Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιουλίου 2019

Η Ιστορία των Cure. Κεφάλαιο 2: Τα γιορτινά χρόνια



Η Ιστορία των Cure, μέρος 2... τα γιορτινά χρόνια. Ένα αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι / History of The Cure, part 2



Αναγέννηση




Τα πάντα έδειχναν να έχουν τελειώσει. Το συγκρότημα έφτανε στο τέλος του δημιουργικού του κύκλου, πνιγμένο σε μια μαύρη, παχύρευστη, κολλώδη θάλασσα άρνησης και πόνου, μια άβυσσο μηδενισμού. «Είχα χάσει κάθε φίλο που είχα», εξομολογήθηκε αργότερα ο Robert Smith, «κάθε έναν χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, κι αυτό γιατί ήμουν απίστευτα δυσάρεστος, απωθητικός και εγωκεντρικός. Τουλάχιστον είχα κατορθώσει να διοχετεύσω όλη αυτή την αρνητική ενέργεια που είχα, όλα τα αυτοκαταστροφικά στοιχεία της προσωπικότητας μου σε κάτι».

Αυτό το κάτι υπήρξε το “Pornography”. Έτος κυκλοφορίας του το 1982, μια χρονιά που φάνηκε πως οι Cure θα έφταναν στο τέλος της σύντομης, σκοτεινής, μα άκρως επιδραστικής τους πορείας – επιδραστικής για τους κύκλους του βρετανικού underground και του αναδυόμενου (από τα βαθύτερα υπόγεια του μουσικού ασυνείδητου) κινήματος του Gothic Rock. Ο Simon Gallup (μπασίστας και δεύτερος, μετά τον Σμιθ, ακρογωνιαίος λίθος της μπάντας) εγκατέλειψε το συγκρότημα μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ενώ ο ντράμερ Lol Tolhurst άφησε τα ντραμς στην άκρη (του οποίου το ξερό, μονότονο παίξιμο είχε κατορθώσει να ταιριάξει απόλυτα με το μινιμαλιστικό ύφος της μουσικής) και έπιασε τα keyboards… Και ο Σμιθ; Ο Σμιθ ήταν μόνος του, ένιωθε μόνος του, περισσότερο από ποτέ. Ποιο το νόημα να συνεχίσει πια.

Κάπου εκεί λοιπόν, ριγμένος στο βάθος της αβύσσου, κατόρθωσε να βγάλει μια φωνή, τέτοια που αντιλάλησε ως πέρα και η κρυστάλλινη ηχώ της οποίας τρύπησε τους μαύρους τοίχους: “I must fight this sickness! Find a Cure!”. Και σαν φοίνικας το συγκρότημα έμελλε να αναγεννηθεί – και μαζί μ’ αυτό ο ίδιος ο Ρόμπερτ Σμιθ, αποδεικνύοντας πως δεν υπάρχει τέλος αν δεν το επιλέξεις… μονάχα σταθμοί που διαδέχονται ο ένας τον άλλον.

Έναν χρόνο μετά το “Pornography”, εν έτει 1983, ο Σμιθ εξέπληξε κυριολεκτικά τους πάντες – συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του, θα λέγαμε – κυκλοφορώντας ένα κατάφωρα pop single, ένα ανεβαστικό και ελαφρού περιεχομένου τραγούδι με τίτλο “Let’s Go To Bed”. Ήταν ό,τι πιο πιασάρικο είχαν κυκλοφορήσει οι Cure από τις πρώτες μέρες του “Boys Don’t Cry”, ενώ οι χαρούμενοι τόνοι του τραγουδιού έστεκαν σε απόλυτη αντιπαράθεση με το βαθιά πεσιμιστικό, ατμοσφαιρικό και εσωτερικό ύφος που είχε πλάσει το συγκρότημα τα περασμένα χρόνια. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Σμιθ προσπάθησε να κυκλοφορήσει το τραγούδι όχι με το κανονικό όνομα της μπάντας, αλλά με το ψευδώνυμο Recur, γνωρίζοντας πως το κομμάτι θα ξένιζε τους πάντες και θα απομάκρυνε πλήρως ακόμα και εκείνη την πιστή μερίδα των οπαδών τους – το μόνο ίσως που τους είχε απομείνει.

Ο μάνατζέρ τους όμως επέμενε. Το τραγούδι έπρεπε να κυκλοφορήσει και η αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης θα λειτουργούσε ως ένα ενδιαφέρον πείραμα με σκοπό να μπερδέψει τον κόσμο και να συγχύσει εκείνους ειδικά που είχαν αρχίσει να λατρεύουν τον μαύρο πεσιμισμό της μπάντας. Για όλους όσους βιάζονταν να τους τοποθετήσουν κάτω από μια μουσική ταμπέλα, η απροσδόκητη εκείνη αλλαγή θα ήταν η απόλυτη απάντηση. Ένα ακόμα “Fuck Off”, το οποίο τώρα ήταν στραμμένο όχι απέναντι στον εαυτό τους και στην πραγματικότητα που τους περιέβαλε (όπως έγινε στα περασμένα άλμπουμ της μπάντας), μα απέναντι στον ίδιο τον κόσμο που τους ακολουθούσε – ασφαλώς η πιο επίφοβη κίνηση όλων. «Τους απεχθάνομαι, πραγματικά», είχε πει τότε ο Σμιθ, ως απάντηση στα γράμματα μίσους που δεχόταν από εξαγριωμένους οπαδούς. «Είναι λες και είμαστε το αντικείμενό τους. Πως τολμώ να επεμβαίνω πάνω στην ίδια την εικόνα μας! Ποτέ δε ζήτησα τυφλή αφοσίωση. Το απεχθάνομαι καθώς προσπαθούν να με συρρικνώσουν σε μια μονοδιάσταση περσόνα, που επιτρέπεται να παίζει μονάχα ένα είδος μουσικής».




Japanese Whispers album cover, by The Cure
The Cure Lovevats' EP cover




Εδώ που τα λέμε, δεν είχαν και τίποτα να χάσουν. Το συγκρότημα βρισκόταν στα όρια της διάλυσης, ενώ είχε αγγίξει το απώτατο όριο ενός στυλ που πιθανό να μη κατόρθωνε ποτέ να ξεπεράσει. Οι επιλογές ήταν δύο: Η επανάληψη, ώσπου η μπάντα να καταντούσε φάντασμα του εαυτού της, μιμούμενη διαρκώς το ίδιο στυλ, εγκλωβισμένη σ’ ένα μοναδικό και απαράλλακτο ύφος… Ή η μεταμόρφωση. Ξέρετε, σαν την κάμπια – η οποία θα γινόταν και τραγούδι σύντομα.

Ο Σμιθ πάντως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να φανερώσει την προσωπική του δυσαρέσκεια απέναντι στο νέο single, θάβοντάς το στις συνεντεύξεις των καιρών, λέγοντας πως δεν είναι παρά ένα «ανόητο ποπ τραγούδι, τίποτα παραπάνω». Ωστόσο η συνέχεια δε θα έβλεπε τους Cure να επιστρέφουν στα παλιά – αντίθετα, θα φανέρωνε ένα ακόμα περισσότερο πολύπλευρο πρόσωπο, λες και είχε φυτρώσει ο σπόρος ενός νέου, παράξενου φυτού και τώρα εκείνο ξεπέταγε περίεργα άνθη και άγνωστους καρπούς. Ο Ρόμπερτ Σμιθ δοκίμαζε, πειραματιζόταν• και στον πειραματισμό του ξεχώριζε κανείς τα ίχνη ενός εξερευνητή. Αναζητούσε μια νέα μουσική γλώσσα. Δεν ήξερε την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει… μα άπλωνε τα χέρια του προς διάφορες κατευθύνσεις.

Τα singles που κυκλοφόρησαν τον καιρό εκείνο, συγκεντρωμένα όλα στη συλλογή με τον τίτλο “Japanese Whispers”, παρουσιάζουν ουσιαστικά ένα συγκρότημα που έπαιζε, δοκιμάζοντας ήχους και πλάθοντας μουσικές, από την αρχή ξανά. Τραγούδια όπως το “The Walk” φανερώνουν ένα έντονο φλερτ με τους ήχους των συνθεσάιζερ των καιρών, ενώ το jazzy (και προσωπικά αγαπημένο) “The Lovecats” υπήρξε κάτι εντελώς καινούργιο – αυτό το χαριτωμένο παιχνίδισμα, σα πάτημα γάτας πάνω σε πιάνο, σαν άτακτο ξετύλιγμα ενός πολύχρωμου κουβαριού• σαν τη μυρωδιά της άνοιξης στο πέρας ενός βαρύ χειμώνα.

Στις στάχτες του γέρικου ψοφιμιού είχε ξεπροβάλλει πια ένα μικρό παιδί. Ήταν το νέο πρόσωπο των Cure, το οποίο θα μεγάλωνε τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, σκορπίζοντας τη δική του, πολύχρωμη παλέτα με μπογιές στο μουσικό τοπίο των καιρών… 



Ο Ρόμπερτ Σμιθ των Cure και η Siouxsie Sioux
Blue Sunshine album cover by The Glove




Την ίδια εποχή που οι Cure – ή πιο σωστά, ο Robert Smith – άνοιγαν πανιά για νέες μουσικές θάλασσες, η συνεργασία του Σμιθ με την Siouxsie και τους Banshees γινόταν όλο και περισσότερο εντατική. Ο Σμιθ είχε μετατραπεί, λίγο πολύ, σε τακτικό, πλήρες μέλος της μπάντας, οι μουσικοί πειραματισμοί της οποίας είχαν σαφώς επίδραση πάνω στους δικούς του.

Παράλληλα, ανέπτυξε φιλία με τον μπασίστα των Banshees, Steven Severin. Μαζί αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα ενδιαφέρον supergroup, και το όνομα αυτού: “The Glove”.

Επηρεασμένοι από το ψυχεδελικό image και την ποπ αισθητική του “Yellow Submarine” των Beatles, 20 περίπου χρόνια μετά, και φέροντας ο καθένας τις δικές του μουσικές επιρροές, κυκλοφόρησαν το ένα και μοναδικό άλμπουμ των Glove με τίτλο “Blue Sunshine” – φέροντας ένα άκρως ψυχεδελικό εξώφυλλο και έναν τίτλο που παρέπεμπε σε μια b-movie με θέμα της μια ναρκωτική ουσία που μετέτρεπε σε μανιακούς δολοφόνους τους παραλήπτες της.

Στα φωνητικά ξεχωρίζει μια νέα τραγουδίστρια με ξωτικιά φωνή, η Jeanette Landray. Μουσικά ο δίσκος ακροβατεί μεταξύ του ψυχεδελικού ύφους του εξώφυλλου και του ακμάζοντος τα χρόνια εκείνα new wave στυλ, ενώ οι χαρακτηριστικές κιθαριστικές μελωδίες του Robert Smith και το μπάσο του Steven Severin συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο του. Τα τραγούδια “Punish Me With Kisses” και “Like An Animal” κυκλοφόρησαν ως singles και ο δίσκος παραμένει ως σήμερα ένα από τα κρυμμένα διαμάντια της εναλλακτικής σκηνής της δεκαετίας του 80.

Βρισκόμαστε πια στο 1984, κι ενώ ο Σμιθ έκανε την εμφάνισή του στο περιβόητο “Top Of The Pops” τόσο με τους Cure, όσο και με τους Banshees, κατά τη διάρκεια του ίδιου προγράμματος, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ηχογραφήσει δίσκο και με τα δύο συγκροτήματα μαζί… E, κάποια στιγμή λύγισε υπό όλο αυτό το βάρος και αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με τους Banshees – στέλνοντας μάλιστα πιστοποιητικό γιατρού στον Severin, που αποδείκνυε πως είναι αδύνατον, για λόγους υγείας, να συνεχίσει και με τα δύο συγκροτήματα. Τρία χρόνια μετά, κι ενώ οι Cure είχαν εκτοξευτεί σε επίπεδο δημοτικότητας, ο Smith δήλωνε: «Προτιμώ τους Cure από τους Banshees, και η Siouxsie προτιμά τους Banshees απ’ τους Cure. Δεν έχει δει όμως και τις δύο πλευρές όπως εγώ και δεν ξέρει τι χάνει».



Roller Coaster




Ας μην προτρέχουμε όμως. Βρισκόμαστε ακόμα στο έτος 1984. Έχοντας αφήσει τα πολλαπλά project στην άκρη, το βάρος τώρα για τον Σμιθ θα δινόταν αποκλειστικά στους Cure. Η κρίση ταυτότητάς του όμως θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερη – και μαζί με αυτήν η κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών.

Το αποτέλεσμα αυτών το βλέπουμε στο νέο άλμπουμ των Cure, την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά τους μετά το “Pornography”, δύο χρόνια μετά. Ο τίτλος αυτού: “The Top”, μια λέξη που φιγουράρει καταμεσής ενός πολύχρωμου εξώφυλλου, ενδεικτικού του περιεχομένου του δίσκου. Αν υπήρξε δίσκος των Cure που να καθρεφτίζει την πολυδιάστατη φύση του δημιουργού τους, το “Top” είναι αυτός ο δίσκος. Ναι, οι μαύρες μέρες του ολικού πεσιμισμού ανήκαν στο παρελθόν… ωστόσο τι είχε πάρει τη θέση τους; Ένα μανιακό ανεβοκατέβασμα σε ένα βαγονάκι ρόλερ κόστερ, δίχως αρχή και τέλος, μια ψυχεδελική πορεία εντός ενός κόσμου σε θραύσματα, κομμάτια ενός παζλ που αποζητούν να ενωθούν χωρίς να βρίσκουν ταίρι, μπλέκοντας σε έναν χαοτικό ιστό, πασαλειμμένα με κηλίδες χρώματος, μουτζούρες ενός τρελού μωρού πάνω σε λευκό χαρτί. Αυτό ήταν το νιογέννητο των Cure, το νέο παιδί του Robert Smith, που έπαιζε δίχως σκοπό και συνοχή, εκνευριζόταν, έριχνε κάτω τις μπογιές του, πασάλειβε τα πάντα γύρω του, ώσπου να αρχίσει τα ταξίδια σε εσωτερικούς κόσμους, κάπου μεταξύ πραγματικότητας και χάους.




The Cure's The Top album cover
Robert Smith in 1985




Μα σαν δίσκος… δεν ήταν καθόλου άσχημος! Αντισυμβατικός και δύσκολος στη χώνεψη… ναι. Μα καθόλου άσχημος. Θα έλεγα πως συνιστά τον περισσότερο υποτιμημένο δίσκο τους – στάθηκε θύμα του πειραματισμού και της απουσίας ταυτότητάς του.

