Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΜΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Ιουλίου 2018

Κάποιες σκέψεις


Seagull in Greece




Οι περισσότεροι από μας ζήσαμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περισσότερο ή λιγότερο έντονα, τα δυσάρεστα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Όσο περνούν οι μέρες, τόσο φαίνεται πως επανερχόμαστε σε μια γνώριμη κατάσταση «ομαλότητας» - όσο και αν «ομαλότητα» μοιάζει να σημαίνει εκείνο το χαλί που σπρώχνουμε πάνω από τη σκόνη, ώστε να μπορέσουμε να βαδίσουμε ξανά πάνω του αβίαστα. Μα θα συμβεί και το ξέρουμε πως θα συμβεί – είναι αναπόφευκτο όσο είναι και ανθρώπινο. Όσο ανθρώπινες (με την αμφίσημη, καλή και κακή τους σημασία) υπήρξαν οι αντιδράσεις που πλημμύρισαν τα Μέσα τις περασμένες μέρες.

Θα μοιραστώ εδώ μαζί σας κάποιες σκέψεις, όχι πάνω στα γεγονότα – μα πάνω στις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Τα γεγονότα ήταν αυτά που ήταν και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι πλέον. Μόνο να παραδειγματιστούμε ώστε να αποφευχθεί τυχών επανάληψή τους στο μέλλον – αν και κάποιες φωνές με νόημα τονίζουν «δεν θα αλλάξει τίποτα» και πως «πάντα έτσι γίνεται». Το πόσο θα τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας (και δεν πρέπει να τις περιφρονούμε) ή όχι εξαρτάται από μας. Μα, όπως έγραψα, δεν επιθυμώ να κάνω κάποια ανάλυση στα γεγονότα – τα έκαναν άλλοι, περισσότερο αρμόδιοι από μένα.

Μα επιθυμώ να σταθώ για λίγο στις αντιδράσεις του πλήθους. Πάντα σε καταστάσεις κινδύνου το πλήθος τείνει να αντιδρά πρώτα με το θυμικό του και μετά με τη λογική. Λιγότεροι θα σκεφτούν ψύχραιμα και θα προσπαθήσουν να τιθασεύσουν το άτακτο παλιρροϊκό κύμα των αντιδράσεων του κόσμου. Βρίσκω απόλυτα λογικές τις ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις – άντε να σκεφτείς ορθολογικά σε τέτοιες καταστάσεις· μα το συναίσθημα δεν παρέχει λύσεις – συχνά, μάλιστα, κάνει την κατάσταση χειρότερη. Υπάρχουν περιστάσεις στην καθημερινή ζωή μας που το συναίσθημα είναι πολύτιμος οδηγός… μα σε περιστάσεις κινδύνου μπορεί να σε τυφλώσει.

Είναι απόλυτα κατανοητό το ξέσπασμα και η επίρριψη ευθυνών. Πρόσεξε όμως, γιατί σε έναν κόσμο που είμαστε όλοι «καλωδιωμένοι» μεταξύ μας, το ξέσπασμα ενός μπορεί να μετατραπεί σε ντόμινο – και να παρασύρει τους πάντες σε έναν χείμαρρο συναισθημάτων δίχως αντίκρισμα. Και σε αυτό δε βοηθούν οι πηχυαίοι στερεότυποι τίτλοι των εφημερίδων, οι δακρύβρεχτες τηλεοπτικές εκπομπές και οι οργισμένες αναρτήσεις. Περισσότερο εκφορτίζουν τη συσσωρευμένη ένταση, παρά οδηγούν σε λύσεις. Μα από τα κυρίαρχα Μέσα ενημέρωσης δεν περιμένω και πολλά, όπως δεν περιμένω και πολλά από τα πολιτικά κόμματα. Ακόμα και το βαθύτερο γεγονός χάνει κάτι απ’ το νόημά του όταν μετατρέπεται σε θέμα διαξιφισμού μεταξύ αντίπαλων παρατάξεων – και, αλίμονο, σε κίνητρο κέρδους για κάποιους.

Θα ήθελα όμως να δω κάτι διαφορετικό στον υπόλοιπο κόσμο – για παράδειγμα, εκείνον του διαδικτύου. Περισσότερη ψυχραιμία, λιγότερο συναίσθημα. Κάποιος χρήστης του Facebook μοιράστηκε χθες μια φωτογραφία με την έκλειψη της πανσέληνου και ένας χρήστης τον κριτίκαρε επειδή δεν σέβεται τους νεκρούς! Ένας άλλος ξεσπάει αλύπητα αριστερά και δεξιά, σκορπώντας θλίψη και οργή. Λες και η καταστροφή ξεσήκωσε ένα πελώριο μαύρο κύμα, λες και ο καπνός της φωτιάς μπήκε στα πνευμόνια του κόσμου και τους μαύρισε τις καρδιές. Να μην αναφερθώ σε εκείνους που γίνονται ρήτορες του μίσους και της μισαλλοδοξίας, στο όνομα των διεστραμμένων πιστεύω τους.

Τελικά κάθε καταστροφή – μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, ένας πόλεμος – αναδεικνύουν το καλύτερο και το χειρότερο στους ανθρώπους. Θα δεις πράξεις ηρωισμού (οι περισσότερες εκ των οποίων σιωπηλές και ανώνυμες), θα δεις πράξεις αλληλεγγύης (άφθονες εκ των οποίων στα κοινωνικά δίκτυα που έδειξαν για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία τους απ’ τα μαζικά μέσα ενημέρωσης), μα θα δεις και πράξεις μίσους, πράξεις επιβολής, πράξεις ψυχολογικού εκφοβισμού. Οι δεύτεροι είναι όσοι προσπαθούν να επιβάλλουν τα «πρέπει» τους στον κόσμο, συχνά στο όνομα της ηθικής ή του «κοινού καλού». Στους δεύτερους εξάλλου θα συναντήσεις και άπλετα κροκοδείλια δάκρυα – γιατί ποιος τολμάει να μη δείχνει «θλιμμένος» στα μάτια του κόσμου, μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις.

Γνώμη μου: αν θες να κάνεις κάτι θετικό, αν μπορείς να κάνεις κάτι θετικό – κάνε το. Κάνε το και δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Οι πολιτικοί είναι αυτοί που είναι, το κράτος είναι αυτό που είναι, η κοινωνία είναι αυτή που είναι. Κι εσύ είσαι εσύ. Αν δεν συμβαδίζουν μαζί σου, προχώρα δίχως αυτούς – βρες άλλους σαν εσένα και προχωρήστε μαζί. Μα ο θυμός δεν οδηγεί πουθενά. Και, επιτέλους, άφησε τον άνθρωπο να μοιραστεί αυτή την όμορφη πανσέληνο! Γιατί αυτή η συλλογική ενοχή; Γιατί αυτό το μοίρασμα της μαυρίλας; Γιατί αυτή η απολυταρχία στο όνομα μιας εξοργισμένης «ηθικής»; Η ζωή συνεχίζεται, μας αρέσει δε μας αρέσει. Προχώρα όπως εσύ θεωρείς σωστό – και άσε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και ποιος ξέρει – ίσως κάποιοι να μιμηθούν το παράδειγμά σου.

Και αν επιθυμείς να γίνεις δικαστής – γίνε, μα μην απαιτείς οι πάντες να σε ακολουθήσουν εδώ.

Ελπίζω τα καμένα εδάφη να αναδασωθούν, όπως πρέπει. Για τους ανθρώπους που υπέφεραν ή χάθηκαν φοβάμαι πως αδυνατώ να πω το οτιδήποτε. Ειλικρινά, αδυνατώ. Μακάρι να μη ζήσουμε ξανά κάτι αντίστοιχο – αυτό μόνο. Και όποιος μπορεί να λάβει μέτρα για να αποφευχθούν τέτοια περιστατικά (επίσημος ή ανεπίσημος φορέας ή ομάδα πολιτών) – ας το κάνει.

Οι υπόλοιποι – ψυχραιμία και λογική.

Μια όμορφη εικόνα που είδα στα κοινωνικά δίκτυα τις περασμένες μέρες ήταν ενός πυροσβέστη που έδινε νερό σε μια διψασμένη χελώνα. Με άγγιξε. Στέκεται στον αντίποδα των «τραγικών» δελτίων ειδήσεων και των ανθρώπων με τις κατάμαυρες καρδιές.

Όσο αφορά το πουλί στο θαλασσινό βράχο, που επέλεξα ως κεντρική εικόνα του κειμένου; Αυτή ένιωθα να με εκφράζει, φίλε αναγνώστη. Νιώθω μικρός μπροστά σε αυτά που έγιναν - δεν επιθυμώ να μεγαλοποιώ τις αντιδράσεις μου.

Συνεχίζουμε σύντομα με τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά μας θέματα.


~

3 Ιουνίου 2018

Τα κοινωνικά μηνύματα του "Χάρι Πότερ"


Ένα αφιέρωμα στα κοινωνικά μηνύματα των βιβλίων του Χάρι Πότερ, από το φονικό κουνέλι



«Είναι παράξενο, Χάρι, αλλά οι πιο κατάλληλοι για την εξουσία είναι αυτοί που δεν την επιδίωξαν ποτέ.»



Χάρι Πότερ. Από πού να ξεκινήσει κανείς. Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο νεανικό λογοτεχνικό φαινόμενο της τελευταίας εικοσαετίας, μια σειρά που σημείωσε κατακλυσμιαία επιτυχία, μετετράπη σε πολιτισμικό ορόσημο της εποχής και έφερε πλήθος παιδιών σε επαφή για πρώτη φορά με τον κόσμο του βιβλίου. Έχει επίσης βρεθεί στην κορυφή της λίστας με τα περισσότερο απαγορευμένα βιβλία όλων των εποχών, πλάι σε έργα όπως το «1984» και ο «Φύλακας στη Σίκαλη».

Δεν είναι τυχαίο το τελευταίο. Όσο περισσότερο εξαπλώνεται ένα βιβλίο, τόσο αυξάνει η επιρροή του – άρα και ο τυχών «κίνδυνος» από τα μηνύματα που μεταδίδει. Όταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας, Τσιν Σι Χουάνγκ (219-210 π.χ.), διέταζε να πυρποληθούν όλα τα βιβλία των ιδεολογικών του αντιπάλων Κομφουκιανιστών (η πρώτη καταγεγραμμένη μαζική πυρά βιβλίων στην ιστορία, 2 χιλιάδες χρόνια πριν τον Χίτλερ) ήξερε καλά τι έκανε. Δεν υπάρχει εδραιωμένο καθεστώς ή κυρίαρχη ιδεολογία που να μη φοβάται το βιβλίο – και τις φλεγόμενες ιδέες του, ικανές να βάλουν φωτιά σε μύρια νοητικά (άρα) και κοινωνικά οικοδομήματα.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που συνέτειναν στην απομάκρυνση της σειράς του «Χάρι Πότερ» από πλήθος αμερικάνικων βιβλιοθηκών και στην καταδίκη της ως «επικίνδυνη» για τα παιδιά; Οργανωμένες θρησκευτικές ομάδες μίλησαν για «προτροπή στη μαγεία και τον κόσμο του αποκρυφισμού», κάτι αντίθετο στα θρησκευτικά παραγγέλματα. Μίλησαν ακόμα και για… σατανισμό. Προσωπικά δεν έχω πετύχει ακόμα κάποιον αναγνώστη του «Χάρι Πότερ» που να διαπράττει νυχτερινές τελετές, πίνοντας αίμα από κρανία και θυσιάζοντας κατσίκες πλάι στο σύμβολο του Γκρίφιντορ, μα ποτέ δεν είναι αργά – υπάρχει πάντα η ελπίδα.




Τα γυαλιά του Χάρι Πότερ



Πολύ αμφιβάλλω βέβαια αν όλοι εκείνοι που καταδίκασαν τον «Χάρι Πότερ» έχουν διαβάσει έστω μία σελίδα από τις άφθονες χιλιάδες των βιβλίων. Μα το ίδιο ισχύει και για εκείνους που παρέλειψαν να ασχοληθούν με τη σειρά, θεωρώντας τη απλά ένα «νεανικό εμπορικό ανάγνωσμα» και τίποτα παραπάνω. Και οι μεν και οι δε, αν έμπαιναν στη διαδικασία να διαβάσουν τη σειρά στο σύνολό της (προσοχή, αναφέρομαι στα βιβλία, όχι στις ταινίες) θα διαπίστωναν πως τα μηνύματα που μεταδίδει είναι πολύ βαθύτερα και περισσότερο ουσιώδη σε σχέση με σατανισμούς και λοιπές κουταμάρες.

