Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)



16 Νοεμβρίου 2015

Αντίδοτο στη Θλίψη






Μια αληθινή ιστορία θα σας πω, βγαλμένη από το μεγάλο χρονικό της Λογοτεχνίας. Στον απόηχο των ημερών και των γεγονότων, νομίζω μπορεί να σας πει κάποια πράγματα – όπως είπε σε μένα όταν ξετύλιξε το νήμα της στη σκέψη μου.

Πάμε αρκετούς αιώνες πίσω. Στα σκληρά χρόνια του Μεσαίωνα, κάπου στα μισά του 14ου αιώνα, τον καιρό που η Πανούκλα – γνωστή και ως «Μαύρος Θάνατος» – θέριζε το μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Ένας Ιταλός συγγραφέας που είχε ζήσει από κοντά την εξάπλωση της φρίκης αποφάσισε να γράψει γι’ αυτήν στο νεότερο έργο του. Βρισκόμαστε στο έτος 1348.

Στο ξεκίνημα του βιβλίου ο συγγραφέας περιγράφει με ανατριχιαστικό τρόπο την σπορά του θανάτου. Διαβάζουμε με τρόμο για τα εκατοντάδες πτώματα που σκόρπιζαν στους δρόμους, βουτηγμένα στη λάσπη· για τους κατοίκους που δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, από φόβο μην κολλήσουν· για τις σιχαμερές μυρωδιές που εξαπλώνονταν σε κάθε στενό, κάθε συνοικία· για εκείνους που καλούσαν φίλους και γλεντούσαν, κλειδαμπαρωμένοι, γνωρίζοντας πως ίσως ζουν τις τελευταίες μέρες τους· για όσους δεν είχαν πλέον χώρο για να θάψουν τους συγγενείς, που σαν τα ζώα ψοφούσαν μες στα πόδια τους· για τα νεκρά κορμιά που πετούσαν απ’ τα σπίτια, σα νά ‘ταν σκουπίδια· για φίλους που εγκατέλειπαν φίλους· γονείς που εγκατέλειπαν παιδιά. 

Ήξεραν πως ο ένας στους δύο είναι χαμένος.






Θα έλεγε κάποιος πως θέλω να σας πω μια θλιβερή ιστορία – όμως όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Ούτε ήταν ο σκοπός του συγγραφέα, όταν ξεκίνησε (απολογούμενος μάλιστα στους αναγνώστες), στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, να περιγράφει το σκηνικό της φρίκης.

Γιατί το τρομακτικό εκείνο πλαίσιο έγινε αφορμή (στο βιβλίο) για μια παρέα νεαρών (αντρών και γυναικών) να σχηματίσουν μια συντροφιά και να καταφύγουν, για λίγες μέρες, μακριά, στην εξοχή. Σκοπός τους ήταν να κάνουν οτιδήποτε περνούσε από το χέρι τους, προκειμένου να περάσουν όμορφα. Μέσα στον γενικευμένο φόβο, να απολαύσουν τη ζωή. Σε καταπράσινες χλόες, πλάι σε κελαρυστά σιντριβάνια, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν μουσική, έπαιζαν παιχνίδια, έτρωγαν και έπιναν και φλέρταραν.

Και αφηγούνταν ιστορίες, ο ένας στον άλλο. Κάθε μέρα της παραμονής τους έλεγαν ιστορίες, ξέχειλες περιπέτεια, έρωτα και χαρούμενη τρέλα. Συνολικά έμειναν δέκα μέρες. Δέκα μέρες γεμάτες ιστορίες.

Ο συγγραφέας ήταν ο Βοκάκιος. Και το βιβλίο είναι το «Δεκαήμερο». Ένα έργο ξέχειλο ζωή και έρωτα – γραμμένο στη σκοτεινότερη περίοδο της ιστορίας. Ένα έργο που έσκισε στα δύο το σκοτάδι του Μεσαίωνα – και δες τι φως ανέβλυσε από μέσα του! Πέταξε στα σκουπίδια την απονεκρωμένη ηθική της εποχής, ύμνησε τις ηδονές του σώματος, αποθέωσε τη φύση και σαν άλλος θεός Παν έσυρε τα λάγνα τραγοπόδαρά του στον πιο ηδονικό χορό, παρασέρνοντας μαζί του κάθε νύμφη του δάσους.






Και στις ιστορίες αυτές, για πρώτη φορά στα χρόνια εκείνα, ακούστηκε το ρητό «Κάνετε έρωτα, όχι πόλεμο». Και νεαρά ζευγάρια όπως εκείνο της φωτογραφίας με την οποία ανοίγω το κείμενο – παρμένη από την κινηματογραφική διασκευή του Παζολίνι – έκαναν αυτό ακριβώς: έρωτα. Γυμνά, φυσικά, δίχως ντροπή. Έτσι γυμνούς και όμορφους ήθελα και εγώ να τους τοποθετήσω στην κορυφή της ανάρτησής μου.

