Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοπολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κοινωνικοπολιτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




7 Ιουλίου 2019

Έρμαν Έσσε: Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο


Χέρμαν Έσσε - Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο. Αποσπάσματα από βιβλία του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι




Ημέρα εκλογών σήμερα, μα επιθυμώ να αποφύγω κάθε σχόλιο για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, τόσο πριν, όσο και μετά. Αντί αυτών θα μοιραστώ μαζί σας κάποια πολύ σημαντικά αποσπάσματα από κείμενα του Έρμαν Έσσε [Hermann Hesse], με θέμα τους την εναντίωσή του στον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό των συμπατριωτών του, τότε, στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου – και στα ξεσπάσματα οργής που πυροδότησε η συγκεκριμένη στάση του.

Ο Έσσε ανήκε στους λίγους που, με το ξέσπασμα του πολέμου το 1914, τάχθηκε με σαφήνεια εναντίον του, παίρνοντας θέση υπέρ της ειρήνης και του διεθνισμού. Καταμεσής της γενικευμένης πατριωτικής έξαρσης βέβαια, ο Έσσε αυτόματα στοχοποιήθηκε ως «προδότης» από πλήθος Γερμανών. Ο Τύπος τον χαρακτήρισε «διεφθαρμένο» και τα γράμματα μίσους των γερμανών φοιτητών κατέκλυζαν το γραφείο του. Οι συμπατριώτες του πλέον τον κοιτούσαν με μισό μάτι.

Μα ο ίδιος ουδέποτε μετάνιωσε για τη συγκεκριμένη επιλογή του. Όπως γράφει, εξάλλου, μέσω του κεντρικού χαρακτήρα του στον «Λύκο της Στέπας»: «Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.»




Στρατιώτης στα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου - No Man's Land... a lone soldier during World War 1



Απόσπασμα από τη «Σύντομη Βιογραφία» του Έσσε [1924]



«Δεν έχω ξεχάσει ποτέ ένα μικρό βίωμα της πρώτης χρονιάς του πολέμου. Είχα επισκεφτεί ένα μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο ψάχνοντας να βρω μια δυνατότητα να προσαρμοστώ σαν εθελοντής μ’ ένα σημαντικό τρόπο στον αλλαγμένο κόσμο, πράγμα που τότε ακόμα μου φαινόταν δυνατό. Σ’ εκείνο το νοσοκομείο για τραυματίες γνώρισα μια γηραιά δεσποινίδα που άλλοτε ιδιώτευε κάτω από καλές συνθήκες και που τώρα πρόσφερε τις υπηρεσίες της σαν νοσοκόμα σ’ αυτό το νοσοκομείο. Μου διηγήθηκε με συγκινητικό ενθουσιασμό πόσο χαρούμενη και περήφανη ήταν για το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει αυτήν τη μεγαλειώδη εποχή. Το βρήκα κατανοητό, γιατί γι’ αυτήν την κυρία χρειάστηκε ο πόλεμος για να βγει από την άεργη και καθαρά εγωιστική γεροντοκορίστικη ζωή της και να ζήσει μια ενεργητική και με κάποια αξία ζωή. Ωστόσο, καθώς μου διηγιόταν την ευτυχία της σ’ ένα διάδρομο γεμάτο τυλιγμένους σε επιδέσμους και τσακισμένους στρατιώτες, ανάμεσα σε αίθουσες κατάμεστες από ακρωτηριασμένους και ετοιμοθάνατους, γύρισε η καρδιά μου ανάποδα. Όσο κι αν κατανοούσα τον ενθουσιασμό αυτής της θείτσας, δεν μπορούσα να τον συμμεριστώ, δεν μπορούσα να τον επιδοκιμάσω. Αν έπεφταν δέκα πληγωμένοι στο μερτικό κάθε τέτοιας ενθουσιασμένης νοσηλεύτριας, τότε η ευτυχία αυτών των κυριών ήταν κάπως ακριβοπληρωμένη.

Όχι, δεν μπορούσα να συμμεριστώ τη χαρά για τη μεγαλειώδη εποχή, υπέφερα αξιολύπητα από τον πόλεμο, από την αρχή του κιόλας, και αμυνόμουνα απελπισμένα επί χρόνια ενάντια σε μια δυστυχία που φαινόταν να είχε ξεσπάσει από έναν ανέφελο ουρανό, ενώ όλος ο κόσμος γύρω μου έκανε σαν να ήταν γεμάτος ενθουσιασμό ακριβώς γι’ αυτήν τη δυστυχία. Και όταν διάβαζα στις εφημερίδες τα άρθρα των ποιητών που ανακάλυπταν την ευλογία του πολέμου και τις εκκλήσεις των καθηγητών και όλα τα πολεμικά ποιήματα που έβγαιναν από τα σπουδαστήρια των διάσημων ποιητών, τότε ένιωθα ακόμα πιο άθλια.

Στα 1915, κάποια μέρα, μου ξέφυγε δημόσια η ομολογία αυτής της αθλιότητας και λόγια θλίψης για το ότι και οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι δεν ήξεραν να κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κηρύσσουν το μίσος, να διαδίδουν ψέματα και να εγκωμιάζουν τη μεγάλη δυστυχία. Η συνέπεια αυτής της μάλλον δειλά εκφρασμένης από μέρους μου κατηγορίας ήταν το να χαρακτηριστώ από τον Τύπο της πατρίδας μου προδότης —για μένα ένα καινούριο βίωμα, γιατί παρά τις πολλές και διάφορες επαφές μου με τον Τύπο, δεν είχα γνωρίσει ακόμα ποτέ μέχρι τότε την κατάσταση του αποδοκιμασμένου από την πλειοψηφία. Το άρθρο μ’ εκείνη την κατηγορία εναντίον μου ανατυπώθηκε από είκοσι εφημερίδες της πατρίδας μου, και απ’ όλους τους φίλους μου —που πίστευα ότι είχα πολλούς στον Τύπο— μόνο δύο τόλμησαν να πάρουν το μέρος μου. Παλιοί φίλοι μού έκαναν γνωστό ότι είχαν θρέψει ένα φίδι στον κόρφο τους και ότι η καρδιά τους δε χτυπάει πια παρά για τον Κάιζερ και την αυτοκρατορία και όχι για ένα διεφθαρμένο σαν εμένα.

Υβριστικά γράμματα από αγνώστους έφταναν με το τσουβάλι και βιβλιοπώλες μου ανακοίνωναν ότι ένας συγγραφέας με τόσο εκφυλισμένες απόψεις όπως εγώ δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς. Σε κάμποσα απ’ αυτά τα γράμματα έκανα τη γνωριμία μου μ’ ένα διακοσμητικό που τότε το έβλεπα για πρώτη φορά: μια τυπωμένη στρογγυλή σφραγίδα με τη φράση «Ο Θεός ας τιμωρήσει την Αγγλία». Θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γελάσει με την καρδιά μου γι’ αυτή την παρεξήγηση. Όμως δεν τα κατάφερα να κάνω κάτι τέτοιο.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ο γερμανικός επεκτατικός μιλιταρισμός, καρικατούρα του Κάιζερ, από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German nationalism during World War 1, a caricature



«Γράμματα Μίσους» [1921]



«Οι Γερμανοί φοιτητές είχαν ανέκαθεν συχνά πρωτότυπους και φαιδρούς τρόπους τους για να εκφράσουν όχι μόνο σεβασμό και θαυμασμό, αλλά και την περιφρόνηση τους και το μίσος τους. Αυτή η μερίδα του γερμανικού φοιτητόκοσμου που προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον να διασώσει τις παλιές παραδόσεις και είναι πολιτικά αντιδραστική και στο έπακρο εθνικιστική, μου στέλνει από διάφορα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα από τη Χάλε, κάθε λίγο και λιγάκι ένα γράμμα μίσους. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτά τα γράμματα, όσο κι αν συχνά είναι τόσο ενδιαφέροντα. Αλλά επειδή επαναλαμβάνονται από καιρό σε καιρό, σχεδόν στο ίδιο ύφος, και δείχνουν μια έντιμη και καλοπροαίρετη, θα έλεγα ενθουσιώδη μάλιστα, νοοτροπία, που ωστόσο στην κατεύθυνσή της είναι πέρα για πέρα επικίνδυνη και που κάνει να φοβάται κανείς άσχημες εξελίξεις για το μέλλον μας, πρέπει κάποτε να μιλήσω γι’ αυτά τα γράμματα.

Παίρνω για βάση το γράμμα ενός φοιτητή του πανεπιστημίου της Χάλε που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Ο συντάκτης του αισθάνεται την επιτακτική ανάγκη να μου γνωστοποιήσει ότι αυτός (και πολυάριθμοι ομοϊδεάτες του) δεν είναι ευχαριστημένος από εμένα, ότι πρέπει να μου επιρρίψει μομφή για την τρομερή παραγνώριση των καθηκόντων μου, ότι κι αυτός και οι φίλοι του με περιφρονούν βαθύτατα, ότι για εκείνον και τους συντρόφους του είμαι πεθαμένος και ενταφιασμένος, ότι το πολύ– πολύ είμαι γι’ αυτούς αντικείμενο χλεύης κλπ.

Θα αναφέρω εδώ μερικές φράσεις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές:

«Η Τέχνη σας είναι ένα νευρασθενικό–ασελγές ανασκάλευμα με ωραία λόγια, είναι μια ξελογιάστρα Σειρήνα επάνω από νωπούς γερμανικούς τάφους που δεν έχουν ακόμα κλείσει. Μισούμε αυτούς τους ποιητές —κι ας προσφέρουν εκατό φορές ώριμη τέχνη— που θέλουν τους άντρες να τους κάνουν γυναίκες, που θέλουν να μας ισοπεδώσουν και να μας διεθνοποιήσουν και να μας κάνουν ειρηνιστές. Είμαστε Γερμανοί και θέλουμε να μείνουμε αιώνια Γερμανοί. Είμαστε μαθητές ενός Σίλερ και ενός Φίχτε και ενός Καντ κι ενός Μπετόβεν κι ενός Βάγκνερ —μάλιστα δέκα φορές μαθητές ενός Ρίχαρντ Βάγκνερ που το βροντόηχο πάθος του θα το αγαπάμε στους αιώνες των αιώνων. Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε οι Γερμανοί ποιητές μας (αν έχετε γίνει ξένος, να μας αδειάσετε η γωνιά!), θέλουμε οι Γερμανοί ποιητές να βγάλουν από το λήθαργο το λαό μας και να τον οδηγήσουν πάλι στους ιερούς κήπους του γερμανικού ιδεαλισμού, της γερμανικής θρησκείας και της γερμανικής πίστης!»

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτά δεν είναι παρά ασκήσεις γραφής σαν αυτές που άλλοτε αισθηματικοί νεανίες έγραφαν στο γενεαλογικό τους βιβλίο, απλοϊκές εκφράσεις μιας νεανικής μέθης από ηχηρά λόγια. Όμως αυτό θα ήταν μια υπερβολικά αισιόδοξη αντίληψη. Πίσω από τέτοιες φράσεις κρύβεται κάτι περισσότερο —όχι απόψεις και γνώμες παρά ένα δυνατό, αρρωστημένο και μάλιστα με το παραπάνω νευρασθενικό πείσμα, μια ομολογία για τάσεις που στην περαιτέρω επενέργειά τους είναι εχθρικές για το πνεύμα και για τη ζωή.

Ήδη το ότι ένας φοιτητής αισθάνεται την ανάγκη ν’ ανακοινώσει σε έναν ποιητή: «Είστε νεκρός για μας, σας περιγελάμε!» αποτελεί μιαν αλλόκοτη ανάγκη. Αυτός ο φοιτητής διάβασε κάτι δικό μου που του φαίνεται νευρασθενικό και νοσηρό ή «αντιγερμανικό» ή «ξενικό», αλλά δεν αρκείται στο να βάλει στην άκρη αυτό το βιβλίο και ν’ αποστραφεί αυτόν το συγγραφέα. Όχι. Σ’ αυτόν το συγγραφέα διαισθάνθηκε κάτι, ένα δηλητήριο, ένα ξελόγιασμα, κάτι ανθρώπινο, κάτι διεθνές, κάτι ξενικό, κάτι υπερεθνικό, κάτι το οποίο ξεκινάει το ξελόγιασμα, επομένως κάτι που όσο πιο ξελογιαστικό είναι τόσο πιο έντονα πρέπει να καταπολεμηθεί και ν’ αφανιστεί! Το ότι ο «ξενοποιημένος», ειρηνιστής, αντιγερμανικός ποιητής είναι γι’ αυτόν —το φοιτητή— νεκρός, το ότι κανένας αξιοπρεπής νέος με πατριωτικό και σιλερικό φρόνημα δεν ακούει τέτοιους ποιητές, αυτό πρέπει να του το βροντοφωνάξει (και στον εαυτό του επίσης) και να του το διαλαλήσει με μια ύποπτη σπατάλη πάθους.



