Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπρεχτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπρεχτ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Μαρτίου 2018

Μπρεχτ: Επιλογές από τις Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ






«Ο κύριος Κ. διέσχιζε μια κοιλάδα όταν άξαφνα πρόσεξε ότι πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα μια προέκταση της θάλασσας, και πως πλησίαζε η ώρα της παλίρροιας. Σταμάτησε λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς βάρκα δεν φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει ότι το νερό δεν θ’ ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό έφτασε μέχρι το σαγόνι του, εγκατέλειψε και αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει επιτέλους πως αυτός ήταν η βάρκα.»



Ιστορίες γραμμένες μεταξύ τριών δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων άλλαξε ο κόσμος· οι περισσότερες μικρές σε έκταση, κάποιες λίγες αράδες όλες κι όλες· δίχως απαραίτητα συνοχή μεταξύ τους, καλύπτοντας μια ποικιλία θεμάτων, συχνά φέροντας την προσωπίδα της αλληγορίας.

Πρωταγωνιστής τους; Ένας ανώνυμος χαρακτήρας της καθημερινότητας με το όνομα «Κόυνερ» [Keuner] - παραπέμποντας στο γερμανικό “keiner”, που σημαίνει «κανένας».

Μέθοδος του Κόυνερ; Η σωκρατική διαλεκτική.

Σκοπός του; Το ξεσκέπασμα του πέπλου της κοινωνικής υποκρισίας. Η σπουδή μιας κοινωνίας στη βάση της οποίας εδράζεται, σαν φίδι στη φωλιά του, η αδικία. Όπως ο Αίσωπος μια φορά κι έναν καιρό, μέσα από τους Μύθους του, αποκάλυπτε με αλληγορικά κείμενα τις αλήθειες της ανθρώπινης φύσης, αντίστοιχα ο «Κανένας» των ιστοριών μας φανερώνει την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Μια εποχή που είδε – με τα μάτια του συγγραφέα της – το Μεσοπόλεμο, την άνοδο του φασισμού, το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το διχασμό του κόσμου σε δύο αντίπαλα ψυχροπολεμικά στρατόπεδα.

Φυσικά το πανταχού παρόν βλέμμα, πίσω από τον «κανένα», δεν είναι άλλο από εκείνο του Μπέρτολτ Μπρεχτ [Bertolt Brecht]… Και οι «Ιστορίες του Κυρίου Κόυνερ» ανήκουν στα πλέον χαρακτηριστικά κείμενα που άφησε πίσω του ο γερμανός συγγραφέας της «Όπερας της Πεντάρας» και του «Κύκλου με την Κιμωλία». Διαφορετικά συγκριτικά με τα θεατρικά του, περισσότερο αλληγορικά, ως και αινιγματικά σε σημεία, μα προτάσσοντας πάντα την αιχμή της μαρξιστικής διαλεκτικής κριτικής του. Αν κάποιοι δημιουργοί ενδιαφέρονται να τυλίξουν τον κόσμο σε εξιδανικευμένα πέπλα ωραιοποίησης, ο Μπρεχτ κάνει ακριβώς το αντίθετο: μέσα από το μύθο επιθυμεί να απογυμνώσει την πραγματικότητα, να φανερώσει τις αντιφάσεις της, να καταδείξει τους αληθινούς σκοπούς της. Και με τον δικό του τρόπο να ωθήσει τον αναγνώστη του σε προβληματισμό και γόνιμη κοινωνική κριτική.

Στο παρόν αφιέρωμα επέλεξα τις αγαπημένες μου από τις «Ιστορίες του Κυρίου Κόυνερ». Εκείνες που με προβλημάτισαν περισσότερο, εκείνες στις οποίες, κατά τη γνώμη μου, ο συγγραφέας τους έσκαψε βαθύτερα στις ρίζες – ή απλά εκείνες που μου άρεσαν πιο πολύ. Μεταξύ άλλων θα βρείτε και το κλασικό «Αν Ήταν Άνθρωποι οι Καρχαρίες» (από τα γνωστότερα και πιο αγαπημένα κείμενα του Μπρεχτ).


Ας παραδώσω τη σκυτάλη στον κύριο Κόυνερ λοιπόν.








Μέτρα κατά της βίας



«Μια φορά, καθώς ο κύριος Κ., ο στοχαστής, έβγαζε λόγο σε μια κατάμεστη αίθουσα και καταφερόταν κατά της βίας, πρόσεξε ξαφνικά πως ο κόσμος άρχισε να οπισθοχωρεί και να φεύγει. Γύρισε τότε και είδε να στέκει πίσω του η Βία αυτοπροσώπως.

«Τι τους έλεγες;» τον ρώτησε η Βία.

«Τους μιλούσα υπέρ της Βίας», απάντησε ο κύριος Κ.

Την ώρα που έφευγε ο κύριος Κ., τον ρώτησαν οι μαθητές του γιατί υποχώρησε. Ο κύριος Κ. απάντησε: «Υποχώρησα για να μπορέσω να προχωρήσω. Εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη Βία».

Και ο κύριος Κ. τους διηγήθηκε μια ιστορία:

Στο σπίτι του κυρίου Έγκε, που ήξερε να λέει όχι, μπήκε μια μέρα, στα χρόνια της παρανομίας, ένας πράκτορας και του έδειξε ένα χαρτί. Το χαρτί, στο όνομα εκείνων που είχαν καταλάβει την πόλη, όριζε ότι ο πράκτορας θα είχε στη δικαιοδοσία του κάθε σπίτι όπου θα πατούσε το πόδι του και κάθε λογής τροφή που θα ζητούσε, και πως θα είχε υπηρέτη του όποιον έβρισκε μπροστά του.

