Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγγραφείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιανουαρίου 2017

«Ο Σπιούνος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ





Το φαινόμενο της ιστορικής ανάδυσης του φασισμού στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου αποτελεί διαχρονικό θέμα αναλύσεων και μελέτης. Το προεξέχον ερώτημα που ξεπροβάλλει πάντα στον πυρήνα κάθε συζήτησης είναι το εξής: πως είναι δυνατόν καθεστώτα τόσο σκληροπυρηνικά να αναδείχτηκαν εντός ανεπτυγμένων κοινωνιών, που κάθε άλλο παρά οπισθοδρομικές υπήρξαν; Πως είναι δυνατόν ο φασισμός να άγγιξε τόσο τις μάζες του κόσμου, ώστε να στηρίξουν ένα καθεστώς που βασίζεται στην ολική έλλειψη ατομικής ελευθερίας και στην απόλυτη υποταγή στη βούληση κάποιου παρανοϊκού ηγέτη;

Για το θέμα έχουν γραφτεί και γράφονται πολλά. Ασφαλώς τα κοινωνικά και οικονομικά αίτια της ανάδυσης του φασισμού βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή κάθε συζήτησης: το γεγονός πως ο φασισμός αναδείχτηκε (και αναδεικνύεται πάντα) εντός κοινωνιών που μαστίζονται από οικονομική κρίση και οι οποίες, στην αρπακτικότητά του, οραματίζονται μια μορφή διεξόδου και ανάκτησης της χαμένης δύναμής τους.

Μα ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κοινωνικο-ψυχολογικές μελέτες: πως ο φασισμός (και το φύλλο συκής του, ο σύγχρονος εθνικισμός) μετατρέπει τον κάθε μικρό, καθημερινό ανθρωπάκο σε δυνάμει δικτάτορα, φουσκώνοντας το κεφάλι του με ρητορείες εθνικής δύναμης και μεγαλείου• πως οι μάζες καταλήγουν να προβάλλουν στις μειονότητες τους ενδόμυχούς τους φόβους και να τις μετατρέπουν σε αποδιοπομπαίους τράγους• πως μέσα από μηχανισμούς ψυχολογικής ταύτισης και ψευδαισθήσεις μαγικής παντοδυναμίας το κύμα του φασισμού καταλήγει να πνίγει κάθε ίχνος λογικής.

Έχουμε μιλήσει μέσα από το Blog για τις αναλύσεις του Βίλχελμ Ράιχ [μπορείτε να διαβάσετε την μελέτη για το φασισμό και τον Βίλχελμ Ράιχ εδώ]. Σήμερα θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα εξετάσουμε το φαινόμενο του ΦΟΒΟΥ, ως ένα από τα ψυχολογικά γνωρίσματα που βρίσκονται στον πυρήνα κάθε ολοκληρωτισμού. Γιατί αν ο φασισμός στηρίζεται από τη μία στους μηχανισμούς ταύτισης και τις ψευδαισθήσεις μεγαλείου, αυτά δεν επαρκούν για να εξηγήσουν πως κατέληξε να γίνει αποδεκτός από εκείνες τις κατηγορίες του πληθυσμού που, ενδόμυχα, διαφωνούσαν μαζί του. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά: αρκεί να σκεφτούμε τη δική μας Δικτατορία του 67-74. Να θυμηθούμε πως, μέχρι να φτάσουμε στα γεγονότα της Νομικής και του Πολυτεχνείου, είχαν προηγηθεί 6 χρόνια σιωπής και αποδοχής του καθεστώτος, από μια ισχυρή πλειοψηφία του πληθυσμού. Ήταν όλοι τους υποστηρικτές της Χούντας; Όχι βέβαια. Μα από την άλλη, πόσοι τόλμησαν να αντισταθούν; Και πόσοι ήταν εκείνοι που αποδέχτηκαν σιωπηλοί την πραγματικότητα;

Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». Εκείνοι που «διαφωνούν μεν», αλλά… «τι μπορείς να κάνεις».