Ο Χέρναν Έσσε στο γραφείο με τα βιβλία του / Hermann Hesse and his books




Φυσικά, δεν έχω σκοπό να απαντήσω εδώ σ’ ένα γράμμα σαν αυτό και σε κάμποσα άλλα παρόμοια που έλαβα. Δε μ’ ενδιαφέρει το αν μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες φοιτητές με διαβάζουν ή όχι, με εγκρίνουν ή όχι. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα για μένα. Αλλά με ενδιαφέρει, σαν σύμπτωμα των καιρών, η αντίδραση Γερμανών φοιτητών απέναντι στα κείμενα ειρηνιστών συγγραφέων, η αντίδρασή τους απέναντι στις προσπάθειες αυτών των συγγραφέων για αποβαρβαροποίηση και ανθρωπιά. Ενδιαφέρουσα είναι προπαντός η φράση: «Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε». Δηλαδή, κατά τη γνώμη αυτών των φοιτητών ένας συγγραφέας δεν είναι ένα πλάσμα που εκφράζει ό,τι νιώθει μέσα του σαν ανάγκη —κι αυτό το κάνει τόσο πιο τέλεια και τόσο πιο επάξια όσο πιο σίγουρα και πιο αλάθευτα βιώνει και απεικονίζει την ύπαρξή του, τα πιστεύω του, την αλήθεια του. Γι’ αυτούς ο συγγραφέας είναι ένας δημόσιος υπηρέτης που πρέπει να παίρνει διαταγές από φοιτητές για το τι πρέπει να λέει και να κάνει. Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει πίσω όταν το παλικαράκι προχωρεί εναντίον του με το ξίφος βγαλμένο απ’ τη θήκη. Αγόρι μου, πόσο προδόθηκες!

Όμως ακόμα πιο αποκαλυπτική για τη σπασμωδικότητα και την επικίνδυνη στενοκεφαλιά του συντάκτη του γράμματος είναι το ποιους αναγνωρίζει ως μεγάλες και ηγετικές μορφές. Ο επιστολογράφος μου είναι φοιτητής της Ιατρικής και κατά πάσα πιθανότητα έκανε μερικά χρόνια στον πόλεμο και καθώς —όπως προς τιμήν του, υποθέτω— ασφαλώς και αφιερώνει πολλή επιμέλεια στις σπουδές του, δεν μπορεί να μας πείσει ότι σαν φοιτητής έχει ήδη μελετήσει εμπεριστατωμένα τους λόγιους που αναφέρει. Αντίθετα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τις γνώσεις του για τη γερμανική ιστορία και τις γερμανικές μεγαλοφυΐες τις χρωστάει σε μερικές διαλέξεις περί πανγερμανισμού ή στο διάβασμα κάποιου με σχετικό πνεύμα κειμένου του Τσάμπερλεν, του Ρόρμπαχ ή, στην καλύτερη περίπτωση, του Νάουμαν. Μερικά ονόματα που ανήκουν κι αυτά στο πρόγραμμα τα έχει ξεχάσει, όπως τα ονόματα Λούθηρος και Χέγκελ. Όμως και χωρίς αυτά τα ονόματα το πρόγραμμα είναι κατανοητό.

Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι το όνομα Μπετόβεν. Γιατί στην απαρίθμηση των Γερμανών μουσουργών δε θα τον έβαζα στην πρώτη–πρώτη θέση, ωστόσο είναι για μένα πάρα πολύ ιερός για να βλέπω τ’ όνομά του ν’ αναφέρεται σ’ αυτή την ευτελή υπόθεση. Ας τον αφήσουμε στην άκρη ή μάλλον ας πούμε σ’ αυτόν το φοιτητή ότι ανάμεσα σε όλα τα ιερά ονόματα που ανέφερε υπάρχει ένα και μόνο που είναι αξιοσέβαστο και σε μένα και στους ομοϊδεάτες μου: Μπετόβεν. Ασφαλώς είναι άσχημο το ότι δε βρίσκονται δίπλα στο δικό του όνομα ούτε ο Μότσαρτ, ούτε ο Μπαχ, ούτε ο Γκλουκ παρά αποκλειστικά και μόνο ο Βάγκνερ. Όμως στο κάτω–κάτω της γραφής η μουσική είναι υπόθεση του καθενός και γιατί να μη βρίσκει χαρά ο νεαρός επιστολογράφος μόνο στο «Λόεγκριν» ή στην ουβερτούρα του «Ριέντσι»;




Εθνικισμός και μιλιταρισμός - ένα καρτούν / Nationalism and militarism... a cartoon
Ο γερμανικός επεκτατισμός, σκίτσο από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German imperialism during WWI
Γερμανοί στρατιώτες με σημαίες, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / German soldiers marching with flags during World War I



Αλλά το ότι από τους μεγάλους Γερμανούς ποιητές δε γνωρίζει και δεν αναφέρει ούτε έναν, το ότι κανένας απ’ όλους τους βαθυστόχαστους, συνεπείς με τον εαυτό τους, δυσκολοπροσάρμοστους —και γι’ αυτό μοναχικούς— Γερμανούς δεν του ήρθε στο νου τη στιγμή που ήθελε να ονοματίσει τα άγια των αγίων του, αυτό είναι κακό. Δηλαδή, για αυτού του είδους τους Γερμανούς φοιτητές υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που εκπροσωπείται αποκλειστικά και αστραποβόλα μόνο από τον Σίλερ, τον Καντ και τον Φίχτε! Κανένας Γκαίτε, κανένας Χέλντερλιν, κανένας Ζαν Πολ, κανένας Νίτσε! Φοβάμαι ότι ο επιστολογράφος δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Έχω το αίσθημα ότι κατά βάθος είναι πιο κοντινά στην καρδιά του ονόματα όπως του Σάρνχορστ, του Ρόον, του Μπλίχερ κλπ. Φοβάμαι ότι σχετικά με τον Σίλερ εννοεί λιγότερο την επαναστατική πλευρά του απ’ όσο τη διακοσμητική και ότι από τον Καντ διάβασε την «Κριτική του καθαρού λόγου» λιγότερο προσεχτικά απ’ όσο μελέτησε την πρακτική του. Ίσως όμως τον Καντ να τον γνωρίζει μόνο από εκείνη τη γνωστή περικοπή του Στερνχίμελ.

Όλα τα από τον επιστολογράφο τιμώμενα γερμανικά ονόματα ανήκουν —για να μιλήσω ανοιχτά— για μένα στους διακοσμητικούς Μεγάλους. Για δυο ποιήματα του Χέλντερλιν θα έδινα ολόκληρο τον Σίλερ και τον Φίχτε μαζί. Κι όσο για τον Καντ, παρά το γιγάντιο έργο του, δεν είχε στο γερμανικό πνεύμα καμιά καθαρή και ευεργετική επίδραση. Τουλάχιστον η ανελέητα κριτική σκέψη του και η καθαρότητα της μεθόδου του δεν έγιναν γενικά ισχύον πρότυπο για τους κατοπινούς απ’ αυτόν φιλοσόφους και καθηγητές της Γερμανίας. Πρότυπο έγινε μοναχά η μεταγενέστερη κλίση του προς την ηθική της αυθαιρεσίας και του Κράτους και η δουλικότητά του απέναντι στους ηγεμόνες της χώρας.

Κοντολογίς, η με τόση ορμητικότητα εκθειαζόμενη από τον επιστολογράφο μας γνωστή γερμανική Πίστη δε μου παρουσιάζεται σε τίποτα διαφορετική από εκείνη την πίστη του κατά μέσον όρο μορφωμένου Γερμανού περασμένης εποχής, αυτήν τη βολική, εξαρτημένη πίστη του αστού σε κάθε ομαδικό ιδανικό, αυτή την πίστη που ενάντιά της πολέμησε και διαμαρτυρήθηκε ο Γκαίτε τόσο συχνά, αυτή την πίστη που επάνω της συντρίφτηκε ο Χέλντερλιν, που ο Ζαν Πολ την ειρωνεύτηκε και που ο Νίτσε την κατήγγειλε τόσο μανιασμένα και τη στηλίτευσε. Αυτό το πνεύμα είναι εκείνο που επικρατεί όταν πρόκειται να εγκαινιαστεί μια «μεγάλη εποχή» με λάβαρα που κυματίζουν και με κλαγγές όπλων ή με πράξεις που προκαλούν παγκόσμια κατακραυγή του είδους εκείνης των 93.

[* Οι 93: διαμαρτυρία επιφανών Γερμανών λογίων το φθινόπωρο του 1914 για τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο]

Είναι το πνεύμα που φοβάται τον ίδιο τον εαυτό του και που κάθε προσπάθεια για απομάκρυνση από τη συνηθισμένη σημαία τη θεωρεί ευθύς αμέσως σατανική, όμως κρύβει αυτή την εσώψυχη δειλία του πίσω απ’ το θόρυβο σπαθιών. Το ότι αυτό το πνεύμα μπορεί να θεωρηθεί γερμανικό πνεύμα, το ότι αυτό το πνεύμα υποστηρίχτηκε από το καθεστώς από τα 1870 και ύστερα και διασαλπίστηκε σ’ όλον τον κόσμο, αυτό το πνεύμα που εμείς οι άλλοι δεν το αγαπάμε και το θεωρούμε φόβητρο, σκιάχτρο, μας έκανε να γίνουμε διεθνιστές και ειρηνιστές. Γιατί εκείνο το γερμανικό ψευδεπίγραφο πνεύμα —για να το πω καθαρά όπως είναι— είναι εκείνο στο οποίο ο κόσμος επιρρίπτει, δίκαια, τη μομφή για τον πόλεμο. Όποιος παραδέχεται αυτό το πνεύμα έχει μεγάλο μερίδιο στην ενοχή.



Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός και ανταγωνισμός στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, χάρτης εποχής / Map illustrating the era of World War I and the tensions between the nations



Για να βρει κανείς το δρόμο της εξόδου από την ύπνωση που του δημιούργησε η εξουσία και από εκείνο τον ιδεαλισμό της διπλής αλήθειας δε χρειάζεται, όπως νομίζει εκείνος ο επιστολογράφος, να αρνηθεί τη γερμανική υπόστασή του. Δε χρειάζεται παρά να διεθνικοποιηθεί κανείς όσο είναι αναγκαίο για να διδαχτεί από αλλοδαπούς όπως ο Ιησούς, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ.

Κατά τ’ άλλα, την αντίληψη που προπαγανδίζω εγώ και που ο επιστολογράφος τη θεωρεί αντιγερμανική και αντιανδρική μπορεί κανείς να τη βρει επιβεβαιωμένη και από πολυάριθμους Γερμανούς άντρες που υπήρξαν οι κήρυκές της και οι μάρτυρές της. Μόνο που πρέπει να κάνει κανείς μερικά βήματα που οι άλλες μελέτες του δεν άφησαν ακόμα χρόνο στον επιστολογράφο να κάνει: πρέπει να γυρίσει κανείς κάπως πίσω στο γερμανικό παρελθόν και όχι να μείνει μόνο μέχρι την κλασική–ιδεαλιστική εποχή κατά την οποία αξιοσέβαστοι και εν μέρει ιδιοφυείς άντρες έβαλαν το θεμέλιο που πάνω του χτίστηκε αυτό που σήμερα έχει εκφυλιστεί κι έχει παλιώσει σαν επίσημη–γερμανική κρατική νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου. Πρέπει να αναζητήσει κανείς στο παρελθόν μια παλιότερη, αλλοτινή Γερμανία των μεσαιωνικών καθεδρικών ναών και της ποίησης. Και στην πιο όψιμη Γερμανία πρέπει κανείς να γνωρίσει και να αναγνωρίσει δίπλα στον Βάγκνερ και τον Μπαχ και οπωσδήποτε τον Μότσαρτ, δίπλα στον Καντ και τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, δίπλα στον Σίλερ και τον Γκαίτε, τον Χέντερλιν και τον Ζαν Πολ. Τότε μπορεί κανείς να μείνει άντρας και Γερμανός και ταυτόχρονα να διαπνέεται από τις σκέψεις της ανθρώπινης αγάπης και της ανθρώπινης λογικής και να βοηθήσει στην πραγμάτωση αυτών των σκέψεων.

Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατό με τη νοοτροπία εκείνου του επιστολογράφου μου, με το μονόπλευρο, ιδεαλιστικό–ιδεολογικό Γερμανισμό που δε γνωρίζει παρά μόνο τον Καντ, τον Σίλερ, τον Φίχτε, τον Βάγκνερ. Αυτός ο μονόπλευρος πεισματικός Γερμανισμός, που διδάχτηκε από πολλούς άμβωνες και καθέδρες και που δε φαίνεται να κατέρρευσε μαζί με την κατάρρευση που επέφερε ο πόλεμος, πρέπει να δώσει τη θέση του σ’ έναν απεριόριστα πλατύτερο και ελαστικότερο Γερμανισμό, αν δε θέλουμε να μείνει η Γερμανία αιώνια ανάμεσα στους λαούς του κόσμου μοναχική, οργισμένη και γκρινιάρα.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ένα απόσπασμα από τον «Λύκο της Στέπας» [1927]



«Συναντηθήκαμε το επόμενο απόγευμα σ’ ένα καφέ. Η Ερμίν είχε φτάσει πριν από μένα, έπινε τσάι και, καθώς πλησίαζα, μου έδειξε χαμογελώντας τ’ όνομά μου που το ‘χε βρει σε μια εφημερίδα. Ήταν μια από τις αντιδραστικές σοβινιστικές φυλλάδες της περιοχής μου όπου, από καιρό σε καιρό, δημοσιεύονταν υβριστικά και βίαια σχόλια εναντίον μου. Στο διάστημα του πολέμου είχα εκφράσει την αντίθεσή μου γι’ αυτόν και μετά, από καιρό σε καιρό, είχα συστήσει ηρεμία, υπομονή, ανθρωπισμό και αυτοκριτική· είχα ακόμα εναντιωθεί στον εθνικιστικό σωβινισμό που από μέρα σε μέρα γινόταν ολοένα και πιο φανερός, πιο παράλογος και πιο ασυγκράτητος. Σ’ αυτή εδώ, λοιπόν, υπήρχε μια άλλη επίθεση αυτού του είδους, κακογραμμένη – ολοφάνερο πως η μισή δουλειά είχε γίνει από τον ίδιο τον εκδότη κι η άλλη μισή ήταν κλεμμένη από φύλλα που είχαν παρόμοιες τάσεις με το δικό του. Είναι πασίγνωστο πως κανείς δε γράφει χειρότερα απ’ αυτούς τους υποστηρικτές των σαραβαλιασμένων ιδεολογιών, κανείς δεν ασκεί το επάγγελμά του με τόσο λίγη αξιοπρέπεια και ευσυνειδησία.

