Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φασισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




21 Απριλίου 2019

Hitler lives, Hitler lives... (if we forget)


Hitler lives... if we forget / Ο Χίτλερ ζει.. αν ξεχάσουμε. Ένα τραγούδι υπενθύμισης. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι.




«Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. Η σκύλα που το γέννησε ζει και είναι ακόμα σε οργασμό» - Μπέρτολτ Μπρεχτ



Ο λόγος για ένα τραγούδι. Συμπεριλαμβανόταν σε μια συλλογή με ιστορικά και σπάνια αμερικάνικα τραγούδια, που ηχογραφήθηκαν στη διάρκεια των δεκαετιών του 30 και του 40. Την είχα ξετρυπώσει κάπου στα άδυτα του διαδικτύου, σαν άλλο ακατέργαστο ορυκτό σε κάποιο βαθύ και εγκαταλελειμμένο ορυχείο – και την κοσκίνιζα, σε αναζήτηση πολύτιμου μεταλλεύματος μέσα στην πέτρα και τη σκόνη.

Αρκετά απ’ τα τραγούδια έφεραν ως θεματολογία τους τον πόλεμο και το περιεχόμενό τους ήταν – φυσικά – πατριωτικό. «Εμπρός παιδιά», «πάμε να νικήσουμε», «πάμε να τους πάρουμε τις πόλεις», «με το καλό να επιστρέψουμε στις πατρίδες μας νικητές» και άλλα σχετικά, όμοια με εκείνα που γράφονταν σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου τον καιρό εκείνον – σαν τη δική μας. Σκοπός των τραγουδιών ήταν να εμψυχώσουν τους στρατιώτες που έφευγαν για το μέτωπο και να εξάρουν τις αρετές της μάχης για τον κοινό σκοπό. Καμία έκπληξη ως εδώ. Ιστορικά κειμήλια.

Μέχρι που το βλέμμα μου έπεσε σε ένα τραγούδι που έφερε τον οξύμωρο τίτλο “Hitler Lives” – “Ο Χίτλερ Ζει”. Γραμμένο το 1945 – μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος και είχε ηττηθεί ο φασισμός. Απόρησα. Τι σόι τραγούδι να είναι πάλι αυτό; - και γιατί να τιτλοφορείται κατ’ αυτόν τον τρόπο;

1945. Πανηγυρισμοί. Νικήσαμε! Η εικόνα του αμερικάνου ναύτη που φιλάει την κοπέλα καταμεσής του δρόμου. Ο κόσμος ελεύθερος! Κι εκεί που λες πως το κυρίαρχο ένστικτο είναι πλέον να ξεχάσει ο κόσμος τα δεινά του πολέμου και να αφεθεί στις χαρές της ελευθερίας – γράφεται ένα τραγούδι που αναφέρει πως «ο Χίτλερ ζει»; Ένα αμερικάνικο τραγούδι;

Η περιέργειά μου είχε χτυπήσει κόκκινο – πάτησα μεμιάς το Play.

Μια μελωδική ακουστική κιθάρα. Ρυθμοί country – δεν χωράει αμφιβολία, πρόκειται για αμερικάνικο τραγούδι. Και μια γυναίκα στα φωνητικά – για την οποία έμαθα μετά πως ονομάζεται Rosalie Allen και πως συνιστά μια από τις εμβληματικές φιγούρες της country μουσικής της εποχής, γνωστή ως “βασίλισσα του Yodeling”.

Και ξεκινούν τα λόγια…




We hear lots of talk today 


Up and down life's broad highway 

About whether Hitler died in old Berlin. 

Here's one thing I'm telling you 

You can bet your life it's true 

If we forget our boys then Hitler lives again… 



Hitler lives... if we hurt our fellow man. 

Hitler lives... if we forget. 

Those who fought were heroes, died 

that our flag might float on high. 

If we forget, Hitler lives, Hitler lives. 



I see buddies here and there 

Mighty lonesome in despair 

Got no home and got no job and got no friends. 

If their trouble you ignore 

If you turn them from your door 

Then you can tell the world that Hitler lives again.



Is your memory so numb 

You've forgotten '41 

When the world was all aflame from shore to shore? 

You can count on this my friend 

You let Hitler live again 

If you should ever turn a hero from your door.




Ο Χίτλερ ζει – εάν ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε όσους αγωνίστηκαν και πέθαναν. Να, λοιπόν, ποιο είναι το νόημα του τραγουδιού.

Μα – πράγμα σπάνιο για τα αμερικάνικα δεδομένα των καιρών – οι στίχοι του τραγουδιού σκάβουν ακόμα βαθύτερα.


«Βλέπω ανθρώπους, εδώ κι εκεί,

μοναχικούς μες στην απόγνωσή τους,

δίχως σπίτι, δίχως δουλειά και δίχως φίλους,

Αν αγνοήσεις τις σκοτούρες τους,

Αν κλείσεις την πόρτα σου στα πρόσωπά τους,

Να πεις στον κόσμο τότε πως ο Χίτλερ ζει ξανά»



Και εδώ ερχόμαστε στον πυρήνα, κατ’ εμέ, του τραγουδιού.

Τι είναι εκείνο που τρέφει τον φασισμό κάθε εποχής και κάθε γενιάς; Κάποιοι παρανοϊκοί ηγέτες; Όχι, βέβαια. Ο φασισμός τρέφεται από την απελπισία του κόσμου. Από τη φτώχεια, από την ανεργία, από τη βαθιά αίσθηση αδυναμίας ενός λαού – ο οποίος βλέπει τις ελπίδες του να συρρικνώνονται μέρα με τη μέρα και αποζητά κάποιες διεξόδους. Ο φασισμός συνιστά μια απάντηση – στρεβλωμένη, αποζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους, καλλιεργώντας μίσος και αντλώντας δύναμη από ψευδαισθήσεις μεγαλείου – μα πρόκειται για μια απάντηση, μεταξύ άλλων.

Κάπως έτσι αναδείχτηκε ο Χίτλερ από τις στάχτες της οικονομικής κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του 20. Κάπως έτσι αναδεικνύεται ο φασισμός κάθε εποχής. Μέσα από τις κρίσεις. Είναι η εύκολη απάντηση σ’ ένα πολύπλοκο ερώτημα. Γυρεύοντας δύναμη σε σύμβολα. Πρόθυμος να μετατραπεί σε όργανο κάθε αυταρχικού ηγέτη. Διατεθειμένος να θυσιάσει την ελευθερία του στον βωμό της μαζικής ψευδαίσθησης. Πλάθοντας φανταστικούς εχθρούς και επιθυμώντας να τους ποδοπατήσει. Τα πάντα – αρκεί να αισθάνεται ξανά ασφαλής και δυνατός.