Το “The Top” υπήρξε το πιο ψυχεδελικό και λιγότερο συνεκτικό εγχείρημα του Robert Smith. Κανένα τραγούδι δεν μοιάζει με το άλλο, άφθονοι ήχοι και στυλ αγωνίζονται να πάρουν μια θέση στην κορυφή (aka, “The Top”), μα στο τέλος, αν δεσπόζει κάτι εκεί ψηλά είναι αυτή ακριβώς η απουσία συνοχής, το χάος που αγκαλιάζει τα πάντα. Eπιθετικά ξεσπάσματα ("Give Me It"), ψυχεδελικά ταξίδια ("Wailing Wall"), παρανοϊκά σαξόφωνα, αντιπολεμικά εμβατήρια ("The Empty World"), γουρούνια σε καθρέπτες ("Piggy in the Mirror") και μυστηριώδεις κάμπιες ("The Caterpillar"), όλα παρελαύνουν σε αυτόν τον άκρως πειραματικό και ενδιαφέροντα δίσκο, ένα άλμπουμ πολύ παράξενο για να χωνέψει το κοινό, ένα κοινό που έβλεπε τον εαυτό του να πιάνεται στα δίχτυα της μουσικής και να μπερδεύεται ολοένα και περισσότερο. Μα τι συμβαίνει επιτέλους μέσα στο μυαλό του Robert Smith;

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ούτε ο ίδιος ο Σμιθ γνώριζε την απάντηση. Η περίοδος του “Top” υπήρξε η πλέον παράδοξη και εκκεντρική, οι συνεντεύξεις του Σμιθ της περιόδου ξεχειλίζουν τρέλα αντίστοιχη με εκείνη του δίσκου, ο Σμιθ μεταξύ άλλων έλεγε ψέματα, όπως για παράδειγμα ότι συνοδεύει το συγκρότημα στις περιοδείες ένα… αρνί, και άλλα τέτοια. Ήταν επίσημο λοιπόν: Οι Cure γλίτωσαν την αυτοκαταστροφή, στην οποία όδευαν δύο χρόνια πριν, για να καταλήξουν… στην ψύχωση. Είχαν τρελαθεί… και είχαν πια βρει την υγεία τους.



Mainstream Success




Και ο καιρός περνά. Και το μαλλί του Σμιθ φουντώνει πάλι. Και η αφήγησή μας θα μπορούσε να σταματήσει κάπου εδώ. Η συνέχεια, βλέπετε, ήταν τέτοια που τα λόγια είναι ίσως περιττά. Μιλάνε από μόνα τους τα hits, τα charts που ανακάλυψαν επιτέλους το συγκρότημα, οι ατελείωτες συναυλίες, οι τηλεοπτικές εκπομπές, τα επιτυχημένα βίντεοκλιπ, τα εξώφυλλα, η χαρακτηριστική φιγούρα του αναμαλλιασμένου, βαμμένου Robert Smith. Βρισκόμαστε πια στο έτος 1985 – το έτος κλειδί. Ήταν πια καιρός να γίνουν αποδεκτοί οι Cure από τα πλήθη του μουσικόφιλου κοινού.

Το σημείο τομής, ο δίσκος που εκτόξευσε το συγκρότημα από ένα διαφανές status σχετικής ανυπαρξίας σε μουσικά είδωλα των καιρών τους, ήταν το “Head On The Door” – και με αυτόν τον δίσκο γεννήθηκαν επισήμως οι νεότεροι Cure, που τόσο αγαπητοί έγιναν από πλήθη και πλήθη κόσμου. Ο Robert Smith κατόρθωσε επιτέλους να συνδυάσει τις προσωπικές του αναζητήσεις με ένα μουσικό στυλ που πήγαινε μεν πέρα από κατηγορίες, δίχως ωστόσο να καταλήγει στο (ενίοτε όμορφο μα δυσκολοχώνευτο) χάος του “The Top”.

Το κοκαλάκι της νυχτερίδας ασφαλώς, το κλειδί της επιτυχίας, υπήρξε η επαναφορά εκείνου ακριβώς του πιασάρικου, ποπ ύφους, που τόσο είχε ξενίσει τον κόσμο δύο χρόνια πριν, δοσμένου όμως με μια αισθητική που ταίριαζε περισσότερο στα προγενέστερα σκοτεινά και εσωτερικά ηχοτρόπια του Robert Smith, ανανεωμένου με μια δόση γλυκιάς μελαγχολίας και αναπόλησης – μα και μια αίσθηση ελπίδας, ένα άρωμα ανανέωσης, μια υπόσχεση έρωτα.

Αυτοί ήταν οι νεότεροι Cure. Και ο κόσμος τους αγάπησε.




The Cure In Between days
The Cure eating ice cream in London, 1986
Head on the Door, album by The Cure





Ο Simon Gallup είχε επιστρέψει στο συγκρότημα. Ο Robert Smith φάνηκε πως έβρισκε επιτέλους τον εαυτό του. Και το “Head On The Door” σημείωσε μεγάλη επιτυχία, για πρώτη φορά στα χρονικά της μπάντας, αγγίζοντας το τοπ-20 των charts σε ουκ ολίγες χώρες. Τα “In Between Days” και “Close To Me” υπήρξαν ιδιαίτερα επιτυχημένα σαν singles, ενώ η μουσική πολυμορφία του άλμπουμ ξεχωρίζει σε τραγούδια όπως το ανατολίτικο “Kyoto Song”, το ισπανικό “The Blood”, το επιθετικό “Screw” και το… απλά πανέμορφο “A Night Like This”, παντρεύοντας την ποπ με τη ροκ, το new wave με τον εξωτισμό. Και αυτά ενώ η φωνή του Robert Smith για πρώτη φορά ακούγεται έτσι ώριμη, διαυγής, ολοκληρωμένη. 

Οι σκοτεινοί τόνοι, αλλοτινό σήμα κατατεθέν της μπάντας, δεν απουσιάζουν, μα έχουν πια ενσωματωθεί σε αυτό το νέο, πολύμορφο ύφος – όπως οι τόνοι του μαύρου σ’ έναν πίνακα γεμάτο χρώματα.

Οι Cure είχαν αγγίξει το χείλος της αβύσσου και τους πρόποδες των βουνών της τρέλας, μα τώρα βίωναν την αναγέννησή τους. Το ατσούμπαλο και παλαβό μωρό είχε γίνει ένα χαμογελαστό, ντυμένο σε πολύχρωμα ρούχα, παιδί. 



The Cure and a Snowman
The Cure's Robert Smith reading a comic book / Ο Ρόμπερτ Σμιθ ενώ διαβάζει το κόμικ του




Εν έτει 1985, οι Cure έκαναν για πρώτη φορά και την εμφάνισή τους στη χώρα μας, στα πλαίσια του (θρυλικού πλέον) “Rock in Athens”, ένα φεστιβάλ οργανωμένο στα πλαίσια της γενικότερης πολιτισμικής κίνησης που επιχειρούσε η Μελίνα Μερκούρη – ναι, έκανε και κάποια καλά πράγματα η τότε κυβέρνηση, καταμεσής όλων των κακών. Πόσο θα ήθελα να είχα δώσει τότε το παρόν – μα ήμουν πολύ μικρός ακόμα και τα ακούσματά μου ίσα που περιελάμβαναν τα «Τραγούδια των Στρουμπφ». Στα πλαίσια του φεστιβάλ είχαν έρθει ονόματα όπως οι Depeche Mode, οι Clash, οι Stranglers και η Nina Hagen – όπως και να το κάνουμε, άλλο να βλέπεις τα συγκεκριμένα συγκροτήματα live στα 80’s, όταν και μεσουρανούσαν, και άλλο να τα βλέπεις 20 και βάλε χρόνια μετά.

Μεταξύ των πάνω ονομάτων, οι Cure υπήρξαν σχετικά άγνωστοι για την πλειονότητα του ελληνικού κοινού. Τους γνώριζαν μόνο οι «ψαγμένοι» μουσικά και εκείνοι που ασχολούνταν με την εναλλακτική και πανκ μουσική σκηνή. Οι πρώτες νότες του “One Hundred Years” όμως υπήρξαν αρκετές για να μυήσουν τον ανυποψίαστο κόσμο στο ατμοσφαιρικό τους σύμπαν. Το κοινό μαγεύτηκε, ενώ ερμηνείες όπως εκείνη του “A Forest” (click εδώ για να την δείτε) παραμένουν στις κορυφαίες που έδωσε ποτέ η μπάντα. Πριν το “Live In Athens” οι Cure ήταν άγνωστοι στους Έλληνες. Μετά το φεστιβάλ είχαν μετατραπεί σε ένα από τα πιο καυτά ονόματα των καιρών και οι οπαδοί τους άρχισαν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Δεν άργησε πολύ να εξαπλωθεί κυριολεκτική μανία για το συγκρότημα, η οποία και συνέπεσε με την περίοδο που οι ίδιοι έβλεπαν τη δημοτικότητά τους να μεγενθύνεται διαρκώς.

Από τότε οι Cure μετατράπηκαν σε ένα από τα αγαπημένα σχήματα του ελληνικού μουσικόφιλου κοινού.



The Cure in 1986-87
Robert Smith and Simon Gallup



Kisses In Heaven




Έχοντας μπει για τα καλά πλέον στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 80, οι ανανεωμένοι Cure επιθυμούσαν να αποτινάξουν τις σκιές του παρελθόντος και να εξελιχτούν ακόμα περισσότερο ως μουσικοί. Μια σημαντική μερίδα των οπαδών τους όμως – εκείνοι που τους είχαν ανακαλύψει πριν μετατραπούν σε όνομα των charts – εξακολουθούσαν να τους ταυτίζουν με εκείνο ακριβώς το στυλ, στη γέννηση του οποίου είχαν συμβάλλει καθοριστικά: το gothic rock, το οποίο διένυε μέρες μεγάλης ακμής, τότε, στο δεύτερο μισό των 80’s.

Το image του συγκροτήματος έπαιζε καθοριστικό ρόλο σε αυτό: Η φιγούρα του Robert Smith με τα μαύρα, ανάκατα μαλλιά (η οποία, για όσους δε γνωρίζουν, θα επηρέαζε τον Tim Burton στο χτίσιμο της όψης του «Ψαλιδοχέρη»), τα μαύρα ρούχα και το make up, φάνταζε ιδιαίτερα «γοτθική», μια αρσενική εκδοχή της Siouxsie τον καιρό που καθιέρωνε το goth look, αλλά και πολλών άλλων από το πλήθος των «γότθων» που κατέκλυζαν σα νυχτερίδες τα υπόγεια στέκια του Λονδίνου της δεκαετίας του 80. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πως το συγκεκριμένο image o Smith το καθιέρωσε τον καιρό που οι Cure είχαν εγκαταλείψει τους αμιγώς goth ήχους. Μα, ως γνωστόν, στη show business η εικόνα είναι εκείνη που μετράει πάντα περισσότερο, εκείνη που αποτυπώνεται καλύτερα στο νου και τη συνείδηση του πλήθους.

Ίσως να είχαν κάτι τέτοιο κατά νου οι Cure λοιπόν, όταν αποφάσισαν να βγουν στο γαλλικό τηλεοπτικό πρόγραμμα “Champs Elysses”, εν έτει 1986, και να ερμηνεύσουν το “Boys Don’t Cry” ντυμένοι σε… πολύχρωμα γυναίκεια ρούχα! Βλέποντας πως πλήθος από τους οπαδούς τους εξακολουθούσαν να τους θεωρούν μια goth μπάντα, συρρέοντας μαζικά στα live ντυμένοι στα μαύρα, οι Cure σκέφτηκαν να τους δώσουν ένα μήνυμα… Ήταν ο δικός τους τρόπος να φανερώσουν πως δεν ανήκουν πουθενά… (click για το βίντεο)

«Όλος αυτός ο ρομαντισμός του θανάτου! Κι όμως, όποιος έχει βιώσει τον θάνατο από πρώτο χέρι μπορεί με σιγουριά να σας πει πως δεν υπάρχει τίποτα ρομαντικό πάνω του…», είχε πει σε μια συνέντευξή του, μετά από καιρό, ο Robert Smith, συζητώντας για το κίνημα του gothic... Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο μεγάλο (και κλασικό πια, όντας το παλαιότερο από τα αφιερώματα του Κουνελιού) αφιέρωμά στο Gothic (click εδώ). 




Robert Smith in Star Hits magazine, 1988
Robert Smith on the cover of a japanese magazine




Είχε πάει 1987. Μια όμορφη χρονιά, με άρωμα διάχυτο από τυρινίνη. Και οι Cure κυκλοφορούν έναν δίσκο που μοσχομύριζε άνοιξη, πριν ακόμα πιάσουν οι ζέστες – τον καιρό που ξεπετάγονται τα πρώτα άνθη καταμεσής ξεγυμνωμένων δέντρων• ή φθινόπωρο, πριν πιάσουν τα κρύα – τον καιρό που η γη αποκτά εκείνο το γλυκό χρυσοκόκκινό της χρώμα, καταμεσής του στρώματος των πεσμένων φύλλων. Ο δίσκος ήταν το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” (τρεις φορές, γιατί μία ποτέ δεν είναι αρκετή) και οι Cure έκαναν ένα ακόμα βήμα προς τα πάνω: Για πρώτη φορά σημείωσαν τόσο μεγάλη επιτυχία στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, και ο δίσκος έφτασε στο τοπ-40 των αμερικανικών charts, μα και στο top-10 πολλών άλλων χωρών. Ήταν επίσης το πρώτο άλμπουμ τους που έφτασε να γίνει πλατινένιο.

Όσο αφορά το περιεχόμενο; Θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω λέξεις και φράσεις από τους τίτλους των τραγουδιών, θεωρώ πως είναι άκρως αντιπροσωπευτικοί. Φανταστείτε λοιπόν πως βρίσκεστε κάπου στο Παρίσι, σε μια πλατεία με γραφικά μαγαζιά και ερυθρόχρωμα δέντρα. Ενώ κάθεστε σε ένα τραπέζι, πίνοντας ένα δροσιστικό ρόφημα με παγωμένη ζάχαρη, φέρνετε κατά νου τα περασμένα και αναπολείτε: φιλιά που χάθηκαν, σχέσεις που διένυσαν τον κύκλο τους… και σεις απομείνατε μονάχος, άγρυπνος τις νύχτες, ριγμένος σ’ έναν λάκκο με φίδια. 

Μα ξάφνου κάνει την εμφάνισή της μια παριζιάνα. Την παρατηρείτε απέναντί σας, ενώ βαδίζει, και στα πόδια της αναστενάζει όλη η γη. Σας εξαπολύει τότε μια ματιά – μια ματιά μονάχα, μα το βλέμμα της φαντάζει σαν Παράδεισος. Μια υπόσχεση όσων είναι να ‘ρθουν.




