιστή του περιεχομένου του βιβλίου σου με το εξωτερικό σου περιβάλλον!

Είναι κι αυτό τελικά θέμα χημείας.




Διαβάζοντας και κρατώντας σημειώσεις σ' ένα δάσος στο Κιργιστάν / Reading in a forest of Kyrgyzstan
Στο καφέ Βρυσάκι στο Μοναστηράκι
Ανάγνωση βιβλίου στο άλσος Συγγρού στο Μαρούσι
Διάβασμα στο Little Tree καφέ στην Ακρόπολη
Διάβασμα σε καμπίνα τρένου / Reading in a train cabin
Διάβασμα στη Χώρα της Ίου / Reading a book in Ios, Greece
Διάβασμα σε παραλία στην Αμοργό / A beach in Amorgos, Greece
Στο αναψυκτήριο του Εθνικού Κήπου




Συμπλήρωσα το κείμενο με μια σειρά από φωτογραφίες προερχόμενες από διάφορα (και εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους) μέρη που έχω κατά καιρούς διαβάσει. Θεωρώ εντελώς αυτονόητο πως το σπίτι σου εντάσσεται (και οφείλει να εντάσσεται) πάντα στις πρώτες επιλογές – αν δεν απολαμβάνεις την ανάγνωση σπίτι σου, μην περιμένεις να την απολαύσεις έξω.

Για άλλη μια φορά μπορούμε να κάνουμε μια αντιστοιχία με τον έρωτα: πρώτα ξεκινάς απ’ τον εαυτό σου – και μετά πας έξω. Μα η εξωτερική ανάγνωση συνιστά μια εμπειρία από μόνη της, γι’ αυτό και εστίασα εκεί. Μοιάζει πραγματικά με την αναζήτηση κάποιας αρχέγονης νήσου – και αν τελικά γυρέψεις πάλι την προσωπική σου Ιθάκη, αξίζει να έχεις πρώτα περιπλανηθεί ως κάποια μακρινή Ωγυγία.

Η φωτογραφία με την οποία κλείνω αυτό το κείμενο δεν είναι δική μου – η μόνη που ξετρύπωσα από το διαδίκτυο. Δεν γνωρίζω ποια είναι η πηγή της και ποιο μέρος απεικονίζει – υποθέτω κάποια καφετέρια στην Ευρώπη. Μα από πολλές απόψεις θα μπορούσα, στην όψη τουλάχιστον, να πω πως είναι η ιδανική για μένα. Η τέλεια! Αχ, και να έμπαινα μέσα σου και να απορροφούσα τη ζέστη σου και τη γλυκιά σου θαλπωρή! Αυτή η μακρινή και άγνωστη είναι το νησί μου – ο παντοτινός προορισμός μου.

Μα καθώς αγνοώ που βρίσκεται – δεν μπορώ παρά να συνεχίσω το ταξίδι. In quest for a love affair.




Η τέλεια καφετέρια για διάβασμα... κάπου στην Ευρώπη, υποθέτω (άγνωστη η πηγή) /The perfect reading spot

9 Ιουνίου 2019

Ν. Καζαντζάκη: Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο


Ένα απόσπασμα από τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, του Νίκου Καζαντζάκη - παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Alexis Zorbas and his erotic adventures... by Nikos Kazantzakis




Ο “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, δημοσιευμένος πρώτη φορά το 1946, ανήκει στα σημαντικότερα έργα όχι μόνο της νεοελληνικής, μα της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. Μέσα από τη μορφή του Αλέξη Ζορμπά ο Νίκος Καζαντζάκης εκθέτει ένα πρότυπο ανθρώπου που ο ίδιος θαυμάζει απεριόριστα – μα ταυτόχρονα τον παρατηρεί από απόσταση, αδυνατώντας να του μοιάσει...

Πηγαίος, αυθόρμητος, ηδονιστής, αισθηματίας, τρέφοντας περιφρόνηση για κάθε αυθεντία, αδιαφορώντας για κάθε επιβαλλόμενο ιδανικό, ικανός να πειθαρχεί στον δικό του ηθικό κώδικα – ένας άνθρωπος που δεν φοβάται τη ζωή, μα ρίχνεται με πάθος στην άγρια θάλασσά της, άλλοτε δαμάζοντας τα κύματα, άλλοτε αφήνοντάς τα να τον παρασύρουν. Αυτός είναι ο Αλέξης Ζορμπάς – ίσως η πιο μυθιστορηματική από όλες τις ενσαρκώσεις του νιτσεϊκού «υπεράνθρωπου».

Στο απόσπασμα που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας ο λόγος ανήκει στον ίδιο τον Αλέξη Ζορμπά. Πρόκειται για μια αφήγηση που ξεχειλίζει γυναίκες και ηδονή. Και χιούμορ – ναι, χιούμορ. Όταν θέλει ο Καζαντζάκης να υιοθετήσει χιουμοριστικό ύφος, έστω δια του «αντιπροσώπου» του, Αλέξη Ζορμπά – τα καταφέρνει μοναδικά.

Ο λόγος, λοιπόν, στον Νίκο Καζαντζάκη – ή πιο σωστά, στον Αλέξη Ζορμπά. Απολαύστε.



Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο. Μια αφήγηση




«— Αυτή λοιπόν, που λες, τη Νούσα, τη γνώρισα σ’ ένα χωριό του Κουμπάν. Καλοκαίρι εκεί πέρα. Καρπούζια και πεπόνια βουνά, έσκυβα, έπαιρνα ένα, κανένας δε μού ‘λεγε «βρε τι κάνεις αυτού;» Το ‘κοβα στη μέση κι έχωνα τη μούρη μου μέσα.

Όλα μπόλικα εκεί πέρα στον Καύκασο, αφεντικό, όλα χύμα, διαλέγετε και παίρνετε! Κι όχι μονάχα, να πεις, τα πεπόνια και τα καρπούζια, παρά και τα ψάρια και τα βούτυρα κι οι γυναίκες. Περνάς, βλέπεις ένα καρπούζι, το παίρνεις• βλέπεις μια γυναίκα, την παίρνεις. Όχι σαν εδώ, στην Ψωροκώσταινα, που άμα πάρεις κανενός ένα καρπουζόφυλλο σε πάει στα δικαστήρια, κι άμα αγγίξεις μια γυναίκα, φορά τη μαχαίρα ο αδερφός να σε κάμει κιμά. Μιζέρια, τσιγκουνιά, δικό σου και δικό μου, ου να χαθήτε, ψωριάρηδες! Να πάτε, μωρέ, στη Ρουσία, να δείτε αρχοντιά!

Πέρασα λοιπόν από το Κουμπάν, είδα μια γυναίκα σ’ ένα μποστάνι, μου άρεσε. Πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, πως η Σλάβα δεν είναι σαν και τούτες τις φτενές συφεροντολόγες Ρωμιές, που σου πουλούν τον έρωτα με το δράμι και κάνουν ό,τι μπορούν για να σου τον πασάρουν ξίκικο, να σε γελάσουν στο ζύγι• η Σλάβα, αφεντικό, σου ταον ζυγιάζει μπόλικα, βαρύ βαρύ• και στον ύπνο και στον έρωτα και στο φαΐ είναι πολύ συγγενής με τα ζώα, πολύ συγγενής με τη γης, δίνει, δίνει μπόλικα, δεν τσιγκουνεύεται, σαν και τούτες τις Ρωμιές, τις ψιλικατζίνες!

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα. Βλέπεις, με τις γυναίκες είχα μάθει τώρα και λίγα ρούσικα...

«Νούσα• και σένα;»

— Αλέξη. Πολύ μου αρέσεις, Νούσα.

Με κοίταξε καλά καλά, όπως κοιτάζουμε ένα άλογο που θέλουμε ν’ αγοράσουμε.

«Και συ δε φαίνεσαι αχαμνός», μου κάνει. «Έχεις γερά δόντια, μεγάλα μουστάκια, φαρδιές πλάτες, χοντρά μπράτσα. Μου αρέσεις.»

Πολλά άλλα πράματα δεν είπαμε, μήτε κι ήταν ανάγκη. Μάνι μάνι τα συφωνήσαμε – θα πήγαινα σπίτι της το ίδιο βράδυ με τα καλά μου ρούχα. Έχεις και γούνα;» με ρωτά η Νούσα. «—Έχω, μα με τέτοια ζέστη... — Δεν πειράζει• φέρ’ την για μεγαλείο.»

Ντύθηκα λοιπόν το βράδυ σα γαμπρός, φορτώθηκα στο μπράτσο μου τη γούνα, πήρα κι ένα μπαστούνι που είχα με ασημένια λαβή, πήγα. Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. «Τι βράζετε εδώ;» ρώτησα. «— Πετιμέζι από καρπούζια. — Κι εδώ; — Πετιμέζι από πεπόνια.» Μωρέ, τι ‘ναι εδώ; είπα με το νου μου. Ακούς εκεί πετιμέζι από πεπόνια και καρπούζια! Γη της επαγγελίας, όξω φτώχεια! Έχε την ευκή μου, Ζορμπά, καλά έπεσες εδώ μέσα• σαν πόντικας σ’ ένα τουλούμι τυρί.

Ανέβηκα τις σκάλες. Κάτι ξύλινες θεόρατες σκάλες που τρίζανε. Στο κεφαλόσκαλο ο πατέρας κι η μάνα της Νούσας ντυμένοι μ’ ένα είδος σαλβάρια πράσινα, και κόκκινο ζουνάρι με χοντρές φούντες. Αρχοντάνθρωποι. Άνοιξαν τα μπράτσα, ματς μουτς, αγκαλιάσματα. Γέμισα σάλια. Μου μιλούσαν γρήγορα γρήγορα, δεν καταλάβαινα σκραπ, μα τι πειράζει; Από τη φάτσα τους το ‘βλεπα, το κακό μου δεν ήθελαν.

Μπαίνω μέσα, και τι να δω; Τραπέζια στρωμένα, φορτωμένα σαν τρικάταρτα καράβια. Όλοι οι συγγενείς, γυναίκες κι άντρες, όρθιοι, και μπροστά στέκουνταν η Νούσα, βαμμένη, στολισμένη, ξεστήθωτη, σα γοργόνα του καραβιού. Άστραφτε από ομορφιά και νιάτα· φορούσε ένα κόκκινο μαντίλι στο κεφάλι, κι απάνω στην καρδιά της είχε κεντημένο ένα σφυρί κι ένα δρεπάνι. «Μωρέ αθεόφοβε Ζορμπά», είπα με το νου μου, «ετούτο το κρέας είναι δικό σου; Ετούτο το κορμί θ’ αγκαλιάσεις απόψε; Ο θεός να συχωρέσει τον κύρη και τη μάνα που σε γέννησαν!»

Πέσαμε με τα μούτρα, γυναίκες κι άντρες, στο φαγοπότι. Τρώγαμε σα χοίροι, πίναμε σα βουβάλια. «Κι ο παπάς;» ρώτησα τον πατέρα της Νούσας, που κάθουνταν δίπλα μου κι έβγαζε αχνούς το κορμί του από το πολύ φαΐ• «που ‘ναι ο παπάς να μας βλοήσει; — Δεν έχει παπά», μου αποκρίθηκε και με πιτσίλισε πάλι με τα σάλια του, «δεν έχει παπά. Η θρησκεία, όπιο του λαού.»