Κάπως έτσι ανασταίνονται απ’ τις στάχτες τους οι Χίτλερ κάθε εποχής. Τρέφονται απ’ τις φλόγες της απελπισίας των λαών.

Βάζω το τραγούδι να παίξει άλλη μια φορά. Το αγάπησα. Πρόκειται για ένα κρυφό στολίδι της αμερικανικής μουσικής. Σε μια χώρα που πανηγύριζε, ματαιόδοξη στην επίδειξη της ανερχόμενής της υπερδύναμης, οι στίχοι του τραγουδιού μιλούν σε άλλο τόνο. Είναι προσγειωμένοι και ρεαλιστικοί. Σε καλούν να σκεφτείς – γιατί δεν αρκούν τα όπλα για να νικηθεί ο φασισμός.

Σκέψου, λοιπόν – σκέψου. Και άκουσε το όμορφο αυτό τραγούδι μαζί μου.



22 Απριλίου 2018

Ο μικρός καθημερινός φασισμός





Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν ένα μεγάλο φασισμό;

Ας διευκρινίσω όμως τι εννοώ με τα επίθετα «μικρός» και «μεγάλος». Ο «μικρός, καθημερινός φασισμός», όπως τον φαντάζομαι, είναι όλες εκείνες οι καθημερινές πράξεις ή συνήθειες που μας φέρνουν εγγύτερα σε μια κατάσταση απανθρωποίησης. Εκείνα τα μικρά πράγματα που προσθέτουν κι από ένα τούβλο στον Μεγάλο Τοίχο της ανθρώπινης αποξένωσης – ένας τοίχος όμοιος με το “The Wall” των Pink Floyd, που μεταδίδει μεν μια αίσθηση ασφάλειας (είναι ασφαλής η ζωή μέσα στο τείχος σου), μα ταυτόχρονα απομακρύνει τους έγκλειστους θαμώνες του από κάθε δυνατότητα ουσιώδους επαφής και επικοινωνίας, ο ένας με τον άλλον.

Η επικοινωνία, όπως την εννοώ εδώ, δεν είναι εκείνη η επαφή που προϋποθέτει κοινή γλώσσα. Μπορείς να επικοινωνείς μια χαρά με ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιράζεστε ούτε μια κοινή λέξη στο λεξιλόγιό σας – όπως μπορείς να επικοινωνείς σε βάθος με τα ζώα. Οι λέξεις συχνά είναι διεφθαρμένες περισσότερο και από πολιτικούς. Λες μια λέξη και εννοείς άλλη, η οποία με τη σειρά της εκλαμβάνεται αλλιώς, από κάποιον που θέλει να πει κάτι άλλο. Οι ωραιότερες λέξεις του κόσμου (αγάπη, ελευθερία, δημοκρατία, αλήθεια, δίκαιο, και μερικές ακόμα) έχουν διαφθαρεί και μπολιαστεί με μια κρούστα ψεύδους και παραπληροφόρησης. Η κατανόηση μιας γλώσσας και η κατανόηση του νοήματος των λέξεων είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συχνά δεν καταλαβαίνεις ο ίδιος τον εαυτό σου. Ναι, ο Μύθος της Βαβέλ ήταν λάθος – δεν είναι η έλλειψη κοινής γλώσσας εκείνη που αποξενώνει τους ανθρώπους, ούτε η παρουσία της εκείνη που τους φέρνει πάντα πιο κοντά.

Τι μας αποξενώνει λοιπόν; Και γιατί η αποξένωση συνθέτει, ένα προς ένα, τα τούβλα εκείνου που αποκαλώ «ο μικρός καθημερινός φασισμός»;

Θα μιλήσω αρχικά με κάποια δυσάρεστα παραδείγματα από την πολύ πρόσφατη καθημερινότητά μου. Το ένα αφορά ένα περιστατικό που είδα στον ηλεκτρικό και το ονομάζω «ο τραμπούκος και ο γέρος». Το άλλο συνέβη έξω από το σπίτι μου και συμμετείχα άμεσα ο ίδιος. Θα παραθέσω τα συγκεκριμένα περιστατικά (τα οποία νιώθω μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ εδώ με τον κόσμο) και στη συνέχεια θα προσπαθήσω να επεκταθώ σε γενικότερα φαινόμενα που συναντούμε – ενώ είμαι σίγουρος πως ο κάθε αναγνώστης θα μπορεί να φέρει στο μυαλό του αντίστοιχες καταστάσεις που έχει δει ή ζήσει ο ίδιος (θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον όποιοι αναγνώστες έχετε να μοιραστείτε παραπλήσιες εμπειρίες «μικρού, καθημερινού φασισμού», να τις μοιραστείτε εδώ στα σχόλια – κι εγώ μπορώ ακόμα και να τις προσθέσω στο κεντρικό κείμενο, σαν επίμετρο).

Ας ξεκινήσω λοιπόν με τα πρόσφατα παραδείγματα που έζησα.






Περίπτωση ένα: Ο τραμπούκος και ο γέρος



Ήμουν στον ηλεκτρικό, μεσημέρι. Όχι πολύς κόσμος. Ένας μεγαλόσωμος τύπος, μεταξύ τριάντα και σαράντα χρόνων, καθόταν απέναντί μου. Φορούσε ένα ξεβαμμένο στρατιωτικό τζάκετ. Ο τύπος (έτσι θα τον αποκαλώ στο εξής, «ο τύπος») είχε αγοράσει ένα τραπέζι από κάποιο κατάστημα και το τραπέζι βρισκόταν στο κουτί του – ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί, που στεκόταν όρθιο στη γωνία του βαγονιού, δίπλα στην πόρτα. Ο τύπος καθόταν λίγο παραπέρα, σε μια από τις θέσεις – είχε αφήσει δηλαδή το κουτί, όρθιο, εκτός επίβλεψης.

Ένας ηλικιωμένος κύριος, μεταξύ 70 και 80 χρόνων, μικρόσωμος, αδύνατος, με αραιά μαλλιά, στεκόταν μπροστά στην πόρτα (και στο κουτί) περιμένοντας να φτάσει στη στάση του και να βγει. Μόλις όμως το τρένο έφτασε στην στάση έκανε ένα ελαφρώς απότομο φρενάρισμα – και το κουτί έφυγε από τη θέση του και – παφ! – έπεσε πάνω στα πόδια του ηλικιωμένου.

