Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 19ος αιώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 19ος αιώνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Μαρτίου 2019

Ερωτευμένος με μια Εταίρα... του Αλεξάνδρου Δουμά (υιού)





Δύο αποσπάσματα από την «Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού




«Τίποτα δεν ταιριάζει περισσότερο στη γυναίκα που αγαπάς, όσο ο γαλάζιος ουρανός, τα ονόματα των λουλουδιών, ο δροσερός αέρας, η αστραφτερή μοναξιά του αγρού ή του δάσους. Μ’ όση δύναμη κι αν αγαπάς μια γυναίκα, όση εμπιστοσύνη κι αν της έχεις, όση βεβαιότητα για το μέλλον και να σου δίνει το παρελθόν της, ζηλεύεις πάντα, λιγότερο ή περισσότερο. Αν υπήρξατε ερωτευμένος, κι ερωτευμένος στ’ αλήθεια, πρέπει να έχετε δοκιμάσει αυτή την ανάγκη ν’ απομονώσετε από τον κόσμο το πλάσμα που μέσα σ’ αυτό θέλετε να ζήσετε ολόκληρος. Φαίνεται ότι η γυναίκα που αγαπάς, όσο αδιάφορη κι αν είναι για ένα περιβάλλον, χάνει από το άρωμα και τη μοναδικότητά της όταν βρίσκεται ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα και πράγματα.

Όλα αυτά τα ένοιωθα πολύ περισσότερο από κάθε άλλον. Ο έρωτάς μου δεν ήταν ένας κοινός έρωτας. Ήμουν ερωτευμένος όσο μπορεί να είναι ένα κοινό πλάσμα, αλλά με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Μπορούσα, δηλαδή, σε κάθε βήμα μου στο Παρίσι να σκουντήσω έναν άντρα που υπήρξε εραστής αυτής της γυναίκας ή που θα ήταν την επομένη.

Στην εξοχή, ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τους είχαμε δει και που δεν νοιάζονταν για μας, μέσα στη φύση την καταστόλιστη με την άνοιξή της, σ' αυτό το ετήσιο προσκύνημα, και μακριά από τον θόρυβο της πολιτείας, μπορούσα να προστατέψω τον έρωτά μου και ν' αγαπώ χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο. […]


Να σ' αγαπήσει μια κοπέλα αγνή, να της μάθεις πρώτος εσύ αυτό το παρθένο μυστήριο του έρωτα, είναι βέβαια μεγάλη ευτυχία, αλλά και το απλούστερο πράγμα. Να κατακτήσεις μια καρδιά άμαθη στις επιθέσεις, είναι σα να μπαίνεις σε μια πόλη αφύλαχτη και χωρίς φρουρά. Η αγωγή, το αίσθημα του καθήκοντος και η οικογένεια είναι πολύ ισχυροί φρουροί, αλλά δεν υπάρχουν φρουροί τόσο άγρυπνοι που να μη τους ξεγελάει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, στο οποίο η φύση, με τη φωνή του άντρα που αγαπάει, δίνει αυτές τις πρώτες ερωτικές συμβουλές, που είναι τόσο πιο φλογερές όσο πιο αγνές φαίνονται.

Όσο περισσότερο η νέα πιστεύει στο καλό, τόσο πιο εύκολα εγκαταλείπεται, αν όχι στον εραστή, τουλάχιστο στον έρωτα, γιατί καθώς δεν έχει δυσπιστία, είναι και χωρίς δύναμη• ν' αγαπηθείς από αυτήν είναι θρίαμβος που θα μπορέσει να τον έχει, αν το θελήσει, κάθε άντρας είκοσι πέντε χρονών. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, ώστε βλέπετε πως περιβάλλουν τις νέες κοπέλες με επίβλεψη και φραγμούς. Τα μοναστήρια δεν έχουν τοίχους αρκετά ψηλούς, οι μητέρες τόσο απαραβίαστες κλειδαριές, η θρησκεία τόσο αδιάκοπες και βαριές υποχρεώσεις για να κλείσουν όλ’ αυτά τα χαριτωμένα πουλιά στο κλουβί χωρίς να ρίξουν σ' αυτό ούτε ένα λουλούδι. Έτσι, επειδή οφείλουν να επιθυμούν τον κόσμο που τους κρύβουν, επειδή υποχρεώνονται να πιστεύουν ότι είναι γεμάτος προκλήσεις, επειδή αναγκάζονται ν' ακούσουν την πρώτη φωνή που έρχεται, ανάμεσα από τα κάγκελα, να τους διηγηθεί μυστικά, νοιώθουν ότι πρέπει να ευχαριστήσουν αυτό το χέρι που σηκώνει πρώτο μια γωνιά από τον μυστηριώδη πέπλο.

Αλλά ν’ αγαπηθείς από μια εταίρα είναι μια νίκη πολύ και αλλιώτικα δύσκολη. Σ’ αυτές, το σώμα έφθειρε την ψυχή, οι αισθήσεις έκαψαν την καρδιά, η αμαρτία θωράκισε σκληρά τα αισθήματα. Τα λόγια που τους λες τα ξέρουν από πολύ καιρό, τα μέσα που χρησιμοποιείς τα γνωρίζουν καλά κι ακόμα έχουν πουλήσει τον έρωτα που εμπνέουν. Αγαπούν από επάγγελμα, κι όχι από έξαρση. Ο υπολογισμός τους τις προφυλάσσει πολύ πιο σίγουρα παρά μια παρθένα η μητέρα της ή το μοναστήρι.

Έτσι επινόησαν τη λέξη καπρίτσιο γι’ αυτούς τους δίχως συναλλαγή έρωτες που τους έχουν πότε πότε σαν ανάπαυση, σαν δικαιολογία και σαν παρηγοριά. Όμοια με τους τοκογλύφους που απογυμνώνουν χίλιους ανθρώπους και πιστεύουν ότι τα αντισταθμίζουν όλα αν δώσουν μια μέρα, χωρίς τόκο και απόδειξη, είκοσι φράγκα σε κάποιο φτωχό διάβολο που πεθαίνει από την πείνα.

Κι ύστερα, όταν ο Θεός επιτρέψει τον έρωτα σε μια εταίρα, ο έρωτας αυτός, που μοιάζει στην αρχή σα συγγνώμη, γίνεται γι' αυτήν, σχεδόν πάντα, μια τιμωρία. Δεν υπάρχει συγχώρεση χωρίς μετάνοια. Όταν ένα πλάσμα που κατακρίνει τον εαυτό του για όλο του το παρελθόν, αισθάνεται ξαφνικά να είναι ερωτευμένο, βαθιά, ειλικρινά, ακατάσχετα, ενώ πίστευε ότι ποτέ δεν ήταν άξιο για κάτι τέτοιο, όταν ομολογεί αυτόν τον έρωτα, πόσο εξουσιάζεται από τον άντρα που αγάπησε! Πόσο δυνατός νοιώθει με το σκληρό αυτό δικαίωμα για να της πει: «Δεν νοιάζεσαι περισσότερο για τον έρωτα, παρά μόνο για το χρήμα».



*** 






Τα αποσπάσματα από το κλασικό έργο του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού, «Η Κυρία με τις Καμέλιες» [Alexandre Dumas, fils, “La Dame aux Camélias”], το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1848. Ένα βιβλίο που έμεινε ξακουστό από τις άφθονες θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές του – στα αγγλικά αποδίδονται με τον τίτλο: “Camille”.

Το θέμα του βιβλίου, εν μέρει αυτοβιογραφικό, πραγματεύεται τον έρωτα ενός νεαρού αστού για μια πόρνη πολυτελείας – τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που η κλασική λογοτεχνία πραγματευόταν ένα αντίστοιχο θέμα. Μένοντας στη Γαλλία, είχε προηγηθεί ο Μπαλζάκ με το “Splendeurs et misères des courtisanes” του 1838-47 και έμελλε να ακολουθήσουν ο Ζορίς-Καρλ Υσμάν [Joris-Karl Huysmans] με το “Marthe” το 1876 και ο Εμίλ Ζολά με τη «Νανά» το 1880.

Ο Δουμάς προσέδωσε μια περισσότερο συναισθηματική, θα λέγαμε, οπτική ματιά στο θέμα. Ο έρωτας του πρωταγωνιστή με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ είναι ένας εύθραυστος έρωτας, έτοιμος να ραγίσει στο παραμικρό. Η Μαργαρίτα απέχει όσο η μέρα με τη νύχτα από τη σκληροπυρηνική εικόνα της πόρνης που έμελλε να μας μεταδώσει 30 χρόνια μετά ο Ζολά. Είναι μια λεπτή και ασθενική φύση, μπλεγμένη μεταξύ εξιδανίκευσης και αλήθειας, φέροντας ακόμα τον απόηχο του Ρομαντισμού, ερωτεύσιμη μα αδύναμη να δραπετεύσει από μια πραγματικότητα που την παγιδεύει στους κόλπους της.