Kiss Me Kiss Me Kiss Me album by the Cure
The Cure circa 1987




Αυτό είναι το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me”! Μουσικά, πρόκειται για ένα από τα πλέον πολύμορφα άλμπουμ του συγκροτήματος. Θα βρείτε ξεσηκωτικά ροκ τραγούδια (“Shiver and Shake” - click), party ύμνους (“Why Can’t I Be You” - ίσως το πιο χορευτικό και ανεβαστικό τραγούδι των Cure), φανκιές (“Hot, Hot, Hot!!!”), ατμοσφαιρικά, υποχθόνια περάσματα, με ανατολίτικες αποχρώσεις (“The Snakepit”, “If Only Tonight We Could Sleep”) και κλασικούς Cure ύμνους (“All I Want”). Να μη παραλείψω να αναφέρω φυσικά το σαρωτικό χιτ “Just Like Heaven” (αναμφισβήτητα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια τους), μα και το προσωπικά αγαπημένο μου, το υπέροχο “How Beautiful You Are”… του οποίου και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους και να μιλήσουν εκείνοι αντί για μας…




You want to know why I hate you? 

Well I'll try and explain 

You remember that day in Paris 

When we wandered through the rain 



Promised to each other 

That we'd always think the same 

And dreamed that dream 

To be two souls as one 



Stopped just as the sun set 

And waited for the night 

Outside a glittering building 

Of glittering glass and burning light 



And in the road before us 

Stood a weary grayish man 

Who held a child upon his back 

A small boy by the hand 



Three of them were dressed in rags 

And thinner than air 

And all six eyes stared fixedly on you 



The father's eyes said "Beautiful! 

How beautiful you are!" 

The boy's eyes said 

"How beautiful! she shimmers like a star!" 



The child's eyes uttered nothing 

But a mute and utter joy 

And filled my heart with shame for us 

At the way we are, at the way we are 



I turned to look at you 

To read my thoughts upon your face 

And gazed so deep into your eyes 

So beautiful and strange 



Until you spoke 

And showed me understanding is a dream 

I hate these people staring 

Make them go away from you 



The father's eyes said "Beautiful! 

How beautiful you are!" 

The boy's eyes said 

"How beautiful! she glitters like a star!" 



The child's eyes uttered nothing 

But quiet and utter joy 

And stilled my heart with sadness 

For the way we are, at the way we are 



And this is why I hate you 

And how I understand 

That no one ever knows or loves another 

Or loves another 





Οι Cure στα ομορφότερά τους…



Robert Smith playing an accordion / Ο Ρόμπερτ Σμιθ των Cure με ακορντεόν


Lullabies on Fascination Street




Ενώ τα πολύχρωμα 80’s βάδιζαν προς το τέλος τους, κι ενώ οι Cure διένυαν τις καλύτερές τους μέρες, κάτι ξύπνησε στον Robert Smith. Η ανάμνηση ενός παλιού ονείρου ίσως, ένα όνειρο που χάθηκε, σαν αντανάκλαση σε λάκκο με νερό πριν πέσει πάνω του η βροχή και σβήσει την εικόνα του. Ο καιρός περνούσε, οι θύμησες έμπλεκαν η μία με την άλλη, οι απογοητεύσεις του παρελθόντος με τις ελπίδες του μέλλοντος, όλα συστρέφονταν, το ένα γύρω από το άλλο. Έχοντας εισέλθει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, ο Σμιθ έγινε ξανά εσωστρεφής. Όση επιτυχία και αν σημείωναν στα charts, οι Cure παρέμεναν το προσωπικό του όχημα, ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγράφιζε, σε ύφος εξπρεσιονιστικό, τα βαθύτερα συναισθήματα και τις ασυνείδητες του σκέψεις.

Το συγκρότημα αντιμετώπιζε εσωτερικά ζητήματα – οι μέρες του Lol Tolhurst ως μέλος της μπάντας έφταναν στο τέλος τους. Έπινε πολύ και απουσίαζε πλήρως από το δημιουργικό κομμάτι της μουσικής – «ήθελα να παραμείνει στη μπάντα περισσότερο νιώθοντας υποχρέωση απέναντι σε έναν παλιό φίλο», είχε πει ο Σμιθ. Μα τα υπόλοιπα μέλη δε τον άντεχαν και ο Tolhurst αποχώρησε. Το υλικό του επόμενου δίσκου θα ετοιμαζόταν εξ’ ολοκλήρου απ’ τον Σμιθ (για άλλη μια φορά), ο οποίος είχε κλειστεί (πάλι) στον εαυτό του. Η εμπορική επιτυχία όμως τον έκανε να αισθάνεται άβολα, το ίδιο και το status του σούπερσταρ. Σκεπτόταν πως τα περισσότερα συγκροτήματα στην ιστορία της μουσικής παραδίδουν τα κορυφαία άλμπουμ τους στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξής τους και μετά παίρνουν τον κατήφορο – και έχοντας συμπληρώσει πάνω από δέκα χρόνια ύπαρξης με τους Cure, τον έπιανε κατάθλιψη, νιώθοντας πως είχε έρθει η ώρα του δικού τους κατήφορου.

Οι Cure έμελλε να ανανεώσουν το ραντεβού τους με το σκοτάδι – μόνο που τώρα η εμπειρία θα ήταν διαφορετική. Εδώ δεν έχουμε πια το καταθλιπτικό γκρίζο του “Faith” ή το καταστροφικό μαύρο του “Pornography”. Έμοιαζε περισσότερο με τον σκοτεινό ουρανό που περικλείει το φεγγάρι τα βράδια, με τα σύννεφα που ταξιδεύουν πάνω του, μαύρες ψαρόβαρκες στη θάλασσα του ουρανού, μα και με τ’ αστέρια που αχνοβολούν, η λάμψη τους ένας φάρος μες στη νύχτα.

Ήταν 1989 και οι Cure παρέδωσαν το “Disintegration” – για πολύ κόσμο το κορυφαίο έργο τους.




Disintegration album cover, by The Cure, 1989
The Cure, Disintegration era / Οι Cure την εποχή του Disintegration




Φάνταζε σαν αυτοκαταστροφική κίνηση αρχικά. Ο Σμιθ είχε αποκαλύψει τις προθέσεις του και είχε δεχτεί συμβουλές να μην ακολουθήσει αυτό τον δρόμο – ένας δίσκος γεμάτος με τόσα αργόσυρτα, μελαγχολικά τραγούδια θα απέβαινε καταστροφικός για ένα συγκρότημα που είχε κατορθώσει επιτέλους, μετά από μια δεκαετία, να σημειώσει επιτυχία και να μετατραπεί σε είδωλα των καιρών του. Έχοντας κατακτήσει τα charts και έχοντας γίνει αγαπητοί από τα πλήθη, με τραγούδια όπως το “Just Like Heaven” και το “Close To Me”, τι μπορούσε να εξυπηρετήσει ένα άλμπουμ τόσο σκοτεινό και θλιβερό; Μόνο πισωγύρισμα μπορούσε να είναι, στα χρόνια εκείνα που οι Cure βρίσκονταν στα όρια της διάλυσης. Ο δίσκος θα απέβαινε μια «εμπορική αυτοκτονία», όπως είχαν προειδοποιήσει τον Σμιθ οι υπεύθυνοι της αμερικανικής Elektra Records.

Οι πρώτες νότες του “Lullaby” σήμαναν τον τόνο. Αργός ρυθμός, μια ατμόσφαιρα που σε υπνωτίζει, σε ναρκώνει. Μια μελωδία στοιχειωμένη, μα βαθιά αισθαντική. Φωνή χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή, σαν από όνειρο. Η είσοδος σ’ έναν κόσμο με σκιές και σύννεφα. Μια αράχνη που υφαίνει τον ιστό της, φωτογραφίες από πρόσωπα που χάθηκαν, αναμνήσεις σε άλμπουμ με φωτογραφίες, ένα κερί που τρεμοπαίζει, μια ερωτική εξομολόγηση.

Lullabies on Fascination Street. Και οι Cure είχαν υφάνει το πέπλο των ονείρων.



Robert Smith in Lullaby video




Ο Robert Smith φανέρωνε, για άλλη μια φορά, πως αδιαφορούσε για τις τακτικές του μάρκετινγκ, και πως το νόημα της μουσικής βρίσκεται στην έκφραση, όχι στα νούμερα. Κι όμως! Το “Disintegration” έμελλε να γίνει ο πιο πετυχημένος δίσκος τους, ο πιο δημοφιλής, ο πιο αναγνωρίσιμος. Ήταν οι Cure του παρελθόντος και οι Cure του παρόντος, έχοντας αφήσει τις διαφορές τους, το αρσενικό και θηλυκό τους, το γιν και το γιανγκ τους, και έχοντας σμίξει σε μια αιώνια ερωτική στιγμή.

Οι γοτθικοί τόνοι είχαν επιστρέψει – μα ήταν το χρώμα της μελαγχολίας και της αναπόλησης, όχι του θανάτου. Κόντρα στον επιθετικό πεσιμισμό του παρελθόντος, ο Σμιθ εντάσσει τον μελαγχολικό ρομαντισμό των τελευταίων δίσκων τους, επαναφέροντας την αυθεντική, αρχέτυπη ιδέα του ρομαντισμού: εκεί που το φως και το σκοτάδι συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη αγκάλη. Εκεί που ο έρωτας και ο θάνατος γίνονται ένα.

Τα “Lullaby”, “Fascination Street”, “Pictures Of You” και “Last Dance”, "Disintegration", ανήκουν στα διαχρονικότερα τραγούδια του συγκροτήματος. Όσο αφορά το “Lovesong”, η επιτυχία του ήταν σαρωτική, φτάνοντας ως τη δεύτερη θέση των charts και μετατρεπόμενο σε ένα από τα πιο ομορφότερα ερωτικά τραγούδια όλων των εποχών. «Είχε έρθει επιτέλους ο καιρός που μπορούσα να γράψω ένα straight forward τραγούδι αγάπης», είχε πει ο Robert Smith – και το “Lovesong” ήταν το δώρο του απέναντι στην γυναίκα του, Mary Poole, με την οποία είχαν πρόσφατα παντρευτεί. Πόσοι και πόσοι θα έχουν αφιερώσει το συγκεκριμένο τραγούδι, εκ τότε, σε αγαπημένα πρόσωπά τους, σε έρωτες πραγματοποιημένους ή απραγματοποίητους (ένας εκ των οποίων υπήρξε, μια φορά κι έναν καιρό, και ο υπογράφων – σε μια παλιά κασέτα…)

Το “Disintegration” συνδύασε τέλεια το σκοτεινό με το πιασάρικο, γι’ αυτό και πέτυχε. Αγαπήθηκε εξ’ ίσου από τους παλιούς, όσο και από τους νεότερους οπαδούς των Cure, αμφότερους «γότθους» και «ποπάδες», και καταξιώθηκε ως ο κλασικότερός τους δίσκος. Και ο Ρόμπερτ Σμιθ ξόρκισε για άλλη μια φορά τα προσωπικά φαντάσματά του, μετατρέποντάς τα σε τέχνη.



The Cure's Robert Smith playing his guitar in 1989. Photo by Jason Scott Tilley
Picture source


To Wish Impossible Things




Κάθε τέλος συνιστά μια σύμβαση. Στην πραγματικότητα ποτέ καμία ιστορία δεν τελειώνει εντελώς – από μία μακροσκοπική οπτική τα πάντα συνεχίζονται διαρκώς. Ωστόσο οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον κόσμο αναγκαστικά τελειώνουν – και το σημείο στο οποίο θα τελειώσουν το επιλέγουμε εμείς. Επέλεξα λοιπόν να κλείσω την αναλυτική μας παρουσίαση κάπου στις απαρχές των 00’s και να μην επεκτείνω την ιστορία παραπέρα. Οι Cure ασφαλώς συνεχίζουν ως τις μέρες μας. Οι συναυλίες τους ανήκουν στις πλουσιότερες που έχω δει να παραδίδει οποιοδήποτε συγκρότημα (δε θα ξεχάσω ποτέ το απολαυστικό, διάρκειας τριών ωρών και βάλε, live που έδωσαν το 2005 στη Μαλακάσα, αφήνοντάς μας με ανοιχτό το στόμα κυριολεκτικά – παραμένει η μεγαλύτερο σε διάρκεια συναυλία που έχω δει ποτέ) και ο νεότερος κόσμος εξακολουθεί να τους ανακαλύπτει και να μαγεύεται από την τόσο χαρακτηριστική τους μουσική.

Η πρόσφατη είσοδός τους στο Rock ‘n Roll Hall of Fame ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Οι Cure έχουν κατοχυρώσει τη θέση τους στο πάνθεον των συγκροτημάτων μιας ολόκληρης εποχής. Ο Ρόμπερτ Σμιθ μπορεί να χαμογελά κάτω απ’ το κραγιόν του.

Μα τι λέω – Σμιθ είναι αυτός. Γίνεται να μην αποζητά διέξοδο και έκφραση με κάθε δυνατό τρόπο, όσα χρόνια και αν περάσουν, όση επιτυχία και αν έχει εξασφαλίσει; Ασφαλώς και όχι. Οι νεότεροι δίσκοι των Cure, εκείνοι που μας παρέδωσαν στα 00’s, μπορεί να μη συνιστούν τα άλμπουμ για τα οποία θα τους θυμάται μετά από χρόνια ο κόσμος – μα εκείνες οι προσωπικές πινελιές έκφρασης του δημιουργού τους βρίσκονται πάντοτε εκεί, όπως υπήρχαν από τα πρώτα κιόλας χρόνια.



Robert Smith on the cover of Rolling Stone magazine
The Cure's Wish album




Το λυκαυγές της δεκαετίας του 90 είδε, λοιπόν, τον κόσμο να αλλάζει – επιφανειακά τουλάχιστον. Μια νέα μουσικόφιλη γενιά ξεπρόβαλε στο προσκήνιο, καινούργια είδη μουσικής φάνηκαν να κατακλύζουν τα charts. H αναδυόμενη τότε Generation X επικοινωνούσε με διαφορετικό τρόπο, συγκριτικά με τους προκατόχους της… Για τον κόσμο της εποχής εκείνης το “Wish” – δίσκος που οι Cure κυκλοφόρησαν το 1992 – φάνταζε σαν μια μοναδική γέφυρα ανάμεσα στα περασμένα από τη μία και στους ήχους του παρόντος από την άλλη. Έχοντας διαδεχτεί τη σαρωτική επιτυχία του “Disintegration”, το “Wish” επέλεξε να μη βαδίσει στη σκιά του – μα να ακολουθήσει έναν δικό του δρόμο, εμπνευσμένο από το άρωμα της γενιάς των Nineties. Ήταν ο πιο “alternative rock” δίσκος που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε το συγκρότημα.