«Ααα! Ποιος μαλάκας το άφησε…!», έκανε ο γέρος.
Ο τύπος σηκώθηκε, σήκωσε το κουτί από το πάτωμα που είχε πέσει και… άρχισε να βρίζει τον ηλικιωμένο. «Ποιον είπες μαλάκα ρε!». Ο γέρος, σχεδόν σε απολογητικό τόνο, απάντησε: «Με πόνεσες!» Μα ο τύπος, μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα του, άρχισε να τον φοβερίζει. «Άντε τράβα, θείο, μη βρεις το μπελά σου! Το καλό που σου θέλω, θείο, ακούς; Φύγε!»

Ο ηλικιωμένος βγήκε έξω. Μα ο τύπος συνέχισε να του φωνάζει, απ’ τα παράθυρα, υψώνοντας το κωλοδάχτυλο και γελώντας χαιρέκακα: «Θα σε γαμήσω, μαλάκα! Θα σε γαμήσω!» Ταυτόχρονα κοιτούσε αριστερά και δεξιά του, τους υπόλοιπους επιβάτες του τρένου, που παρακολουθούσαν τη σκηνή, το χαμόγελο στα χείλη του, λέγοντας συνέχεια «ρε τον μαλάκα», γυρεύοντας ίσως κάποια λεκτική υποστήριξη, κάποιο χαμόγελο τύπου «τι κωλόγεροι υπάρχουν στον κόσμο» ή κάτι σχετικό, ως επιβεβαίωση των απειλών του.

Μα δεν εισέπραξε κάποιο. Ο κόσμος δεν του έδωσε σημασία. Μόνο εγώ τον αγριοκοίταγα κάτω απ’ τα γυαλιά μου. Χτυπάς τον γέρο, τον βρίζεις και από πάνω, επειδή «τόλμησε» να ενοχληθεί που μια κούτα που είχες παρατήσει έπεσε πάνω του.

Μα κάτι έλειπε για να σφραγίσει το περιστατικό. Το κερασάκι στην τούρτα. Να που ήρθε όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, κι ενώ το τρένο είχε ξεκινήσει πάλι. Περάσαμε μπροστά από μια εκκλησία και ο τύπος – ο ίδιος τύπος που λίγες στιγμές πριν απειλούσε τον γέρο πως «θα τον γαμήσει» – έκανε ευλαβικά… τον σταυρό του.

Ε, φυσικά. Ο σταυρός. Αυτό έλειπε για να δέσει το γλυκό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών.



Περίπτωση δύο: Η παρέα και η γάτα






Το περιστατικό που θα σας περιγράψω τώρα σπίλωσε τουλάχιστον για ένα εικοσιτετράωρο την ψυχολογία μου. Το σκεφτόμουν συνέχεια, δεν με έπαιρνε ο ύπνος, ένιωθα την ανάγκη να το συζητήσω – και τώρα να το μοιραστώ. Με ενόχλησε βαθιά και, ως ένα βαθμό, με προβλημάτισε με τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να είχε πάρει.

Ήταν δύο περίπου τη νύχτα και ακούω έξω ακριβώς από το σπίτι μου, δίπλα στο παράθυρο (το παράθυρο βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από το ύψος του δρόμου) την εύθυμη φωνή ενός νεαρού και τον ήχο ενός υγρού που πέφτει. «Δείτε, κατουράω τη γάτα», τον άκουσα να λέει.

Τινάχτηκα από τη θέση μου, το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Η συγκεκριμένη γάτα είναι μία από εκείνες που ταΐζω σε καθημερινή βάση – και η οποία συχνά στέκεται και νιαουρίζει έξω από την πόρτα μου, ώστε να της ανοίξω. Έχει γούστο, σκέφτομαι, και ανοίγω απότομα την πόρτα.

Ένας τύπος γύρω στα 25 στεκόταν έξω ακριβώς από το σπίτι, το πουλί του στο χέρι, και κατουρούσε. Το έδαφος είχε γεμίσει ούρα, που είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα. Η γάτα είχε γίνει καπνός.

«ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΡΕ!», φωνάζω.

Ο τύπος δεν περίμενε προφανώς να ανοίξει ο ένοικος την πόρτα και να τον πιάσει στα πράσα. Σήκωσε μεμιάς το παντελόνι του και κίνησε να φύγει. Μαζί του ήταν ακόμα ένας ή δύο φίλοι του και δυο κοπέλες. Λίγο παραπέρα είχε παρκάρει το αμάξι του και κίνησε προς τα κει.

Είχα κοκκινίσει απ’ το θυμό μου. Φώναζα. Παραφερόμουν. «Καλά ρε, κατουράς πάνω στα σπίτια των ανθρώπων!», φώναζα. «Πάνω στη γάτα! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ!»

«Εντάξει, μη δίνεις τόση σημασία» μου είπε ο φίλος του, που θα τον αποκαλώ στο εξής «ο δικηγόρος», μια που είχε την τάση να τον υπερασπίζεται. «Είναι μεθυσμένος», είπε προς δικαιολογία του.

Όρμησα στο σπίτι, βγήκα έξω με μια κάμερα στο χέρι, και άρχισα να τραβάω τη σκηνή και τα πρόσωπα. «Παίρνω τώρα τον αριθμό του αυτοκινήτου σου!», φώναξα, ενώ τα μάτια μου πετούσαν σπίθες. Ήμουν εξοργισμένος. Μα ο πρωταγωνιστής μας, ψύχραιμος, δίχως να δείχνει στο ελάχιστο μεθυσμένος, μου είπε τα εξής:

«Χάνεις τον καιρό σου με αυτό που κάνεις. Πάρε όσες πινακίδες θες. Δεν μπλέκω εγώ. Είμαστε δίπλα με τους μπάτσους, βλέπεις. Είμαι στα Ο.Υ.Κ. Εμείς σας προστατεύουμε. Μη το κάνεις αυτό, γιατί θα βρεις τον μπελά σου».

«Απλά άστο», να μου λέει παράλληλα ο φίλος του ο «δικηγόρος», παρακινώντας με σε ψύχραιμο ύφος.

Στο μεταξύ είχαν πλησιάσει στη σκηνή οι δυο κοπέλες και ένας τύπος – αγνοώ αν ήταν ή δεν ήταν στην ίδια παρέα. Με είδαν που τραβούσα πρόσωπα με την κάμερα και θύμωσαν: «σβήσε τώρα αυτά που έγραψες στην κάμερα, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα!» μου κάνουν. Άγγιξα φευγαλέα τον ώμο της κοπέλας κι εκείνη άρχισε να ωρύεται: «ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ; ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ;!»