Η μετάφραση είναι του Α. Φραγκιά. Η εισαγωγική εικονογράφηση (που βλέπουμε σε δύο εκδοχές) ανήκει στον Alphonse Mucha και διαχέεται έντονα από το στυλ της Αρ Νουβό: βρισκόμαστε στο έτος 1896 και στον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Κυρίας με τις Καμέλιες» δεν είναι άλλη από την περίφημη Σάρα Μπερνάρ. Η δεύτερη εικονογράφηση είναι του Emile Βerchmans και χρονολογείται από το 1900.

Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτης του 19.


25 Νοεμβρίου 2018

"Ελεονόρα"... ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε


Ελεονόρα - ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Η ψυχή σώζεται αν διατηρηθεί

με μια συγκεκριμένη μορφή»


Raymond Lully



«Βαστώ από γενιά διάσημη για τη δύναμη της φαντασίας της και τους φλογερούς της έρωτες. Οι άνθρωποι με είπαν τρελό, μα δεν έχει ακόμα λυθεί το ζήτημα, αν η τρέλα είναι ή δεν είναι η υπέρτατη νοημοσύνη, αν ένα μεγάλο μέρος απ' ό,τι είναι υπέροχο, αν ό,τι ανεξαίρετα είναι βαθυστόχαστο, δεν πηγάζει από μίαν αρρωστημένη διάνοια, από μια ιδιότυπη νοοτροπία, που έχει αναπτυχθεί εις βάρος της γενικής διανόησης. Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Στους θαμπούς οραματισμούς τους αποκαλύπτεται μπροστά τους μια φευγαλέα θέα της αιωνιότητας, κι αναρριγούν, ξυπνώντας, στην ιδέα πως είχαν βρεθεί στο χείλος του μεγάλου μυστικού. Στ' αρπαχτά, μαθαίνουν κάτι από τη σοφία, που είναι επ’ αγαθώ και περισσότερα από τις γνώσεις, που είναι επί κακώ. Εισδύουν, ωστόσο, δίχως τιμόνι και πυξίδα στον απέραντο ωκεανό του «άφατου φωτός» και, όπως στις περιπέτειες του γεωγράφου της Νουβίας, “agressi sunt mare tenebrarum quid in eo esset exploraturi”. [“πήγαν σε μια θάλασσα από ίσκιους με σκοπό να εξερευνήσουν ό,τι βρίσκονταν μέσα της].

Ας πούμε, λοιπόν, πως είμαι τρελός. Παραδέχομαι, τουλάχιστον, πως υπάρχουν δυο ξεχωριστές καταστάσεις της διανοητικής μου ζωής: η κατάσταση της διαύγειας του λογικού, που δεν αμφισβητείται, και που αφορά την ανάμνηση από γεγονότα που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου – και μια κατάσταση όλο ίσκιους και αμφιβολίες, που ανήκει στο παρόν και στη θύμηση των όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Για τούτο, ό,τι θα διηγηθώ από την πρώτη περίοδο, πιστέψετέ το• και σε ό,τι θ' αφηγηθώ από τα τελευταία χρόνια, δώστε όση πίστη θα σας φανεί πως ταιριάζει – ή αμφισβητήστε τα και ολότελα, ή, αν δεν μπορέσετε να τα αμφισβητήσετε, παίξτε το ρόλο του Οιδίποδα για να λύσετε το αίνιγμά τους.



Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. 



Αυτή που αγάπησα στα νιάτα μου, και που αυτήν αφορούν οι αναμνήσεις που γράφω τώρα με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μόνης αδελφής της μητέρας μου, πεθαμένης πριν πολλά χρόνια. Ελεονόρα ήταν το όνομα της εξαδέλφης μου. Ανέκαθεν κατοικούσαμε μαζί, κάτω από έναν ήλιο τροπικό, στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Κανένας δεν πάτησε ποτέ σ' αυτή την κοιλάδα δίχως οδηγό, γιατί βρισκότανε πολύ μακριά, ανάμεσα σε μια γιγάντια βουνοσειρά που τα φρύδια της την έζωναν από παντού, αποκλείοντας το φως του ήλιου από τα τρισχαριτωμένα βάθη της. Κανένας δρόμος δεν υπήρχε εκεί γύρω• και για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπίτι μας, έπρεπε να παραμερίσει με χίλια ζόρια τις φυλλωσιές από χιλιάδες δέντρα και να ποδοπατήσει θανατώνοντας εκατομμύρια μυριστικά λουλούδια. Έτσι, ζούσαμε ολομόναχοι, μην ξέροντας τίποτα από τον κόσμο που βρισκόταν έξω από την κοιλάδα – εγώ, η εξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές περιοχές πέρα από τα βουνά, στην ψηλότερη άκρη του κυκλωμένου μας βασιλείου, κυλούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι, πιο λαμπερό από καθετί εκτός από τα μάτια της Ελεονόρας – και φιδώνοντας σιωπηλά μ' ένα σωρό ελιγμούς, χανότανε τέλος μέσ' από μια ισκιερή ρεματιά, ανάμεσα σε λόφους ακόμα πιο ζοφερούς κι από τα βουνά απ' όπου ξεκινούσε. Το λέγαμε το «Ποτάμι της Σιωπής» • ήταν σαν η ροή του να επιδρούσε σιωπηλά. Κανένα ψιθύρισμα δεν έβγαινε από την κοίτη του, και τόσο ήρεμα κυλούσε, που τα σαν μαργαριτάρια βότσαλα που μας άρεσε να τα κοιτάζουμε στα βάθη του, δε σαλεύανε στο παραμικρό, ευχαριστημένα στην ακινησία τους, το καθένα στην παλιά του θέση, λαμποκοπώντας με μια αιώνια ομορφιά.

Οι όχθες του ποταμού και οι όχθες των ρυακιών, που γυαλοκοπούσανε λοξεύοντας από διάφορες διευθύνσεις και ξεχύνονταν στο ρέμα του, καθώς και τα τοιχώματα που κατέβαιναν από τις ακροποταμιές ως κάτω στην κοίτη με τα βότσαλα – όλα αυτά, όπως κι ολόκληρη η κοιλάδα που απλωνότανε απ' το ποτάμι ως τα βουνά που την έζωναν, ήταν στρωμένα μ' ένα χαλί από απαλή πράσινη χλόη, πυκνή, κοντή, απόλυτα ομαλή, που μύριζε βανίλια, αλλά τόσο ανθοσπαρμένη πέρα ως πέρα με κίτρινες νεραγκούλες, λευκές μαργαρίτες, μενεξεδιές βιολέτες και κόκκινους σαν το ρουμπίνι ασφόδελους, που η υπέροχη ομορφιά της μιλούσε αδιάκοπα στην καρδιά μας για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Και δώθε κείθε, πάνω στη χλόη, σαν απόκοσμα όνειρα, υψώνονταν δασάκια από κάτι δέντρα φαντασμαγορικά, που ψηλοί λεπτοί κορμοί τους δεν στέκονταν ολόισιοι, αλλά έγερναν με χάρη κατά το φως που έπεφτε το μεσημέρι στο κέντρο της κοιλάδας. Η φλούδα τους ήταν πιτσιλωτή, γυαλιστερή, με κουκίδες μαύρες σαν έβενος και ασημιές, πιο λεία από καθετί εκτός από το δέρμα της Ελεονόρας – έτσι που δίχως τα γυαλιστερά πράσινα πελώρια φύλλα τους, που απλώνονταν απ' τις κορφές τους σε μακριές τρεμουλιαστές γραμμές παιχνιδίζοντας με τις αύρες, θα τα φανταζότανε κανείς σαν γιγάντια φίδια της Συρίας που προσκυνούν τον αφέντη τους τον Ήλιο.

Δεκαπέντε χρόνια τριγυρνούσα σ' αυτή την κοιλάδα μαζί με την Ελεονόρα, με τα χέρια μας πλεγμένα, πριν φωλιάσει η αγάπη στις καρδιές μας. Ένα δειλινό – εκείνη έκλεινε τα δεκαπέντε χρόνια της ζωής της κι εγώ τα είκοσι – καθόμασταν αγκαλιασμένοι κάτω από τα φιδόδεντρα και κοιτάζαμε τις εικόνες μας μες στα νερά του Ποταμού της Σιωπής. Μείναμε σιωπηλοί όλο το υπόλοιπο διάστημα εκείνης της γλυκιάς μέρας• ακόμα και την άλλη μέρα τα λόγια μας ήταν τρεμουλιαστά και λίγα. Είχαμε ανασύρει το θεό Έρωτα μέσ' από κείνα τα νερά, και τώρα νιώθαμε πως είχε ανάψει μέσα μας τις φλογερές ψυχές των προγόνων μας. Το ερωτικό πάθος, που ήταν για αιώνες το ξεχωριστό γνώρισμα της γενιάς μας, χίμηξε μαζί με τις φαντασίες, που και γι' αυτές ξεχώριζε η γενιά μας, και φύσηξαν μαζί μια πνοή εξαίσιας ουράνιας ευτυχίας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Μια αλλαγή απλώθηκε πάνω σε όλα. Παράξενα ολόφωτα λουλούδια, που έμοιαζαν με αστέρια, ξεφύτρωσαν πάνω στα δέντρα, που ποτέ πρωτύτερα δεν είχανε ανθίσει. Το χρώμα του πράσινου χαλιού έγινε πιο βαθύ – και όταν, μία μία, μαράθηκαν οι άσπρες μαργαρίτες, ξεπετάχτηκαν στη θέση τους, δέκα δέκα μαζί, κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι. Και η ζωή μας φανερώθηκε• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο, άγνωστα ως τότε στην κοιλάδα, μαζί μ' ένα σωρό άλλα ζωηρόχρωμα πουλιά, ανέμιζαν καμαρωτά μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους. Χρυσαφιά και ασημένια ψάρια κολυμπούσαν στο ποτάμι, που είχε αρχίσει ν' αναδίνει σιγά σίγα ένα ψιθύρισμα, που έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. Κι ένα μεγάλο σύννεφο, που το βλέπαμε από καιρό στου Έσπερου τα μέρη, κύλησε από κει πέρα, χρυσοπόρφυρο, σταμάτησε γαλήνιο πάνωθέ μας, και άρχισε να κατεβαίνει, μέρα με τη μέρα, όλο πιο χαμηλά, ώσπου οι άκρες του κάθισαν πάνω στις βουνοκορφές, αλλάζοντας το σκοτάδιασμά τους σε παραδείσιο φως, και κλείνοντάς μας, λες μια για πάντα, σε μια μαγεμένη φυλακή μακαριότητας και ησυχίας.



έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. 



Η Ελεονόρα έμοιαζε με σεραφείμ στην ομορφιά – μα ήταν ένα κοριτσόπουλο απονήρευτο κι αθώο όσο κι η σύντομη ζωή που είχε περάσει μέσα στα λουλούδια. Δεν προσπαθούσε με καμώματα να κρύψει τη θέρμη της αγάπης που φλόγιζε την καρδιά της, την ερευνούσε μαζί μου ως τα τρίσβαθα, έτσι που τριγυρνούσαμε οι δυο μας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης και μιλούσαμε για τις μεγάλες μεταβολές, που είχαν γίνει εκεί μέσα τον τελευταίο καιρό.



Εικονογράφηση του Arthur Rackham [1935] για την "Eleonora" του Edgar Allan Poe
Illustration: Arthur Rackham



Μια μέρα μου μίλησε με δάκρυα στα μάτια για την τελευταία οικτρή μεταβολή που έλαχε στη μοίρα του ανθρώπου, και από τότε δεν παρατούσε αυτό το θλιβερό θέμα, παρεμβάλλοντας το σε όλες μας τις συνομιλίες, όπως στα τραγούδια του βάρδου του Σιράζ ξανάρχονται οι ίδιες εικόνες κάθε τόσο, σε κάθε παραλλαγή του στίχου.

Είχε καταλάβει πως την είχε αγγίξει το δάχτυλο του θανάτου – πως, όπως το εφήμερον, η πεταλουδίτσα, είχε πλαστεί με τέλεια ομορφιά, με μόνο προορισμό το θάνατο. Αλλά ο φόβος του τάφου είχε γι’ αυτήν μιαν όψη μονάχα, που μου την αποκάλυψε ένα βράδυ, με το σούρουπο, κοντά στις όχθες του Ποταμού της Σιωπής. Θλιβότανε στη σκέψη πως όταν πια θα την έθαβα στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης, θα ‘φευγα για πάντα από την ευτυχισμένη μας κοιλάδα και θα χάριζα την αγάπη μου, που ήταν τώρα με τόσο πάθος και τόσο αποκλειστικά δική της, σε κάποια κοπέλα του εξωτερικού συνηθισμένου κόσμου. Και κάθε τόσο ριχνόμουνα στα πόδια της Ελεονόρας και ορκιζόμουνα σ' εκείνη και στους Ουρανούς πως ποτέ δεν επρόκειτο να παντρευτώ κάποια θυγατέρα της γης – πως ποτέ δε θα πρόδινα την αγαπημένη θύμησή της, τη θύμηση της αφοσιωμένης της αγάπης, που ήταν για μένα μια ευλογία. Κι έκανα επίκληση στον Κραταιό Άρχοντα του Σύμπαντος να παρασταθεί μάρτυρας για την επισημότητα του όρκου μου. Και η κατάρα, που επικαλέστηκα – τόσο Εκείνου όσο κι εκείνης, που ήταν μια άγια των Ηλυσίων Πεδίων – αν πρόδινα τον όρκο μου, συνεπαγότανε για μένα μια τιμωρία, που η ανατριχιαστική της φρίκη δεν μου επιτρέπει να την αναφέρω.

Τα λαμπερά μάτια της Ελεονόρας έγιναν ακόμη πιο λαμπερά με αυτά μου τα λόγια. Αναστέναξε σα να ‘φυγε από το στήθος ένα βάρος θανατερό. Έτρεμε σύγκορμη κι έκλαψε πικρά. Αλλά πίστεψε τον όρκο μου (γιατί δεν ήταν παρά ένα παιδί) κι αυτό την έκανε να δεχτεί μ' ευκολία το θάνατο. Και μου είπε, καθώς ξεψυχούσε ήρεμα λίγες μέρες αργότερα, πως γι' αυτό που είχα κάνει για την ησυχία της ψυχής της, θα με φύλαγε από ψηλά μετά την αποδημία της, και, αν της επιτρεπότανε, θα ξαναγύριζε κοντά μου «εν φυλακαίς νυκτός». Αν όμως αυτό ήταν αδύνατο για τις ψυχές που μένουν στον Παράδεισο, τότε θα μου έδινε συχνά μαρτυρίες της παρουσίας της: θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων. Και μ' αυτά τα λόγια στα χείλια της παρέδωσε την αθώα της ζωή, βάζοντας ένα τέλος και στην πρώτη περίοδο της δικής μου.

Ως εδώ η αφήγησή μου είναι απολύτως αξιόπιστη. Αλλά καθώς περνώ το ορόσημο, πάνω στο δρόμο του Χρόνου, που έχει στήσει ο θάνατος της αγαπημένης μου, και προχωρώ στη δεύτερη εποχή της ζωής μου, νιώθω έναν ίσκιο να τυλίγει το μυαλό μου και δυσπιστώ αν είναι απόλυτα ισορροπημένα όσα θα πω. Ας συνεχίσω ωστόσο.



θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων.



Τα χρόνια περνούσανε βαριά κι εγώ εξακολουθούσα να μένω στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Αλλά μια δεύτερη αλλαγή ήρθε κι απλώθηκε πάνω σε όλα. Τα λουλούδια, που έμοιαζαν μ' αστέρια, μαράθηκαν και δεν ξαναφυτρώσανε. Το χρώμα του πράσινου χαλιού ξεθώριασε, κι ένας ένας μαράθηκαν κι οι κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι, και στη θέση τους ξεφύτρωσαν δεκάδες, ζοφεροί μενεξέδες, που αναδεύονταν ανήσυχοι και που αδιάκοπα τους ενοχλούσε η δρόσο. Και η ζωή έφυγε από το δρόμο μας• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο δεν ανέμιζαν πια μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους, αλλά πετάξανε θλιβερά απ’ την κοιλάδα στα βουνά, μαζί με όλα τα χαρούμενα ζωηρόχρωμα πουλιά, που είχαν έρθει συνοδεύοντάς τους. Και τα χρυσαφιά και ασημένια ψάρια έφυγαν μέσ' από την πέρα χαμηλή ρεματιά και δεν στόλιζαν πια το όμορφο ποτάμι. Κι η νανουριστική μελωδία, που ήταν πιο απαλή από την αιθέρια λύρα του Αίολου, πιο θεϊκή από καθετί εκτός απ’ της Ελεονόρας τη φωνή, έσβησε λίγο λίγο σε ψιθυρίσματα, που ολοένα γίνονταν πιο σιγανά, ώσπου το ποτάμι ξαναγύρισε στη σοβαρή κι επίσημη παλιά του σιωπή. Κι έπειτα, τέλος, το μεγάλο σύννεφο ανυψώθηκε και παρατώντας τις βουνοκορφές στο παλιό σκοτάδιασμα, ξανάφυγε στου Έσπερου τα μέρη συναποκομίζοντας όλη τη χρυσοπόρφυρη αίγλη από την Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Ωστόσο η Ελεονόρα δεν ξέχασε τις υποσχέσεις της – γιατί άκουγα να κουδουνίζουν τα θυμιατήρια των αγγέλων, κι αρώματα θεϊκά πλανιόντουσαν αδιάκοπα μες στην κοιλάδα. Και στις ώρες της μοναξιάς, όταν η καρδιά μου χτύπαγε βαριά, οι άνεμοι, που χάιδευαν το μέτωπό μου αναστενάζανε απαλά• κι αόριστα ψιθυρίσματα γεμίζανε συχνά το νυχτερινό αέρα. Και μια φορά – αχ, μόνο μια φορά! – με ξύπνησαν από έναν ύπνο, που έμοιαζε με τον ύπνο του θανάτου, δυο χείλια ψυχικά που ακουμπούσαν πάνω στα δικά μου.