Είπε και σηκώθηκε κορδωμένος, ξέσφιξε το κόκκινο ζωνάρι του, άπλωσε το χέρι να κάμει σιωπή. Κρατούσε ξέχειλο το ποτήρι του και με κοίταζε στα μάτια.

Άρχισε να λέει, να λέει, μού ‘βγαζε λόγο. Τι έλεγε; Ο Θεός κι η ψυχή του. Βαρέθηκα να στέκουμαι, είχα αρχίσει και να ζαλίζουμαι• κάθισα πάλι. Κάθισα και κόλλησα το γόνατο μου στο γόνατο της Νούσας, δεξά μου.

Μιλούσε, μιλούσε ο γέρος, ίδρωσε, όλοι ρίχτηκαν και τον αγκάλιασαν για να σωπάσει. Σώπασε. Η Νούσα μου έγνεψε: «Μίλα, ντε, και συ!»

Σηκώθηκα λοιπόν κι εγώ, έβγαλα λόγο, μισό ρούσικα, μισό ρωμαίικα. Τι είπα; Ανάθεμά με αν ήξερα. Θυμούμαι μονάχα πως στο τέλος το ‘χα ρίξει στο κλέφτικο. Είχα αρχίσει χωρίς αιτία κι αφορμή να γκαρίζω:


Βγήκαν κλέφτες στα βουνά

για να κλέψουν άλογα!

Κι άλογα δε βρήκανε

και τη Νούσα πήρανε!


Βλέπεις, αφεντικό, το άλλαζα και λίγο, για την περίσταση:


Και πάνε, πάνε, παν

(άιντε, μανούλα μου, παν!)

Αχ Νουσάκι μ’

αχ Νουσάκι μ’

βάι!



Κι ως μούγκρισα: «βάι!» χύθηκα και φίλησα τη Νούσα.

Αυτό ήταν! Σα να ‘δωκα, λες, το σενιάλο που περίμεναν, άλλο που δεν ήθελαν, πετάχτηκαν μερικοί μαγκλαράδες κοκκινογένηδες κι έσβησαν τα φώτα.

Οι γυναίκες οι παμπόνηρες σκλήριξαν, τάχατε πως τρόμαξαν Μα γρήγορα, χιχιχι! μέσα στο σκοτάδι, άρχισαν τα γαργαλίσματα και τα γέλια.

Το τι έγινε, αφεντικό, ένας Θεός το ξέρει. Μα θαρρώ πως μήτε αυτός το ‘ξερε, γιατί αν το ‘ ξερε, θα ‘ριχνε το αστροπελέκι του να μας κάψει. Άντρες και γυναίκες, μαλλιά κουβάρια, κυλίστηκαν κάτω• έψαχνα να βρω τη Νούσα, μα που να τη βρω! Βρήκα μιαν άλλη, έβγαλα τα μάτια μου μαζί της.

Τα ξημερώματα σηκώθηκα να πάρω τη γυναίκα μου να φύγουμε. Σκοτάδι ακόμα, δεν καλόβλεπα. Πιάνω ένα πόδι, το τραβώ, δεν ήταν της Νούσας• πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, άλλο, και τέλος πάντων είδα κι έπαθα, βρίσκω το πόδι της Νούσας, το τραβώ, την ξεπλέκω από δυο τρεις νταγλαράδες, που την είχαν πιτακωμένη την κακομοίρα, και την ξυπνώ. «Νούσα», της λέω, «πάμε! – Μην ξεχάσεις τη γούνα σου!» μου αποκρίθηκε• «πάμε.»

Φύγαμε.»



Για την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της εικόνας: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19.




Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Βίου και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά / Nikos Kazantzakis, Zorba the Greek, first edition cover

22 Μαΐου 2019

Game of Thrones. Ένας απολογισμός


Game of Thrones and A Song of Ice and Fire books



Κάτι σαν εισαγωγή




Ε λοιπόν, αυτό το κείμενο παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: είχα ξεκινήσει να γράφω, χθες το απόγευμα, «λίγα λόγια» για το Game of Thrones και τη συνολική αίσθηση που μου απέφερε η σειρά, τώρα που τελείωσε. Μετά από τρεις σχεδόν ώρες γραψίματος διαπίστωσα πως το «σύντομο» κείμενό μου είχε ξεπεράσει τις 2500 λέξεις… και σκέφτηκα να αναβάλω την ανάρτηση για την επόμενη μέρα. Ξημερώνει, λοιπόν, η σημερινή μέρα, και συνειδητοποιώ πως… δεν είχα καμία απολύτως όρεξη να μοιραστώ το κείμενο! Σκέφτηκα κάτι τέτοιο: “ήδη έχουν ασχοληθεί τόσοι με το Game of Thrones! Έχουν ήδη ειπωθεί τόσα. Γιατί να το κάνω κι εγώ;”

Μα είχα ήδη γράψει ένα μεγάλο κείμενο – κρίμα να το άφηνα έτσι. Έπειτα σκέφτηκα πως ήμουν εκεί και έγραφα για τη συγκεκριμένη σειρά πολύ πριν μετατραπεί σε τέτοιο μαζικό φαινόμενο – ήδη από τον πρώτο κύκλο της, πριν 8 χρόνια. Τον ίδιο καιρό είχα διαβάσει τα βιβλία, μονορούφι, το ένα μετά το άλλο… και έκτοτε περίμενα. Περίμενα να δω ποια θα είναι η κατάληξη – όχι τόσο της τηλεοπτικής σειράς, όσο της ιστορίας που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 90, ο George R. R. Martin. Μια ιστορία με αρκετά σκαμπανεβάσματα, η οποία όμως – δικαίως – ανήκει στα σημαντικά έργα της νεότερης λογοτεχνίας του φανταστικού. Μια ιστορία που δεν ολοκληρώθηκε (ακόμη) και παραδόθηκε στους τηλεοπτικούς παραγωγούς, ώστε να τη μεταχειριστούν με τον τρόπο που κρίνουν καλύτερο οι ίδιοι. Επομένως ο παρόντας «απολογισμός» συνιστούσε κι ένα είδος «τελικού συμπεράσματος» όχι μόνο από έναν τηλεθεατή, αλλά και από έναν αναγνώστη των βιβλίων – που προσδοκούσε να τελειώσει η σειρά για να διαπιστώσει αν τελικά είχε κάποιο σφαιρικό θετικό νόημα αυτό που ξεκίνησε να διαβάσει και να βλέπει, πριν αρκετά χρόνια, ή όχι.

Δεν ξεχνώ πως υπήρξε μια εποχή που διάβασα το “A Clash of Kings” και το “A Storm of Swords” και είχα απορροφηθεί πλήρως από τον πλούτο των χαρακτήρων και από το πολυσύνθετο περιεχόμενό τους. Η τηλεοπτική μεταφορά όσο με κέρδισε αρχικά, άλλο τόσο με απογοήτευσε στη συνέχεια – τα τελευταία χρόνια η τηλεοπτική σειρά έμοιαζε να κερδίζει σε δημοτικότητα, όσο έχανε σε ουσία. Μα στην κατάληξη της σειράς είδα ξανά, μετά από καιρό, κάποια ίχνη από τον ίδιο τον συγγραφέα της – και μαζί με αυτά εντόπισα το νόημα που αποζητούσα. Ναι, τώρα μπορούσα να γράψω τον παρόντα «απολογισμό». Ας τον μοιραστώ λοιπόν μαζί σας.



A Song of Ice and Fire. Τα βιβλία και η θέση τους στη λογοτεχνία του φανταστικού




Έκλεισε λοιπόν ο κύκλος της τηλεοπτικής σειράς του Game of Thrones. Μια σειρά που είχε ξεκινήσει κάποτε από ένα βιβλίο και κατέληξε, χρόνο με τον χρόνο, να μετατραπεί, στη διάρκεια των τελευταίων 8 χρόνων, σε mainstream pop φαινόμενο των σύγχρονων καιρών μας. Μα σε αυτόν εδώ τον προσωπικό απολογισμό, επιτρέψτε μου να πάω πέρα από τα εντυπωσιακά νούμερα, πέρα από τα φανταχτερά εφέ, πέρα από τα τηλεοπτικά κλισέ, πέρα από το απαιτητικό fanbase. Και το ερώτημα που θα θέσω είναι το εξής: κατόρθωσε άραγε αυτή η σειρά, καταμεσής του θορύβου και του θεάματος, να αφήσει κάποιο θετικό νόημα όσο αφορά το περιεχόμενό της;

Η απάντησή μου είναι θετική – ναι, για μένα τουλάχιστον το κατόρθωσε. Και αυτό ήταν μια μικρή έκπληξη για μένα. Μα για λόγους που τους εκθέτω αναλυτικά παρακάτω.

Επιθυμώ να επιστρέψω στις ρίζες της σειράς και να τις περιεργαστώ μέσα από τα μάτια κάποιου που, όμοια με τον χαρακτήρα του Σαμ, θεωρεί πως σημαντικότερο όπλο είναι (ή, ενδεχομένως, θα έπρεπε να είναι) η γνώση – και όχι τα όπλα. Αναφέρομαι φυσικά στα βιβλία του George R. R. Martin, στα οποία δόθηκε η ονομασία “A Song of Ice and Fire” – και τα οποία έμελλε να δούμε να ολοκληρώνονται στην οθόνη και όχι στο χαρτί. Θα επιδιώξει άραγε ποτέ ο συγγραφέας να τελειώσει τη σειρά των βιβλίων του; Έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε – πιθανό να του λείπει πια το κίνητρο, έχοντας δει το γραπτό παιδί του να μετατρέπεται σε έναν τηλεοπτικό κολοσσό και έχοντας κερδίσει τόση φήμη και χρήμα στην πορεία. Μα τίποτα δεν αποκλείεται.

Σκοπός του συγγραφέα των βιβλίων, τότε, 25 περίπου χρόνια πριν, δεν ήταν να δημιουργήσει ένα υπερθέαμα για τις μάζες – βρισκόμαστε ακόμα στις αρχές της δεκαετίας του 90: πριν το ίντερνετ, πριν τις τηλεοπτικές υπερπαραγωγές, πριν ακόμα ο ίδιος ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν καταλήξει να μετατραπεί σε μαζικό φαινόμενο. Το “Game of Thrones” γράφτηκε, τον καιρό εκείνο, απευθυνόμενο όχι στα πλήθη, μα στη μερίδα εκείνη των φίλων της λογοτεχνίας του φανταστικού, που γύρευαν κάτι «περισσότερο εναλλακτικό» συγκριτικά με τον κλασικό δρόμο του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».




George R. R. Martin



Και δεν ήταν η μόνη σειρά βιβλίων που επεδίωξε κάτι ανάλογο. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Michael Moorcock έσπαγε τις παραδοσιακές αντιλήψεις του «καλού» και του «κακού» παραδίδοντάς μας τον χαρακτήρα του Έλρικ, ενώ συγγραφείς όπως οι Stephen Donaldson, Robin Hobb, Tad Williams, Ursula Le Guin (μεταξύ άλλων) έμελλε επίσης, πριν τον Μάρτιν, να καταπιαστούν με διάφορες παραδοσιακές πτυχές της φανταστικής λογοτεχνίας, προσδίδοντάς τους όμως ένα νέο πρόσωπο, περισσότερο «ενήλικο» και «σκοτεινό». Σε αυτά τα βιβλία δεν θα δούμε απλά ιστορίες «φυγής», με γενναίους ήρωες και τρομερά θηρία – μα αναφορές στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και σαφή μηνύματα για τη ανθρώπινη φύση και την πολυδιάστατη πραγματικότητά της. Ως και το «Σιλμαρίλλιον» του ίδιου του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν (που εκδόθηκε μετά το θάνατό του) αποκαλύπτει μια σαφώς σκοτεινότερη και περισσότερο πολύπλοκη πτυχή της μυθοπλασίας του, συγκριτικά με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».