Μέσα από τις περιπέτειες του Χάρι, του Ρον, της Ερμιόνης και των λοιπών εφήβων του Hogwarts, η συγγραφέας J.K. Rowling μίλησε για θέματα όπως: η προκατάληψη, ο φυλετικός και κοινωνικός αποκλεισμός, η εξέγερση απέναντι στην αυθεντία και η αμφισβήτηση της εξουσίας, η επικίνδυνη δύναμη του Τύπου και των ΜΜΕ, η πολιτική χρησιμοθηρία και ο κίνδυνος της διαφήμισης, η σύγκρουση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό συμφέρον, η σημασία της συλλογικής δράσης, η ουσία της διαφορετικότητας, η σχετικότητα του καλού και του κακού.

Αν οι αμφισβητίες του «Χάρι Πότερ» γνώριζαν καλά το περιεχόμενό του θα καταλάβαιναν πως ο όποιος «κίνδυνος» παρουσιάζουν τα βιβλία εδράζεται στους άφθονους παραλληλισμούς με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας – και στην αμφισβήτησή της, στο κάλεσμα για εξέγερση απέναντι στις σαθρές ιδεολογικές κατασκευές της. Οι «σκοτεινοί μάγοι» της σειράς δεν είναι παρά εκείνες οι όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας που μας απομυζούν από τον ανθρωπισμό μας και μας διαχωρίζουν σε καλούπια και φατρίες: ο ρατσισμός, ο δογματισμός, ο φανατισμός, η τυφλή προσκόλληση σε ηγέτες, τα συμφέροντα των λίγων έναντι των πολλών. Και ο αγώνας που πρέπει να δώσουμε, παρέα με τους μαθητές του Hogwarts, είναι ένας αγώνας για περισσότερη αλήθεια και περισσότερη δικαιοσύνη.

Γι’ αυτά, λοιπόν, τα κοινωνικά μηνύματα των βιβλίων του “Harry Potter”, θα σας μιλήσω αναλυτικότερα στη συνέχεια της παρουσίασης.




Τα εξώφυλλα των βιβλίων του Χάρι Πότερ
Διαβάζοντας τα βιβλία του Χάρι Πότερ


Τα κοινωνικά μηνύματα του Harry Potter


1 # Ανώτερες και κατώτερες φυλές



«Το “λασποαίματος” είναι μια πολύ κακή λέξη για κάποιον που γεννήθηκε από Μαγκλ – ξέρεις, που οι γονείς του δεν είναι μάγοι», είπε ο Ρον. «Ορισμένοι μάγοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους άλλους, γιατί έχουν αυτό που λέμε “ανόθευτο αίμα” […] Είναι απαράδεκτη βρισιά. Δηλαδή βρόμικο αίμα. Κοινό ανθρώπινο αίμα. Είναι τρελό. Άλλωστε, στην εποχή μας οι περισσότεροι μάγοι είναι μιγάδες. Αν δεν παντρευόμασταν με Μαγκλ, το είδος μας θα είχε εκλείψει.» [“Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα Μυστικά”]


Περισσότερο και απ’ την ίδια την ιδέα της μαγείας, περισσότερο από μια συμβατική σύγκρουση απέναντι σε κάποιο εξιδανικευμένο «Καλό» και σε κάποιο απρόσωπο «Κακό», στον πυρήνα της σειράς του “Χάρι Πότερ” εδράζεται η σύγκρουση ανάμεσα στους υπέρμαχους της αιματολογικής καθαρότητας – και στους αντιπάλους τους. Ήδη από τον δεύτερο τόμο της σειράς (όταν ακόμα μιλούσαμε για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε «παιδιά») αναφέρεται εκείνη η λέξη που έμελλε να σημαδέψει τη σειρά στο σύνολό της: Mudblood, δηλαδή, Λασποαίματος. Δηλαδή ακάθαρτος, νοθευμένος, μπάσταρδος. Και γίνεται φανερό πως η μεγάλη σύγκρουση δεν αφορά το «καλό» και το «κακό» μα: την αποδοχή της διαφορετικότητας κόντρα στην ατσάλινη γροθιά της προκατάληψης.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες μάγων: οι «καθαρόαιμοι» από τη μία· και όσοι φέρουν μέσα τους αίμα από “Μαγκλ” – κοινό, ανθρώπινο αίμα. Οι πρώτοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους, συγκριτικά με τους δεύτερους – και επιθυμούν οι δεύτεροι να τους υπηρετούν, μέχρι σταδιακά να περιοριστεί και να εκλείψει το είδος τους. Ο μεγάλος πόλεμος που μέλλει να ξεσπάσει (και να φτάσει στο αποκορύφωμά του στο τελευταίο βιβλίο της σειράς) είναι ένας πόλεμος μεταξύ των υπέρμαχων της «καθαρότητας» από τη μία και όσων αντιστέκονται απ’ την άλλη.

Και φυσικά οι υπέρμαχοι της «καθαρότητας» έμελλε να έχουν ένα μεγάλο Ηγέτη που τους εμπνέει σεβασμό μαζί με φόβο. Είναι ο Ηγέτης εκείνος που θα εξαπολύσει τις στρατιές του ενάντια στις ορδές των «ακάθαρτων», προκειμένου να χτιστεί μια νέα, σιδερένια Τάξη Πραγμάτων – στην οποία θα επικρατεί η απόλυτη ιεραρχία ανώτερων και κατώτερων φυλών.

Και αν όλα αυτά σας θυμίζουν Γερμανία και Ευρώπη της δεκαετίας του 30 – καλά κάνουν. Και – δυστυχώς – αν όλα αυτά σας θυμίζουν και κάτι απ’ τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητά μας… αλίμονο, έχετε πέσει μέσα.




Οι Λασποαίματοι ενώ σηκώνουν τα βάρη του κόσμου, από το Χάρι Πότερ
Προπαγάνδα ενάντια στους Λασποαίματους, από το Χάρι Πότερ
Οι Λασποαίματοι και η καταπίεση, από τη σειρά του Χάρι Πότερ



Η συγγραφέας J. K. Rowling ζει στην Αγγλία – μια χώρα πολυπολιτισμική από πολλές απόψεις. Στους δρόμους του Λονδίνου βλέπεις να παρελαύνουν πλήθη από άφθονες χώρες και λαούς. Μα πέρα από την επιφανειακή ανομοιογένεια και αποδοχή, υποθάλπουν και στη χώρα της ο ρατσισμός και οι κοινωνικές διακρίσεις – όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες του κόσμου. Και η διάκριση δεν είναι μόνο φυλετικής μορφής: υπάρχουν διακρίσεις φύλου, διακρίσεις σεξουαλικής ταυτότητας, και – σε επικίνδυνο βαθμό – διακρίσεις εθνολογικής “καθαρότητας”. Η Αγγλία στους “γνήσιους” Άγγλους, η Γερμανία στους γνήσιους “Γερμανούς”, η… Ελλάδα στους “γνήσιους” Έλληνες. Αλίμονο, θα ‘λεγε κανείς πως δεν έχουμε διδαχτεί τίποτα από την (τόσο πρόσφατη) Ιστορία.

Γίνεται να διδάσκει στο Hogwarts ένας μάγος με νοθευμένο αίμα; Γίνεται να κραδαίνει την ελληνική σημαία ένας Έλληνας μη-ελληνικής καταγωγής; Και αν εκείνο που καθιστά έναν μάγο άξιο δεν είναι το «αίμα», μα οι ικανότητες και η σοφία του; Και αν εκείνο που καθιστά έναν σύγχρονο Έλληνα άξιο απόγονο εκείνου του σπουδαίου αρχαίου λαού δεν είναι το «όνομα» και η ιστορική (τάχα) «συνέχεια», μα ο πολιτισμός και η παιδεία;…

Αφήνω τα συμπεράσματα σε σας.



2 # Η αποδοχή της ιδιαίτερης ταυτότητάς σου




«ΠΕΤΟΥΝΙΑ: Εκεί πηγαίνεις… Σ’ ένα ειδικό σχολείο για τέρατα. Γι’ αυτό σας απομακρύνουν από τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Για την ασφάλειά μας.» [“Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]




«ΧΑΓΚΡΙΝΤ: Ο Ντάμπλντορ εμπιστεύεται τους άλλους. Τους δίνει μια δεύτερη ευκαιρία… αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους διευθυντές. Κι αν έχεις ταλέντο, θα σε δεχτεί στο “Χόγκουαρτς” χωρίς να σε ρωτήσει από πού κρατάει η σκούφια σου. Ορισμένοι όμως δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Σε κατηγορούν γι’ αυτό που είσαι ή… προσποιούνται ότι είναι χοντροκόκαλοι, αντί να πουν με τόλμη: Είμαι αυτό που είμαι και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. Ποτέ να μην ντραπείς γι’ αυτό που είσαι, μου έλεγε ο μακαρίτης ο μπαμπάς, μερικοί θα σε κατηγορούν, αλλά δεν αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθείς μαζί τους.» [“Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς”]



Καθ’ όλη της πολυσέλιδη έκταση του “Χάρι Πότερ” διαβάζουμε για χαρακτήρες που ξεχωρίζουν… και ενίοτε ντρέπονται γι’ αυτό. Γιατί πάντα θα βρεθεί κάποιος ή κάποιοι που θα στρέψουν πάνω τους το δάχτυλο και θα τους κατηγορήσουν για τη διαφορετικότητά τους – μια διαφορετικότητα την οποία δεν επέλεξαν, μα συνιστά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα.




Μέσα από το βλέμμα του Harry Potter



Οι θετοί συγγενείς του Χάρι τον αντιμετωπίζουν σαν φρικιό, απλά και μόνο επειδή είναι μάγος και διαφέρει από τους ίδιους. Η σχολή Hogwarts γι’ αυτούς δεν είναι ένας τόπος στον οποίο θα μπορούσε ο ανιψιός τους να εξελίξει τις ιδιαίτερες ικανότητές του – μα τόπος αποκλεισμού, ένα μέρος στο οποίο πρέπει να πηγαίνει προκειμένου να τους αφήσει στην ησυχία τους. Όσο μια μερίδα μάγων αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τους Μαγκλ, αντίστοιχα μια μερίδα Μαγκλ αντιμετωπίζουν τους μάγους σαν τέρατα της φύσης – από εκείνα που πρέπει να κλειδαμπαρώνουμε σε ιδρύματα, για να ερχόμαστε όσο το δυνατόν λιγότερο σε επαφή μαζί τους. Ο θείος Βέρνον, ένας τυπικός ανώτερος υπάλληλος της εποχής μας, λίγο πολύ ενσαρκώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μικροαστού που επιζητά την «ησυχία» του. Οτιδήποτε διαφορετικό τον ενοχλεί, γιατί ταρακουνά το έδαφος κάτω από τα πόδια του: φανερώνει πόσο επισφαλής είναι η αίσθηση «ασφάλειας» που γυρεύει.

Μα το σύμπαν του “Χάρι Πότερ” βρίθει από χαρακτήρες που υφίστανται διακρίσεις. Ο γίγαντας Χάγκριντ αντιμετωπίζει πολλαπλή προκατάληψη λόγω της φυσικής ιδιαιτερότητας και του παρελθόντος του είδους του. Είναι μεγαλόσωμος, ως και αποκρουστικός σε κάποιους – μα δεν επέλεξε ο ίδιος το παρουσιαστικό του. Έτσι τον ήθελε η φύση – και παλεύει να επιβιώσει, όπως όλοι, σε αυτή την κοινωνία των μάγων, που κάθε άλλο παρά ανεκτική είναι: μια κοινωνία που καυχιέται για τη «φύση» όταν αφορά τη δική τους, υποτιθέμενη, «υπεροχή» - μα για τα φυσικά προσόντα και δικαιώματα των άλλων, ούτε λόγος να γίνεται.