Μα κι έτσι ακόμα, το κενό που ένιωθα μες στην καρδιά μου δεν εννοούσε να γεμίσει. Λαχταρούσα την αγάπη που την πλημμύριζε πρωτύτερα. Και τελικά η κοιλάδα με βασάνιζε από τις αναμνήσεις που είχε της Ελεονόρας, και την παράτησα για πάντα, για τις ματαιότητες και την πολυτάραχη κωμική ζωή.



*** 



Βρέθηκα σε μια ξένη πολιτεία, όπου όλα λες και συνωμότησαν για να σβήσουν από τη θύμησή μου τα γλυκά όνειρα που είχα ονειρευτεί τόσον καιρό στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Τα μεγαλεία και οι γιορτές μιας μεγαλόπρεπης βασιλικής αυλής, η άγρια κλαγγή των όπλων, οι γυναίκες που αχτιδοβολούσαν ομορφιά, συντάραξαν και μέθυσαν το νου μου. Μα ως τώρα η ψυχή μου είχε μείνει πιστή στους όρκους της και οι μαρτυρίες για την παρουσία της Ελεονόρας εξακολουθούσαν να μου φανερώνονται μες στις σιωπηλές ώρες της νύχτας.

Ξαφνικά σταμάτησαν αυτές οι εκδηλώσεις, ο κόσμος σκοτείνιασε μπροστά στα μάτια μου και στάθηκα γεμάτος φρίκη για τις πονηρές σκέψεις, που με τυραννούσαν, και τους τρομερούς πειρασμούς που μ' έζωναν. Γιατί στην εύθυμη αυλή του βασιλιά που υπηρετούσα, είχε φτάσει από μια πολύ μακρινή και άγνωστη χώρα μια κοπέλα, που η μικρόψυχη καρδιά μου αμέσως παραδόθηκε στην ομορφιά της, που λύγισα στα πόδια της δίχως καμιάν αντίσταση, με την πιο φλογερή, την πιο ταπεινωτική ερωτική λατρεία. Κι αλήθεια, τι ήτανε η αγάπη μου για το κοριτσόπουλο της κοιλάδας σε σύγκριση με τη φλόγα, με το παραλήρημα, με την εκστατική λατρεία, που άφησα κλαίγοντας να ξεχειλίσει η ψυχή μου στα πόδια της αιθέριας Ερμενγάρδης; Αχ, ήταν παραδείσιο σεραφείμ η Ερμενγάρδη! – δεν είχα θέση για καμιάν άλλη στην καρδιά μου. Αχ, ήταν ένας άγγελος θεϊκός η Ερμενγάρδη! Και καθώς κοίταζα στα βάθη των αξέχαστων ματιών της, είχα στη σκέψη μου αυτά μονάχα – κι εκείνη.

Παντρευτήκαμε – δίχως να φοβηθώ τη φοβερή κατάρα που είχα επικαλεστεί. Ούτε κι έπεσε πάνω μου η κατάρα. Και μια φορά – πάλι μια φορά μονάχα, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας – ξανάρθανε οι απαλοί αναστεναγμοί που μ' είχαν εγκαταλείψει, και πήραν τη μορφή μιας γλυκιάς και γνώριμης φωνής που είπε:

«Κοιμήσου ήσυχα! Γιατί το Πνεύμα της Αγάπης κυβερνά και βασιλεύει. Και βάζοντας την Ερμενγάρδη μέσα στην καρδιά σου, λύθηκες – για λόγους, που θα σου γίνουνε γνωστοί στους ουρανούς – από τους όρκους που είχες κάνει στην Ελεονόρα».



******



Ήταν η «Ελεονόρα» - ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε [Edgar Allan Poe, "Eleonora"], γραμμένο το 1841, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη. Η εικονογράφηση είναι του Arthur Rackham [“Poe's Tales of Mystery and Imagination”, 1935].

Η «Ελεονόρα» ακροβατεί στο μεταίχμιο του ονείρου και της πραγματικότητας. Είναι μια ιστορία που φέρνει στο νου μας μια εικόνα αρχέγονου ερωτικού παραδείσου, μα με μια σημαντική διαφορά… το φινάλε της ιστορίας. Γιατί εδώ ο παράδεισος δεν χάθηκε. Δεν θα βρείτε ενοχές, αμαρτίες και βάσανα εδώ. Όσο η αγάπη συνεχίζει να βασιλεύει, ο παράδεισος απλά αλλάζει πρόσωπα…


Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 18



Πορτραίτο του Έντγκαρ Άλαν Πόε / Edgar Allan Poe portrait

17 Ιουνίου 2018

Η Χώρα της Επαγγελίας... Μια αλληγορία του Σαρλ Μπωντλαίρ



Η χώρα της επαγγελίας... απεικόνιση της φανταστικής Σάνγκρι-Λα, από το παιχνίδι Far-Cry 4
Η φανταστική χώρα Shangri-La, από το παιχνίδι Far Cry 4



«Υπάρχει, λένε, μια χώρα υπέροχη, μια γη της επαγγελίας, που ονειρεύομαι να επισκεφθώ με μια παλιά μου φίλη. Χώρα παράξενη, πνιγμένη στην πυκνή ομίχλη του Βορρά μας, χώρα που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε Ανατολή της Δύσης, και Κίνα της Ευρώπης, έτσι καθώς καλπάζει εκεί η θερμή και παιχνιδιάρα φαντασία, έτσι καθώς με υπομονή και πείσμα την στόλισε με τη σοφή και χαριτωμένη βλάστησή της. Μια αληθινή γη της επαγγελίας, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα, ευγενικά• όπου η πολυτέλεια αγαπά να καθρεφτίζεται στην τάξη• όπου αναπνέεις τη ζωή, χυμώδη και γλυκιά• όπου η αταξία, η ταραχή και το απρόοπτο δεν έχουν θέση• όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία• όπου η ίδια η κουζίνα είναι ποιητική, βαριά και ερεθιστική συνάμα• όπου όλα σας μοιάζουν, ακριβέ μου άγγελε.

Γνωρίζεις αυτήν την εμπύρετη αρρώστεια που μας αρπάζει μέσα στην ψυχρή αθλιότητα, αυτήν τη νοσταλγία της άγνωστης χώρας, αυτήν την αγωνία της περιέργειας; Υπάρχει ένας τόπος που σου μοιάζει, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα κι ευγενικά, όπου η φαντασία έχτισε και κόσμησε μια Κίνα της Δύσης, όπου αναπνέεις τη ζωή γλυκιά, όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία. Εκεί πρέπει να πάμε, εκεί να ζήσουμε, εκεί πρέπει να πάμε να πεθάνουμε!

Ναι, εκεί πρέπει να πάμε ν' αναπνεύσουμε, να ονειρευτούμε, και να μεγαλώσουμε τις ώρες με των αισθήσεων το άπειρο. Κάποιος μουσικός έγραφε την Πρόσκληση σε βαλς• ποιος θα συνθέσει την Πρόσκληση σε ταξίδι, που θα προσφέρουμε στην αγαπημένη γυναίκα, στην διαλεγμένη αδελφή;

Ναι, μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα η ζωή θα ήταν ευχάριστη, - εκεί πέρα, όπου οι ώρες κυλούν πιο άγρια και είναι γεμάτες σκέψεις, όπου τα ρολόγια σημαίνουν την ευτυχία με μια επισημότητα πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.

Πάνω σε στιλπνές επιφάνειες, πάνω σε επιχρυσωμένα δέρματα μελαγχολικού πλούτου, ζούνε διακριτικά ζωγραφιές μακάριες, ήρεμες και ουσιαστικές, σαν τις ψυχές των καλλιτεχνών που τις δημιούργησαν. Οι δύοντες ήλιοι, που χρωματίζουν τόσο πλούσια την τραπεζαρία ή το σαλόνι, ρίχνουν ένα μαλακό φως μέσα από ωραία υφάσματα ή μέσα από αυτά τα ψηλά καλοδουλεμένα παράθυρα, που ο μόλυβδος χωρίζει σε πολλά τμήματα. Τα έπιπλα είναι πολύ μεγάλα, περίεργα, ακαθόριστα, ενισχυμένα με κλειδαριές και μυστικά σαν τις εκλεπτυσμένες ψυχές. Οι καθρέφτες, τα μέταλλα, τα υφάσματα, τα ασημικά και η φαγέντσια παίζουν για τα μάτια μια συμφωνία σιωπηλή και μυστηριώδη• και από κάθε αντικείμενο, από κάθε γωνιά, από τις χαραμάδες των συρταριών κι από των υφασμάτων τις πτυχές, ξεχύνεται ένα μοναδικό άρωμα, μια νοσταλγία για την Σουμάτρα, που μοιάζει σαν να είναι η ψυχή του σπιτιού.