Έτσι αγαπιόντουσαν, καταμεσής της φρίκης, της αρρώστιας, του θανάτου.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε, κύριοι. Έχουμε πολλά να μάθουμε. Κόντρα στους κήρυκες του φόβου, δεν θα ζαρώσουμε ποτέ μες στη γωνιά μας. Άφησε τα τρομολάγνα ΜΜΕ να αντλούν ηδονή από το κάθε δάκρυ, κάθε ανθρώπου που τόσο άδικα πια χάθηκε, κόβοντας και ράβοντας, βάζοντας ζωές στη ζυγαριά. Άφησε τους να πουλούν τρόμο περιτυλιγμένο σε πακέτα ανθρωπισμού. Παράτα τους, τους σιχαμένους. Η ζωή είναι αλλού.

Και αν μας βρει το κακό – ε, μας βρήκε, τι να γίνει! Πουτάνα τύχη, που λένε – πάντα διαχρονικό. Μα ως τότε δεν θα αντιμετωπίζουμε την κατήφεια με ακόμα περισσότερη κατήφεια. Είμαι απόλυτα σύμφωνος στο να είμαστε κατηφείς – μα για προσωπικούς μας λόγους! Η θλίψη είναι όμορφο συναίσθημα κάποιες φορές – αρκεί να είναι δική σου. Όταν όμως σερβίρεται μαζικά από τα Μέσα Ενημέρωσης και αναπαράγεται από ειδήμονες του φόβου, ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.

Το αντίδοτο της καταστροφής δεν είναι η καταστροφή, ούτε η γενικευμένη στενοχώρια – μα η δημιουργία, η τέχνη… και πάνω απ’ όλα, η ζωή. Όσοι έφυγαν έφυγαν. Όσοι χάνονται κάθε μέρα, εδώ κι εκεί, με ή χωρίς τους προβολείς στραμμένους πάνω τους, χάνονται. Το θέμα είναι τι κάνουμε με τον κόσμο αυτόν που ζει, που αναπνέει.

Κάποτε η μισή Ευρώπη είχε γκρεμιστεί, κύριοι. Ο ένας στους δύο Ευρωπαίους είχε πεθάνει, θύμα της αρρώστιας. Μα αυτό δεν απέτρεψε τον Βοκάκιο να γράψει το «Δεκαήμερό» του… Πάνω στα συντρίμμια φύτεψε τους σπόρους του. Έναν αιώνα μετά οι σπόροι άνθισαν – και το φυτό ονομάστηκε «Αναγέννηση».

Κλείνοντας, μια που η επικαιρότητα τις μέρες αυτές περιστρέφεται γύρω απ’ τη Γαλλία, τι θα λέγατε να θυμόμασταν λίγο τον Καμύ; Ας κλείσω με ένα δικό του απόσπασμα λοιπόν.






"Καταμεσής του μίσους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη αγάπη.

Καταμεσής των δακρύων, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, ένα αδιόρατο χαμόγελο.

Καταμεσής του χάους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη γαλήνη.

Και συνειδητοποίησα, από όλα αυτά, πως...

Καταμεσής του χειμώνα, υπήρχε μέσα μου ένα αθέατο καλοκαίρι.

Και αυτό μου δίνει χαρά. Γιατί φανερώνει πως, όσο δυνατά και αν σπρώχνει ο κόσμος εναντίον μου, μέσα μου, πάντα θα υπάρχει κάτι δυνατότερο - κάτι καλύτερο, σπρώχνοντας αμέσως πίσω".


Albert Camus, "Return to Tipasa", 1952



Συνεχίζουμε.



3 Ιουλίου 2015

Γουστάρω να Χαμογελώ. Τρέχει Κάτι;





“Φόβος, Θυμός και Απόγνωση στη χώρα” (με έμφαση στο “απόγνωση”) ανέφερε η κυρία Τρέμη στο δελτίο ειδήσεων και ο ίδιος είχα την ατυχία να την ακούσω, περνώντας μπροστά από μια ανοιχτή τηλεόραση. Ο τόνος της φωνής της ήταν εκείνος ο τόσο γνωστός “αντικειμενικός δημοσιογραφικός” τόνος. Τάχα ουδέτερος, τάχα περιγραφικός. “Εμείς απλά λέμε τις ειδήσεις, παρουσιάζουμε την πραγματικότητα ως έχει”, θα σου πουν. “Οι άνθρωποι είναι απεγνωσμένοι”, θα σου πουν. “Ή μήπως το αρνείσαι;”.

Ε ναι, λοιπόν. Ο ίδιος αισθάνομαι θυμό και μερικές φορές... απόγνωση όταν παρατηρώ τους πολίτες να κρέμονται απ' τα χείλη των συγκεκριμένων Μέσων Μαζικής Τρομοκρατίας. Για τα οποία ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ζαν Μποντριγιάρ έλεγε πως κατασκευάζουν τη δική τους “υπερπραγματικότητα”, παρουσιάζοντας την τάχα ως αντικειμενική.