Με άλλα λόγια, δεν ήταν μόνο ο Μάρτιν – μα με τον Μάρτιν, και φτάνοντας ειδικά στα 90’s και τα 00’s, το φαινόμενο κατέληξε να διαδοθεί σε τέτοιο βαθμό, που έφτασε να θεωρείται πια «δεδομένο» πως αν αφηγηθείς μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε έναν «φανταστικό κόσμο» και απευθύνεται σε ενήλικες, αυτή «πρέπει» να συνοδεύεται από βία, σεξ, γκρίζους χαρακτήρες και κυνική διάθεση. Καλώς ή κακώς. Ποιος ξέρει – πιθανό να αντανακλά την εποχή που ζούμε.

Οι συγκεκριμένοι, βέβαια, συγγραφείς (όμοια με τον Τόλκιν παλαιότερα) δεν ακολουθούσαν κάποια «μόδα» - και γι’ αυτό ξεχώρισαν. Θα ‘λεγε κανείς πως ήταν γέννημα θρέμμα της εποχής τους (μια εποχή που ακροβατούσε μεταξύ προβληματισμού για τα κοινά και μιας κυνικής διάθεσης απόσυρσης), όπως αντίστοιχα ο Τόλκιν ήταν γέννημα θρέμμα μιας άλλης εποχής: μια εποχή που ίσως εξιδανίκευε και ίσως ονειρευόταν περισσότερο.




Game of Thrones book 1 by George R. R. Martin



Το τηλεοπτικό φαινόμενο του Game of Thrones




Αντίστοιχα, σε τηλεοπτικό επίπεδο, το Game of Thrones δεν έκανε την εμφάνισή του «εκ του μηδενός». Από τη μία, η κινηματογραφική επιτυχία του “Lord of the Rings” είχε καταδείξει πως, για πρώτη φορά, η λογοτεχνία του φανταστικού μπορούσε να μετατραπεί σε ένα εμπορικό υπερθέαμα – ικανό να τρέφει τις μάζες μα, ταυτόχρονα, να διατηρεί την ποιότητά του – προς ικανοποίηση των χιλιάδων βιβλιοφάγων. Από την άλλη, μια χούφτα τηλεοπτικές σειρές, εκεί στα 00’s, έθεσαν νέα standards και παρουσίασαν με έναν «ωμό ρεαλισμό» την κοινωνική πραγματικότητα γύρω τους (κάποιες εκ των οποίων όπως το “Wire” και οι “Sopranos” εξακολουθούν να θεωρούνται κορυφαίες στο είδος), ενώ εντυπωσιακές σειρές ιστορικού περιεχομένου όπως το “Rome” παρέδωσαν, λίγο πολύ, τις τηλεοπτικές βάσεις, πάνω στις οποίες έμελλε να στηριχτεί το Game of Thrones.

Όμοια με τα βιβλία, λοιπόν, το Game of Thrones εμφανίστηκε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη χρονική στιγμή – για να εξελιχθεί στο φαινόμενο που γνωρίσαμε.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Εκατομμύρια τηλεθεατών συντονίζονται για να δουν το τελευταίο επεισόδιο της σειράς και το διαδίκτυο κατακλύζεται από κριτικές και γνώμες. Η τελευταία σεζόν του Game of Thrones συγκέντρωσε αφενός τα υψηλότερα ποσοστά τηλεθέασης, αφετέρου τις δριμύτερες κριτικές – το σκορ του τελευταίου επεισοδίου στο Imdb είναι πραγματικά κωμικοτραγικό, για να μην αναφέρω εκείνη τη μαζική συγκέντρωση υπογραφών για να… γυριστεί ξανά η τελευταία season (αστεία πράγματα). Κόσμος και κοσμάκης συζητάει για το αν ο Jon έπραξε καλά, αν η μάχη ήταν σκοτεινή ή όχι, αν ο Μάρτιν μας έχει όλους γραμμένους, αν εκείνο το πλαστικό ποτήρι του καφέ (ή το πλαστικό μπουκάλι του νερού) είχαν λόγο ύπαρξης – και πολλά άλλα. Και φυσικά εκείνοι που δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τη σειρά έχουν κάθε λόγο να απορούν: «καλά, μας δουλεύετε;»

Όχι, κανείς δεν μας δουλεύει, αγαπητοί. Αυτό σημαίνει να έχει μετατραπεί μια σειρά σε pop φαινόμενο.

Μα πέρα και πίσω από τη δόξα… «υπάρχουν οι ιστορίες». Υπάρχουν τα βιβλία. Και εμείς που είχαμε καταπιαστεί μαζί τους, τον παλιό καιρό, και τα είχαμε αγαπήσει παρά τις αυξομειώσεις της ποιότητάς τους (τα πρώτα βιβλία είναι σαφώς ανώτερα συγκριτικά με τα υπερφίαλα δύο τελευταία), εξακολουθούσαμε να αναζητούμε κάποια χνάρια από την «ιστορία» πέρα και έξω από τη φήμη της οθόνης. Κάποιο νόημα πέρα από την κενή ψυχαγωγία.

Οι πρώτες season του Game of Thrones ακροβατούν πετυχημένα μεταξύ των τηλεοπτικών «εμπορικών» standard και του βιβλιογραφικού υπόβαθρου – το δεύτερο παρέχει τις βάσεις, τους κεντρικούς διαλόγους, τις βασικές εξελίξεις της πλοκής, την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Και ναι – η μεταφορά είναι πετυχημένη, παρά τις όποιες διακυμάνσεις. Δεν συνιστά «καλύτερη σειρά» συγκριτικά με αρκετές άλλες που υπάρχουν – μα είναι σίγουρα αξιόλογη, όχι μόνο σε επίπεδο τηλεοπτικού θεάματος, μα και σε επίπεδο χαρακτήρων, μυθοπλασίας και εξέλιξης.

Κάποια στιγμή όμως το υλικό των βιβλίων τελειώνει – και οι τηλεοπτικοί παραγωγοί πλέον βρίσκονται δίχως επαρκές υλικό στα χέρια τους. Μα εδώ είναι τηλεόραση και δεν ισχύουν οι κανόνες της δημιουργικής γραφής: όταν ξεκινάς μια ιστορία, οφείλεις να την συνεχίσεις μέχρι τελικής πτώσεως, όσο σου αποφέρει κέρδη: αυτό επιτάσσουν οι κανόνες της τηλεόρασης και του χρήματος. Και αν δεν έχουμε ένα γραπτό υπόβαθρο ικανό να στηρίξει την ιστορία μας, δεν πειράζει – έχουμε χρήμα και έχουμε μεγάλη φήμη. Θα τα καταφέρουμε.

Το αποτέλεσμα αυτών είναι οι τελευταίες 2-3 season του Game of Thrones. Παράδοξη ανάπτυξη χαρακτήρων, ανούσια περιβάλλοντα (να θυμηθούμε το Dorne;) βαθιά στερεότυποι διάλογοι, ακατανόητα άλματα σε θέματα χώρου και χρόνου, προβλέψιμες σκηνές, ολοένα αυξανόμενη άρση του ρεαλισμού προς όφελος μιας στερεότυπης «χολυγουντιανής» στάσης, χαρακτήρες που γίνονται άτρωτοι απλά και μόνο γιατί το επιτάσσει η πλοκή – και πολλά άλλα. Οι παραγωγοί της σειράς, έχοντας εξαντλήσει πια το αχανές υλικό των βιβλίων, δεν είχαν παρά ένα γενικό σχεδιάγραμμα ως προς το που θα καταλήξει η σειρά – και τίποτα περισσότερο. Τα υπόλοιπα έπρεπε πια να τα σκαρφιστούν οι ίδιοι. Μα εδώ δεν μιλάμε για καταξιωμένους συγγραφείς, μα για τηλεοπτικούς παραγωγούς και εμπειρογνώμονες του «εμπορικού» κινηματογράφου.

Φυσικά το αποτέλεσμα αυτών είναι η πτώση της ποιότητας της σειράς, στη διάρκεια των τελευταίων 2-3 χρόνων. Μα ακόμα χειρότερα: είναι η αντιστροφή των ίδιων των «κανόνων» που έθεσε ο συγγραφέας της σειράς στα βιβλία του. Όταν ο ρεαλισμός θυσιάζεται επανειλημμένα στο όνομα του τηλεοπτικού κλισέ, τότε ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.

Βέβαια τα νούμερα άλλα έδειχναν τόσο καιρό. Η σειρά ολοένα και ανέβαινε σε θεαματικότητα και απήχηση. Και αν έχανε πια σε αφηγηματικό ρεαλισμό, δεν είχε σημασία – αναπλήρωνε και με το παραπάνω σε εντυπωσιακά εφέ και παραγωγή όμοια με την οποία δεν είχε ξαναγίνει. Και κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό: η παραγωγή του Game of Thrones άγγιξε πελώρια ύψη για τα τηλεοπτικά δεδομένα. Ναι – ήταν εντυπωσιακό. Εκεί που το χρήμα αναπληρώνει το κενό σε ουσία.




Jon Snow and Daenerys Targaryen final scene



Τα ίχνη του συγγραφέα




Και φτάνουμε στο τέλος. Κι εγώ αποζητούσα, εδώ κι εκεί, σκόρπια καταμεσής των τελευταίων επεισοδίων της σειράς, τα ίχνη του συγγραφέα της – λες και αναζητούσα τα ίχνη των χαμένων ανταρόλυκων στο χιόνι: έψαχνα να βρω τον George R. R. Martin. Γιατί εδώ, σε αυτή την τηλεοπτική κατάληξη, θα φανερωνόταν, έστω περιορισμένα, το όραμα του ίδιου του δημιουργού των βιβλίων σχετικά με τον κόσμο και τους χαρακτήρες του.

Γιατί μόνο με την ολοκλήρωση ενός έργου μπορείς να καταλάβεις ποιος, τελικά, είναι ο σκοπός του δημιουργού του. Μόνο στη συνεκτική του εικόνα μπορείς να κατανοήσεις τον σκοπό κάθε μικρής του λεπτομέρειας. Και από τη στιγμή που δεν έχουμε στα χέρια μας την ολοκληρωμένη σειρά των βιβλίων… έπρεπε να αρκεστούμε στην ολοκλήρωση της τηλεοπτικής σειράς, μπας και καταλάβουμε ποιος ήταν ο σκοπός του δημιουργού της. Δεν ήταν αρκετό – μα θα παίρναμε μια ιδέα.

Και το προσωπικό μου ερώτημα, ήδη από τον πρώτο κύκλο της σειράς, πριν 8 χρόνια, όταν είχα διαβάσει μεμιάς όλα τα βιβλία, ήταν το εξής: φέρει, άραγε, κάποιο θετικό νόημα για τον άνθρωπο και την πραγματικότητά του αυτό που βλέπω και διαβάζω; Ή συνιστά απλά μια ακόμα ιστορία φυγής, εμποτισμένη από ένα «κυνικό» πνεύμα – που τόσο αρμόζει στους καιρούς μας; Ένα πνεύμα ματαιότητας που φανερώνει πως οι «καλοί σκοποί» δεν φέρουν απαραίτητα «καλά αποτελέσματα»• πως ο όποιος ιδεαλισμός είναι καταδικασμένος να χαθεί στη λήθη• πως μόνη πραγματικότητα γύρω μας είναι πως «οι δυνατοί επιβιώνουν με κάθε μέσο»• και πως το αιματοβαμμένο παιχνίδι της εξουσίας και της δύναμης μοιάζει να είναι το μόνο κίνητρο της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτό που, με άλλα λόγια, έμοιαζε να παρουσιάζει ο ίδιος ο Μάρτιν ως “απάντηση” στον φανταστικό κόσμο του Τόλκιν.