Μια αληθινή γη της επαγγελίας, σου λέω, όπου όλα είναι πλούσια, καθαρά και στιλπνά, όπως μια ωραία συνείδηση, όπως τα πολυτελή κουζινικά, όπως τα αστραφτερά ασημικά, όπως τα ποικιλόχρωμα κοσμήματα! Όλοι του κόσμου οι θησαυροί ρέουν εκεί, όπως στο σπίτι ενός φιλόπονου ανθρώπου που πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες στον κόσμο ολόκληρο. Χώρα παράξενη, ανώτερη απ' τις άλλες, όπως η τέχνη είναι ανώτερη απ' τη Φύση, που την αναμορφώνει με τ' όνειρο, που την διορθώνει και την ομορφαίνει και την μετουσιώνει.

Ας ψάχνουν, ας ψάχνουν ακόμη, ας διευρύνουν αδιάκοπα τα όρια της ευτυχίας τους αυτοί οι αλχημιστές της κηπουρικής! Ας προσφέρουν έπαθλα, εξήντα και εκατό φλορίνια, γι' αυτόν που θα επιλύσει τα φιλόδοξα προβλήματά τους! Εγώ, βρήκα την μαύρη τουλίπα μου και τη γαλάζια ντάλια μου.

Άνθος ασύγκριτο, τουλίπα που σε ξαναβρήκα, ντάλια αλληγορική, σ' αυτήν την όμορφη, την τόσο ήρεμη και ονειροπόλα χώρα, εκεί δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε; Δεν θα έβρισκες εκεί την αναλογία σου, δεν θα μπορούσες να καθρεφτίζεσαι, για να μιλήσουμε όπως οι μυστικιστές, μέσα στην ίδια την αντιστοιχία σου;

Όνειρα! Πάντα όνειρα! Και όσο πιο φιλόδοξη κι ευαίσθητη είναι μια ψυχή, τόσο απομακρύνονται από την πραγματικότητα τα όνειρά της. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δόση του από φυσικό όπιο, που ακατάπαυστα εκκρίνεται και ανανεώνεται; από τη γέννηση ως το θάνατο, πόσες να είναι οι ώρες που ζούμε γεμάτες θετική απόλαυση, γεμάτες πράξεις επιτυχείς και αποφασισμένες; Θα ζήσουμε ποτέ, θα περάσουμε ποτέ μέσα σ' αυτόν τον πίνακα που ζωγράφισε το πνεύμα μου, σ' αυτόν τον πίνακα που σου μοιάζει;

Αυτοί οι θησαυροί, αυτά τα έπιπλα, αυτή η πολυτέλεια, αυτή η τάξη, αυτά τα αρώματα, αυτά τα θαυμάσια λουλούδια, είσαι εσύ. Εσύ είσαι αυτοί οι μεγάλοι ποταμοί και αυτά τα ήσυχα κανάλια. Αυτά τα μεγάλα καράβια που πλέουν εκεί φορτωμένα με πλούτη κι απ' όπου ανεβαίνουν τα μονότονα τραγούδια της μανούβρας, είναι οι σκέψεις μου που κοιμούνται ή κυλούν πάνω στα στήθη σου. Τα οδηγείς απαλά προς την θάλασσα που είναι το Άπειρο, και στη διαύγεια της ωραίας ψυχής σου αντανακλώνται τα βάθη τ' ουρανού• και όταν, κουρασμένα από τις φουρτούνες και παραγεμισμένα με της Ανατολής τα προϊόντα, γυρνούν στο γενέθλιο λιμάνι, είναι πάλι οι σκέψεις μου που εμπλουτισμένες επιστρέφουν από το Άπειρο σ' εσένα.»



Σαρλ Μπωντλαίρ «Πρόσκληση σε Ταξίδι» [Charles Baudelaire, “L'invitation au voyage”]. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Le Spleen de Paris” [«Η Μελαγχολία του Παρισιού»]. Πρώτη δημοσίευση το 1869. Μετάφραση: Στ. Βαρβαρούσης.



Η Σιέστα, πίνακας του Frederick Arthur Bridgman
The Siesta by Frederick Arthur Bridgman

25 Φεβρουαρίου 2018

Καημός. Ένα διήγημα του Άντον Τσέχωφ


Anton Chekhov, Sorrow - illustration by the Kukryniksy artists


Κάποιες φορές μία από τις εγγενείς ιδιότητες που μας καθιστά ανθρώπινους είναι η επιθυμία μας να επικοινωνήσουμε. Όχι απλά να μιλήσουμε… μα ν’ ανοίξουμε την ψυχή μας, και από μέσα της να ξεχυθούν ποτάμια οι σκέψεις και τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν. Σαν χύτρα που ξεφυσά από την πίεση, αντίστοιχα αναστενάζουμε και ξεφυσούμε στην προσπάθειά μας ν’ απελευθερώσουμε από πάνω μας τις έγνοιες, ν’ αποτινάξουμε από μέσα μας το βάρος των σκέψεων. Να μιλήσουμε – ελεύθερα, δίχως περιορισμό, δίχως φιλτράρισμα, ν’ αφεθούμε στη ροή των συναισθημάτων μας. Τότε είναι που χρειαζόμαστε έναν αποδέκτη, κάποια ανάλαφρη ψυχή ικανή ν’ απορροφήσει σαν σφουγγάρι τον εσωτερικό μας χείμαρρο, και, αν είναι δυνατόν, να μας προσφέρει μια μικρή παρηγοριά.

Ποιος, όμως, είναι ικανός γι’ αυτό το τελευταίο; Αλίμονο – ο καθένας φέρει μέσα του τις έγνοιές του και σπάνια επιθυμεί ν’ αφουγκραστεί τον άλλον. Και αν σε ακούσουν, πόσοι θα το κάνουν δίχως να γυρεύουν κάποιο όφελος, κάποια μορφή ανταμοιβής; Πόσοι, τέλος, μπορούν αληθινά να σε κατανοήσουν; Να μιλήσουν στην ίδια γλώσσα μαζί σου;

Ανθρώπινος, εν τέλει, δεν είναι μονάχα εκείνος που μπορεί να μιλάει… μα κι εκείνος που μπορεί ν’ ακούει.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα έχει απόχρωση κρύου ρωσικού χειμώνα και γράφτηκε από τον Άντον Τσέχωφ. Η γλώσσα του είναι καθαρή σαν χιόνι, «απλή όπως λες “δώσ’ μου ένα ποτήρι νερό”», όπως είχε πει για τον Τσέχωφ ο ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ο τίτλος του είναι “Καημός”. Θέμα του; Ένας φτωχός αμαξάς, ο Ιωνάς, που επιθυμεί να μοιραστεί την έγνοια που τον βασανίζει με κάποιον άνθρωπο. Η μετάφραση είναι του Κ. Σιμόπουλου.

Ας μεταφερθούμε νοερά, λοιπόν, στην καρδιά μιας παγερής ρωσικής πολιτείας του 19ου αιώνα… και ας παραδώσουμε τη σκυτάλη του λόγου στον Τσέχωφ.



Illumination in St. Petersburg, 1869 - Fyodor Vasilyev



ΚΑΗΜΟΣ



Σε ποιον να πω τον πόνο μου



Σουρουπώνει. Πηχτό νερόχιονο πέφτει απαλά απαλά στα αναμμένα φανάρια του δρόμου. Απλώνει ένα λεπτό, φουρφουριστό τραπεζομάντιλο στις στέγες, στα καπούλια των αλόγων, στους ώμους και τα καπέλα των περαστικών. Ο άμαξάς Ιωνάς Ποτάπωφ είναι κάτασπρος σαν φάντασμα. Έχει καμπουριάσει, όσο μπορεί να καμπουριάσει ένα ανθρώπινο κορμί. Στέκεται εκεί κουρνιασμένος ασάλευτος. Και ολόκληρη στοίβα χιόνι να κυλούσε πάνω του δε θα κουνούσε το χέρι να τιναχτεί...

Η φοράδα του κάτασπρη και κείνη και ασάλευτη. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου ξεπαγιασμένη, όλο γωνιές, με τα κοκαλιάρικα πόδια της ίδια μπαστούνια. Σίγουρα ήταν βυθισμένη σε σκέψεις. Πως να μη συλλογιέται έτσι όπως είναι ζεμένη στο αμάξι, χαμένη μέσα στις ίδιες εικόνες της κάθε μέρας, μέσα σ' αυτό το στρόβιλο των αποκρουστικών φυτών, του ατέλειωτου βουητού και των βιαστικών ανθρώπων;

Ο Ιωνάς και το άλογό του στέκονται πολλή ώρα ακίνητοι στη άκρη του δρόμου. Έχουν από το μεσημέρι να πάρουν αγώι και δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα παρουσιαστεί απόψε πελάτης. Το σκοτάδι της νύχτας κατεβαίνει και τυλίγει την πολιτεία. Το χλωμό φως των φαναριών ζωντανεύει και η κίνηση στο δρόμο όλο και μεγαλώνει.

—Έ! Αμαξά! Πήγαινέ με στο Βιμπόργκ, ακούει ο Ιωνάς. Αμαξά!