Ο πράκτορας πήρε καρέκλα και κάθισε, του ζήτησε φαγητό, πλύθηκε, ξάπλωσε, γύρισε με το πρόσωπο στον τοίχο, και πριν τον πάρει ο ύπνος ρώτησε: «Θα γίνεις υπηρέτης μου;»

Ο κύριος Έγκε τον σκέπασε με μια κουβέρτα, έδιωξε τις μύγες, κι άγρυπνος παραστάθηκε στον ύπνο του. Εφτά ολόκληρα χρόνια τον υπάκουγε όπως την πρώτη εκείνη μέρα, κι έκανε για τον πράκτορα τα πάντα, εκτός από ένα: δεν του είπε ποτέ λέξη. Κι ο πράκτορας όλο και πάχαινε απ’ το πολύ φαγητό, κοιμόταν και έδινε διαταγές, και πάνω στα εφτά χρόνια πέθανε. Τον τύλιξε τότε ο κύριος Έγκε στην τριμμένη κουβέρτα, τον έβγαλε σέρνοντας από το σπίτι, έπλυνε το στρώμα, έβαψε τους τοίχους, ανάσανε βαθιά και απάντησε:

«ΟΧΙ».



Το ανυπεράσπιστο παιδί



«Ο κύριος Κ. έλεγε πως είναι σφάλμα να καταπίνεις σιωπηλά την αδικία που σου έγινε, και διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία:

«Κάποιος περαστικός είδε ένα αγόρι που έκλαιγε και το ρώτησε τι είχε πάθει.

"Είχα δυο γρόσια για να πάω σινεμά" είπε το αγόρι, "κι ένα παιδί που περνούσε, μου άρπαξε το ένα γρόσι απ’ το χέρι", και του έδειξε ένα παιδί λίγο πιο πέρα.
"Και δεν φώναξες βοήθεια;" ρώτησε ο περαστικός.

"Πως δεν φώναξα!" είπε το αγόρι και οι λυγμοί του δυνάμωσαν.

"Και δεν σ’ άκουσε κανείς;" ρώτησε πάλι ο περαστικός, και το χάιδεψε τρυφερά.

"Όχι" είπε μέσα στ’ αναφιλητά του το αγόρι.

"Και γιατί δεν φώναξες πιο δυνατά; Δεν μπορούσες;" ξαναρώτησε ο περαστικός.

"Όχι" ξανάπε το αγόρι, που βλέποντάς τον να χαμογελάει, ένιωσε την ελπίδα του να ζωντανεύει.

"Τότε, δώσ’ μου το κι αυτό!" είπε ο περαστικός, και αρπάζοντάς του και το άλλο γρόσι από το χέρι, συνέχισε ανέμελα τον δρόμο του».








Ο κύριος Κ. και η φύση



«Όταν ερωτήθηκε για τη σχέση του με τη φύση, ο κύριος Κ. είπε: «Θα μου άρεσε να βλέπω κάνα δυο δέντρα βγαίνοντας από το σπίτι μου. Κυρίως γιατί αλλάξουν όψη κάθε μέρα και κάθε εποχή, και δίνουν έτσι μια εντελώς άλλη αίσθηση πραγματικότητας. Στις πόλεις, χάνουμε την αίσθηση του χρόνου, γιατί βλέπουμε πάντοτε αντικείμενα χρηστικά, τα σπίτια, που θα ήταν άδεια αν δεν τα κατοικούσε κανείς, και τους δρόμους, που θα ήταν άχρηστοι αν κανένας δεν τους χρησιμοποιούσε. Η ιδιόμορφη τάξη που επικρατεί στην κοινωνία μας, μας επιτρέπει να συνυπολογίζουμε και τους ανθρώπους σ’ αυτά τα χρηστικά αντικείμενα, κι έτσι τα δέντρα, τουλάχιστον για μένα, που δεν είμαι ξυλουργός, έχουν μια καθησυχαστική αυθυπαρξία, εντελώς ανεξάρτητη από τον εαυτό μου, αλλά ελπίζω πως και για τον ξυλουργό έχουν κάτι που αντιστέκεται στην αξιοποίηση».

«Κι αφού θέλετε να βλέπετε δέντρα, γιατί δεν πηγαίνετε καμιά φορά στην εξοχή;» τον ρώτησαν.

Ο κύριος Κ. απάντησε ξαφνιασμένος: «Εγώ είπα ότι θέλω να τα βλέπω όταν βγαίνω από το σπίτι μου».

(Ο κύριος Κ. είπε και κάτι άλλο: «Είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε τη φύση με μέτρο. Όταν τριγυρνάς άσκοπα στη φύση, κινδυνεύεις να βρεθείς σε νοσηρή κατάσταση, σαν να έχεις ανεβάσει πυρετό».)



Η συνάντηση



«Ένας άνθρωπος που είχε καιρό να δει τον κύριο Κ., τον χαιρέτησε λέγοντας:

«Δεν αλλάξατε καθόλου»,

«Αχ!» έκανε ο κύριος Κ. και χλόμιασε.»



Συνομιλίες



«Εμείς οι δύο δεν μπορούμε να συζητήσουμε πια», είπε ο κύριος Κ. σ’ έναν άνθρωπο.

