Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Δεκεμβρίου 2018

Επιστροφή στη Μέρα της Μαρμότας... μια φιλοσοφική-ψυχολογική μελέτη


Η Μέρα της Μαρμότας... μια μελέτη για τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις της ταινίας, από το Φονικό Κουνέλι / Groundhog Day, a philosophical and psychological analysis



Μια φιλοσοφική και ψυχολογική μελέτη για το “Groundhog Day”… την ξακουστή Ημέρα της Μαρμότας




Σκέψου να επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά μια μέρα της ζωής σου. Από το πρωινό σου ξύπνημα ως τη στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος τη νύχτα, η μέρα επαναλαμβάνεται στο διηνεκές, και συ έχεις τη δυνατότητα να τη ζήσεις με όποιον τρόπο επιθυμείς. Ποια μέρα θα επέλεγες; Μην απαντήσεις – ξέρω. Μάλλον κάποια μέρα που φυλάς μέσα σου με τις θερμότερες αναμνήσεις. Μια μέρα γεμάτη έρωτα, διασκέδαση, θαλπωρή, χαρά… Ωραία ως εδώ – όλοι μας έχουμε ζήσει κάποιες τέτοιες μέρες, και ποιος δεν θα επιθυμούσε να τις ζήσει πάλι απ’ την αρχή.

Έστω όμως πως ΔΕΝ είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις· έστω πως επαναλαμβανόταν, ξανά και ξανά και ξανά, μια συνηθισμένη, αδιάφορη μέρα της καθημερινότητάς σου: από εκείνες που φεύγουν και ούτε που πήρες χαμπάρι πως πέρασαν. Μια μέρα από κείνες που οι ώρες περνούν και μοιάζουν ίδιες η μία με την άλλη. Μια εκνευριστική, βαρετή, ταλαίπωρη, υπερβολικά καθημερινή ημέρα. Μια μέρα που δεν σκέφτεσαι δεύτερη φορά. Μια μέρα που δεν θα θυμάσαι στο μέλλον, γιατί δεν έζησες κάτι της προκοπής κατά τη διάρκειά της. Σκέψου ΑΥΤΗ η μέρα να επαναλαμβανόταν στην αιωνιότητα, σε μια νευρωτική λούπα, ξανά και ξανά και ξανά, και να μην έχεις τη δυνατότητα να ξεφύγεις από δαύτην…

Θα το άντεχες;

Σήμερα θα μιλήσουμε για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών, κεντρικό θέμα της οποίας είναι αυτή ακριβώς η αδιάκοπη επανάληψη της ίδιας μέρας: ο λόγος φυσικά για την «Μέρα της Μαρμότας» [“Groundhog Day”]. Μια ταινία που, όλως τυχαίως, πιάνω τον εαυτό μου να τη βλέπει ξανά και ξανά και ξανά – ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές την έχω δει ως σήμερα. Μα κάθε φορά το απολαμβάνω.

Η ταινία γυρίστηκε το 1993, σε σκηνοθεσία Harold Ramis και σενάριο των Danny Rubin και Harold Ramis. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Bill Murray, σε έναν από τους ρόλους που του ταιριάζουν γάντι. Στη βάση της πρόκειται για μια ευχάριστη κωμωδία. Μα λίγες κωμωδίες έχουν γεννήσει τόσες συζητήσεις και έχουν πάρει τόσες προεκτάσεις, ξεκινώντας από τη φιλοσοφία, λοξοδρομώντας σε θρησκευτικούς παράδρομους και τερματίζοντας στην ψυχανάλυση – και πάλι πίσω απ’ την αρχή, δίχως τελειωμό.



Ο Μπιλ Μάρεϊ ξυπνάει στη Μέρα της Μαρμότας / Bill Murray waking up in Groundhog Day
Η μαρμότα... The groundhog



Λίγα λόγια για την πλοκή




Σε κάποια αμερικανική κωμόπολη γιορτάζουν, ως έθιμο, τη Μέρα της Μαρμότας. Η μαρμότα είναι ένα πλασματάκι που μοιάζει με διασταύρωση σκίουρου και τυφλοπόντικα. Αν η μαρμότα βγει απ’ τη φωλιά της, δει τη σκιά της και μπει πάλι στη φωλιά, αυτό σημαίνει πως θα έχουμε μακρύ χειμώνα. Αν όχι, σημαίνει πως θα έρθει νωρίς η άνοιξη. Αυτή η φυσική διαδικασία έχει ενδυθεί με τελετουργικό μανδύα και γιορτάζεται με μουσικές και μαζική σύναξη στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Ο πρωταγωνιστής του έργου, Phil [Bill Murray], είναι ανταποκριτής του καιρού και καταλήγει να καλύψει το ρεπορτάζ για τη συγκεκριμένη γιορτή, πηγαίνοντας με το συνεργείο του στην πόλη, ίσα για μια μέρα. Είναι ένας κυνικός και φιλόδοξος τύπος που βρίσκει αφάνταστα βαρετά όλα αυτά τα γιορταστικά έθιμα και την ανταπόκρισή τους – ο ίδιος ονειρεύεται μεγαλεία, διασημότητες, υψηλές ανταποκρίσεις, ηρωική δημοσιογραφία… ποια Μέρα της Μαρμότας και κουραφέξαλα. Αυτά είναι για παιδιά. Η ανταπόκριση είναι μια αγγαρεία για κείνον και τίποτε περισσότερο – το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κάνει το ρεπορτάζ του, το δυνατόν συντομότερο, και να φύγει από την αδιάφορη αυτή περιοχή. Μια βαρετή πόλη με βαρετούς ανθρώπους.