Ήταν επίσης ένα εξαιρετικά πολύμορφο, μουσικά, άλμπουμ, παντρεύοντας τη μελαγχολία (“Apart”) με μια περισσότερο χύμα αισθητική (“Open”), τις επικές διαθέσεις (“From The Edge Of The Deep Green Sea” - ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια τους όλων των εποχών) με τον λυρισμό (“A Letter to Elise” – η πιο “Disintegration” στιγμή του δίσκου) και την εμπορικότητα – για το τελευταίο ο λόγος ασφαλώς για το “Friday I’m In Love”, το μεγαλύτερο απ’ τα χιτ τους και ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι που έγραψαν ποτέ.

Ήταν ένα πολύ όμορφο άλμπουμ που έμελλε να καταστήσει γνωστό το συγκρότημα σε ακόμα μεγαλύτερα πλήθη κόσμου. Ήταν επίσης ο τελευταίος πολύ μεγάλος δίσκος τους, κατά την άποψή μου. Η έμπνευση ασφαλώς δε θα εγκατέλειπε τον Robert Smith – μα κάθε συγκρότημα γνωρίζει μια στιγμή που φτάνει στο αποκορύφωμά του. Για τους Cure είχε πια έλθει και περάσει αυτή η ώρα.



The Cure's Robert Smith hiding his face




Δεν θα έλειπαν βέβαια στιγμές εξαιρετικής αναλαμπής τα επόμενα χρόνια. Λίγο μόλις διάστημα μετά την επιτυχία και την καταξίωση του “Wish”, οι Cure θα συμμετείχαν στο περίφημο soundtrack μίας από τις πλέον «γοτθικές» ταινίες των Nineties – ο λόγος για το «Κοράκι» και το τραγούδι “Burn”, ένα από τα πολύ αγαπημένα άσματα των οπαδών τους και αναμφίβολα μία από τις ωραιότερες στιγμές του soundtrack της ταινίας. Μπορεί, βλέπετε, ο Ρόμπερτ Σμιθ να είχε αποβάλλει από καιρό την ταμπέλα του «γότθου», τονίζοντας ξανά και ξανά πως οι Cure “δεν ανήκουν πουθενά”… μα, μεταξύ μας, η μουσική τους ταίριαζε απόλυτα σε ένα έργο όπως το «Κοράκι»… το ίδιο και η χαρακτηριστική φυσιογνωμία του ίδιου του Σμιθ, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο!

Το 1996 το συγκρότημα κυκλοφόρησε το “Wild Mood Swings” – για πρώτη φορά μια μερίδα των οπαδών τους φάνηκε κάπως να προβληματίζεται. Ο δίσκος είχε τις στιγμές του, μα απουσίαζαν τα τραγούδια εκείνα που ήταν δυνατό να ξεχωρίσουν και να γίνουν διαχρονικά – μα όπως είπαμε, δε γίνεται να βρίσκεται συνέχεια κάποιος στην κορυφή, αργά η γρήγορα θα έρθει η ώρα της κοιλιάς. Μετά από τόσα εμπνευσμένα άλμπουμ στη σειρά (εδώ που τα λέμε, δεν είχαν κυκλοφορήσει κανέναν «μέτριο» δίσκο μέχρι τότε οι Cure) θα ερχόταν η στιγμή να μειωθεί κάπως η έμπνευση. Αυτό δεν σημαίνει πως ο δίσκος δεν είχε τις στιγμές του.

Λίγα χρόνια μετά, εν έτει 2000, ο Robert Smith παρέδωσε στο απαιτητικό κοινό το νεότερό του πόνημα, επονομαζόμενο “Bloodflowers” – και το κοινό έμεινε άκρως ικανοποιημένο, αναγνωρίζοντας στον δίσκο τους Cure που είχε αγαπήσει. 




Bloodflowers by The Cure




Για τον Σμιθ, με τη σειρά του, το “Bloodflowers” συνιστούσε το ιδανικό κλείσιμο μιας «τριλογίας», απαρτιζόμενη από το “Pornography”, συνεχίζοντας στο “Disintegration” και καταλήγοντας στα αιματοβαμμένα, αυτά, λουλούδια. Τρεις διαφορετικές φάσεις της ζωής του, τρεις εναλλακτικοί τρόποι να αντικρίσει και να εκφράσει κάποιος ορισμένα από τα βαθύτερα και σκοτεινότερα του συναισθήματα. Από την καταστροφικότητα του “Pornography” (όμοια με τον μηδενισμό της νεαρής ηλικίας), στη μελαγχολία του “Disintegration” (αντίστοιχη με τη νοσταλγία ενός ανθρώπου που έχει πια περάσει την εποχή της πρώτης νιότης) και από κει στο ανανεωμένο αίσθημα που αναδεικνύει το “Bloodflowers” – τα βιώματα της ζωής μπολιασμένα με μια καινούργια φωτιά που αναδεικνύεται στο εσωτερικό τους, μια φωτιά που καίει τα παλιά και συνεχώς φουντώνει, κόντρα στον άνεμο που θέλει να τη σβήσει – το αίσθημα του μεσήλικα που βρίσκεται σ’ ένα σταυροδρόμι της ζωής του.

Αυτοί ήταν λοιπόν οι Cure της νέας εποχής και τραγούδια όπως το “39”, το “Maybe Someday” και το “Where The Birds Always Sing” ανήκουν στα πλέον εμπνευσμένα του συγκροτήματος. Και ο Robert Smith θα συνέχιζε τον δρόμο του, δημιουργικός και ανήσυχος όπως πάντα.



The Journey Never Ends




Μα το προσωπικό μας ρόλερ κόστερ, με την ταμπελίτσα «Ιστορία των Cure», κάπου εδώ φτάνει προς το τέλος του – η ιστορία ασφαλώς και δεν τελειώνει εδώ. Εκείνο που τελειώνει δεν είναι παρά μόνο η αφήγησή μας – το σημείο που, εντελώς συμβατικά, επέλεξα να κλείσω το μεγάλο αυτό αφιέρωμα.

Ξεκινώντας να γράφω αυτό το κείμενο επιθυμούσα να αποδώσω έναν φόρο τιμής σε ένα από τα συγκροτήματα με τα οποία έχω συνδέσει ένα μεγάλο μέρος των νεανικών μουσικών μου βιωμάτων. Όμορφα βιώματα ή δυσάρεστα βιώματα – μα οι Cure και η μουσική τους ήταν εκεί για μένα. Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο του διαδικτύου ένα κείμενο που θα συνιστά αληθινό φόρο τιμής στο συγκρότημα, μα ταυτόχρονα θα λειτουργήσει ως όχημα για να το εξερευνήσει και η μερίδα εκείνη που τους γνωρίζει λιγότερο. Ελπίζω να τα κατάφερα και να απολαύσατε το ταξίδι και την παρέα μας… Εγώ πάντως, να είστε βέβαιοι, πως απόλαυσα το ταξίδι και με το παραπάνω.

Cure είναι αυτοί. Πως θα μπορούσε να μην είναι απολαυστικό. Σα να απολαμβάνεις ένα γευστικότατο κοκτέιλ καταμεσής του καταχείμωνου. Ή μια υπέροχη ζεστή σοκολάτα στην καρδιά του πιο θερμού καλοκαιριού. Οι Cure είναι πάντα εκεί, όλες τις εποχές και όλους τους χρόνους, όσος καιρός και αν περάσει.


Για όσους το έχασαν, ιδού το πρώτο μέρος του αφιερώματος:

Η Ιστορία των Cure, κεφάλαιο 1: Τα σκοτεινά χρόνια


Ιδού και ένα προσωπικό top-20 αγαπημένων τραγουδιών των Cure - πάρα πολύ δύσκολο στη δημιουργία του ομολογώ:


A Night Like This

Lullaby

Lovecats

The Figurehead

A Forest

Fascination Street

Lovesong

From The Edge Of The Deep Green Sea

Play For Today

M

How Beautiful You Are

Why Can't I Be You

Boys Don't Cry

Charlotte Sometimes

The Blood

This Twilight Garden

100 Years

All I Want

Burn

Killing An Arab



© Ήταν ένα αφιέρωμα στους Cure γραμμένο από το φονικό κουνέλι, 2014-2019. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί / αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.




The Cure
Ένα αφιέρωμα στην ιστορία των Cure από το φονικό κουνέλι

30 Ιουνίου 2019

Δέκα Χρόνια Φονικό Κουνέλι!!!


Δέκα χρόνια Φονικό Κουνέλι...! Ένα επετειακό αφιέρωμα



Ήταν, θυμάμαι, ένα ζεστό βράδυ πριν 12 περίπου χρόνια και είχα βγει με μια μεγάλη παρέα στα Εξάρχεια. Είχαμε πιάσει την κουβέντα μ’ έναν τύπο που έγραφε στα blogs, μεγαλύτερο από μένα καμιά δεκαριά χρόνια, και ανταλλάσσαμε ιδέες καταμεσής μπυροποσίας. Ανέλυα κάποιο θέμα και ρητόρευα – υποθέτω με αποτελεσματικότητα, μια που με άκουγε με προσοχή. Κάποια στιγμή με ρωτάει: «έχεις blog;». Όχι, απαντώ. «Πως και έτσι;», με ρωτάει. «Είσαι από εκείνους που πολύ εύκολα τους φαντάζομαι να γράφουν σε blog.» Το σκέφτηκα – ναι, γιατί όχι. 

Τα blogs ήταν το νέο μεγάλο πράγμα στο διαδίκτυο τον καιρό εκείνο. Το Facebook βρισκόταν ακόμα στα σπάργανα, το Instagram δεν υπήρχε ούτε σαν ιδέα, και η ψαγμένη μερίδα του κόσμου δεν απέφευγε να διαβάζει ψηφιακά κείμενα μιας κάποιας έκτασης. Τα blogs αντιπροσώπευαν όλα εκείνα που αντιστρατεύονταν τον κόσμο των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης: την ατομική έκφραση, τη δημιουργικότητα, την εναλλακτική φωνή, το μοίρασμα. Ήταν το διαδίκτυο στην πιο δημιουργική του έκφανση – και απέπνεε άρωμα από ροδοπέταλα και μπαρούτι.

Είχαν περάσει δύο καλοκαίρια από τη συνάντησή μου μ’ εκείνο το παλικάρι – μα τελικά, κάποιο βράδυ του Ιουνίου του 2009, πήρα την απόφαση: και ένα νέο ιστολόγιο έκανε την εμφάνισή του. Του έδωσα το όνομα «Κουνελοχώρα» – κι εγώ ήμουν «το φονικό κουνέλι». Σουρεαλιστικές καταστάσεις.

Και αυτή εδώ υπήρξε η πρώτη μου ανάρτηση. Ένα κείμενο στο οποίο καλώς ορίζω τους επισκέπτες στον νέο μου «ζωολογικό κήπο», όπως τον αποκαλώ… «Η νύχτα έχει πέσει και τα αστέρια λάμπουν στον ουρανό, τα ζώα έχουν στήσει πάρτι ξέφρενο στην ακροθαλασσιά και με καλούν!»

Και από αυτά τα λόγια έχουν περάσει 10 χρόνια…! Ε, λοιπόν, δεν το κρύβω. Είμαι συγκινημένος. Στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας το μικροσκοπικό αυτό ζωολογικό blog (που στην αρχή διάβαζαν τέσσερις-πέντε άνθρωποι) μεγάλωσε, επεκτάθηκε, άπλωσε ρίζες και κλαδιά, έκτισε μια σελίδα που μετράει κάμποσους χιλιάδες ακόλουθους και έκανε πολλούς φίλους… και μαζί με αυτό αναπτύχθηκε και ο δημιουργός του. Μόλις 27 χρονών στο ξεκίνημά του, δίχως να ξέρω καλά-καλά τι γράφω και ποια θεματολογία θα ακολουθήσω, κατέληξα στην πορεία να οριοθετήσω μια εικόνα, ένα ύφος και ένα στυλ για το «Φονικό Κουνέλι» – που το καθιστούν ιδιαίτερο. Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχουν άλλα ιστολόγια εκεί έξω που έχουν δεκάδες συντάκτες και (ως επακόλουθο) διαβάζονται περισσότερο και από περισσότερο κόσμο – μου αρκεί που γνωρίζω πως το προσωπικό αυτό εγχείρημά μου έχει τη δική του μοναδική ταυτότητα και πως οι αναγνώστες και θαμώνες του κέρδισαν πολλά συχνάζοντας στα λημέρια του. Μα και το γεγονός πως εξελίχθηκα ο ίδιος μέσα από τις ψηφιακές του σελίδες.



Ένα αφιέρωμα στον Τελευταίο Πειρασμό του Νίκου Καζαντζάκη - παρουσίαση από το φονικό κουνέλι
Καβαμπάτα, το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς... παρουσίαση από το φονικό κουνέλι
Τα Καπρίτσια του Φρανθίσκο Γκόγια, ένα αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι
Ξωτικά και Στοιχειά της Ιρλανδίας, του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς
Καραγάτσης, Σμύρνη, το Όνειρο του Καφενέ... ένα διήγημα. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Κάποιοι εξωτερικοί παρατηρητές (και όχι θαμώνες) συγχέουν το «Κουνέλι» με άφθονα άλλα site και σελίδες «δημοσιογραφικού» καλλιτεχνικού περιεχομένου. Μα δεν έχω σχέση με αυτά, πέραν ίσως κάποιας κοινής θεματολογίας. Το Κουνέλι δεν είναι εφημερίδα, δεν είναι περιοδικό, και δεν είναι σελίδα «κριτικής». Συνιστά ένα προσωπικό δημιουργικό εγχείρημα, τόσο σε γραπτό, όσο και σε εικαστικό επίπεδο. Ο δημιουργός του είναι ένας, απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο στους αναγνώστες του, αποτυπώνει τη δική του σκέψη και τα δικά του γούστα – και μέσα από το λαγούμι του αποπειράται τόσο να μοιραστεί, όσο και να εξελιχθεί ο ίδιος δημιουργικά.

Σαν να μην έφταναν αυτά, η δημιουργία ενός ολοένα επεκτεινόμενου κοινωνικού διαδραστικού δικτύου – ο λόγος για τη «Φωλιά» του Κούνελου στο Facebook, και τους όμορφους ανθρώπους που συχνάζουν εκεί και με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή – αποκαλύπτουν μια άλλη πτυχή του Κουνελιού. Γιατί πέραν της προσωπικής έκφρασης, η αλληλεπίδραση με όλους εκείνους που ζούμε σκόρπιοι εδώ κι εκεί, μα έχουμε τόσα να μοιραστούμε, υπήρξε ανέκαθεν καταλύτης της απόφασής μου να γράψω στο διαδίκτυο. Δεν με ενδιαφέρει να κρύβομαι πίσω από μια οθόνη, ούτε να οικοδομώ εικονικές περσόνες. Η πρόκληση της επαφής με τους ανθρώπους που είναι «εκεί έξω» – με εσάς που διαβάζετε αυτή τη στιγμή – συνιστά ακρογωνιαίο λίθο της επιθυμίας μου να γράφω εδώ.