Η Ερμίν είχε διαβάσει το άρθρο που την πληροφορούσε ότι ο Χάρυ Χάλερ ήταν ένα βρωμερό σκουλήκι κι ένας άνθρωπος που είχε προδώσει την πατρίδα του και ήταν αυτονόητο πως κανένα καλό δεν μπορούσε να προκύψει για τη χώρα όσο θα ανέχεται τέτοια πρόσωπα και τέτοιες ιδεολογίες, που έκαναν τη νεολαία να στρέφεται σε συναισθηματικές αντιλήψεις περί ανθρωπισμού αντί για την ένοπλη εκδίκηση κατά του προαιώνιου εχθρού.

«Εσυ είσαι αυτός;» ρώτησε η Ερμίν δείχνοντας τ’ όνομά μου. «Λοιπόν, κατάφερες να κάνεις αρκετούς εχθρούς και κανένα λάθος. Σε ενοχλεί;»

Διάβασα μερικές γραμμές. Δεν υπήρχε ούτε μία αράδα δίχως εκείνες τις στερεότυπες βρισιές, που χρόνια τώρα τυμπάνιζαν στ’ αυτιά μου μέχρι που αηδίασα πέρα για πέρα μαζί τους.



Αμερικανοί στρατιώτες εν έτει 1919 / American soldiers in 1919




«Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.

Και για να ξέρεις, Ερμίν, μ’ όλο που παρόμοια άρθρα δε μ’ ενοχλούν πια, πολύ συχνά μου προκαλούν θλίψη. Δύο τρίτα από τους συμπατριώτες μου διαβάζουν αυτό το είδος των εφημερίδων. Διαβάζουν πράγματα γραμμένα σ’ αυτό τον τόνο κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Και κάθε μέρα αυτά τα πράγματα τους ερεθίζουν, τους παρακινούν και τους χειραγωγούν, τους ληστεύουν τη ψυχική τους ηρεμία και τα καλύτερά τους αισθήματα και ο τελικός στόχος όλων αυτών είναι να ξαναγίνει πόλεμος, ο επόμενος πόλεμος που πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά και που θα είναι πολύ πιο φριχτός από τον προηγούμενο. Όλ’ αυτά είναι απλά και ξεκάθαρα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τα καταλάβει και να φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα μετά από ενός λεπτού σκέψη. Κανείς, όμως, δε θέλει να το κάνει. Κανείς δε θέλει ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο, κανείς δε θέλει ν’ απαλλάξει τον εαυτό του και τα παιδιά του από το επόμενο ολοκαύτωμα, αν αυτό είναι το τίμημα.

Βλέπεις, το να σκεφτεί ένα λεπτό, να εξετάσει τον εαυτό του για λίγο και να τον ρωτήσει ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης του για τη σύγχυση και για την κακοβουλία του κόσμου, κανείς δε θέλει να το κάνει. Κι έτσι, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον επόμενο πόλεμο, που χιλιάδες και χιλιάδες τον σπρώχνουν όλο και πιο μπροστά μέρα με τη μέρα. Από την ημέρα που το κατάλαβα αυτό, μ’ έχει παραλύσει και μ’ έχει φέρει σε απόγνωση. Δε μου ‘χει απομείνει πια ούτε πατρίδα ούτε ιδανικά. Αυτά δεν είναι παρά στολίδια για τους αξιότιμους κυρίους που θα εγκαινιάσουν την επόμενη ανθρωποσφαγή. Δεν έχει κανένα νόημα πια να σκέφτεσαι, να λες ή να γράφεις οτιδήποτε ανθρωπιστικό, να σκοτίζεις το μυαλό σου με σκέψεις καλής προαίρεσης, αφού για τους δυο τρεις ανθρώπους που το κάνουν υπάρχουν χιλιάδες εφημερίδες, περιοδικά, λόγοι, ομιλίες, δημόσιες και ιδιωτικές συγκεντρώσεις που έχουν για καθημερινή τους έγνοια να κάνουν το αντίθετο και το πετυχαίνουν.»


Hermann Hesse, “Der Steppenwolf”, Μετάφραση: Γ. Κωστόπουλου.


Για την επιλογή των κειμένων, την εισαγωγή και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας, το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 2019.




Κατεστραμμένη γη, τα ερείπια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / No Man's Land during WWI

15 Ιουνίου 2019

Αντρέι Ταρκόφσκι: Μονόλογος ενός τρελού στο πλήθος...


Τοπίο στην ομίχλη... από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι




«Ποιος πρόγονος μιλάει μέσα μου; Δεν μπορώ να ζω ταυτόχρονα στο νου και στο σώμα μου… Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορώ να είμαι ένα πρόσωπο μόνο. Είμαι ικανός να αισθάνομαι αναρίθμητα πράγματα ταυτόχρονα…

Δεν έμειναν πια μεγάλοι δάσκαλοι… αυτό είναι το κακό της εποχής μας... Το μονοπάτι της καρδιάς είναι σκεπασμένο με σκιές.

Χρειάζεται ν’ ακούσουμε τις φωνές εκείνες που μοιάζουν άχρηστες. Σε μυαλά γεμάτα μακριές αποχετεύσεις, τοίχους σχολείων, άσφαλτο και έντυπα επιδόματος ανεργίας... χρειάζεται να εισχωρήσει το ζουζούνισμα των εντόμων.

Να γεμίσουμε τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας με πράγματα που συνιστούν την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου…! Να φωνάξει ξανά κάποιος πως θα χτίσουμε τις πυραμίδες…! Και όχι... δεν έχει σημασία αν δεν τις χτίσουμε. Να ενισχύσουμε αυτή την επιθυμία και να μάθουμε ν’ απλώνουμε τις γωνίες της ψυχής… σαν ένα πλατύ, αέναο σεντόνι...

Αν θέλετε να προχωρήσει ο κόσμος, πρέπει να πιαστούμε από τα χέρια. Και ν' αναμίξουμε τους «υγιείς» με τους «ασθενείς». Εσείς, οι υγιείς! Τι σημαίνει λοιπόν η υγεία σας; Τα μάτια της ανθρωπότητας κοιτάζουν το βάραθρο μέσα στο οποίο πέφτουμε…! Η ελευθερία σας είναι άχρηστη αν δεν έχετε το θάρρος να μας κοιτάξετε στα μάτια… να φάτε, να πιείτε… και να κοιμηθείτε μαζί μας!

Όλοι εσείς οι «υγιείς»… οδηγήσατε τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής!

Άνθρωπε… άκου. Μέσα σου νερό… φωτιά… και μετά, στάχτες!

Και τα κόκαλα στις στάχτες.

Τα κόκαλα... και οι στάχτες!



Που βρίσκομαι όταν δεν είμαι ούτε στην πραγματικότητα, ούτε στη φαντασία μου; Κάνω μια νέα συμφωνία με τον κόσμο. Πρέπει να έχει ήλιο τη νύχτα… και χιόνι τον Αύγουστο.

Τα μεγάλα πράγματα τελειώνουν… τα μικρά αντέχουν.

Η κοινωνία πρέπει να ενωθεί και πάλι… όχι να αποδιαρθρώνεται! Εσείς... να κοιτάξετε τη φύση… και να δείτε πως η ζωή είναι απλή! Να επιστρέψουμε εκεί που βρισκόμασταν… σ’ εκείνο το σημείο που ακολουθήσαμε τον λάθος δρόμο.

Να επιστρέψουμε πίσω στις θεμελιώδεις αρχές της ζωής… χωρίς να βρωμίζουμε το νερό!

Τι κόσμος είναι αυτός, αν ένας τρελός σας λέει ότι πρέπει να ντρέπεστε;…

Και τώρα… μουσική.»


........................


Μονόλογος του Ντομένικο, από την ταινία «Νοσταλγία» του Αντρέι Ταρκόφσκι [Андре́й Тарко́вский / Andrei Tarkovsky, “Nostalghia”]. Έτος παραγωγής, 1983.



Ο κόσμος στις σκάλες... σκηνή από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι

2 Ιουνίου 2019

Η κοινωνική σάτιρα στον Αστερίξ


Ένα αφιέρωμα στον Αστερίξ... Η κοινωνική σάτιρα μέσα από τις ιστορίες του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Asterix social satire



“O tempora, o mores!”


Μέρος Ι. Εισαγωγή στον Αστερίξ




Κάποια πνευματικά έργα κατορθώνουν να σου μιλήσουν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής σου – και κάθε φορά που σου μιλούν, ο λόγος τους παρουσιάζει διαφορές. Αυτό συμβαίνει αφενός διότι αλλάζεις εσύ ο ίδιος – και προσλαμβάνεις πάντα με διαφορετικό τρόπο τα ερεθίσματα που δέχεσαι. Αφετέρου όμως, ο λόγος για τον οποίο κατορθώνει ένα έργο να μιλήσει με τέτοια ποικιλία γλωσσών, είναι διότι το ίδιο το έργο είναι δομημένο σε πολλαπλά επίπεδα. Κάποια επίπεδά του είναι περισσότερο προσβάσιμα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες, για παράδειγμα. Μέχρι που αποκτάς εκείνο το μαγικό κλειδί που ανοίγει τις κλειστές, ως τότε, πόρτες του νοήματος – και ξανοίγονται μπροστά σου τα επίπεδα που αγνοούσες μέχρι τότε. Μα το έργο δεν εξαντλεί την πολυσημία του: θα υπάρξουν πάντα κάποια νέα νοήματα, κάποιες νέες μορφές ανάγνωσης, που περιμένουν να ξεδιπλώσουν μπρος στα πόδια σου το μαγικό χαλί τους.

Μπορεί κάποιος να μιλήσει για την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» σαν να επρόκειτο «απλά» για ένα «παιδικό βιβλίο»; Ασφαλώς και όχι. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έργου ικανού να ξεδιπλώνει πολλαπλά νοήματα και σημασίες, διαφορετικά ανάλογα με την ηλικία και τον άνθρωπο. Θα συναντήσουμε πολλά ανάλογα έργα στη νεανική λογοτεχνία – όπως επίσης και στις κλασικές σειρές κόμικς που απευθύνονται τόσο στο παιδικό, όσο και στο ενήλικο κοινό. Σε αυτήν ασφαλώς την κατηγορία ανήκει και ο «Αστερίξ».

Η σημερινή ανάλυση που θα επιχειρήσω συνιστά την ανάλυση ενός ενήλικα. Είναι η ματιά ενός ενήλικα και η ερμηνεία που επιλέγει να δώσει σε ένα έργο με το οποίο μεγάλωσε. Αν επιχειρούσα ένα μεγάλο αφιέρωμα στο «Αστερίξ» όταν ήμουν παιδί, πιθανό να έγραφα ποιες είναι «Οι Πιο Αστείες Στιγμές του Αστερίξ» - όχι όμως ποια είναι «Τα Κοινωνικά Μηνύματα στον Αστερίξ». Τα μηνύματα όμως ασφαλώς βρίσκονται εκεί – σαν την πόρτα που περιμένει να συναντήσει το κλειδί της. Μένει να έρθει η κατάλληλη στιγμή: όταν θα ξαναπιάσεις, ένα-ένα, τα τεύχη, και τα διαβάσεις πάλι απ’ την αρχή. Θα διαπιστώσεις τότε πως η ματιά σου έχει αλλάξει: γελάς με άλλα πράγματα, παρατηρείς άλλα πράγματα. Και σκέφτεσαι πόσο έξυπνο και πολυεπίπεδο είναι το περιεχόμενό της σειράς.

Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε πως τέτοια έργα είναι γραμμένα από ενήλικες – αντανακλούν τη ματιά τους πάνω στον κόσμο. Και συχνά ο καλύτερος τρόπος να περιγράψεις τον κόσμο στον οποίο ζεις, είναι μέσω του χιούμορ! Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως σειρές όπως ο «Αστερίξ» λένε πολύ περισσότερα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, παρά για τον κόσμο εντός του οποίου ξετυλίγουν την πλοκή τους – έναν κόσμο που μοιάζει «ιστορικός», μα δεν είναι.

Τα εύσημα φυσικά για το πολυσήμαντο χιούμορ του «Αστερίξ» πάνε στον συγγραφέα του, Ρενέ Γκοσινύ [Rene Goscinny]. Είναι ο Γκοσινύ εκείνος που δημιούργησε, κατά βάση, εκείνο το κράμα ιστορικών αναφορών και επιτηδευμένου αναχρονισμού, που συνιστά την ουσία της σειράς. Ο κόσμος του «Αστερίξ» είναι ένας κόσμος που αναφέρεται σε Γαλάτες και Ρωμαίους, μα όσο φέρνουμε πάνω του τον μεγεθυντικό φακό μας, διαπιστώνουμε πως μοιάζει περισσότερο με τον κόσμο που εικοστού αιώνα. Εδώ έγκειται το στοιχείο της κοινωνικής σάτιρας – και εδώ δεσπόζει η ευφυής γραφή του Ρενέ Γκοσινύ.



