Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Ιανουαρίου 2019

Ξωτικά και Στοιχειά της Ιρλανδίας... του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς


Ξωτικά και παραδόσεις της Ιρλανδίας, όπως τις κατέγραψε ο W. B. Yeats. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Fairies and traditions of Ireland, by W. B. Yeats




Ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης είναι η Ιρλανδία εκείνη που διατηρεί, περισσότερο από κάθε άλλη, κάτι από την αρχέγονη μαγεία των αρχαίων ημερών – και λέγοντας «αρχαίες μέρες» δεν αναφέρομαι στους ιστορικούς χρόνους, μα στον χρόνο του συλλογικού ασυνείδητου: τον χρόνο των λαϊκών μύθων και των θρύλων. Τότε που ξωτικά και πνεύματα, αγαθά και δαιμονικά, διέσχιζαν τα δάση και τη γη, σκορπώντας άλλοτε γέλιο και χαρά και άλλοτε τρόμο στο πέρασμά τους.

Ο μεγάλος ιρλανδός μάστορας του λόγου, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς [William Butler Yeats – εν συντομία, W.B. Yeats] εντρύφησε όσο λίγοι στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του. Έσκαψε στα βάθη της νωπής ιρλανδικής γης και ανέδειξε, σαν άλλους χρυσούς λίθους, πλήθος μύθων και παραμυθιών που χάνονται στα βάθη της αρχέγονης κέλτικης παράδοσης.

Σήμερα θα σας παρουσιάσω την αρχική εισήγηση του Γέιτς για τα Ξωτικά της Ιρλανδίας, όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας» [“Fairy Folk Tales of Ireland”], δημοσιευμένο το 1892. Η μετάφραση είναι της Αλίνας Πασχαλίδη. Σε αυτή την εισήγηση ο Γέιτς μας παρουσιάζει τις κατηγορίες των σημαντικότερων ξωτικών, τα χαρακτηριστικά τους και διάφορες παραδόσεις σχετικές με αυτά. Να σημειώσω επίσης πως ως «ξωτικό» έχει μεταφραστεί η βρετανική λέξη “fairy”. Τα “elves” (που επίσης μεταφράζονται ως «ξωτικά» στη χώρα μας) είναι γερμανικής/σκανδιναβικής, όχι κέλτικης προέλευσης. Όταν λοιπόν ο W.B. Yeats αναφέρεται σε «ξωτικά», ο λόγος γίνεται για τα “fairies”.



Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς ενώ διαβάζει ένα βιβλίο / W. B. Yeats reading a book



Τα ξωτικά που ζουν σε ομάδες




«Η ιρλανδική λέξη για το ξωτικό είναι sheehogue (sidheog στην κέλτικη γραφή). Τά ξωτικά είναι τα deenee shee (daoine sidhe).

Τί είναι τα ξωτικά; «Διωγμένοι Άγγελοι, πού δεν ήταν αρκετά καλοί ώστε να σωθούν, αλλά ούτε κι άρκετά κακοί ώστε να χαθούν», λένε οι χωρικοί. «Οι Θεοί της Γης», λέει το Βιβλίο Armagh. «Οι Θεοί της παγανιστικής Ιρλανδίας», λένε οι ιρλανδοί αρχαιοδίφες, «οι Tuatha Dé Danann (ο Λαός της Θεάς Danu) που, όταν έπαψαν να τους λατρεύουν και να τους προσφέρουν δώρα, μαράζωσαν και ζάρωσαν στη λαϊκή φαντασία και τώρα απόμειναν να 'χουν μπόι μόνο λίγες πιθαμές».

Και σαν απόδειξη προσθέτουν ότι τα ονόματα των αρχηγών των ξωτικών είναι τα ίδια με των αρχαίων ηρώων Danann και οι τόποι που συχνάζουν τα ξωτικά δεν είναι παρά τ' αρχαία νεκροταφεία των Danann.

Απ' την άλλη μεριά, υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι είναι «εκπεσόντες άγγελοι». Μάρτυρας η φύση τους: η ιδιοτροπία τους, η τάση τους να φέρονται καλά στους καλούς κι άσχημα στους κακούς, καθώς και τ' ότι έχουν όλα τα χαρίσματα, εκτός από συνείδηση και συνέπεια. Τα όντα αυτά προσβάλλονται και θίγονται τόσο εύκολα που καλύτερα να μιλάς όσο το δυνατό λιγότερο στη συντροφιά τους και να τ' αποκαλείς «αρχόντους». Απ' την άλλη πάλι, τόσο εύκολο είναι να τα ευχαριστήσεις που φτάνει να τους να τους αφήσεις λίγο γάλα στο περβάζι τη νύχτα κι αυτά θα βάλουν τα δυνατά τους να σε φυλάξουν απ' τις κακοτοπιές. Γενικά η λαϊκή παράδοση μας λέει πως διώχτηκαν απ' τον Παράδεισο, αλλά δεν χάθηκαν, γιατί δεν είχαν αληθινή μοχθηρία μέσα τους.

«Θεοί της Γης»; Ίσως! Πολλοί ποιητές, κι όλοι οι μυστικιστές κι αποκρυφιστές συγγραφείς, σ' όλες τις εποχές και σ' όλον τον κόσμο, έχουν δηλώσει ότι πίσω άπ' το ορατό υπάρχουν ατέλειωτες στρατιές συνειδητών όντων, που δεν είναι του ουρανού, μα εδώ της γης, που δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη απ' τη φύση τους μορφή, παρά αλλάζουν ανάλογα με τα κέφια τους ή ανάλογα με κείνον που τα βλέπει. Ούτε το χέρι σου δεν μπορείς να κουνήσεις χωρίς να επηρεάσεις και να επηρεαστείς απ' τις κρυφές αυτές δυνάμεις. Ο ορατός κόσμος είναι απλά το εξωτερικό τους δέρμα. Στα όνειρά μας βρισκόμαστε ανάμεσά τους και παίζουμε και μαλώνουμε μαζί τους. Μπορεί να 'ναι ανθρώπινες ψυχές σε κρίσιμες καμπές – σε στιγμές δοκιμασίας – αυτά τα ιδιότροπα πλάσματα.

Μη νομίζετε πως τα ξωτικά είναι πάντοτε μικροσκοπικά. Τα πάντα εξαρτώνται απ' τις παραξενιές τους, ακόμα και το μέγεθός τους. Απ' ό,τι φαίνεται, παίρνουν όποιο μέγεθος κι όποιο σχήμα τους αρέσει. Σαν κύριες ασχολίες τους έχουν τα γλέντια, τις μάχες και τον έρωτα και παίζουν συναρπαστική μουσική. Μόνον έναν φιλόπονο τύπο έχουν στη συντροφιά τους, τον παπουτσή – ίσως γιατί απ’ τον πολύ χορό λιώνουν τα παπούτσια τους. Κοντά στο χωριό Μπαλισοντέρ ζει μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έμεινε κοντά στα ξωτικά εφτά ολόκληρα χρόνια. Όταν γύρισε, δεν είχε πια πατούσες – είχαν λιώσει απ' τον πολύ χορό.



Ο Χορός των μικροσκοπικών ανθρωπάκων, πίνακας του William Holmes Sullivan / The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan
The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan



Τα ξωτικά έχουν τρεις μεγάλες γιορτές κάθε χρόνο, μία την άνοιξη, παραμονή Πρωτομαγιάς, μία το καλοκαίρι, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, και μία το φθινόπωρο, στις 31 Οκτωβρίου, την παραμονή των Άγιων Πάντων.