Ο Ιωνάς τινάζεται και ανάμεσα από τα βλέφαρά του που έχουν γεμίσει χιόνι ξεχωρίζει έναν αξιωματικό κουκουλωμένο στο μαντύα του.

— Συνοικία Βιμπόργκ! ξαναλέει ο αξιωματικός. Μίλα, λοιπόν, κοιμάσαι; Συνοικία Βιμπόργκ!

Για απάντηση ο Ιωνάς κουνάει πέρα δώθε τα χαλινάρια και τινάζει το χιόνι από τα καπούλια της φοράδας και τον ώμο του... Ο αξιωματικός θρονιάζεται στο έλκηθρο. Ο αμαξάς κάνει ένα «κλάκ» με τη γλώσσα του, απλώνει μπροστά το λαιμό, μακρύ σαν του κύκνου, ανασηκώνεται και έτσι από συνήθειο περισσότερο παρά από ανάγκη, κάνει μια στράκα με το καμιτσίκι. Η φοραδίτσα απλώνει και αυτή το λαιμό, διπλώνει τα κοκαλιάρικα πόδια και ξεκινάει ανόρεχτα.

— Που πας μωρέ να χωθείς, που να σε πάρει ο διάολος!... Ο Ιωνάς ακούει τις οργισμένες φωνές που ανεβαίνουν από τη μαύρη πήχτρα των διαβατών. Κόσμος πάει κι έρχεται γύρω του.

— Που διάολο ξεφύτρωσες εσύ, μωρέ!... Τράβα δεξιά!...

— Μα δεν ξέρεις να οδηγήσεις; Τράβα δεξιά! γκρινιάζει ο αξιωματικός.

Ο αμαξάς πετάει μια βλαστήμια. Ένας πελάτης του ρίχνει αγριεμένα βλέμματα και τινάζει το χιόνι από το μανίκι του. Περνούσε το δρόμο και ο ώμος του σκόνταψε στα ρουθούνια της φοράδας. Ο Ιωνάς στριφογυρίζει στην κούρνια του σα να κάθεται στα καρφιά, σκουντάει με τον αγκώνα και τα μάτια του παίζουν σαν χαμένα, λες και δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται και γιατί.

— Είδες τους μασκαράδες! κοροϊδεύει ο αξιωματικός. Όλοι απάνω σου πέφτουν και μπερδεύονται στα πόδια της φοράδας. Συνωμοσία!...

Ο Ιωνάς γυρίζει το κεφάλι προς τον πελάτη και τα χείλη του σαλεύουν. Είναι ολοφάνερο πως κάτι θέλει να πει, μα τίποτα δε βγαίνει από το λαιμό, μονάχα ένα βραχνό βογκητό.

— Πως; ρώτησε ο αξιωματικός.

Ο Ιωνάς στραβώνει το στόμα, έτσι σαν να θέλει να χαμογελάσει. Πνίγεται, ξεροβήχει για να ανοίξει ο λαιμός του, ξεφυσάει, αγκομαχάει.

— Ξέρετε, κύριε, να... δηλαδή... ο γιος μου πέθανε αυτή τη βδομάδα.

—Χμ!... Και από τι πέθανε;

Ο Ιωνάς γυρίζει τώρα ολόκληρο το πανωκόρμι προς τον πελάτη και αποκρίνεται:

— Και ποιος ξέρει; Από θέρμες φαίνεται... Έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο, υστέρα πέθανε. Έτσι θέλει ο θεός...

— Στρίψε, ανάθεμά σε! Ακούγεται μια φωνή στο σκοτάδι. Που πας ζωντόβολο! Άνοιξε τα στραβά σου!...

— Άντε, λοιπόν! φωνάζει ο πελάτης. Όπως πάμε δε θα φτάσουμε ούτε το πρωί. Κουνήσου λιγάκι!...

Ο αμαξάς ξαναπλώνει το λαιμό, ανασηκώνεται και με μια χαριτωμένη κίνηση αλλά κάπως βαριά τινάζει το καμιτσίκι. Ύστερα ρίχνει ένα βλέμμα στον πελάτη, ξαναγυρίζει, ξανακοιτάζει, μα κείνος έχει κλείσει τα μάτια και φαίνεται πως δεν έχει όρεξη για κουβέντα.

Ο αξιωματικός βγήκε στη συνοικία Βιμπόργκ και ο Ιωνάς σταματάει μπροστά στην πόρτα κάποιου καμπαρέ, διπλώνεται ξανά στα δυο, αμπαρώνεται στον εαυτό του και στέκει εκεί στην κούρνια του ασάλευτος... Και να που το νερόχιονο αρχίζει να τον ξαναβάφει κάτασπρο κι αυτόν και τη φοράδα του. Περνάει μια ώρα, περνάνε δυο...

Τρεις νεαροί πλησιάζουν χτυπώντας δυνατά τις γαλότσες στο καλντερίμι και καβγαδίζουν. Οι δυο είναι ψηλοί και αδύνατοι, ο άλλος καμπούρης και κοντοστούπης.

— Αμαξά, στη Γέφυρα της 9 Αστυνομίας, φωνάζει ο καμπούρης με τρεμουλιαστή φωνή. Και οι τρεις μας είκοσι καπίκια!

Ο Ιωνάς τινάζει τα γκέμια, κάνει «κλάκ!» με τη γλώσσα του. Είκοσι καπίκια, δεν είναι αγώι αυτό, μα τι τον νοιάζει για λεφτά; Τι ένα ρούβλι, τι ένα καπίκι! Γι’ αυτόν όλα καλά είναι, φτάνει να παίρνει πελάτες... Οι νεαροί ζυγώνουν στο έλκηθρο, σπρώχνονται, βλαστημάνε και αδράχνουν και οι τρεις μαζί το παραπέτο. Άρχισε συζήτηση ποιος θα καθίσει και ποιος θα μείνει όρθιος. Αφού καβγάδισαν ώρα πολλή αποφάσισαν να μείνει ο καμπούρης όρθιος επειδή ήταν ο πιο κοντός.

— Άντε, τράβα! πρόσταξε ο καμπούρης με μια ψιλή φωνούλα. Βολεύτηκε κει μπροστά και ξεφυσάει στο σβέρκο του Ιωνά. Δίνε του!

— Ωχ! Τι κούκος είναι αυτός μωρέ γέρο: Τέτοια παλιατσούρα δεν τη βρίσκεις, αδερφέ μου, σε όλη την Πετρούπολη!...

— Χι! Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς. Καθένας φοράει τον κούκο που έχει...

— Άντε, «τον κούκο που έχει», βάρα του! Έτσι θα πάμε, μωρέ; Έ; Θέλεις να σου κοπανίσω καμία;

— Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, λέει ο ένας από τους ψηλούς. Χτες ήπιαμε οι δυο μας, εγώ και ο Βάσκα τέσσερα μπουκάλια βότκα.

— Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λες ψέματα, πετιέται ο άλλος αγανακτισμένος. Μωρέ αυτός όλο την ψευτιά έχει στο στόμα του σαν οδοντογιατρός!

— Να ρίξει ο θεός αστραπή να με κάψει αν δε λέω την αλήθεια...

— Αν αυτό είναι αλήθεια τότε και οι ψείρες τραγουδάνε...

— Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς και η καρδιά του μαλάκωσε. Οι κύριοι έχουν κέφι!

— Ουφ! Ο διάολος να σε... νευριάζει ο καμπούρης. Θα κουνηθείς γέρο φαφούτη η όχι; Έτσι θαρρείς πως θα μας πας; Δώσ' της μια καμιτσικιά που να πάρει ο διάολος. Άντε λοιπόν. Δώσ' της μια!

Ο Ιωνάς νιώθει στη ράχη του το κορμί του καμπούρη που όλο αναδεύεται και τη βραχνή τρεμουλιαστή φωνή του. Χωνεύει τις βρισιές, αγναντεύει τους διαβάτες και σιγά σιγά νιώθει πως δεν είναι τόσο μόνος. Ο καμπούρης ξεκουκκίζει τις βρισιές του. Κάποια στιγμή πνίγηκε καθώς πετούσε μια μπερδεμένη βλαστήμια έξι πατώματα και τον έπιασε φοβερός βήχας. Οι δυο καθισμένοι μιλούσαν για κάποια Ναντέζντα Πετρόβνα. Ο Ιωνάς γύρισε το κεφάλι του στους πελάτες, περίμενε λίγο, βρήκε ευκαιρία που έγινε μια μικρή διακοπή, τους ξανακοίταξε και μουρμούρισε:

— Να, δηλαδή... πέθανε ο γιος μου αυτή τη βδομάδα.

— Όλοι θα πεθάνουμε, αναστέναξε ο καμπούρης σφουγγίζοντας τα χείλη του υστέρα από το βήχα. Άντε! Δώσ' της! Χτυπά λοιπόν! Κύριοι είναι αδύνατο να συνεχιστεί αυτό το βιολί. Δεν θα φτάσουμε ούτε το πρωί...

— Βοήθησέ τον και συ λίγο... ξέρεις, στο λαιμό!