Ένας από τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος του πληθυσμού καταλήγει να αποδέχεται καθεστώτα με τα οποία διαφωνεί είναι ο φόβος. Ο φόβος πως η αντίσταση θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και γι’ αυτόν ακριβώς το φόβο θα σας μιλήσω σήμερα, όχι μέσα από κάποια κοινωνική ανάλυση, μα μέσα από ένα θεατρικό έργο. Ο λόγος για τη περίφημη σειρά μονόπρακτων του Μπέρτολτ Μπρεχτ με τίτλο «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Πρόκειται για το πρώτο από τα αντιναζιστικά έργα του Γερμανού συγγραφέα, γραμμένο στη διάρκεια της δεκαετίας του 30 – πριν τον Πόλεμο, κι ενώ η Γερμανία παραδινόταν μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, όλο και βαθύτερα στη σκιά του ναζισμού.


Καμία δικτατορία και κανένας φασισμός δεν θα επιζούσε ούτε για μια βδομάδα αν δεν γινόταν αποδεκτός από τη σιωπηλή εκείνη κατηγορία του πληθυσμού, που το μόνο που γυρεύουν είναι «η ησυχία τους». 


Εκείνο που είναι τρομερό με το παρόν έργο του Μπρεχτ είναι η αμεσότητά του: σχεδόν νιώθεις πως παρακολουθείς ένα φωτογραφικό ρεπορτάζ της σταδιακής καταβαράθρωσης του γερμανικού πληθυσμού και της παράδοσής του, ολοένα και περισσότερο, στις πλεκτάνες του ναζισμού. Το έργο δεν παρουσιάζει ηγέτες ή στρατηλάτες – μα τον απλό λαό, εκείνον που αποδέχτηκε το ναζισμό είτε μέσω της ενθουσιώδους υποστήριξης – είτε μέσω της σιωπής του.

Το μονόπρακτο που θα σας παρουσιάσω εξ’ ολοκλήρου ονομάζεται «Ο Σπιούνος». Θέμα του, μια μέση αστική οικογένεια, από εκείνες που δεν ταυτίζονταν απόλυτα με το ναζιστικό καθεστώς – μα ούτε μπορούσαν να του αντισταθούν. Οι γονείς, λοιπόν, έχουν αφήσει το μικρό τους γιο να ενταχθεί στη Χιτλερική Νεολαία – όχι επειδή συμφωνούσαν, μα γιατί «αυτό έκαναν όλοι» και γιατί δεν ήθελαν να φανούν αντιφρονούντες. Σταδιακά όμως φτάνουν να φοβούνται πως ο γιος τους – το ίδιο τους το παιδί – μπορεί να τους καταδώσει, απλά και μόνο γιατί έχουν εκφράσει κάποιες αμφιβολίες για το κοινωνικό καθεστώς.

Περισσότερα λόγια από την πλευρά μου νομίζω πως είναι περιττά. Η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, εκ μέρους του Μπρεχτ, είναι ανατριχιαστική. Ας παραδώσουμε λοιπόν τη σκυτάλη στο συγγραφέα – και ας μεταφερθούμε, νοερά, στα χρόνια της δεκαετίας του 30. Με την ευχή να μη ζήσουν ξανά οι κοινωνίες μας στιγμές από αυτή.


Στο χέρι μας είναι.



Play by Ursinus College, 2014


Μπέρτολτ Μπρεχτ – «Ο Σπιούνος»

Από τη σειρά μονόπρακτων «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» [Bertolt Brecht - Furcht und Elend des Dritten Reiches], σε μετάφραση Α.Βερυκοκάκη [από τις εκδόσεις Κάλβος]



Να και οι καθηγητές,
απ’ τ’ αυτί οι μαθητές
τους αρπάζουν και τους στήνουν
προσοχή.

Κάθε μαθητής κατάσκοπος.
Η μόρφωση η γνώση είναι άσκοπος.
Μα ποιος γνωρίζει τίποτα στη σημερινή εποχή;

Ύστερα, να τα νιάτα τα χρυσά
που με το δήμιο τα 'χουνε καλά.
Τον παίρνουν και τον φέρνουν σπίτι.
Καρφώνουν τον πατέρα τους με μια
καταγγελία
και τον κατηγορούν για έσχατη
προδοσία
δεμένος βγαίνει ο πατέρας απ' το σπίτι.