Και αν το Κουνέλι ακολουθήσει νέους δρόμους στο μέλλον – να είστε βέβαιοι, φίλοι, πως αυτά τα δέκα χρόνια υπήρξαν πολύ σημαντικά και όργωσαν το έδαφος προκειμένου να καρποφορήσει κάθε μελλοντική δημιουργική επιθυμία του υπογράφοντος τρωκτικού – εντός και εκτός διαδικτύου. Παρακαλώ, μείνετε συντονισμένοι.

Τι λέτε, λοιπόν; Πάμε να κάνουμε μια ανασκόπηση της δεκαετίας; Αυτό είναι ένα αφιέρωμα διαφορετικό από τα άλλα – επιτρέψτε μου λοιπόν την αυταρέσκεια να το αφιερώσω στον εαυτό μου και στις άπειρες μοναχικές ώρες που πέρασα, όλα αυτά τα χρόνια, προκειμένου να καταγραφτούν όλες οι εκατομμύρια λέξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό εδώ το ιστολόγιο.

Γιατί κατά βάθος η ιστορία κάθε συγγραφής είναι μια μοναχική ιστορία.



Ο Μυστικός Κήπος του Έρμαν Έσσε - σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι



Μια μικρή αναδρομή. Τα πρώτα χρόνια



Άντε να ξεχωρίσεις στιγμές τώρα. Υπάρχουν κείμενα εδώ μέσα στα οποία μοιράζομαι γνώσεις – και άλλα στα οποία μοιράζομαι συναισθήματα, μεταμφιεσμένα σε λόγο. Το Κουνέλι έγινε περισσότερο γνωστό για τα πρώτα – μα τα δεύτερα κατέχουν μια ιδιαίτερη σημασία για μένα. Αν τα πρώτα κείμενα μοιάζουν με ανοιχτές βιβλιοθήκες, τα δεύτερα θυμίζουν μικροσκοπικές προσωπικές φωλιές, καταχωνιασμένες στα άδυτα του λαγουμιού. Στα πρώτα κοιτάζω πέρα και έξω από μένα – και απευθύνομαι σε όλους τους επισκέπτες της κουνελοφωλιάς. Στα δεύτερα κοιτάζω μέσα μου – και απευθύνομαι σε λίγους, πολύ λίγους.

Μα στο ξεκίνημα του blog, το καλοκαίρι του 2009, αυτά δεν είχαν ακόμα διαφανεί. Έφτιαξα το ιστολόγιο μεν, μα δεν είχα ιδέα ποια θα είναι η θεματολογία του. Το πρώτο μάλιστα κείμενο που κατέθεσα, μετά το καλωσόρισμα, δεν δίστασε να μπει στα βαθιά – και στα δύσκολα: το θέμα του ήταν οι ελληνίδες γυναίκες.


Πυρ, Γυνή και ελληνική Θάλασσα


Άτιμο κουνέλι, που πας και χώνεις τη μουσούδα σου. Μα το έκανα – και δεν σας κρύβω πως εξακολουθώ να ταυτίζομαι και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, με την πλειοψηφία των θέσεων που ανέπτυξα στο κείμενο. Σύμφωνοι, η γλώσσα του μοιάζει υπερβολικά «χύμα» για τα τωρινά μου δεδομένα, ενώ εδώ κι εκεί θα συναντήσεις ορισμένες απλουστεύσεις – ή και ορισμένους δισταγμούς να μιλήσω με μεγαλύτερο σθένος. Μα εξακολουθώ να ταυτίζομαι με αποσπάσματα σαν αυτό:

«Τι να γίνει, εδώ δυστυχώς υπάρχει το στίγμα της "πουτάνας". Για το οποίο τεράστιο μερίδιο έχουν οι δικοί μας φυσικά, οι άντρες, και η αντίληψη που έχουν καλλιεργήσει για τις γυναίκες. Έλεος, μια γυναίκα με σεξουαλικές ορμές, που τις αναγνωρίζει, δεν είναι πουτάνα. Είναι άνθρωπος, όπως εσύ, ηλίθιε κάφρε. Τέτοιες ηλιθιότητες έχουν κάνει τις γυναίκες μας τόσο διχασμένες και αιώνια σ’ ένα ατελείωτο μπέρδεμα. Είτε φαντασιόπληκτες που περιμένουν να βρουν τον "τέλειο". Είτε χυδαίες, ανώριμες τύπισσες, που κάνουν τα πάντα για την ικανοποίησή τους, αδιαφορώντας για τα συναισθήματα του άλλου (ασθενές φύλο και κουραφέξαλα). Αλλά τι να λέμε τώρα. Εδώ όταν οι γονείς μας ήταν νέοι υπήρχε ακόμα ο θεσμός της προίκας. Δεν υπήρχαν στην Αγγλία ή στη Γερμανία κάτι τέτοια 40 χρόνια πριν, γι' αυτό και οι γυναίκες εκεί έχουν άλλες αντιλήψεις.»

Τι τα θες – μεγάλο θέμα. Κάποια χρόνια μετά κατέθεσα στο blog μια άτυπη «συνέχεια» του κειμένου – στην οποία γίνομαι περισσότερο αναλυτικός και τρίζω περισσότερο τα δόντια μου. Μου αρέσει περισσότερο αυτή η συνέχεια – είναι πιο τολμηρή και καλογραμμένη. Μα αφήνω στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη να την εντοπίσει μόνος του.



Αγαπούμε το φονικό κουνέλι



Τον πρώτο καιρό, που λέτε, έγραφα εντελώς ελεύθερα, δίχως να ακολουθώ κάποια θεματική. Τη μία εξέφραζα τη γνώμη μου για τις γυναίκες ή τα κινητά τηλέφωνα ή τις πυρκαγιές, την άλλη μοιραζόμουν σκίτσα μου, την τρίτη μιλούσα για κάποιο ταξίδι ή κάποιο μουσικό συγκρότημα. Η γλώσσα μου δεν υπήρξε ιδιαίτερα προσεγμένη, το ύφος έμοιαζε σχεδόν προφορικό σε σημεία, τα σημεία στίξης συχνά απουσίαζαν, ενώ δεν δίσταζα να πετάω, μεταξύ των λέξεων, και emoticons! Μα ήταν κάτι που έκανα ίσα για να περνάει η ώρα και να με διαβάζουν 15-20 άνθρωποι – αυτό ήταν όλο. Και ήταν όμορφες εκείνες οι μέρες, δροσερές και ανάλαφρες – τις θυμάμαι με ευχαρίστηση. Περνούσα καλά και αυτό φαίνεται σε όλα εκείνα τα παλιά κείμενα. Τα επόμενα χρόνια, όταν και άρχισα να αναπτύσσω περισσότερο τον γραπτό μου λόγο, υπήρξαν δυσκολότερα από συναισθηματική άποψη για μένα – πράγμα που μας οδηγεί σε ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα περί τέχνης και έκφρασης.

Μέχρι που φτάσαμε σε μια πολύ σημαντική στιγμή. Είχαν περάσει δύο μήνες από τη δημιουργία του blog (και καμιά εικοσαριά κείμενα), όταν κατέθεσα το πρώτο μέρος από το «Αφιέρωμα στο Gothic»:


They come out when it’s dark… Ένα αφιέρωμα στο Gothic



Ένα τερατάκι ενός καθεδρικού ναού



Αυτό ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Υπήρξε το πρώτο από τα αφιερώματά μου και η πρώτη φορά που καταπιάστηκα στο ιστολόγιο με μια αναλυτική μελέτη για την ιστορία των τεχνών. Το ύφος εδώ αλλάζει και ο λόγος πασχίζει να ακολουθήσει – έστω, κάπως άτσαλα σε σημεία. Με είχε απορροφήσει τόσο το συγκεκριμένο αφιέρωμα τον καιρό εκείνο που το έγραφα, που είχα φτάσει να τροποποιήσω ανάλογα το φόντο και την αισθητική του blog – παραπέμποντας σε κάποιο σκοτεινό και αρχέγονο γοτθικό περιβάλλον, που θα μπορούσε να είναι βγαλμένο από τον ίδιο τον «Οίκο των Άσερ» του Πόε.

Το αφιέρωμα ξεκίνησε από τη μελέτη της «γοτθικής» τέχνης και εξελίχθηκε σε μια αναλυτική παρουσίαση της goth μουσικής και υποκουλτούρας – εμβαθύνοντας μάλιστα στα παρακλάδια της industrial και ηλεκτρονικής darkwave σκηνής. Η παρουσίαση διήρκεσε σχεδόν τέσσερις μήνες και χωρίστηκε σε πέντε συνέχειες. Συγκέντρωσε πολλά βλέμματα, συζητήθηκε εντός και εκτός διαδικτύου – και για πρώτη φορά το «Κουνέλι» έθετε το στίγμα του στον διαδικτυακό χάρτη.

Δεν το ολοκλήρωσα όμως. Ήθελα να επεκταθώ κι άλλο, τόσο με την ανάλυση της μεσαιωνικής και neofolk μουσικής, όσο και με τις σύγχρονες (από τα 90’s και έπειτα) εκφάνσεις της gothic rock σκηνής – μα κάπου είπα να βάλω μια άνω τελεία. Τελικά εξελίχθηκε σε κανονική τελεία. Δεν πειράζει – παρά τις ατέλειες του αφιερώματος (σίγουρα θα άλλαζα κάποια πράγματα αν το έγραφα ξανά απ’ την αρχή), παραμένει ένα ορόσημο για μένα. Ήταν η πρώτη καλλιτεχνική παρουσίαση που έκανα στο blog – και η πρώτη φορά που έγινε εκείνο το “crossover” ανάμεσα στις τέχνες, το οποίο έμελλε να κάνω πολλές ακόμα φορές στο μέλλον.

Το «Κουνέλι» είχε αρχίσει σταδιακά ν’ αποκτάει κάποια ταυτότητα. Και ένα μέρος αυτής της ταυτότητας ήταν η διαφορετικότητά του – ειδικά απέναντι στο πλήθος των «ειδησεογραφικών» blogs. Όχι, δεν ασχολούμαι με την «επικαιρότητα», παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Με ενοχλεί η προσκόλληση στην επικαιρότητα, διότι μου μεταδίδει μια μυρωδιά εφημερίδας – και χρόνου που περνάει και ανθρώπων που τρέχουν να προλάβουν το τρένο. Και σε αυτό εδώ το κείμενο, γραμμένο στις αρχές του 2010, λίγο πολύ ξεκαθαρίζω τη θέση μου. Μια θέση στην οποία έμελλε να μείνω πιστός, πέρα και μακριά από τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης:

«Εδώ δεν έχει θέση η δυστυχία του έξω κόσμου. Όχι γιατί δεν την αναγνωρίζω ως υπαρκτή - κάθε άλλο. Όταν ωστόσο αυτή μετατρέπεται σε ένα ακόμα παράθυρο, σε έναν ακόμα πηχυαίο τίτλο, τότε ξέρεις πως η δυστυχία έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα, έτοιμο να εντυπωσιάσει και να πουλήσει. Να ξεδιψάσει τον κόσμο, που απαγκιστρώνεται από τη μιζέρια των άλλων σάμπως νιώσει καλύτερα ο ίδιος.»






Και συνεχίζουμε. Τον Μάρτιο του 10 κατέθεσα ένα κείμενο, στη θεματική του οποίου θα ήθελα πολύ να επεκταθώ κάποια στιγμή – μα δεν έχω βρει ακόμα τον χρόνο. Ο λόγος για την «σκοτεινή» πλευρά των παραμυθιών.


Enter the dark fairy tale… Από τους Dirty Granny Tales στην Αλίκη


«Το παραμύθι είναι μια στιγμή του Μύθου, η οποία αφηγείται μια ιστορία συνήθως διδακτικού περιεχομένου και η οποία θεωρητικά προορίζεται για τα παιδιά. Αντλεί το υλικό του από την άβυσσο του συλλογικού ασυνειδήτου, αναπλάθοντας εικόνες αρχέτυπα και μεταδίδοντας τη γνώση γενεών. Εμπεριέχουν μια άποψη ηθικής, δεν είναι όμως ηθικοπλαστικά ούτε συμβαδίζουν με αυτό που θεωρούμε εμείς απαραίτητα ηθικό. Μπορούμε να μάθουμε πολλά από τα παραμύθια.»

Μακάρι να βρω τον χρόνο να επεκταθώ κάποια στιγμή – έχοντας συγκεντρώσει τις γνώσεις των τελευταίων χρόνων. Η κουνελοφωλιά θα φορέσει τα γιορτινά της πάλι!

Οι αναρτήσεις-αφιερώματα έδειχναν τον δρόμο που θα ακολουθούσα στο μέλλον. Μα ήταν ακόμα λίγες. Στην πλειοψηφία τους τα κείμενα του Κουνελιού παρέμεναν καταθέσεις άποψης, για το ένα ή το άλλο θέμα. Αυτό το κείμενο ανήκει σε εκείνα που ξεχωρίζω από εκείνη την εποχή:


Τι κρύβεται στο στοιχειωμένο σπίτι;


Μη σας παραπλανεί ο τίτλος. Το θέμα του είναι το χάσμα φαντασίας μεταξύ του μέσου ενήλικα – και των παιδιών. «Σκεφτείτε λίγο. Πόσα παιδιά νιώθουν αυτό που λέμε “βαρεμάρα”; Γιατί το “βαριέμαι” μετατρέπεται σε μία από τις βασικές λέξεις στο λεξιλόγιο κάποιου ενώ μεγαλώνει; Μεγάλωσε και διαπίστωσε πως ο κόσμος έξω από αυτόν απλά δεν έχει ενδιαφέρον πια; Όλα έχουν μπει σε μια σειρά, σε μια τάξη, τα ονόματα για καθετί έχουν δοθεί, τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει, μένει να ζήσουμε τη ζωή μας όπως μπορούμε πια σε αυτόν τον κόσμο που όλα έχουν τη θέση του, σαν πιόνια σε σκακιέρα.

»Πρόσεξε φίλε μου όμως, μη δεις και τον εαυτό σου στην σκακιέρα ξαφνικά. Και το χέρι που κινεί τα πιόνια δεν είναι το δικό σου.»


Όταν αποφάσιζα να επιδοθώ σε κάποιο αφιέρωμα, το αποτέλεσμα έτεινε να γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο σε έκταση. Ιδού, λοιπόν, ένα μουσικό αφιέρωμα για τα 100 αγαπημένα μου άλμπουμ της δεκαετίας του 2000! – το πρώτο μέρος από τα δύο. Ναι, τον καιρό εκείνο η μουσική διαδραμάτιζε σαφώς σημαντικότερο ρόλο όσο αφορά τα περιεχόμενα του blog – ειδικά οι πιο ροκ πτυχές της. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου – ή της τζαζ.