Αντίστοιχη είναι η μοίρα των σπιτικών ξωτικών: καταδικασμένα να εργάζονται δουλικά, σαν υπηρέτες των μάγων, τρέφοντας μέσα τους το μίσος για την περιφρόνηση που συναντούν. Στο μεταξύ άλλες φυλές, όπως οι κένταυροι, περιφρονούν με τη σειρά τους τους μάγους, όπως και τη μερίδα εκείνη των ομοφύλων τους που δέχονται να συνεργαστούν μαζί τους.

Στον κόσμο του “Χάρι Πότερ”, όπως και στον κόσμο πέρα απ’ τις σελίδες του βιβλίου, o Άλλος, ως ετερότητα, ως διαφορετικότητα, συνιστά πεδίο απειλής. Είναι το φυσικό σύνορο στο οποίο καταλήγει η ανεκτικότητά μας, το συρματόπλεγμα που ξεσκίζει την ανοιχτομυαλιά μας. Οικοδομούμε την ταυτότητά μας σύμφωνα με εκείνο που μας ξεχωρίζει από τον Άλλο – μα η ταυτότητα είναι επισφαλής, τα θεμέλιά της είναι σαθρά, στο βάθος αμφιβάλλουμε για τους εαυτούς μας και τη θέση μας στην κοινωνία. Αισθανόμαστε από παντού απειλές, μα αδυνατούμε να εστιάσουμε και να εντοπίσουμε την πηγή τους. Μας ζώνει η ανασφάλεια και το άγχος: αποτέλεσμα; Φταίει ο Άλλος. Ο διαφορετικός. Ο εύκολα δακτυλοδεικτούμενος, απλά και μόνο διότι ξεχωρίζει.

Ο αποδιοπομπαίος τράγος.

Το μήνυμα είναι σαφές. Και ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσουν οι πρωταγωνιστές της σειράς είναι πολύ συγκεκριμένος. «Γίνε αυτός που είσαι» - έλεγε ο Νίτσε.




3 # Η αποδοχή της εκμετάλλευσης, ή αλλιώς – Παίρνεις αυτό που Διεκδικείς



Ο Κρίτσερ το ξωτικό από τις ταινίες του Χάρι Πότερ



«Δηλαδή ένα σπιτικό ξωτικό δεν μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του για τον αφέντη του;», ρώτησε ο Χάρι.

«Α, όχι, κύριε, όχι», είπε σοβαρά ο Ντόμπι. «Το σπιτικό ξωτικό πρέπει να είναι ένας αφοσιωμένος σκλάβος, κύριε. Να κρατάει το στόμα του κλειστό, να φυλάει τα μυστικά του αφέντη του, να προστατεύει την τιμή της οικογένειας και να μη μιλάει ποτέ άσχημα γι’ αυτούς.» [“Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς”]




Κανένα κοινωνικό καθεστώς δεν θα έστεκε όρθιο ούτε ένα λεπτό – αν δεν είχε τη σιωπηλή αποδοχή και συναίνεση, μερική έστω, των πολιτών που το συναποτελούν. Κανένα εργασιακό περιβάλλον, όσο μεγάλο και τρανό και αν είναι, δεν θα έστεκε στα πόδια του δίχως την αποδοχή των εργασιακών του όρων από την πλειοψηφία των εργαζομένων – νυν και υποψηφίων. Κανένας πολιτικός δεν θα έπαιρνε αποφάσεις δίχως τη μάζα των ψηφοφόρων από πίσω του να τον στηρίζουν.

Δεν υπάρχει εξουσία δίχως τους αποδέκτες της, όπως δεν υπάρχει θεατρική παράσταση δίχως κοινό.

Μα πόσοι το αναγνωρίζουν αυτό στην εποχή μας; Πόσοι συνειδητοποιούν πως είναι κάτι περισσότερο από απλά γρανάζια σε μια πελώρια μηχανή; Πως βρίσκεται στα χέρια τους και η μηχανή και οι τροχαλίες που την ενεργοποιούν και την κάνουν να κινείται; Λίγοι, θαρρώ. Ερχόμαστε σε μια κοινωνική πραγματικότητα που, λίγο πολύ, τη θεωρούμε δεδομένη, και προσπαθούμε να προσαρμοστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα σε αυτή – λησμονώντας πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, πως εκείνο που τώρα είναι κάποτε δεν ήταν, και πως εκείνο που θα είναι αύριο πιθανό να διαφέρει πολύ από το σήμερα. Γινόμαστε παθητικοί αποδέκτες μιας πραγματικότητας που βρίσκεται στα ίδια μας τα χέρια – και τι κάνουμε; Σκύβουμε ευλαβικά το κεφάλι και ακολουθούμε.

Τέτοια είναι και η στάση των σπιτικών ξωτικών στον κόσμο του “Χάρι Πότερ”. Έχοντας μάθει μια ζωή να υπηρετούν τους αφεντάδες τους, τους μάγους, έφτασαν να θεωρούν δεδομένη την κατάστασή τους. Και αν κάποιος επιχειρήσει να τους βγάλει από τη μόνιμή τους δουλοπρέπεια (όπως επιχειρεί, μάταια ίσως, η Ερμιόνη), τότε εκείνα θα αντιδράσουν: γιατί αγαπούν τις αλυσίδες που τους δένουν – και φοβούνται την ελευθερία τους.

Γιατί η ελευθερία φέρει μαζί της και ευθύνες. Και πόσοι θέλουν να παίρνουν απάνω τους ευθύνες; Καλύτερα δεν είναι να ορίζει πάντα τη ζωή σου κάποιος άλλος;

Ένα μόνο ξωτικό εξεγείρεται σε αυτή την κατάσταση: ο ηρωικός Ντόμπι. Η ιστορία του είναι από τις συγκινητικότερες του βιβλίου. Μα στην αδιαφορία των υπολοίπων ξωτικών να αντιδράσουν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, μπορούμε να βγάλουμε ένα ακόμα συμπέρασμα: η ελευθερία δεν σου χαρίζεται, ούτε μπορεί κάποιος να σου την παραχωρήσει σαν σωτήρας. Ή τη διεκδικείς, εσύ ο ίδιος – ή δεν τη διεκδικείς καθόλου. Τα δικαιώματά σου ανήκουν πρώτα σε σένα και είναι στο δικό σου χέρι αν θα τα υπερασπίσεις ή όχι. Αλλιώς, απομένουμε να φωνάζουμε, μάταια, παρέα με την Ερμιόνη:


«Για τ’ όνομα του Θεού!», ξέσπασε οργισμένη η Ερμιόνη. «Ακούστε με όλοι σας! Έχετε τα ίδια δικαιώματα με τους μάγους στην ευτυχία και τη δυστυχία! Έχετε δικαίωμα ν’ αμείβεστε για την εργασία σας, να παίρνετε άδεια, να φοράτε κανονικά ρούχα και να μην κάνετε ό,τι σας λένε!» [“Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς”]





Εικονογράφηση για τον Harry Potter και το ξωτικό, τον Dobby



4 # ΜΜΕ, δημοσιότητα και διαμόρφωση της αλήθειας



«ΕΡΜΙΟΝΗ: Θυμάσαι, Χάρι, που ο “Ημερήσιος Προφήτης” έγραψε για σένα ότι είσαι διαταραγμένος ψυχολογικά και παραπονιέσαι ότι σε πονάει το σημάδι στο μέτωπό σου; Τώρα γράφουν για σένα σαν να είσαι ένα ψώνιο που θεωρεί τον εαυτό του ήρωα αρχαίας τραγωδίας και προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των άλλων. Πετάνε ειρωνικές σπόντες εναντίον σου. Αν εμφανιστεί κάποια απίθανη ιστορία λένε: “Μια ιστορία αντάξια του Χάρι Πότερ”, κι αν πάθει κανείς κάποιο παράξενο ατύχημα γράφουν: “Ας ευχηθούμε να μην του μείνει κανένα σημάδι στο μέτωπο, γιατί θα έχει την απαίτηση να τον λατρέψουμε…»

«Δε θέλω να με λατρεύουν…», αντέτεινε παθιασμένα ο Χάρι.

«Το ξέρω», τον διέκοψε ταραγμένη η Ερμιόνη. «Το ξέρω, Χάρι. Δεν καταλαβαίνεις τι προσπαθούν να κάνουν; Θέλουν να μη σε παίρνει κανείς στα σοβαρά.» [“Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”]



Ο κόσμος του Χάρι Πότερ δεν είναι ένας απλοϊκός κόσμος με παντοδύναμα μαγικά όντα και εξιδανικευμένες φαντασμαγορικές δυνάμεις. Καμία μαγική δύναμη δεν μπορεί να υπερσκελίσει τη πανταχού παρούσα δύναμη του Τύπου: ικανός να πλέξει το εγκώμιό σου όσο και να σε συκοφαντήσει, να στήσει αγάλματα σε ήρωες τη μία στιγμή όσο και να τα σαρώσει απ’ τα θεμέλιά τους την άλλη, να υπηρετήσει την αλήθεια όσο και το ψεύδος – το δεύτερο στο βωμό του κέρδους, της εμπορικής απήχησης και των πολιτικών συμφερόντων.

Είναι ένας βρώμικος κόσμος, ένας κόσμος με πηχυαίες εντυπωσιακές λεζάντες και φανταχτερούς τίτλους ειδήσεων, ικανούς να σοκάρουν και να μαγνητίσουν το βλέμμα – τόσο όσο χρειάζεται για να μετατραπείς σε καταναλωτή τους. Ο Χάρι Πότερ βρίσκεται καταμεσής ενός πολέμου όχι μόνο απέναντι σε αδυσώπητους μάγους και τερατόμορφα πλάσματα – μα και απέναντι στην ίδια τη δημόσια εικόνα του, που άλλοι κατασκευάζουν γι’ αυτόν, με σκοπό να υπηρετήσουν πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα. Στην πορεία των βιβλίων θα διαπιστώσει πως απέναντι στην παντοδυναμία του Τύπου, τις φτηνές τακτικές και τον κιτρινισμό του, κανένα ξόρκι δεν είναι ισχυρό. Ο δρόμος του είναι ένας δρόμος πέρα και έξω από το δισυπόστατο χέρι βοήθειας που του προσφέρουν τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης – ένα χέρι ικανό να σε απογειώσει, όσο και να σε καταδικάσει.



The Daily Prophet newspaper cover



Η εξουσία των καιρών μας είναι μια εξουσία που διαμορφώνει την πραγματικότητα κατά τη θέλησή της. Και τι καλύτερος τρόπος να διαμορφώσεις την πραγματικότητα (και την εικόνα του κόσμου γι’ αυτήν, διότι τι είναι η πραγματικότητα αν όχι η εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν;) από το να διατηρείς υπό τον έλεγχό σου τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης.

Πρώτα ο έλεγχος των ΜΜΕ. Και – στη συνέχεια – ο έλεγχος του κεντρικού συστήματος παιδείας. Στην προκειμένη περίπτωση, η σχολή μάγων του Hogwarts. Όλα αυτά βλέπουμε να γίνονται στις σελίδες του βιβλίου.

Μια σειρά βιβλίων που μια μερίδα κόσμου εξακολουθεί να θεωρεί «παιδική».