(Κολωνία, 1935. Βροχερό κυριακάτικο απόγευμα. Ο άντρας, η γυναίκα και το αγόρι μετά το γεύμα. Μπαίνει η υπηρέτρια.)



ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ο κύριος και η κυρία Κλίμπτς ρωτούν αν οι κύριοι είναι σπίτι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (απότομα) : Όχι.

(Η υπηρέτρια βγαίνει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έπρεπε να πας στο τηλέφωνο. Αφού ξέρουν πως δεν μπορεί να 'χουμε βγει ακόμα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί δεν μπορεί να 'χουμε βγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Επειδή βρέχει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτός δεν είναι λόγος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και που θα μπορούσαμε να 'χουμε πάει; Θ' αναρωτηθούν αμέσως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Υπάρχουν ένα σωρό μέρη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί δε βγαίνουμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να πάμε που;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον αν δεν έβρεχε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θα πηγαίναμε αν δεν έβρεχε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τουλάχιστον άλλοτε μπορούσε κανείς να βρεθεί με κάποιον.

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν ήταν σωστό που δεν πήγες στο τηλέφωνο. Τώρα ξέρουν πως δεν τους θέλουμε εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρουν δεν το ξέρουν!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είναι άσχημο που τους αποφεύγουμε τώρα που τους αποφεύγουν όλοι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν τους αποφεύγουμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τότε γιατί να μην έρθουν να μας δουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί αυτόν τον Κλίμπτς τον βαριέμαι φοβερά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άλλοτε δεν τον βαριόσουνα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Άλλοτε! Μου δίνουν στα νεύρα τα «άλλοτέ» σου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως, άλλοτε δεν θα τον απέφευγες επειδή εκκρεμεί εναντίον του μια δίκη του σχολικού επιθεωρητή.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή θες να πεις πως φοβάμαι;

(Παύση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τότε τηλεφώνησε και πες του: πως μόλις γυρίσαμε, εξ’ αιτίας της βροχής.

(Η γυναίκα μένει καθισμένη.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πούμε στους Λέμκε, αν θέλουν να 'ρθουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Για να μας κάνουνε πάλι παρατήρηση ότι δεν αγαπάμε αρκετά την αεράμυνα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο αγόρι) : Κλάους-Χάινριχ, άφησε ήσυχο το ραδιόφωνο!






(Το αγόρι αρχίζει να ξεφυλλίζει τις εφημερίδες.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καταστροφή αυτή η βροχή σήμερα. Όμως σε μια χώρα που η βροχή είναι καταστροφή, δεν μπορεί κανείς να ζήσει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως είναι πολύ λογικό να λες δυνατά τέτοιες σκέψεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου θα λέω ότι θέλω. Δεν πρόκειται μέσα στο ίδιο μου το σπίτι ν' αφήσω να...

(Τον διακόπτει η είσοδος της υπηρέτριας, που φέρνει το σερβίτσιο του καφέ. Όσο είναι στο δωμάτιο, δεν μιλάει κανείς.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι ανάγκη να ‘χουμε για υπηρέτρια την κόρη του θυρωρού;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αυτό το συζητήσαμε αρκετά νομίζω. Το τελευταίο πράγμα που είπες ήταν πως αυτό είχε και τα υπέρ του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι δεν έχω πει εγώ! Πες μονάχα κάτι τέτοιο στη μητέρα σου και γινόμαστε αμέσως σαλάτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όταν μιλάω με τη μητέρα μου...

(Μπαίνει η υπηρέτρια με τον καφέ.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Άσε, Έρνα, εσύ μπορείς να φύγεις, το κάνω γω αυτό.

Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ: Ευχαριστώ πολύ, κυρία.

(Βγαίνει.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: (σηκώνοντας το κεφάλι από την εφημερίδα): Τα κάνουν αυτά οι όλοι οι παπάδες, μπαμπά;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ποια;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Αυτά που γράφει εδώ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι διαβάζεις εσύ;

(Του αρπάζει από τα χέρια την εφημερίδα.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα ο Ομαδάρχης μας μας είπε πως μπορούμε όλοι να διαβάζουμε όλα όσα γράφει αυτή η εφημερίδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε μ' ενδιαφέρει τι είπε ο ομαδάρχης σας. Τι επιτρέπεται να διαβάζεις και τι όχι, τ’ άποφασίζω εγώ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να, πάρε δέκα πφέννιγκ, Κλάους-Χάινριχ, και πήγαινε απέναντι κι αγόρασε ό,τι θέλεις.