Μα ο κύκλος της μοίρας πήρε φαίνεται πολύ στα σοβαρά το κυκλικό σχήμα του… ένας αιφνιδιαστικός χιονιάς αναγκάζει τον πρωταγωνιστή μας και το συνεργείο του (την ελκυστική παραγωγό του και τον καμεραμάν) να διανυκτερεύσουν στην πόλη. Και το επόμενο πρωί ο ήρωάς μας ξυπνάει στο ξενοδοχείο του, τεντώνεται, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο και διαπιστώνει με ανείπωτη έκπληξη πως… είναι ακόμα χθες!

Η Μέρα της Μαρμότας επαναλαμβάνεται πάλι απ’ την αρχή! Ξανά οι εορτασμοί, ξανά η κάλυψη του ρεπορτάζ, ξανά η καταναγκαστική διανυκτέρευση λόγω του χιονιά. Και μόνο αυτός συνειδητοποιεί πως η μέρα επαναλαμβάνεται… Όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό.

Και έτσι αρχίζει η λούπα που συνιστά και το κεντρικό θέμα του έργου… Οι μέρες επαναλαμβάνονται, κάθε πρωί ξημερώνει ίδιο με χθες, το Αύριο δεν έρχεται ποτέ, και ο πρωταγωνιστής μας εξαναγκάζεται να εκμεταλλευτεί το γεγονός προς όφελός του. Κι εδώ ερχόμαστε στον πυρήνα της προβληματικής της ταινίας: η μέρα επαναλαμβάνεται μεν, μα ο ήρωάς μας γνωρίζει αυτό το γεγονός και ΘΥΜΑΤΑΙ όσες εμπειρίες αποκόμισε κατά τις προηγούμενες μέρες. Βρίσκεται εντός της Μέρας της Μαρμότας, μα ταυτόχρονα βρίσκεται έξω από αυτήν. Πρόκειται για κατάρα… ή για κάποιο χάρισμα;

Η αρχική απελπισία παραχωρεί τη θέση της στην ακόλουθη εκπληκτική διαπίστωση:

«εάν δεν υπάρχει Αύριο, τότε δεν υπάρχουν συνέπειες των πράξεών μας. Οτιδήποτε και αν κάνουμε σήμερα, την επόμενη μέρα το πρωί θα έχει ξεχαστεί. Μπορούμε λοιπόν να ΚΑΝΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ».

Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία. 




Ο Bill Murray στη Μέρα της Μαρμότας
Σκηνή από τη Μέρα της Μαρμότας
Ο Μπιλ Μάρεϊ και η μαρμότα στο αμάξι



Κάνε ό,τι επιθυμείς – γίνε ένας μικρός θεός




Ας λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αγαπητοί. Εάν είχαμε τη δυνατότητα να ζούμε ξανά και ξανά την ίδια μέρα, δίχως την παραμικρή συνέπεια για τις πράξεις μας, το πιθανότερο είναι να αφηνόμασταν πλήρως στις αρχέγονές μας ενορμήσεις – όπως ακριβώς κάνει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Τουλάχιστον οι περισσότεροι ανάμεσά μας θα κάναμε το ίδιο.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις να χάσεις τη δουλειά σου (γιατί την επόμενη μέρα θα βρίσκεσαι ξανά στην ίδια θέση) μπορείς να ρίξεις ένα «δε πας στο διάολο» στα κεφάλια της επιχείρησης όπου εργάζεσαι και να τα σπάσεις όλα φεύγοντας. Το επόμενο πρωί ο χρόνος θα έχει γυρίσει πίσω 24 ώρες και θα είναι σα να μην έγινε ποτέ.

Όταν γνωρίζεις πως οι συνέπειες των ερωτικών σου περιπετειών διαρκούν μια μέρα και μόνο τότε μπορείς να τολμήσεις όλα όσα δεν τολμούσες αλλιώς: να φλερτάρεις με κάθε δυνατό τρόπο, να απατήσεις, να κάνεις σεξ όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, να επιχειρήσεις εκείνη την ερωτική εξομολόγηση που ως τώρα δεν τολμούσες να κάνεις – ό,τι αποτέλεσμα και αν φέρει, την επόμενη θα έχει ξεχαστεί.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις από προβλήματα υγείας (μια που την επόμενη μέρα ξυπνάς στο κρεβάτι σου στην ίδια ακριβώς κατάσταση με σήμερα), τότε ρισκάρεις τα πάντα. Τρως τον περίδρομο, πίνεις μέχρι σκασμού, επιχειρείς τις πιο παράτολμες πράξεις αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ακόμα και αν σκοτωθείς – θα ξυπνήσεις πάλι στο κρεβάτι σου το επόμενο πρωί, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Ωραία ακούγονται αυτά, ε;



O Bill Murray παραδομένος στις απολαύσεις της Ημέρας της Μαρμότας




Όταν οι πράξεις σου δεν έχουν συνέπειες, γίνεσαι ένας μικρός θεός. Μπορείς να κάνεις ό,τι επιθυμείς, να αφεθείς σε κάθε ένστικτο, ερωτικό ή επιθετικό. Ο νόμος για σένα δεν έχει πλέον νόημα, δεν φοβάσαι δικαστές και αστυνόμους, δεν σε απασχολεί η κοινή γνώμη, δεν σε προβληματίζει η ηθική, ούτε η ίδια η συνείδησή σου. Γίνεσαι ο τέλειος σταρχιδιστής.