«ΕΡΜΙΟΝΗ: Χάρι, έχει κυριεύσει το Υπουργείο, τις εφημερίδες και τη μισή κοινότητα των μάγων! Μη τον αφήσεις να μπει και στο μυαλό σου!» [“Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]




Η εφημερίδα Ημερήσιος Προφήτης (Daily Prophet) στις ταινίες του Χάρι Πότερ



5 # Η εκμετάλλευση της δημόσιας εικόνας για εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων



«ΧΑΡΙ: Θέλετε λοιπόν να δίνω την εντύπωση ότι δουλεύω για το Υπουργείο;»

«Θα είναι για όλους μια ένεση αισιοδοξίας, αν πιστέψουν ότι είσαι ενεργά αναμεμειγμένος», επιδοκίμασε ο Σκρίμτζεουρ, ανακουφισμένος που ο Χάρι μπήκε τόσο γρήγορα στο νόημα. «Ο Εκλεκτός!... Καταλαβαίνεις… Για να δώσουμε στον κόσμο ελπίδα, να νιώσουν πως γίνονται σημαντικά πράγματα…»

«Μα αν αρχίσω να μπαινοβγαίνω στο Υπουργείο», ρώτησε ο Χάρι, πασχίζοντας να διατηρήσει φιλικό τον τόνο της φωνής του, «δεν θα είναι σαν να εγκρίνω ό,τι κάνει το Υπουργείο;» [“Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ”]




Η σειρά βιβλίων του “Χάρι Πότερ” έχει παρομοιαστεί με την εξελικτική πορεία ενός παιδιού σε ενήλικα. Στην αρχή έχουμε το θαυμαστό, όλο δέος και όνειρα, κόσμο ενός παιδιού που εισέρχεται στο θαυμαστό περιβάλλον των μάγων – και ατενίζει με το στόμα ανοιχτό όλα τα μεγαλειώδη σκηνικά γύρω του. Σταδιακά όμως το παιδί γίνεται έφηβος – και αρχίζουν να απλώνονται σκιές αμφιβολίας για όλα όσα θεωρούσε δεδομένα. Τέλος, το παιδί γίνεται ενήλικας – και ο θαυμαστός κόσμος του παιδιού έχει παραχωρήσει τη θέση του στον γεμάτο ιδιοτελή συμφέροντα και ματαιόδοξες φιλοδοξίες κόσμο των ενηλίκων.

Αυτοί οι ενήλικες των βιβλίων του “Χάρι Πότερ” είναι μάγοι – ναι, ικανοί να κάνουν ξόρκια και να μεταμορφώνονται και να πετούν σε σκουπόξυλα. Όλα όσα περιμένει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο δηλαδή. Οι ίδιοι όμως άνθρωποι συντηρούν γραφειοκρατίες, θέτουν υποψηφιότητες σε υπουργεία, υπακούουν σε άτυπους κανόνες ιεραρχίας και συνάπτουν προσεγμένες δημόσιες σχέσεις – τόσες όσες χρειάζεται για να διατηρήσουν το σκήπτρο της δύναμής τους και να μη χάσουν την επιρροή τους πάνω στον κόσμο. Αν λοιπόν ένας πολιτικός χρειάζεται να συνάψει μια παροδική συμμαχία με τον πρώην εχθρό, προκειμένου να διατηρήσει τη θετική εικόνα του στα μάτια του κοινού – θα το κάνει. Και αν χρειάζεται να φωτογραφηθεί παρέα με μια ομάδα γελαστών παιδιών, ώστε να φανεί καλόβολος και συμπονετικός – θα το κάνει. Και αν χρειάζεται να κάνει κάποια δωροδοκία, ώστε να διατηρήσει τα οφέλη μιας τυχών συνεργασίας – θα το κάνει και αυτό.

Ναι – η σειρά του “Χάρι Πότερ” ξεκίνησε σαν παιδικό βιβλίο. Μα ήδη μετά από τρία μέρη είχε πια φανεί πως εξελίσσεται σε κάτι πολύ ευρύτερο. Μαζί με τους ήρωές της ενηλικιώθηκε και η ίδια. Και – αλίμονο – ο αρχικός θαυμαστός κόσμος του βιβλίου έχασε λίγη απ’ τη μαγεία του – κερδίζοντας όμως σε ρεαλισμό και φανερώνοντας πως οι μάγοι μπορούν να είναι το ίδιο ιδιοτελείς, υποκριτές και συμφεροντολόγοι, όπως και οι καλύτεροι πολιτικοί μας.

Μένει στον πρωταγωνιστή του βιβλίου και στην παρέα του αν θα δεχτεί τη βοήθειά τους – με αντίτιμο τη μόνιμη εξάρτησή του – ή αν θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο…


6 # Διαίρει και Βασίλευε. Η παντοτινή τακτική της Εξουσίας




Η συμπαθέστατη καθηγήτρια Ντολόρες Άμπριτζ, από τα έργα του Χάρι Πότερ



«ΚΑΤ’ ΕΝΤΟΛΗΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΡΙΑΣ ΤΟΥ “ΧΟΓΚΟΥΑΡΤΣ”


Απαγορεύονται από τούδε και στο εξής όλες οι μαθητικές οργανώσεις, λέσχες, ομάδες και όμιλοι.

Από τούδε και στο εξής, οργανώσεις, λέσχες, ομάδες, και όμιλοι θεωρούνται όλες οι συγκεντρώσεις μαθητών άνω των τριών ατόμων.

Οι μαθητές που συλλαμβάνονται να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε οργανώσεις, λέσχες, ομάδες και ομίλους μη εγκεκριμένους από τη Μεγάλη Επιθεωρήτρια, αποβάλλονται.»


«[ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ]


Αν και πρέπει να σας χωρίσω χωρίς φόβο και πάθος,
Προαισθάνομαι ότι ετούτ’ η κίνηση είναι λάθος.
Αναρωτιέμαι αν το μοίρασμα στα τέσσερα συμφέρει,
Ή αν ο διαχωρισμός τη διάλυση θα φέρει.
Ω, ναι, ξέρω τους κινδύνους, διάβασα τους οιωνούς
Το “Χόγκουαρτς” κινδυνεύει από υποχθόνιους εχθρούς.
Αν όλοι εμείς σφιχτά δεν ενωθούμε,
Να δείτε που απ’ τα μέσα ευθύς θα διαλυθούμε.»


[“Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”]



Την εποχή της Χούντας, εδώ στη χώρα μας, είχε βγει ένα διάταγμα που απαγόρευε τις δημόσιες συναθροίσεις ενός αριθμού ατόμων και πάνω – κάτι απόλυτα λογικό για ένα δικτατορικό καθεστώς. Κάθε εξουσία, κάθε εποχής, φοβάται την ενωμένη συλλογικότητα. Βούτυρο στο ψωμί της είναι η διάσπαση, ο διαχωρισμός – και εν συνεχεία το αλληλοφάγωμα των διασπασμένων, που αντί να στραφούν ενάντια στην εξουσία στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον.

Έτσι τα μικρότερα κράτη στρέφουν τους λαούς τους τον έναν ενάντια στον άλλο και οι γείτονες αντιμάχονται τους γείτονες, όσο οι ισχυροί του κόσμου διατηρούν όλα τα προνόμιά τους· έτσι οι καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις στρέφονται ενάντια στους περισσότερο καταπιεσμένους (τους φτωχούς ή τους ξένους), αντί να στρέψουν τα πυρά τους στους καταπιεστές· έτσι διαχωρίζονται σε ομάδες και φατρίες όσοι αντιστέκονται, αγνοώντας τις ομοιότητες και εστιάζοντας μόνο στις διαφορές τους – με αποτέλεσμα η αντίσταση να μένει διασπασμένη και αδύναμη, μπρος στην ενωμένη σιδηρά γροθιά της εξουσίας· έτσι οι εργαζόμενοι δεν διεκδικούν από κοινού τα δικαιώματά τους, προτιμώντας να σκαρφαλώσουν ο ένας πάνω στο κουφάρι του άλλου για ένα κομμάτι ψωμί· έτσι διαιωνίζεται η ίδια πάντα τάξη πραγμάτων σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Διαίρει και βασίλευε.

Στα βιβλία της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ ο δρόμος είναι σαφής: ή προχωράμε ενωμένοι, ή χαθήκαμε. Μπρος στον κοινό εχθρό χρειάζεται να βάλουμε τις διαφορές μας στην άκρη και να αγωνιστούμε από κοινού. Και αν το τέλος του βιβλίου αφήνεται, εν μέρει, στα γνωστά (και προβλέψιμα) στερεότυπα των ηρωικών μυθιστορημάτων (με την κλασική όσο και στερεότυπη διαμάχη του Ήρωα ενάντια στον Μεγάλο Κακό), η πορεία προς τα εκεί δεν είναι καθόλου δεδομένη και στερεότυπη. Τι θα έκανε ο Χάρι δίχως τη στήριξη όλων εκείνων που ένωσαν μαζί του τις δυνάμεις του, άραγε; Τι θα είχε απογίνει; Τι θα είχε απογίνει το Hogwarts δίχως την ομάδα εκείνη που ενωμένη επέλεξε να αντισταθεί, κόντρα στους κανόνες και τις απαγορεύσεις, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της;

Και αν ο Χάρι δεν είχε συνέχεια στο μυαλό του εκείνους που αγαπούσε – αν δεν ήταν ενωμένος στην καρδιά του μαζί τους – ποια θα ήταν τότε η δύναμή του;




Harry Potter and Hermione




7 # Εξουσία στο όνομα του «Κοινού Καλού»




Magic is Might - Η Μαγεία είναι Ισχύς, από το Χάρι Πότερ



«Ναι, μας έχει δοθεί δύναμη, και, ναι, αυτή η δύναμη μας δίνει το δικαίωμα να κυβερνήσουμε, αλλά μας δημιουργεί και ευθύνες απέναντι στους κυβερνώμενους… Αναλάβαμε την εξουσία για το ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν θα βρίσκουμε αντίσταση, πρέπει να χρησιμοποιούμε μόνο την απολύτως απαραίτητη βία και όχι περισσότερη» [από γράμμα του Άλμπους Ντάμπλντορ τον καιρό που ήταν νέος, στο “O Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]


Στο τελευταίο (και ωριμότερο) βιβλίο της σειράς, η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ καταπιάνεται με ένα θέμα με το οποίο έχουν ασχοληθεί συγγραφείς από τον Ρουσσώ ως τον Ντοστογιέφσκι. Θέτει δύσκολα κοινωνικά και ηθικά ερωτήματα και οι απαντήσεις σπάνια έχουν τις αποχρώσεις του μαύρου και του άσπρου. Συγκεκριμένα: ποια πρέπει να είναι η στάση της εξουσίας απέναντι σε εκείνο που ονομάζουμε «γενικό καλό»; Ποιος ορίζει αυτό το “ευρύτερο συμφέρον”, στο όνομα του οποίου τόσα και τόσα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί – και το οποίο φυσικά επικαλούνται οι πάντες;

Στο απόσπασμα που παραθέσαμε πάνω, ο νεαρός (ανώριμος, ακόμα, και επηρμένος) Άλμπους Ντάμπλντορ, φαίνεται πως θεωρεί δεδομένη την ανώτερη ιεραρχικά θέση των μάγων, στο όνομα ενός «γενικού συμφέροντος» που πιστεύει πως θα υπηρετήσουν καλύτερα χάρη στα προνόμια της εξουσίας τους. Μα στο όνομα εκείνου ακριβώς του «γενικού συμφέροντος», που τόσο ιδεαλιστικά επικαλέστηκε ο Ντάμπλντορ, διαπράχθηκαν φρικαλέες πράξεις από τους συνεργάτες του. Μήπως τελικά στο όνομα του «κοινού συμφέροντος» καταλήγεις να υπηρετείς το δικό σου συμφέρον και μόνο; - εκείνο που διασφαλίζει τη διαιώνιση της δύναμης και της κυριαρχίας σου;

Ευτυχώς για μας όμως, ωριμάζοντας ο Ντάμπλντορ έμελλε ν’ αποκτήσει εκείνη την τόσο χαρακτηριστική σοφία του – και να δει τα πράγματα υπό μια άλλη προοπτική:



«Είναι παράξενο, Χάρι, αλλά οι πιο κατάλληλοι για την εξουσία είναι αυτοί που δεν την επιδίωξαν ποτέ.» [“Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]



Ο Χάρι, ο Ρον και η Ερμιόνη, από τον Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν



8 # Το ατομικό κόντρα στο γενικό συμφέρον



«Μερικές φορές ΠΡΕΠΕΙ να σκεφτείς κάτι περισσότερο από την ατομική σου ασφάλεια! Μερικές φορές ΠΡΕΠΕΙ να σκεφτείς το ευρύτερο συμφέρον! Έχουμε πόλεμο!» [Ο Χάρι Πότερ, στο “O Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]


Ναι, έρχονται εκείνες οι στιγμές που – αναγκαστικά – πρέπει να επιλέξεις ένα δρόμο. Και εδώ δεν χωράνε αποχρώσεις – διαλέγεις ή τον ένα ή τον άλλο. Κάποιες φορές η ζωή σε καλεί να βγεις από το βόλεμά σου και να βάλεις στην άκρη το παντοδύναμο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου – γιατί αισθάνεσαι πως υπάρχει κάτι άλλο, κάτι ακόμα πιο πολύτιμο.