Κάθε εφτά χρόνια, την παραμονή της Πρωτομαγιάς, γίνεται σωστό πανδαιμόνιο, γιατί τα καλύτερα σπειριά σταριού της σοδειάς ανήκουν δικαιωματικά στα ξωτικά. Ένας γέρος μου είπε κάποτε ότι τα είδε να τρέχουν αφιονισμένα σ' ένα χωράφι και πάνω στη βιάση τους έριξαν τη σκεπή ενός σπιτιού. (Αν ήταν κανένας άλλος εκεί, δεν θα 'χε δει βέβαια παρά έναν ανεμοστρόβιλο που παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του.) Όταν ο αέρας στροβιλίζει τα καλάμια και τα φύλλα, λένε πως «περνούν τ' αερικά» κι οι χωρικοί βγάζουν τα καπέλα τους και τους εύχονται «ο Θεός μαζί σας».

Την παραμονή τού Αϊ-Γιαννιού, που ανάβουνε φωτιές προς τιμήν του Αγίου, τα ξωτικά είναι στα μεγάλα τους κέφια και πολλές φορές κλέβουν όμορφες θνητές για γυναίκες τους.

Την παραμονή των Αγίων Πάντων όμως είναι στις μαύρες τους, γιατί, σύμφωνα με την παλιά κέλτικη δοξασία, αυτή είναι η πρώτη νύχτα του χειμώνα. Στήνουν λοιπόν όλη νύχτα χορό με τα φαντάσματα, οι μάγισσες κάνουν τα μάγια τους και τα κορίτσια στρώνουν τραπέζι με φαγητά προς τιμήν του Σατανά, για να προκαλέσουν το είδωλο του μελλοντικού εραστή τους να μπει απ' το παράθυρο να τα γευτεί. Μετά την τελευταία μέρα του Οκτώβρη, ξινίζουν τα βατόμουρα, γιατί τα πατάει το Pooka.



Ξωτικά και νεράιδες, εικονογράφηση του Brian Froud / Faeries and piskies by Brian Froud
Faeries and piskies by Brian Froud



Όταν τα ξωτικά θυμώνουν, ρίχνουν σ’ ανθρώπους και ζωντανά τις μαγικές τους σαΐτες, που τους παραλύουν. Όταν όμως είναι χαρούμενα, τραγουδάνε και δεν είναι λίγες οι φορές που τα κορίτσια ακούνε τα τραγούδια τους και μαραζώνουν και σβήνουν απ' τον έρωτα γι’ αυτά. Ένα σωρό όμορφοι παλιοί ιρλανδικοί σκοποί είναι μουσική των ξωτικών, που κάποιος, λένε, την κρυφάκουσε και την τραγούδησε ύστερα στους άλλους. Κανένας μυαλωμένος χωρικός δεν μουρμουρίζει ποτέ την «Όμορφη μικρή άρμέχτρα» κοντά στα μέρη των ξωτικών, γιατί ζηλεύουν, λέει, ν’ ακούνε τα τραγούδια τους από τη φάλτσα φωνή των ανθρώπων. Ο Κάρολαν, ο τελευταίος απ' τους κέλτες βάρδους, κοιμήθηκε σε χαλάσματα στοιχειωμένα και τον κυρίεψαν οι μαγικοί ρυθμοί• έτσι έγινε ξακουστός.

Πεθαίνουν άραγε τα ξωτικά; Ο Μπλέικ είδε κάποτε την κηδεία μιας νεράιδας• στην Ιρλανδία όμως πιστεύουν πως είναι αθάνατα.»


Νεραϊδόπαιδα


Ξωτικά των λουλουδιών / Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker
Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker



«Δεν είναι σπάνιο να λιμπιστούν τα ξωτικά κάποιον θνητό και να τον πάρουν στα μέρη τους αφήνοντας στη θέση του ένα αρρωστιάρικο νεραϊδοπαίδι ή ένα κούτσουρο μαγεμένο, με τη μορφή ετοιμοθάνατου ανθρώπου, που κατόπιν πεθαίνει και τον θάβουνε. Τα παιδιά είναι η προτίμησή τους. Όταν ένα παιδί ματιαστεί, είναι στο έλεος των ξωτικών.

Υπάρχουν πολλές μέθοδοι για ν' ανακαλύψει κανείς αν έχουν αλλάξει το παιδί του με νεραϊδοπαίδι, αλλά μια απ' όλες είναι αλάνθαστη: να το βάλεις στη φωτιά με τα λόγια «Κάψου - κάψου - αν είσαι του διαόλου, μα αν είσαι του καλού θεού μην καίγεσαι» (συνταγή της Λαίδης Γουάιλντ). Αν είναι νεραϊδοπαίδι θα ορμήσει πάνω στην καμινάδα ουρλιάζοντας (γιατί, σύμφωνα με τον Γιράλδο Καμπρένσις, η φωτιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε στοιχειού, σε τέτοιο βαθμό που όσοι έχουν δει φάντασμα χάνουν τις αισθήσεις τους μόλις βλέπουνε φλόγα να τρεμοσβήνει).

Μπορεί βέβαια να ξεφορτωθεί κανείς το ανεπιθύμητο πλάσμα και με λιγότερο άγριο τρόπο. Λένε πως κάποτε που μια μητέρα ήταν σκυμμένη πάνω από ένα ζαρωμένο και σταφιδιασμένο νεραϊδοπαίδι, σηκώθηκε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε μια νεράιδα κι έφερε μόνη της πίσω το κλεμμένο μωρό. «Οι άλλοι το κλέψανε», είπε, «όχι εγώ». Εκείνη ήθελε πίσω το δικό της παιδί.

Όσο για τα παιδιά που τα κλέβουν τα ξωτικά, άλλοι λένε πως περνούν καλά, με μουσική και γλέντια, κι είναι ευτυχισμένα, κι άλλοι πως δεν παύουν να νοσταλγούν τους δικούς τους στη γη. Η Λαίδη Γουάιλντ λέει για μια σκοτεινή παράδοση σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο είδη ξωτικών – τα πρόσχαρα και καλά, και τα μοχθηρά. Αυτά τα τελευταία κάνουν θυσίες κάθε χρόνο στον Σατανά και γι’ αυτό κλέβουν ανθρώπους. Κανένας άλλος μελετητής της ιρλανδικής παράδοσης δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Αν υπάρχουν τέτοια μοχθηρά ξωτικά, θ' ανήκουν σίγουρα στα Μοναχικά.»


Τα Μοναχικά Ξωτικά



«Τα πιο πολλά απ' τα μοναχικά ξωτικά είναι φοβερά στην όψη. Υπάρχουν ωστόσο μερικά ανάμεσά τους που είναι καλοπροαίρετα και [...] προσέχουν πολύ και το ντύσιμο τους!



Ο Παπουτσής [Leprechaun]






Αυτός όλο μαστορεύει• καρφώνει παπούτσια, κρυμμένος μες στους θάμνους. Όποιος τον τσακώσει, μπορεί να τον πείσει να του δώσει τα κιούπια το χρυσάφι που 'χει κρατήσει ο παλιοτσιγγούνης για δικά του – θαμμένα απ' τον καιρό των αρχαίων πολέμων. Μόλις όμως πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, γίνεται καπνός. Λένε πως είναι παιδί ενός κακού πνεύματος και μιας ξεπεσμένης νεράιδας.

Φοράει ένα κόκκινο πανωφόρι με δύο σειρές από εφτά κουμπιά κι ένα δίκωχο καπέλο που η κορφή του στριφογυρίζει σαν μύλος. Στο Ντόνεγκαλ, τον έχουν δει και μ' ένα χοντρό γούνινο παλτό. 

Στην αρχή του 19ου αιώνα μάλιστα, σύμφωνα με τον Κρόκερ, σ' ένα Πρακτορείο Τύπου στο Τιππερέρι, έδειχναν στον κόσμο ένα μικρό παπουτσάκι που το 'χε ξεχάσει εκεί, λέει, αυτό το ξωτικό.