(μα την αλήθεια, το σουρεαλιστικό περιστατικό που σου περιγράφω, φίλε αναγνώστη, συνέβη όπως ακριβώς το διαβάζεις)

Α, δεν πάει καλά ο κόσμος, σκεφτόμουν. Μα ήμουν μόνος σε όλο αυτό. Η γειτονιά κοιμόταν.

«Ναι, σε άγγιξα, μα ήταν λες και αγγίζω γλίτσα», είπα στην κοπέλα – που δεν απάντησε. Στράφηκα στους άλλους. «Θα καθαρίσετε προτού φύγετε!», έκανα.

Ο τύπος που κατούρησε αρνήθηκε. «Δεν κάνω τίποτα». Οι κοπέλες είχαν ήδη απομακρυνθεί. Μόνος του, ο «δικηγόρος» προσφέρθηκε να καθαρίσει. «Θα το κάνω», είπε.

«Μισό λεπτό, λοιπόν», του λέω, «να φέρω έναν κουβά… και να ενημερώσω την ιδιοκτήτρια του σπιτιού». Με το που ανέφερα την ιδιοκτήτρια και κίνησα προς το σπίτι της οι τύποι έφυγαν στο λεπτό.

Και αυτό ήταν.


Street art by Banksy

***


Δεν γνωρίζω τι είναι εκείνο που με εξόργισε περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Ο τύπος που αδιάφορος για την καημένη τη γάτα, κατουρούσε γύρω της; Η υστερική που φώναζε πως «την άγγιξα»; (λυπάμαι τους άντρες που πραγματικά αγγίζουν γυναίκες σαν αυτή). Οι έμμεσες απειλές τους, όταν με είδαν να τραβάω με την κάμερα, ώστε να σβήσω αυτά που τράβηξα; Ή το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής της πράξης μου είπε απαθώς πως «δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απ’ τους μπάτσους, γιατί είναι το ίδιο μαγαζί»;…

Μήπως ήταν οι αντιδράσεις που, εκ των υστέρων (γιατί πάντα έτσι γίνεται) σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα; Λιγότερο οργισμένες, περισσότερο υπολογιστικές ενδεχομένως. (edit: όχι - μια χαρά ήταν οι αντιδράσεις μου... ο τύπος κατουρούσε πάνω στη γάτα! όσο το σκέφτομαι, τόσο θυμώνω ξανά απ' την αρχή). Όσο αφορά τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα (κάποια εξ’ αυτών) στην προσωπική μου κάμερα; Εκ των υστέρων έμαθα πως ο χώρος, όντας κοντινός σε μουσείο, βιντεοσκοπείται ούτως ή άλλως…

Τι ήθελα να πετύχω; Σε αρχική βάση, σίγουρα να σταματήσω τα χειρότερα – φοβήθηκα για τη γάτα και ήθελα να αποτρέψω οποιαδήποτε ζημιά σε βάρος της. Εν συνεχεία ήθελα να ορθώσω μια κάποια αντίδραση στην πράξη τους, έστω σπασμωδική και συναισθηματική. Ήμουν διατεθειμένος να τρέξω στην αστυνομία; Μεταξύ μας, δύσκολα θα έφτανα ως εκεί, από τη στιγμή που δεν έπαθε κανένας τίποτα. Σκέφτομαι επίσης πως θα μπορούσαν να είχαν πάρει χειρότερη τροπή τα πράγματα.

Και αν το αντιμετώπιζα περισσότερο "χαλαρά"; Σε τελική ανάλυση, "χαβαλέ" έκαναν τα παιδιά. Σύμφωνοι... Θα επιστρέψω όμως εκεί που άρχισα. Στη γάτα. Αφήνω στην άκρη τους τραμπούκους και τις απειλές και τους μπάτσους και τις κάμερες και τις υστερικές γυναίκες – μα η γάτα τι φταίει ρε παιδιά. Γιατί να μπλέκει σε αυτόν τον παράλογο κόσμο των ανθρώπων;



Ο φασισμός της καθημερινότητας



Τι είναι ο μικρός, καθημερινός φασισμός; Σε αρχική βάση είναι όλα όσα υψώνουν τείχη ανάμεσά μας. Σε δεύτερη βάση, είναι τα συρματοπλέγματα ανάμεσα στα τείχη. Η αδυναμία της επικοινωνίας· η ωμή σύγκρουση του δυνατού με τον ασθενέστερο· οι τακτικές εκφοβισμού· η επιβολή δια της εξουσίας· η στέρηση του λόγου· ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε φατρίες και ομάδες· ο πόλεμος όλων εναντίον όλων.

Ο αρχέγονος νόμος της ζούγκλας που διασπά κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, κάθε προσπάθεια ομαδικής συμβίωσης.

Μήπως να αναφέραμε μερικά παραδείγματα ακόμα; Νομίζω κάθε αναγνώστης θα μπορούσε να σκεφτεί κάποια δικά του βιώματα – θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν τα μοιραζόταν, εδώ, μαζί μας, δημιουργώντας από κοινού ένα ψηφιδωτό «μικρών καθημερινών φασισμών». Θα αναφερθώ παρακάτω σε ορισμένες γενικές περιπτώσεις, από τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε να συνθέσει συγκεκριμένα – πολύ συγκεκριμένα – παραδείγματα.







Τα παιδιά που δέχονται bullying στο σχολείο και αντιδρούν υποτακτικά, με φόβο – αντλώντας το λανθασμένο συμπέρασμα πως η φυγή είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης… ενώ υπάρχει και η πάλη.

Ο εργοδότης που θεωρεί πως η εταιρία είναι τσιφλίκι του και οι εργαζόμενοι δουλοπάροικοί του – ορίζοντας μόνος του νόμους και κανόνες, αψηφώντας στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα και νομικές υποχρεώσεις – και, αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που αντιδρούν σπασμωδικά, μεμονωμένα, φοβισμένα, δίχως να σμίγουν τις φωνές τους, δίχως να λειτουργούν συλλογικά, ξεχνώντας πως οι ίδιοι συνιστούν την πηγή κάθε πλούτου.

 Οι εταιρίες που κρύβουν την ολική αδιαφορία τους για το ανθρώπινο προσωπικό τους πίσω από έναν πέπλο ανωνυμίας, απρόσωπης ιεραρχίας και αριθμών σε μία λίστα – και αντίστοιχα οι εργαζόμενοι που είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν τα έσχατα μέτρα υποβιβασμού τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Οι τακτικές εκφοβισμού της αστυνομίας.