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα βρέχει.

(Τριγυρίζει αναποφάσιστος κοντά στο παράθυρο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: "Αν δεν σταματήσουνε τα άρθρα αυτά για τις δίκες των παπάδων θα την σταματήσω αυτή την εφημερίδα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και ποιαν θα παίρνεις; Αυτά τα γράφουν όλες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αν όλες οι εφημερίδες γράφουν τέτοιες αηδίες, θα σταματήσω να διαβάζω εφημερίδα. Έτσι κι αλλιώς, δε θα μαθαίνω λιγότερα για το τι γίνεται στον κόσμο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι και τόσο κακό να ξεκαθαρίζουν αυτά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξεκαθαρίζουν! Αυτά είναι μόνο πολιτική.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως εμάς δε μας ενδιαφέρει, αφού είμαστε προτεστάντες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το λαό όμως τον ενδιαφέρει, να μη μπορεί να σκεφτεί το δωμάτιο ενός παπά, χωρίς να σκέφτεται κι αυτά τα αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να κάνουνε αφού αυτά συμβαίνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να κάνουνε; Να κοιτάζουν τα δικά τους. Και στο δικό τους «φαιό σπίτι» δεν θα πρέπει να είναι όλα εντελώς καθαρά, όπως ακούω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό είναι μια απόδειξη της εξυγιάνσεως του λαού μας, Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εξυγίανση. Ωραία εξυγίανση. Αν η υγεία είναι έτσι, τότε εγώ προτιμώ την αρρώστια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είσαι πολύ νευρικός σήμερα. Έγινε τίποτα στο σχολείο;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι να 'γινε στο σχολείο; Και σε παρακαλώ σταμάτα να μου λες πως είμαι νευρικός, μου χτυπάει στα νεύρα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν θα 'πρεπε να τσακωνόμαστε συνέχεια, Καρλ. Άλλοτε...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό μου 'λειπε τώρα! Άλλοτε! Ούτε άλλοτε ήθελα, ούτε σήμερα θέλω να δηλητηριάζεται η φαντασία του παιδιού μου!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα που είναι το παιδί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Που θες να ξέρω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τον είδες να φεύγει;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όχι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν καταλαβαίνω Που μπορεί να ‘χει πάει.
(Φωνάζει:) Κλάους-Χάινριχ!



Phil Willmott production, Union Theatre, 2016, credit: Scott Rylander


(Τρέχει έξω από το δωμάτιο. Την ακούμε να φωνάζει. Ξαναγυρίζει.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Έφυγε στ’ αλήθεια.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί να μη φύγει;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα χαλάει ο κόσμος απ' τη βροχή!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί νευριάζεις τόσο πολύ επειδή το παιδί βγήκε έξω;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για τι πράγμα μιλούσαμε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ Τι σχέση έχει αυτό;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν συγκρατιέσαι καθόλου τον τελευταίο καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν είν' αλήθεια, αλλά ακόμα κι αν ήτανε, τι σχέση έχει με τ' ότι Έφυγε ο μικρός;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ξέρεις ότι βάζουν αυτί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ε, και;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ε, και; Κι αν το συζητήσει; Ξέρεις τι μαθαίνουν τώρα στη Χιτλερική Νεολαία. Τους λένε στα ίσια να τα μαρτυράνε όλα. Είναι περίεργο που έφυγε τόσο αθόρυβα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ανοησίες.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είδες πότε έφυγε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τριγύριζε αρκετή ώρα στο παράθυρο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ήθελα να 'ξερα τι πρόλαβε ν’ ακούσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα ξέρει τι συμβαίνει στους ανθρώπους που τους καταγγέλλουν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και το παιδί που μας έλεγαν οι Σμούλκες; Φαίνεται πως ο πατέρας του είναι ακόμα στο στρατόπεδο. Αν ξέραμε πόσο έμεινε στο δωμάτιο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ολ' αυτά είναι κουταμάρες.