The 00’s: Τα 100 αγαπημένα άλμπουμ της δεκαετίας, μέρος 1


Τέλη του 2011, κι ενώ είχαμε μπει για τα καλά στη μέγγενη της οικονομικής κρίσης, κατέθεσα αυτό εδώ το κείμενο, τιτλοφορούμενο «Τα Θετικά της Οικονομικής Κρίσης [ή How I Stopped Worrying about the Εconomic Bomb]». To διαβάζω πάλι σήμερα και το απολαμβάνω το ίδιο: «Είναι πάντα ωραίο εκεί που ο άλλος περιμένει από σένα να βρίσκεσαι μέσα στη μιζέρια να τον διαψεύδεις! Με άλλα λόγια, και για να γίνω περιεκτικός: Να πάτε να γαμηθείτε όλοι σας. Η κατάσταση είναι σκατένια, ναι, αλλά δεν θα γίνουμε η αντανάκλαση της γενικευμένης μιζέριας που τόσο επιθυμείτε να δείτε πάνω μας! Δεν την προκαλέσαμε και δε θα φορέσουμε και μεις τη σάπια μάσκα σας – αυτή φτιάχτηκε για να εφαρμόζει στα δικά σας χοντροκέφαλα...»

Μιλώντας για απόλαυση… Ελάχιστα αφιερώματα ευχαριστήθηκα τόσο πολύ, όσο το ακόλουθο, αγαπητοί μου! Βρισκόμαστε στις αρχές του 2012, όταν αποφάσισα να πάρω τη χρονομηχανή μου και ν’ αποβιβαστώ στα άδυτα της πολύχρωμης και παλαβής δεκαετίας του 80! Το αποτέλεσμα ήταν εξίσου πολύχρωμο και ιδιαίτερο:


Τότε και Τώρα… Μια σύγκριση με τη Δεκαετία του 80, μέρος 1



Τότε και τώρα... μια αναδρομή στη Δεκαετία του 80, από το φονικό κουνέλι



Στο κείμενο επιχειρώ να εμβαθύνω σε όλες τις πτυχές της δεκαετίας: από την πολιτική στον τρόπο ζωής, από τη μουσική στα video games, από τον περιοδικό τύπο στη μόδα… Σκοπός μου ήταν να αποτυπώσω, όσο γίνεται περιεκτικά σε δυο συνέχειες, τον αέρα εκείνης της εποχής – και να συγκρίνω με τις μέρες μας. Προσκαλώ τον φίλο αναγνώστη που δεν έτυχε να το διαβάσει μέχρι τώρα, να το κάνει. Μεταξύ άλλων, θα το χαρακτήριζα ως το απόλυτο “crossover” αφιέρωμα, μεταξύ όλων όσων έχω επιχειρήσει ως τώρα. Μόνη που καταλαμβάνει μικρό σχετικά χώρο εδώ είναι η λογοτεχνία – μα θα ερχόταν η σειρά της. Είναι παράξενο για κάποιον που έμαθε το «Κουνέλι» στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων, κυρίως μέσα από τα λογοτεχνικά του αποσπάσματα – μα τον καιρό εκείνο η λογοτεχνία συνιστούσε ένα μικροσκοπικό μόνο μερίδιο του περιεχομένου του.

Βρισκόμαστε στα μισά του 2012 και σκέφτηκα να καταθέσω μια χιουμοριστική-σατιρική ανάρτηση με θέμα της… το Facebook. Ναι. Βρισκόμαστε στην εποχή που το Facebook είχε αρχίσει πια να παίρνει τα ηνία και να μετασχηματίζεται στο κυρίαρχο κοινωνικό δίκτυο των καιρών – μα ο ίδιος το αντιμετώπιζα με μια σχετική περιφρόνηση. Δεν ήταν τόσο το ίδιο το μέσο που περιφρονούσα – όσο οι κυρίαρχες συνήθειες και τάσεις μιας σημαντικής μερίδας του κόσμου εκεί μέσα. Ε, λοιπόν, σε αυτό το κείμενο, διανθισμένο από πλήθος «αποκλειστικά σχεδιασμένων» εικόνων, δεν αφήνω τίποτα όρθιο. Παρακαλώ, εσείς όλοι που ανακαλύψατε το «Κουνέλι» μέσω του Facebook – διαβάστε αυτό το κείμενο. Νομίζω στέκει το ίδιο καλά και στις μέρες μας – μη πω και περισσότερο:


Μια εναλλακτική ματιά στο Facebook!



Βαθυστόχαστο ρητό για να μοιράζεσαι στα κοινωνικά δίκτυα
Τα πρώτα του λογάκια... μια παρωδία του Facebook




Κάποια από τα κείμενα που κατέθεσα υπήρξαν τον παλιό καιρό πολύ δημοφιλή, όσο αφορά τις μηχανές αναζήτησης. Το δημοφιλέστερο ήταν η «Ερωτική Εξομολόγηση». Ένα βαθιά προσωπικό κείμενο στο οποίο εξομολογούμαι τον ειλικρινή έρωτά μου, με λόγια βαθιά και τρυφερά… μα ας μη το χαλάω. Μπορείτε να το δείτε και μόνοι σας. Έσπασα πολύ πλάκα όταν ανακάλυψα πως τον καιρό εκείνο αρκετός κόσμος ανακάλυπτε το blog μέσα από το συγκεκριμένο κείμενο.


Ερωτική Εξομολόγηση


Έχουμε πλέον μεταβεί στο 2013 – και ο υπογράφων Κούνελος μεταξύ άλλων καταθέτει εβδομαδιαίες μουσικές εκπομπές στο διαδικτυακό Cr Radio. Ήταν μια πολύ όμορφη κατάσταση που διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια (από το 2012 ως το 2015) και άφησε πίσω της βραδιές ξέχειλες μουσική και κουβεντούλα με τους ακροατές. Φυσικά, οι εκπομπές δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν χαρακτήρα αφιερώματος – όπως η ακόλουθη:


Η Ιστορία του Ρεμπέτικου – από το φονικό κουνέλι



Το Ρεμπέτικο και η ιστορία του... Ραδιοφωνική παρουσίαση από το φονικό κουνέλι
Η ιστορία της μουσικής Φανκ, ραδιοφωνική παρουσίαση από το φονικό κουνέλι
Αφίσα για τη μουσική εκπομπή του φονικού κουνελιού
Η μουσική διαδρομή του Tom Waits, ραδιοφωνική παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Αχ, αγαπητοί μου! Μου έλλειψε η φάση με το ραδιόφωνο. Μείνετε συντονισμένοι όμως! Πολύ σύντομα θα έχουμε ευχάριστα νέα…!

Καλοκαίρι του 13 – και μια σημαντική νέα παρουσίαση κάνει την εμφάνισή της:


Η Τέχνη του Εικοστού Αιώνα… Το Νταντά


Είχαμε πια μεταβεί στην περίοδο που αποφάσισα να εμβαθύνω περισσότερο στην ιστορία της τέχνης – και ειδικότερα, της ζωγραφικής, εκμεταλλευόμενος τα ερεθίσματα που είχα αποκομίσει στα χρόνια των δεύτερων σπουδών μου. Και, μεταξύ όλων των καλλιτεχνικών κινημάτων, εκείνο στο οποίο αποφάσισα να καταφύγω πρώτα ήταν το κίνημα που πήγε κόντρα σε όλα τα κινήματα – το Νταντά. Όπως περιγράφω στο κείμενο:

«Το Νταντά ξεπήδησε από τις στάχτες του πολέμου. Ήταν η παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία και στην αθωότητά της, μα και μια ριζοσπαστική μορφή αντίδρασης. Διακήρυττε την καταφυγή στο ά-λογο, αντανακλώντας τον παραλογισμό της μαζικής ανθρωποσφαγής, μα πηγαίνοντας κόντρα σε αυτήν. Ο εργαλειακός νους είχε αποτύχει - ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε την νόησή του στα πλαίσια της καταστροφής, σχεδίαζε όπλα και επιθέσεις, η λογική εξυπηρετούσε τον σκοπό της δύναμης, είχε μετατραπεί σε υπηρέτη που έσκυβε ευλαβικά το κεφάλι στους αφέντες, στο φονικό ζεύγος του Εθνικισμού και της Επέκτασης. Στον ψυχρό, ορθολογικό υπολογισμό της μαζικής καταστροφής πήγε κόντρα το Νταντά, προτάσσοντας το ελεύθερο, το αυθόρμητο, το μη-νόημα σε μια εποχή που είχε χάσει κάθε νόημα. Ο ορθός λόγος είχε αποτύχει. Ζήτω το Νταντά!»

Μεταξύ των ιδιαίτερων αναρτήσεων εδώ στο blog, καταλαμβάνουν θέση και οι αναρτήσεις ταξιδιωτικού περιεχομένου: είτε μιλάμε για εξορμήσεις σε ελληνικά νησιά, είτε στο εξωτερικό, θα βρει κανείς κάποια χαρακτηριστικά αφιερώματα, ξέχειλα φωτογραφίες και προσωπικές εντυπώσεις. Εδώ θα έλεγα πως το blog επανέρχεται στην αρχέτυπη μορφή του: εκείνη της ημερολογιακής καταγραφής εμπειριών. Ένα, λοιπόν, από τα ταξίδια που είχα την τύχη να κάνω και μοιράστηκα εδώ, ήταν το ταξίδι στη Φλωρεντία και τη Σιένα:


Il Kunelo Italiano – Firenze e Siena


Τι λέτε – όλοι εμείς οι θαμώνες της κουνελοφωλιάς… Είστε να οργανώσουμε ένα ταξιδάκι; Και δεν μιλάω καθόλου ρητορικά αυτή τη στιγμή.



Ιταλία, Σιένα



Μα όταν τα φώτα έχουν πέσει – όταν η καλοκαιρινή βραδιά αγγίζει τις μικρές της ώρες και απομένεις μόνος με τις σκέψεις σου… ίσως ταυτιστείς με κείμενα σαν το ακόλουθο. Όπως έγραψα στην αρχή: υπάρχουν κείμενα με τα οποία απευθύνομαι στους πολλούς – και κείμενα με τα οποία απευθύνομαι στους λίγους, στους πολύ λίγους. Το «Καλοκαίρι μας» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.


Το Καλοκαίρι μας


Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και οι «Κρύες Νύχτες, Ζεστά Ποτά»:

«Ξεκινάω να γράφω. Δεν γνωρίζω τι. Ξέρω μόνο τρία πράγματα: Πρώτον, η ανάρτηση θα βγει μεγάλη σε μέγεθος, πολύ μεγάλη. Σαν διήγημα ίσως. Δεύτερον, θα την κρατήσω αρκετό καιρό πρωτοσέλιδη στο blog. Τρίτον, θα περιλαμβάνει νυχτερινούς δρόμους, ξοδεμένα ποτά, μια γυναίκα σ' ένα μπαρ, εξομολογήσεις, ίσως και ένα σαξόφωνο να σκορπίζει νότες εδώ κι εκεί.

»Νομίζω θα είναι ένα αρκετά περίεργο κείμενο.»





Νουάρ ατμόσφαιρα / Noir foggy night



Κείμενο; Μπα… μάλλον κατάθεση θα το χαρακτήριζα. Σκέψεων, συναισθημάτων, απωθημένων, επιθυμιών, φαντασιώσεων. Ο αναστεναγμός ενός κυνικού. Ή ο χλευασμός ενός ονειροπόλου. Από εκείνα τα κείμενα που πρέπει να εκφορτίσεις από μέσα σου – όπως ξερνάς ένα ποτό μετά από μια νύχτα μεθυσιού. Από τις στιγμές που η γραπτή έκφραση λειτούργησε ιαματικά για μένα. Αν, φίλε αναγνώστη, αποφασίσεις να διαβάσεις το συγκεκριμένο κείμενο – ας είναι νύχτα και ας μην έχει κανένα θόρυβο, πέρα ίσως από κάποια μουσική τζαζ. Αλλιώς προσπέρασέ το.


Κρύες Νύχτες, Ζεστά Ποτά


Το τέλος του 2013 επανέφερε τη «σκοτεινή πλευρά του μύθου» με ένα αφιέρωμα στην αγαπημένη μου εποχή του χρόνου: τα Χριστούγεννα! Οι «Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων» είχαν μάλιστα συνοδευτεί, τον καιρό εκείνο, με αντίστοιχη τετράωρη ραδιοφωνική παρουσίαση, ξέχειλη σκοτεινή a-la Tim Burton ατμόσφαιρα.


Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων



Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Όταν το Κουνέλι βρήκε τον ρυθμό του




Το 2014 υπήρξε μια σημαδιακή χρονιά – από πολλές απόψεις, ήταν η σημαντικότερη χρονιά στη δεκαετία του Κουνελιού. Οι λόγοι; 1) Αποφάσισα να εμβαθύνω ακόμα περισσότερο στον τομέα των καλλιτεχνικών αφιερωμάτων, με σημαντικά κείμενα για τον χώρο του κινηματογράφου και της ζωγραφικής. 2) Για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή της στο blog η λογοτεχνία – και σε λιγότερο από έναν χρόνο έμελλε να ταυτιστεί σχεδόν με το «Κουνέλι». 3) Έφτιαξα τη Σελίδα του Κουνελιού στο Facebook. Αυτό το τελευταίο έπαιξε καταλυτικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση της εικόνας του blog, όσο και στον πολλαπλασιασμό των αναγνωστών του.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως στο τέλος του 14, το Κουνέλι ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από εκείνο που υπήρξε στα πρώτα του χρόνια. Και πως, λίγο πολύ, η ακόλουθη πορεία του έθεσε τον καιρό εκείνο τις οριστικές της βάσεις.

Η πρώτη κινηματογραφική παρουσίαση που έκανα αφορούσε έναν εκ των αγαπημένων μου σκηνοθετών. Ο λόγος φυσικά για τον άρχοντα του σασπένς, Άλφρεντ Χίτσκοκ, και τις «25 καλύτερες ταινίες του». Θυμάμαι ήταν Χριστούγεννα, νύχτα, σβησμένα φώτα, κι εγώ να βλέπω τη μία ταινία μετά την άλλη, επιθυμώντας να χωρέσω όσο το δυνατόν περισσότερες στο αφιέρωμα – ωραίες καταστάσεις.


Οι 25 (και μία) καλύτερες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ (μέρος 1)



Οι καλύτερες ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ, ένα αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι



Λίγο καιρό μετά 14 κατέθεσα ένα κείμενο που ανήκει σε μια κατηγορία από μόνο του – κυριολεκτικά, δεν υπάρχει όμοιό του στο διαδίκτυο. Ονομάζεται «Περιοδικά των Μοντέρνων Καιρών». Πρόκειται για μια σατιρική, επί της ουσίας, παρουσίαση, στην οποία σκέφτηκα να επιστρατεύσω τις γραφιστικές μου γνώσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά σύγχρονων περιοδικών που θα μπορούσαν να καταλαμβάνουν χώρο στα περίπτερα – αν ζούσαμε σε έναν περισσότερο ειλικρινή με τον εαυτό του κόσμο!