«Γιατί;», ρώτησε τρομαγμένος ο άλλος.

«Όταν σας βλέπω, δεν μου ‘ρχεται τίποτα λογικό», παραπονέθηκε ο κύριος Κ.

«Ά, δεν με πειράζει καθόλου», τον παρηγόρησε ο άλλος.

«Σας πιστεύω», είπε πικρόχολα ο κύριος Κ., «αλλά πειράζει εμένα.»



Ο κύριος Κ. οδηγεί αυτοκίνητο



«Ο κύριος Κ. έμαθε να οδηγεί αυτοκίνητο, αλλά στην αρχή δεν οδηγούσε πολύ καλά. «Μόλις έμαθα να οδηγώ ένα αυτοκίνητο» έλεγε απολογητικά, «αλλά τώρα πρέπει να μάθω να οδηγώ δύο, δηλαδή και το αυτοκίνητο που πηγαίνει μπροστά από το δικό μου. Μόνο όταν παρατηρήσεις τις κυκλοφοριακές συνθήκες για το προπορευόμενο αυτοκίνητο και εκτιμήσεις σωστά τις δυσκολίες του, ξέρεις πως να οδηγείς σε σχέση με το αυτοκίνητο αυτό».








Οι δύο οδηγοί



«Ο κύριος Κ. ρωτήθηκε κάποτε για τη δουλειά δυο ανθρώπων του θεάτρου, και απάντησε με την εξής παραβολή: «Ξέρω έναν οδηγό που γνωρίζει καλά τον κυκλοφοριακό κώδικα, τον εφαρμόζει πιστά και τον εκμεταλλεύεται επωφελώς. Τα καταφέρνει περίφημα να ανοίγει ταχύτητα, κι έπειτα πάλι να επανέρχεται στην κανονική, και να μην κουράζει τη μηχανή του, κι έτσι με προσοχή αλλά και τόλμη ανοίγει δρόμο ανάμεσα στα άλλα οχήματα. Ξέρω όμως κι έναν άλλον οδηγό που οδηγεί διαφορετικά. Πιο πολύ απ’ τη δική του διαδρομή τον ενδιαφέρει όλη η κυκλοφορία, και θεωρεί ότι ο ίδιος δεν είναι παρά ένα μικρό της κομμάτι. Τα δικαιώματά του δεν τα εκμεταλλεύεται, ούτε προσπαθεί να διακριθεί ατομικά. Οδηγεί συντονισμένος με το αυτοκίνητο που προπορεύεται και με το αυτοκίνητο που ακολουθεί, και με μια σταθερή ευχαρίστηση: πως όλα τα αυτοκίνητα και όλοι οι πεζοί τραβούν μπροστά».



Ο κύριος Κ. και οι ελεύθερες ασκήσεις



«Ένας φίλος είπε στον κύριο Κ. ότι η υγεία του είχε βελτιωθεί από το φθινόπωρο, από τότε που έκοψε όλα τα κεράσια μιας μεγάλης κερασιάς στον κήπο του.

Σκαρφάλωσε, είπε, ως την άκρη των κλαδιών, και οι πολύπλοκες κινήσεις που έκανε προσπαθώντας να φτάσει τα κεράσια γύρω του και πάνω απ’ το κεφάλι του, πρέπει να του έκαναν καλό.

«Τα κεράσια τα φάγατε;» ρώτησε ο κύριος Κ., κι όταν έλαβε καταφατική απάντηση, είπε:

«Τέτοιες σωματικές ασκήσεις πολύ ευχαρίστως θα τις έκανα κι εγώ».



[Ο κύριος Κ. και η παλίρροια]



«Ο κύριος Κ. διέσχιζε μια κοιλάδα όταν άξαφνα πρόσεξε ότι πατούσε στα νερά. Και τότε κατάλαβε πως η κοιλάδα του ήταν στην πραγματικότητα μια προέκταση της θάλασσας, και πως πλησίαζε η ώρα της παλίρροιας. Σταμάτησε λοιπόν, κοιτάζοντας γύρω του μήπως δει καμιά βάρκα, κι όσο κράτησε η ελπίδα του για τη βάρκα, δεν έκανε βήμα. Και καθώς βάρκα δεν φαινόταν πουθενά, εγκατέλειψε την πρώτη ελπίδα, κι άρχισε να ελπίζει ότι το νερό δεν θ’ ανέβαινε άλλο. Μα όταν το νερό έφτασε μέχρι το σαγόνι του, εγκατέλειψε και αυτή την ελπίδα και κολύμπησε. Είχε καταλάβει επιτέλους πως αυτός ήταν η βάρκα.»



[Περί αλήθειας]



«Ο μαθητής Τιφζίνιχ έπιασε τον κύριο Κ., τον στοχαστή, και του είπε: «Θέλω να γνωρίσω την αλήθεια».

«Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να γνωρίσεις την αλήθεια της ψαραγοράς ή την αλήθεια για το φορολογικό σύστημα; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια της ψαραγοράς πάψεις ν’ ακριβοπληρώνεις τα ψάρια τους, τότε δεν θα τη μάθεις ποτέ», είπε ο κύριος Κ.»