(Τρέχει στα άλλα δωμάτια φωνάζοντας το αγόρι.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορώ να καταλάβω πως φεύγει χωρίς να πει λέξη. Δεν είναι τέτοιο παιδί.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μήπως πήγε σε κανένα συμμαθητή του;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο στο Μούμμερμαν μπορεί να χει πάει. Θα τηλεφωνήσω.

(τηλεφωνεί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζω πως άδικα αναστατωθήκαμε.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στο τηλέφωνο): Εδώ η σύζυγος του καθηγητού Φούρκε. Καλημέρα, κυρία Μούμμερμαν. Μήπως είναι 'κει ο Κλάους-Χάινριχ; —Όχι; —Δεν καταλαβαίνω. Που μπορεί να πήγε αυτό το παιδί. —Πέστε μου, κυρία Μούμμερμαν, την Κυριακή είναι ανοιχτά τα γραφεία της Χιτλερικής Νεολαίας; —Ναι; —Ευχαριστώ πολύ, τότε θα ρωτήσω κι εκεί.

(Κλείνει το τηλέφωνο. Κι οι δυο τους κάθονται σιωπηλοί.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα τι μπορεί ν' άκουσε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μίλησες για την εφημερίδα. Και δεν έπρεπε να πεις εκείνο για το «φαιό σπίτι». Έχει τόσο εθνικιστικά αισθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και τι είπα δηλαδή για το «φαιό σπίτι»;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να μη θυμάσαι! Πως εκεί δεν είναι όλα τόσο καθαρά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία. Δεν είναι όλα καθαρά, η μάλλον όπως είπα, δεν είναι όλα εντελώς καθαρά, πράγμα που διαφέρει, και μάλιστα ουσιαστικά, αυτό είναι μάλλον μια χιουμοριστική παρατήρηση λαϊκού τύπου, δηλαδή στην καθομιλουμένη, αυτό δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από το ότι εκεί μερικά πράγματα δεν φαίνονται να είναι πάντα και υπό όλες τις συνθήκες ακριβώς όπως τα θέλει ο Φύρερ. Πάντως εξέφρασα με απόλυτη επίγνωση τον υποθετικό χαρακτήρα, λέγοντας, όπως θυμάμαι πολύ καλά, «δεν πρέπει» — το πρέπει εδώ με την υποθετική του έννοια — να είναι όλα εντελώς καθαρά.

Δεν θα πρέπει να είναι! Όχι: δεν είναι! Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει κάτι το όχι καθαρό, δεν υπάρχει καμιά απόδειξη. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν ατέλειες. Δεν εννοούσα τίποτε περισσότερο. Και πέρα απ' αυτό, σε κάποια περίπτωση, ο ίδιος ο Φύρερ εξαπέλυσε μια πολύ πιο αυστηρή κριτική προς την ίδια κατεύθυνση.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν σε καταλαβαίνω. Σ' εμένα δεν είναι ανάγκη να μιλάς έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι ανάγκη, θέλω να σου μιλάω έτσι. Δεν είμαι σίγουρος για το πόσο εσύ η ίδια φλυαρείς γι’ αυτά που ίσως λέγονται κάποτε μέσα σ' αυτούς τους τοίχους, σε μια στιγμή εκνευρισμού. Κατάλαβέ με, δεν προσπαθώ να σου προσάψω οποιεσδήποτε επιπολαιότητες εις βάρος του συζύγου σου, ακριβώς όπως δεν πιστεύω στιγμή ότι ο μικρός θα κάνει κάτι εναντίον του πατέρα του. Αλλά ανάμεσα στο κακό και στην επίγνωσή του, υπάρχει δυστυχώς τεράστια διαφορά.