Αυτή είναι η στιγμή που διαχωρίζει εκείνον που αγωνίζεται από εκείνον που σιωπά. Μερικές φορές αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Μερικές φορές η διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους είναι πολύ λεπτή – μια κουβέντα όμως, μια κίνηση, μπορεί στο τέλος να κάνει όλη τη διαφορά.


9 # Δεν υπάρχουν μαύροι και άσπροι χαρακτήρες




Ο καθηγητής Σέβερους Σνέιπ



«Γνώριζε από προσωπική πείρα τι σημαίνει να σε ξεφτιλίζουν μπροστά στους άλλους και μπορούσε να καταλάβει πλήρως πως ένιωθε ο Σνέιπ όταν τον ταπείνωνε ο πατέρας του». [“Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”]



Πλησιάζοντας στο τέλος της παρουσίασης, να κάνω μια παρένθεση και να σας πω πως θεωρώ δεδομένη την ανωτερότητα των βιβλίων, συγκριτικά με τις ταινίες. Με εξαίρεση την τρίτη ταινία (τον «Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν», με την εξαιρετική της σκηνοθεσία και ατμόσφαιρα), και ίσως κάποιες πτυχές της τελευταίας, λίγα από τα στοιχεία που παραθέσαμε ως τώρα εξυφαίνονται σε βάθος στα έργα. Δίχως να είναι κακές ταινίες (κάθε άλλο, βλέπονται πολύ ευχάριστα), απλοποιούν σε μεγάλο βαθμό ορισμένες από τις περισσότερο συναρπαστικές πτυχές των βιβλίων, με μεγαλύτερη όλων ίσως τη σκιαγράφηση των βασικών του χαρακτήρων.

Τι πιο συναρπαστικό από την αναδρομή στη νεανική ηλικία του Βόλντεμορτ, όπως παρουσιάζεται στον «Ημίαιμο Πρίγκιπα»; Πόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χαρακτήρας του Ντάμπλντορ στο τελευταίο βιβλίο, όταν αποκαλύπτονται εκείνες οι άγνωστες πτυχές του παρελθόντος του – φανερώνοντας πως ακόμα και ο μεγαλύτερος σοφός μπορεί να κάνει λάθη; Πόσα θραύσματα στον στερεότυπο ρόλο των «καλών» προκαλούν εκείνες οι αναδρομές στα νεανικά χρόνια του Τζέιμς Πότερ, πατέρα του Χάρι, και του κολλητού του Σείριου – καθώς και η στάση που βλέπουμε να έχουν απέναντι στον Σνέιπ;

Αα. Ο Σνέιπ. Αγαπημένος χαρακτήρας πλήθους φίλων της σειράς, και όχι τυχαία. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα κείμενο μόνο γι’ αυτόν.

Προσωπικά λυπάμαι που η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ δεν εντρύφησε ακόμα βαθύτερα στους «κακούς» της σειράς της – και στις αφανέρωτες πλευρές της ζωής τους. Δε θέλουμε ένα ή δυο κεφάλαια αφιερωμένα στον Σνέιπ, μα ένα ολόκληρο βιβλίο. Και γιατί να μην εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στο συγχυσμένο νου του εκκολαπτόμενου μικρού φασίστα – του Ντράκο Μαλφόι; Ή να μην έχουμε μια εμβάθυνση στον χαρακτήρα της Μπέλατριξ – που δεν κατάφερε να αποφύγει το στερεότυπο της γραφικής «κακιάς». Νομίζω εδώ η Ρόουλινγκ έχασε μια ευκαιρία.

Ένα όμως είναι βέβαιο: διαβάζοντας τα “Χάρι Πότερ” βλέπεις, βιβλίο με βιβλίο, να καταρρέει μπρος τα μάτια σου ο στερεότυπος ρόλος των «καλών» και των «κακών» - με εξαίρεση λίγους χαρακτήρες. Ως και ο ίδιος ο Χάρι μοιάζει πολύ κωλόπαιδο, ώρες ώρες. Πράγμα λογικό, αν το καλοσκεφτούμε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, όχι εξιδανικεύσεις.



Ο Σείριος, από τον Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν
Εικονογράφηση για τα βιβλία του Harry Potter



Λίγο πριν το τέλος



Κάπου εδώ λέω να κλείσω αυτήν την (πελώρια, όπως αναμενόταν) παρουσίαση. Να καταθέσω και μια προσωπική εμπειρία: δεν έζησα μικρότερος την «τρέλα» του Harry Potter, που τόσοι και τόσοι έζησαν, σε βαθμό να συνδεθεί με την παιδική ή νεανική τους ηλικία. Για κάποιο λόγο με άφησε ανεπηρέαστο το φαινόμενο τον καιρό της έκρηξής του. Διάβασα όλα τα βιβλία και είδα τις ταινίες πολύ αφού είχαν τελειώσει, χάρη στην προτροπή ενός φίλου.

Δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ήταν μια απολαυστική διαδρομή – και το κείμενο που διαβάσετε είναι η δική μου προσωπική κατάθεση. Γιατί ένας ενήλικας θα δει με άλλο τρόπο μια σειρά βιβλίων, συγκριτικά με ένα παιδί ή έναν έφηβο.

Ένα από τα επιτεύγματα της Rowling είναι πως έκανε απολύτως πιστευτή μια φανταστική πραγματικότητα, γεμάτη μάγους και τέρατα, εντάσσοντάς τους όλους στην φυσική καθημερινότητα του κόσμου που ζούμε. Ο Χάρι, ο Ρον, η Ερμιόνη… δεν είναι εξιδανικεύσεις, μα αληθινοί έφηβοι, με όλες τις ανησυχίες και τις εντάσεις που χαρακτηρίζουν τόσο την ηλικία, όσο και την εποχή τους.

Και τα προβλήματα που θίγει η συγγραφέας στο έργο – εκείνα που ήδη κάναμε μια προσπάθεια να απαριθμήσουμε – είναι προβλήματα με σάρκα και οστά, ενός απόλυτα αληθινού και κάθε άλλο παρά φανταστικού κόσμου.

Είναι η δική μας πραγματικότητα, ιδωμένη υπό ένα άλλο πρίσμα. Αν οι μύθοι είχαν πάντα σαν σκοπό να μας ωθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα κάποια πράγματα γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση, τότε ο μύθος του “Χάρι Πότερ” δικαιωματικά ανήκει στους σημαντικότερους των καιρών μας.

Τι λέτε όμως, να βάλουμε κι ένα στρογγυλό «10» στην απαρίθμηση των κοινωνικών μηνυμάτων των βιβλίων; Για πάμε λοιπόν. Θα κλείσουμε με το χρυσό δεκάρι – μια φράση του Ντάμπλντορ, από το τελευταίο βιβλίο της σειράς. Και με αυτή τη φράση θα σας αποχαιρετήσω.


10 # Μια προτροπή



«Μη λυπάσαι τους νεκρούς, Χάρι. Λυπήσου τους ζωντανούς και κυρίως αυτούς που ζουν χωρίς αγάπη.»



Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων από την Καίτη Οικονόμου.

Για την παρουσίαση: © Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος 18



Διαβάζοντας τους Κλήρους του Θανάτου, από το φονικό κουνέλι

28 Φεβρουαρίου 2016

Η Κουλτούρα της Νεοελληνικής Παρακμής





Το αποψινό θέμα μας διαφέρει από τα άλλα. Είναι οι τέχνες, μα από την ανάποδη... είναι η εικόνα τους αντεστραμμένη στον καθρέπτη, παραμορφωμένη, στρεβλή. Πυρήνας κάθε μορφής τέχνης είναι η δημιουργικότητα και η αισθητική, μα στη σημερινή μας περιπλάνηση θα μιλήσουμε για τον ολικό εκφυλισμό αυτών των χαρακτηριστικών. Για το μεταλλαγμένο στυλ ζωής που ονομάζεται Lifestyle και «διασκέδαση» στην νεοελληνική κουλτούρα των πρόσφατων δεκαετιών – την κουλτούρα του νεοπλουτισμού, της επιδειξιομανίας και των λουλουδιών στην πίστα. Την κουλτούρα του μεγάλου εμπορεύσιμου Τίποτα. Ένα φαινόμενο που μετρά λίγες μόνο δεκαετίες ζωής – με κύρια σημεία αιχμής τη δεκετία του 80 και του 90 – μα το οποίο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, στις μέρες της κρίσης.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό τώρα στο ξεκίνημα: Η «νεοελληνική κουλτούρα» στην οποία αναφέρομαι δεν περιορίζεται στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βρίσκεται παντού. Τη συναντούμε στις γιγαντοαφίσες των δρόμων· στα περιοδικά και τις εφημερίδες· στις τηλεοπτικές εκπομπές· στις διαφημίσεις· στην τύπισσα που καμαρώνει επειδή αγόρασε μια τσάντα δύο χιλιάδων ευρώ· στον τύπο που καυχιέται για το ανοιχτό αμάξι του και κάνει βόλτες στην παραλιακή με τη μουσική στη διαπασών· βρίσκεται στις πόλεις, μα ακόμα περισσότερο, τη συναντούμε στην επαρχία· στα μπαρ· στις μοδάτες καφετέριες· στις «διακοπές στη Μύκονο»· στη γλώσσα των γηπέδων· στις επιλογές διασκέδασης· στις καταναλωτικές συμπεριφορές· ως και στο φλερτ· στις συζητήσεις· στις αντιλήψεις γύρω από τον έρωτα και τις σχέσεις.

Τη συναντούμε και στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook· στις επιδεικτικές selfies, τα ανούσια check-in και τα προκατασκευασμένα like. Στις φτηνές ατάκες και στα ανόητα site. Μια ρηχή πραγματικότητα που μας καταδυναστεύει, που μας πνίγει στην επιφάνειά της. Και αν επιθυμείς να κάνεις τη διαφορά στην πραγματικότητα αυτή... συχνά νιώθεις πως είσαι μόνος σου, στο τέλος. Απελπιστικά μόνος σου.

Συχνά μετακινούμαι με τα λεωφορεία της πόλης. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω παρατηρήσει αφίσες με γνωστούς τραγουδιστές της πίστας στις στάσεις. Βλέπεις τα αλαζονικά τους πρόσωπα μεγενθυμένα, να σε παρατηρούν με τα κενά τους μάτια και να σου λένε «δίνω στο τάδε μέρος παραστάσεις, μη με χάσεις». Μη χάσεις την ευκαιρία να πληρώσεις 100 ευρώ για ένα τραπέζι και να μου ρίξεις λουλούδια στη σκηνή. Και όλα αυτά για να δεις εμένα, ένα Τίποτα με κεφαλαίο, έναν ανύπαρκτο δημιουργικά και πνευματικά άνθρωπο, να «ψυχαγωγώ» τον κόσμο και να χρυσοπληρώνομαι γι’ αυτό. Μα πόσο λιγότερες είναι εκείνες οι αφίσες που προβάλλουν ανεξάρτητους δημιουργούς... Πόσο ανύπαρκτοι είναι οι ραδιοφωνικοί ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί που υποστηρίζουν την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, πέρα από τα όρια της βιομηχανίας της διασκέδασης. Πέρα από βύσματα, γνωριμίες, πελάτες και συμφέροντα. Πόσο μηδαμινή είναι η σχολική εκπαίδευση πάνω σε όλα αυτά τα θέματα – αρκεί να θυμηθούμε τι κατάληξη έχουν το μάθημα της Μουσικής ή των Καλλιτεχνικών. Και πόσο δυσκολεύονται οι νέοι δημιουργοί, είτε είναι μουσικοί, εικαστικοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες ή οτιδήποτε σχετικό, να βρουν μια αξιοπρεπή απασχόληση που να τους επιτρέπει να είναι δημιουργοί – και όχι κακέκτυπα.