Αγάπη για ποιον;



«Είπαν στον κύριο Κ. πως η ηθοποιός Ζ αυτοκτόνησε από ερωτική απογοήτευση. Ο κύριος Κ. είπε: «Από αγάπη για τον εαυτό της σκοτώθηκε. Τον Χ πάντως, αποκλείεται να τον αγαπούσε, γιατί τότε δεν θα του το ‘κανε αυτό. Αγάπη είναι η επιθυμία να δώσεις κάτι, κι όχι να το κρατήσεις. Αγάπη είναι η τέχνη να παράγεις κάτι με τις ικανότητες του άλλου. Γι’ αυτό χρειάζεσαι και τον σεβασμό και τη συγκατάθεση του άλλου. Αυτά πάντα μπορείς να τα εξασφαλίσεις. Η υπέρμετρη επιθυμία ν’ αγαπηθείς δεν έχει μεγάλη σχέση με την αληθινή αγάπη. Η φιλαυτία κρύβει πάντα μέσα της κάτι το αυτοκτονικό».








Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες



«Ρώτησε κάποτε τον κύριο Κ. η κόρη της οικονόμου του:

«Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες θα φερόντουσαν καλύτερα στα μικρότερα ψάρια;»

«Α βέβαια», είπε ο κύριος Κ. «Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες, θα 'χτιζαν μέσα στη θάλασσα πελώρια κουτιά για τα μικρά ψάρια, και μέσα θα 'βαζαν κάθε είδους τρόφιμα, φυτά και ζώα. Θα φρόντιζαν να υπάρχει πάντα τρεχούμενο νερό στα κουτιά, και θα έπαιρναν όλα τα μέτρα υγιεινής. Κι όταν, ας πούμε, κανένα ψαράκι χτυπούσε στο πτερύγιό του, οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως επίδεσμο, για να μην τους ψοφήσει πριν της ώρας του. Και για να μην πλήττουν τα ψαράκια, θα γίνονταν κάθε τόσο μεγάλα νεροπανηγύρια, γιατί τα χαρούμενα ψαράκια είναι πιο νόστιμα από τα λυπημένα.

Στα μεγάλα αυτά κουτιά θα υπήρχαν, φυσικά, και σχολεία, και τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπούν στο στόμα του καρχαρία. Θα χρειάζονταν όμως και λίγη γεωγραφία, π.χ. να ανακαλύπτουν τα μέρη όπου τεμπελιάζουν οι μεγάλοι καρχαρίες.

Το κυριότερο θα ήταν η ηθική διαπαιδαγώγηση των ψαριών. Θα τα δίδασκαν πως το Μέγιστο και το Άριστο για κάθε ψαράκι, είναι η αυτοθυσία, και πως όλα τους πρέπει να πιστεύουν τυφλά τους καρχαρίες – αυτοί τους υπόσχονται ένα σίγουρο μέλλον. Τα ψαράκια θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουν ότι το μέλλον αυτό θα εξασφαλιζόταν μόνο με τη δική τους υπακοή. Τα ψαράκια θα 'πρεπε να αποβάλουν κάθε ευτελή, υλιστική, εγωιστική και μαρξιστική τάση, και να αναφέρουν επί τόπου στους καρχαρίες κάθε ψαράκι που θα τύχαινε να εκδηλώσει παρόμοιες αδυναμίες.

Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες, θα έκαναν φυσικά και πολέμους για να κατακτήσουν ξένα ψαροκούτια και ξένα ψαράκια. Στους πολέμους αυτούς θα πολεμούσαν τα ψαράκια, στο πλευρό του καρχαρία τους. Τα ψαράκια θα μάθαιναν ότι τα χωρίζουν τεράστιες διαφορές από τα ψαράκια των άλλων καρχαριών. Είναι γνωστό, θα τους έλεγαν, ότι τα ψαράκια δεν μιλούν. Σωπαίνουν όμως σε ένα σωρό γλώσσες, γι’ αυτό και είναι αδύνατο να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Κι όταν κάποιο ψαράκι θα σκότωνε στον πόλεμο άλλα ψαράκια, εχθρικά, που σώπαιναν σε ξένη γλώσσα, θα του καρφίτσωνε ένα μικρούτσικο παράσημο από φύκι και θα το αναγόρευαν σε ήρωα.

Αν ήταν άνθρωποι οι καρχαρίες θα είχαν βέβαια και καλές τέχνες. Θα είχαν ωραίους πίνακες που θα έδειχναν τα δόντια των καρχαριών με εξαίσια χρώματα, και τα στόματά τους θα ήταν σωστοί παραδείσιοι κήποι για εξαίσιους περιπάτους.

Στα θέατρα του βυθού ηρωικά ψαράκια θα κολυμπούσαν πασίχαρα στο λαρύγγι του καρχαρία, και θα 'παιξε τόσο ωραία μουσική, ώστε τα ψαράκια, τυλιγμένα στους ήχους της, θ’ ακολουθούσαν την ορχήστρα σαν υπνωτισμένα, σαν ονειροπαρμένα από σκέψεις υπέροχες, τραβώντας γραμμή για τ’ ανοιγμένα στόματα.

Θα είχαν όμως και θρησκεία οι καρχαρίες, αν ήταν άνθρωποι. Κι η θρησκεία τους θα δίδασκε στα ψαράκια πως η αληθινή ζωή αρχίζει μόνο στην κοιλιά του καρχαρία.