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Για σταμάτα τώρα! Καλύτερα θα 'κανες να πρόσεχες τη γλώσσα σου. Όλη αυτή την ώρα σπάω το κεφάλι μου, αν είπες πριν ή μετά από κείνο για το φαιό σπίτι, ότι δεν μπορεί να ζήσει κανείς στη Χιτλερική Γερμανία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό δεν το είπα καθόλου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ κάνεις σαν να 'μουνα εγώ η αστυνομία! Εγώ απλώς βασανίζω το μυαλό μου τι μπορεί ν' άκουσε ο μικρός.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η λέξη Χιτλερική Γερμανία δεν υπάρχει καν στο λεξιλόγιό μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι αυτό για το θυρωρό, κι ότι όλες οι εφημερίδες είναι γεμάτες ψέματα, κι αυτό που είπες μετά για την αεράμυνα, το παιδί δεν ακούει απολύτως τίποτα θετικό. Αυτό δεν είναι καθόλου καλό για μια νεανική  ψυχή, την καταστρέφει, κι ο Φύρερ λέει πως το μέλλον της Γερμανίας είναι η νεολαία της. Στ’ αλήθεια δεν είναι τέτοιο παιδί να πάει εκεί να καταδώσει κάποιον. Δεν αισθάνομαι καλά.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Είναι όμως εκδικητικός.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί θα 'θελε να εκδικηθεί;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο Θεός ξέρει, όλο και κάτι θα ‘χει. Ίσως επειδή του πήρα το βάτραχό του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτό έγινε εδώ και μια βδομάδα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως αυτά τα θυμούνται τα παιδιά.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι εσύ γιατί να του τον πάρεις;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Γατί δεν του έπιανε μύγες. Τον άφηνε να πεθάνει της πείνας.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα είναι αλήθεια πως έχει πολλά μαθήματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο βάτραχος όμως δεν έφταιγε τίποτα γι’ αυτό.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα δεν μίλησε καθόλου γι’ αυτό, και μόλις του 'δωσα δέκα πφέννιγκ. Του παρέχουμε ό,τι ζητήσει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αυτό είναι δωροδοκία.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι εννοείς;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα πούνε αμέσως ότι δοκιμάζαμε να τον δωροδοκούμε για να κρατάει τη γλώσσα του.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δηλαδή, τι νομίζεις ότι μπορούν να σου κάνουν;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οτιδήποτε. Εδώ δεν υπάρχουν όρια! Θεέ μου! Και να 'σαι και δάσκαλος! Εκπαιδευτής της νεολαίας: Τη φοβάμαι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα ένα παιδί δεν μπορεί να 'ναι αξιόπιστος μάρτυρας. Ένα παιδί δεν ξέρει τι λέει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτό το λες εσύ. Μα από πότε χρειάζονται μάρτυρες για οτιδήποτε;






Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι εννοούσες με τις παρατηρήσεις σου; Θέλω να πω ότι μπορεί απλώς να σε παρεξήγησε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι είπα; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Για όλα φταίει αυτή η άτιμη η βροχή. Γίνεσαι κακοδιάθετος. Τελικά είμαι ο τελευταίος, που θα 'λεγα κάτι εναντίον της ψυχικής ανατάσεως που ζει σήμερα ο γερμανικός λαός. Εγώ τα είχα προβλέψει όλ' αυτά από το τέλος του 1932.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν έχουμε τώρα καιρό να μιλάμε γι' αυτά. Πρέπει τα να ξεκαθαρίσουμε όλα με ακρίβεια, και αμέσως μάλιστα. Δεν πρέπει να χάνουμε καιρό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό από τον Κλάους-Χάινριχ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Λοιπόν πρώτα αυτό για το «φαιό σπίτι» και τα αίσχη.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν είπα λέξη για αίσχη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Είπες πως η εφημερίδα είναι γεμάτη αίσχη και θα την σταματήσεις.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, η εφημερίδα! Όχι όμως το φαιό σπίτι!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν μπορεί να πες πως αποδοκιμάζεις αυτά τα αίσχη των παπάδων; Κι ότι το θεωρείς πολύ πιθανό ότι αυτοί οι άνθρωποι που είναι κατηγορούμενοι σήμερα, έβγαλαν τα απαίσια παραμύθια για το φαιό σπίτι κι ότι εκεί δεν είναι όλα καθαρά; Κι ότι καλύτερα θα 'καναν να κοίταζαν τα δικά τους; Κι ότι είπες στο παιδί, ν' αφήσει το ραδιόφωνο και να πάρει καλύτερα την εφημερίδα, γιατί έχεις τη γνώμη ότι η νεολαία του Τρίτου Ράιχ πρέπει να παρατηρεί μ' ανοιχτά μάτια τι γίνεται γύρω της.