Εξάλλου φτάνεις να γνωρίζεις τους πάντες και τα πάντα. Οι πάντες γύρω σου ζουν σε μια λούπα – εκτός από σένα, που ναι μεν είσαι μπλεγμένος μέσα της, μα για κάποιον ανεξήγητο λόγο έχεις επίγνωση αυτού του γεγονότος. Και, γνώση, αγαπητοί, σημαίνει ΔΥΝΑΜΗ. «Είμαι ένας θεός», φτάνει ν’ αναφωνεί, με στωική ηρεμία, ο Phil, κάποια στιγμή στο έργο.

Είναι όμως ευτυχισμένος;

Θα κλείσω αυτή την ενότητα όπως την ξεκίνησα: εμείς, στη θέση του, θα ήμασταν ευτυχισμένοι; Ζώντας μια ζωή παραδομένοι σε κάθε ένστικτο, κάθε ενόρμηση, πέρα από κανόνες, γνωρίζοντας τα πάντα – εκτός από τον λόγο για τον οποίο έχουμε ριχτεί σε αυτήν την κατάσταση; Μη βιαστείς, φίλε αναγνώστη, να απαντήσεις «όχι». Πολλοί ανάμεσά μας ΑΥΤΟ ακριβώς γυρεύουμε στην καθημερινότητά μας: τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ενορμήσεών μας. Και θα πράτταμε τα ίδια που πράττει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Μιλώντας με φροϋδικούς όρους, είμαστε πρωτίστως εγωιστικά όντα και στο βάθος τους οι ενορμήσεις μας δεν γνωρίζουν περιορισμούς – είναι η κοινωνία των ανθρώπων που τους επιβάλλει, τιθασεύοντας, απωθώντας ή μετουσιώνοντας τα ένστικτά μας.

Μα ο γερο-Φρόυντ έλεγε: «όπου είναι Αυτό πρέπει Εγώ να γίνει». Σύμφωνα με τον μπαμπά της ψυχανάλυσης, χρειάζεται ο αυτοπεριορισμός προκειμένου να λειτουργεί μια κοινωνία.

Έστω λοιπόν πως παραδίδεσαι στις ενστικτώδεις απολαύσεις. Δέκα μέρες, εκατό μέρες, χίλιες μέρες στη σειρά. Είναι αυτό αρκετό για να σου δώσει την ευτυχία; Ένας άνθρωπος απομονωμένος από τον περίγυρό του είναι ευτυχισμένος; Γιατί σε 24 ώρες ναι μεν μπορείς να ικανοποιήσεις τις αρχέγονές σου επιθυμίες… μα αδυνατείς να οικοδομήσεις ουσιαστικούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Ακόμα και αν πας να χτίσεις μια σχέση, την επόμενη κιόλας μέρα θα έχει ξεχαστεί.

Μη ξεχνάς: παραμένεις ακόμα ένας φυλακισμένος στη Μέρα της Μαρμότας, όπως ακριβώς είσαι δέσμιος των ενορμήσεών σου.



Πόστερ για την Ημέρα της Μαρμότας / Groundhog Day film poster



Τα όρια της παντοδυναμίας και ο βράχος του Σίσυφου




Το “Groundhog Day” δεν ξεδιαλύνει ούτε στιγμή το μυστήριο. Πουθενά δεν αποκαλύπτει τις αιτίες της φοβερής αυτής λούπας και αφήνει σε σένα, τον δέκτη, να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα. Αυτή είναι και μία από τις αρετές του έργου, κατά τη γνώμη μου – είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, μοιάζοντας με κάποιο μοντέρνο πίνακα ζωγραφικής. Υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα – ή να είναι όλα κάποιο εξωφρενικό παιχνίδι της τύχης;

Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του έργου, ο πρωταγωνιστής μας διαπιστώνει έκπληκτος πως δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί στο βάθος: την γυναίκα με την οποία είναι τσιμπημένος. Μπορεί να έχει ένα σωρό γυναίκες, μα όχι αυτήν – και όσες φορές και αν επιδιώξει να οικοδομήσει κάποια σχέση μαζί της, πάντα αποτυγχάνει στο τέλος. 24 ώρες δεν είναι αρκετές. Και η μέρα αρχίζει πάλι απ’ την αρχή κι εκείνος χρειάζεται να προσπαθήσει πάλι, ξανά, σα να μη συνέβη τίποτα την προηγούμενη.