Ρενέ Γκοσινί και Αλμπέρ Ουντερζό, οι δημιουργοί του Αστερίξ / Rene Goscinny & Albert Uderzo
Κίνηση στους δρόμους της Λουτετίας (Παρίσι). Από το Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ



Σκοπός του Γκοσινύ δεν ήταν να αφηγηθεί μια «αλληγορία», ούτε να γράψει ιστορίες «κοινωνικής κριτικής». Όπως όλοι οι μεγάλοι παραμυθάδες, πρωταρχικό του μέλημα ήταν να καταθέσει όμορφες, ευφάνταστες και αστείες ιστορίες. Μα ήταν τέτοια η οξύτητα της ματιάς του, που ήταν αναπόφευκτο στο χιούμορ του, από νωρίς ακόμα, να διεισδύσουν έξυπνες παραπομπές στην κοινωνία των καιρών του – οι οποίες έμελλε να ενισχυθούν και να ωριμάσουν με τα χρόνια. Όταν οι Γαλάτες επισκέπτονται τη Λουτετία (το αλλοτινό Παρίσι) και μπλέκουν σ’ ένα ασύμφορο «κυκλοφοριακό» με άμαξες, άλογα και εξαγριωμένους αμαξάδες που βρίζουν ο ένας τον άλλο, γίνεται πασιφανές πως εκείνο που απεικονίζεται είναι η σύγχρονη εικόνα του κεντρικού δρόμου μιας πόλης, ιδωμένη έντεχνα από μια «ιστορική» ματιά.

Ας επαναλάβω: πρόκειται για έναν επιτηδευμένο αναχρονισμό. Μα αυτό ακριβώς συνιστά μία από τις μεγαλύτερες γοητείες της σειράς του «Αστερίξ»: το γεγονός πως παρουσιάζεται μπροστά σου η κοινωνία που ζεις, μεταμορφωμένη όμως σε κοινωνία των ρωμαϊκών χρόνων.

Ω, καιροί, ω ήθη! Μα οι καιροί και τα ήθη στα οποία αναφερόμαστε – δεν είναι άλλα από τα δικά μας.



Η εξουσία στον Αστερίξ... από το Αστερίξ και η Χύτρα / Asterix and the Cauldron



Μέρος ΙΙ. Μια χρονολογική παρουσίαση των βιβλίων




Πριν όμως καταπιαστώ με το κεντρικό θέμα της παρουσίασης, επιτρέψτε μου να προβώ σε μια σύντομη αναδρομή στα τεύχη του Αστερίξ, παρουσιάζοντάς τα με την ιστορική σειρά που δημιουργήθηκαν. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.


Ι - Η πρώιμη περίοδος



Αστερίξ ο Γαλάτης [Astérix le Gaulois, 1961]. Όλα ξεκινούν εδώ. Ο Ουντερζό πειραματίζεται με τον σχεδιασμό των χαρακτήρων καθ’ όλη την έκταση της ιστορίας. Μα θα βρεις εδώ τις βάσεις όλου του μεταγενέστερου εποικοδομήματος. Για τη σημασία της και μόνο, η ιστορία αυτή ανήκει στις κλασικότερες.



Η πρώτη εμφάνιση των Αστερίξ και Οβελίξ, από το Αστερίξ ο Γαλάτης / The first appearance of Asterix and Obelix in Asterix the Gaul



Το Χρυσό Δρεπάνι [La Serpe d'or, 1962]. Το πρώτο από τα ταξίδια του Αστερίξ έμελλε να είναι και από τα συντομότερα – ίσα μέχρι την γειτονική Λουτετία. Συγκριτικά με τον κωμικό τόνο του πρώτου βιβλίου, εδώ ο τόνος μοιάζει περισσότερο περιπετειώδης – θυμίζοντας τις κλασικές σειρές των γαλλοβελγικών κόμικς. Έχει τις στιγμές του – μα ο Γκοσινύ δεν έχει βρει ακόμα τη φωνή του.

Ο Αστερίξ και οι Γότθοι [Astérix et les Goths, 1963]. Σταδιακά ανυψώνεται ο δείκτης του χιούμορ και μαζί με αυτόν η σατιρική απεικόνιση εθνοτήτων, που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν της σειράς. Οι Γότθοι συνιστούν τα «πρώτα θύματα».

Ο Αστερίξ Μονομάχος [Astérix gladiateur, 1964]. Εδώ διαφαίνονται για πρώτη φορά αναλαμπές από τη μεταγενέστερη λάμψη που έμελλε να περιλούσει τη σειρά. Η πρώτη επίσκεψη των Αστερίξ και Οβελίξ στη Ρώμη παρέχει στον Ρενέ Γκοσινύ τη δυνατότητα να ξετυλίξει νέες συγγραφικές δυνατότητες.

Ο Γύρος της Γαλατίας [Le Tour de Gaule d'Astérix, 1965]. Ένας μικρός φόρος τιμής στην πατρίδα του Αστερίξ και μια όμορφη ξενάγηση – που μεταξύ άλλων φέρει στις αποσκευές της, για πρώτη φορά, και τον μικροσκοπικό σκυλάκο Ιντεφίξ. Σε διάστημα τεσσάρων χρόνων η σειρά μοιάζει πια έτοιμη να ανέβει το επόμενο σκαλοπάτι – και να γίνει κλασική.



ΙΙ - Η κλασική περίοδος




Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα [Astérix et Cléopâtre, 1965]. Το πρώτο από τα μεγάλα κλασικά του Αστερίξ, παραμένει ως σήμερα μια από τις αγαπημένες ιστορίες του. Το σχέδιο έχει εξελιχθεί σε σημαντικό βαθμό και το κείμενο αγγίζει νέα ύψη. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο μετά από αυτή την ιστορία.



Ο Οβελίξ, Ο Πανοραμίξ και ο μαγικός ζωμός... από το Αστερίξ και Κλεοπάτρα / Asterix and Cleopatra panel



Ο Αγώνας των Αρχηγών [Le combat des chefs, 1966]. Σε αντίθεση με το μεγάλο ταξίδι του προηγούμενου βιβλίου, εδώ επανερχόμαστε στο γαλατικό χωριό – και είναι ευκαιρία για να γνωρίσουμε περισσότερο σε βάθος τον αρχηγό του, Μαζεστίξ, μα και να δούμε μια άλλη πτυχή του σοφού Πανοραμίξ.

Ο Αστερίξ στους Βρετανούς [Astérix chez les Bretons, 1966]. Από τις ιστορίες που έχουν συζητηθεί περισσότερο και αναμφισβήτητα ένα από τα κλασικότερα ταξίδια του Αστερίξ. Ο «ιστορικός αναχρονισμός» του Γκοσινύ και η «στερεότυπη» απεικόνιση ενός λαού (συγκεκριμένα, των Βρετανών) φτάνουν στα ύψη. Θα μπορούσαμε να πούμε πως στο συγκεκριμένο τεύχος ο «Αστερίξ» βρίσκει την χαρακτηριστική του φόρμουλα, που έμελλε να συνεχίσει μέχρι σήμερα.



Βρετανός εναντίον Ρωμαίων... από το Αστερίξ στους Βρετανούς / British against roman soldiers, in Asterix in Britain



Ο Αστερίξ στους Νορμανδούς [Astérix et les Normands, 1966]. Επιστροφή στο γαλατικό χωριό, παραπομπές στη ροκ μουσική των καιρών και στους ατρόμητους Νορμανδούς. Εξαιρετικά διασκεδαστική ιστορία, δίχως ιδιαίτερο κοινωνικό περιεχόμενο.

Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος [Astérix légionnaire, 1967]. Δεν είναι λίγοι που συγκαταλέγουν τη συγκεκριμένη ιστορία μεταξύ των κορυφαίων. Η κατάταξη των Αστερίξ και Οβελίξ στον ρωμαϊκό στρατό συνιστά μια μοναδική ευκαιρία προκειμένου να σατιρίσει ο Γκοσινύ στρατιωτικές και μη καταστάσεις, εκ των έσω. Η απεικόνιση, εξάλλου, του ερωτοχτυπημένου Οβελίξ, εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο τον χαρακτήρα του – και μας κάνει να συμπάσχουμε.

Η Ασπίδα της Αρβέρνης [Le bouclier Arverne, 1968]. Μια ανάλαφρη περιπλάνηση – σε αντίθεση με την καθόλου ανάλαφρη αναγκαιότητα για δίαιτα του αρχηγού Μαζεστίξ.

Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες [Astérix aux Jeux Olympiques, 1968]. Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε σε αυτή την ιστορία, σαν Έλληνες, είναι φυσικά η απεικόνιση της χώρας μας – κάτι μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και ελληνικού τουρισμού της δεκαετίας του 60, με άφθονες δόσεις από τζατζίκι, ούζο και συρτάκι. Μα αυτό συνιστά, όπως είπαμε, ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα – και μέρος της γοητείας – του Αστερίξ. Ο επιτηδευμένος αναχρονισμός του.

Ο Αστερίξ και η Χύτρα [Astérix et le chaudron, 1969]. Μία από τις «σκοτεινότερες» ιστορίες του Αστερίξ – και από τις αγαπημένες μου, προσωπικά. Η απεγνωσμένη ανάγκη των Αστερίξ και Οβελίξ να βρουν χρήματα μας οδηγεί σε άφθονες ενδιαφέρουσες συσχετίσεις με την εποχή μας – με αποκορύφωμα την ληστεία της τράπεζας.

Ο Αστερίξ στην Ισπανία [Astérix en Hispanie, 1969]. Όσο μεταβαίνουμε στην «ώριμη» περίοδο, το καστ του γαλατικού χωριού έχει πια συμπληρωθεί. Ο ψαράς Αλφαβητίξ προστίθεται στο παρόν τεύχος, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό δίδυμο με τον σιδερά Αυτοματίξ. Το ταξίδι του Αστερίξ στην Ισπανία παρουσιάζει διάφορα αναχρονιστικά στοιχεία (όπως ο χορός των τσιγγάνων), που όμως – όπως είπαμε ήδη – συνιστούν μέρος της γοητείας της σειράς.



ΙΙΙ - Η ώριμη περίοδος




Η Διχόνοια [La Zizanie, 1970]. Όσο ωριμάζουν τα σενάρια του Γκοσινύ, τόσο αποκτά περισσότερα επίπεδα η σειρά – και γίνεται κατάλληλη για πολλαπλές αναγνώσεις. Η «Διχόνοια» συνιστά ένα πανέξυπνο, όσο και διαχρονικό σενάριο – και ξεδιπλώνει μια βαθύτερη, πιο «ενήλικη» διάσταση στις περιπέτειες των φίλων μας.

Ο Αστερίξ στους Ελβετούς [Astérix chez les Helvètes, 1970]. Έχοντας πλέον μεταβεί στη δεκαετία του 70 – μια εποχή που τα πάντα, στον χώρο των τεχνών, έμοιαζαν να σοβαρεύουν –, ο «Αστερίξ» διακατέχεται από μια, σαφέστατα, περισσότερο «ενήλικη» διάθεση. Θα ήταν αδιανόητο πριν λίγα χρόνια, τον καιρό που κυκλοφορούσε το «Αστερίξ Μονομάχος», για παράδειγμα, να βλέπαμε σκηνές με παρακμιακά, έκφυλα «όργια» σε πολυτελείς βίλες διεφθαρμένων Ρωμαίων αξιωματούχων. Αξίζει να σημειωθεί πως την ίδια περίοδο «σοβάρευαν» αντίστοιχα τα σενάρια του Γκοσινύ για τον «Λούκυ Λουκ» - ποιος ξέρει, ίσως κάποια στιγμή να ετοιμάσω ένα αντίστοιχο αφιέρωμα και γι’ αυτό!



Ρωμαϊκά όργια από το Αστερίξ στους Ελβετούς / Roman orgies in Asterix in Switzerland
Ο Οβελίξ κάνει μια σημαντική διαπίστωση στη Διχόνοια / Obelix vs Roman soldier, in Asterix and the Roman Agent



Η Κατοικία των Θεών [Le Domaine des dieux, 1971]. Ένα από τα αγαπημένα μου τεύχη, όταν ήμουν μικρός, παραμένει ως σήμερα αγαπημένο. Πρόκειται, εξάλλου, για μία από τις κορυφαίες στιγμές κοινωνικής κριτικής του Γκοσινύ – σε μια περίοδο που το περιβαλλοντικό πρόβλημα είχε, για πρώτη φορά, αρχίσει να απασχολεί σοβαρά τον συγγραφικό και επιστημονικό κόσμο της εποχής.

Οι Δάφνες του Καίσαρα [Les Lauriers de César, 1972]. Ή αλλιώς, “Ο Αστερίξ στην Ρώμη νο.2”, θα μπορούσαμε να πούμε. Μια ιστορία το χιούμορ της οποίας μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο σε ενήλικο παρά σε παιδικό κοινό. Θα τη χαρακτήριζα ως μια ιστορία «κοινωνικού ρεαλισμού», απεικονίζοντας όψεις και συνήθειες μιας εύπορης ρωμαϊκής οικογένειας των καιρών – ή μήπως μιας αστικής οικογένειας της εποχής μας;



Πανοραμική όψη της Ρώμης, σχέδιο του Ουντερζό στις Δάφνες του Καίσαρα / Panoramic scene of Rome in Asterix and the Laurel Wreath



Ο Μάντης [Le Devin, 1972]. Αν με ρωτούσατε, μικρό, ποια είναι η αγαπημένη μου ιστορία της σειράς, θα απαντούσα «ο Μάντης»! Το σχέδιο του Uderzo είναι πανέμορφο και η ιστορία από τις πιο αστείες. Και φυσικά συμμετέχει όλο το καστ του γαλατικού χωριού – και μικρός έδινα σημασία σε κάτι τέτοια.

Ο Αστερίξ στην Κορσική [Astérix en Corse, 1973]. Ένα ακόμα ταξίδι, πιο ανάλαφρο, πιο ηλιόλουστο, κατάλληλο για να ξετυλίξει ο Uderzo πανέμορφα σχεδιασμένα τοπία με δάση και βουνά.