ΑΝΤΡΑΣ: Όλ' αυτά δεν βοηθάνε σε τίποτα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ, δεν πρέπει τώρα να σκύψεις το κεφάλι. Πρέπει να 'σαι δυνατός, όπως λέει κι ο Φύρερ...

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μα δεν μπορώ να παρουσιαστώ στο δικαστήριο και σα μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει η ίδια η σάρκα από τη σάρκα μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να το παίρνεις έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι σχέσεις με τους Κλίμπτς ήταν μεγάλη επιπολαιότητα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα αυτονών δεν τους έκαναν τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι αλλά οι έρευνες συνεχίζονται.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αν απελπίζονταν όλοι που γίνονται γι' αυτούς έρευνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ο θυρωρός, λες να ‘χει τίποτα εναντίον μας;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Εννοείς αν τον ρωτήσουν; Του κάναμε δώρο ένα κουτί πούρα για τα γενέθλιά του, και το δώρο του της Πρωτοχρονιάς ήταν αρκετό.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Οι Γκάουφς από δίπλα του 'δωσαν δεκαπέντε μάρκα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα αυτοί διάβαζαν ως το 32 το «Εμπρός», και το Μάη του 33 είχαν βάλει σημαία μαύρη-άσπη-κόκκινη!

(Χτυπάει το τηλέφωνο.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το τηλέφωνο!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να πάω;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν ξέρω.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ποιος μπορεί να 'ναι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Περίμενε. Αν χτυπήσει ξανά πηγαίνεις.

(Περιμένουν. Το τηλέφωνο σταματάει.)






Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια ζωή αυτή.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι, τρώει το φαί που του δίνουμε και στηνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν πρέπει να μιλάς έτσι!

(Παύση.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νομίζεις πως θα πρέπει να κάνουμε τίποτα
προετοιμασίες;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λες να τους φέρει μαζί του αμέσως;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν είναι απίθανο, ε;

(Εκείνος φέρνει το παράσημο και το φοράει με τρεμάμενα χέρια.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Πάντως στο σχολείο δεν υπάρχει τίποτα εναντίον σου;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Και που θες να ξέρω; Είμαι πρόθυμος να διδάξω ό,τι θέλουν, αλλά τι θέλουν να διδάξω; Μακάρι να ‘ξερα! Που να ξέρω πως θέλουν να ήταν ο Μπίσμαρκ; Αφού αργούν τόσο να βγάλουν τα σχολικά βιβλία! Δεν μπορείς να κάνεις αύξηση άλλα δέκα μάρκα στην υπηρέτρια; Κι αυτή κρυφακούει συνέχεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ (γνέφει καταφατικά): Και τη φωτογραφία του Χίτλερ, να την κρεμάσουμε πάνω απ' το γραφείο σου; Φαίνεται καλύτερα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, να το κάνεις αυτό.

(Η γυναίκα πάει να της αλλάξει θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όμως, αν το παιδί τους πει ότι της αλλάξαμε θέση επίτηδες, θα συμπεράνουν ένοχη συνείδηση.

(Η γυναίκα ξανακρεμάει τη φωτογραφία στην παλιά της θέση.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Η πόρτα δεν ήταν αυτή;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν άκουσα τίποτα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κι όμως!

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Καρλ!

(Τον αγκαλιάζει.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Ετοίμασέ μου μερικά εσώρουχα.

(Άλλη πόρτα ακούγεται. Ο άντρας κι η γυναίκα στέκουν ο ένας δίπλα στον άλλο, κοκαλωμένοι, στη γωνιά του δωματίου. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει το αγόρι με μια χαρτοσακούλα στο χέρι. —Παύση.)

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Μα τι έχετε;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Που ήσουνα;

(Το αγόρι δείχνει τη σακούλα με τις σοκολάτες.)

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνο σοκολάτες αγόρασες;

ΤΟ ΑΓΟΡΙ: Τι άλλο; Φυσικά.

(Διασχίζει το δωμάτιο μασουλώντας. Οι γονείς του τον κοιτάζουν ερευνητικά.)