Ακόμα λοιπόν κι ένας «θεός» γνωρίζει τους περιορισμούς του κατά τη διάρκεια της Ημέρας της Μαρμότας. Μπορείς να κάνεις τα πάντα – μα αυτό δεν σημαίνει πως θα φέρεις τα επιθυμητά αποτελέσματα σε κάθε πράξη σου. Οι αντιδράσεις των άλλων παραμένουν ένα πεδίο άγνωστο σε σένα. Και, για να θυμηθούμε τον Καμύ και τον Σίσυφο, ο βράχος που έσπρωχνες όλη μέρα στο βουνό κατρακυλάει πάλι κάτω το επόμενο πρωί. Και πρέπει να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή, με την ελπίδα πως θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά… πρόσεχε όμως, γιατί έχεις μόνο 24 ώρες στη διάθεσή σου.

Και να λοιπόν που μια μέρα μετατρέπεται σε αιωνιότητα. Υπέροχη αιωνιότητα αν περνάς καλά – μα αβάσταχτη και τρομερή αιωνιότητα αν βλέπεις τους καρπούς των κόπων σου ν’ αποτυγχάνουν, ό,τι και αν επιχειρείς.



The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson
The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson



Τα όρια της παντοδυναμίας του ήρωά μας δεν φανερώνονται μόνο στην αδυναμία του να κατακτήσει τη γυναίκα που επιθυμεί – μα και στη μορφή του γέρου ζητιάνου που πεθαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Phil προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να αποτρέψει τον θάνατό του, μα κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Στο τέλος ο γεράκος πάντα πεθαίνει.

Υπάρχει κάποιο αόρατο όριο σε αυτή την αίσθηση της παντοδυναμίας… Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει στα τυφλά την αγάπη των άλλων. Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει τη νίκη απέναντι στον θάνατο. Μπορεί ο ίδιος να γλιτώνει… μα οι άλλοι γύρω του συνεχίζουν να πεθαίνουν.

Και ο βράχος κατρακυλάει πάλι χάμω. Κι εσύ αναγκάζεσαι να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή. Και να που η Μέρα της Μαρμότας γίνεται βαριά και δυσβάσταχτη.

«Πρέπει να φανταστούμε πως ο Σίσυφος είναι ευτυχισμένος», έλεγε ο Καμύ, που έβλεπε σε αυτήν ακριβώς την αδιάκοπη προσπάθεια το νόημα της ζωής και του αγώνα. Στο να μην εγκαταλείπεις τον αγώνα.



Παλιό ρολόι χειρός και βιβλία / Old clock and books



Η μεταστροφή του ήρωα. Θρησκευτικές και ανθρωπιστικές ερμηνείες




Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλη αμερικανική κωμωδία που γέννησε τόσες συζητήσεις και προβληματισμούς σε θρησκευτικούς κύκλους. Ιουδαϊστές, Βουδιστές και Χριστιανοί (και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι), όλοι έχουν αποπειραθεί να ερμηνεύσουν το έργο υπό το δικό τους πρίσμα και να προσεταιριστούν τις ιδέες του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που είδαν στη «Μέρα της Μαρμότας» μια σημαντική πηγή έμπνευσης.

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία είναι η αντιπαραβολή του έργου με τα “Τρία Στάδια της Ύπαρξης”, όπως τα ανέλυσε ο χριστιανός φιλόσοφος και προπάτορας του Υπαρξισμού, Σαίρεν Κίρκεγκωρ [Søren Kierkegaard]: το αισθητικό, το ηθικό και το θρησκευτικό στάδιο. Το αισθητικό στάδιο προηγείται χρονολογικά και αφορά εκείνην ακριβώς την άφεση στις ηδονές και απολαύσεις που περιγράψαμε δυο ενότητες πριν. Ακολουθεί το ηθικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος αυτοπεριορίζεται υπακούοντας σε ηθικούς κανόνες. Μα το ανώτερο στάδιο όλων είναι το θρησκευτικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος έχει παραδοθεί πλήρως σε μια ανώτερη κοσμική δύναμη.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία μπορεί να εξηγήσει την ανεπάρκεια των γήινων απολαύσεων στον πρωταγωνιστή του έργου και τη μεταστροφή του χαρακτήρα του. Μα δύσκολα θα χαρακτηρίζαμε «θρησκευτικές», με την σκληροπυρηνική έννοια του όρου, τις επιλογές του πρωταγωνιστή, πόσο μάλλον τη στιγμή που το καθ’ εαυτό θρησκευτικό στοιχείο απουσιάζει από το έργο – πλην της στιγμής που ο ήρωας επιλέγει να αυτοκτονήσει πηδώντας απ’ το καμπαναριό μιας εκκλησίας!

Μία και μοναδική «μεταστροφή» φαίνεται να δεσπόζει στην ταινία, και αυτή είναι εκείνη της ανθρωπιάς. Σταδιακά ο ήρωας δεν γίνεται περισσότερο «ηθικός» ή «θρησκευόμενος»… απλά γίνεται περισσότερο ανθρώπινος. Νοιάζεται όχι μόνο για τον εαυτό του, μα και για τους συμπολίτες του. Γνωρίζει πως κάθε πράξη έχει τις συνέπειές της και πως ο ίδιος μπορεί να κάνει πέντε πράγματα για να ανακουφίσει τον πόνο γύρω του, να φέρει λίγη περισσότερη χαρά.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε τον μικρό παντοδύναμο θεό μας σταδιακά να συνειδητοποιεί τα όρια της δύναμής του, να αναγνωρίζει την εγγενή αδυναμία του… και να μετατρέπεται σε άνθρωπο. Ας το κρατήσουμε αυτό: μετατρέπεται σε άνθρωπο μόνο όταν έχει αναγνωρίσει πως η δύναμή του έχει όρια. Πως δεν είναι παντοδύναμος.