Το Δώρο του Καίσαρα [Le Cadeau de César, 1974]. Άλλη μια ιστορία που είχα αγαπήσει μικρός – κατά βάθος μου άρεσαν πιο πολύ οι ιστορίες που παρουσίαζαν το γαλατικό χωριό και τις σχέσεις των Γαλατών μεταξύ τους. Οι εκλογές και οι έρωτες της ιστορίας την καθιστούν μία από τις πλέον διασκεδαστικές της σειράς.



Προεκλογική περίοδος στον Αστερίξ, από το Δώρο του Καίσαρα / Elections in Asterix



Το Μεγάλο Ταξίδι [La Grande traversée, 1975]. Η μεγαλύτερη, ως τότε, εξόρμηση του Αστερίξ και μια συνάντηση πολιτισμών. Δεν εγείρει ιδιαίτερους προβληματισμούς, μα άκρως διασκεδαστική και ξέχειλη πανέμορφες τοποθεσίες.

Οβελίξ και Σία [Obélix et Compagnie, 1976]. Η υψηλότερη από τις κοινωνικές σάτιρες του Γκοσινύ. Περισσότερα για την μοναδική αυτή ιστορία – ένα αληθινό διαμάντι των κόμικς – θα πούμε παρακάτω.

Ο Αστερίξ στους Βέλγους [Astérix chez les Belges, 1979]. Το τελευταίο σενάριο του Γκοσινύ – που εικονογραφήθηκε όμως μετά τον θάνατό του. Περισσότερο και από την ιστορία, εκείνο που δεσπόζει στο συγκεκριμένο τεύχος είναι εκείνη η υπέροχη εικονογράφηση του Ουντερζό – ένας ζωγραφικός πίνακας, φόρος τιμής στον Πίτερ Μπρέγκελ τον πρεσβύτερο.



Σχέδιο φόρος τιμής του Ουντερζό στον Πίτερ Μπρέγκελ τον πρεσβύτερο από το Αστερίξ στους Βέλγους / Uderzo's tribute to Pieter Bruegel the elder in Asterix in Belgium issue
Ο γάμος των χωρικών, του Πίτερ Μπρέγκελ του πρεσβύτερου / Peasant Wedding, by Pieter Bruegel the elder




IV - Η μετά-Γκοσινύ περίοδος




Η Μεγάλη Τάφρος [Le Grand fossé, 1980]. Μια παραλλαγή του “Ρωμαίου και Ιουλιέτας” σε ένα γαλατικό πλαίσιο. Έχει τις στιγμές του, αν και είναι φανερή η απουσία του Γκοσινύ. Η συνέχεια θα ήταν καλύτερη για τον Ουντερζό.

Η Οδύσσεια του Αστερίξ [L'Odyssée d'Astérix, 1981]. Μεταξύ όλων των ιστοριών που κατέγραψε ο Ουντερζό, η «Οδύσσεια του Αστερίξ» θα έλεγα πως είναι εκείνη που θυμίζει περισσότερο το στυλ και το πνεύμα του Ρενέ Γκοσινύ. Και αυτό από μόνο του αρκεί.



Ο Σον Κόνερι ως Τζέιμς Μποντ στην Οδύσσεια του Αστερίξ / Sean Connery as James Bond in Asterix



Ο Γιος του Αστερίξ [Le Fils d'Astérix, 1983]. Μια πολύ διασκεδαστική ιστορία, που αποκαλύπτει περισσότερο τις τάσεις και προτιμήσεις του ίδιου του Ουντερζό παρά την παράδοση της σειράς. Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ σε ρόλο «μπαμπάδων», αντανακλώντας τις νέες εποχές, στις οποίες η «ισοτιμία των φύλων» έπαιζε πια κυρίαρχο ρόλο.

Ο Αστερίξ και η Χαλαλίμα [Astérix chez Rahazade, 1987]. Με την «Χαλαλίμα» ο Ουντερζό απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τα ύστερα ώριμα σενάρια του Γκοσινύ. Η σειρά στρέφεται περισσότερο στο φανταστικό και λιγότερο στο ρεαλιστικό στοιχείο – μα αυτό δεν σημαίνει πως δεν διαβάζεται ευχάριστα.




Πανοραμική θέα της Ακρόπολης από το Αστερίξ στη Χαλαλίμα / Acropolis view in Asterix




Ρόδο και Ξίφος [La Rose et le glaive, 1991]. Είχα διασκεδάσει πολύ με αυτή την ιστορία όταν τη διάβασα πρώτη φορά μικρός. Διαβάζοντάς τη πάλι, αρκετά χρόνια μετά, δεν σας κρύβω πως το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: «ωχ!». Πολλά στερεότυπα, τόσο όσο αφορά τον «παραδοσιακό» ρόλο της γυναίκας, όσο και όσο αφορά τις «φεμινίστριες». Θα πει κάποιος – μα το «Αστερίξ» πάντα έκανε χρήση στερεοτύπων, ειδικά αν μιλάμε για λαούς. Μα εδώ ανοίγει μια άλλη κουβέντα.




Τα δικαιώματα των γυναικών... από το Ρόδο και Ξίφος του Αστερίξ / Women's rights in Asterix and the Secret Weapon




Η Γαλέρα του Οβελίξ [La Galère d'Obélix, 1996]. Η ικανότητα του Ουντερζό να παραδίδει ιστορίες στα χνάρια του προκατόχου του, Γκοσινύ, εδώ φαίνεται πως λαμβάνει τέλος. Έχει τις στιγμές της (ποια ιστορία του Αστερίξ δεν έχει), μα δεν συγκρίνεται με το βάθος των παλιών.

Ο Αστερίξ και η Λατραβιάτα [Astérix et Latraviata, 2001]. Ό,τι είπα για την προηγούμενη ιστορία, ισχύει και γι’ αυτήν εδώ.

Και ο Ουρανός Έπεσε στο Κεφάλι τους [Le ciel lui tombe sur la tête, 2005]. Στην τελευταία του κατάθεση, ο Ουντερζό επιθύμησε να κάνει μια κοινωνική δήλωση για τον πόλεμο των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, μα και να αποθέσει έναν φόρο τιμής στις δημιουργίες του Ουώλτ Ντίσνεϋ. Η εκτέλεση ομολογουμένως είναι κατώτερη των προσδοκιών – και εδώ αναφέρομαι πάντα στο σενάριο, όχι στο υπέροχο σχέδιο –, μα είναι προς τιμήν του Ουντερζό που καταπιάστηκε με το συγκεκριμένο θέμα. Ποιος ξέρει – ίσως αν έλειπαν οι εξωγήινοι να μας άρεσε περισσότερο.



V - Η νεότερη εποχή




Και ερχόμαστε στο σήμερα – και στη συνέχιση της παράδοσης του Αστερίξ, από τους νέους δημιουργούς του, στους οποίους παρέδωσε πρόθυμα τη σκυτάλη ο Ουντερζό και η οικογένεια Γκοσινί. Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει τρία νέα βιβλία της σειράς: Ο Αστερίξ στους Πίκτους [Astérix chez les Pictes, 2013], Ο Πάπυρος του Καίσαρα [Le Papyrus de César, 2015] και Ο Αστερίξ και ο Υπεριταλικός [Astérix et la Transitalique, 2017].

Διαβάζοντας τις νέες ιστορίες διακρίνει κανείς έναν αέρα ανανέωσης, συγκριτικά με τα τελευταία τεύχη του Ουντερζό. Και αυτό αποκαλύπτει πως η παράδοση του Αστερίξ έχει να προσφέρει πολλά ακόμα στο μέλλον – και να σατιρίσει άφθονες ακόμα πτυχές της σύγχρονης, πολύβουης και συγχυσμένης πραγματικότητάς μας.



Οι Γκοσινύ και Ουντερζό ποζάρουν με τις φιγούρες των Αστερίξ και Οβελίξ / Goscinny and Uderzo posing with their heroes




Μέρος ΙΙΙ. Η κοινωνική σάτιρα στον Αστερίξ


Α – Αναχρονισμός και Στερεότυπα




Ας ξεκινήσουμε, το λοιπόν! (αναγνώστης: «θες να πεις πως μέχρι τώρα διάβαζα την εισαγωγή;!»). Και, για άλλη μια φορά, θα τα πάρουμε με τη σειρά.

Όπως έγραψα ήδη, βασικό χαρακτηριστικό της γοητείας του «Αστερίξ» είναι ο επιτηδευμένος αναχρονισμός του. Η πλοκή εξελίσσεται πριν δυο χιλιάδες χρόνια, εντός ενός οριοθετημένου ιστορικού πλαισίου (την εποχή της αναδυόμενης Pax Romana, στα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα) – μα η κοινωνία και οι χαρακτήρες που σκιαγραφούνται θυμίζουν περισσότερο το αστικό περιβάλλον του εικοστού αιώνα, παρά την ιστορική εποχή που εξελίσσεται η σειρά. Μα αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα παρέχει στον Γκοσινί τη δυνατότητα να ελιχθεί μεταξύ ιστορίας, μυθοπλασίας και σάτιρας της σύγχρονης πραγματικότητας. Και το καταφέρνει με μαεστρία.

Ένα ακόμα στοιχείο δεσπόζει τόσο στον «Αστερίξ», όσο και στα κείμενα του Ρενέ Γκοσινί συνολικά (το παρατηρούμε συχνά και στον “Λούκυ Λουκ”): πρόκειται για την τακτική χρήση εθνικών και άλλων στερεοτύπων. Η τάση, δηλαδή, να εξομοιώνονται μεταξύ τους οι εκπρόσωποι ενός λαού/έθνους και να παραβλέπονται οι διαφορές τους, με αποτέλεσμα να «μοιάζουν όλοι ίδιοι».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απεικόνιση των Βρετανών στο «Ο Αστερίξ στους Βρετανούς» - οι οποίοι δεν παραλείπουν ποτέ να κάνουν το καθημερινό τους «διάλειμμα για καυτό νερό» μια συγκεκριμένη απογευματινή ώρα (μέχρι που ανακαλύπτουν το τσάι). Θα μπορούσαμε, εξάλλου, να αναφέρουμε τους «χορευτές» Τσιγγάνους που συναντούν οι φίλοι μας στο «Ο Αστερίξ στην Ισπανία», τους «υπναράδες και προσκολλημένους στη βεντέτα» Κορσικανούς, τους «υπερβολικά ακριβείς στην ώρα τους» Ελβετούς και τους «πολεμοχαρείς» Γότθους.

Μα τα στερεότυπα αφορούν και τους ίδιους τους Γαλάτες: Ο ίδιος ο Αστερίξ και ο Οβελίξ συστήνονται στους απορημένους Ινδιάνους (στο «Μεγάλο Ταξίδι») ως εξής: “είμαστε γενναίοι, καλοφαγάδες, πεισματάρηδες, καβγατζήδες... μα αγαπάμε τους φίλους μας... Με άλλα λόγια, είμαστε Γαλάτες”.

Σε μια εποχή αυξημένης πολιτικής ορθότητας, σαν τη δική μας, τέτοια τακτική χρήση στερεοτύπων ίσως “ενοχλήσει” μια μερίδα κόσμου – μα μόνο εκείνους που γυρεύουν κάποια αφορμή για να ενοχληθούν. Τα στερεότυπα στον «Αστερίξ» ποτέ δεν είναι προσβλητικά και ποτέ δεν έχουν σκοπό να υποτιμήσουν κάποιον λαό έναντι κάποιου άλλου – σε αντίθεση, ας πούμε, με τις πρώτες ιστορίες του «Τεν Τεν». Η αυξημένη έμφαση στην ατομικότητα και τη διαφορετικότητα, χαρακτηριστική των καιρών μας, τείνει να παραβλέψει πως υπήρχαν εποχές όπου οι άνθρωποι, ως μέλη κοινωνικών ομάδων, έφεραν όντως χαρακτηριστικά που έτειναν να τους εξομοιώνουν μεταξύ τους. Αν το καλοσκεφτούμε, εξάλλου, η γραμμή ανάμεσα στον κοινωνικά διαμορφωμένο χαρακτήρα των ανθρώπων και το στερεότυπο είναι συχνά λεπτή και δυσδιάκριτη – ακόμα και σήμερα. Που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει το στερεότυπο όταν λέμε πως οι σύγχρονοι Ιάπωνες είναι «εργατικοί», για παράδειγμα, οι Γερμανοί είναι «οργανωτικοί» και οι Άγγλοι… «υπερόπτες»;



Αστερίξ και στερεότυπα / Stereotypes in Asterix




Έχω την αίσθηση πως η διαφορά εδράζεται στο αν ένα στερεότυπο είναι θετικό ή αρνητικό. Είναι διαφορετικό αν χαρακτηρίζεις τους Άγγλους «περήφανους» και διαφορετικό αν τους αποκαλείς «υπερόπτες» και «μεθύστακες». Είναι διαφορετικό αν χαρακτηρίζεις τους Γερμανούς «οργανωτικούς» και διαφορετικό αν τους αποκαλείς «ψυχρές υπολογιστικές μηχανές».

Εν τέλει όλα τα στερεότυπα, θετικά και αρνητικά, δεν παύουν να συνιστούν μια απλοϊκή, ενίοτε και παραπλανητική, περιγραφή μιας σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας. Τα χρησιμοποιούμε γιατί μας διευκολύνουν. Όταν ένα στερεότυπο διανθίζεται με το χιούμορ, θυμίζει τις καρικατούρες των σκιτσογράφων: παραμορφώνει επιτηδευμένα την εικόνα ενός προσώπου, υπερβάλλοντας σε κάποια χαρακτηριστικά του, θέλοντας μέσω της υπερβολής να δώσει έμφαση σε κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του χαρακτήρα του.