Δεν αρνούμαι πως υπάρχει πλήθος κόσμου γύρω μας που είναι φοβισμένο. Το βρίσκω εν μέρει λογικό. Μα ο φόβος είναι δίκοπο μαχαίρι. Φοβάται εκείνος που παραμένει κοκαλωμένος στη θέση του, ανίκανος να κάνει ένα βήμα. Φοβάται και εκείνος που τολμά. Και υπάρχουν και κάποιοι που... έχουν ξεπεράσει το φόβο, αναγνωρίζοντας πόσο υποκειμενικός είναι, πόσο βαθιά ριζωμένος στην προσωπική ψυχολογία και ανασφάλεια του καθένα βρίσκεται. Φοβάσαι όταν έχεις να χάσεις κάτι πολύτιμο. Μα είναι υποκεικενικό τι θεωρεί πολύτιμο ο καθένας. Άλλος θεωρεί τα παραπανήσια χρήματα στην τσέπη του. Άλλος τις αξίες του. Άλλος την ασφάλειά του. Άλλος την ακεραιότητά του. Άλλος τα κεκτημένα του. Άλλος την ελπίδα του. Άλλος τους τραπεζικούς λογαριασμούς του. Άλλος τους ανθρώπους που αγαπά και θέλει να τον αγαπούν.

Σέβομαι τη διαφορετική άποψη – τι θα ήμασταν χωρίς εναλλακτικές οπτικές γωνίες. Μεταξύ μας, δεν είμαστε τόσο ελεύθεροι στη διαμόρφωση της γνώμης μας – το κοινωνικό πλαίσιο που ανήκουμε, μα και η ψυχοσύνθεσή μας, μας επηρεάζουν καταλυτικά. Κάποιες φορές “ο χαρακτήρας είναι η μοίρα μας”.

Και έρχεστε εσείς εδώ, αγαπητά μου Μέσα Ενημέρωσης να μου... πουλήσετε τρόμο; Με ποιο δικαίωμα θα πείτε πως “κυριαρχεί παντού απόγνωση”; Με ποιο δικαίωμα θέλετε να διαμορφώσετε την ψυχολογία μου; Δεν ξέρω για σας – μα εγώ χαμογελώ. Όχι γιατί απλώνω σαν πλοκάμια τα χέρια και απαγκιστρώνομαι πάνω από τα πολύτιμα λεφτά μου, νιώθοντας ασφάλεια που τα έχω. Αυτό δεν συνιστά παρά εκδήλωση ανακούφισης.

Όχι, χαμογελώ επειδή έτσι γουστάρω, απλά. Χαμογελώ ακούγοντας τη μουσική μου, βλέποντας τους φίλους μου, κάνοντας μια βόλτα, διαβάζοντας ένα βιβλίο, απολαμβάνοντας τον υπέροχο αυτό καιρό, τον οποίο και διαθέτω δωρεάν – και ξέρω πως τόσος κόσμος, απανταχού της γης, θα ήθελε να βρίσκεται στη θέση μου.

Μα και αν δε γουστάρω να χαμογελώ όλη την ώρα – θα σκυθρωπιάσω, θα στεναχωρηθώ, θα θυμώσω, θα νιώσω όπως θελήσω, πανάθεμά με. Μα θα είναι δική μου η διάθεση και δικό μου το αίσθημα! Δεν θα συνιστώ μέρος ενός “απεγνωσμένου πλήθους”. Δεν θα ενταχτώ στα ρεπορτάζ σας.

Ας επιλέξει ο καθένας στη ζωή του ό,τι νιώθει, ανάλογα με τις επιθυμίες και τις ανάγκες του, δεν με αφορά αυτό. Μα κανένας – κανένας, ούτε δημοσιογράφος, ούτε κανάλια, ούτε κόμματα, ούτε επιχειρήσεις, ούτε ξένος, ούτε Έλληνας – κανένας δεν θα μιλήσει, εξ' ονόματός μου, για το πως αισθάνομαι.

Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο – ποιος ξέρει, αλήθεια; Μα γνωρίζω καλά πως κανείς ποτέ δεν έκτισε τίποτα χωρίς να το πιστεύει. Δεν χτίζεις με όπλο σου το φόβο. Μονάχα απομένεις, να ζαρώνεις στη γωνιά σου.

Το χαμόγελο δεν παρέχεται εισαγόμενο με δόσεις. Αν θες το έχεις. Αν θες όχι. Κλάψε, φώναξε, οργίσου αν γουστάρεις. Ρίξε ένα χορό, σκάσε ένα φιλί, πες μια καλημέρα – ή μη πεις τίποτα.

Ακόμα και αυτό επιλογή σου είναι. Πάντα έτσι ήταν. Πάντα έτσι θα' ναι.



~