Κατά τα άλλα, το σημερινό καθεστώς θα καταργούνταν αν γίνονταν άνθρωποι οι καρχαρίες, και τα ψαράκια δεν θα ήταν όλα ίσα κι όμοια. Μερικά θα έπαιρναν αξιώματα, και θα ήταν ανώτερα από τ' άλλα ψαράκια, κι ακόμη τα λίγο μεγαλύτερα θα είχαν το δικαίωμα να τρώνε τα πιο μικρά. Αυτό θα βόλευε τους καρχαρίες γιατί έτσι θα έτρωγαν συχνότερα μεγάλα κομμάτια. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, αυτά που θα είχαν πιάσει τα πόστα, θα επέβαλλαν την τάξη στα υπόλοιπα ψαράκια, και θα γίνονταν στα ψαροκούτια δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί, και άλλα πολλά.

Με δυο λόγια, η θάλασσα θα αποκτούσε πολιτισμό μόνο αν γίνονταν άνθρωποι οι καρχαρίες.»



Εισαγωγή και επιλογή κειμένων: το φονικό κουνέλι, Μάρτιος του 18


28 Σεπτεμβρίου 2017

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #8: Οι στάχτες του πολέμου






Για άλλη μια φορά, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τις βαριές, δρύινες πύλες του. Και νά σου πάλι οι σωροί από βιβλία, που σαν τρενάκι κάποιου αρχαϊκού λούνα-παρκ υψώνονται σε οροσειρές, γυρίζουν σε σβούρες – και χάνονται στο σκοτάδι του χρόνου.

Και να ένα βαγονέτο που ήρθε να πάρει κι εσένα μαζί του για μια βόλτα. Ο σημερινός προορισμός μυρίζει έντονα στάχτη από μάχες – ενώ οι ρόδες του βαγονέτου στη γραμμή τσιρίζουν σαν πολεμικές σειρήνες…



Το τέλος του πολέμου







1945. Πλήθη εξορμούν χαρούμενα στους δρόμους, πανηγυρίζοντας το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κόσμος μπορεί πια να ανασάνει ελεύθερος!

Κάποιοι όμως δεν είναι τόσο αισιόδοξοι. Στην εορταστική σκηνή που βλέπετε στην εικόνα, διακρίνουν γκρίζα σύννεφα να θολώνουν τον ορίζοντα. Σαν σκοτεινή ομίχλη, στο βάθος της οποίας εισέρχονται οι ανυποψίαστοι, γελαστοί πολίτες. Ο δρόμος φαίνεται να έχει σχεδόν χαθεί και στη θέση του υπάρχει ένας συννεφιασμένος ουρανός.

Ο πόλεμος τελείωσε, ναι. Λύθηκε όμως δια παντός εκείνο που τον είχε προκαλέσει; Ή απλά φόρεσε τα γιορτινά, αφήνοντας τη σκιά του να συρθεί μες στα σκοτάδια;


«Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. Η σκύλα που το γέννησε ζει και είναι ακόμα σε οργασμό» - έλεγε ο Μπρεχτ.


Από το ημερολόγιο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. 23 Νοεμβρίου του 1939.






«Σήμερα το πρωί συζητάμε πολιτικά. Ο Χανγκ, ο Πίτερ, ο Πωλ, εγώ, για την αναδιοργάνωση της Ευρώπης μετά τον πόλεμο. Λέμε ένα σωρό ανοησίες. Ο Νοντέν, στην άλλη άκρη του δωματίου, προσπαθεί να γράψει μια επιστολή. Η φασαρία από τη συζήτηση τον διασπά και αρπάζεται: "Μου τα πρήξατε πια!"

Ο Χανγκ προσπαθεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον στην κουβέντα μας, μάταια όμως. Έτσι του λέω και γω ξεκάρφωτα, ενώ κρατάει το κεφάλι του στα δυο του χέρια, προσπαθώντας να απομονωθεί: "Ξέρεις, Νοντέν, κοντά στο Βίσενμπουργκ, οι Γερμανοί κάψανε ζωντανό έναν Γάλλο αιχμάλωτο".

Σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος μου, κοιτάζοντας με ερωτηματικά: "Ποιός στο είπε αυτό;". Απαντώ, εσκεμμένα αόριστα: "Ένας δικός μας..." Δίνω μερικές λεπτομέρειες: "Ήτανε δυο αιχμάλωτοι. Ο ένας δε μιλούσε, κι έτσι τον έκαψαν ζωντανό. Απείλησαν να λούσουν και τον άλλο με πετρέλαιο και να τον ανάψουν μ' ένα σπίρτο. Τότε τρόμαξε κι αυτός και τα ξέρασε όλα".

Ο Νοντέν βγαίνει έξω απ' τα ρούχα του και ξεχνάει εντελώς το γράμμα του. "Ω, οι μπάσταρδοι! Μόνο να 'ρθουν κατά δω! Ας τολμήσουν... θα δούμε αμέσως αν θα μπορέσουν να κάψουν εμένα".

Πηγαίνει και κάθεται σε μια γωνιά με διπλωμένα μπράτσα, κουνώντας πάνω-κάτω το κεφάλι του, τρομοκρατημένος, έξαλλος, σοβαρός και ευτυχής: Πήρε και σήμερα το πρωί τη μερίδα του της φρίκης.»