Ο Ρενέ Γκοσινί έχει κατά νου να ψυχαγωγήσει και όχι να προσβάλλει. Σαν τον σκιτσογράφο δημιουργεί «καρικατούρες» ικανές να μας διασκεδάσουν και να μας θυμίσουν πως αυτός είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο: μέσα από «γυαλιά στερεοτύπων», τείνοντας να διαφοροποιούμε τα μέλη των ομάδων στις οποίες ανήκουμε και να εξομοιώνουμε τα μέλη των εξωτερικών ομάδων. Όπως εξάλλου έγραφε, παρέα με τον Ουντερζό, στην εισαγωγή του «Ο Αστερίξ στους Βρετανούς»: οι «Βρετανοί» της ιστορίας δεν συνιστούν τους «αληθινούς Βρετανούς», μα τους «Βρετανούς υπό τη ματιά των Γάλλων». Το στερεότυπο, λοιπόν, ίσως αποκαλύπτει περισσότερα για τους ίδιους τους Γάλλους, παρά για τους Βρετανούς.

Πόσος, άραγε, εαυτός μας να βρίσκεται στην εικόνα που διαμορφώνουμε για τον κόσμο που βρίσκεται «έξω» από εμάς;



Η Φραμπάλα κατακτάει τον Ιντεφίξ... από το Αστερίξ Λεγεωνάριος / Tender scene in Asterix the Legionary
Ανάγλυφες φιγούρες των Γκοσινί και Ουντερζό σε πάνελ του Αστερίξ / Goscinny and Uderzo marble relief in Asterix



Β – Η σάτιρα στα τεύχη του Αστερίξ




Χρόνο με το χρόνο, και όσο εδραιωνόταν η σειρά, τόσο ωρίμαζε και το στοιχείο της κοινωνικής σάτιρας στη γραφή του Ρενέ Γκοσινύ. Εκείνο που στην αρχή δεν συνιστούσε παρά σκόρπιες αναφορές, εδώ κι εκεί, έφτασε να καταλαμβάνει τον πυρήνα ολόκληρων ιστοριών – φτάνοντας στο απόγειό του στα «χρόνια της ωριμότητας», στις αρχές της δεκαετίας του 70.

Ήδη στο «Χρυσό Δρεπάνι», τη δεύτερη ιστορία του Αστερίξ, ξεδιπλώνονται κάποιες σατιρικές αναφορές στα κοινωνικά δρώμενα της εποχής μας. Όταν ο Αστερίξ και ο Οβελίξ επισκέπτονται για πρώτη φορά τη Λουτετία (Παρίσι), δυσφορούν με την κίνηση στους δρόμους – ενώ δεσπόζουν τα πεταμένα αγγεία στον Σηκουάνα ποταμό.

Μια πρώιμη υπενθύμιση του οικολογικού προβλήματος και της αστικής μόλυνσης.



Περιβαλλοντικό πρόβλημα και μόλυνση από το Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ / Pollution in Asterix and the Golden Sickle
Μόλυνση του περιβάλλοντος στο Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ / Pollution in Asterix and the Golden Sickle



Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνή στο τέταρτο χρονολογικά τεύχος του Αστερίξ, το «Ο Αστερίξ Μονομάχος», αποκαλύπτεται πως οι σκλάβοι που σέρνουν τα κουπιά στη φοινικική γαλέρα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά «συνεργάτες» που δεν διάβασαν σωστά τους όρους του συμβολαίου πριν δεχτούν να υπογράψουν. Όσο αφορά τον ιδιοκτήτη του καραβιού, αυτός συστήνεται ως «διευθυντής μάνατζερ».

Οποιεσδήποτε ομοιότητες με τους καιρούς μας δεν είναι καθόλου τυχαίες.



Εργασιακά δικαιώματα στο Αστερίξ Μονομάχος / Workers' rights in Asterix the Gladiator




Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους επανέρχεται στον «Γύρο της Γαλατίας» - και μαζί με αυτήν άφθονες ευχάριστες αναχρονιστικές αναφορές σε πόλεις και τοπικές συνήθειες της Γαλλίας, όπως για παράδειγμα οι λουόμενοι και τα κορίτσια που κόβουν βόλτες στην ηλιόλουστη παραλιακή Ριβιέρα.



Η γαλλική Ριβιέρα από τον Γύρο της Γαλατίας του Αστερίξ / Asterix and the french Riviera
Κυκλοφοριακό και κίνηση στον Γύρο της Γαλατίας του Αστερίξ / Road traffic in Asterix and the Banquet



Ο «Αστερίξ και Κλεοπάτρα» ξεχειλίζει χιούμορ και εμβληματικές σκηνές. Ποιος ξεχνά, για παράδειγμα, την ανάβαση του Οβελίξ στη μύτη της Σφίγγας – και το επερχόμενο γκρέμισμά της από το βάρος του, με αποτέλεσμα οι πωλητές στα καταστήματα των «σουβενίρ» να αναγκαστούν να κόψουν τις μύτες από όλες τις μικροσκοπικές Σφίγγες στα ταμεία… Ή την προτροπή της Κλεοπάτρας στον πορτρετίστα της πως θα ενδιαφερόταν να δει μια φορά την εικόνα της σε κάποια άλλη πόζα, πέρα από το παραδοσιακό αιγυπτιακό «προφίλ» - μα ο πορτρετίστας απορρίπτει την πρόταση ως «μοντέρνα τέχνη»…

Τέλος, στο ίδιο τεύχος δεσπόζει η πολλαπλή αναφορά στην περίφημη «μύτη της Κλεοπάτρας» - παραπέμποντας στις επιστημονικές θεωρίες του «χάους» και τη γνωστή ρήση πως «αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν διαφορετική, η ιστορία της ανθρωπότητας θα είχε διαφορετική εξέλιξη».



Η συντηρητική τέχνη των Αιγυπτίων στο Αστερίξ και Κλεοπάτρα / Egyptian conservative art as depicted in Asterix and Cleopatra



Ο «Αγώνας των Αρχηγών», μεταξύ άλλων, ξεχωρίζει για εκείνη την περίφημη επίσκεψη σε έναν δρυΐδη «ψυχίατρο» - μαζί με την ιδιαίτερη γραμματέα και τους ασθενείς του και όλα. Άξιο αναφοράς είναι πως ο Οβελίξ δεν είχε συνειδητοποιήσει πως έχει θέμα με το βάρος του, μέχρι που ο ψυχίατρος του αποκάλυψε πως είναι «χοντρός», μα πως «δεν χρειάζεται να αισθάνεται άσχημα με αυτό»...

Στο ίδιο τεύχος δεσπόζουν οι παραπομπές στα σύγχρονα πανηγύρια, και fun-park (διανθισμένα με αρχαία ρόλερ κόστερ!), που στήνονται παρέα με άφθονα εμπορικά μαγαζάκια, στα πλαίσια του επερχόμενου «μεγάλου αγώνα» ανάμεσα στους αρχηγούς…

Και ερχόμαστε στο πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο «Αστερίξ στους Βρετανούς». Όλη η παρουσία των Βρετανών στην ιστορία, από την ομιλία ως τις διατροφικές τους συνήθειες, συνιστά από μόνη της μια μεγάλη σάτιρα – με τα στερεότυπά της και όλα. Να πούμε για το – εξαιρετικά βίαιο – παιχνίδι του «ράγκμπι» και τους ενθουσιώδεις οπαδούς; Να πούμε για την απεικόνιση του «Λονδίνου» της εποχής με τις χαρακτηριστικές εκείνες «διπλές άμαξες»; Ή για την περίφημη εκείνη απεικόνιση των τροβαδούρων που ξετρελαίνουν τα νεαρά κορίτσια και τα ωθούν να τσιρίζουν και να τραβούν τις κοτσίδες τους; Ο λόγος φυσικά για τους Beatles, σε μια από τις αγαπημένες μου στιγμές σε όλες τις ιστορίες του «Αστερίξ».

Μη ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο 1966 – όταν το άστρο και η δημοτικότητα των Beatles βρίσκονταν στο απόγειό τους.



Οι Beatles στους δρόμους του αρχαίου Λονδίνου... από το Αστερίξ στους Βρετανούς / Beatles in ancient London town, as depicted in Asterix in Britain



Μιλώντας για μουσική… όλη η παρουσία του νεαρού «Γιεγιεδίξ» στο «Αστερίξ και οι Νορμανδοί» δεν είναι παρά μια αναφορά στη ροκ μουσική των καιρών και την επιτηδευμένη παραφωνία της – δυσάρεστη στους πατροπαράδοτους Γαλάτες, μα εξαιρετικά ευχάριστη στον βάρδο Κακοφωνίξ…

Η μετάφραση του ονόματος, εξάλλου, παραπέμπει στους «γιεγιέδες» - όπως αποκαλούνταν περιφρονητικά οι οπαδοί των Beatles και λοιπών pop/rock σχημάτων στη διάρκεια της δεκαετίας του 60… “She loves you, yeah, yeah, yeah…”



Ο Γιεγιεδίξ και το ροκ 'εν ρολ στο Αστερίξ και οι Νορμανδοί / Rock 'n Roll in Asterix and the Normans



Ο «Αστερίξ Λεγεωνάριος» συνιστά μια εσωτερική ματιά σε έναν ρωμαϊκό στρατώνα, ξεκινώντας από το πρώιμο στάδιο της στρατολόγησης και συνεχίζοντας στην εκπαίδευση των νεοσύλλεκτων… Είναι αναμφίβολο λοιπόν πως θα αγαπηθεί από κάθε άνθρωπο που έχει βιώσει την εμπειρία του στρατού!

Η ίδια ιστορία, εξάλλου, απεικονίζει με γλαφυρό τρόπο την οδύσσεια μιας σύγχρονης γραφειοκρατικής διαδικασίας: στην αναζήτηση του λεγεωνάριου Τραγικομίξ, ο Αστερίξ αναγκάζεται να καταφύγει από το «γραφείο πληροφοριών» στο «στρατολογικό γραφείο, τέταρτη πόρτα αριστερά», και από κει στο «γραφείο του εκατόνταρχου υπηρεσίας» και από κει πάλι πίσω στις «πληροφορίες»… μέχρι που κάποια στιγμή ξεχειλίζει το ποτήρι. Αχ, και να κουβαλούσαμε λίγο μαγικό ζωμό στις αποσκευές μας, όποτε μπλέκαμε με τη σειρά μας σε γραφειοκρατικές διαδικασίες…

Εδώ κι εκεί θα συναντήσει κανείς αναφορές που τις αναγνωρίζουν μόνο οι «μυημένοι» - ή εκείνοι που έχουν καλές πηγές πληροφοριών στο διαδίκτυο! Η εικόνα της σχεδίας των πειρατών που ναυαγούν, στο ίδιο τεύχος, συνιστά επί της ουσίας μιας παραπομπή στο ξακουστό έργο του Τεοντόρ Ζερικώ «Η Σχεδία της Μέδουσας» - από τα ξακουστά έργα του Ρομαντισμού, το οποίο παρουσίασα στα «100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής» ( < κλικ).



Η γραφειοκρατία όπως απεικονίζεται στο Αστερίξ Λεγεωνάριος / Bureaucracy in Asterix the Legionary
Ο στρατός και οι διαταγές του... από το Αστερίξ Λεγεωνάριος / Army life in Asterix the Legionary
Η Σχεδία της Μέδουσας, σχέδιο του Ουντερζό βασισμένο στον πίνακα του Ζερικώ στο Αστερίξ Λεγεωνάριος / Raft of the Medusa, a tribute by Uderzo in Asterix the Legionary




Στην «Ασπίδα της Αρβέρνης» συναντούμε μια ξεκαρδιστική σκηνή ενός αρχαίου συστήματος «εσωτερικής επικοινωνίας» σε κάποια «υπηρεσία» των καιρών… Η γραμματέας ομιλεί στο «χωνί επικοινωνίας», το οποίο επί της ουσίας καλύπτει μια τρύπα στο γραφείο – κάτω από το οποίο βρίσκεται ο σκλάβος, που μεμιάς τρέχει για να μεταφέρει την είδηση…

Στο ίδιο τεύχος δεσπόζουν, εξάλλου, οι διαιτητικές μέθοδοι που αποσκοπούν να αποκαταστήσουν την υγεία του αρχηγού Μαζεστίξ… μέθοδοι που παραπέμπουν σε κάποιο σύγχρονο διατροφικό ινστιτούτο.



Προχωρημένο σύστημα επικοινωνίας σε γραφείο... από την Ασπίδα της Αρβέρνης του Αστερίξ / Office communication system in Asterix



Ο «Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες» ακροβατεί ανάμεσα στην ιστορία και τον γοητευτικό αναχρονισμό. Μεταξύ άλλων, δεσπόζουν στο βιβλίο οι υπέροχες πανοραμικές όψεις της Αθήνας και του Πειραιά – που, παρέα με την πανοραμική εισαγωγική εικόνα της Ρώμης στο μεταγενέστερο «Οι Δάφνες του Καίσαρα» ανήκουν στα ωραιότερα σχέδια που κατέθεσε ποτέ η εικονογραφική μαεστρία του Ουντερζό. Η επίσκεψη των Γαλατών στην Ακρόπολη θυμίζει σύγχρονη τουριστική εκδρομή, όπως και η βραδινή επιδρομή στην ελληνική ταβέρνα…

Μα περισσότερο όλων, εκείνο που αποτυπώνεται στη μνήμη είναι ο χορός συρτάκι, που από κοινού χορεύουν αρχαίοι Έλληνες, Ελληνίδες και Γαλάτες, με τον γέροντα Μαθουσαλίξ να πρωτοστατεί στο γλέντι! Μια σαφή αναφορά στον «Ζορμπά», που λίγο καιρό πριν είχε κατακλύσει τον κόσμο με την εμβληματική μουσική και τις σκηνές του – φτάνοντας να καθορίσει την εικόνα που έχουν για τους Έλληνες οι ξένοι. Είπαμε – υπάρχουν πολλών ειδών στερεότυπα, αρνητικά και θετικά.