Ο Μπεκρής [Cluricaun]




Μερικοί πιστεύουν πως δεν είναι παρά ο Παπουτσής, που αφήνει τη δουλειά του τη νύχτα και πάει να ξεφαντώσει. Κλέβει ποτά απ' τα κελάρια των αρχοντικών και κυνηγάει για το κέφι του τα πρόβατα και τα τσομπανόσκυλα, γιατί το πρωί τα βρίσκουν οι βοσκοί, λαχανιασμένα και λασπωμένα. Στο Βορρά και στο Κόνοκτ είναι σχεδόν άγνωστος.




Ο Ερωτιάρης με την Πίπα [Ganconer]




Άλλη μια παραλλαγή του Παπουτσή, μόνο που, αντίθετα από κείνον, αυτός εδώ είναι τεμπέλαρος. Γυρνάει σε απόμερα λιβάδια, πάντα με μια παλιά ιρλανδέζικη πίπα να κρέμεται στα χείλια, και ξεμυαλίζει τις βοσκοπούλες και τις γαλατούδες. Είναι γρουσουζιά να τον πετύχεις• κι όσους τον βλέπουν, τους καταστρέφει αργά ή γρήγορα η αδυναμία τους στο ωραίο φύλο.




Ο Φαρσαδόρος Κρεμανταλάς [Far Darrig = Ο Κόκκινος Άνθρωπος]




Αυτός, ψηλός και άχαρος, φοράει πάντα ένα κόκκινο σκουφί και πανωφόρι και σκαρώνει κακόγουστα και μάλλον μακάβρια αστεία σε βάρος των θνητών. Είναι άτιμο υποκείμενο και κυβερνάει τους εφιάλτες των ανθρώπων.



Το Πούκα [poc = τράγος]



Το Πούκα της ιρλανδικής παράδοσης / Púca or pooka or phooka



Ανήκει στην οικογένεια του εφιάλτη. Πολλοί το θεωρούν τον πρόγονο του Puck στο «Όνειρο Θερινής Νύχτας» του Σαίξπηρ. Ζει σε ερημικές βουνοκορφές κι «έχει αποκτήσει όψη τέρατος απ' την πολλή μοναξιά».

«Σε μια ιστορία ανώνυμου συγγραφέα», γράφει ο κύριος Ντάγκλας Χάιντ, «διαβάζουμε ότι, σ' ένα λόφο, στο Λένστερ, πρόβαλε τα παλιά χρόνια ένα καλοθρεμμένο άλογο, με στιλπνό τρίχωμα και όψη τρομερή, και μιλούσε στον καθένα με ανθρώπινη φωνή για το τί θα γίνει την πρώτη μέρα του χειμώνα κι είχε μάθει να δίνει έξυπνες και σωστές απαντήσεις σ' όποιον το ρωτούσε για όσα θα γίνονταν ως την πρώτη Νοεμβρίου του επόμενου χρόνου. Ο κόσμος του άφηνε δώρα και προσφορές στο λόφο μέχρι τη γιορτή του Αγίου Πατρικίου». Αυτή η παράδοση είναι συγγενική με κείνη του Πούκα [έκτος πάλι κι αν ήταν το Άλογο των Νερών – augh ishka – που ήταν πολύ γνωστό παλιότερα. Αναδυόταν απ' τη θάλασσα και κάλπαζε στην άμμο και στους αγρούς κι οι άνθρωποι πολλές φορές το κυνηγούσαν για να το δαμάσουν. Όταν κατάφερναν να το σελώσουν και να του περάσουν χαλινάρια, ήταν το καλύτερο άλογο απ' όλα• φτάνει να το κρατούσες μακριά απ' το νερό, γιατί έτσι και το έπιανε το μάτι του, ορμούσε μέσα μαζί με τον καβαλάρη του και τον κατασπάραζε στον βυθό].

Το Πούκα είναι πνεύμα του Νοεμβρίου και η πρώτη Νοεμβρίου είναι για κείνο μέρα ιερή – αν κι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτό το άγριο στοιχειό, με το βλέμμα που στυλώνεται επάνω σου, ήσυχο και πολιτισμένο.

Παίρνει πολλές μορφές, πάντοτε ζώων• άλογου, γαϊδάρου, τράγου, ταύρου κι αετού. Του αρέσει να παίρνει τους ανθρώπους καβάλα κι αφού τους τριγυρίσει σε λαγκάδια και βουνά να τους πετάει άπ' την πλάτη του το ξημέρωμα. Η αδυναμία του είναι να ταλαιπωρεί τους μεθύστακες. Ο ύπνος του πιωμένου είναι το βασίλειο του Πούκα!

Μερικές φορές παίρνει πιο απρόσμενες μορφές από κείνες του ζώου ή του πουλιού. Το Πούκα του Κιλκένι, για παράδειγμα, παίρνει τη μορφή προβιάς. Τις νύχτες κυλάει στα χωράφια μ' ένα βουητό κι ένα σφύριγμα που τρομάζει τόσο τα ζωντανά που τ' αδάμαστα πουλάρια τρέχουν στον πρώτο άνθρωπο που βρίσκουν μπροστά τους και γέρνουν το κεφάλι τους στον ώμο του για να τα προστατέψει.



Ο Ζητιάνος [Fear Gorta = ο Άνθρωπος της Πείνας]




Είναι ένα σκελετωμένο στοιχειό που εμφανίζεται σε περιόδους λιμού. Ζητάει ελεημοσύνη απ' τα σπίτια και φέρνει γούρι σ' όποιον του δίνει.



Η Μοιρολογίστρα [Banshee]




Η Μοιρολογίστρα είναι θηλυκό στοιχειό και παραστέκεται στις παλιές ιρλανδέζικες οικογένειες. Θρηνεί αναγγέλλοντας το θάνατο κάποιου δικού τους. Διαφέρει άπ' τα άλλα μοναχικά ξωτικά γιατί είναι καλοπροαίρετη, όπως κι ο Ζητιάνος. Μπορεί να μην ανήκει καν σ' αυτά, μπορεί να 'γινε μοναχική απ' την πολλή θλίψη. Πολλοί την έχουν δει να κλαίει και να χτυπιέται. Λένε μάλιστα πως τα ιρλανδικά μοιρολόγια είναι απομίμηση του δικού της θρήνου. 

Όταν εμφανίζονται περισσότερες από μία, τότε σημαίνει πως πρόκειται να πεθάνει κάποιο σπουδαίο πρόσωπο η κάποιος άγιος. […]



Το Ακέφαλο Στοιχειό [Dullahan]



Ο ακέφαλος καβαλάρης Dullahan της ιρλανδικής παράδοσης



Πολύ ανατριχιαστικό πλάσμα: Δεν έχει κεφάλι ή το κουβαλάει κάτω απ' τη μασχάλη του. Το 'χουν δει να οδηγεί συχνά ένα μαύρο αμάξι (coach-a-bower) που το σέρνουν ακέφαλα άλογα. Χτυπάει την πόρτα των αγροτόσπιτων, κι αν του ανοίξεις, σού 'ρχεται στο πρόσωπο ένας κουβάς αίμα. Είναι κακός οιωνός – στα σπίτια που επισκέπτεται αναγγέλλει τον θάνατο Δεν πάει πολύς καιρός που ένα τέτοιο αμάξι πέρασε χαράματα απ' το Σλάιγκο, όπως μου είπε ένας ναυτικός. Σ' ένα χωριό λένε πως ακούνε τις ρόδες του να κυλάνε πολλές φορές το χρόνο.