— Τ’ ακούς γέρο φαφούτη; Θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο… Τ’ ακούς παλιόμουτρο; Ή μας κοροϊδεύεις κιόλας;

Και ο Ιωνάς άκουσε, περισσότερο άκουσε παρά ένιωσε, το σβούριγμα μιας καρπαζιάς στο σβέρκο του.

— Χι! Χι! γέλασε. Οι κύριοι έχουν κέφι! Ο θεός να τους δίνει υγεία...

—Έ! άμαξά, παντρεμένος είσαι; ρώτησε ένας από τους ψήλους.

— Ποιος; Εγώ; Χι! Χι! Έχουν κέφι οι κύριοι. Τώρα έχω γυναίκα τη μαύρη γη... Χο! Χο! Χο! Το μνήμα! Ο γιος μου πέθανε και γω ζω. Παράξενο πράμα! Ο χάρος έκανε λάθος στην πόρτα. Αντί να 'ρθει σε μένα πήγε στο γιό μου...

Και ο αμαξάς γυρίζει ξανά για να διηγηθεί πως έχασε το γιό του. Μα κείνη τη στιγμή, ο καμπούρης αναστενάζει με ανακούφιση και λέει πως, δόξα να ‘χει ο θεός, φτάσαμε επί τέλους. Ο Ιωνάς παίρνει τα είκοσι καπίκια και παρακολουθεί ώρα πολλή τους τρεις γλεντζέδες, ώσπου τρύπωσαν σε μια σκοτεινή πόρτα.

Είναι πάλι ολομόναχος και τον κυκλώνει η σιωπή. Ο καημός του που για μια στιγμή είχε καταλαγιάσει και του βαραίνει τώρα πιο πολύ την καρδιά. Τα μάτια του Ιωνά, ανήσυχα, πονεμένα, ψάχνουν τους διαβάτες που πάνε κι έρχονται στα δυο πεζοδρόμια. Δεν θα βρεθεί κανείς ανάμεσα στις χιλιάδες των περαστικών που να θέλει να ακούσει τον πόνο του; Μα όλοι τρέχουν βιαστικοί, κανείς δεν τον προσέχει, κανείς δεν λογαριάζει τον καημό του. Και ο πόνος του είναι βαθύς, απέραντος. Αν μπορούσε να σπάσει η καρδιά του Ιωνά, και να κυλήσει ο πόνος του, θα μαύριζε όλος ο κόσμος. Και όμως, κανείς δεν τον βλέπει!... Κρύβεται καταχωνιασμένος σ’ ένα μικρό, τιποτένιο καρυδότσουφλο, τόσο μικρό, που τα μάτια σου δε θα το ‘βλεπαν και να το φώτιζες ακόμα.

Ο Ιωνάς βλέπει κάποιον πορτιέρη που κουβαλάει στον ώμο ένα σακί και αποφασίζει να πιάσει κουβέντα.

— Δε μου λες, φίλε, τι ώρα είναι; ρωτάει.

— Εννιά. Τι σταμάτησες εδώ; Προχώρα!...

Ο Ιωνάς αποτραβιέται κάμποσο, ξαναδιπλώνεται, κλείνεται στον εαυτό του και απομένει με τον καημό του. Τώρα πια, συλλογιέται, είναι μάταιο να μιλήσω σε άνθρωπο. Μα σε πέντε λεπτά, ανασηκώνεται, σαλεύει το κεφάλι λες και τον περόνιασε κάποιος σουβλερός, ξαφνικός πόνος. Έπειτα τινάζει τα γκέμια. Δεν αντέχει πια!

— Να γυρίσω! λέει. Να γυρίσω!...

Και η φοραδίτσα, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, χίμηξε στο σοκάκι τριποδίζοντας. Σε μιάμιση ώρα, ο Ιωνάς κάθεται μπροστά σε ένα βρώμικο πατάρι. Κόσμος κοιμάται στο πατάρι, κατά γης και σε πάγκους. Ο καπνός ανεβαίνει τούφες τούφες... Πνίγεται κανείς εδώ μέσα. Ο Ιωνάς κοιτάζει τους κοιμισμένους, ξύνει το κεφάλι του και στενοχωριέται που γύρισε τόσο νωρίς...

«Δεν έβγαλα ούτε τη βρώμη της φοράδας σήμερα!» σκέφτεται. «Γι’ αυτό τα βλέπω όλα μαύρα. Ο αμαξάς που ξέρει τη δουλειά του, που είναι χορτάτος και έχει και το άλογό του ταϊσμένο είναι πάντοτε ήσυχος».

Στη γωνιά ανασηκώνεται ένας νεαρός αμαξάς, μουρμουρίζει μισοκοιμισμένος ακόμα και τραβάει κατά τον κουβά με το νερό.

— Διψάς; ρωτάει ο Ιωνάς.

— Έ! Ναι...

 — Ωραία! Στην υγειά σου... Και γω φίλε. Ο γιος μου πέθανε. Τ’ άκουσες πουθενά; Ναι, αυτή τη βδομάδα στο νοσοκομείο… Τι τράβηξα!...

Ο Ιωνάς τον κοίταζε με αγωνία στα μάτια να δει τι εντύπωση θα κάνουν τα λόγια του. Μα δεν είδε τίποτα. Ο νεαρός τράβηξε την κουβέρτα στο κεφάλι και αποκοιμήθηκε αμέσως. Ο γέρος αναστενάζει και ξύνει το σβέρκο του. Ο νεαρός διψούσε για νερό, αυτός διψάει για κουβέντα. Είναι τώρα μια βδομάδα που πέθανε ο γιος του και δεν μπόρεσε ακόμα να ανοίξει σε κανένα την καρδιά του. Πρέπει να τα πει όλα καθαρά, έτσι όπως έγιναν. Να διηγηθεί πως αρρώστησε ο γιος του, τα βάσανά του, τι έλεγε την ώρα που ψυχορραγούσε, πως πέθανε. Πρέπει να μιλήσει σε κάποιον για την κηδεία και πως πήγε στο νοσοκομείο να ψάξει για τα ρούχα του πεθαμένου. Στο χωριό έχει ακόμα μια κόρη, την Ανίσσια... Έπρεπε να μιλήσει και γι’ αυτή. Καλύτερα θα ήταν να πει τον πόνο του σε καμιά γυναίκα, γιατί οι γυναίκες είναι πονόψυχες. Είναι αρκετά δυο λόγια για να τις πάρουν τα δάκρυα...

— Δεν πάω να δω τη φοράδα μου; σκέφτηκε ο Ιωνάς. Έχουμε καιρό για ύπνο.

Ντύνεται και κατεβαίνει στο στάβλο. Συλλογιέται τη βρώμη, το άχερο, τι καιρό θα κάνει... Όταν είναι μονάχος δεν μπορεί να σκεφτεί το γιό του. Μπορεί να μιλήσει με κάποιον, μα να τον σκεφτεί όταν είναι μονάχος, να τον θυμηθεί έτσι πεθαμένο, αχ, δε μπορεί, είναι φοβερό...    

— Μασάς; ρωτάει ο Ιωνάς τη φοράδα του και κοιτάζει τα μάτια της που γυαλίζουν. Ωραία! Τρώγε! Τρώγε! Αφού δεν έχουμε λεφτά για βρώμη, τι να κάνουμε, θα μασάμε άχερο. Ναι... Αρχίζω και γερνάω, δε βαστάνε πια τα χέρια μου... Θα την είχε παραλάβει πια ο γιος μου τη δουλειά. Αυτός ήταν αληθινός αμαξάς! Ας ήτανε μονάχα στη ζωή...

Ο Ιωνάς στέκεται λίγο σιωπηλός, ύστερα ξαναρχίζει.

— Έτσι είναι, φοραδίτσα μου. Δεν υπάρχει πια ο γιος του Ιωνά. Δε πρόλαβε να ζήσει. Ναι, έτσι χάθηκε, για το τίποτα. Και τώρα ας πούμε πως εσύ έχεις ένα πουλαράκι και πως είσαι η μάνα που γέννησε αυτό το πουλαράκι. Και ξαφνικά να το χάσεις αυτό το πουλαράκι. Θα πονούσες, δεν είναι έτσι;

Η φοραδίτσα μασάει, αφουγκράζεται και ξεφυσάει στα χέρια του αφεντικού της.

Και ο Ιωνάς, που τον παίρνει το παράπονο, κάθεται και τα διηγιέται όλα…»



Μετάφραση: Κ. Σιμόπουλου
Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Φλεβάρης του 18


Άλλες παρουσιάσεις του έργου του Άντον Τσέχωφ από το φονικό κουνέλι:



Vasily Surikov - Bronze horseman in st Petersburg - 1870

8 Μαρτίου 2017

Οι Παροιμίες της Κόλασης του Ουίλιαμ Μπλέικ



Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, σε εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / William Blake's The Marriage of Heaven and Hell




«Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.»


«Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.»


«Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.»


«Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.»