Αυτό είναι όλο λοιπόν; Αυτό είναι το τελικό μήνυμα του Game of Thrones; Προσθέστε σε αυτή την οπτική κάμποσες δόσεις χολυγουντιανού κλισέ στο μίξερ και έχετε την εξέλιξη της τηλεοπτικής σειράς. Ένα όχι ιδιαίτερα ελκυστικό μείγμα. Ένα μείγμα που δεν ξέρω αν λέει πολλά πράγματα για την ανθρώπινη κατάσταση [με τον τρόπο που έκαναν οι μεγάλοι λογοτέχνες του παρελθόντος] – σίγουρα λέει πολλά για την εποχή μας και τα γούστα της.

Ε, λοιπόν… Θεωρώ πως πήρα τις απαντήσεις μου με την κατάληξη της σειράς. Και οι απαντήσεις, για πρώτη φορά μετά από καιρό – με ικανοποίησαν. Ναι, λοιπόν. Με ικανοποίησαν!




Drogon, fiery dragon in Game of Thrones
Jon reunites with Ghost in Game of Thrones' finale



Το θετικό μήνυμα της σειράς. * προσοχή, ακολουθούν spoiler *




Η κατάληξη της «Μητέρας των Δράκων» ξεσήκωσε θύελλες διαμαρτυρίας μεταξύ «αγανακτισμένων φαν» - μα οι συγκεκριμένοι φαν μάλλον δεν είχαν καταλάβει τίποτα τόσο καιρό. Δεν είχαν καταλάβει πως η σειρά δεν αφορά μια ακόμα στερεότυπη μάχη των «καλών» ενάντια στους «κακούς» και πως δεν παρακολουθούν ένα χαρούμενο παραμύθι – με τη Barbie να καβαλά το φλογοβόλο μικρό της Πόνι. Ή ενδεχομένως να μην τους το επέτρεψε να το καταλάβουν η τηλεοπτική εξέλιξη της σειράς στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων – μια εξέλιξη όπου το στοιχείο του George R. R. Martin απουσίαζε ολοένα και περισσότερο, σε βάρος του στοιχείου του εμπορικού κινηματογραφικού κλισέ.

Εξίσου δυσφόρησαν κάποιες «φεμινίστριες», που στην περσόνα της Daenerys είχαν εντοπίσει μια «δυναμική γυναίκα ικανή να ανατρέψει την πατριαρχική τάξη πραγμάτων και να φέρει μια νέα εποχή». Αυτό κατάλαβαν. Λες και οι τάξεις πραγμάτων μπορούν να έρθουν ουρανοκατέβατες, από ένα και μόνο πρόσωπο. Δεν γράφεται έτσι η ιστορία, κύριοι. Και σε αυτό ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν είναι ρεαλιστής – με τη γνήσια και αυθεντική έννοια.

Είχα υποθέσει την πιθανή εξέλιξη της Daenerys εδώ και πολλά χρόνια και έβλεπα πάντα, σε εκείνη τη μονομερή μανία της για να «πάρει αυτό που της ανήκει» μια απωθητική, ως ακατανόητη, έλξη για εξουσία. Ένα κίνητρο που με απέτρεπε από το να συμπαθήσω αληθινά τον χαρακτήρα της. Ήλπιζα να δούμε να ξεσπάει η σκοτεινή πλευρά της στο φινάλε – και, για μια φορά, δεν απογοητεύτηκα. Ο τρόπος που έγινε βέβαια ήταν υπερβολικά απότομος και τα κίνητρά της ελαφρώς ακατανόητα – και εδώ για άλλη μια φορά ευθύνεται η έλλειψη γραπτού υλικού, η βιασύνη των παραγωγών να τελειώσουν με τη σειρά και η αδυναμία τους να γράψουν έναν πιστευτό τηλεοπτικό χαρακτήρα – μα το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που έπρεπε να είναι. Και αυτό το αποτέλεσμα – η μανιακή βασίλισσα που καταλήγει να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της – είναι ατόφιο George R. R. Martin.

Επιτέλους, μέσα στον ορυμαγδό της μάχης και τη σκόνη, είχαμε βρει ξανά τα ίχνη του συγγραφέα.




Daenerys Targaryen and her army, Game of Thrones season 8, episode 6




Τα λόγια του Tyrion προς τον Jon στο τελευταίο επεισόδιο (αναμφισβήτητα ό,τι πιο πνευματώδες και εγκεφαλικό έχει πει ο χαρακτήρας τα τελευταία 4 χρόνια) συνοψίζουν όχι μόνο την κατάληξη του χαρακτήρα της Daenerys, αλλά και τη μοίρα κάθε εξουσίας, που στο όνομα «ιδεαλιστικών σκοπών» (πάντα έτσι γίνεται) είναι διατεθειμένη να διαπράξει τις πιο φρικαλέες πράξεις. Και αυτό συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα θετικά μηνύματα της σειράς του George R. R. Martin: δεν υπάρχουν σύγχρονοι «μεσσίες». Η ελευθερία δεν έρχεται σαν δώρο από τον ουρανό, ουρανοκατέβατη σαν το μάννα τ’ ουρανού – ή τη φωτιά του δράκου. Και αν κάποιος «χαρισματικός ηγέτης» σπέρνει υποσχέσεις στα πλήθη των γοητευμένων οπαδών του – προσοχή, γιατί κάποια στιγμή, μαζί με την σπορά έρχεται και ο θερισμός.

Ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν είχε δηλώσει από παλιά πως επιθυμεί να μεταφέρει ένα αντιπολεμικό και, συνάμα, ένα περιβαλλοντικό μήνυμα μέσα από το έργο του. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Ο Σιδερένιος Θρόνος συνιστά ένα σύμβολο για οτιδήποτε είναι αρπακτικό και εγωκεντρικό στον άνθρωπο: την εξουσία και τον αγώνα για την κατάκτησή της. Έναν αγώνα που η κατάληξή του δεν μπορεί παρά να είναι βουτηγμένη στο αίμα – πέρα και έξω από κάθε «ιδεαλισμό». Κοινωνικά ιδανικά όπως η «ελευθερία» ή η «δημοκρατία» δεν εξάγονται, ούτε μπορεί να τα «χαρίσει» στον κόσμο κάποιος “ανώτερος ηγέτης”. Να γιατί οι απόπειρες της Daenerys να απελευθερώσει τους σκλάβους ήταν μάταιες. Να γιατί χλεύασαν οι άρχοντες την πρόταση του Sam για να «αποφασίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι για τις τύχες τους», στο τέλος. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Δεν επαρκούσαν οι συνθήκες.

Η δημοκρατία και η ελευθερία δεν χαρίζονται. Δεν εξάγονται με το ζόρι. Ούτε παραδίδονται από πάνω προς τα κάτω, σε ανθρώπους που ποτέ ως τότε δεν είχαν μάθει να ζουν έτσι. Διεκδικούνται. Κερδίζονται με αγώνα του ίδιου του λαού – και όχι μιας χούφτας ηγετών, που στο όνομα αυτών των ιδανικών, είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα. Και μαζί με αυτούς όλοι οι κεραυνοβολημένοι φανατικοί οπαδοί τους.

Αυτό, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, συνιστά το θετικό μήνυμα της σειράς – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο με άφησε ικανοποιημένο το φινάλε, παρά τον τόσο κακοτράχαλο δρόμο που έκανε για να φτάσει ως εκεί.

Όσο αφορά το περιβαλλοντικό μήνυμα; Αυτό σχετίζεται με την «απειλή πέρα από το Τείχος» - τους απέθαντους White Walkers –, τον ερχομό τους και την ανάγκη να αφήσουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους και να συνασπιστούν για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό. Δυστυχώς όμως εδώ η σειρά δεν κατόρθωσε να αποδώσει την απειλή με πειστικό τρόπο, και η κατάληξή της (η σούπερ-Άρια και το φονικό μαχαίρι της) προσωπικά με άφησε απογοητευμένο. Δε βαριέσαι. Αν ολοκληρωθούν τα βιβλία πιστεύω πως θα διαβάσουμε κάτι περισσότερο πιστευτό και ικανοποιητικό.

[Συμπλήρωμα: είδαμε και τον Ghost στο φινάλε! Ας προστεθεί στα θετικά και αυτό, κύριοι]




Tyrion Lannister



Επίλογος. Μένουν οι ιστορίες




Η τηλεοπτική σειρά του Game of Thrones κατέληξε να μοιάζει με ένα πελώριο ελβετικό τυρί: νόστιμη και γνωστή στους πάντες – μα γεμάτη τρύπες.

Έστω όμως. Έμεινα ικανοποιημένος με το μήνυμα στο τέλος και την εκτέλεσή του: η σκηνή με το τελικό ξέσπασμα του Drogon ανήκει στις ωραιότερες της σειράς, δίχως αμφιβολία. Σα να είδα κάπου να ξεπροβάλλει πάλι η τροφαντή και χαμογελαστή φιγούρα του Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν, κάπου εκεί, καταμεσής της τηλεοπτικής αντάρας – και χαμογέλασα μαζί του. Και αν η σειρά με απογοήτευσε στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων… δεν ξεχνώ πόσο καλά πέρασα βλέποντάς την τα πρώτα χρόνια – και δεν ξεχνώ πως πέρασα εξίσου όμορφα διαβάζοντας τα βιβλία της (έστω, τα πρώτα τρία!). Και – ναι – οι τελικές κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις θεωρώ πως κατορθώνουν να πάνε πέραν του κυνισμού και της παραίτησης: οι άνθρωποι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα γύρω μας. Μα πρέπει να μάθουμε να συνασπιζόμαστε. Και πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλιώς.

Μένει στον συγγραφέα των βιβλίων να καταπιαστεί ξανά μαζί τους και να μας μεταδώσει τη συνεκτική του άποψη πάνω σε αυτό που είδαμε. Δεν είμαι βέβαιος αν θα ολοκληρώσει τα βιβλία – μα αν το κάνει, νομίζω πως θα ικανοποιηθούν οι προσδοκίες του κόσμου.

Και τώρα; Συνεχίζουμε! Υπάρχουν πολλές σειρές που αξίζουν την προσοχή μας. Παρεμπιπτόντως… σε λίγο καιρό ξεκινάει η προβολή του “Good Omens” – η φοβερή αυτή συνεργασία των Neil Gaiman και Terry Pratchett μεταφέρεται από το βιβλίο στην τηλεοπτική οθόνη! Όσοι το έχετε διαβάσει, ξέρετε. Αναμένω πως και πως. Και ακολουθεί το αγαπημένο και νοσταλγικό “Stranger Things” καταμεσής της καλοκαιρινής κάψας. Έχουμε πολλά να δούμε και να πούμε.