Και όλα αυτά σε μια χώρα που προβάλλει – ως κληρονομιά, ως στοιχείο ταυτότητας, ως τουριστικό αξιοθέατο – τον πολιτισμό της! Μα κανένας δεν προχώρησε ποτέ βασισμένος στην ιστορία του και μόνο. Σημασία έχει το τώρα, το παρόν – όχι το άλλοτε. Η εργασία, επί του παρόντος, όχι τα λόγια τα παχιά. Και όταν βλέπεις να καυχιώνται για τον «αρχέγονο πολιτισμό του έθνους» άνθρωποι δίχως την παραμικρή παιδεία, δίχως την παραμικρή αισθητική, δίχως την παραμικρή ικανότητα να δημιουργήσουν τέχνη, να κατανοήσουν τέχνη, ή ακόμα και να συντάξουν μία απλή πρόταση... άνθρωποι που καμαρώνουν για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα μα διασκεδάζουν ρίχνοντας λουλούδια στην πίστα... άνθρωποι φασίζουσας νοοτροπίας, ημιμαθείς και μισαλλόδοξοι... τότε ξέρεις πως υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο γύρω μας.

Η οικονομική κρίση θα υποχωρήσει, αργά ή γρήγορα. Μα αν δεν υποχωρήσει η πολιτισμική κρίση – που είναι πάντα βαθύτερη, και για την οποία δεν βλέπω να γίνονται πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, ούτε κεντρικά δελτία στις ειδήσεις – τότε να είστε βέβαιοι πως η συνέχεια θα είναι χειρότερη. Γιατί ένας λαός χωρίς χρήματα μπορεί να αντεπεξέλθει. Ένας λαός χωρίς ουσία, όμως, δίχως δημιουργικό πνεύμα, αλήθεια, που βαδίζει;

Κι όμως – επέλεξα να κλείσω με ένα σχετικά αισιόδοξο τόνο την ανάρτηση, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος. Μα ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Πως προέκυψε η κουλτούρα της «νεοελληνικής παρακμής» και ποια η σύνδεσή της με την πρόσφατη ιστορία και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της χώρας; Για να δούμε.






Η νεοελληνική παρακμή – Μια σύντομη ιστορική αναδρομή



Το πολιτισμικό φαινόμενο του «Νεοέλληνα» πιάνει ρίζες στην ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης. Μια ανάπτυξη προβληματική ήδη απ’ τα χρόνια της γέννησης του νεοελληνικού κράτους, δίχως το επιχειρηματικό πνεύμα που χαρακτήριζε την αστική τάξη των δυτικών κρατών, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στις προγενέστερες σχέσεις ιδιοκτησίας (με ρίζες τους μεγάλους τσιφλικάδες του παλιού καιρού). Κεντρικός άξονας αυτής της νόθας αστικής τάξης οι πελατειακές σχέσεις· στόχος το εύκολο και γρήγορο κέρδος. Τα μετεμφυλιακά χρόνια ήταν τα χρόνια της «μεγάλης ανοικοδόμησης» και ταυτόχρονα, τα χρόνια της μεγάλης αρπαγής. Οι παλιές συνήθειες παραχωρούσαν τη θέση τους σε νέες, δίχως όμως να ριζώσουν βαθιά στη νοοτροπία του μέσου Έλληνα. Ο πατριαρχισμός του παλιού καιρού παραχώρησε ανώδυνα τη σκυτάλη σ’ έναν δυτικού τύπου εισαγόμενο καταναλωτισμό, χωρίς να υπάρξει η αναγκαία μεταβολή στις ριζωμένες νοοτροπίες. Κάθε μετάβαση ήταν επιφανειακή και έμοιαζε περισσότερο με κακή απομίμηση – η ουσία παρέμενε ίδια.

Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης, “οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε αυτό σήμερα να αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα» καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Αλλά και οι υπόλοιποι «επιχειρηματίες», με εξαιρέσεις όχι πια πολυάριθμες, παρά τις διαφορές και την ποικίλη προϊστορία των επιμέρους ασχολιών τους, ελάχιστα διαφέρουν από τους νεόπλουτους ως προς το πολιτισμικό τους επίπεδο και τον πνευματικό τους ορίζοντα, στο επίκεντρο του οποίου συχνότατα βρίσκονται τα όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης. Έτσι, σε γενικές γραμμές, εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός.

Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός και το ευρύτατο μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του 1950 και του 1960 αποτέλεσαν την τρίτη μεγάλη νεοελληνική ένταξη στο διεθνές κύκλωμα της καπιταλιστικής οικονομίας και κατέλυσαν οριστικά την πατριαρχική κοινωνική διάρθρωση, καθώς δημιούργησαν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο (δηλαδή συντείνοντας στη διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών) ένα όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα, χαρακτηριζόμενο από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας. Μπορεί να λεχθεί ότι πάνω στη βάση των αξιών του κατά το δυνατόν γρήγορου πλουτισμού και του εσπευσμένου καταναλωτισμού η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα πολιτισμικά ίσως όχι καλύτερη, πάντως ομοιογενέστερη απ' ό,τι προπολεμικά.” [στο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (1991)]

Η νόθα αστική τάξη της προπολεμικής εποχής παραχώρησε τη θέση της σε μια μικρή τάξη νεόπλουτων και σε μια μεγάλη τάξη μικρομεσαίων. Οι τελευταίοι έφτασαν να ρουφάνε σαν σφουγγάρια τις τάσεις και τις μόδες του εξωτερικού, κάνοντας όνειρα εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Ο καταναλωτισμός εισάχθη ως τρόπος ζωής και η «διασκέδαση» δίχως νόημα μετετράπη σε ουσία της καθημερινότητας. Σταδιακά νεοπλουτισμός και μικροαστισμός έφτασαν να ενσωματωθούν, όσο αφορά τα πρότυπά τους: ακόμα και αν τους χωρίζουν περιουσίες, νεόπλουτοι και μικροαστοί μπορούν να μοιράζονται ένα κοινό γούστο, ένα κοινό πρότυπο ζωής, κάποιες κοινές αξίες. Οι πρώτοι θέτουν τα πρότυπα...και οι δεύτεροι τους μιμούνται τυφλά, επιθυμώντας να γίνουν σαν αυτούς.






Το φαινόμενο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η ανάδειξη του Lifestyle



1 – Η Λαϊκή Τέχνη



Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον πυρήνα του «νεοελληνικού» τρόπου διασκέδασης δεσπόζει το λεγόμενο «λαϊκό» τραγούδι. Μια λέξη παραποιημένη, καρατομημένη, βιασμένη, έχοντας χάσει το αυθεντικό της νόημα, όπως τόσες και τόσες λέξεις που χρησιμοποιούμε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις στην πολιτισμική ιστορία του 20ου αιώνα.

Ετυμολογικά η λέξη «λαϊκός» παραπέμπει στην αγγλική λέξη “folk”. Πρόκειται για μια μορφή τέχνης που εκπορεύεται από τα λαϊκά στρώματα και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο αριθμό του πληθυσμού. Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με παραδείγματα γνήσιας, λαϊκής δημιουργίας. Κάθε χώρα, κάθε πολιτισμός, έχουν να επιδείξουν μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης... από την υπέροχη φολκ μουσική των ευρωπαϊκών χωρών... στην λαϊκή τέχνη των Αφρικανών... από τις παγανιστικές καλλιτεχνικές πρακτικές... στην λαϊκή τέχνη του Μεσαίωνα και της Ανατολής... οι λαοί του κόσμου έχουν επιδείξει μοναδικές ικανότητες συλλογικού δημιουργικού πνεύματος.



Ελληνικη λαϊκή τέχνη, 18ος αιώνας, μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ἀθήνα. πηγή φωτογραφίας


Σε αντίθεση με την τέχνη «των λίγων» (ας χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο, έναντι της «καλής τέχνης»), η λαϊκή τέχνη πηγάζει όχι από κάποιους μεμονωμένους δημιουργούς, μα από μια συλλογική οντότητα, την οποία και αντιπροσωπεύει. Μιλάει με το πνεύμα των καιρών και συμπληρώνει την «ανώτερη τέχνη» της εποχής, σε ένα αναπόσπαστο δίπολο: είναι αμφότερες αναγκαίες προκειμένου να κατανοήσουμε το πνεύμα μιας εποχής κι ενός πολιτισμού. Συχνά έφτασαν να συμπληρώνουν η μία την άλλη – δεν είναι λίγες οι φορές που γνωστοί καλλιτέχνες άντλησαν την έμπνευσή τους ή ενσωμάτωσαν στην τέχνη τους στοιχεία από την λαϊκή τέχνη μιας εποχής ή ενός λαού.

Η συλλογική έκφραση του 20ου αιώνα είδε συχνά τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη τέχνης να συγκλίνουν. Και σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μία ή την άλλη τέχνη - είναι πλέον συγκοινωνούντα δοχεία, συχνά αναπόσπαστη η μία απ’ την άλλη.



2 – Από την άνοδο στην παρακμή. Η εξέλιξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής



Χαρακτηριστικά δείγματα διεθνούς μουσικής με κοσμικές (φολκ) ρίζες είναι η Country· τα Blues· η Κέλτικη μουσική· τα Oriental· η Latin· η Balkan· η Gypsy· η βορειοευρωπαϊκή Φολκ· η παραδοσιακή μουσική των γηγενών Αμερικανών· της Ινδίας· της Κίνας· των νησιών της Καραϊβικής· της Αφρικής... και ουσιαστικά, κάθε μουσική του κόσμου που φέρει πίσω μια μεγάλη και πλούσια παράδοση.

Κάπου εδώ συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας. Μια χώρα με πελώρια μουσική κληρονομιά (μεταξύ τόσων άλλων), έχοντας να επιδείξει μια μοναδική ποικιλομορφιά γνήσιας μουσικής έκφρασης. Από τα δημοτικά και τα νησιώτικα ως το ρεμπέτικο, το ελληνικό κοσμικό τραγούδι αναπτύχθηκε παράλληλα με τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής των λαϊκών, αγροτικών και αστικών στρωμάτων – μιλώντας τη γλώσσα τους, καθρεπτίζοντας τις συνήθειές τους, αντανακλώντας την εικόνα ενός ολόκληρου λαού και μιας εποχής.




Ρεμπέτικη κομπανία. Διακρίνεται η Ρόζα Εσκενάζυ


Κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 50 το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε να μετασχηματίζεται σε λαϊκό. Η θεματολογία του σταδιακά μεταμορφώθηκε. Η διαμαρτυρία και ο καημός του αυθεντικού ρεμπέτικου μετεξελίχτηκαν σε διασκέδαση και μια γενικότερη διάθεση φυγής – αντίστοιχη με την επιθυμία ενός λαού να αποδράσει, θέλοντας να αποτινάξει τις πληγές ενός Εμφυλίου πολέμου. Είναι το τραγούδι που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες – και αν η θεματολογία του έχει πια αλλάξει, παραμένει αυθεντικό και γνήσιο, έχοντας να επιδείξει σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις πήγαν ακόμα παραπέρα. Πάντρεψαν το παλιό λαϊκό με τη συνθετική μουσική, συνδυάζοντας τις δυτικές φόρμες, τη λαϊκή μορφή και τη μελοποιημένη ποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν μια σπουδαία μορφή τέχνης που κατόρθωσε να αγγίξει τόσο τα λαϊκά στρώματα, όσο και τους φίλους της εκλεκτικής μουσικής, γεφυρώνοντας επιτέλους δύο μουσικούς κόσμους που – κακώς – βρίσκονταν σε αντιπαράθεση. Ονομάστηκε «έντεχνο» ή «έντεχνο-λαϊκό» και η ονομασία υφίσταται ως σήμερα... συχνά καταλήγοντας μια κενή μορφή δίχως περιεχόμενο, αναμασώντας τα παλιά μα διστάζοντας να δημιουργήσει κάθε νέο. Ωστόσο το έργο που άφησαν οι μεγάλοι συνθέτες της δεκαετίας του 60 και του 70... το έργο αυτό παραμένει αξεπέραστο.