Γράφοντας ένα βιβλίο με θέμα του τον πόλεμο






Δύο παλιοί φίλοι συναντώνται ξανά μετά από χρόνια - και αναπολούν τις μέρες του πολέμου. Έχουν μεγαλώσει πια, ο ένας έχει γυναίκα και μωρά. Ο άλλος πάλι έχει σκοπό να γράψει ένα βιβλίο:


«Προσπαθήσαμε να θυμηθούμε τον πόλεμο. Ήπια μερικά ποτηράκια από το ποτό που έφερα. Χασκογελάσαμε, σαν να μας έρχονταν στο νου ιστορίες από τον πόλεμο, αλλά κανένας από τους δυο δεν μπορούσε να θυμηθεί κάτι καλό. Ο Ο'Χέαρ θυμήθηκε έναν τύπο που ήπιε τόσο πολλά κρασιά στη Δρέσδη, πριν από το βομβαρδισμό, ώστε αναγκαστήκαμε να τον μεταφέρουμε με καροτσάκι. Δεν ήταν αρκετό υλικό για να γράψει κάποιος ένα βιβλίο. Θυμήθηκα δυο Ρώσους στρατιώτες που είχαν λεηλατήσει ένα εργοστάσιο ρολογιών. Ήταν χαρούμενοι και μεθυσμένοι. Κάπνιζαν κάτι τεράστια τσιγάρα που είχαν στρίψει με εφημερίδες.

Αυτά ήταν όλα όσα θυμηθήκαμε, και η Μέρι εξακολουθούσε να κάνει θόρυβο. […] Ύστερα εκείνη γύρισε προς το μέρος μου, μου έδειξε πόσο θυμωμένη ήταν και πως εγώ ήμουν η αιτία του θυμού της. Μονολογούσε, οπότε αυτό που είπε ήταν ένα απόσπασμα μιας μεγαλύτερης συζήτησης. “Ήσαστε ΜΩΡΑ τότε” είπε.

“Τι;” αποκρίθηκα.

“Ήσαστε μωρά στον πόλεμο - σαν τα παιδάκια στο πάνω πάτωμα”.

Έγνεψα σαν να της έλεγα πως αυτό ήταν αλήθεια. Πράγματι ήμαστε ανόητοι παρθένοι στον πόλεμο, ακριβώς στο τέλος της παιδικής ηλικίας.

“Όμως δεν πρόκειται να τα γράψεις έτσι, σωστά;” Δεν ήταν ερώτηση. Ήταν κατηγορία.

“Δεν... δεν ξέρω”, είπα.

“Ε, λοιπόν, εγώ ξέρω”, είπε εκείνη. “Θα προσποιηθείς πως ήσαστε άντρες αντί για μωρά, και στις ταινίες θα σας ενσαρκώσουν ο Φρανκ Σινάτρα και ο Τζον Γουέιν, ή κάποιοι απ' αυτούς τους διάσημους, πολεμοχαρείς πορνόγερους. Και ο πόλεμος θα παρουσιαστεί σαν κάτι το υπέροχο, ώστε να γίνουν πολλοί περισσότεροι. Και θα πάνε να πολεμήσουν μωρά σαν αυτά που είναι επάνω”.

Τότε λοιπόν κατάλαβα. Ο πόλεμος ήταν που την είχε εξοργίσει τόσο πολύ. Δεν ήθελε τα μωρά της ή τα μωρά των άλλων να σκοτωθούν σε κάποιον πόλεμο. Και πίστευε πως τα βιβλία και οι ταινίες εν μέρει ενθαρρύνουν τους πολέμους.

Έτσι λοιπόν ύψωσα το δεξί μου χέρι και της ορκίστηκα: “Μέρι”, είπα, “δεν πιστεύω ότι το βιβλίο μου θα ολοκληρωθεί ποτέ. Πρέπει να έχω γράψει πέντε χιλιάδες σελίδες μέχρι τώρα και τις έχω πετάξει όλες. Αν όμως πρόκειται ποτέ να το τελειώσω, σου δίνω το λόγο της τιμής μου: δεν πρόκειται να υπάρχει σ' αυτό ρόλος για τον Φρανκ Σινατρα ή τον Τζον Γουέιν.

“Θα σου πω κι αυτό”, είπα. “Θα τ' ονομάσω "Η Σταυροφορία των Παιδιών"”.

Έπειτα από αυτό το περιστατικό έγινε φίλη μου.»


***


Και έτσι έγινε λοιπόν. Το βιβλίο τελικά ολοκληρώθηκε - και ο συγγραφέας του κάθε άλλο παρά εξιδανίκευσε τη φρίκη του πολέμου. Πλάι μάλιστα στον τίτλο "Η Σταυροφορία των Παιδιών" προστέθηκε ένας άλλος, με τον οποίο το βιβλίο έμελλε να γίνει περισσότερο γνωστό: "Σφαγείο Νο-5".

Δημοσιευμένο το 1969, παραμένει το γνωστότερο έργο του Κερτ Βόνεγκατ [Kurt Vonnegut] - και το απόσπασμα που είδατε προέρχεται από την εισαγωγή του βιβλίου, σε μετάφραση Φ. Χρυσόπουλου.



Το αληθινό πρόσωπο του πολέμου






Ρωσία, 1812. Την παραμονή της μεγάλης μάχης απέναντι στο Ναπολέοντα, στη διάρκεια μιας νύχτας που ίσως είναι η τελευταία, ένας νεαρός Ρώσος αξιωματικός κάνει τον απολογισμό του.