Το κύμα άγχους και τρόμου που αναπαράγεται, σε καθημερινή βάση, από κάθε τηλεοπτικό κανάλι και ένα σημαντικό μέρος του Τύπου (έντυπου και διαδικτυακού) της χώρας. Γιατί τι είναι ο φόβος, αν όχι μέσο ψυχολογικής βίας – άρα και καταστολής.

Η συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων στην ουρά στις υπηρεσίες ή στα μέσα συγκοινωνίας· των ανεύθυνων οδηγών στους δρόμους· όσων ρυπαίνουν με σκουπίδια ή βρωμιές τη γειτονιά, τα κτίρια και τη φύση· όλων αυτών που λένε «η πάρτη μου και χέστηκα για όλους τους άλλους». Μια νοοτροπία ιδιαίτερα αγαπητή στον μέσο Έλληνα, θαρρώ.

Η αδιαφορία των περαστικών, όταν μπροστά στα μάτια τους μια ομάδα ντόπιων ξυλοφορτώνουν έναν μετανάστη, έναν νεαρό με μακρύ μαλλί, ή το μέλος κάποιας μειονότητας.

Ο αδιάκοπος αυνανισμός του κινητού, της selfie, της ατάκας στο Facebook, των check-in, της κατανάλωσης και – κυρίως – της επίδειξής της. Και μη με ρωτήσετε ποια η σχέση αυτών με τα παραπάνω… ασφαλώς και έχουν σχέση και το ξέρετε καλά. Γιατί ο «μικρός, καθημερινός φασισμός» δεν αφορά μόνο τον περιορισμό δικαιωμάτων, το κλείσιμο φωνών και τον εκφοβισμό… μα σχετίζεται με κάθε μορφή απώλειας της επικοινωνίας και οχύρωσης των ανθρώπων πίσω από τείχη. Και τι είναι η εικονική πραγματικότητα της επίδειξης και των κυρίαρχων συμπεριφορών στο διαδίκτυο, αν όχι ένας ακόμα τοίχος που υψώνεται και παρεμποδίζει την ουσιώδη επαφή ανάμεσά μας;



Graffiti by Mr. Thomas in Ferentino, Italy

 
Όπως εξάλλου έχω αναφέρει ο ίδιος, κατά καιρούς, στη σελίδα μου στο Facebook… μην πατάτε μόνο like. Μιλήστε. Επικοινωνήστε. Στείλτε ένα ρημάδι μήνυμα. Μην κρύβεστε πίσω από μάσκες… Ελάτε σε επαφή. Γνωριστείτε από κοντά. Και αν δεν ταιριάζετε… δεν χάσατε και κάτι. Τουλάχιστον το επιδιώξατε. Μα πρέπει να γίνει κάπου η αρχή – και δεν θα γίνει όταν κρύβεστε μονίμως πίσω από μια οθόνη. Χαίρομαι που κάποιοι ιδιαίτερα αγαπητοί μου φίλοι προήλθαν από αυτόν ακριβώς τον «ανώνυμο» αρχικά, χώρο του διαδικτύου και από τα κοινωνικά δίκτυα. Μα θλίβομαι όταν βλέπω πως τόσος κόσμος αγνοεί την αληθινή δυναμική τους και περιορίζεται σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι της επίδειξης και του στείρου μιμητισμού.

Αν έπρεπε να φανταστώ μια συμβολική εικόνα για το «φασισμό της καθημερινότητας», εκείνη θα ήταν η εξής: πελώριες γυάλες, η μία δίπλα στην άλλη, ασφυκτικά κλειστές και αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Κάθε γυάλα περιλαμβάνει έναν άνθρωπο και το μικρόκοσμό του. Οι γυάλες είναι βουτηγμένες όλες σ’ ένα παχύρρευστο χυλό «πληροφορίας» - και αυτός ο χυλός συνιστά τον κοινωνικό τους χώρο. Ο χυλός εδράζεται σ’ ένα καζάνι που βράζει – το καζάνι λέγεται κράτος και οικονομία.

Και αυτά τα καζάνια, το ένα παραταγμένο δίπλα στο άλλο, αυστηρά διαχωρισμένα μεταξύ τους… είναι τα έθνη του κόσμου.

Και η φωτιά που σιγοβράζουν… εκείνη που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά τη ρίζα κάθε «μικρού φασισμού της καθημερινότητας» (από τον νταή που βρίζει τον ηλικιωμένο στο τρένο, στον μπάτσο που κατουράει τις γάτες, στον εργοδότη που αδιαφορεί για το προσωπικό του, στον οδηγό που αδιαφορεί για τους κανόνες ασφαλείας, στον τύπο που πετάει σκουπίδια, στον αδιάφορο περαστικό των δρόμων, στον παθητικό δέκτη των Μέσων Ενημέρωσης, στον αιώνιο καταναλωτή…)

Η φωτιά αυτή που σιγοβράζουν τα καζάνια θα μπορούσε να ονομάζεται και «ο καθένας για την ομάδα ή την πάρτη του και χεστήκαμε για όλους τους υπόλοιπους».

Θέλω να πιστεύω πως αυτή δεν είναι η κυρίαρχη τάση των καιρών μας.



Πρόσθετη ενότητα: Σχόλια και σκέψεις από τους αναγνώστες




Η παρούσα ενότητα, επιπρόσθετη στο αρχικό κείμενο, είναι το σημείο που περνάω τη σκυτάλη στους φίλους αναγνώστες του Κουνελιού. Είναι η δική τους φωνή, οι δικές τους σκέψεις, και ίσως κάποια δικά τους βιώματα, όπως τα μετέδωσαν οι ίδιοι μέσω της σελίδας στο Facebook. Κάποια από τα σχόλιά τους έχουν τόσο ενδιαφέρον, που θεώρησα σκόπιμο να τα μεταφέρω εδώ, ώστε να μη χαθούν στο σωρό του Facebook, καταμεσής των selfies και των check-in – και να προσθέσουν στον γενικότερο προβληματισμό. Θα επανέρχομαι σε αυτή την ενότητα, ανανεώνοντάς τη, με περισσότερα σχόλια αναγνωστών.