Συρτάκι από το Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες / Sirtaki greek dance in Asterix and the Olympic Games



Ακολουθεί ο «Αστερίξ και η Χύτρα» - από τα αγαπημένα μου και, ταυτόχρονα, ένα από τα σκοτεινότερα τεύχη της σειράς. Ο Αστερίξ εξόριστος από το χωριό σε απεγνωσμένη αναζήτηση χρημάτων, καταλήγοντας ως και να επιδοθεί σε ληστεία τράπεζας – ναι, τα σενάρια του Γκοσινύ έχουν αρχίσει για τα καλά να διαφοροποιούνται από τις περισσότερο ανάλαφρες πρώτες ιστορίες. Σε επίπεδο κοινωνικής σάτιρας, λοιπόν, δεσπόζει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εμπόρους και η άγραφη αμοιβαιότητα όσο αφορά τη διαμόρφωση των τιμών της αγοράς («θα του πουλήσετε 14 αγριογούρουνα για 5 σηστέρσια μόνο; Σπάτε τις τιμές! Αυτό είναι έγκλημα!»), η απεικόνιση ενός Ρωμαίου φοροεισπράκτορα, η γλώσσα του οποίου στα μπαλονάκια δεν είναι παρά η συμπλήρωση μιας υπηρεσιακής φόρμας (όπου βάζεις τικ στο ανάλογο κουτάκι), και η προαναφερόμενη ληστεία της τράπεζας.

Μα περισσότερο όλων, εκείνο που μου κίνησε προσωπικά το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη ιστορία, σχετικά με το θέμα της κοινωνικής σάτιρας, ήταν η απεικόνιση του «μοντέρνου θεάτρου» και της πρακτικής του: σκοπός της ψυχαγωγίας πλέον δεν είναι να επιμορφώσει ή να ταξιδέψει τους θεατές – μα να τους σοκάρει, όσο το δυνατόν περισσότερο. Το πιο πετυχημένο θέαμα όλων είναι εκείνο που κατορθώνει να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό σκάνδαλο: στην περίπτωσή μας, να ξεστομίσει ένας Γαλάτης μπροστά στον ίδιο τον Ρωμαίο έπαρχο πως «είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι»… το αποτέλεσμα του οποίου είναι να οδηγηθεί ο θεατρικός σκηνοθέτης στην αρένα με τα λιοντάρια – ευτυχισμένος, μια που η καταδίκη του ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη δυνατή αναγνώριση.




Το μοντέρνο θέατρο στο Αστερίξ και η Χύτρα / Modern theater in Asterix and the Cauldron



Γ - Η ώριμη περίοδος του Γκοσινύ και το αποκορύφωμα της κοινωνικής σάτιρας




Έχουμε πια μεταβεί στα τέλη της δεκαετίας του 60 – μια εποχή που ο κόσμος δείχνει να έχει πια «σοβαρέψει». Ο ιδεαλισμός παραδίδει ολοένα και περισσότερο τη σκυτάλη στον ρεαλισμό• τα αγαπησιάρικα κινήματα των λουλουδιών έχουν αντικατασταθεί από σοβαρές κοινωνικές εξεγέρσεις• ο κινηματογράφος και οι τέχνες εισέρχονται σε μια βαθύτερη και, ταυτόχρονα, σκοτεινότερη εποχή – θυμίζοντας την κατάδυση στα νερά κάποιας θάλασσας• και η Γαλλία έχει νωπές τις μνήμες της από το μαζικό ξεσήκωμα του Μάη του 68 – και την καταστολή του.

Ο κόσμος στα τέλη της δεκαετίας του 60 δεν θα μπορούσε να είναι ίδιος με τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας. Αντίστοιχα λοιπόν μεταβάλλεται και το χιούμορ των καιρών – και ο Ρενέ Γκοσινύ μιλάει πια σε έναν διαφορετικό τόνο… περισσότερο ώριμο, περισσότερο ενήλικο. Η κοινωνική σάτιρα σε πολλά βιβλία του «Αστερίξ» δεν λειτουργεί πλέον συνοδευτικά στην ιστορία, σαν να επρόκειτο για ένα πρόσθετο καρύκευμα – μα συνιστά τον βασικό κορμό και το κύριο χαρακτηριστικό τους.

Ξεχωρίζω πέντε ιστορίες που αναδεικνύουν στο έπακρο τις νέες τάσεις – από πολλές απόψεις θα έλεγα πως οι συγκεκριμένες πέντε ιστορίες συνιστούν την κορωνίδα του εγκεφαλικού χιούμορ της σειράς. Οι ιστορίες αυτές είναι «η Διχόνοια», «ο Αστερίξ στους Ελβετούς», «η Κατοικία των Θεών», «Οι Δάφνες του Καίσαρα» και το «Οβελίξ και Σία».

Η «Διχόνοια» φέρει ως κεντρικό άξονα της πλοκής την ιδέα των Ρωμαίων να καταπολεμήσουν τους ατίθασους Γαλάτες με έναν διαφορετικό τρόπο – όχι πια δια της βίας, μα εκ των έσω. Και για πρώτη φορά οι Ρωμαίοι – που μέχρι τότε περιορίζονταν σε γραφικές συμπλοκές με τους πάντα ισχυρότερους Γαλάτες – γίνονται πραγματικά απειλητικοί. Διότι όπου δεν πιάνει η τυφλή ισχύς, ίσως να πιάνει το μυαλό. Και πόσοι πόλεμοι κερδήθηκαν δια της στρατηγικής; Πόσοι πόλεμοι δεν χρειάστηκε καν να διεξαχθούν – διότι ο αντίπαλος είχε ήδη νικηθεί εκ των έσω; Η ίδια η Ρώμη, εξάλλου, έμελλε να καταρρεύσει από την ίδια τη διαφθορά της. Τα εδάφη που κατέκτησαν οι βάρβαροι λαοί ήταν τα εδάφη μιας παρηκμασμένης και μαλθακής, πλέον, αυτοκρατορίας.

Στη «Διχόνοια» ο κεντρικός αντίπαλος των Γαλατών δεν είναι πλέον οι Ρωμαίοι – μα ο ίδιος ο εαυτός τους. Αρκεί ένα έξυπνο και μοχθηρό «ζιζάνιο», ένας πράκτορας των Ρωμαίος, για να σπείρει τον ιό της αμφιβολίας και της σύγκρουσης ανάμεσά τους – και να τους αφήσει έπειτα να αλληλοφαγωθούν, ενώ οι Ρωμαίοι κάθονται ήσυχοι παράμερα και περιμένουν. Οι κάτοικοι του γαλατικού χωριού παύουν σταδιακά να έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, διαχωρίζονται σε φατρίες και κλείνονται ολοένα και περισσότερο στους εαυτούς τους. Ο πόλεμος για πρώτη φορά εσωτερικεύεται και αγγίζει – σχεδόν – τα όρια του εμφυλίου. Και είναι γνωστό πως οι εμφύλιες διαμάχες υπήρξαν πάντα οι σκληρότερες της ιστορίας, παραχωρώντας τη σκυτάλη στην παντοτινή και αδιάψευστη τακτική κάθε σκεπτόμενης εξουσίας, που τρίβει με ικανοποίηση τα χέρια της: εκείνη του «διαίρει και βασίλευε»…

Μία και μόνο μία είναι η λύση: η συναδέλφωση ενάντια στον κοινό αντίπαλο. Καμία άλλη.



Σκηνή από τη Διχόνοια στον Αστερίξ / A scene from Asterix and the Roman Agent
Καβγάς των Γαλατών, από τη Διχόνοια του Αστερίξ / Gauls' fight in Asterix and the Roman Agent




Ακολουθεί «ο Αστερίξ στους Ελβετούς» - μια πανέμορφη ιστορία με άφθονες εναλλαγές σκηνικού, στην οποία μάλιστα για πρώτη φορά οι Γαλάτες καταλήγουν να δειπνήσουν παρέα με έναν Ρωμαίο. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να μαρτυρά πως βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή για τον Ρενέ Γκοσινύ – και πως οι χαρακτήρες έχουν ξεφύγει κατά πολύ από τους πρώιμους τόνους του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού.

Εκείνο όμως που δεσπόζει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, στη συγκεκριμένη ιστορία (πέρα από τις φοβερές εκείνες αναχρονιστικές ματιές στις «απαραβίαστες» ελβετικές τράπεζες και την αξέχαστη σκηνή με την τοξοβολία και το μήλο), είναι η βαθιά ρεαλιστική απεικόνιση των «ρωμαϊκών οργίων» και της διαφθοράς της εξουσίας.

Μόνο η σεξουαλικότητα λείπει για να μετατραπεί το κόμικ σε μια ιστορία αποκλειστικά για ενήλικες – όλα τα άλλα συστατικά βρίσκονται εδώ: η αχαλίνωτη παράδοση στις απολαύσεις του φαγητού και του πιοτού, η άφεση στα τρυφηλά ένστικτα της παρακμής, η αποχαλίνωση κάθε ανθρώπινου φραγμού στο όνομα της εξουσίας και της διατήρησής της. Όπως εξάλλου δηλώνει ο γλοιώδης κυβερνήτης Χοντροβάκιλλους, δύο είναι οι στάσεις που μπορεί να έχει απέναντι στον αντίπαλό του, ώστε να εξασφαλίσει τα προνόμιά του: «ή θα τον διαφθείρω, ή θα τον σκοτώσω».

Πολλές σελίδες γνήσιας ρωμαϊκής (και όχι μόνο) ιστορίας συμπυκνώνονται σε αυτή τη συγκεκριμένη φράση.



Η διαφθορά της εξουσίας στο Αστερίξ στους Ελβετούς / Power and corruption in Asterix in Switzerland
Ρωμαϊκά όργια στο Αστερίξ στους Ελβετούς / Roman orgies in Asterix in Switzerland issue




Η «Κατοικία των Θεών» συνιστά από πολλές απόψεις την αγαπημένη μου, απ’ όλες τις ιστορίες του Αστερίξ. Και την αγαπούσα ήδη από μικρός αυτή την ιστορία – ψηλαφώντας όπως όπως το νόημά της, αν και χρειάστηκαν χρόνια για να μπορέσω να το κατανοήσω σε όλη την έκτασή του.

Για δεύτερη φορά εδώ καταφεύγει ο Γκοσινύ στην τακτική της «καταπολέμησης του αντιπάλου εκ των έσω». Η σπορά της διχόνοιας απέτυχε, οι Γαλάτες τα βρήκαν πάλι μεταξύ τους – προχωράμε στο δεύτερο σχέδιο: εκείνο της διείσδυσης του ίδιου του ρωμαϊκού πολιτισμού στη ζωή και την καθημερινότητα των Γαλατών. Η λογική είναι η εξής: αφού δεν μπορείς να νικήσεις τον αντίπαλό σου με τα όπλα ή την διάσπαση… δοκίμασε να τον αφομοιώσεις. Να τον κάνεις να σου μοιάσει.

Το κρυφό όπλο των Ρωμαίων σε αυτή την ιστορία λέγεται «εκσυγχρονισμός». Ήδη τα λόγια του Ιουλίου Καίσαρα στο ξεκίνημα της ιστορίας είναι δηλωτικά της πρόθεσής του: «το χωριό είναι καταδικασμένο να προσαρμοστεί, ή να εξαφανιστεί». Πού να προσαρμοστεί; Στα νέα δεδομένα των καιρών – τα δεδομένα της «ανάπτυξης», της «οικονομίας» και του «εμπορίου». Θυμίζοντας άφθονα ιστορικά παραδείγματα υπανάπτυκτων εθνών, που εξαναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις πιέσεις των ισχυρών και στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς, το γαλατικό χωριό ανοίγει τις πύλες του όχι πια στους βίαιους κατακτητές Ρωμαίους… μα στους ανέμελους τουρίστες που γυρεύουν να καταναλώσουν «ντόπια, παραδοσιακά προϊόντα» και «άγρια γαλατική φύση».

Παράλληλα, το χτίσιμο ενός ρωμαϊκού ξενοδοχείου καταμεσής του γαλατικού δάσους μοιάζει περισσότερο επικίνδυνο και από χίλιες πληγές μάχης. Τι να σου κάνει εδώ ο μαγικός ζωμός. Σύμφωνοι, μπορεί κάποιος να αντισταθεί σε μια ενδεχόμενη πολεμική εισβολή. Μα άντε να αντισταθείς στην εισβολή της «προόδου» - πόσο μάλλον αν εξασφαλίζει χρήμα για τους έξυπνους και εκλεκτά εμπορικά προϊόντα για τα πλήθη. Το οικονομικό καταναλωτικό ένστικτο εισέρχεται για πρώτη φορά στο γαλατικό χωριό – και οι κάτοικοί του αφήνουν στην άκρη τα όπλα και πιάνουν τους λογαριασμούς και τα ισοζύγια.