Περιοδικά των Μοντέρνων Καιρών



Περιοδικά των Μοντέρνων Καιρών... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Το ακόλουθο σύντομο πολιτικό κείμενο σε γενικές γραμμές αντανακλά την άποψή μου γύρω από το «νόημα της πολιτικής» - και τον λόγο για τον οποίο δυσπιστώ απέναντι σε κάθε επίδοξο «σωτήρα». Η παραπομπή στο “V For Vendetta” ασφαλώς δεν είναι τυχαία.


Το νόημα της πολιτικής



V for Vendetta artwork



«Πράγμα περίεργο, πάντα κάποιοι άλλοι αναλαμβάνουν να μιλήσουν για σένα. Να αντιπροσωπεύσουν τα δικαιώματά σου. Να εκφράσουν τις επιθυμίες σου, να τις υλοποιήσουν, σαν τζίνια στο λυχνάρι. Και συ τι κάνεις; Τρίβεις το λυχνάρι, μια ζωή. Πάντα λίγοι θα μιλούν για σένα, γιατί ο ίδιος τους αφήνεις. Γιατί νιώθεις μικρός κι ασήμαντος - τα κοινωνικά ζητήματα είναι πολύ μεγάλα για σένα, η πολιτική είναι κάτι ξένο, αφιλόξενο, ενοχλητικό, περίεργο. Ένας σκοτεινός κόσμος με σκιές που φωνάζουνε αδιάκοπα…

»Δες όμως - είσαι εσύ εκείνος που κραδαίνεις τον φακό. Εσύ γεννάς εκείνες τις σκιές.»



«Το Γράμμα του Καμύ στην Ελένη Καζαντζάκη» υπήρξε η πρώτη παρουσίαση με λογοτεχνικό θέμα στο blog – και δεν είναι τυχαίο που συνέπεσε με τη δημιουργία της Σελίδας του Κουνελιού στο Facebook. Τα λογοτεχνικά κείμενα όχι μόνο θα πολλαπλασιάζονταν στη συνέχεια, μα τελικά έμελλε να καταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της σελίδας και του blog – καθώς και του ελευθέρου χρόνου μου. Ομολογώ χαίρομαι που το πρώτο εξ’ αυτών σχετίζεται με δύο από τους αγαπημένους μου λογοτέχνες.

Όσο αφορά τη Σελίδα στο Facebook; Ομολογώ έπαιξε τεράστιο ρόλο στην επέκταση του Κουνελιού και στην εξάπλωσή του σε ένα ευρύτερο κοινό. Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως η Σελίδα συνιστά τον κοινωνικό προμαχώνα του Κουνελιού. Αν το blog είναι ένα πολυδαίδαλο Λαγούμι, η Σελίδα είναι η αυλή και το πάρκο που το περιβάλλει – και στην οποία μαζεύονται οι επισκέπτες και περαστικοί. Εκεί πλέον συχνάζουν οι περισσότεροι από τους φίλους και θαμώνες, εκεί συχνάζω και ο ίδιος όταν επιθυμώ να επικοινωνώ αμεσότερα με τον ευρύτερο κόσμο.

Η Σελίδα στο Facebook έχει μια σχεδόν αυτόνομη ύπαρξη από το blog, με μικρές προσωπικές αναρτήσεις και αποσπάσματα κειμένων που θα βρείτε μόνο εκεί. Παρέχει μεγαλύτερη αμεσότητα και δυνατότητα συμμετοχής του κόσμου. Θα έλεγα πως φυλάω τα «μεγάλα» για το blog και τα μικρότερα και συντομότερα για τη Σελίδα – με το blog πάντα όμως να συνιστά τον προσωπικό μου πυρήνα, τη βάση και το εφαλτήριο. Το Facebook έχει τα θέματά του, μα προς το παρόν παραμένει το μεγαλύτερο κοινωνικό δίκτυο – το εκμεταλλεύομαι, λοιπόν, για να ερχόμαστε σε επαφή μεταξύ μας. Και λέγοντας «επαφή» μιλάω απολύτως κυριολεκτικά. Η διαδραστική «Φωλιά του Κούνελου» το αποδεικνύει.

Το «Ξέφρενο Πάρτι του Πικάσο» υπήρξε μια ιδιαίτερα δημοφιλής ανάρτηση, στην οποία ομολογώ διασκέδασα πολύ και ο ίδιος. Δεν σας κρύβω πως η εποχή της παρισινής Μπελ Επόκ με γοητεύει βαθιά – αυτό το κείμενο ήταν ένας μικρός φόρος τιμής σε μια γιορτή, στην οποία θα μπορούσαμε «να ήμασταν κι εμείς εκεί».



Το ξέφρενο πάρτι του Πικάσο, προς τιμήν του Ανρί Ρουσσώ



«Ο κόσμος άρχισε να καταφτάνει χαρούμενος στο πάρτι. Μεταξύ άλλων, ήταν εκεί ο συνεργάτης του Πικάσο, Ζωρζ Μπρακ, ο συγγραφέας και ποιητής Γκιγιώμ Απολλιναίρ, η Γερτρούδη Στάιν και ο Ρουμάνος γλύπτης Μπρανκούζι. Μα και πλήθος άλλων, που έβλεπαν κόσμο, φώτα (και, πιθανότατα, ποτό) και έλεγαν «πάμε και μεις!». Ο Πικάσο είχε καλέσει τη μισή Μονμάρτρη.

»Τα παρατράγουδα δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους! Ο Πικάσο είχε τόσο αγχωθεί που θα δειπνούσε σπίτι του ο Ρουσσώ, που έδωσε κατά λάθος άλλη διεύθυνση στο εστιατόριο από το οποίο παρήγγειλε τα φαγητά. Είχε καλέσει τόσο κόσμο, μα δεν είχανε να φάνε! Τα φαγητά τελικά έφτασαν... την επόμενη μέρα το πρωί. Το πάρτι κινδύνευε να μετατραπεί σε φιάσκο, ωστόσο ορισμένοι ηρωικοί συμμετέχοντες αποφάσισαν να φτιάξουν φαγητό οι ίδιοι. Έτσι έκανε λοιπόν η Ολίβιε (η κοπέλα του Πικάσο), μαγειρεύοντας «riz à la valencienne» - ισπανικό ρύζι με κοτόπουλο και θαλασσινά, ενώ η Γερτρούδη Στάιν άρχισε να περιφέρεται στα κοντινά μαγαζιά, σε αναζήτηση διάφορων εδεσμάτων και σνακ της τελευταίας στιγμής.»


Κάπως έτσι, λοιπόν, έφτασε η ώρα για τα «100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής». Μια παρουσίαση σε τέσσερις συνέχειες που συνιστά από μόνη της ένα μικρό ορόσημο της παρουσίας του Κουνελιού στο διαδίκτυο. Νομίζω πως η συγκεκριμένη σειρά αφιερωμάτων ήταν εκείνη που κατέδειξε πως το Κουνέλι ήταν πια κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν πια ένα προσωπικό blog, ούτε μια σελίδα που αναπαράγει αναρτήσεις καλλιτεχνικού περιεχομένου – μα ένα αμιγώς δημιουργικό εγχείρημα, ένα είδος προσωπικού πνευματικού και καλλιτεχνικού project, το οποίο θα μπορούσα να παρομοιάσω με σκάψιμο λαγουμιών μέσα στη γη. Όλο και βαθύτερα, όλο και βαθύτερα. Και όσο πιο βαθιά σκάβεις, όσο περισσότερο χώνεσαι στη γη… τόσο μακρύτερα στ’ αστέρια καταλήγεις να πετάς.


100 Έργα ορόσημα στην ιστορία της Ζωγραφικής... μέρος 2. Από το φονικό κουνέλι



«Η ζωγραφική εμπεριέχει την απάντηση στο ερώτημα που δεν γίνεται να θέσουμε – καθώς, τη στιγμή εκείνη που το θέτουμε, το ερώτημα μεταμορφώνεται, αλλάζει, μετατρέπεται σε κάτι άλλο. Μας κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα, υψώνει λίγο την αέρινή του φούστα, σα νύμφη του δάσους, σαν Αφροδίτη στο Κοχύλι, αφήνοντάς μας να πάρουμε ίσα μια σύντομη ματιά από το κάλλος που κρύβεται από κάτω, κι έπειτα φεύγει, τινάσσοντας τα πόδια της χορευτικά.»

Τα κόμικς υπήρξαν ανέκαθεν μια από τις μικρές χαρές και αδυναμίες μου – μακάρι να μπορούσα να διαθέσω ακόμα περισσότερο χρόνο, ώστε να συμπεριλάβω περισσότερα εδώ στο blog, πόσο μάλλον να σχεδιάσω ο ίδιος. Τον καιρό, μάλιστα, που έφυγε ο φοβερός εκείνος σκυλάκος, ο Λουκάνικος, από τη ζωή, είχα συγκινηθεί τόσο που αποφάσισα να καταθέσω ένα μικρό αυτοσχέδιο κόμικ, ως φόρο τιμής. Μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:


Ο Δρόμος… Ένα κόμικ για τον Λουκάνικο



Ο Δρόμος... ένα κόμικ για τον Λουκάνικο, από το φονικό κουνέλι



Το ακόλουθο κείμενο θα μπορούσα να το παρομοιάσω με ένα είδος «μανιφέστου». Ή με κάλεσμα στα όπλα. Ή με φτύσιμο στα μούτρα. Ή με ωδή στη φαντασία και τη δημιουργικότητα.


Ε, εσύ. Σε σένα μιλάω, ναι


«Και τι έγινε με το πέρασμα των χρόνων, για πες μου. Πως κατάφερες και τετραγώνισες τον κύκλο; Πως μπόρεσες και χώρεσες τη θάλασσα σε ένα τόσο δα ενυδρείο; Πως έγινες και συ ένα ψάρι όπως όλα, κολυμπώντας σε καλά περιορισμένα όρια, όρια που έγιναν ο κόσμος σου; Πως γίνεται και έσβησες τα σκοτεινά σημεία απ’ τον χάρτη, διατηρώντας μόνο όσα σου φαίνονται οικεία;»

Να και μια παρουσίαση για έναν από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. «Όταν ο Τσέχωφ ανέβασε τον Γλάρο», στην οποία, μεταξύ άλλων, παρουσιάζω τη δημιουργική αλληλεπίδραση μεταξύ Τσέχωφ και Στανισλάφσκι – φανερώνοντας πως στην τέχνη ο καλύτερος τρόπος για να υλοποιηθεί το όραμα ενός, είναι να γίνει κοινό όραμα και κάποιου άλλου. Ίσως είμαστε όλοι ακατέργαστα πετρώματα, γυρεύοντας εκείνον τον μεταλλουργό που θα αναδείξει το χρυσάφι από την πέτρα μας…



Ο Τσέχωφ και ο Γλάρος / Anton Chekhov and a Seagull



«Ένα τέτοιο ακατέργαστο πέτρωμα ήταν ο Άντον Τσέχωφ. Έκρυβε μέσα του πολύτιμο χρυσάφι, μα χρειαζόταν εκείνον που θα τον βοηθούσε να το αναδείξει. Έναν ειδήμονα στην τέχνη της μεταλλουργίας, θα μπορούσαμε να πούμε. Τον άνθρωπο εκείνον που θα συλλάμβανε την έκταση του οράματός του, θα επικοινωνούσε σε έναν κοινό γλωσσικό κώδικα μαζί του, θα φανέρωνε στον κόσμο τον χρυσό που ακτινοβολεί πίσω απ’ την πέτρα. Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν Κονσταντίν Στανισλάφσκι.»

Όσο εμβάθυνα στις λογοτεχνικές παρουσιάσεις, τόσο συνειδητοποίησα πως μπορώ να αναπροσαρμόζω το ύφος της παρουσίασης ανάλογα με τον συγγραφέα και το έργο. Πουθενά αλλού δεν έγινε τόσο φανερό αυτό όσο στη διπλή παρουσίαση για τους περίφημους «Τροπικούς» του Χένρι Μίλερ.


Επιστροφή στον Τροπικό του Καρκίνου



Επιστροφή στον Τροπικό του Καρκίνου... ένα αφιέρωμα στο βιβλίο του Χένρι Μίλερ από το φονικό κουνέλι



Από εκείνα τα κείμενα για τα οποία χαίρεσαι που γράφεις σε blog – και όχι σε κάποιο πολιτικά ορθό και υπερευαίσθητο κοινωνικό δίκτυο. Καλό το Facebook – μα μια τέτοια παρουσίαση θα ήταν αδύνατο να είχε γίνει εκεί. Όχι, οι «Τροπικοί» του Μίλερ δεν χωράνε ούτε στο φαινομενικά ανεξάντλητο και αχανές των σύγχρονων κοινωνικών δικτύων! Εξακολουθούν να φτύνουν στα μούτρα κάθε καθωσπρεπισμού, κάθε ευπρέπειας, κάθε σεμνότυφης ηθικολογικής παπαροσύνης.

«Αυτό δεν είναι βιβλίο που θα έκανες δώρο στον καθώς πρέπει φίλο σου, στην ηλικιωμένη θεία σου, στη μικρή σου ξαδέρφη, στο νοικοκύρη της διπλανής πόρτας ή σε μια ρομαντική, πονόψυχη ύπαρξη. Δεν είναι βιβλίο που θα συνιστούσε μέρος της διδακτέας ύλης στα σχολεία. Δε θα μετατρεπόταν σε πιασάρικες τηλεοπτικές διασκευές, ούτε θα διαφημιζόταν μεταξύ της σαπουνόπερας και των ειδήσεων, υπό τη συνοδεία μελιστάλαχτης μουσικής υπόκρουσης. Δεν είναι βιβλίο για το οποίο ένας λαός θα αισθάνεται «εθνικά υπερήφανος». Δεν είναι βιβλίο που υπηρετεί ιδανικά, ή εξυμνεί αρετές που δεν υπάρχουν – παρά φτύνει πάνω στα κουφάρια των αρετών που ψόφησαν.»

Μιλώντας για κείμενα-μανιφέστα… Τι παραπάνω να γράψω για το αφιέρωμα πάνω στη «Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού», βασισμένο ως ένα βαθμό στο έργο του Βίλχελμ Ράιχ. Για κάθε φασίστα που ελλοχεύει μέσα σε κάθε μικρό ανθρωπάκο της καθημερινότητας, η ακόλουθη μεγάλη παρουσίαση (σε δύο συνέχειες) αποτελεί την προσωπική μου απάντηση.