Όσο και αν η πληθώρα αυτή αρνητικών εικόνων μπορεί να φαντάζει σε κάποιους ως «πεσιμιστική» ή αποθαρρυντική, ο ίδιος δεν θεωρώ πως είναι έτσι απαραίτητα. Σκοπός μου δεν είναι να αποθαρρύνω τον κόσμο ή να μεταδώσω μια αίσθηση ηττοπάθειας. Θα έλεγα αντίθετα πως όσο παρατηρούμε τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, δίχως ηδονοβλεπτικά συμπλέγματα, δίχως σύνδρομα παθητικής κατανάλωσης, σαν εκείνα που καλλιεργούν τα Μέσα, μα με κριτική διάθεση… τότε ίσως και να γίνει κάτι. Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε πως υπάρχει αυτή η πλευρά. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε πως αντιμετωπίζεται όχι με στείρα αγανάκτηση – μα με κριτικό πνεύμα. Και το τρίτο είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε – και να πράττουμε.

Και πάντα η πρώτη πράξη είναι να μη σιωπούμε. Να μιλάμε, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε. Κάθε φασισμός, μικρός ή μεγάλος, φοβάται τη φωνή του κόσμου – αυτό είναι γνωστό.

Δεν είμαστε μόνοι σε αυτό – το πιστεύω.






Ας πάμε λοιπόν στα σχόλια των αναγνωστών. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το σχόλιο της Νάντιας, η οποία αναφέρει:

“Ναι, πολλοί έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, μικρές φασιστικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Πολλοί γίναμε "μάρτυρες" βίας προς μετανάστες και όχι μόνο στα Μ.Μ.Μ. Πολλοί έχουμε δει κακοποίηση ζώων ή και έχουμε... κακοποιηθεί... τουλάχιστον λεκτικά πολλές φορές. Θα μείνω στον προβληματισμό, μου επιτρέπεις. Είναι φορές που νιώθω ότι πνίγω με τόσο κόπο τον λυγμό μου για το ανθρώπινο είδος που αν δεν βρω τρόπο να τον εκφράσω θα εκραγώ παθαίνοντας κρίση πανικού. Και έχω πάθει πολλές φορές. Είτε γιατί κάποιον ξυλοκόπησαν μπροστά μου, είτε γιατί, αφού με όμορφο τρόπο προσπάθησα να πείσω τα νεαρά τσογλάνια να μην αναστατώνουν τη γειτονιά τα ξημερώματα κάθε ημέρας τρομάζοντας ή ενοχλώντας τον όποιο ύπνο των γειτόνων, έφαγα τα χαστούκια μου και είδα αστράκια. Δεν έχει σημασία.

Οι κρίσεις λοιπόν με οδήγησαν στην αναζήτηση της βίας προς τον εαυτό μας. Και νομίζω ότι η πρώτη μικρή φασιστική συμπεριφορά είναι από εμάς προς τον εαυτό μας. Και δεν το λέω εγωιστικά. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλα ξεκινούν από την έλλειψη σεβασμού κάτ αρχήν προς τον εαυτό μας. Αν κάθε άνθρωπος σεβόταν την ύπαρξη του στον χώρο και τον χρόνο, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης, θα σεβόταν και θα υπολόγιζε και ότι ζει και υπάρχει γύρω του. Ο πρωταρχικός μικρός φασισμός είναι προς τον εαυτό μας γιατί εκπαιδευόμαστε να του συμπεριφερόμαστε έτσι, στον εξελιγμένο "πολιτισμένο" κόσμο μας. Θα μπορούσα να γράψω πολλά γι αυτό αλλά το θέτω ως προβληματισμό. Πόσο λιγότερο φασιστική θα είναι η καθημερινότητα όλων αν η συμπεριφορά μας είναι με σεβασμό και αγάπη, που σημαίνει αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση και εσωτερική ανάπτυξη; Μπορεί να είναι ουτοπία αυτό που σκέφτομαι. Και βέβαια θυμώνω, εναντιώνομαι, φωνάζω, βγαίνω από τα ρούχα μου αλλά με κάποιο τρόπο γυρίζει μπούμερανγκ. Θέλω μόνο να αγαπώ.”

 Η Στέλλα προσθέτει:

“Όλα αυτά τα περιστατικά που ανέφερες επιβεβαιώνουν για ακόμα μια φορά πόσο υστερούμε στο θέμα της παιδείας. Τι να πρωτοθυμηθώ και να αναφέρω; Δυο παιδιά, ένα καλοκαίρι στην γειτονιά μου που βρήκαν εξαιρετικά αστείο το γεγονός να καταστρέψουν ξένη περιουσία σπάζοντας την τζαμαρία ενός μαγαζιού; Μια κοπέλα στη στάση του λεωφορείου να δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από έναν μεθυσμένο χωρίς να αντιδράει κι έπειτα αυτός να κατεβάζει το παντελόνι και να κατουράει μπροστά μας; Μια παρέα ''έξυπνων'' να δένει και να πετάει ένα κουτάβι σε γκρεμό; Μια κοπέλα στο αστικό να ουρλιάζει και να στολίζει μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα επειδή ''τόλμησε'' να καθίσει σε μια θέση; Και η λίστα συνεχίζεται και ανανεώνεται καθημερινά... Συμπεριφορές που εκτός από αναισθησία δείχνουν και προσωπική ανασφάλεια. Το ξέσπασμα σε κάθε μορφή έγινε πια επιτακτική ανάγκη μας για να νιώσουμε εμείς ανώτεροι, πιο μάγκες και να καλύψουμε το πρόβλημά μας. Ας γκρεμίσουμε τον τοίχο που χτίσαμε γύρω μας βελτιώνοντας πρώτα απ' όλα τον εαυτό μας, το ''μέσα μας'' για να μάθουμε να σεβόμαστε και τους συνανθρώπους μας.»

Ανάλογο το συμπέρασμα της Emily, η οποία αναφέρει:

«Ο αυτοσεβασμός και η αυτοεκτίμηση είναι σημάδια μιας πολιτισμένης και υγιούς κοινωνίας. Αν ο καθείς δουλέψει με τον εαυτό του, μόνο τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καλύτερο κόσμο για ένα καλύτερο αύριο!»

Αναμφισβήτητα, η στάση μας απέναντι στον εαυτό μας είναι η απαρχή – δίχως αυτοσεβασμό πως γίνεται να σεβόμαστε τους άλλους. Στο μεταξύ η Κατερίνα έθιξε μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή – εκείνη των προτύπων που επιβάλλει μια κοινωνία από τότε που είμαστε μικροί:

«Νομίζω πως από μωρά υφιστάμενα διάφορους φασισμούς!!Πρέπει-η απόλυτα φασιστική λέξη-να υπηρετούμε πρότυπα εξυπνάδας ομορφιάς μόδας!!Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να κρύβουμε τις ευαισθησίες μας για να προστατευτούμε και να γίνουμε αποδεκτοί!!Κατά τη γνώμη μου λοιπόν είμαστε όλοι τόσο ανελεύθεροι και όλο και λιγότερο ευτυχισμένοι!!»