Όσο αφορά το λαϊκό τραγούδι και τη... δύστυχή του μοίρα; Ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και του 70, όταν το λεγόμενο «Ελαφρολαϊκό» άρχισε να κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στις ψυχαγωγικές επιλογές του κόσμου. Η ίδια η Χούντα είχε υποστηρίξει αυτόν τον τρόπο διασκέδασης (αυτόν και τη Μπάλα, φυσικά) και δεν ήταν λίγα τα κέντρα διασκέδασης της εποχής που φιλοξένησαν τους δικτάτορες πολιτικούς. Μα η Χούντα κάποια στιγμη έπεσε – και το ελληνικό τραγούδι έμελλε να διανύσει αρκετά ακόμα μονοπάτια, μέχρι να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.



Πάνω, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει τα ήθη της νέας εποχής. Κάτω, οι αρχηγοί του ΠΑΣΟΚ εν ώρα εργασίας.


Ίσως η κομβικότερη στιγμή να βρίσκεται στη δεκαετία του 80. Θυμάμαι ακόμα τα άφθονα εβδομαδιαία περιοδικά που παρουσίαζαν, σε μεγάλες φωτογραφίες, τις τακτικές εξόδους των κομματικών πολιτικών αρχηγών στα διάφορα Κέντρα με μπουζούκια. Θυμάμαι τις χοντρές, καλοφαγωμένες κοιλιές τους, τις λαδωμένες τους γραβάτες, τα υπερφίαλα χαμόγελά τους μπροστά στην κάμερα. Και οι δημοσιογράφοι να τρέχουν από πίσω τους, να προσπαθούν να απαθανατίσουν κάθε τους στιγμή. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ της εποχής πρώτοι δίδαξαν το Lifestyle – εκείνο που θα καθιέρωνε, την επόμενη δεκαετία, ο Κωστόπουλος και οι όμοιοί του.

Κάπου τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του 80, ήταν που καθιερώθηκε και ο όρος «Σκυλάδικο». Μα το είδος παρέμενε, πεισμάτικα θα ‘λεγε κάποιος, ακόμα έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της δημοφιλούς (Ποπ) μουσικής της εποχής. Υπήρχε – μα δεν είχε ταυτιστεί με έναν αναγκαίο τρόπο ζωής ή με μια mainstream κουλτούρα. Η ελληνική Ποπ της δεκαετίας του 80 παρέμενε Ποπ – βασισμένη στα δυτικά μουσικά πρότυπα, ανάλαφρη, απλοϊκή μα χαριτωμένη, δίχως την παρουσία του εγχώριου «λαϊκού» στοιχείου στον ήχο της.


3 – Η επέλαση του Lifestyle


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 κυριάρχησε, σε διεθνές επίπεδο, η επιφάνεια του εύκολου πλουτισμού· η ατελείωτη επίδειξη της κατανάλωσης· η πτώση των ιδεολογιών και η αντίληψη του «ζήσε για την πάρτη σου, βγάλε λεφτά και ξόδεψέ τα». Οι Yuppies των ανεπτυγμένων χωρών παρείχαν το πρότυπο της νέας εποχής – το πρότυπο του άντρα που ασχολείται με το χρηματιστήριο, αγαπά την πολυτέλεια, αδιαφορεί για τα κοινωνικά ζητήματα και αποζητά τον γρήγορο πλούτο. Ο καπιταλιστής επιχειρηματίας του παλιού καιρού έδωσε τη θέση του στον τζογαδόρο. Οι πιστωτικές κάρτες μπήκαν στο παιχνίδι και υπόσχονταν μια καλύτερη ζωή σε όσους τις έπαιρναν στα σοβαρά. Και σε μια χώρα που απαρτιζόταν κυρίως από νεόπλουτους και μικρομεσαίους απομιμητές, σαν τη δική μας, ήταν πολύ εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα.

Η μαζική ψυχαγωγία, αντίστοιχα, έφτασε να αντανακλά τις κυρίαρχες αξίες. Όφειλε να είναι μια ψυχαγωγία απόδρασης από τον άχθο της καθημερινότητας, από το αδιάκοπο κυνήγι του κέρδους. Μια γενικευμένη φυγή σε έναν κόσμο λαμπερό, όμοιο με τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες της εποχής και τους στραφταλιστούς αστέρες της. Ο κόσμος έβγαινε για να ξεχάσει – όχι να σκεφτεί.

Έτσι λοιπόν έφτασε το έτος 1988 – το έτος κυκλοφορίας του περιοδικού «ΚΛΙΚ». Ήταν το πρώτο από τα περιοδικά που καθιέρωσε στη χώρα μας ο Πέτρος Κωστόπουλος. Πρότυπά του τα αντίστοιχα περιοδικά των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες ο ανέμελος και ρηχός τρόπος ζωής του γρήγορου πλουτισμού και του επιδεικτικού καταναλωτισμού είχε πιάσει για τα καλά ρίζες.





Έναν χρόνο μετά, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο δεκαετίες, είδαμε και τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είχαν περάσει 2 χρόνια και η ιδιωτική τηλεόραση άρχισε να κατακλύζεται από πλήθος σόου, τηλεπαιχνιδιών, πρωινάδικων, σήριαλ και θεάματος – όλα αντλώντας έμπνευση από τις αντίστοιχες παραγωγές της ξένης τηλεόρασης – ιδιαίτερα των ιταλικών ιδιωτικών καναλιών του πολιτικού και μεγαλοεπιχειρηματία Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ήταν ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, η λάμψη του οποίου τύφλωνε κάθε λογική. Και εμείς, καρφωμένοι στους δέκτες μας, είχαμε μετατραπεί σε αδηφάγους τηλεθεατές. Καταναλωτές στην κοινωνική ζωή, τηλεθεατές στην σπιτική. Τι σημασία είχε αν ήταν όλα επιφανειακά και το γνωρίζαμε... θέλαμε να αφεθούμε σε αυτή την επιφάνεια, μας στράβωνε η αίγλη του θεάματος.

Τότε ήταν που έγινε η μεγάλη Έκρηξη του Lifestyle. Τα περιοδικά του Πέτρου Κωστόπουλου κατέκλυσαν την αγορά, προβάλλοντας συγκεκριμένα πρότυπα ζωής μέσα από «έξυπνες» συμβουλές, τάχα «ειδικών». «Πως Να Γίνετε Σωστοί Άντρες», «100 Πράγματα Που Πρέπει Να Έχετε Κάνει Μέχρι Τα 40 Για Να Είστε In», «Πως Να Ρίξετε τη Γκόμενα» και άλλα τέτοια ηλίθια. Κι όπως υπήρχαν περιοδικά που απευθύνονταν σε αντρικό κοινό (τύπου “Nitro”), έτσι εμφανίστηκαν και τα αντίστοιχα περιοδικά που απευθύνονταν σε γυναικείο (χαρακτηριστικό παράδειγμα η εγχώρια εκδοχή του διεθνούς “Cosmopolitan”). Αυτά σε συνδυασμό με πλήθη τηλοπτικών έντυπων ή έντυπων με θέμα τους το κουτσομπολιό – τα τελευταία γνωστά και ως «περιοδικά για παραλίες». Πολλά ζουν και βασιλεύουν ως τις μέρες μας.

Μα είχαν το κοινό τους – και ήταν μεγάλο το κοινό, πολύ μεγάλο. Πίσω από κάθε άρθρο δέσποζε η λάμψη του χρήματος· η αίγλη ενός δυναμικού αυτοκινήτου· η επίδειξη του ρουχισμού ή του καλοφτιαγμένου σώματος· το χτίσιμο αξιών – και η καταβαράθρωση άλλων που θεωρούνταν, πια, «ξεπερασμένες». Άσε στην άκρη τις ιδέες, μην ασχολείσαι με την κοινωνία, αδιαφόρησε για τις τέχνες ή το διάβασμα – τα τελευταία είναι πολύ «κουλτουριάρικα», ενώ εμείς θέλουμε να είμαστε In! Άνετη ζωή, χρήμα, γκόμενες, αμάξια. Και φυσικά κους κους. Εδώ βρίσκεται η ουσία!






Αν μάλιστα συνδυάσεις σε αυτά το γεγονός πως παρέχονταν όλα σε ένα άκρως ελκυστικό πακέτο – μέσα από χιουμοριστικά κείμενα, πιασάρικο λόγο, μοντέρνο και αεράτο στυλ, πολύχρωμες σελίδες και φωτογραφίες με ελκυστικούς άντρες και γυναίκες – καταλήγεις πως ήταν αδύνατο να αντισταθεί ο κόσμος.

Σταδιακά τα φαντασμαγορικά τηλεοπτικά σόου της δεκαετίας του 90 παραχώρησαν τη θέση τους στα τηλεοπτικά reality. Το φαινόμενο ασφαλώς ήταν παγκόσμιο – η χώρα μας απλά μιμείτο τις κυρίαρχες τάσεις του εξωτερικού. Κάπως έτσι όμως οι αξίες του νεοπλουτισμού μεταδόθηκαν, στάλα προς στάλα, σπιθαμή προς σπιθαμή, στο σύνολο του πληθυσμού. Κάθε μικροαστός ονειρευόταν να γίνει αστέρας της TV, να έχει πολυτελές αμάξι, σπίτι με θέα τη θάλασσα και δυο τρεις γκόμενες αγκαλιά.

Σταδιακά ο κόσμος των Μέσων – ο κόσμος της ιδιωτικής Τηλεόρασης και ο κόσμος των Περιοδικών – έφτασε να δημιουργήσει μια κοινωνία στα δικά του πρότυπα – και στα πρότυπα του καλπάζοντος καπιταλισμού της εποχής, που έφτασε να διακηρύττει με αλαζονεία «το τέλος της Ιστορίας». Οι τέχνες και η δημιουργικότητα αφορούσαν πια τους «κουλτουριάρηδες». Και αυτό που ονομάζουμε «κουλτούρα» μετατράπηκε σε σνομπ κακέκτυπο του εαυτού του, δημιουργώντας ένα δίπολο ανάμεσα στο «ποιοτικό» και το «μαζικό» - ένα δίπολο προβληματικό από μόνο του, σε μια κοινωνία που δεν είχε ανάγκη από δίπολα – μα από τέχνη, σκέψη και προβληματισμό. Και ουσιαστικό έρωτα, όχι το φτηνό αντίγραφο των περιοδικών του lifestyle.







4 - Η παραποίηση της Λαϊκής Κουλτούρας



Ασφαλώς ο διαχωρισμός ανάμεσα στη «μαζική/κοσμική τέχνη» και στην «τέχνη των λίγων» υπήρχε από παλιά, όπως αναφέραμε. Μα η νέα εποχή έφερε κάτι καινούργιο στο δίπολο – κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλιότερα. Αν κάποτε η Λαϊκή Τέχνη αντανακλούσε τις προτιμήσεις της πληθώρας του κόσμου, τα γούστα των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων... αν κάποτε μιλούσε στη δική τους γλώσσα, αντικατοπτρίζοντας τις δικές τους αξίες και τον δικό τους τρόπο ζωής... στην εποχή του Lifestyle η Λαϊκή Τέχνη έφτασε πλέον να μιλά με τη γλώσσα των Νεόπλουτων. Ήταν οι δικές τους αξίες εκείνες που αντανακλούσε, τα δικά τους γούστα. Μιλώντας με ταξικούς διαχωρισμούς, επρόκειτο για αξίες που μεταδόθηκαν από Πάνω προς τα Κάτω – από την κοινωνική τάξη των πλουσίων στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία έφτασαν να τους απομιμούνται.

Με άλλα λόγια, κι επί της ουσίας, δεν υπάρχει καμία απολύτως «λαϊκή» τέχνη εδώ. Γιατί η γνήσια λαϊκή τέχνη εκπορεύεται από το λαό τον ίδιο, ενώ στην περίπτωση του Lifestyle η διαδικασία ήταν αντίστροφη. Ήταν ένας τρόπος ζωής που ασπάστηκε και αγάπησε η μάζα του κόσμου... μα δεν τον δημιούργησε η ίδια. Ήταν ο θρίαμβος του καπιταλιστικού ήθους και της ανεγκέφαλης κατανάλωσης, η επιβολή του στις τέχνες και την έκφραση, η μετατροπή των αξιών του σε τρόπο ζωής για τους μικρούς αστούς που ονειρεύονται να γίνουν μεγάλοι αστοί. Ήταν η επικράτηση του νεοπλουτισμού, η μετατροπή του σε αξία καθ’ εαυτή.