Αυτά τα στοιχειά ωστόσο τα συναντάμε κι έξω απ' την Ιρλανδία. Το 1807, δύο φρουροί του Σαίντ-Τζαίημς Πάρκ στο Λονδίνο έμειναν στον τόπο απ' τον τρόμο, όταν μια ακέφαλη γυναίκα, γυμνή απ' τη μέση κι επάνω, σκαρφάλωσε τα μεσάνυχτα στα κάγκελα.



Η Μοιραία Μούσα [Leanhaun Shee = η Ξωτικιά Ερωμένη]



Πίνακας του Τζον Ουίλιαμ Γουότερχαουζ / John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)
John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)



Αυτή κυνηγάει τον έρωτα των άντρων. Αν αρνηθούν, γίνεται σκλάβα τους. Αν συγκατατεθούν, είναι πια δικοί της και μπορούν να γλιτώσουν μόνο αν βρουν κάποιον να πάρει τη θέση τους. Ζει απομυζώντας τη ζωή τους, κι αυτοί σιγά-σιγά μαραζώνουν και πεθαίνουν. 

Είναι η μούσα των κελτών ποιητών, γιατί χαρίζει την έμπνευση στους εραστές της και σκλάβους της. Οι κέλτες ποιητές πεθαίνουν όλοι νέοι• η Μούσα βιάζεται να τους πάρει μαζί της σ' άλλους κόσμους. Ούτε ο θάνατος δεν λυτρώνει όποιον πέσει στα δίχτυα της.


Έκτος άπ' τα παραπάνω έχουμε κι άλλα μοναχικά ξωτικά, όμως ξέρουμε πολύ λίγα γι' αυτά για να επεκταθούμε στο καθένα χωριστά. Υπάρχουν πάντως τα «σπιτικά στοιχειά»• τα Water Sherries, ένα είδος φευγαλέου φωσφορισμού• το Sowlth, ένα άμορφο φεγγοβόλο πλάσμα• το Pastha, δράκοντας των λιμνών και φρουρός κρυμμένων θησαυρών• και τα Bo men, στοιχειά που ζουν στους βάλτους της κομητείας Ντάουν κι επιτίθενται στους άμυαλους, μπορείς όμως να τ' απομακρύνεις χτυπώντας τα μ’ ένα παράξενο είδος φύκι. Αυτά υποψιάζομαι ότι είναι σκωτικής προελεύσεως. Σε ορισμένα μέρη υπάρχει, τέλος, η μεγάλη φυλή των φαντασμάτων, των Thivishes.

Αυτά είναι όλα τα ξωτικά και πνεύματα που συνάντησα στην Ιρλανδική παράδοση. Πολύ πιθανόν να υπάρχουν κι άλλα, που δεν τα ‘χουμε ακόμα ανακαλύψει.»



Το κείμενο του W.B. Yeats από το «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας», σε μετάφραση Α. Πασχαλίδη. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση, Το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 19.


Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman / Puck from A Midsummer's Night Dream in Sandman
Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855

23 Νοεμβρίου 2014

H Σύναξη των Ζώων. Διασκευή ενός Ινδικού Μύθου






Στα χρόνια τα παλιά, όταν η γη ήταν γεμάτη δάση και οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα στις σπηλιές, τα ζώα όλα μαζεύτηκαν σε σύναξη. Ήταν εκεί κάθε ζώο που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Άλογα κι ελέφαντες, τίγρεις και ιπποπόταμοι, ψάρια, ζωύφια και πουλιά. Τα ζώα συγκεντρώθηκαν σε ένα πελώριο ξέφωτο, περιτριγυρισμένο από ψηλά δέντρα. Ήξεραν για ποιόν λόγο είχαν βρεθεί. Αρχικά γινόταν μεγάλη οχλαβοή – το δάσος ξεχείλιζε βουίσματα, βελάσματα, βρυχηθμούς και τιτιβίσματα. Ξάφνου όμως πήρε τον λόγο το λιοντάρι και οι πάντες σίγησαν.

«Σύντροφοι στο βασίλειο των ζώων, γνωρίζετε όλοι για ποιόν λόγο βρεθήκαμε εδώ. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό και η απόφαση που θα πάρουμε θα καθορίσει το μέλλον του κόσμου».


***


Κάθε ζώο είχε καρφωμένο το βλέμμα πάνω του. Ένιωθαν όλοι την σημασία της στιγμής. Το λιοντάρι συνέχισε.

«Τον παρατηρούμε σε καθημερινή βάση. Η εξέλιξη του είναι ραγδαία. Δείτε που βρισκόταν πριν μερικές χιλιάδες χρόνια και που βρίσκεται τώρα! Σίγουρα ποτέ δεν πρόκειται βέβαια να φτάσει το δικό μας επίπεδο τελείωσης… μα η μεταβολή είναι ταχύτατη, όπως και να ‘χει».

Ο χιμπαντζής πήρε απότομα τον λόγο. «Παλιά έμοιαζε με εκείνους του είδους μου! Μα δείτε, τώρα βαδίζει στα δυο του πόδια! Δεν έχει πια ουρά, ούτε ζει στα δέντρα! Λένε μάλιστα πως αυτό είναι μόνο η αρχή! Έχω ακούσει πως κάποια μέρα θα μπορέσει μέχρι και να πετάξει στον ουρανό ψηλά!»

Αναστάτωση επικράτησε στο ξέφωτο. Ένας κότσυφας αντιλάλησε πάνω απ’ όλους: «Αποκλείεται να καταφέρει να πετάξει! Μα ποιος νομίζει ότι είναι;!». Τότε μίλησε μια σαύρα. Η φωνή της αντήχησε σαν το θρόισμα των φύλλων πριν την καταιγίδα: «Όσο εκείνος ζει, κανένας από μας δεν είναι ασφαλής. Η επιθετικότητά του δε γνωρίζει όρια. Αν δυναμώσει ακόμα παραπάνω, τι θα απογίνουμε εμείς;»


***


Σιωπή. Τα ζώα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ένας αγριόχοιρος πήρε τον λόγο: “Σταδιακά γινόμαστε όλοι λεία στις ορέξεις του. Ασφαλώς και εμείς τα ζώα στρεφόμαστε συχνά ο ένας ενάντια στον άλλο… μα εκείνος στρέφεται ενάντια σε όλους, χωρίς περιορισμό. Η φύση συνιστά για κείνον ένα ατελείωτο αντικείμενο εκμετάλλευσης, προκειμένου να το πλάσει με τα χέρια του και να το μετατρέψει σε υποχείριο των σκοπών του. Μέχρι που θα φτάσει αυτό;».

Ο αετός συμπλήρωσε, τινάζοντας πέρα τα φτερά του: «Είναι επικίνδυνος όχι για μας μονάχα, μα και για τον ίδιο τον εαυτό του. Πολύ φοβάμαι πως στο μακρινό μέλλον, θα χειροτερέψει ακόμα πιο πολύ. Αν είναι να κάνουμε κάτι, πρέπει να το κάνουμε τώρα που είναι νωρίς! Tώρα που οι αριθμοί του δεν είναι ακόμα ισχυροί».

Γενική επιδοκιμασία επικράτησε παντού. «Ναι, ναι, τώρα που είναι νωρίς!», φώναζαν τα ζώα. «Πριν εξαπλωθεί σε όλη τη γη, τώρα που είμαστε δυνατότεροι απ’ αυτόν!».


***


Το λιοντάρι μίλησε πάλι. «Είμαστε λοιπόν σύμφωνοι; Θα επιτεθούμε στο ον που ονομάζεται άνθρωπος, με σκοπό να το εξολοθρέψουμε; Tώρα που οι αριθμοί του είναι ακόμα μικροί και έχουμε τη δύναμη; Καταλαβαίνετε πως μια τέτοια απόφαση, λόγω της έκτασης της σημασίας της, πρέπει να έχει την έγκριση όλων μας. Ένας έστω από τους εκπροσώπους μας αν διαφωνεί, ένας μόνο αν επιθυμεί ο άνθρωπος να ζήσει, θα αναγκαστούμε να σεβαστούμε τη γνώμη του.