Αξιοσημείωτες είναι και οι βουδιστικές ερμηνείες του έργου. Τι άλλο είναι η συνεχής ανάπλαση του ήρωα, ζώντας ξανά την ίδια μέρα, αν όχι μια αντιπαραβολή προς τον Κύκλο των Μετενσαρκώσεων που διανύει μια ψυχή μέχρι να βελτιωθεί, ζωή με τη ζωή, και να φτάσει τελικά στο ανώτατο στάδιο της Νιρβάνα. Έτσι θα έλεγαν οι βουδιστές φίλοι μας. Γιατί στον Κύκλο της Σαμσάρα η ύπαρξη δεν επαναλαμβάνεται ίδια, μα ανανεώνεται, ζώντας ξανά και ξανά με ποικίλους τρόπους, μέσα από πληθώρα μετενσαρκώσεων, μοιάζοντας με κάποιο κλιμακωτό σπιράλ.

Μα για τον ήρωά μας η Νιρβάνα δεν είναι άλλη από την απελευθέρωση της αιώνιας επανάληψης και απλά η… συνέχιση της ζωής του. Και σε αυτό προσθέστε και την κατάκτηση της γυναίκας που επιθυμεί. Ποιος είπε πως στον παράδεισο δεν χωρούν οι γήινες απολαύσεις;



Σαμσάρα, ο κύκλος της ζωής / Tibetan wheel of life, Samsara
Tibetan wheel of life, Samsara


Απόδραση από τη λούπα




Αρκεί να συλλογιστούμε πόσες μέρες της καθημερινότητάς μας έρχονται και φεύγουν σα να μην υπήρξαν ποτέ, ίδιες και απαράλλαχτες η μία με την άλλη, για να μας ταρακουνήσει λίγο το περιεχόμενο της ταινίας. Άραγε αυτές οι μέρες που όλοι μας βιώνουμε δεν αποτελούν, από μόνες τους, ένα είδος «ημέρας της Μαρμότας»; Πρωινό ξύπνημα, δουλειά, δρόμος, σπίτι, κάποια σκόρπια ψυχαγωγία, ύπνος. Ζεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια – ώσπου κάτι τρομερό συμβαίνει και σε ταρακουνάει και σου φωνάζει: «ξύπνα»!...

Ο πολιτισμός μας έχει μετατρέψει τη ρουτίνα σε έμβλημά του. Την κραδαίνει σαν σημαιοφόρος και σέρνει τα βαριεστημένα πόδια του εμπρός, σε βήματα που μοιάζουν ίδια το ένα με το άλλο, έτοιμος να σκοτώσει άλλο ένα εικοσιτετράωρο της ζωής του στο όνομα της παραγωγικότητας και της εξασφάλισης χρημάτων.

Η ζωή μετατρέπεται σε λούπα. Εσύ που παραχώρησες τόση αξία στο Μετά και το Αύριο ξαφνικά βλέπεις πως αυτό το Μετά και το Αύριο… δεν έρχεται ποτέ! Ζεις σε ένα αιώνιο και δυσβάσταχτο Τώρα. 



Το ρολόι της καθημερινής ρουτίνας / Everyday routine clock
Καθημερινή ρουτίνα. Άνθρωποι σε σταθμό τρένου / Everyday routine, people at a station




Όταν ο Phil διαπιστώνει πως δεν υπάρχει διαφυγή από την Ημέρα της Μαρμότας, απελπίζεται. Τι νόημα έχουν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες όταν πια δεν υπάρχει αύριο; Λογικό δεν είναι να παραδοθεί στις απολαύσεις της στιγμής; Είναι ο Χρόνος και ο προγραμματισμός του που καθιστούν τον άνθρωπο άνθρωπο – αλλιώς δεν θα διέφερε απ’ τα ζώα, που ζουν παραδομένα στη στιγμή. Το Χθες, το Τώρα, το Αύριο είναι που μας καθιστούν ανθρώπινους, σωστά; Η μνήμη του παρελθόντος και οι προσδοκίες για το μέλλον.

Πράγμα παράξενο όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ζει τόσο για το Τώρα. Αλλιώς πώς θα επέτρεπε να ξεζουμίζεται έτσι κάθε μέρα της ζωής του στο όνομα ενός απροσδιόριστου Μετά; Ή στο όνομα αναμνήσεων που έχουν πια χαθεί;

Κι έτσι ερχόμαστε στο εξής παράδοξο: ο άνθρωπος τείνει να εξιδανικεύει το Άλλοτε και να ονειρεύεται το Αύριο – μα για το Εδώ και Τώρα ούτε λόγος να γίνεται. Γραμμένο το έχει! Πώς να μην απελπιστεί όταν αυτό λοιπόν επαναλαμβάνεται στο διηνεκές; Είναι ο καθρέφτης της ασημαντότητάς του εκείνος που βλέπει να επαναλαμβάνεται – ξανά και ξανά και ξανά. Καθρέφτης ενός πολιτισμού που ξέρει να προγραμματίζει, μα έχει ξεχάσει να ζει.