Γιατί να αντιστρατεύονται πια τους Ρωμαίους, τη στιγμή που εκείνοι μπορούν να αποτελέσουν τους καλύτερους δυνατούς πελάτες τους;



Η εμπορευματοποίηση στον Αστερίξ... από την Κατοικία των Θεών / Commercialism in Asterix and the Mansion of the Gods



Η «Κατοικία των Θεών» ξεχωρίζει, εξάλλου, και για το πανταχού παρόν περιβαλλοντικό της μήνυμα. Πελώριες εκτάσεις από δάση πέφτουν στο όνομα της «ανάπτυξης» και της «προόδου» - προς απογοήτευση του γλυκού μας Ιντεφίξ. Αλίμονο όμως, στον κόσμο πέρα από τις χάρτινες σελίδες δεν υπάρχουν οι μαγικοί σπόροι του Πανοραμίξ, ικανοί να κάνουν τα δέντρα να φυτρώσουν πάλι. Η καταπάτηση της φύσης στο όνομα του κέρδους (εκείνο που κάποιοι αποκαλούν «ανάπτυξη») είχε μόλις αρχίσει να γίνεται αισθητή σε όλη την έκτασή της τον καιρό εκείνο, στις αρχές της δεκαετίας του 70. Επί της ουσίας βρισκόμαστε στις απαρχές του περιβαλλοντικού κινήματος – και εδώ φανερώνεται πόσο καλά εξέπεμπαν οι κεραίες του Ρενέ Γκοσινύ στον γενικό παλμό της εποχής του.

Κι όμως – οι κοινωνικές αναφορές στην εκπληκτική αυτή ιστορία δεν τελειώνουν εδώ! Κάποια στιγμή ο Αστερίξ έρχεται σε επαφή με τον επικεφαλής των σκλάβων, ζητώντας του να εξεγερθεί, να εγκαταλείψει τη σκλαβιά και να διεκδικήσει, μαζί με τους άλλους σκλάβους, την ελευθερία του – καταφέρνοντας έτσι ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στους Ρωμαίους. Ο σκλάβος αρχικά δελεάζεται… μα η κατάληξη είναι διαφορετική: οι σκλάβοι συνδικαλίζονται και διεκδικούν οικονομικά οφέλη από τους αφεντάδες τους. Οι Ρωμαίοι υποχωρούν και δέχονται να τους πληρώσουν και να βάλουν στην άκρη τα μαστίγια. Οι σκλάβοι υποχωρούν με τη σειρά τους – και η εργασία συνεχίζεται, με τους απλούς, μέχρι πρότινος, σκλάβους να έχουν μετατραπεί σε συνασπιζόμενους συνδικαλιστές σκλάβους. Και όπως αναφέρει ο επικεφαλής των σκλάβων στον αποσβολωμένο Αστερίξ: «οι σκλάβοι δουλεύουν καλύτερα από τη στιγμή που άρχισαν να τους πληρώνουν».



Οι σκλάβοι διεκδικούν τα εργασιακά τους δικαιώματα... από την Κατοικία των Θεών του Αστερίξ / Slaves' Union rights in Asterix
Η πρόοδος... σκηνή από την Κατοικία των Θεών / Progress... a scene from The Mansion of the Gods in Asterix



Πραγματικά, όλη η εποχή μας σε μία και μόνο ιστορία. Θυμίστε μου παρακαλώ τον λόγο που οι ιστορίες του «Αστερίξ» κυκλοφορούν σε όλα τα περίπτερα της χώρας – μα αντιμετωπίζονται απλά ως «παιδικά κόμικς» από την πλειοψηφία του κόσμου; Υποθέτω διότι ο ίδιος αυτός κόσμος δεν έχει κατορθώσει να εμβαθύνει στα μηνύματά του… Δε βαριέσαι – κάτι τέτοια με εξωθούν να γράφω αυτά εδώ τα αφιερώματα. Κάποιος πρέπει να το κάνει, σε τελική ανάλυση.

Οι «Δάφνες του Καίσαρα» ανήκουν στις ιστορίες που θα εκτιμήσει περισσότερο ο ενήλικας, συγκριτικά με το παιδί. Πλέον τη συγκαταλέγω στις αγαπημένες μου ιστορίες – αν με ρωτούσατε όταν ήμουν παιδί, δύσκολα θα την τοποθετούσα έστω και στο τοπ-10, προτιμώντας πιο ανάλαφρες ιστορίες όπως «ο Μάντης» και το «Ρόδο και Ξίφος».

Καταρχάς το σχέδιο του Ουντερζό βρίσκεται πια στο αποκορύφωμά του. Το εισαγωγικό γενικό πάνελ της Ρώμης είναι τόσο εντυπωσιακό, που θα μπορούσε εύκολα να περάσει για μακέτα παρμένη από κάποιο ιστορικό ρωμαϊκό μουσείο. Οι φιλότεχνοι, εξάλλου, θα παρατηρήσουμε με ευχάριστη έκπληξη τις αναφορές του Ουντερζό σε κλασικά γλυπτά της ιστορίας της τέχνης, μέσα από τις στάσεις εκείνου του σκλάβου στο παζάρι – από τον «Δισκοβόλο» και τον «Λαοκόοντα» ως τον «Σκεπτόμενο» του Ροντέν… Κάτι τέτοιες εικαστικές πινελιές ίσως διαφύγουν από το παιδί, μα σκορπίζουν χαρά στον επιμορφωμένο ενήλικα.

Όντας το μοναδικό βιβλίο της σειράς που εκτυλίσσεται εξ’ ολοκλήρου στον «ομφαλό της γης» και την πιο ανεπτυγμένη πόλη των καιρών της – τη Ρώμη – συνιστά ένα τέλειο πάτημα για τον Ρενέ Γκοσινύ, ώστε να σατιρίσει τα ήθη της μοντέρνας εποχής μας. Από τη μία έχουμε εκείνη την αποτύπωση της μεσαίας ρωμαϊκής οικογένειας, που ισορροπεί όπως-όπως μεταξύ της συντήρησης και της ανάγκης για ξεσάλωμα και υπέρβασης των κοινωνικών φραγμών. Από την άλλη έχουμε την αποτύπωση των ρωμαϊκών δικαστηρίων και της ματαιόδοξης φλυαρίας του δικηγορικού λόγου. Αυτά μεταξύ άλλων.


Δικηγορική ρητορεία... σκηνή από τις Δάφνες του Καίσαρα στον Αστερίξ / Lawyer's rhetoric speech in Asterix
Ο άνθρωπος-γλυπτό στις Δάφνες του Καίσαρα του Αστερίξ / The man-statue in Asterix and the Laurel Wreath




Και συνεχίζουμε με το «Οβελίξ και Σία» - το περιεχόμενο του οποίου θα μπορούσε να συνιστά, παρέα με την «Κατοικία των Θεών», υλικό διδασκαλίας στα σχολεία. Και να είστε βέβαιοι πως μιλάω απολύτως σοβαρά αυτή τη στιγμή.

Η συγκεκριμένη ιστορία συνιστά μια σπουδή στον καπιταλισμό. Ταυτόχρονα συμπληρώνει την άτυπη «τριλογία» των ιστοριών (μαζί με τη «Διχόνοια» και την «Κατοικία των Θεών») στις οποίες οι Ρωμαίοι επιχείρησαν να καταλάβουν τους Γαλάτες εκ των έσω. Η προβληματική γύρω από την εισβολή της οικονομίας και του παραγωγικού-καταναλωτικού μοντέλου φτάνουν στο αποκορύφωμά τους – και μαζί με αυτές ο κύκλος του «Αστερίξ» φτάνει στο αποκορύφωμα των εγκεφαλικών ιστοριών του.

Όλα ξεκινούν όταν ένας πονηρός οικονομολόγος – που συνιστά καρικατούρα του Γάλλου πολιτικού και μελλοντικού προέδρου, Ζακ Σιράκ – προτείνει στον Καίσαρα την απόλυτη μέθοδο κατάκτησης του αλύγιστου, ως τότε, γαλατικού λαού: τη μετατροπή του σε «συνέταιρους καπιταλιστές», διατεθειμένους να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τους πρώην εχθρούς τους και να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο προς όφελος του ατομικού κέρδους, μιας ζωής καταναλωτικής χλιδής και ενός εποικοδομήματος κοινωνικού κύρους. Και δεν είναι τυχαίο που το πρώτο θύμα της νέας τακτικής είναι ο παντοδύναμος μεν, αφελής και ανασφαλής δε, Οβελίξ.

Κλειδί της επιτυχίας του σχεδίου είναι η μετατροπή ενός άχρηστου αντικειμένου σε καταναλωτικό προϊόν μεγάλης αξίας: ο λόγος για τα περίφημα μενίρ, που ως τότε έμοιαζαν να μην έχουν την παραμικρή χρησιμότητα. Αρκεί όμως να προσδώσει μια επίστρωση «αξίας» πάνω τους ένας διαπρεπής οικονομολόγος, για να μεταμορφωθούν σε προϊόντα υψηλής αναγκαιότητας.

Αναγκαία σε τι ακριβώς; Μα σε άφθονα πράγματα, όπως αποκαλύπτουν οι διαφημιστικές μπροσούρες που μοιράζονται στους Ρωμαίους πολίτες, που καλούνται, πλέον, να επενδύσουν πάνω τους τα χρήματά τους. «Σκλάβους έχεις… μενίρ όμως έχεις;». E, λοιπόν, καιρός να αποκτήσεις!



Άνοδος της οικονομίας στον Αστερίξ / The prices have risen in Asterix
Αστερίξ και Καπιταλισμός... από το Οβελίξ και Σία / Asterix and Capitalism, in Obelix and Co.
Σκηνή από το Οβελίξ και Σία



Και τα μενίρ ξεχύνονται στην αγορά. Και οι πηγές τους ποικίλουν – εκείνο που ξεκίνησε από έναν και μοναδικό παραγωγό (τον Οβελίξ) έχει καταλήξει να μετατραπεί σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό παραγωγικό σύστημα.

Οι παραγωγοί αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς, όσο βλέπουν πως το προϊόν τους έχει πέραση και αποφέρει έσοδα. Και μαζί με τους παραγωγούς καλλιεργείται και ο ανταγωνισμός – ποιος θα δημιουργήσει το καλύτερο μενίρ, ποιος θα παράγει περισσότερα, ποιος θα απασχολήσει περισσότερους και καλύτερους εργάτες.

Ο καπιταλισμός έχει εισέλθει για τα καλά στον ειρηνικό, μέχρι τότε, κόσμο του γαλατικού χωριού. Ο αγώνας για το μονοπώλιο της αγοράς έχει ξεκινήσει – μόνη σημασία ποιος θα επικρατήσει έναντι του άλλου. Και να πως ένα άχρηστο αντικείμενο μεταμορφώνεται σταδιακά σε αντικείμενο υψηλής χρησιμότητας, φτάνοντας να μετατραπεί σε μέτρο ανταλλαγής, καθορίζοντας την αξία, τις τιμές και τις συνθήκες της διεθνούς αγοράς.

Σε έναν κόσμο σαν αυτόν δεν προκαλεί καμία εντύπωση λοιπόν που η Αππία Οδός καταλήγει να κλείσει ως ένδειξη διαμαρτυρίας, επειδή «το μονοπώλιο των γαλατικών μενίρ διακυβεύει την εργασία των Ρωμαίων σκλάβων»…



Οικονομική κρίση και διαδηλώσεις στο Οβελίξ και Σία του Αστερίξ / Economic crisis and demonstrations in Obelix and Co.
Διαφημίσεις μενίρ από το Οβελίξ και Σία / Menhir advertisements in Obelix and Co.

Το καταναλωτικό σύστημα στο τεύχος του Αστερίξ, Οβελίξ και Σία / Menhir advertisements in Obelix and Co.




Και όταν ο Αστερίξ προτείνει στον Οβελίξ να πάνε για κυνήγι, εκείνος του απαντάει: «εγώ δεν χάνω τον χρόνο μου τζάμπα» - και κατευθύνεται στο λατομείο των μενίρ του, ώστε να επιβλέψει το εργατικό προσωπικό του.

Γιατί με τον ερχομό του καπιταλισμού αλλάζει και η έννοια του χρόνου. Ο χρόνος πλέον διαχωρίζεται σε «παραγωγικός» και «μη-παραγωγικός» - και φυσικά παραγωγικός χρόνος είναι εκείνος που αποφέρει κέρδη…

Αχ, και να διδάσκονταν αυτές οι ιστορίες στα σχολεία. Σύμφωνοι, τα παιδιά τις διαβάζουν, το ίδιο και οι ενήλικες – μα αμφιβάλλω αν εμβαθύνουν στο νόημά τους.



Είναι τρελοί αυτοί οι καπιταλιστές... από το Αστερίξ / These capitalists are crazy... in Asterix



Επίλογος




Να που το αφιέρωμα, λοιπόν, έφτασε τις 6500 λέξεις! Ουφ! Ναι, πήρε καιρό για να το γράψω – μα το χάρηκα, να είσαι βέβαιος γι’ αυτό αγαπητέ αναγνώστη. Θέλω να πιστεύω πως το χάρηκες κι εσύ μαζί μου.

Σκοπός αυτού του αφιερώματος ήταν αφενός να καταδείξω την κοινωνική διάσταση μιας από τις δημοφιλέστερες σειρές κόμικς όλων των εποχών. Αφετέρου ήταν ένας μικρός προσωπικός φόρος τιμής σε μια σειρά με την οποία μεγάλωσα – και μεγαλώνω ακόμα.

Ω, ναι. Θα συμφωνήσω μαζί σου, Οβελίξ. «Είναι τρελά αυτά τα Κουνέλια!»


Αν σας άρεσε η παρουσίαση, προτείνω να περάσετε μια βόλτα και από τα ακόλουθα αφιερώματα:

Τριάντα και ένας λόγοι για να διαβάσετε το Sandman


Τα κοινωνικά μηνύματα του Χάρι Πότερ

© Το αφιέρωμα στον Αστερίξ γράφτηκε με άφθονα διαλείμματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 19 από το Φονικό Κουνέλι. Τα εύσημά μου στα φιλαράκια που σκάναραν τα τεύχη και τα ανέβασαν στο διαδίκτυο. Τα λέμε στο επόμενο! 



Τεύχη του Αστερίξ... φωτογραφία: το φονικό κουνέλι / Asterix greek issues