Λοιπόν, είσαστε έτοιμοι να ψηφίσετε;»

«Είμαστε!», έκαναν τα ζώα.

«Υπάρχει ένας, έστω, ανάμεσά σας, που θεωρεί πως ο άνθρωπος πρέπει να ζήσει;», ρώτησε το λιοντάρι.

Κανένας δε μίλησε. Όλα τα ζώα φαίνονταν αποφασισμένα…

…Τότε όμως αντήχησε μια ψιλή φωνή. «Εγώ». Οι πάντες στράφηκαν στο μέρος του, έκπληκτοι. «Εγώ επιθυμώ ο άνθρωπος να ζήσει», έκανε το πλάσμα.

Τα ζώα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ήταν μέρος της συμφωνίας... Η απόφαση χρειαζόταν να είναι ομόφωνη. Ένας αν διαφωνούσε έστω, όφειλαν να τον σεβαστούν.

«Ας είναι έτσι λοιπόν!», αντήχησε επιβλητική η φωνή του λιονταριού. «Ο άνθρωπος θα ζήσει. Σε σένα, πλάσμα, στην ανιδιοτέλεια σου, θα χρωστά την ύπαρξη του. Η συνεδρία μας λαμβάνει τέλος!».


***


Ένα-ένα, τα ζώα αποχώρησαν. Κάπως έτσι σώθηκε λοιπόν ο άνθρωπος… Όσο αφορά το ζώο που πήρε θέση υπέρ του; Εκείνο αποχώρησε γελώντας, βαθιά ικανοποιημένο:

«Ανιδιοτέλεια; Όχι δα! Γιατί, βλέπετε, κανένα άλλο ζώο της φύσης δεν έχει αίμα σαν εκείνο του ανθρώπου!»…

…είπε το κουνούπι και πέταξε μακριά.



******


Μια διασκευή μου σε έναν παλιό, ινδικό μύθο που είχα κάποτε ακούσει.





2 Νοεμβρίου 2014

Άμπρα Κατάμπρα: Τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων





To σημερινό μας αφιέρωμα διαφέρει από τα άλλα. Δε θα ιχνηλατήσουμε την ιστορία των τεχνών, ούτε θα μιλήσουμε για συγγραφείς ή ταινίες. Δε θα καταπιαστούμε με ζητήματα κοινωνικά, ούτε θα πιάσουμε τη φιλοσοφία. Το σημερινό κείμενο δεν απευθύνεται σε όλους. Πρόκειται για μια ανάρτηση αμιγώς νοσταλγικού χαρακτήρα, η οποία θα ταξιδέψει ορισμένους από εμάς στα χρόνια της πρώιμης παιδικής μας ηλικίας και σε ένα από τα αναγνώσματα με τα οποία την έχουμε συνδέσει. Ο λόγος για τη φοβερή εκείνη σειρά παραμυθιών που μας παρέσερνε σε κόσμους μαγικούς με μία μόνο φράση της: «Άμπρα Κατάμπρα».

Βρίσκονται ακόμα εκεί, σε ένα σκονισμένο ράφι της βιβλιοθήκης μου. Τα περισσότερα από τα 26 τεύχη του εικονογραφημένου περιοδικού. Στα περισσότερα τεύχη λείπει το εξώφυλλο, ενώ οι εσωτερικές σελίδες έχουν φθορές και σκισίματα – ως και πρώιμες απόπειρες ζωγραφικής, ή σωστότερα, μουτζούρες. Τα παίρνω από το ράφι, γυρίζω τα φύλλα και οι γνώριμες εικόνες κατακλύζουν για άλλη μια φορά τη μνήμη μου. Ω, ναι, θυμάμαι αυτήν την ιστορία… και εκείνη, πόσο με είχε καθηλώσει. Κάποιες ιστορίες μου άρεσαν περισσότερο συγκριτικά με άλλες… Ορισμένες είχα φτάσει να τις αφηγούμαι στα νήπια, που ήμασταν μαζί στην τάξη, ξεχνώντας συνήθως τα περισσότερα, μπερδεύοντας συχνά τα λόγια, παραλείποντας ουσιώδεις λεπτομέρειες, μα κρατώντας την ουσία… τον ενθουσιασμό που μου μετέδιδαν.






Νήπιο, ναι. Για τόσο παλιά μιλάμε. Πριν ακόμα μάθω να διαβάζω. Μα οι ιστορίες συνοδεύονταν από κασέτες – κάθε τεύχος είχε τη δική του. Ήταν οι αφηγήσεις στις χαρακτηριστικές εκείνες κίτρινες κασέτες που είχαν καρφωθεί στη φαντασία μου. Οι φωνές των ηθοποιών και οι μελωδίες που τις συνόδευαν. 

Θυμάμαι να ξενυχτάμε, παρέα με την αδερφή μου, κι ενώ τα φώτα στο δωμάτιο ήταν σβηστά, ακούγοντας τις κασέτες μέχρι να μας πάρει ο ύπνος. Το κόκκινο φωτάκι από το αναμμένο κασετόφωνο αχνοφαινόταν στο σκοτάδι. Σαν τη φλόγα της φωτιάς που ξεθυμαίνει μες στο τζάκι – το χαρακτηριστικό εκείνο τζάκι που όλοι φέρουμε στη σκέψη μας, εκείνο που μας πάει αιώνες πίσω, ως τις αρχέγονες μας αναμνήσεις – πολύ πριν γεννηθούμε. Αυτό με τη γιαγιά. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 η γιαγιά και το τζάκι παραχώρησαν τη θέση τους στο κασετόφωνο και το περιοδικό… Αργότερα η κασέτα θα παρέδιδε τη σκυτάλη στο cd και σήμερα, πια, στα ψηφιακά μέσα. Μα η ουσία μένει ίδια. Η αφήγηση ήταν μαγική και οι ιστορίες διαχρονικές. Ο ύπνος που ακολουθούσε ήταν πάντοτε γλυκός. Και τα όνειρα ήταν όνειρα περιπέτειας και αναζήτησης, παιχνιδιού και μυστηρίου.






***


Θυμόμαστε τα «Άμπρα Κατάμπρα» όσοι ήμασταν παιδιά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, όταν και κυκλοφόρησαν σε εβδομαδιαία τεύχη, το κάθε ένα συνοδευόμενο από τη δική του κασέτα. Παραμύθια από όλον τον κόσμο, άλλα κλασικά, άλλα μοντέρνα, κάποια σε μορφή κόμικς, άλλα φέροντας κλασική εικονογράφηση. Ορισμένα καταπιάνονταν με θέματα μυθολογίας, άλλα με λαϊκές ιστορίες. 

Όλες οι χώρες του κόσμου είχαν την τιμητική τους, όλες οι ήπειροι. Από την Ελλάδα στην Μέση Ανατολή, από την Αμερική στην Αφρική. Ιστορίες και παραμύθια κάθε θεματικής και ύφους, άλλα με ζώα, άλλα με ανθρώπους, άλλα με θεούς και ήρωες και άλλα με πρόσωπα της διπλανής πόρτας – τους ήρωες της σύγχρονης καθημερινότητας. Μεταξύ άλλων παρήλαυναν κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας, μα και μικροσκοπικά, έξυπνα ποιήματα. Όλα αυτά συνοδευόμενα από καταπληκτικές εικονογραφήσεις – διαφορετικές από ιστορία σε ιστορία, ταιριάζοντας πάντα με το ύφος και το στυλ της.