Που βρίσκεται η διέξοδος από την τρομερή αυτή λούπα;

Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου ο ήρωάς μας αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την ατέρμονη αυτή επανάληψη προκειμένου να οικοδομήσει κάτι. Κάτι που να έχει διάρκεια, κάτι που να φέρει κάποιο νόημα πέραν των απολαύσεων της στιγμής. Τι μπορεί να είναι αυτό όμως, τη στιγμή που την επόμενη μέρα τα πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή ξανά; Μπορεί κάτι να διαρκέσει τη στιγμή που ο βράχος πέφτει πάλι στην αφετηρία του; Για πες μου, Σίσυφε, τι μπορείς να κάνεις;



Ρολόγια, παντού ρολόγια! / Clocks, clocks everywhere



Το βάθος που δεσπόζει στα ρηχά




Κάτι μπορώ να κάνω – απαντάει ο Σίσυφος. Ναι, ο βράχος πέφτει απ’ το βουνό και, ναι, θα χρειαστεί να προσπαθήσω απ’ την αρχή ξανά. Μα στη διάρκεια όλου αυτού του ανεβοκατεβάσματος κάτι έχει αλλάξει… κάτι έχει κατορθώσει να ξεφύγει από τη λούπα της αιώνιας επανάληψης. Θες να σου πω τι;

Εγώ… εγώ ο ίδιος!

Αλλάζω, όσο αναγνωρίζω πως είμαι ικανός να αλλάξω. Όσο συλλέγω εμπειρίες και οικοδομώ την ταυτότητά μου. Και αν δεν μπορώ να κάνω κάτι για την πραγματικότητα γύρω μου, ίσως να μπορώ τελικά να κάνω κάτι για μένα τον ίδιο. Να χτίσω κάτι από τον εαυτό μου. Να μην επιτρέψω σε αυτή την επανάληψη να συνεχίζεται στο διηνεκές – γιατί ο ίδιος θα έχω αλλάξει στο μεταξύ.

Περισσότερο και απ’ τις θρησκευτικές ερμηνείες του “Groundhog Day”, είναι στις ψυχαναλυτικές ερμηνείες του που βρίσκω το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό της νεύρωσης είναι η επανάληψη: βρίσκεσαι μπλεγμένος σ’ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που σε βλάπτει και σε συντηρεί ταυτόχρονα, και αδυνατείς να ξεφύγεις απ’ αυτό και να οικοδομήσεις μια ουσιώδη πορεία για τον εαυτό σου. Έτσι λοιπόν η απόδραση από την Ημέρα της Μαρμότας θα μπορούσε να ιδωθεί και ως απόδραση από τη Νεύρωση.

Δεν χωράει αμφιβολία πως ο πολιτισμός που ζούμε είναι βαθιά νευρωτικός. Παραδομένος στη λούπα της ρουτίνας, υφαίνοντας αραχνοΰφαντα όνειρα που συντηρούν ένα κενό παρόν, ριγμένος στις απολαύσεις της στιγμής και ανίκανος να σκεφτεί έναν τρόπο διαφυγής.

Ο ήρωάς μας ξεφεύγει όταν κατορθώνει να προχωρήσει πέραν του αρχικού ναρκισσιστικού σταδίου, αλλά και πέραν της επακόλουθης απελπισίας. Τι και αν η μέρα επαναλαμβάνεται; Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τα πράγματα γύρω μου, ας αλλάξω εγώ ο ίδιος… Και αν αδυνατώ να χτίσω κτίρια και ναούς, ας χτίσω τον ίδιο τον εαυτό μου. 



Bill Murray, Andy MacDowell and Snowman
Bill Murray playing piano in Groundhog Day



Είμαστε όλοι ακατέργαστες πέτρες που περιμένουν να σμιλευτούν με τον κατάλληλο τρόπο προκειμένου ν’ αναδειχτεί ο πολύτιμος λίθος που κρύβουμε μέσα μας. Αν κατά Φρόυντ δεν είμαστε κατά βάθος παρά εγωιστικά και αντικοινωνικά όντα που επιζητούν τις απολαύσεις και την αυτοσυντήρησή τους, κατά Γιούνγκ υπάρχει και μια επιπρόσθετη δημιουργική πλευρά μας – μια πλευρά εξίσου απωθημένη με τις απωθημένες επιθετικές και καταστροφικές μας ενορμήσεις. Μια πλευρά που περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου ν’ αναδειχτεί και να καρποφορήσει.

Έτσι λοιπόν ο Phil οικοδομεί έναν καλύτερο εαυτό. Δεν είναι πια ένας άνθρωπος που κυνηγά τυφλά τις απολαύσεις, μα κάποιος που συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Και αν η συνεισφορά του έχει ξεχαστεί την επόμενη μέρα, δεν έχει τόση σημασία – αρκεί που ξέρει και θυμάται ο ίδιος. Η γνώση παραμένει μέσα του.