Όσο αφορά τα βιβλία και τις ιστορίες; Αχ, ευτυχώς δεν έχουν τέλος. Υπάρχουν πολλές ακόμα ιστορίες που περιμένουν να χαθούμε στους κόσμους τους… ποιος ξέρει – ίσως καταμεσής αυτών να βρίσκεται και η δική μας.



Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος του 19



Game of Thrones season 1 cast

1 Μαΐου 2019

Ένα παιδί ρωτά για την Πρωτομαγιά. Του Μενέλαου Λουντέμη.



Ένα παιδί ρωτάει για την Πρώτη του Μάη. Απόσπασμα από το Ένα Παιδί Μετράει τ' Άστρα του Μενέλαου Λουντέμη. Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι




Απόσπασμα από το βιβλίο "Ένα Παιδί Μετράει τ' Άστρα"




«Ο Μέλιος γύρισε στην πόλη και τριγύριζε στα σοκάκια σαν χαμένο πρόβατο. Μασούσε λίγο λίγο τα κουλούρια του, και τώρα είχαν μείνει στην τσέπη του μόνο ψίχουλα. Σε μια στιγμή, γυρνώντας από ένα δρομάκι, άκουσε κάτι φωνές να τραγουδάνε ένα τραγούδι, που πρώτη φορά τ’ άκουε στη ζωή του. Πλησίασε. Και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε κάτι ανθρώπους. Ήταν εφτά, οι πιο πολλοί παλικάρια, βαλμένοι «εφ’ ενός ζυγού», με μια παράξενη σημαία στην κορφή, που είχε ζωγραφισμένα απάνω της εργαλεία και την κρατούσε ένας κοντούλης με πουτούρια, που τραγουδούσε κι αυτός με πολύ ψιλή φωνή. Γύρω γύρω είχε συναχτεί ντουνιάς και τους έβλεπε παραξενεμένος. Και λίγο πιο πέρα ήταν ξαπλωμένοι στο χώμα κάτι χωροφύλακες και περιμένανε να τελειώσει το τραγούδι για να πυροβολήσουνε. Τόσην ώρα κάθονταν εκεί μπρούμυτα και σημαδεύανε.

Μα οι καλοί σου... οι τραγουδιστάδες, το χαβά τους. Τραγουδούσανε όλο και πιο δυνατά το τραγούδι τους που είχε όλο κι όλο δυο στιχάκια, που έλεγαν για «δουλειά», γι’ «αργατιά» και για τέτοια.

Του Μέλιου πολύ του άρεσε. Αν μάλιστα είχε κι άλλα στιχάκια, θα του άρεσε ακόμα πιο πολύ. Παραμέρισε τον κόσμο και ζύγωσε περισσότερο. Ε! Τι τρέχει, λοιπόν, εκεί;!!! Τι γυρεύει ο διαβολόγερος ο παπουτσής σε κείνη την κομπανία; Σάστισε, μπερδεύτηκε, κι έκανε σαν ζαλισμένο κοτόπουλο.

Ναι! Ανάμεσα στους τραγουδισταράδες, τελευταίος στη σειρά, ήταν ο γέρο–μπαλωματής, που του ‘φτιαχνε τα παπούτσια του. Ο Μέλιος πήγε κοντά του και τον τράβηξε απ’ το σακάκι.

«Καλά, καλά... σε είδα...» του λέει ο γέρος. «Τραβήξου μόνο κατά κει, γιατί αυτοί δεν το ‘χουνε σε τίποτα ν’ αρχινήσουνε τα "μπαμ" και τα "μπουμ"».

«Μα γιατί;» ρωτάει το παιδί. «Να ‘ρθω κι εγώ μαζί σας να τραγουδήσω;»

«Όχι. Καρτέρα λιγάκι ακόμη... Φεύγα τώρα κι έλα σε καμιά δεκαριά χρόνια».

Κείνη την ώρα ακούστηκε:

«Πυρρ!...»

Καπνός σηκώθηκε. Βροντήξανε τουφέκια... Γυναίκες λιγοθυμήσανε. Σαν κατακάθισε ο καπνός, ο τόπος ήταν άδειος, όπως στα παραμύθια.


***


Η άλλη μέρα έπεφτε ίσα ίσα Σάββατο.

Αφανίστηκε ο Μέλιος να πάει στο γερό–παπουτσή να του εξηγήσει τι πήγαιναν να πουν όλα αυτά.

«Πρωτομαγιά ήταν», είπε ο γέρος. «Τι ήθελες να κάνουμε;»

«Και γιατί τραγουδούσατε;»

«Γιατί ήταν Πρωτομαγιά».

«Και τότε γιατί σας ντουφεκίσανε;»

«Πάλι γι’ αυτό. Γι’ αυτό, μαθές. Γιατί ήταν Πρωτομαγιά. Να με μπερδέψεις πας, ε, τριβολάκι! Ήθελα να είχα τη γλώσσα κείνου που κράταε την παντιέρα.»



Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη, "Ένα Παιδί Μετράει τ' Άστρα". Πρώτη έκδοση, 1956. Για την παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι, 1η Μαΐου '19.




Ο Μενέλαος Λουντέμης / Menelaos Lountemis

6 Ιανουαρίου 2019

Η Αμερική... όπως την είδε ο Δημήτρης Ψαθάς


Το ταξίδι του Δημήτρη Ψαθά στην Αμερική, όπως το κατέγραψε στο βιβλίο του Κάτω από τους Ουρανοξύστες. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι.




Ήταν αρχές της δεκαετίας του 50 όταν ο Δημήτρης Ψαθάς, γνωστός σε όλους μας για τα θεατρικά του σενάρια, ταξίδεψε στην Αμερική και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο του «Κάτω από τους Ουρανοξύστες». Tο σκηνικό θυμίζει παλιά ελληνική ταινία: Ένας Έλληνας της πρώιμης μετεμφυλιακής εποχής από τη μικρή και ταλαίπωρη Ελλαδίτσα στην πατρίδα του Θείου Σαμ, εξαγωγέα χρημάτων και ονείρων.

Τέτοια ταξίδια σπάνιζαν για τον πολύ κόσμο την εποχή εκείνη. Οι ταξιδιώτες μετέφεραν τις εντυπώσεις τους πίσω στην πατρίδα μοιάζοντας με αγγελιοφόροι ενός άλλου κόσμου ή με ταξιδιώτες του μέλλοντος. Αμερική; Τι λες τώρα! Πες μας, τι μας έφερες; Δώρα; Κοστούμια; Οικιακά σκεύη; Καλλυντικά; Μη μας κρατάς σε αγωνία!

Σας έφερα εντυπώσεις – θα μπορούσε να απαντήσει ο Ψαθάς. Δε φαντάζεστε πόσο διαφορετική είναι η κοινωνία των Αμερικανών από τη δική μας! Καθίστε, θα σας τα πω ένα ένα, με τη σειρά.

Κι έτσι ο Ψαθάς κατέγραψε, με τον χαρακτηριστικό χιουμοριστικό του τρόπο, τις εμπειρίες του. Νέα Υόρκη, Σικάγο, πανύψηλα κτίρια, άνθρωποι που τρέχουν στους δρόμους, μπλεγμένοι αυτοκινητόδρομοι, πελώρια σουπερμάρκετ που μπορούσες να αγοράσεις ό,τι επιθυμείς, κακόφημες συνοικίες, εντυπωσιακά εργοστάσια, αχανή στάδια, και πολλά ακόμα…

Διαβάζοντας το βιβλίο του Ψαθά, σχεδόν 70 χρόνια μετά την εποχή που γράφτηκε, δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε με την εντύπωση που του προκαλούν τα «αμερικανικά μπακάλικα», δηλαδή τα Σούπερ Μάρκετ, ή το γεγονός πως αμφότεροι άντρας και γυναίκα μοιράζονταν το νοικοκυριό του σπιτιού… Μα συγκρίνοντας τότε την παντοδύναμη αμερικανική κοινωνία των καιρών με τη μικροσκοπική Ελλάδα, που πάλευε να σταθεί στα δυο της πόδια, δεν μπορούμε παρά να προβληματιστούμε… Και ο λόγος είναι απλός: η Αμερική της δεκαετίας του 50, που περιγράφει ο Ψαθάς, δεν είναι άλλη από την κοινωνία όπως τη ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η αμερικανική κοινωνία της δεκαετίας του 50 έγινε η παγκόσμια κοινωνία των σύγχρονων καιρών - δίχως την οικονομική κρίση.

Η Αμερική εξήγαγε το μοντέλο της σε διεθνή κλίμακα και ο πλανήτης πάσχισε – και πασχίζει ακόμα – να τη μιμηθεί. Αυτοκίνητα, αλυσίδες καταστημάτων, πελώριες επιχειρήσεις, φαστ φουντ, ανταγωνισμός και το πανταχού παρόν κυνήγι του χρήματος. Το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών έγινε ο καθρέφτης των σύγχρονων υπερδυνάμεων του κόσμου, που σαν άλλη Βασίλισσα κοιτάζουν το είδωλό τους και διερωτώνται: «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου, είμαι εγώ η ομορφότερη που υπάρχει;»




Ουρανοξύστες στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 30 / New York skyscrapers in the 30s



Επέλεξα να σας παρουσιάσω τέσσερα αποσπάσματα από το βιβλίο του Ψαθά. Στο πρώτο, ο Ψαθάς περιγράφει με χιούμορ το χάος που συνάντησε στη Νέα Υόρκη – τόσο διαφορετικό από τις ελληνικές πόλεις των καιρών! Μοιάζει λες και τα πάντα, άνθρωποι, δρόμοι και κτίρια, μπήκαν σ’ ένα τρελό μίξερ. Μια πολιτεία όπου οι πάντες τρέχουν πάνω-κάτω, ασταμάτητα, θυμίζοντας μυρμήγκια που διακλαδώνονται σε μια αχανή μυρμηγκοφωλιά….

Το δεύτερο απόσπασμα λειτουργεί συμπληρωματικά με το πρώτο. Ο Ψαθάς μας περιγράφει τη συναναστροφή του με έναν υπάλληλο ξενοδοχείου. Τι είναι τελικά εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην Αμερική; Ποια είναι η κυρίαρχη αξία των σύγχρονων καιρών; Ποιος είναι ο ένας και μοναδικός θεός της εποχής μας; Ε… δεν είναι δύσκολη η απάντηση.

Το τρίτο απόσπασμα συνιστά έναν απολογισμό του αμερικανικού ονείρου. Πρόκειται για ένα κείμενο στο οποίο ο Ψαθάς φανερώνει τη βαθιά διορατικότητά του και είναι επίκαιρο σήμερα όσο ποτέ. Ποιο είναι το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Αμερικής, κύριοι; Καταναλωτικά είδη; Όχι. Χρήματα; Ούτε! Είναι τα όνειρα, αγαπητοί… και συγκεκριμένα εκείνο το Ένα, το όνειρο που καθοδηγεί όλα τα άλλα (σαν το Ένα Δαχτυλίδι στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»), εκείνο το όνειρο που λέει: «προσπάθησε, αγωνίσου και θα καταφέρεις κι ΕΣΥ να φτάσεις στην κορυφή!»… Αυτό είναι το Αμερικανικό Όνειρο, με σάρκα και οστά.