Θα έλεγα πως τα «πρέπει» σε μια κοινωνία καλύπτουν άφθονους τομείς – από το lifestyle στις επαγγελματικές συνήθειες. Μια κοινωνία όμως που δεν καλλιεργεί την αποδοχή της διαφορετικότητας (στον τρόπο ζωής, στις επιλογές, στην αισθητική, σε όλα) πόσο να απέχει από το φασισμό;

Χαρακτηριστικό και το σχόλιο της Ειρήνης:

«Δυστυχώς η παιδεία έχει κατέβει (και όταν αναφέρομαι σε παιδεία ακόμα και κάποιος «αγράμματος βοσκός» πχ έχει μεγαλύτερη παιδεία από μερικά μορφωμένα ίσως ανθρωποειδή) και φυσικά τα ψυχολογικά-κόμπλεξ έχουν μια ανεξήγητη έξαρση!»

Παραθέτω και το σχόλιο του φίλου Γιάννη:

«Θα αναδιατύπωνα το ''Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν έναν μεγάλο φασισμό;'' αλλάζοντας το ρήμα ''συνθέτουν'' με το ''διαμορφώνουν κατάλληλα μυαλά στο να δεχτούν τον φασισμό και σαν κοινωνική οργάνωση''.

Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη πριν 1 χρόνο. Ο λίντερ της ομάδας (γιατρός) κατά της διάρκεια μιας επέμβασης κυριευμένος από άγχος (που δεν απέρρεε από τη δυσκολία του περιστατικού – όπου μερικώς δικαιολογείται – αλλά από ανασφάλεια και ανικανότητα) και μην μπορώντας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της κατάστασης έπρεπε να βρει κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτός βέβαια ήταν κάποιος δεν θα του πει ένα ''ευχαριστώ'' στο τέλος, κάποιος που μετά θα πρέπει να πάρει το παιδί του από το σχολείο και να το κοιτάξει στα μάτια λέγοντάς του πως πρέπει να σέβεται τον συνάνθρωπό του ενώ αυτόν όχι απλά δεν τον σεβάστηκαν αλλά τον εξευτέλισαν.

Έτσι η κάθε μας μέρα πρέπει να γίνει ένα προσωπικό στοίχημα. Θέλει νεύρο και δύναμη όμως, και ελπίζω να μας έχει μείνει λίγο.»



Street art by Etam Cru


Ευχαριστώ βαθιά το φίλο Δημήτρη, για το ακόλουθο σχόλιο που μου άφησε - καταμεσής δυσκολιών, από εκείνες που ορθώνει το ("δημοκρατικότατο", όσο αφορά την επιλογή των ποστ που προβάλλει, για την οποία μοναδικό κριτήριο είναι ο βαθμός δημοφιλίας) Facebook:

«Το κείμενο σου είναι ένας μικρός θησαυρός που πρέπει να διδάσκεται σε παιδιά όσο είναι ακόμα στην ηλικία διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν μπορώ να προσθέσω κάτι σε ένα τόσο σταράτο κείμενο. Θα σχολιάσω απλώς ότι ο φασισμός της καθημερινότητας έχει γερές ρίζες. Δεν μπορεί να ξεριζωθεί, μπορεί όμως με υπομονή να ελαττωθεί.

Από την αποχαύνωση των σέλφι και την λαχτάρα για αυτοπροβολή, μέχρι τα περιστατικά σε σχολεία και την κακομεταχείριση αθώων ψυχών, ζώα τα λένε κάποιοι υποτιμητικά -μακάρι να μπορούσαν λίγο να τους μοιάσουν- υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Και αυτοί που τα κάνουν, και εγώ κούνελε, και εσύ ίσως, που ενώ πιθανότατα δείχνουμε σημάδια αντίστασης ίσως θα μπορούσαμε και καλύτερα. Θα έλεγα πως ζούμε στην βορειότερη χώρα της Αφρικής, ή την δυτικότερη της Ασίας, αλλά ποιος θα καταλάβαινε (άσε που θα αποτελούσε προσβολή ειδικά για την Αφρική).

Όλα ξεκινάνε από εμάς, τα κατάλοιπα και τα κόμπλεξ της ψωροκώσταινας, που έχουν μπολιαστεί από γενιά σε γενιά με τρόπο ευλαβικό, αρνούνται οποιαδήποτε αλλαγή προς τον ορθολογισμό και τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι σατανικό. Δέσμιοι ιδεολογιών που προκαλούν θυμό και κατάθλιψη. Συγνώμη αν χάνω τον ειρμό μου αλλά μόλις διάβασα και το άρθρο σου και δεν ήταν ότι πιο ευχάριστο. Προφανώς δεν έπεσα από τα σύννεφα. Συνεχίζω πάντως λέγοντας πως όσο μερίδιο ευθύνης και να έχουμε, είναι καθήκον μας να μεταλαμπαδεύουμε τις αξίες του αυτοσεβασμού. της αγάπης , της λογικής , της ανθρωπιάς ντε, όπως και όποτε μπορούμε. Είτε σε κύκλους μας , είτε στα παιδιά μας αργότερα. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που μπορεί και πρέπει να κάνει τόσο καλό γύρω του.. και όμως. Συγνώμη για τη μακρηγορία μου και ευχαριστώ ξανά για την ευκαιρία που μου έδωσες να διαβάσω το κείμενό σου. (Δυστυχώς υπάρχει και ο φεισμπουκικος φασισμός που εμφανίζει τα ποστ όπως να ναι, χωρίς σειρά)»


Συνεχίζοντας με τα σχόλια των αναγνωστών… Ευχαριστώ τη Μαγδαλίνα για το ακόλουθο σχόλιο:

«Νομίζω πως η αντίδραση κατά τη διάρκεια του περιστατικού είναι αυτό που πάνω απ’ όλα μετράει. Να μη γυρίζουμε την πλάτη, να μη μένουμε σιωπηλοί.»

Όπως και τη Νέλλυ, που θίγει εύστοχα το θέμα της συλλογικότητας – ή της απουσίας της.

«Παρατηρώ στην καθημερινότητα μας πια πως έχει χαθεί κάθε μορφή και κάθε έννοια συλλογικότητας και πως ο καθένας κοιτάζει σ αυτό που θα πεις ή θα προτείνεις τι έχει να κερδίσει και τι παγίδα πιθανόν βρίσκεται πίσω απ αυτό που προτείνεις και οι περισσότεροι αποθηκεύουν τέτοια ποσότητα άχρηστων πληροφοριών που τους διαφεύγει η πραγματική ζωή και η ανθρώπινη επικοινωνία.»