«“Παίζουμε τον πόλεμο”. Να τι είναι το κακό», είπε ο πρίγκιπας Αντριέι. «Κάνουμε τους μεγαλόψυχους, κ.τ.λ. Κι αυτή η μεγαλοψυχία και η ευαισθησία μοιάζει με τη μεγαλοψυχία και την ευαισθησία της κυρίας που την πιάνει λιποθυμία όταν δει να σφάζουν ένα μοσχάρι. Είναι τόσο αγαθή, που δεν μπορεί να βλέπει αίματα, όμως με μεγάλη όρεξη το τρώει το μοσχάρι αυτό με σάλτσα. Διαρκώς μας κοπανάνε για το Δίκαιο του πολέμου, για τον ιπποτισμό απέναντι στους απεσταλμένους του αντιπάλου, για τον οίκτο προς τους ατυχείς και τα παρόμοια. Όλα αυτά είναι ανοησίες. […]

Ο πόλεμος δεν είναι χαριεντισμός, μα η πιο βρωμερή υπόθεση της ζωής, κι αυτό πρέπει να το καταλαβαίνουμε και να μην παίζουμε τον πόλεμο. Πρέπει αυτή την τρομερή ανάγκη να την παίρνουμε αυστηρά και σοβαρά. Το παν έγκειται σ’ αυτό. Ν’ αφήσουμε κατά μέρος τις ψευτιές και ν’ αποβλέπουμε στον πόλεμο σαν σε πόλεμο. Γιατί κατάντησε ο πόλεμος να’ ναι η αγαπημένη διασκέδαση των αργόσχολων και επιπόλαιων… Η τάξη των στρατιωτικών είναι η πιο αξιοσέβαστη. Όμως τί είναι πόλεμος; Τι χρειάζεται για την επιτυχία της πολεμικής υπόθεσης; Ποια είναι τα ήθη της στρατιωτικής κοινωνίας; Σκοπός του πολέμου είναι ο σκοτωμός, μέσα του πολέμου είναι η κατασκοπεία, η προδοσία και η ενθάρρυνσή της, η καταστροφή των στρατευμάτων, η απάτη και η ψευτιά, που αποκαλούνται πολεμικά τεχνάσματα.

Ήθη της στρατιωτικής κοινωνίας είναι η έλλειψη της ελευθερίας, δηλαδή η πειθαρχία, η αργία, η αμορφωσιά, η απανθρωπιά, η διαφθορά, το μεθύσι. Και παρόλ’ αυτά η τάξη των στρατιωτικών είναι η ανώτατη τάξη που τη σέβονται όλοι. Όλοι οι ηγεμόνες, εκτός απ’ τον Κινέζο, φορούν στρατιωτική στολή και τιμούν με το μεγαλύτερο παράσημο εκείνον που σκοτώνει τους πιο πολλούς. Συναντιούνται, σαν αύριο, για να σκοτώσει ο ένας τον άλλον, να σκοτώσουν, ν’ ακρωτηριάσουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, κι ύστερα να ψάλουν ευχαριστήριες δοξολογίες γιατί σκότωσαν πολλούς ανθρώπους και να διαλαλήσουν τη νίκη, νομίζοντας πως όσο πιο πολλούς ανθρώπους σκότωσαν, τόσο πιο μεγάλο είναι το κατόρθωμά τους. Και πως ο Θεός από κει πάνω τους βλέπει και τους ακούει!», ξεφώνισε με μια διαπεραστική φωνή γεμάτη αγανάχτηση.

«Αχ, ψυχή μου! Τον τελευταίο καιρό μου κάνει πολύν κόπο να ζω. Βλέπω πως άρχισα πάρα πολλά να καταλαβαίνω. Και δεν πρέπει ο άνθρωπος να τρώει απ’ το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού…»


Λέων Τολστόι, «Πόλεμος και Ειρήνη». Πρώτη δημοσίευση το 1869. Το απόσπασμα σε μετάφραση Κοραλίας Μακρή.



Η λεπτή γραμμή μεταξύ ελευθερίας και ισότητας






«Πολιτικές αντινομίες. Βρισκόμαστε σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να διαλέξει κανείς ανάμεσα στο να είναι θύμα ή θύτης - αυτό και τίποτε άλλο. Δεν είναι εύκολο να διαλέξεις. Πάντοτε πίστευα ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν θύτες αλλά μόνο θύματα. Σε τελευταία ανάλυση είναι αυτονόητο. Όμως, αυτή η αλήθεια δεν είναι διαδεδομένη.

Τρέφω έντονη αγάπη για την ελευθερία. Και, για κάθε διανοούμενο, η ελευθερία συγχέεται τελικά με την ελευθερία της έκφρασης. Παρ’ όλα αυτά, αντιλαμβάνομαι απολύτως πως, για μια πολύ μεγάλη μερίδα Ευρωπαίων, αυτή δεν είναι η πρώτιστη φροντίδα: μόνον η δικαιοσύνη μπορεί να τους παράσχει το υλικό μίνιμουμ που χρειάζονται, ενώ, δικαίως ή αδίκως, θα θυσίαζαν ευχαρίστως την ελευθερία για μια στοιχειώδη δικαιοσύνη.

Αυτά τα γνωρίζω εδώ και πολύ καιρό. Και θα έκρινα απαραίτητο να υπεραμυνθώ μιας συμφιλίωσης μεταξύ δικαιοσύνης και ελευθερίας, μιας και, κατά τη γνώμη μου, εκεί θα βρισκόταν η έσχατη ελπίδα της Δύσης. Αλλά αυτή η συμφιλίωση δεν είναι δυνατή παρά μόνο σ’ ένα συγκεκριμένο κλίμα, το οποίο σήμερα θεωρώ σχεδόν ουτοπικό. Πρέπει άραγε να θυσιάσει κάποιος μία από τις δύο αυτές αξίες;

Τι να σκεφτεί κανείς;»


Από το ημερολόγιο του Αλμπέρ Καμύ, Σεπτέμβριος του 1945.