Στα τέλη του 18ου αιώνα, κι ενώ η Γαλλική Επανάσταση θέριζε σαν στάχυα τις αποξηραμένες αντιλήψεις του κόσμου, κάπου βορειότερα, στην Αγγλία, ένας κεραυνός έσκιζε στα δυο τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό. Από τη μία ξεχύθηκε βροχή, από την άλλη φως. Και κάπου εκεί, στο πάντρεμά τους, ξεπρόβαλλε, δαιμονισμένος προφήτης με μάτια που έλαμπαν, ο William Blake.

Τον καιρό που έζησε λίγοι τον θαύμασαν και αφουγκράστηκαν με προσοχή τα λόγια του. Οι περισσότεροι προσπέρασαν, όπως θα προσπερνούσαν έναν τρελό στο δρόμο. Μα στον Μπλέικ ανήκε το μέλλον, όχι το παρόν. Σε μια εποχή που κήρυττε το πάθος του συστήματος, ο Μπλέικ θέλησε να γκρεμίσει κάθε σύστημα. Σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην άβυσσο της θρησκευτικής υποκρισίας, ο Μπλέικ επιχείρησε να παντρέψει τους αγγέλους με τους διαβόλους. Σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από την κοινωνική αδικία, στάθηκε υπέρμαχος της εξέγερσης.

Στο βάθρο της λογικής, ο Μπλέικ τοποθέτησε τη φαντασία. Τέχνη του ήταν η ενόραση, το όραμα. Οι στίχοι του ξεπρόβαλαν από μέσα του σαν όνειρο. Η ζωγραφική του έμοιαζε περισσότερο με έκσταση. Αυτός δεν ήταν καλλιτέχνης, δεν ήταν ποιητής. Ήταν ο κεραυνός ο ίδιος· τα μάτια της τίγρης στο σκοτάδι. Όσο τρομαχτικά, άλλο τόσο θεϊκά στην ομορφιά τους.

Μεταξύ 1790 και 1793 έγραψε τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» [“The Marriage Of Heaven And Hell”]. Από το βιβλίο θα σας παρουσιάσω ένα απόσπασμα: ο λόγος για τις «Παροιμίες της Κόλασης», μια σειρά αφορισμών, αποκαλυπτικών και αινιγματικών ταυτόχρονα, που μοιάζουν βγαλμένες από κάποιο άδυτο. Ένα μέρος που ξεχειλίζει ηδονή, δύναμη, φόβο, σοφία και πραότητα – όλα μαζί. Το κείμενο συνοδεύουν ορισμένες από τις χαρακτηριστικές χαλκογραφίες με τις οποίες έντυσε τους στίχους του ο Μπλέικ.

Οι γάμοι του ουρανού με την κόλαση έχουν αρχίσει – και είσαι καλεσμένος.



Μια Αξιομνημόνευτη Φαντασίωση




«Καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, που οι Άγγελοι θεωρούν μαρτύριο και παραφροσύνη, συνέλεξα μερικές από τις Παροιμίες τους• με τη σκέψη ότι όπως τα γνωμικά ενός λαού φωτίζουν τον χαρακτήρα του, έτσι και οι Παροιμίες της Κόλασης φανερώνουν τη φύση της Δαιμονικής σοφίας καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή κτιρίων η ενδυμάτων.

Όταν επέστρεψα: στην άβυσσο των πέντε αισθήσεων, όπου ένα απόκρημνο βάραθρο στέκει απειλητικό πάνω από τον παρόντα κόσμο, είδα έναν παντοδύναμο Διάβολο τυλιγμένο σε μαύρα σύννεφα, να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων, και τώρα διαβάζεται απ' αυτούς στη γη:

Πως ξέρεις αν κάθε Πουλί που σκίζει τους δρόμους τ’ ουρανού,

Δεν είναι ένας απέραντος κόσμος ηδονής, περίκλειστος στις πέντε σου αισθήσεις;»



Οι Παροιμίες της Κόλασης, λόγια και εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / Proverbs of Hell, by William Blake



Παροιμίες της Κόλασης




Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.


Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών.


Ο δρόμος της υπερβολής καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.


Η Σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη, που τη φλερτάρει η Ανικανότητα.


Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.


Το κομμένο σκουλήκι δίνει άφεση στο αλέτρι.


Βούτηξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.


Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.


Αυτός που το πρόσωπο του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.


Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.


Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.


Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι• της σοφίας όμως κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.


Η τροφή που χορταίνει δεν πιάνεται με δίχτυ ή παγίδα.


Την κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.


Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.


Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.


Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.


Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.


Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.


Η ντροπή είναι ο μανδύας της Έπαρσης.


Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.


Η έπαρση του παγονιού είναι η δόξα του Θεού.


Η λαγνεία του τράγου είναι η γενναιοδωρία του Θεού.


Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.


Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.


Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά θρηνεί.



Από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης του Γουίλιαμ Μπλέικ / From the Marriage of Heaven and Hell by William Blake




Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.


Η αλεπού καταριέται το δόκανο, όχι τον εαυτό της.


Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.


Ο άντρας ας φορέσει το τομάρι του λιονταριού, η γυναίκα την προβιά του αμνού.


Το πουλί μια φωλιά, η αράχνη έναν ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.


Ο τρελός με το αυτάρεσκο χαμόγελο και ο σκυθρωπός βαρύθυμος τρελός μια μέρα θα νομιστούν σοφοί• για όλους, ράβδος.


Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.


Ο αρουραίος, ο ποντικός, η αλεπού, ο λαγός κοιτάζουν τις ρίζες• το λιοντάρι, η τίγρη, το άλογο, ο ελέφαντας κοιτάζουν τους καρπούς.


Η στέρνα περιέχει• η κρήνη ξεχειλίζει.


Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.


Λέγε πάντα ελεύθερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.


Ό,τι πιστευτό, είναι μια εικόνα της αλήθειας.


Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ' το κοράκι.


Η αλεπού προνοεί για τον εαυτό της, αλλά ο Θεός προνοεί για το λιοντάρι.


Το πρωί να σκέφτεσαι. Το μεσημέρι να πράττεις. Το βράδυ να τρως. Τη νύχτα να κοιμάσαι.


Αυτός που άφησε να τον εξαπατήσεις, σε γνωρίζει.


Όπως το αλέτρι υπακούει στις λέξεις, έτσι και ο Θεός ανταμείβει τις προσευχές.


Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης.


Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.


Ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αρκετό αν δεν μάθεις τι είναι περισσότερο από αρκετό.


Ν' ακούς τις κατηγόριες του τρελού. Είναι βασιλικός τίτλος!


Τα μάτια της φωτιάς, τα ρουθούνια του αέρα, το στόμα του νερού, τα γένια της γης.


Ο άτολμος είναι τολμηρός στον δόλο.


Η μηλιά δεν ρωτάει ποτέ την οξιά πως να μεγαλώσει• ούτε το λιοντάρι το άλογο πως να πιάσει τη λεία του.




Εικαστικό και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ για τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / William Blake's art for The Marriage of Heaven and Hell





Ο ευγνώμων αποδέκτης χαίρεται πλούσια σοδειά.


Αν άλλοι δεν ήταν ανόητοι, θα 'πρεπε να 'μασταν εμείς.


Η ψυχή της γλυκιάς ηδονής ποτέ δεν μιαίνεται.


Όταν κοιτάζεις έναν Αετό, κοιτάζεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ύψωσε το βλέμμα σου!


Όπως η κάμπια διαλέγει τα πιο όμορφα φύλλα για ν' αποθέσει τ’ αυγά της, έτσι και ο παπάς εξαπολύει την κατάρα του πάνω στις πιο όμορφες χαρές.


Για να γεννηθεί ένα αγριολούλουδο χρειάζεται τοκετός αιώνων.


Η κατάρα δυναμώνει• η ευχή χαλαρώνει.


Το καλύτερο κρασί είναι το πιο παλιό, το καλύτερο νερό είναι το πιο φρέσκο.


Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν! Οι χαρές δεν γελούν! Οι θλίψεις δεν κλαίνε!


Το κεφάλι Ευγένεια, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.


Ό,τι ο αέρας για το πουλί κι η θάλασσα για το ψάρι, έτσι κι η καταφρόνια για τον αξιοκαταφρόνητο.


Το κοράκι θα ήθελε όλα να είναι μαύρα• η κουκουβάγια όλα να είναι λευκά.


Το Σφρίγος είναι Ομορφιά.


Αν το λιοντάρι έπαιρνε συμβουλές από την αλεπού, τότε θα γινόταν πονηρό.


Η Πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους• αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την Πρόοδο είναι οι δρόμοι της Ιδιοφυΐας.


Καλύτερα να πνίξεις ένα μωρό στην κούνια του παρά να τρέφεις ανικανοποίητους πόθους.


Εκεί που απουσιάζει ο άνθρωπος, η φύση είναι στείρα.


Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.


Φτάνει! ή Περισσεύει.»



Ήταν ένα απόσπασμα από τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» του Ουίλιαμ Μπλέικ, οι οποίοι κυκλοφορούν σε μετάφραση και εισαγωγή του Χάρη Βλαβιανού από τις εκδόσεις Νεφέλη. Για την παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, 2017-19.



Η φωνή του διαβόλου, εικονογράφηση και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ, από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / The voice of the devil, by William Blake