Τα «Άμπρα Κατάμπρα», όπως τα μάθαμε στα ελληνικά, υπήρξαν ουσιαστικά μεταφορά της σειράς “Story Teller”, η οποία κυκλοφόρησε μεταξύ των ετών 1982 και 1985 σε 26 τεύχη. Η σειρά γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μεταφράστηκε σε πλήθος γλώσσες – ευτυχώς, και στη δική μας. Θα ακολουθούσε μάλιστα και δεύτερος κύκλος, με άλλα 26 τεύχη, τον οποίο όμως δεν είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε στα μέρη μας. Κρίμα, καθώς περιλαμβάνει πλήθος σπουδαίων ιστοριών, που σίγουρα θα μας χάριζαν άφθονα επιπλέον μαγικά ταξίδια, αν είχαν μεταγλωττιστεί με τη σειρά τους. 

Ευτυχώς όμως, υπάρχει το ίντερνετ! 

Στα ακόλουθα links μπορείτε να βρείτε ανεβασμένη όλη τη σειρά των “Story Teller”, στα αγγλικά – τόσο τον πρώτο κύκλο που μεταφράστηκε στη χώρα μας, όσο και τον δεύτερο, «άγνωστο» κύκλο.







Μα δεν ήταν μόνο οι εξαιρετικές επιλογές παραμυθιών και οι καταπληκτικές εικονογραφήσεις εκείνο που έκανε τα «Άμπρα Κατάμπρα» να ξεχωρίζουν. Οι αφηγήσεις, βλέπετε, ήταν όλες από γνωστούς και αγαπημένους ηθοποιούς! Επρόκειτο κυριολεκτικά για ένα all-star team, με πρωτεργάτες τον Στέφανο Ληναίο και τη σύζυγό του, Έλλη Φωτίου. Μεταξύ των ηθοποιών που πέρασαν από την ομάδα του «Άμπρα Κατάμπρα» ας αναφέρουμε την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τον Κώστα Ρηγόπουλο, την Κάτια Δανδουλάκη, τον Αλέκο Αλεξανδράκη, την Κάκια Αναλυτή, τον Κώστα Καρρά, τον Νικήτα Τσακίρογλου, τον Ζανό Ντάνια, τον Σωτήρη Μουστάκα, την Ξένια Καλογεροπούλου, τη Χρυσούλα Διαβάτη και τη Μάρθα Βούρτση – μα και πολλοί ακόμα.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του «Άμπρα Κατάμπρα» που, τώρα ως ενήλικας, θαυμάζω, είναι το εύρος της θεματολογίας του και η βαθιά προοδευτικότητα που το χαρακτήριζε. Οι ιστορίες και οι μύθοι αφορούν όλους τους λαούς του κόσμου, όλους τους πολιτισμούς. Ιστορίες από την Ιρλανδία, την Ιαπωνία, την Αφρική, την Ινδία, την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την αρχαία Ελλάδα, τη σκανδιναβική μυθολογία, την κλασική παιδική λογοτεχνία, τους μύθους των αδερφών Γκριμ, τα παραμύθια του Αισώπου, τις Χίλιες και Μια Νύχτες, τα παραμύθια του Άντερσεν, μα και πλήθος από ιστορίες που παραπέμπουν στο μοντέρνο, αστικό περιβάλλον… 






Με την ποικιλομορφία της η σειρά κατόρθωνε να μεταδώσει στο παιδί πλήθος ερεθισμάτων για τη φαντασία του, μα και μια αίσθηση πως κάθε πολιτισμός, κάθε κουλτούρα φέρουν τη δική τους σημασία και σπουδαιότητα. Δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι λαοί. Οι μύθοι κάθε πολιτισμού, κάθε εποχής και περιβάλλοντος μεταφέρουν σημαντικά μηνύματα και όλοι κατέχουν ίσο μερίδιο στην αφήγηση της ιστορίας…

…Γιατί η ιστορία είναι πάντα μία, ξέρετε. Απλά διαχωρίζεται σε άπειρες παραλλαγές.



33 Αγαπημένες Ιστορίες



Αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιες από τις ιστορίες και τα παραμύθια που μου έμειναν αξέχαστα από τα «Άμπρα Κατάμπρα», θα επέλεγα τα ακόλουθα – ορισμένα εκ των οποίων μπορείτε να τα ακούσετε και στο youtube.


1 # Ο Δρακούλης Δρακουλίνος (click). Το αγαπημένο μου όλων μικρός. Μια επική τριλογία για ένα μικρό ogre που γνωρίζει έναν χρυσό δράκο και γίνεται ήρωας. Η σκηνή με τον Δρακούλη που μπήγει το σπαθί του στην καρδιά του γλοιώδους τέρατος είχε συγκλονίσει την παιδική μου φαντασία.






2 # Πινόκιο. Μια ιδιαίτερα πιστή μεταφορά του πρωτότυπου μυθιστορήματος του Κάρλο Κολόντι – αφαιρώντας ένα-δυο σκοτεινά στοιχεία απ’ την αρχική πηγή, μα διατηρώντας όλα τα βασικά στοιχεία της ιστορίας. Ασφαλώς αυτός ο Πινόκιο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την ντισνεϊκή του εκδοχή, όντας πολύ περισσότερο συναρπαστικός σε επίπεδο πλοκής και εξέλιξης. 

Σκηνές όπως το κρέμασμα στο δέντρο από τους κουκουλοφόρους ληστές, το τέρας του σπηλαίου που απειλεί να τον τηγανίσει ζωντανό, ή η εμφάνιση της πελώριας φάλαινας (ασφαλώς συνοδευόμενη από την κατάλληλη μουσική υπόκρουση στην κασέτα) μου είχαν σκορπίσει ανατριχίλες. Όσο αφορά το φινάλε… και σήμερα ακόμα δακρύζω.







3 # Γκομπολίνο (click). Το μεγάλο «χιτ», καθώς βλέπετε το αφηγούνταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, σε έναν ρόλο που ομολογουμένως της ταίριαζε γάντι. Εκείνο ενός μαύρου γάτου, παρατημένου από την οικογένειά του – μια οικογένεια γάτων-μαγισσών, που τον παράτησαν καθώς είχε ένα λευκό ποδάρι και γαλάζια μάτια – τον θεώρησαν, βλέπετε, «ελαττωματικό». Το γατάκι αναζητάει την τύχη του και μπλέκει σε ένα σωρό περιπέτειες. 

Με τον «Γκομπολίνο» ξεκίνησε το πρώτο τεύχος του «Άμπρα Κατάμπρα» και η σειρά έμελλε να διαρκέσει για τέσσερα ακόμα τεύχη. Το δεύτερο μέρος της σειράς, στο οποίο ο Γκομπολίνο γίνεται καραβόγατος παραμένει το αγαπημένο μου (click).







4 # Ο Σπιρτούλης. Λατρεμένη σειρά, η οποία εξελίσσεται στο «Μαγεμένο Δάσος» – ένα μέρος στο οποίο πολύ θα ήθελα να ζούσα. Ποιος ξεχνάει τη γκρινιάρα γιαγιά-Κουμπίνα και την αράχνη, που ο Σπιρτούλης είχε ως κατοικίδιο, την Κοκό;







5 # Ο Άγγελος Αγγελάκης. Μια ιστορία για ένα παιδί που ήταν τόσο καλό, τόσο ελεεινά καλό, που κάποια μέρα έβγαλε… φτερά αγγέλου πίσω στην πλάτη και ένα φωτοστέφανο πάνω στο κεφάλι! Μα εκείνο δεν του άρεσε καθόλου… έτσι λοιπόν ο Άγγελος Αγγελάκης αποφασίζει να κάνει στο εξής μονάχα κακές πράξεις! 