Στα ίδια εκείνα χρόνια της δεκαετίας του 90 το ελληνικό «λαϊκό» τραγούδι απέκτησε τη σημασία που έχει σήμερα για πλήθος κόσμου. Εκείνη του ανάλαφρου, ανεγκέφαλου, βιομηχανικού στυλ που ονομάστηκε «Λαϊκό-Ποπ». Ποπ και Λαϊκό είχαν πλέον παντρευτεί, σκορπώντας γύρω τους πλήθος από μπάσταρδα. Η ελληνική Ποπ έχασε τη γλυκιά αφέλεια που είχε άλλοτε. Και το ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι διέσυρε το ίδιο το όνομά του. Οι λαϊκοί τραγουδιστές της νέας γενιάς δεν ήταν οι μεσήλικες του παρελθόντος. Ήταν νέοι άνθρωποι, όμορφοι, σκορπώντας λαμπερά χαμόγελα στα εξώφυλλα των περιοδικών, ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Τους έβλεπες στα τηλεοπτικά σόου, άκουγες συνεχώς τη μουσική τους στο ραδιόφωνο. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία το γεγονός πως οι ίδιοι δεν έγραφαν ούτε τη μουσική, ούτε τους στίχους, ούτε καν επέλεγαν τι θα πουν και πως – σημασία είχε μόνο το περίβλημα, το πρoϊόν προς πώληση. Κι εκείνοι πούλησαν τους εαυτούς τους – ονομάστηκαν «καλλιτέχνες». Και αν τραγούδησαν για το λαό... το έκαναν προδίδοντάς τον. Γιατί δεν του αποκάλυψαν ποτέ την πραγματικότητα: δεν τραγουδάμε για σένα – για τους λίγους τραγουδάμε... για εκείνους που κινούν τα νήματα.

Κάπως έτσι η Λαϊκή Τέχνη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη· και ξέρασε με αηδία, βλέποντας την παραμορφωμένη αντανάκλασή της. Ξέρασε πάνω στο πλήθος από νεκρά λουλούδια που κοσμούν τις πίστες· ξέρασε πάνω στα εκατομμύρια κέρδη των ανθρώπων της νύχτας· ξέρασε πάνω στις μάσκες των τηλεοπτικών προσώπων, πάνω στα γυαλιστερά εξώφυλλα των περιοδικών. Ξέρασε φωνάζοντας: «που με καταντήσατε!»



Σήμερα. Λύσεις και προτάσεις



Βρισκόμαστε πια στο έτος 2016 κι ενώ η οικονομική/κοινωνική κρίση καλά κρατεί. Μα το φαινόμενο του Lifestyle δεν έχει υποχωρήσει. Παραμένει εκεί, σαν φίδι στη φωλιά του, περιμένοντας την ώρα που θα σηκώσει πάλι το κεφάλι και θα κάνει την επόμενή του κίνηση. Ο μέσος Έλληνας του 2016 είναι περισσότερο σκεπτικιστής από εκείνον της δεκαετίας του 90... μα είναι, άραγε, αρκετό αυτό; Μπορούμε να πούμε πως έχει τινάξει από πάνω του τους μύθους του Lifestyle – ή περιμένει απλά πότε θα βγάλει περισσότερα λεφτά, για να τα ξοδέψει πάλι με τον γνωστό τρόπο;

Δεν υπάρχει κοινωνική κρίση δίχως πολιτισμική κρίση – το ένα φέρνει το άλλο και αυτό είναι κάτι που πολλοί, ακόμα, δεν έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν έχουν κατανοήσει πως οι αξίες του νεοπλουτισμού δεν είναι δικές τους αξίες – δεν εξυπηρετούν τους ίδιους, δεν τους προσφέρουν τίποτα περισσότερο από μια πλασματική φυγή και όνειρα κούφιου μεγαλείου. Αν όφειλε να μας έχει διδάξει κάτι η οικονομική κρίση είναι πως το χρήμα δεν είναι το παν – και αντίστοιχα, δεν είναι το παν ο τρόπος διασκέδασης που έχει ως κεντρικό του άξονα το χρήμα και την επίδειξή του. Αν δεν το κατανοήσουμε αυτό ζώντας στις μέρες της κρίσης... πότε θα το κατανοήσουμε;

Αναμφισβήτα θετική είναι η παρουσία του Διαδικτύου στις μέρες μας. Το Διαδίκτυο κατόρθωσε να σπάσει σε έναν βαθμό το μονοπώλιο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης (τηλεόρασης, εφημερίδων, περιοδικών) – πλέον δεν μας υπαγορεύουν μονόπλευρα τι θα δούμε, τι θα ακούσουμε, τι θα φορέσουμε και πως θα διασκεδάσουμε. Ο πομπός παραμένει ισχυρός, οι κυρίαρχες τάσεις εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν για τους εαυτούς τους και οι διαφημίσεις διαδραματίζουν ακόμα καθοριστικό ρόλο.... μα ο δέκτης έχει δυναμώσει, σε σχέση με παλιά.

Από την άλλη οι τάσεις προβατοποίησης παραμένουν ισχυρές – ο άνθρωπος είναι ζώο που μιμείται τον συνάνθρωπό του και η κούφια απομίμηση αποκτά νέες μορφές, αντίστοιχες με τα Μέσα των καιρών. Τότε ήταν τα περιοδικά του lifestyle που υπαγόρευαν τις «σωστές» συμπεριφορές, τώρα είναι οι κυρίαρχες τάσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook. Μα αν συναντούμε μεγάλη ανουσιότητα στα τελευταία και ατελείωτες μιμητικές τάσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, παράλληλα, καθιστούν δυνατό: 1) τον προσωπικό λόγο, 2) τη διαφοροποίηση και 3) τη δημόσια προβολή της τελευταίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια ρευστή κατάσταση που υπόκειται συνεχώς σε αλλαγές και δεν υπαγορεύεται μονόπλευρα από «πάνω προς τα κάτω», όπως συμβαίνει στην τηλεόραση ή τα μαζικά περιοδικά. Τα παλαιά Μέσα καλλιεργούν την παθητικότητα. Το Διαδίκτυο (παρά τα τόσα στραβά που έχει) καλλιεργεί μια περισσότερο ενεργητική στάση – περισσότερο ατομική, κόντρα στις μάζες. Και αυτό είναι ασφαλώς κάτι ελπιδοφόρο.



Athens_Graffiti


Το Διαδίκτυο εξάλλου επιτρέπει την ανάδειξη και την προβολή μιας γνήσιας, εναλλακτικής τέχνης – είτε μιλάμε για μουσική, είτε για εικαστικά, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις ή οτιδήποτε σχετικό. Κάθε δημιουργός μπορεί να μοιραστεί το έργο του και να επικοινωνήσει με όσους ενδιαφέρονται. Ασφαλώς όλα αυτά πολλές φορές τείνουν να πνίγονται μέσα στο σωρό των ανούσιων πληροφοριών, μα αποτελούν ένα μικρό βήμα τουλάχιστον. Άνθρωποι με κοινά γούστα γνωρίζονται, επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, πέρα από τον κόσμο των κυρίαρχων Μέσων και της κυρίαρχης μαζικής κουλτούρας. Κάτι γίνεται, κάτι σιγοβράζει, ακόμα και αν η φωτιά είναι ακόμα σιγανή. Τουλάχιστον υπάρχει – και ολοένα εξαπλώνεται.

Τίποτα δεν μπορεί να γίνει σε μαζική κλίμακα ασφαλώς αν δεν επιχειρήσουν ριζικές αλλαγές οι φορείς που κινούν τα νήματα – οι ιδιοκτήτες, οι καναλάρχες, οι βιομήχανοι, οι πολιτικοί. Πως γίνεται να αγαπήσει ο κόσμος τις τέχνες αν το ίδιο το Σχολείο τις περιθωριοποιεί, τις υποβαθμίζει, τις μετατρέπει σε «δευτερεύον μάθημα»; Αν οι σκληρές εργασιακές συνθήκες διδάσκουν την εύκολη απόδραση της ελαφράς ψυχαγωγίας; Αν το όνειρο του εύκολου πλουτισμού παραμένει πρωτεύον στα μυαλά του κόσμου;

Ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από τους κοινωνικούς φορείς της εξουσίας – αλίμονο αν γκρέμιζαν το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται η δύναμή τους. Η τωρινή κοινωνία στηρίζεται στη δύναμη του χρήματος, στα προνόμια των λίγων και, αντίστοιχα, στην απαξίωση της γνώσης και της τέχνης – ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα καταπολεμούσε αυτούς τους βασικούς πυλώνες θα έφτανε να γκρεμίσει το ίδιο το σύστημα. Τα ιδιωτικά κανάλια θα συνεχίσουν να προβάλλουν ανούσια πρωινάδικα, οι ιδιωτικές εφημερίδες θα συνεχίσουν να μιλούν για τους τραγουδιστές της πίστας, οι μαζικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί θα συνεχίσουν να παίζουν τις ίδιες playlists, τα μπουζούκια θα συνεχίσουν να ραίνουν τον κόσμο με λουλούδια.

Και θα συνεχίσω, για πολλά χρόνια μάλλον, να βλέπω τις φάτσες των γνωστών τραγουδιστών στις στάσεις των λεωφορείων. Και οι γυναίκες θα συνεχίσουν να φοράνε ψιλοτάκουνα και να χορεύουν τσιφτετέλια. Και οι άντρες θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν τα αμάξια τους. Και αμόρφωτοι σκυλάδες θα εξυψώνουν την κούφια εθνική συνείδηση. Και θα βάζω στην άκρη τα βιβλία μου, τα κείμενα και τα σχέδιά μου... και θα με πνίγει το αίσθημα της αδικίας. Της απομόνωσης. Και θα σκέφτομαι «σε τι κόσμο ζω, θεέ μου».

Μα θέλω να ελπίζω. Θέλω να ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει. Πως αλλάζει ήδη, λίγο λίγο, σκόρπια, εδώ κι εκεί. Το βλέπουμε στο διαδίκτυο, το βλέπουμε στις εναλλακτικές επιλογές μερίδας κόσμου, στην αυξανόμενη διασπορά του γούστου, στις πολυάριθμες (έστω σκόρπιες, έστω δίχως μεγάλη προβολή) καλλιτεχνικές και πνευματικές δραστηριότητες. Στα ποσοστά του κόσμου που στρέφουν την πλάτη τους στις κάλπικες αξίες και τον τρόπο ζωής τους. Στην κοινωνική ευαισθητοποίηση, στις συλλογικές αυτοοργανώμενες ενέργειες. Στην ανάγκη για μια γνήσια μορφή επικοινωνίας που, έστω περιορισμένα, αντικαθιστά τον συρφετό της κοινωνικής επιδειξιομανίας. Ασφαλώς υπάρχουν πλήθη δραστηριοτήτων και συμπεριφορών που μας κάνουν να θλιβόμαστε – μα η μονόπλευρη προβολή του αρνητικού καλλιεργεί την ηττοπάθεια. Το κάνουν τα κυρίαρχα Μέσα – ας μην πέσουμε στην ίδια παγίδα. Γιατί ένα πελώριο ψηφιδωτό είμαστε, σαν κοινωνία – αν κάθε μοναδική ψηφίδα κάνει τη διαφορά, τότε στο τέλος η σφαιρική εικόνα θα αλλάξει.

Γιατί η αληθινή αλλαγή... κάθε αληθινή αλλαγή... ποτέ δεν έρχεται από πάνω. Ποτέ δεν έρχεται από ψηλά. Από κάτω έρχεται – απ’ τα χαμηλά. Απ’ την στάση που επιλέγει κάθε ένας από μας ξεχωριστά. Κάθε ένας ξεχωριστά.


Από τη θέληση να είμαστε οι ίδιοι εκείνη η αλλαγή που θέλουμε να δούμε γύρω μας.