Και οι άνθρωποι πλέον παύουν να φαντάζουν σαν παιχνίδια στα χέρια του. Και ο ίδιος δεν είναι πια ένας θεός που τους βλέπει αφ’ υψηλού. Τους προσεγγίζει. Μιλάει στη γλώσσα τους. Γίνεται καρποφόρο δέντρο και τους αφήνει να μαζέψουν τους καρπούς του.

Διαπιστώνει πως υπάρχει βάθος εκεί που άλλοτε έβλεπε μονάχα επιφάνεια. Και ο ίδιος μεταμορφώνεται σ’ έναν άνθρωπο εξίσου βαθύ με τον κόσμο γύρω του. Με αυτή τη μικρή, ασήμαντη κωμόπολη και τους ανθρώπους της – που μόνο μικροί και ασήμαντοι δεν είναι.

Ναι, ο Σίσυφος μπορεί να είναι ευτυχής όταν διαπιστώνει πως υπάρχει νόημα σε αυτό που κάνει. Και αν δεν υπάρχει – να του δώσει ο ίδιος.

Και δε βαριέσαι – ας του δώσουμε ένα παραμυθένιο φινάλε. Ναι, παίρνει και το κορίτσι στο τέλος! Τι να γίνει, αγαπητοί. Χρειάζεται και μια δόση παραμυθιού προκειμένου να οικοδομήσουμε καλύτερα αυτή τη μικρή και καθημερινή, μα τόσο μεγάλη και αιώνια, καθημερινότητά μας!



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 18. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.


Μια γλυκιά μαρμότα

28 Ιουλίου 2018

Κάποιες σκέψεις


Seagull in Greece




Οι περισσότεροι από μας ζήσαμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περισσότερο ή λιγότερο έντονα, τα δυσάρεστα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Όσο περνούν οι μέρες, τόσο φαίνεται πως επανερχόμαστε σε μια γνώριμη κατάσταση «ομαλότητας» - όσο και αν «ομαλότητα» μοιάζει να σημαίνει εκείνο το χαλί που σπρώχνουμε πάνω από τη σκόνη, ώστε να μπορέσουμε να βαδίσουμε ξανά πάνω του αβίαστα. Μα θα συμβεί και το ξέρουμε πως θα συμβεί – είναι αναπόφευκτο όσο είναι και ανθρώπινο. Όσο ανθρώπινες (με την αμφίσημη, καλή και κακή τους σημασία) υπήρξαν οι αντιδράσεις που πλημμύρισαν τα Μέσα τις περασμένες μέρες.

Θα μοιραστώ εδώ μαζί σας κάποιες σκέψεις, όχι πάνω στα γεγονότα – μα πάνω στις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Τα γεγονότα ήταν αυτά που ήταν και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι πλέον. Μόνο να παραδειγματιστούμε ώστε να αποφευχθεί τυχών επανάληψή τους στο μέλλον – αν και κάποιες φωνές με νόημα τονίζουν «δεν θα αλλάξει τίποτα» και πως «πάντα έτσι γίνεται». Το πόσο θα τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας (και δεν πρέπει να τις περιφρονούμε) ή όχι εξαρτάται από μας. Μα, όπως έγραψα, δεν επιθυμώ να κάνω κάποια ανάλυση στα γεγονότα – τα έκαναν άλλοι, περισσότερο αρμόδιοι από μένα.

Μα επιθυμώ να σταθώ για λίγο στις αντιδράσεις του πλήθους. Πάντα σε καταστάσεις κινδύνου το πλήθος τείνει να αντιδρά πρώτα με το θυμικό του και μετά με τη λογική. Λιγότεροι θα σκεφτούν ψύχραιμα και θα προσπαθήσουν να τιθασεύσουν το άτακτο παλιρροϊκό κύμα των αντιδράσεων του κόσμου. Βρίσκω απόλυτα λογικές τις ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις – άντε να σκεφτείς ορθολογικά σε τέτοιες καταστάσεις· μα το συναίσθημα δεν παρέχει λύσεις – συχνά, μάλιστα, κάνει την κατάσταση χειρότερη. Υπάρχουν περιστάσεις στην καθημερινή ζωή μας που το συναίσθημα είναι πολύτιμος οδηγός… μα σε περιστάσεις κινδύνου μπορεί να σε τυφλώσει.

Είναι απόλυτα κατανοητό το ξέσπασμα και η επίρριψη ευθυνών. Πρόσεξε όμως, γιατί σε έναν κόσμο που είμαστε όλοι «καλωδιωμένοι» μεταξύ μας, το ξέσπασμα ενός μπορεί να μετατραπεί σε ντόμινο – και να παρασύρει τους πάντες σε έναν χείμαρρο συναισθημάτων δίχως αντίκρισμα. Και σε αυτό δε βοηθούν οι πηχυαίοι στερεότυποι τίτλοι των εφημερίδων, οι δακρύβρεχτες τηλεοπτικές εκπομπές και οι οργισμένες αναρτήσεις. Περισσότερο εκφορτίζουν τη συσσωρευμένη ένταση, παρά οδηγούν σε λύσεις. Μα από τα κυρίαρχα Μέσα ενημέρωσης δεν περιμένω και πολλά, όπως δεν περιμένω και πολλά από τα πολιτικά κόμματα. Ακόμα και το βαθύτερο γεγονός χάνει κάτι απ’ το νόημά του όταν μετατρέπεται σε θέμα διαξιφισμού μεταξύ αντίπαλων παρατάξεων – και, αλίμονο, σε κίνητρο κέρδους για κάποιους.