Κάπως έτσι το πιο αγαπημένο παιδί της γειτονιάς μετατρέπεται στον άρχοντα της σκανταλιάς και της αταξίας! Δυστυχώς όμως, ούτε αυτό έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τα φτερά και το φωτοστέφανο έπεσαν, μα τη θέση τους πήραν δυο κέρατα και μια σατανική ουρά!

Δε φαντάζεστε πόσες φορές έπαιζε στο repeat αυτή η ιστορία – τόσο πολύ μου άρεσε!






6 # Τα πρόωρα Χριστούγεννα του Άη Βασίλη» (click). Τα κουδουνάκια που αντηχούν και ο ήχος από το έλκηθρο στο τέλος είχαν εντυπωθεί τόσο βαθιά στη μνήμη μου, που έφτασα να συνδέω αναπόσπαστα τα Χριστούγεννα με αυτήν εδώ την ιστορία! Μια μοντέρνα, πανέξυπνη αφήγηση για τον Άη Βασίλη, ο οποίος αποφασίζει να αφήσει το κρύο και τις καμινάδες και να επισκέπτεται στο εξής τα παιδιά το καλοκαίρι, με ξυρισμένη τη γενειάδα, φορώντας t-shirt και γυαλιά ηλίου, και μπαίνοντας κατευθείαν απ’ την πόρτα του σπιτιού, χτυπώντας το κουδούνι!

Φυσικά οι συνέπειες είναι ξεκαρδιστικές.






7 # Η Άννα και το Καγκουρό. Μια ιστορία ερχόμενη απ’ την Αυστραλία, σχετική με ένα κοριτσάκι που είχε χαθεί στο δάσος και ανέλαβε τη φροντίδα της ένα καγκουρό με μητρική φωνή. Η εξέλιξη της ιστορίας είναι βαθιά συγκινητική και μεταδίδει πολύ δυνατά μηνύματα ως προς τη σχέση των ανθρώπων με τα ζώα – μα και την σκληράδα των δεύτερων, οι οποίοι αντιμετωπίζουν το καγκουρό ως θήραμα για το κυνήγι τους. 

Μια από τις σκηνές της ιστορίας δε, κατά την οποία η Άννα και το καγκουρό πέφτουν σε μια φυλή ιθαγενών μες στην καρδιά της νύχτας, οι οποίοι τους κυνηγάνε με σκοπό να τους σκοτώσουν, ενώ τα τύμπανα του δάσους στην κασέτα αντηχούν τρομακτικά… αυτή η σκηνή ανήκει στις πλέον αγωνιώδεις των παιδικών μου χρόνων.







8 # Ο «Αμπντουλάχ και το Τελώνιο». Μία ακόμα ιστορία που μας έρχεται από τους μύθους της Αραβίας, σχετική με ένα δαιμόνιο τζίνι, που απελευθερώνεται από ένα μπουκάλι από λάθος ενός φτωχού ψαρά… μα και το τέχνασμα του ψαρά, προκειμένου να το κλείσει πάλι μέσα.






 9 # Το Τσακμάκι. Αγαπημένη ιστορία σχετική με έναν νέο που ανακαλύπτει ένα μαγικό φυλαχτό, ικανό να προσελκύει τρία πολύ ιδιαίτερα σκυλιά…


10 # «Τα Αυτοκινητάκια του Χάρη». Όσοι παίζαμε με αυτοκινητάκια μικροί ήταν αδύνατο να μη λατρέψουμε την συγκεκριμένη ιστορία!


11  # Το Κουτί της Πανδώρας». Πρόκειται για τον γνωστό μύθο, μα η εκδοχή του στα «Άμπρα Κατάμπρα» ήταν ανατριχιαστική μέχρι το κόκαλο! Θα την παρομοίαζα με πρώιμη εμπειρία τρόμου. Ιδού και το κεντρικό σαλόνι, όταν η Πανδώρα ανοίγει το κουτί και ξεχύνονται από μέσα τα κακά του κόσμου σε μορφή σιχαμερών εντόμων…






12  # Ο Εγωιστής Γίγαντας»(click). Το πασίγνωστο παραμύθι του Oscar Wilde σε μια διασκευή που διατηρεί όλη την ευαισθησία του πρωτότυπου.


13  # Τα Καινούργια Ρούχα του Βασιλιά» (click). Βαθιά ριζοσπαστικό παραμύθι, τόσο για την εποχή του, όσο και για τα σημερινά δεδομένα ακόμη. Το φοβισμένο πλήθος που ζητωκραυγάζει για τη φορεσιά του βασιλιά, τρέμοντας μη τυχόν χάσει την πολύτιμή του θέση… και ένα παιδί, που μόνο αυτό μέσα στο πλήθος βλέπει την πραγματικότητα: «Μα, ο βασιλιάς είναι γυμνός!»







14  # «Ο Επιστάτης Κόκορας». Ένα ακόμα παραμύθι με διάχυτα κοινωνικά μηνύματα. Ένα κοτέτσι σε μια φάρμα, στην οποία τα ζώα ζουν ευτυχισμένα, μέχρι που αλλάζει ο επιστάτης. Ο νέος είναι βαθιά αυταρχικός και οι μέθοδοι του θυμίζουν φασίστα στρατοκράτη. Μα τα ζωάκια δεν είπαν ακόμα την τελευταία τους κουβέντα…







 15 # «Σεβάχ ο Θαλασσινός». Iστορίες που μας έρχονται από την αστείρευτη παράδοση της μαγευτικής Μέσης Ανατολής, περιγράφοντας τα ταξίδια του Σεβάχ σε μέρη εξωτικά και τη συνάντηση του με θαυμαστά όντα…







16  # «Ο Θέμης Μεγαλώνει». Μία μοντέρνα ιστορία με θέμα της ένα παιδί που αισθάνεται περιθωριοποιημένος στην παρέα, όντας ο μικρότερος σε ηλικία και ο χειρότερος παίχτης στη μπάλα. Μέχρι που μια μέρα ο αρχηγός της παρέας, ο Σταύρος, εγκλωβίζεται στα χαλάσματα μιας οικοδομής… Μία ιστορία με την οποία κάθε αγόρι θα μπορούσε να ταυτιστεί – όλοι μας είχαμε νιώσει αντίστοιχα κατά καιρούς, όταν ήμασταν μικροί.


17  # «Το Απίθανο Ταξίδι του Μίκη». Μια ιστορία σε κόμικς, από τις πολύ αγαπημένες μου. Ο Μίκης, ένας εφευρέτης ποντικός, κατασκευάζει ένα διαστημόπλοιο με σκοπό να φτάσει το φεγγάρι, το οποίο οι φήμες λένε πως είναι φτιαγμένο από τυρί…






18 # «Ο Βασιλιάς Μίδας». Ο γνωστός σε όλους μας μύθος, σε μια εξαιρετική διασκευή, πλουμισμένη από μια υπέροχη εικονογράφηση και συνοδευόμενη από υπέροχη μουσική άρπας.


 19 # «Η Χρυσομαλλούσα». Η πασίγνωστη ιστορία των αδερφών Γκριμ με τις τρεις αρκούδες, σε μία υπέροχη διασκευή.


20  # «Χάνσελ και Γκρέτελ». Άλλο ένα παραμύθι των αδερφών Γκριμ, γνωστό σε όλους. Εκείνο το σπίτι με τα ζαχαρωτά φοβάμαι πως θα στοιχειώνει για πάντα τη φαντασία μου.


21  # «Το Σφυρί του Θορ». Τα είχε όλα το «Άμπρα Κατάμπρα»! Εδώ λοιπόν μεταφερόμαστε στην καρδιά της βορειοευρωπαϊκής μυθολογίας, συνοδευόμενη από μια καταπληκτική πραγματικά εικονογράφηση.