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση σε αυτά; Αν κάποιος θεωρήσει πως η απάντηση βρίσκεται σε κάποιο πολιτισμικό πισωγύρισμα, σε μια επιστροφή σε μια άλλη κοινωνία αλλοτινών καιρών, το τέταρτο και τελευταίο απόσπασμα έρχεται να σκάψει ακόμα βαθύτερα το αυλάκι του προβληματισμού. Ο Ψαθάς επισκέπτεται ένα μουσείο, παρατηρεί τα έργα τέχνης, και αναθυμάται εκείνο που πολλοί Ευρωπαίοι (Έλληνες και μη) έχουν σκεφτεί εκ τότε: “καλή η Αμερική και τα λεφτά της, μα… Ευρώπη δεν είναι. Συγκρίνεται η κουλτούρα και η ιστορία της Ευρώπης με τη ρηχή αμερικανική κοινωνία;”.

Μα ο Ψαθάς δεν συμμερίζεται αυτήν τη (ναρκισσιστική, αν μη τι άλλο) σκέψη. Καλή η κουλτούρα σας, κύριοι Ευρωπαίοι… ευτυχία, όμως, σας έδωσε; Γιατί εγώ βλέπω μια Ευρώπη διαλυμένη από δυο Παγκόσμιους Πολέμους, παλεύοντας με τα φαντάσματά της, πασχίζοντας ν’ απαγκιστρωθεί από όνειρα κάποιου αλλοτινού πολιτισμικού μεγαλείου για να μην πνιγεί… Ο τρόπος με το οποίο κλείνει το κείμενό του ο Ψαθάς είναι πραγματικά αποκαλυπτικός.

Ας παραδώσουμε λοιπόν την σκυτάλη στον Δημήτρη Ψαθά και ας ακούσουμε τα λόγια του – λόγια που γράφτηκαν εν έτει 1950 και 1957. Και… ας διερωτηθούμε. Άραγε να ανεκπλήρωτα όνειρα του παρελθόντος να γίνονται οι δυνάστες του μέλλοντος; Και αν ναι, πώς μπορούμε να χαρίσουμε νέα όνειρα στον εαυτό μας;




Κάτω από τους Ουρανοξύστες του Δημήτρη Ψαθά


Το χάος της Νέας Υόρκης




«Τα ‘χω χαμένα; Μάλλον!... Είναι λίγες ώρες που έφτασα στη Νέα Υόρκη κι ακόμα βρίσκομαι στην κατάσταση του ανθρώπου που ζει ένα όνειρο απίθανο. Γύρισα μια βόλτα στους δρόμους της κι είμαι ζαλισμένος από την επίθεση των πρώτων εντυπώσεων. […]

Γέρνω το κεφάλι πίσω και κοιτάζω ψηλά. Πόσα πατώματα βλέπω; Τριάντα. Το γέρνω παραπίσω και κοιτάζω ψηλότερα. Τώρα βλέπω εξήντα. Με λίγη προσπάθεια ακόμα ξαναγέρνω πιο πίσω το κεφάλι, τεντώνω το κορμί και ζυγίζω τη μύτη μου να σταθεί κάθετα προς τον ουρανό. Γες, σερ. Τώρα βλέπω καλύτερα: κοντά ογδόντα.

Βρε τι γίνεται! Παράθυρα, παράθυρα, παράθυρα —μια έκρηξη ή μάλλον μια φωτοχυσία παραθύρων που τιναχτήκαν στα ύψη και χάνονται στα σύννεφα. Πατώματα, πατώματα, πατώματα. Εκεί ψηλά, λέει, στο εικοστό, στο πεντηκοστό, στο ογδοηκοστό κάθονται πλάσματα του Θεού κι εργάζονται, ανάμεσα ουρανού και γης, σαν τα πετεινά του ουρανού. […]

Ο λαιμός μου έχει πιαστεί, η μέση μου πονάει, ανασηκώνομαι, τρίβω το σβέρκο μου και κοιτάζω τριγύρω τρομαγμένος. Βρε τι γίνεται! Από δω χείμαρρος ανθρώπων. Από κει χείμαρρος αυτοκινήτων. Κάνω να περάσω, χιμούνε τ' αυτοκίνητα. Κάνω να σταθώ, με τραβάει το ποτάμι των ανθρώπων. Επάνω απ' το κεφάλι μου ορυμαγδός: περνάει ο εναέριος. Κάτω από τα πόδια μου πάταγος: περνάει ο υπόγειος. Η γη καπνίζει, βγάζει τούφες ατμού από τρυπίτσες σαν να βράζει φασουλάδα.

Προσέχω τους ανθρώπους: τρύπες τους καταπίνουν από δω, κι άλλες τρύπες τους ξερνάνε εκεί. Κι όλοι βιάζονται. Τρεχάλα αναδύονται από τη γη, τρεχάλα καταδύονται, για να μπουν στους χαλύβδινους ασπάλακες που οργώνουν ιλιγγιωδώς τα έγκατα της πόλης. […] Που τρέχουν; Και γιατί; Ποιος τους κυνηγάει; Που πάνε;

Πιάνω έναν: —Με συγχωρείτε, σερ. Είναι βιαστικός: —Μπίζι, μπίζι!

Και μου φεύγει. Πιάνω άλλον: —Μίστερ Τζον... Και μου γλιστράει: —Μπίζι, μπίζι! Αρπάζω τρίτον:

—Εξκιούζ μι... Και ξεφεύγει: —Μπίζι, μπίζι! […]

Και σιγά-σιγά με πιάνει και μένα κάτι σαν σπουδή, σαν αγωνία, μπαίνει στην ψυχή και στα πόδια μου το πνεύμα της τρεχάλας, ανοίγω τις ποδάρες, τρέχω, παρασύρομαι, σκοντάφτω, βιάζονται εκείνοι, βιάζομαι κι εγώ, τρέχουν εκείνοι, τρέχω ξοπίσω τους κι εγώ, κι ούτε καταλαβαίνω γιατί τρέχω, που πηγαίνω, τι μ' έπιασε να κυνηγιέμαι στους δρόμους του Μανχάταν σαν τρελός, αφού τρελός —υποτίθεται— δεν είμαι.

—Εεεεε, μίστερ Τζον!

Έχω αρπάξει τον μίστερ Τζον απ' το σακάκι, τρέχοντας του μιλάω και τρέχοντας μου απαντάει:

— Ουέλ, τι θέλεις;

— Γιατί τρέχεις;

— Τρέχεις κι εσύ. Γιατί;

— Εγώ τρέχω γιατί τρέχεις κι εσύ.

— Κι εγώ τρέχω γιατί τρέχουν οι άλλοι.

— Και γιατί τρέχουν οι άλλοι; Που τρέχομεν, που τρέχετε, που τρέχουσι; Σας κυνηγάει κανείς;

— Νο σερ.

— Ποιον κυνηγάτε;

— Το δολάριο!»




Κοσμοσυρροή στην Times Square της Νέας Υόρκης, 1945 / NY Times Square 1945




Τα δολάρια κερδίζουν τον σεβασμό



[Ο Ψαθάς βρίσκεται στο ξενοδοχείο του, στη Νέα Υόρκη, και περιμένει να μπει στο δωμάτιό του. Μπροστά του στέκεται ο νεαρός υπάλληλος του ξενοδοχείου που μεταφέρει τις βαλίτσες]



«Μπροστά ο στρατάρχης μου —μεγαλοπρεπής, ψυχρός και σοβαρός— κρατάει και μεταφέρει τις βαλίτσες μου, εκτελώντας τα καθήκοντα του χαμάλη με άνεση κι αξιοπρέπεια. Μου δείχνει ένα από τα δέκα ασανσέρ:

— Από δω, κύριε.

— Θενκ γιου. Είναι ψηλά;

— Νόου, σερ.

— Ποιο πάτωμα;

— Δεκαεφτά, σερ.

Πάλι καλά. Μπαίνουμε. Και στο 17, ολ ράιτ, βγαίνουμε. Στέκομαι και κοιτάζω, ταράζομαι ξανά και απορώ γιατί δεν έβαλαν αστυφύλακες της τροχαίας σε τούτους τους διαδρόμους που αρχίζουν από δω και χάνονται πέρα και στρίβουν παραπέρα και περιλαμβάνουν πόρτες, πόρτες σε πολλές παράλληλες και διασταυρούμενες σειρές. Γιατί δεν έβαλαν ονόματα στους δρόμους των πατωμάτων, να κοιτάζω, να ξέρω που θα μπω, πούθε θα βγω. Γιατί εδώ δεν πρόκειται για απλό ξενοδοχείο, αλλά για μια μικρή πόλη χτισμένη κατακόρυφα, με τα μαγαζιά της, τα γραφεία της, τους κήπους της, τα εστιατόριά της, το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, την αστυνομία της, τις πισίνες για κολύμπι, σαλόνια όλων των ειδών, βιβλιοθήκες, πλυντήρια, μπαρ, λουστρατζίδικα και ό,τι άλλο θέλετε.

Περπατάμε, περπατάμε, στρίβουμε δεξιά, προχωρούμε αριστερά, περπατάμε, κι έξαφνα ο στρατάρχης μου σταματάει σε μια από τις πόρτες:

— Εδώ, κύριε.

— Ολ ράιτ.

— Ορίστε, περάστε.

Μου ανοίγει την πόρτα —μια απ' τις χίλιες πεντακόσιες πόρτες—, αφήνει τις βαλίτσες μου με την ψυχρή ευγένεια που του επιβάλλει το καθήκον του, με χαιρετάει, κοντοστέκεται, του δίνω ένα χαρτονόμισμα, το κοιτάζει και αστραπιαία τον βλέπω να μεταμορφώνεται:

—Ω, θενκ γιου. Θενκ γιου βέρι-βέρι ματς!

Ύψιστε! Πως άλλαξε έτσι; Τον κοιτάζω εμβρόντητος και με κοιτάζει κι εκείνος τώρα μ' ένα σεβασμό βαθύτατο και ξαφνικό, σαν ν’ ανακάλυψε μονομιάς ότι είμαι προσωπικότης κι όχι μονάχα έπρεπε να πει σωστά το όνομά μου, αλλά και να το συνοδέψει με τις δέουσες τιμές. Υποκλίνεται και ξαναλέει:

— Θενκ γιου.

Του λέω κι εγώ:

— Θενκ γιου.

Και ξαναλέει:

— Θενκ γιου, βέρι-βέρι ματς.

Κι επιτέλους φεύγει και κλείνει την πόρτα από πίσω του. Σπεύδω τότε, μισανοίγω την πόρτα να τον δω πούθε πηγαίνει, να ξέρω ποιον δρόμο θα πάρω για να ξαναβρώ το ασανσέρ. Αλλά καθώς τον κοιτάζω ν' απομακρύνεται, γυρναει, με βλέπει και σπεύδει πίσω ολοταχώς:

—Θέλετε τίποτε, σερ;

—Ω νόου, σερ.

—Με συγχωρείτε, σερ.

—Παρακαλώ, σερ.

Ξανακλείνω την πόρτα, ύστερα τη μισανοίγω πάλι, τον βλέπω ν' απομακρύνεται, αλλά΄ νάτον πάλι που γυρνάει, με μπανίζει και ξανατρέχει πίσω ολοταχώς:

—Θέλετε τίποτε, σερ;

—Ω νόου, σερ.

—Με συγχωρείτε, σερ.

Αυτό γίνεται τρεις-τέσσερις φορές και κάθε φορά τον ακούω να προφέρει τ' όνομά μου καθαρότερα με βαθύτατες υποκλίσεις και «θενκ γιου», έτσι που πείθομαι ότι απέκτησα ξαφνικά ένα πολύ οικείο και δημοφιλές όνομα και προπάντων πολύ ευκολοπρόφερτο.