Ο Βίλχελμ Ράιχ και η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού (μέρος 2)



Ο Βίλχελμ Ράιχ και η μαζική ψυχολογία του Φασισμού... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



«Διαφέρεις μόνο σε ένα σημείο από τον πραγματικά σπουδαίο άνθρωπο: Ο σπουδαίος άνθρωπος υπήρξε κι αυτός κάποτε ένας πολύ μικρός Ανθρωπάκος, ανέπτυξε όμως μια πολύ σημαντική ιδιότητα: Αναγνώρισε τη μικρότητα και τη στενότητα των σκέψεων και των πράξεών του […]. Με άλλα λόγια, ο μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει. Συγκαλύπτει τη μικρότητα και τη στενομυαλιά του με ψευδαισθήσεις ισχύος και μεγαλείου, την ισχύ και το μεγαλείο άλλων. Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του. Θαυμάζει τις σκέψεις των άλλων, αλλά όχι τις δικές του. Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο το πιστεύει.»

Βρισκόμαστε καταμεσής του θερμότατου εκείνου πολιτικού καλοκαιριού του 15… αναμφισβήτητα την πιο πολιτικοποιημένη από όλες τις πρόσφατες περιόδους – όπου και εδώ στο Λαγούμι οι αναρτήσεις πολιτικού περιεχομένου διαδέχονταν ασταμάτητα η μία την άλλη. Καταμεσής αυτών αισθάνθηκα κάποια στιγμή την ανάγκη να αποδράσω σε έναν περισσότερο μαγικό κόσμο – και να καταθέσω ένα αφιέρωμα φόρο τιμής σε μια από τις κορυφαίες σειρές κόμικς όλων των εποχών. Ο λόγος για το Sandman του Neil Gaiman.


Τριάντα και ένας λόγοι για να διαβάσετε το Sandman



Τριάντα και ένας λόγοι για να διαβάσετε το Sandman του Νιλ Γκέιμαν



Δεν έχουμε εκτιμήσει ακόμα την υπέροχη τέχνη των κόμικς όσο θα έπρεπε στη χώρα μας – και εδώ αναφέρομαι κυρίως στους φιλότεχνους και βιβλιόφιλους, που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα κόμικς σαν «συνοδευτικό ανάγνωσμα», πλάι στο «κεντρικό λογοτεχνικό βιβλίο». Έργα όπως το “Sandman” μπορούν εύκολα να ανατρέψουν τέτοιες απόψεις – πιστέψτε με. Μένει να το συνειδητοποιήσουν και οι εκδότες μας, μπας και το δούμε μεταφρασμένο στα ελληνικά κάποια στιγμή. Αν και οι φαν δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο φυσικά… διαβάζουμε τα κόμικς και graphic novels μας μια χαρά στα αγγλικά – μη πω και καλύτερα.

Το 15 οδεύει προς το τέλος του, φέροντας μια αποσκευή γεμάτη υψηλές υποσχέσεις, πολιτική υπερένταση, ένα κρεσέντο κάπου στα μισά – και μετά ένα μακροσκελές μουσικό επίμετρο, που μοιάζει με νανούρισμα. Η τέχνη συνιστά πάντα το καλύτερο καταφύγιο – ή ορμητήριο, εφόσον μιλάμε για νέα ξεκινήματα. Και η μουσική φέρει τη μοναδική εκείνη ικανότητα να ντύσει με νότες κάθε ανείπωτη σκέψη, κάθε ακατέργαστο συναίσθημα μέσα σου. Μπορεί να σε παρηγορήσει ή να σε εμψυχώσει ή να σε ταρακουνήσει – ή να σε μαγέψει.

Με άλλα λόγια: είχε έρθει πια ο καιρός να ξεκινήσω τη μεγάλη παρουσίαση για την Ιστορία της Τζαζ!


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1: ο Αρχέγονος Ρυθμός


Ιστορία της Τζαζ, μέρος 3, οι νύχτες του Σικάγο... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



«Η ιστορία της Τζαζ δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινάει εκεί που όλα ξεκίνησαν: στην ίδια την καρδιά της αφρικανικής ηπείρου. Εκεί που κάποιοι πρόγονοί μας, κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, ανακάλυψαν τον αρχέγονο, πρωτόγονο ρυθμό. Όταν αντήχησαν τα πρώτα κρουστά και σκόρπισαν πολύχρωμες αχτίδες ήχου στα βάθη του απύθμενου δάσους. Τότε που γεννήθηκε η μουσική η ίδια, όταν το απολλώνιο πνεύμα της Οργάνωσης και του Νόμου απουσίαζε και δέσποζε ο Διόνυσος και η ατελείωτή του μέθη. Είναι τα ταμπούρλα της μαμάς-Αφρικής εκείνα που ακούς… μα είναι επίσης ο παλμός της μητέρας σου, τον καιρό που βρισκόσουν στην κοιλιά της – ο πρώτος ρυθμός που άκουσες ποτέ. Ο χτύπος της καρδιάς…»

Ποιος ξέρει – ίσως κάποτε ολοκληρώσω τη μεγάλη αυτή ιστορική-αφηγηματική καταγραφή, για την οποία προς το παρόν έχω καταθέσει τέσσερις συνέχειες. Μα δεν βιάζομαι. Κάποια πράγματα είναι καλύτερα όταν μένουν ανολοκλήρωτα. Όπως τα φέρει!

Με παρουσιάσεις όπως η «Ιστορία της Τζαζ» ή η «Ιστορία του Βωβού Κινηματογράφου», έφτασα να υιοθετήσω ένα ύφος γραφής που ακροβατεί ανάμεσα στην ιστορική καταγραφή και την αφηγηματική παρουσίαση. Δεν γράφω «άρθρα», ούτε επιχειρώ «εγκυκλοπαιδικές διατριβές». Για όλα αυτά υπάρχουν οι εφημερίδες, τα περιοδικά, τα άρθρα τύπου Wikipedia και τα σχετικά. Εγώ θέλω να λέω ιστορίες. Με τον τρόπο που έλεγαν ιστορίες οι παππούδες στο τζάκι. Αυτός είναι ο πυρήνας του γραπτού μου ύφους. Η ιστορική παρουσίαση οφείλει να είναι ακριβής και αξιόπιστη… μα ταυτόχρονα να γίνεται ικανή να σε ταξιδέψει – με τον τρόπο που σε ταξιδεύει ένα μυθιστόρημα.



Τσάρλι Τσάπλιν και η ιστορία του βωβού κινηματογράφου... Σύνθεση και παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Μ’ αυτά και μ’ αυτά, εκεί, στα τέλη του 15, κατέθεσα και το πρώτο μέρος από τη μακροβιότερη, όπως αποδείχτηκε, σειρά αφιερωμάτων εδώ στο blog. Ο λόγος για το αγαπημένο «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»!


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


«Λένε πως το μέρος αυτό δημιουργήθηκε πριν πολλές χιλιετίες. Όταν ο πρώτος Δικτάτορας, του πρώτου Κράτους, του πρώτου Πολιτισμού, σκέφτηκε πως τα βιβλία αποτελούσαν απειλή για τον ίδιο – μεγαλύτερη από το μεγαλύτερο στρατό. Λένε πως κάποτε το μέρος αυτό αποτελούσε έναν περίλαμπρο ναό, μα τώρα πια χώθηκε κάτω από τη γη, προκειμένου να διαφυλάξει την κληρονομιά του. Μα σάμπως δε μοιάζει με ουρανό εκείνη η οροφή που αντικρίζεις; Και τα απειράριθμα φωτάκια της, θαρρείς λάμψεις κεριών, σάμπως δεν μοιάζουν με αστέρια;»




Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας... επιλογές αποσπασμάτων από το φονικό κουνέλι
Κάπως έτσι δουλεύει για το blog του το Φονικό Κουνέλι



Επίμετρο



Και κάπου εδώ επιλέγω να ολοκληρώσω την προσωπική αυτή ιστορική αναδρομή. Στα επόμενα χρόνια (το 16, το 17, το 18, και ο φετινός χρόνος) έμελλε να δουν το φως (ή μάλλον, το ημίφως του λαγουμιού) πολλές σημαντικές παρουσιάσεις, για άφθονα θέματα λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού περιεχομένου. Το Κουνέλι είχε βρει πια το ύφος και τον προσανατολισμό του – η συνέχεια θα το ενίσχυε ακόμα περισσότερο. Θα μιλήσουμε ξανά για όλες αυτές τις παρουσιάσεις και θα επανερχόμαστε σε αυτές ανά διαστήματα – ούτως ή άλλως η φάση εδώ πάει πέρα από το ψυχαναγκαστικό «εδώ και τώρα» του χρόνου. Όταν γράφω ένα κείμενο δεν σκέφτομαι μόνο τον κόσμο που θα το διαβάσει «τώρα» - μα και τον κόσμο που θα το διαβάσει σε κάποια απροσδιόριστη στιγμή στο μέλλον – ή στο παρελθόν, μια που αυτά τα λόγια μου ήδη ανήκουν στον χρόνο που πέρασε!

Εδώ στο Λαγούμι δεν υπάρχει Τώρα, δεν υπάρχει Πριν, ή Μετά. Ο χρόνος μοιάζει με τα σπιράλ των βιβλίων στις βιβλιοθήκες, στην εικόνα του «Λαγουμιού». Ή με εκείνους τους λαβύρινθους που περιέγραφε ο Μπόρχες



Η εμμονή της μνήμης... από το φονικό κουνέλι
Μη μας διαβάζετε μονάχα από εικόνες!



Θα σταθώ σε ένα στοιχείο που δεν σχολιάζεται – μα συνιστά πλέον ακρογωνιαίο λίθο κάθε παρουσίασης που επιχειρώ: ο λόγος για τον γραφιστικό σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας. Θέλοντας να αποτυπώσω όσο το δυνατόν περισσότερο την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα κάθε διαφορετικής παρουσίασης, επέλεξα να τη συνοδεύω με μια εικόνα που αποτυπώνει, ως ένα βαθμό, το ύφος του κειμένου. Κάθε αφιέρωμα φέρει και τη δική του μικρή «αφίσα». Το εικονογραφικό/σχεδιαστικό κομμάτι συνιστά αναπόσπαστο μέρος του Κουνελιού – και, πέραν του γραπτού ύφους, αποτελεί σήμα κατατεθέν. Η τελική πινελιά του δημιουργού.

Σας είπα: πρόκειται για ένα προσωπικό δημιουργικό εγχείρημα. Ας κατευθύνονται οι μάζες των αναγνωστών σε άλλες σελίδες και άλλα site, που ενδεχομένως τους τραβάνε καλύτερα την προσοχή, πλουμίζοντάς τους με αποσπασματικές πληροφορίες και βολικά κείμενα σε λεζάντες… Όσοι έρχονται εδώ όμως, ξέρουν, πως θα βρουν κάτι μοναδικό.



Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον διάβολο... Αφήγηση από το φονικό κουνέλι
Ο Μπουκόφσκι και οι Σημειώσεις ενός Πορνόγερου - από το φονικό κουνέλι
Τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς, ένα αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι
Από το Γυρίστε τον Γαλαξία με Ωτοστόπ του Ντάγκλας Άνταμς / The Hitchhiker's Guide to the Galaxy by Douglas Adams
Άνθρωποι και χρήματα... ένα απόσπασμα του Τομ Ρόμπινς, από το φονικό κουνέλι
Επιστροφή στη Μέρα της Μαρμότας
Μπέρτολτ Μπρεχτ, αφίσα για τον Σπιούνο... από τον Τρόμο και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ - το φονικό κουνέλι
Τσάρλι Τσάπλιν και η ιστορία του βωβού κινηματογράφου... Σύνθεση και παρουσίαση από το φονικό κουνέλι



Και αυτή είναι η χαρά και περηφάνια μου. Και αυτή είναι η ανταμοιβή μου για τις εκατοντάδες των ωρών που πέρασα μονάχος μου – και θα συνεχίσω να περνώ – γράφοντας όλα αυτά τα κείμενα, συλλέγοντας όλα τα αποσπάσματα (που αριθμούν χιλιάδες σελίδες Word), συλλέγοντας και σχεδιάζοντας όλες τις εικόνες. Ώρες που θα μπορούσα να περνώ έξω, διάγοντας μια κάποια αυξημένη κοινωνική ζωή, πηγαίνοντας εδώ κι εκεί και διασκεδάζοντας. Μα δεν πειράζει – αυτή είναι η μεγαλύτερη διασκέδαση και μεγαλύτερη ανταμοιβή μου.

Πρόσφατα είπα να τοποθετήσω ένα μικροσκοπικό “donate” button εκεί στα δεξιά του blog – δε βαριέσαι, σκέφτηκα. Ίσως κάποιος, κάποτε, να θελήσει με αυτόν τον τρόπο να δείξει την εκτίμησή του. Τον ευχαριστώ προκαταβολικά. Μα η ωραιότερη ανταμοιβή υπήρξαν οι φίλοι που έκανα – που ανακάλυψαν το Κουνέλι παρασύρθηκαν στα λαγούμια του και ήρθαν σε επαφή μαζί μου. Δεν σας το κρύβω: η πλειοψηφία του κόσμου παραμένουν μακρινοί, άγνωστοι και ανώνυμοι. Μάζες, ενίοτε χιλιάδων επισκεπτών, που θα δουν κάποιο κείμενο, θα πατήσουν κάποιο like, θα κάνουν ίσως κάποια κοινοποίηση. Και αυτό ήταν όλο. Ποτέ δεν θα μιλήσουν, ποτέ δεν θα σχολιάσουν. Τι να γίνει – έτσι πάνε αυτά.

Μα για τους «λίγους και τρελούς». Για εσάς που αγαπήσατε τη φάση με το Φονικό Κουνέλι και τη στηρίξατε έμπρακτα ως τώρα – για εσάς σήμερα επέλεξα να φορέσω τα γιορτινά μου ρούχα.

Εμπρός, λοιπόν! Πάμε γι’ άλλα. Ο αέρας φυσάει στα πανιά του σκάφους μας, η θάλασσα απλώνει το απέραντο γαλάζιο της – και μας καλεί. Προορισμός μας το Νησί. Σαλπάρουμε ξανά!

Κλείνω με ένα κείμενο που είχα μοιραστεί εδώ, μαζί σας, πριν κάποια χρόνια.


Πεθαίνεις όταν παύεις να ερευνάς τον κόσμο γύρω σου, όταν δεν αποκτάς καινούργιες γνώσεις, όταν δε σου γεννώνται ερωτήματα, όταν δε γυρεύεις απαντήσεις, όταν επαναπαύεσαι στα ίδια και τα ίδια.

Ο περισσότερος κόσμος πεθαίνει νέος, λίγο μετά τα χρόνια του σχολείου. Κάποιοι το τραβάνε περισσότερο, καμιά δεκαετία, ίσως και δύο, ώσπου κάποια στιγμή βολεύονται κι αυτοί στον τάφο τους.

Λίγοι, πολύ λίγοι, πεθαίνουν όταν γεράσουν.

Αυτοί οι τελευταίοι, ίσως, ούτε τότε.




Ο Κούνελος-Μάγος