Η Θωμαΐς είχε αυτό να πει:

«Καθημερινός φασισμός είναι η φάλαινα που ψοφάει από τριάντα κιλά πλαστικό σε ακτή του τουριστικότερου νησιού της χώρας. Φασισμός είναι να νιώθεις αναίτια ανώτερος σε αξία από οτιδήποτε άλλο περπατά ,πετά δίπλα σου ,κολυμπά ή φυτρώνει στη γη.»

Η Αναστασία μίλησε για τη φύση του ανθρώπου:

«Σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο, η διχόνοια και ο αλληλοσπαραγμός (και όχι μόνο) είναι στην φύση του ανθρώπου από τις απαρχές του είδους του. Ο σάπιενς κανιβάλισε τον Νεάντερταλ και η Ιστορία δεν έχει να δείξει κάτι διαφορετικό παρά παραλλαγές του ιδίου μοτίβου. Φασίστες εναντίον προσφύγων, Δεξιοί ενάντια Αριστερών Αμερικανοί εναντίον Ρώσων, Κινέζοι ενάντια Γιαπωνέζων, σφαγές επί Χίτλερ, σφαγές επί Στάλιν,(και σε μικροκλίματα γείτονας εναντίον γείτονα, παιδί εναντίον παιδιού, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου). Ακόμα και ο γεράκος που λες, μπορεί άνετα να τραμπουκίσει ένα παιδάκι αν βρεθεί σε θέση ισχύος. Η φύση του ανθρώπου είναι φρικαλέα και ειδεχθή (παρ’ όλα τα επιτεύγματα της Τέχνης και της Επιστήμης) και το βλέπεις ολοκάθαρα όταν συναλλάσσεσαι με κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. (φυσικά, τα άνωθεν είναι προσωπική άποψη και δεν έχουν σκοπό να πείσουν κανέναν :) )»

Θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά, όσο μας παρουσιάζει η Αναστασία – πως το “homo homini lupus” του Hobbes δεν συνιστά το μοναδικό «νόμο» της ανθρώπινης κατάστασης. Ακόμα και αν ισχύουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, οι αρπακτικές και πολεμόχαρες τάσεις που περιγράφονται, δίχως κοινωνικότητα και συνεργασία το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει ούτε 100 χρόνια στον πλανήτη. Και μερικές φορές αυτή ακριβώς η διάθεση συνεργασίας και αλληλεγγύης ήταν που επέτρεψε σε ομάδες και κοινωνίες και ιδέες να αναπτυχθούν.

Ιδιαίτερα περιγραφικό ήταν το σχόλιο του φίλου Θανάση, από το οποίο παραθέτω το τελικό συμπέρασμα:

«Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες λένε πως διέπονται από δημοκρατικά ιδεώδη, νομοθεσίες που τις στηρίζουν, ποικιλομορφία στις διατάξεις τους κ.ο.κ. Αρχίδια φίλε μου... Οχλαγωγικά καθεστώτα είναι που στηρίζονται σε αυτά τα σάπια εκπαιδευτικά τους συστήματα. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση είναι πασιφανής. Το σύστημα για να συντηρηθεί στηρίζεται στον όχλο. Καταστρέφεις την παιδεία σου και δημιουργείς τον όχλο που χρειάζεσαι. Λένε πως έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ποια είναι όμως η αμοιβαία προϋπόθεση ένα δημοκρατικό καθεστώς; Ο μορφωμένος πολίτης, ο άνθρωπος με κρίση. Στη χώρα αυτή η κριτική ικανότητα σπανίζει όπως ο χρυσός. Κι έτσι είναι οι περισσότεροι, χωρίς ιδιαίτερη κριτική ικανότητα. Θύματα της κοινωνίας μα η κοινωνία είμαστε εμείς. Κούνελε, μην απελπίζεσαι και μη δυσανασχετείς! Δε μπορούνε όλοι να ακολουθήσουν αυτά τα θέματα. Ένα 5 με 10% του πληθυσμού κι αν, θα μπορούσε να τολμήσει να σκεφτεί κριτικά, μα πόσοι θα περνούσαν από τη σκέψη στη δράση; Δύσκολο να πει κανείς. Το κακό είναι πως δεν υπάρχει φορέας, κουλτούρα ή ό,τι άλλο που να δίνει το κοινωνικό όραμα στο οποίο αυτοί, οι σκεπτόμενοι, να μπορούν να στεγαστούν, να βρούνε ομοίους τους, να ανταλλάξουν απόψεις, να πάρουν δύναμη και να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράματα. Δεν υπάρχει αυτό»

Πολύ ενδιαφέρον εξάλλου είχε και το ακόλουθο σχόλιο του Θανάση, έπειτα από ένα διάλογο με τη φίλη Pippi – περί αυταρχισμού, φασισμού και πολιτικών χώρων.

«Αυταρχικοί και φασίστες μπορούν να προέρχονται από κάθε πολιτικό χώρο, δεν αντιλέγω. Το θέμα είναι πως πολλές φορές αθέλητά μας ίσως να γινόμαστε κι εμείς τέτοιοι, αν όχι φασίστες με την ακριβή έννοια του όρου, αυταρχικοί σίγουρα. Είναι παρόμοια κατάσταση με αυτή του ρατσισμού, ρατσιστές λίγο πολύ είμαστε όλοι γιατί ο ρατσισμός πηγάζει από τον φόβο για τον άγνωστό. Το θέμα είναι να έχει κανείς την νηφαλιότητα και την τόλμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να πει μήπως είμαι ένας από τους πολλούς τελικά κι εγώ; Εκεί ξεκινούν όλα...»

Θα προσυπογράψω το τελευταίο σχόλιο του Θανάση. Ο φασισμός, με την πολιτική και κυριολεκτική έννοια του όρου, αφορά την ακροδεξιά - και μόνο. Ωστόσο οι "φασίζουσες συμπεριφορές" (που συνιστούν και την ουσία του παρόντος κειμένου μου) και ο αυταρχισμός μπορεί να αφορά όλο το πολιτικό φάσμα, όλους τους ανθρώπους, εμάς τους ίδιους. Εκείνο που χρειάζεται είναι μόνιμη επαγρύπνηση και διάθεση αυτοκριτικής.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


@ Το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18


Street Art, Exarxeia, by INO

15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)