— Ό,τι θέλετε, μίστερ Πσατάς, είμαι στη διάθεσή σας. Δεν έχετε παρά να διατάξετε. Αν δε σας αρέσει το δωμάτιό σας ή το πάτωμα, να πω να σας το αλλάξουν αμέσως!

Τι συνέβη; Προσπαθώ να λύσω το μυστήριο και το λύνω πολύ εύκολα όταν ανοίγω το πορτοφόλι μου και βλέπω. Αντί να του δώσω ένα δολάριο πουρμπουάρ, του 'δωσα κατά λάθος δεκάρικο, γιατί τα χαρτονομίσματα στην Αμερική δεν έχουν διαφορά ούτε στο χρώμα ούτε στο μέγεθος και μπορεί να την πάθει ο πρωτάρης όπως την έπαθα εγώ.

Χαλάλι, όμως. Γιατί από την πρώτη μέρα έγινα κάτι μέσα στο ξενοδοχείο μου, παίρνοντας συγχρόνως άλλο ένα μάθημα: Στη Νέα Υόρκη είσαι μηδέν μέχρις ότου μπορέσεις ν' αποδείξεις ότι είσαι κάτι. Και το αποδεικνύεις βγάζοντας από την τσέπη σου δολάρια. Όσο περισσότερα βγάζεις και σκορπάς, τόση υπόληψη, εκτίμηση και γόητρο αποκτάς.»



Δρόμος με αμάξια στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 50 / New York street and cars in the 50s




Κυνηγώντας το αμερικάνικο όνειρο



[Το σκηνικό του ακόλουθου αποσπάσματος είναι ένα τσίρκο. Ο Ψαθάς παρατηρεί τα περίτεχνα ακροβατικά ενός σχοινοβάτη και ακολουθούν οι σκέψεις που θα διαβάσετε…]


«Φαντάσου, λοιπόν, να 'ρθεις στην Αμερική να κάνεις καριέρα, να φανείς. Πως θα πετύχεις; Απλούστατα θα πρέπει να συναγωνιστείς όλους αυτούς τους άσους, δεκάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, γιατί ό,τι ικανότερο υπάρχει στον κόσμο έχει συγκεντρωθεί εδώ και αγωνίζεται τον αγώνα τον καλόν της φήμης και του δολαρίου.

Ό,τι και να 'σαι, συγγραφέας, καλλιτέχνης, ζωγράφος, έμπορος, ηθοποιός, μπίζνεσμαν ή σοφός, η ίδια θα 'ναι η περίπτωσή σου, γιατί θα βρεθείς οπωσδήποτε ανάμεσα σε χιλιάδες άσους του επαγγέλματός σου που ανταγωνίζονται ελεύθερα στη χώρα τούτη, και αναπηδά μέσ' από τη μάζα μόνο εκείνος που μπορεί να ξεπεράσει τους άλλους.

Νάτον που φτάνει ένας ωραίος. Σου λέει στην Αμερική έχουν πέραση οι ωραίοι, ας πάω στο Χόλιγουντ. Τραβάει στο Χόλιγουντ και βρίσκει δέκα χιλιάδες ωραίους να σκουπίζουν ή να πλένουν πιάτα.

— Τι δουλειά ξέρεις;

— Είμαι ωραίος. Μοιάζω με τον Έρολ Φλιν. Και θέλω να παίξω σε ταινία.

— Οκέι. Πιάσε προς το παρόν τη σκούπα.

Και την πιάνει. Τι να κάνει;

Πάει κι ένας επιστήμονας, δόξα του τόπου του, και κάνει, φέρ' ειπείν, πειράματα για τον καρκίνο. Τον ρωτάνε ποιος είναι και τι θέλει, και τους το λέει:

— Πειράματα;

— Για τον καρκίνο. Γες!

— Οκέι. Άντε να μπεις μαθητευόμενος σε κανένα εργαστήριο από τις χιλιάδες, για να μάθεις.

Και πάει. Τι να κάνει; Άλλους βοηθάει το μυαλό και αναδύονται απ' το σωρό. Άλλους βοηθάει η τύχη και δοξάζονται. Άλλους όμως —τους περισσότερους— τους καταπίνει ο ωκεανός της αφάνειας, όπου κολυμπάνε χρόνια, λαχανιαστά, κι ύστερα πνίγονται. 



Loner smoking in New York, photo by Jay Maisel
photo by Jay Maisel, picture source



— Βλέπεις;

— Που;

— Εκεί, μωρέ! Εκεί!

Βλέπω κι εκεί. Είναι ένας κύριος που στέκεται επάνω σ' ένα δάχτυλο του χεριού του μ' ολόκληρο το κορμί ψηλά, τα πόδια στον αέρα, ακίνητος σαν ξύλο, ισορροπώντας μόνο στον δείχτη του χεριού του! Και που; Η άκρη του δαχτύλου σε μια σφαίρα, ακουμπισμένη σ' ένα τρίποδο, κι ούτε η σφαίρα να κυλάει ούτε το δάχτυλο του ισορροπιστή να ξεγλιστράει!

Τι είσαι; Ακροβάτης; Κι ήρθες στην Αμερική να καταπλήξεις; Λοιπόν, για να πετύχεις πρέπει να ξεπεράσεις όλους τους άλλους κι ύστερα τούτον εδώ: Ένας στύλος. Γύρω τριγύρω στο στύλο σύρματα χοντρά, τεντωμένα, δεμένα στη γη, που τον κρατούν. Να τον ο ακροβάτης. Φτάνει σ' ένα απ' τα σύρματα και, κρατώντας μόνο ομπρέλα για να ισορροπεί, αρχίζει ν' ανεβαίνει. Κομπιάζει, ταλαντεύεται, πάει να πέσει, έφτασε ψηλά σε ύψος οχτώ μέτρα, δίχως να κρατιέται πουθενά —α, έπεσε, α, θα πέσει! ανέβηκε.

— Ουφ! Δόξα σοι ο Θεός.

Στην κορφή του στύλου υπάρχει ένα σύρμα οριζόντιο, που πάει απέναντι σ' ένα είδος εξέδρας εναέριας. Κι εκεί που έφτασε ο ακροβάτης υπάρχει ένα ποδήλατο. Παίρνει ένα μακρύ κυρτό κοντάρι, ανεβαίνει στο ποδήλατο κι αρχίζει σιγά-σιγά να προχωρεί με το ποδήλατο του πάνω στο σύρμα. Κάτω χάος. Κι ούτε φιλέ ούτε τίποτα μαλακό. Κόβεται η ανάσα του κόσμου. Πόσες χιλιάδες θεατές; Ούτε ίχνος ψιθύρου. Κι ο ποδηλάτης προχωρεί.

— Θα πέσεις, μωρέ!

Στη μέση του σύρματος ταλαντεύεται. Αλλά ξαναισορροπεί. Και φτάνει στο τέρμα. Δόξα σοι ο Θεός! Τελείωσε; Αμ δε! Εκεί, τον περιμένουν δυο κοπελίτσες όμορφες, ως είκοσι χρονών, στην εναέρια εξέδρα. Ζυγώνουν στο ποδήλατο, κρεμιούνται ανάποδα, τα πόδια στο ποδήλατο και τα κεφάλια στο κενό! Και μ' αυτό το φορτίο, κρεμασμένο στο χάος, αρχίζει να προχωρεί με το ποδήλατό του απάνω στο σύρμα. Το βλέπεις. Χτυπάει η καρδιά σου. Λίγο, τόσο δα να λασκάρει, θα γκρεμιστούνε όλοι στο κενό.

Και προχωρεί. Και ταλαντεύεται. Και ισορροπεί. Και άντε λίγο ακόμα. Χιλιάδες μάτια αγωνιούν. Χιλιάδες καρδιές χτυπούν. Ανέβηκε η ψυχή στα δόντια μας και πάει να σπάσει η καρδιά μας. Και άντε λίγο ακόμα. Και δώσ' του λίγο ακόμα. Νάτος που φτάνει, μισό μέτρο ακόμα τον χωρίζει απ' το τέρμα. Τελειώνει; Αμ δε που θα τελειώσει! Τι κάνει τώρα, Ύψιστε! Εκεί που βρίσκεται στο χάος, αρχίζει να προχωρεί στο σύρμα, με όλο το φορτίο, ανάποδα! Σιγά- σιγά, πόντο-πόντο, κλονίζεται, βρίσκει την ισορροπία με το κυρτό κοντάρι και γυρίζοντας ξανάστροφα τα πεντάλ, σιγά- σιγά, προχωρεί με την πλάτη προς τα μπρος! Πέσε, λοιπόν, κύριε, να φας τα μούτρα σου!

Δεν έπεσε!

Ουέλ, αν είσαι ακροβάτης και θες να γίνεις άσος στην Αμερική, πρέπει να κάνεις κάτι δυσκολότερο απ' αυτόν! Κι αν είσαι επιστήμονας και θες να γίνεις δόξα της Αμερικής πρέπει να βρεις κάτι σπουδαιότερο απ' την ατομική βόμβα. Αλλιώς, αν έχεις τύχη μεν, γίνεσαι δόξα εφήμερη, απ' αυτές που ανάβουν και σβήνουν γρήγορα σαν τα τρελά φώτα του Μπρόντγουεϊ, ή αν δεν έχεις τύχη κυνηγιέσαι όλα σου τα χρόνια στον ίλιγγο της καθημερινής ζωής προσπαθώντας να πιάσεις την άπιαστη και φευγαλέα οπτασία του δολαρίου.»



Ο Ευρωπαίος και η τέχνη του




L.H.O.O.Q by Marcel Duchamp, 1919 - Mona Lisa with a moustache
L.H.O.O.Q by Marcel Duchamp, 1919



«Κάθε «πνευματικός» άνθρωπος που πάει στην Αμερική σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του και παίρνει απέναντί της ύφος κριτικού. Και όλοι μαζί στο τέλος καταλήγουν σε συγκρίσεις με την Ευρώπη και οι περισσότεροι μένουν σύμφωνοι ότι, α! όλα κι όλα, η Αμερική είναι τόπος αντιπνευματικός και δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ευρώπη. Η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, το θέατρο, η ζωγραφική, η μουσική, η γλυπτική, καλλιεργήθηκαν, αναπτύχθηκαν και φώτισαν την ιστορία της με αστραπές μεγάλων ονομάτων: Μιχαήλ Άγγελος, Σαίξπηρ, Μπετόβεν, Γκαίτε...

Βαριά η πνευματική κληρονομιά της Ευρώπης, μεγάλη και συγκλονιστική η πορεία του πνεύματος ανάμεσα στους φωτισμένους της αιώνες. Πως να σηκώσει το κεφάλι του και ν' ατενίσει ο Νέος Κόσμος τον παλιό; Αστεία πράματα! Εδώ, η έξαρση του ανθρώπου στις υψηλές σφαίρες της πνευματικής δημιουργίας. Εκεί, το κυνήγι του δολαρίου, ο ακατάσχετος ρυθμός της βιομηχανικής παραγωγής, η τηλεόραση και τα ηλεκτρικά ψυγεία.