Θα ήθελα όμως να δω κάτι διαφορετικό στον υπόλοιπο κόσμο – για παράδειγμα, εκείνον του διαδικτύου. Περισσότερη ψυχραιμία, λιγότερο συναίσθημα. Κάποιος χρήστης του Facebook μοιράστηκε χθες μια φωτογραφία με την έκλειψη της πανσέληνου και ένας χρήστης τον κριτίκαρε επειδή δεν σέβεται τους νεκρούς! Ένας άλλος ξεσπάει αλύπητα αριστερά και δεξιά, σκορπώντας θλίψη και οργή. Λες και η καταστροφή ξεσήκωσε ένα πελώριο μαύρο κύμα, λες και ο καπνός της φωτιάς μπήκε στα πνευμόνια του κόσμου και τους μαύρισε τις καρδιές. Να μην αναφερθώ σε εκείνους που γίνονται ρήτορες του μίσους και της μισαλλοδοξίας, στο όνομα των διεστραμμένων πιστεύω τους.

Τελικά κάθε καταστροφή – μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, ένας πόλεμος – αναδεικνύουν το καλύτερο και το χειρότερο στους ανθρώπους. Θα δεις πράξεις ηρωισμού (οι περισσότερες εκ των οποίων σιωπηλές και ανώνυμες), θα δεις πράξεις αλληλεγγύης (άφθονες εκ των οποίων στα κοινωνικά δίκτυα που έδειξαν για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία τους απ’ τα μαζικά μέσα ενημέρωσης), μα θα δεις και πράξεις μίσους, πράξεις επιβολής, πράξεις ψυχολογικού εκφοβισμού. Οι δεύτεροι είναι όσοι προσπαθούν να επιβάλλουν τα «πρέπει» τους στον κόσμο, συχνά στο όνομα της ηθικής ή του «κοινού καλού». Στους δεύτερους εξάλλου θα συναντήσεις και άπλετα κροκοδείλια δάκρυα – γιατί ποιος τολμάει να μη δείχνει «θλιμμένος» στα μάτια του κόσμου, μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις.

Γνώμη μου: αν θες να κάνεις κάτι θετικό, αν μπορείς να κάνεις κάτι θετικό – κάνε το. Κάνε το και δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Οι πολιτικοί είναι αυτοί που είναι, το κράτος είναι αυτό που είναι, η κοινωνία είναι αυτή που είναι. Κι εσύ είσαι εσύ. Αν δεν συμβαδίζουν μαζί σου, προχώρα δίχως αυτούς – βρες άλλους σαν εσένα και προχωρήστε μαζί. Μα ο θυμός δεν οδηγεί πουθενά. Και, επιτέλους, άφησε τον άνθρωπο να μοιραστεί αυτή την όμορφη πανσέληνο! Γιατί αυτή η συλλογική ενοχή; Γιατί αυτό το μοίρασμα της μαυρίλας; Γιατί αυτή η απολυταρχία στο όνομα μιας εξοργισμένης «ηθικής»; Η ζωή συνεχίζεται, μας αρέσει δε μας αρέσει. Προχώρα όπως εσύ θεωρείς σωστό – και άσε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και ποιος ξέρει – ίσως κάποιοι να μιμηθούν το παράδειγμά σου.

Και αν επιθυμείς να γίνεις δικαστής – γίνε, μα μην απαιτείς οι πάντες να σε ακολουθήσουν εδώ.

Ελπίζω τα καμένα εδάφη να αναδασωθούν, όπως πρέπει. Για τους ανθρώπους που υπέφεραν ή χάθηκαν φοβάμαι πως αδυνατώ να πω το οτιδήποτε. Ειλικρινά, αδυνατώ. Μακάρι να μη ζήσουμε ξανά κάτι αντίστοιχο – αυτό μόνο. Και όποιος μπορεί να λάβει μέτρα για να αποφευχθούν τέτοια περιστατικά (επίσημος ή ανεπίσημος φορέας ή ομάδα πολιτών) – ας το κάνει.

Οι υπόλοιποι – ψυχραιμία και λογική.

Μια όμορφη εικόνα που είδα στα κοινωνικά δίκτυα τις περασμένες μέρες ήταν ενός πυροσβέστη που έδινε νερό σε μια διψασμένη χελώνα. Με άγγιξε. Στέκεται στον αντίποδα των «τραγικών» δελτίων ειδήσεων και των ανθρώπων με τις κατάμαυρες καρδιές.

Όσο αφορά το πουλί στο θαλασσινό βράχο, που επέλεξα ως κεντρική εικόνα του κειμένου; Αυτή ένιωθα να με εκφράζει, φίλε αναγνώστη. Νιώθω μικρός μπροστά σε αυτά που έγιναν - δεν επιθυμώ να μεγαλοποιώ τις αντιδράσεις μου.

Συνεχίζουμε σύντομα με τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά μας θέματα.


~

15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)