Ένας εφιάλτης






«Είχε αρχίσει να μου φαίνεται, πως το σύμπαν με τον έναστρο θόλο του απ’ αυτούς τους απαθείς και ενοχλητικούς γλόμπους, πιθανό να μην ήταν αυτό που είχα οραματιστεί ως το πιο μεγαλειώδες. Μια μέρα λοιπόν, κουρασμένος από το να σέρνω τα πόδια μου στο τραχύ μονοπάτι του επίγειου ταξιδιού, και να πηγαίνω τρεκλίζοντας σαν μεθυσμένος, μέσα από τις σκοτεινές κατακόμβες της ζωής, σήκωσα αργά τα θλιμμένα μάτια μου, με τους ολόγυρα μπλάβους κύκλους, προς την κοιλότητα του στερεώματος και τόλμησα να διεισδύσω εγώ, τόσο νέος, στα μυστήρια του ουρανού!

Μη βρίσκοντας όμως κείνο που γύρευα, σήκωσα ακόμη πιο ψηλά το τρομαγμένο μάτι μου, κι όλο ακόμη πιο ψηλά, ώσπου διέκρινα ένα θρόνο, που ήταν φτιαγμένος από περιττώματα ανθρώπινα και χρυσάφι, κι όπου θρονιαζότανε με μια ηλίθια υπεροψία, το τυλιγμένο κορμί μ’ ένα σάβανο καμωμένο από άπλυτα σεντόνια νοσοκομείου, αυτού που έχει αυτοτιτλοφορηθεί Δημιουργός!

Στο χέρι του κρατούσε τον κορμό ενός πεθαμένου ανθρώπου που είχε σαπίσει, και τον πηγαινόφερνε από τα μάτια στη μύτη, κι από τη μύτη στο στόμα, όπου στο στόμα πια, καταλαβαίνει κάνεις τι τον έκανε. Τα πόδια του κολυμπούσαν σε μια πελώρια χαβούζα από αίμα που κόχλαζε, κι απ’ όπου ξαφνικά ξεπηδούσαν στην επιφάνεια, λες κι ήταν ταινίες μέσα απ’ το περιεχόμενο αγγείου της νύχτας, δυο ή τρία προνοητικά κεφάλια, για να ξαναβουλιάξουν πάραυτα, με την ταχύτητα βέλους. […]

Μέχρι που ο Δημιουργός, μη έχοντας τίποτα πια στο χέρι, άρπαζε απ' το λαιμό με τις δυο πρώτες νυχάρες του, λες κι ήταν τανάλια, έναν άλλον από τους λουόμενους, τον σήκωνε στον αέρα, έξω από κείνη την εξαίσια σάλτσα του ερυθρόχρωμου βάζου, για να επακολουθήσει μετά ό,τι και με τον προηγούμενο. Πρώτα καταβρόχθιζε το κεφάλι, κατόπιν πόδια και χέρια, και τελευταίο τον κορμό, μέχρι που δεν έμενε τίποτα πια. Αφού ακόμα και τα κόκαλα ροκάνιζε. Έτσι περνούσε τις ώρες της αιωνιότητάς του. Και πότε-πότε μονολογούσε: «Εγώ σας δημιούργησα, δικαίωμά μου λοιπόν να σας κάνω ό,τι θέλω. Κι αν σας κάνω να υποφέρετε, είναι γιατί μ' ευχαριστεί κι όχι γιατί εσείς μου φταίξατε σε τίποτα».

Και δώστου απ' την αρχή το αποτρόπαιο γεύμα του, σειώντας το κάτω σαγόνι και με δαύτο και τη γεμάτη μυαλά γενειάδα του.»


***


Απόσπασμα από τα περιβόητα "Άσματα του Μαλντορόρ", από τη πένα ενός από τους "καταραμένους" της λογοτεχνικής Γαλλίας: του Isidore-Lucien Ducasse, γνωστού ως Λωτρεαμόν. Βρισκόμαστε στο έτος 1868. Η μετάφραση της Ε.Νεζερίτη. Όσο αφορά τον πίνακα, είναι γνωστός σε όλους: Λεπτομέρεια από το "Κρόνος που Καταβροχθίζει ένα από τα τα Παιδιά του" του Φρανθίσκο Γκόγια. (1819-23).

Να προσέχεις, λοιπόν, στο δρόμο των ονείρων σου... Μπορεί δίχως να το καταλάβεις να βρεθείς στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού... Εκεί που δεν υπάρχουν καλοκάγαθοι θεοί - μόνο δαίμονες, αχόρταγοι και αδίστακτοι.



Επιστροφή



Και κάπως έτσι το βαγονέτο επιστρέφει στον προορισμό του. Η σημερινή περιπλάνηση στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας έλαβε τέλος!

Κι ενώ οι δρύινες πόρτες ανοίγουν, ξεχύνεται μπρος σου το απαλό φως του φεγγαριού… Έξω βασιλεύει μια βαθιά γαλήνη. Η φύση είναι όμορφη ξανά και ο κόσμος αναπαύεται στη σιγαλιά της νύχτας.

Φεύγεις τινάζοντας από πάνω σου τη στάχτη του ονείρου… Μα προσπαθείς να μην ξεχάσεις τον απόηχο εκείνης της μακρινής σειρήνας. Όχι, αυτή τη φορά δεν θες να τον ξεχάσεις.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)











15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)