Αυτά σκέφτονται οι σοφοί. Κάθεται όμως κι ο άσοφος, βάζει τα πράματα κάτω, περνάει με γρήγορο μάτι την ιστορία της πνευματικής δόξας της Ευρώπης και λέει αμερικανιστί:

—Εντ σόου χουάτ;

Όπερ μεταφραζόμενο σημαίνει: Και τι μ' αυτό, κύριοι Ευρωπαίοι; Είμαστε απολύτως σύμφωνοι ότι η γηραιά Ευρώπη έδωσε γίγαντες και τιτάνες της τέχνης και του πνεύματος και γι' αυτό βγάζουμε το καπέλο μας και προσκυνάμε, σκύβοντας βαθύτατα στη γη και κολλώντας τη μύτη μας στο χώμα της, για την ασύγκριτη πνευματική της δόξα.

Όμως —εδώ που τα λέμε— τι ωφελήθηκε ο Ευρωπαίος απ' το ίδιο του το πνεύμα; Τι ωφελήθηκε απ' τ’ αριστουργήματα του Μιχαήλ Αγγέλου, απ' τους δραματικούς χειμάρρους του Σαίξπηρ, απ' τους θαυματουργούς χρωστήρες της Αναγέννησης, απ' τις θείες μουσικές εκρήξεις της Ενάτης; Όλα αυτά θα έπρεπε να μπορούσαν να κάνουν τον άνθρωπο πιο άνθρωπο. Θα έπρεπε να μπορούσαν να ημερέψουν τη φύση του ανθρώπου. Θα έπρεπε να μπορούσαν να τον ανυψώσουν κάπου ψηλά, ώστε να κοιτάζει άφοβα το πρόσωπό του και να μην ντρέπεται τον εαυτό του.

Μπόρεσαν; Ω, φίλτατοι, νομίζω ότι δεν μπόρεσαν! Αν έχει φιλότιμο ο Ευρωπαίος, θα έπρεπε να ντρέπεται τον εαυτό του. Γιατί ήταν ανήμερο θηρίο και τέτοιο έμεινε. Με τα μάτια του γεμάτα από το φως του Μιχαήλ Αγγέλου έσφαζε και σφάζει σαν τραγί τον αδελφό του. Με τ’ αυτιά του πλημμυρισμένα από τη μαγεία του Μπετόβεν, έτρωγε και τρώει σαν κανίβαλος το γείτονά του. Γεμάτη είναι η ιστορία του Ευρωπαίου απ' τις ντροπές των ατελείωτων πολέμων. Μέγας έγινε. Άνθρωπος δεν έγινε!

Κι ακόμα κάθεται ο άσοφος, μετράει τα πράγματα και γελάει με δάκρυα στα μάτια όταν σκέφτεται πόσο κωμικός και πόσο τραγικός και πόσο αξιοθρήνητα υποκριτής είναι ο Ευρωπαίος, όταν, μέσα στους κανιβαλισμούς των πολέμων του, τρέμει μην τυχόν και καταστρέψει τα μουσεία της τέχνης και του πνεύματός του, και θρηνεί απελπισμένα όταν κάποια βόμβα του χαλάσει έναν πίνακα!»



Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά, «Κάτω από τους Ουρανοξύστες». Το σκίτσο στην εισαγωγική εικόνα, που κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι του Φωκίωνα Δημητριάδη. Για την παρουσίαση, Το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 19. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.



Πορτραίτο του Δημήτρη Ψαθά

15 Δεκεμβρίου 2018

Ντάγκλας Άνταμς : Η Τρομερή Επίθεση της Διαγαλαξιακής Συμμαχίας


Απόσπασμα από το Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ του Douglas Adams, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Μια μικρή εισαγωγή στο «Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ» του Ντάγκλας Άνταμς




Υπάρχουν δύο κατηγορίες βιβλίων: εκείνα που τελειώνεις την ανάγνωσή τους και η ζωή σου είναι ίδια όπως πρώτα• και εκείνα που τελειώνεις την ανάγνωσή τους, η ζωή σου είναι ίδια όπως πρώτα… μα γνωρίζεις ταυτόχρονα και την Απάντηση στο Μεγάλο Ερώτημα της Ζωής, του Σύμπαντος και Όλων. Το «Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ» του Ντάγκλας Άνταμς [Douglas Adams, “The Hitchhiker's Guide to the Galaxy”] ανήκει ασφαλώς στην δεύτερη κατηγορία – για την ακρίβεια, είναι το μοναδικό βιβλίο που υπάρχει το οποίο ανήκει στη συγκεκριμένη κατηγορία.

Κάποια στιγμή μελλοντικά ευελπιστώ να κάνω μια ενδελεχή παρουσίαση του φαινομένου Douglas Adams – για ποιον λόγο τα βιβλία του άφησαν εποχή στον χώρο της Επιστημονικής Φαντασίας και για ποιον λόγο η ανάγνωσή τους μοιάζει με κατανάλωση ενός απολαυστικού κοκτέιλ – συγκεκριμένα, του απολαυστικότερου που έχεις πιει ποτέ, μια που συνδυάζεται με μια πρώτη θέση σ’ ένα παραθαλάσσιο εστιατόριο ενός εξωτικού θέρετρου, όπου πάντα έχει ηλιοβασίλεμα και όπου μπορείς με την ησυχία σου, ρουφώντας το κοκτέιλ σου, να ατενίσεις τη Συντέλεια του Κόσμου σε όλο της το μεγαλείο. Και δες πως η έκρηξη του σύμπαντος χρωματίζει τον ουρανό με υπέροχα χρώματα, δένοντας αρμονικά με το ηλιοβασίλεμα! Σλουρπ – άλλη μια ρουφηξιά απ’ το κοκτέιλ.

Μέχρι να προβούμε σε μια αναλυτικότερη παρουσίαση του Ντάγκλας Άνταμς, ας παρουσιάσουμε προς το παρόν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο που τον καταξίωσε: το «Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ», το πρώτο μέρος μιας Τριλογίας σε Πέντε Μέρη (ναι, καλά διαβάσατε). Η πρώτη έκδοση του βιβλίου (το οποίο πλέον ανήκει στο πάνθεον της βρετανικής κωμικής λογοτεχνίας) χρονολογείται απ’ το 1979. Η μετάφραση είναι του Δ. Αρβανίτη.

Το θέμα του ακόλουθου αποσπάσματος αφορά την οργανωμένη επίθεση στη Γη ενός σμήνους εκατομμυρίων εξωγήινων διαστημοπλοίων, διψασμένων για εκδίκηση και καταστροφή. Πριν την επίθεση, ένας γήινος, ο Άρθουρ (ο πρωταγωνιστής του βιβλίου), είχε πει την ακόλουθη φράση: «φαίνεται να έχω τεράστιες δυσκολίες στον τρόπο ζωής μου», η οποία, με κάποιο τρόπο, μεταφέρθηκε μέσα από το χωροχρονικό συνεχές στα αυτιά των εξωγήινων – και στη γλώσσα των οποίων η συγκεκριμένη φράση συνιστούσε μια βαθιά προσβολή. Έτσι λοιπόν ετοιμάστηκαν να επιτεθούν στη Γη, την πηγή της φοβερής φράσης, με σκοπό να εκδικηθούν εκείνον που τόλμησε να ξεστομίσει τέτοια λόγια και να κάνουν τον πλανήτη κομμάτια.

Στα χέρια ενός κλασικού συγγραφέα Επιστημονικής Φαντασίας το συγκεκριμένο θέμα θα γινόταν αφορμή για επικές συγκρούσεις, εφάμιλλες ενός «Πολέμου των Κόσμων». Μα στα χέρια του Ντάγκλας Άνταμς τα πράγματα παίρνουν μια διαφορετική τροπή – και εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητά του.

Αυτά με την εισαγωγή – καιρός να παραδώσουμε την σκυτάλη στον Ντάγκλας Άνταμς και να δούμε με ποιον τρόπο αντιμετωπίστηκε η φοβερή επίθεση των εξωγήινων.



Douglas Adams - Η τρομερή επίθεση της διαγαλαξιακής συμμαχίας




«Είναι φυσικά γνωστό σε όλους πως τα απρόσεκτα λόγια μπορεί να στοιχίσουν ζωές, αλλά αυτό το πρόβλημα δεν αναγνωρίζεται πάντα σ' όλη του την έκταση.

Για παράδειγμα, ακριβώς τη στιγμή που ο Άρθουρ είπε «φαίνεται να έχω τεράστιες δυσκολίες στον τρόπο ζωής μου» μια παράξενη τρύπα άνοιξε στο χωροχρονικό συνεχές και μετέφερε τα λόγια του πολύ πολύ πίσω στο χρόνο, σε μια άπειρη σχεδόν απόσταση, σ' έναν μακρινό Γαλαξία, όπου παράξενα και πολεμοχαρή πλάσματα βρίσκονταν στο χείλος μιας τρομακτικής διαστημικής μάχης.

Οι δύο αντίπαλοι αρχηγοί είχαν συναντηθεί για τελευταία φορά.

Μια φοβερή σιωπή απλώθηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καθώς ο διοικητής των Βλ'χουργκ, περίλαμπρος με το μαύρο, διαμαντοστολισμένο πολεμικό του σορτς, κοίταξε ψύχραιμα τον αρχηγό των Γκ'γκούγκβοντ, ο οποίος καθόταν σταυροπόδι απέναντί του σ' ένα σύννεφο μυρωδάτου πράσινου καπνού και, μ' ένα εκατομμύριο αστραφτερά και πάνοπλα πολεμικά διαστημόπλοια έτοιμα να εξαπολύσουν ηλεκτρικό θάνατο με μια του λέξη, προκαλούσε το αχρείο υποκείμενο να πάρει πίσω αυτό που είχε πει για τη μάνα του.

Το πλάσμα κινήθηκε μέσα στον αρρωστημένο, αχνιστό ατμό, και εκείνη ακριβώς τη στιγμή οι λέξεις “Φαίνεται να έχω τεράστιες δυσκολίες στον τρόπο ζωής μου” ακούστηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Δυστυχώς, στη γλώσσα των Βλ'χουργκ αυτή ήταν η πιο φοβερή προσβολή που μπορούσε να φανταστεί κανείς, και η μόνη απάντηση σ' αυτή την προσβολή ήταν ανελέητος πόλεμος αιώνων.

Τελικά, μετά από μάχες μερικών χιλιάδων ετών και αφού ο Γαλαξίας τους είχε αποδεκατιστεί, οι δυο φυλές συνειδητοποίησαν πως η όλη ιστορία ήταν ένα τεράστιο λάθος κι έτσι οι αντίπαλοι στόλοι ξεκαθάρισαν τις τελευταίες τους διαφορές για να εξαπολύσουν μια συνδυασμένη επίθεση στον Γαλαξία μας – που είχε πια αναγνωριστεί ως η πηγή της προσβλητικής παρατήρησης.

Για μερικές χιλιάδες ακόμα χρόνια τα πανίσχυρα πλοία ταξίδευαν στις έρημες εκτάσεις του διαστήματος, ώσπου τελικά επιτέθηκαν με αλαλαγμούς στον πρώτο Πλανήτη που συνάντησαν – που έτυχε να είναι η Γη – όπου, εξαιτίας ενός τρομερού λάθους στις αναλογίες μεγεθών, ολόκληρο τον πολεμικό στόλο τον κατάπιε κατά λάθος ένας μικρός σκύλος.

Αυτοί που μελετούν τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις αιτίας και αιτιατού στην ιστορία του Σύμπαντος λένε πως τέτοια πράγματα συμβαίνουν συνεχώς, αλλά εμείς είμαστε ανίκανοι να τα εμποδίσουμε.

«Έτσι είναι η ζωή» λένε.»


Για την παρουσίαση και ψηφιοποίηση του κειμένου, Το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης του 18