22 # «Το Παπουτσόδεντρο» (click). Μοντέρνα ιστορία ερχόμενη από το πρώτο τεύχος του περιοδικού, σε αφήγηση του μοναδικού Στέφανου Ληναίου. Μια ιστορία που μας λέει πέντε πράγματα για τον κόσμο του εμπορίου, του ανταγωνισμού και των εταιρειών…


 23 # «Χάιντι». Τον καιρό εκείνον που διαβάζαμε/ακούγαμε τα «Άμπρα Κατάμπρα», ξεχωρίζαμε τις ιστορίες σε εκείνες που απευθύνονταν περισσότερο σε αγόρια και στις άλλες που ήταν πιο «κοριτσίστικες» - ενώ οι περισσότερες θα λέγαμε πως ήταν… unisex! Ας πούμε, ο «Δρακούλης Δρακουλίνος» ανήκε στην πρώτη κατηγορία, ενώ η Χάιντι, όντας η κεντρική ηρωίδα, απευθυνόταν περισσότερο στα κορίτσια… Μεγαλώνοντας φυσικά συνειδητοποίησα πως η «Χάιντι» ανήκει στα κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας και την εκτίμησα πολύ περισσότερο, όντας μια βαθιά και πολύ ιδιαίτερη ιστορία, η οποία μεταξύ άλλων καθρέπτιζε εξαιρετικά την κοινωνία της εποχής της.






24 # Η Μαγεμένη Βασιλοπούλα». Πρόκειται για το γνωστό σε όλους μας παραμύθι της «ωραίας κοιμωμένης» - Αντίστοιχα με τον «Πινόκιο», η εκδοχή εδώ βρίσκεται πολύ εγγύτερα στο πνεύμα του αυθεντικού μύθου, και όχι στην όμορφη μεν, γυαλισμένη δε, εκδοχή της Disney.


 25, 26 # «Ο Δρομέας και το Γυφτόπουλο» / «Έξω τα Μουλάρια». Δύο ιστορίες, μα τις τοποθετώ μαζί εξαιτίας του πολύ ιδιαίτερου κοινωνικού τους χαρακτήρα. Ο μεν «Δρομέας και το Γυφτόπουλο» σχετίζεται με ένα παιδί Τσιγγάνων, το δε «Έξω τα Μουλάρια» με ένα μαύρο παιδί, που βιώνει τον ρατσισμό εξαιτίας του χρώματος του δέρματός του. Μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικές είναι ιστορίες σαν αυτές για ένα μικρό παιδί… Καλές οι βασιλοπούλες, καλοί και οι πρίγκιπες, μα δεν αρκούν αυτά. Το «Άμπρα Κατάμπρα» τα είχε όλα, πραγματικά.





27  # «Το Ποδήλατο του Μάικ». Μία ακόμα ιστορία σε κόμικς, σχετική με ένα παιδί, τον Μάικ, που ονειρεύεται να ταξιδέψει στο διάστημα. Μέχρι που ένα πόστερ που κρέμεται στο δωμάτιο του, ένα πόστερ που απεικονίζει ένα κορίτσι πάνω σ’ ένα διαστημικό ποδήλατο, έρχεται στη ζωή… Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο Μάικ, καβάλα στο ποδήλατο, ταξιδεύει και χάνεται κάποια στιγμή στα βάθη του ηλιακού μας συστήματος. Μικρός άκουγα την κασέτα που περιέγραφε την περιπλάνηση του Μάικ στο αχανές διάστημα και ανατρίχιαζα – ειδικά στο σημείο που ο Μάικ αντίκριζε τη γη από μακριά και του φαινόταν σαν «μπαλάκι του τένις»… 

Κάποια στιγμή τελικά θα συναντούσε ορισμένους διαστημάνθρωπους και εκείνοι θα τον βοηθούσαν να βρει τον δρόμο για το σπίτι του – η σκηνή που ο Μάικ βλέπει από μακριά το σπίτι του και λέει στους διαστημάνθρωπους «να, εκεί μένω!» σκόρπιζε κύματα ανακούφισης πάνω μου…


28 # «Το Παζλ της Ζωζώς». Ιστορία σε κόμικς για ένα κορίτσι που ταξιδεύει στο διάστημα παρέα με τον σκύλο της και κάπου στο φεγγάρι ανακαλύπτει το χαμένο κομμάτι από το παζλ που έφτιαχνε σπίτι της…





 29 # «Μια Κρυψώνα για τον Ελέφαντα» (click). Ημέρα κυνηγιού και τα ζώα του δάσους πασχίζουν να κρυφτούν. Μόνο ο κακομοίρης ο ελέφαντας δεν τα καταφέρνει, όντας υπερβολικά μεγάλος και ογκώδης – καμία κρυψώνα δεν του κάνει. Οι φίλοι του τα ζώα όμως αποφασίζουν να βοηθήσουν.


30  # «Οι Τρεις Φαλάκρες». Μια πολύ χιουμοριστική ιστορία για ένα παιδί που ντρεπόταν να επιδείξει στους συμμαθητές του το φρικτό του κούρεμα, και έκρυβε συνέχεια τα μαλλιά του κάτω από ένα πελώριο, καουμπόικο καπέλο!





31 # «Ο Κάμι και οι Γάτες Του». Ένας ιαπωνικός μύθος σχετικά με έναν νεαρό ζωγράφο που αποφάσισε να διανυκτερεύσει, μία νύχτα, σε ένα μυστηριώδες σπίτι… Από τις περισσότερο ατμοσφαιρικές στιγμές της σειράς.


32 # «Άλβιν ο Μυρμηγκοφάγος». Μια ιστορία που μας μεταφέρει στην καρδιά της Αφρικής. Πρωταγωνιστής είναι ένας μυρμηγκοφάγος, ο οποίος δέχεται μια μέρα μια παράξενη επιστολή: «Θέλω να ψάξεις να βρεις ποιο είναι το πρώτο ζώο». Έτσι ο Άλβιν ξεκινά την αναζήτησή του, ερχόμενος σε επαφή με άφθονα πλάσματα της ζούγκλας (πιθήκους, λιοντάρια, σκορπιούς, φίδια, κλπ), αναζητώντας το «πρώτο των ζώων»…


33 # «Ο Μάγος του Χάμελιν». Δεν είναι άλλος από τον κλασικό μύθο της ευρωπαϊκής παράδοσης με τον αυλητή που μάγεψε και παρέσυρε στο διάβα του τα παιδιά μιας πολιτείας… Η ακρόαση του στο «Άμπρα Κατάμπρα» ανήκε στις πλέον ατμοσφαιρικές του εμπειρίες. Σχεδόν πάντα αποκοιμιόμουν μετά (με την ιστορία αυτή έκλεινε το τεύχος) και χανόμουν σε άλλους κόσμους…






***


…Κάπως έτσι ταξίδεψα και σήμερα, γράφοντας αυτό το αφιέρωμα, ξεψαχνίζοντας τις φωτογραφίες, ξεφυλλίζοντας τα τεύχη, ενθυμούμενος τις ιστορίες που σημάδεψαν την πρώιμη παιδική μου ηλικία. Να προσθέσω, κλείνοντας, πως τα «Άμπρα Κατάμπρα» κυκλοφορούν σήμερα, σε μορφή τόμων συνοδευόμενων από cd, από τις εκδόσεις «Ορφανίδη» (κλικ). 

Τα συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους των παραμυθιών, καθώς και στους νέους γονείς που γυρεύουν να πάρουν κάτι καλό για τα παιδιά τους…

Όσο αφορά εμάς; Θα μιλήσουμε ξανά για παραμύθια, μα από μια διαφορετική οπτική… Αυτό όμως σε κάποια μελλοντική ανάρτηση μας. Μέχρι τότε, να περνάτε όμορφα και να τρέφετε τη φαντασία και τη σκέψη σας, με κάθε δυνατό τρόπο.