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Νομίζεις πως λέει αλήθεια;


(Η γυναίκα σηκώνει τους ώμους.)



23 Οκτωβρίου 2016

Αν οι Συγγραφείς ήταν Μήνες του Χρόνου





Κάποια κείμενα εδώ στο Λαγούμι ξεκινούν από τις πιο απλές αφορμές. Ένα οπτικό ερέθισμα, κάποιο τραγούδι, ή ενδεχομένως μια ανάλαφρη συζήτηση σ’ ένα καφέ. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει η αποψινή ανάρτηση. Το θέμα της μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι – η διάθεση το ίδιο. Πόσες φορές δεν έχουμε μιλήσει για βιβλία που «ταιριάζουν» περισσότερο σε μια συγκεκριμένη εποχή; Για παράδειγμα, λέμε «ο τάδε συγγραφέας είναι για καλοκαίρι» ή «αυτό το βιβλίο προσφέρεται για χειμερινή ανάγνωση».

Θα μπορούσαμε να το επεκτείνουμε ακόμα περισσότερο: Αν οι ίδιοι οι συγγραφείς ήταν μήνες και εποχές του χρόνου, τι μήνες και τι εποχές θα ήταν; Αυτό λοιπόν είναι το σημερινό μας θέμα. Εναλλακτικός του τίτλος θα μπορούσε να ήταν «Οι Τέσσερις Εποχές της Λογοτεχνίας».


Ξεκινάμε με την Πρώτη του Γενάρη, κι εδώ ταιριάζουν όλοι όσοι έκαναν πολλά σχέδια, μα έμειναν στα λίγα – γιατί πάντα την πρώτη του χρόνου σκεφτόμαστε μ’ αυτόν τον τρόπο. Εδώ ανήκουν όλες οι Ουτοπίες του κόσμου, τα παιδιά του Τόμας Μορ, οι επίγονοι του Πλάτωνα και οι διάδοχοι του Μαρξ. Μα αν τα σχέδιά μας διαψευστούν, γνωρίζουμε καλά πως η πρώτη του Γενάρη θα έρθει ξανά του χρόνου.

Μέσα Γενάρη, καρδιά του χειμώνα, κι εδώ συναντούμε τους Ρώσους Κλασικούς. Στα χνάρια του Πούσκιν και του Γκόγκολ, μες στο χιόνι, βαδίζει ο Ντοστογιέφσκι, ντυμένος σε βαριά ρούχα – μα τα μάτια του πετούνε σπίθες. Το κρύο έξω είναι τσουχτερό, μα στα σπίτια φεγγοβολά σταθερά το φως απ’ τα κεριά. Η ελπίδα δεν βρίσκεται στον παγωμένο κόσμο έξω, μα μέσα, στο βάθος της ψυχής του ανθρώπου.

Τέλη Γενάρη, το ρολόι σημαίνει δυσοίωνα Μεσάνυχτα, ομίχλη απλώνεται παντού – και διακρίνεις με δυσκολία μέσα στο σκοτάδι τα Παιδιά της Νύχτας. Ο Πόε, ο Λάβκραφτ, η Μαίρη Σέλλεϋ, η Ανν Ράντκλιφ και τα λοιπά παιδιά της γοτθικής λογοτεχνίας. Δε φοβούνται το σκοτάδι, το ασπάζονται, το αγκαλιάζουν, πλέκουν όνειρα λεπτά σαν ιστούς αράχνης και κόκκινα σαν αίμα.






Μέσα Φλεβάρη, παρέα με τα καρναβάλια, οι συγγραφείς της μόδας, οι συγγραφείς των τηλεοπτικών διαφημίσεων. Μαζικοί, επιφανειακοί, αδιάφοροι.

Τέλη Φλεβάρη, οι πολιτικοποιημένοι συγγραφείς και οι κριτικοί της κοινωνίας. Από τον Όργουελ στον Γκόρκι, από τον Λόντον στον Ζολά, από τον Σαραμάγκου στον Χάξλεϋ. Γιατί ο χειμώνας τράβηξε πολύ και οι μάσκες είναι καιρός να πέσουν.

Τελευταία μέρα του χειμώνα, ενώ λιώνουν τα χιόνια και βλασταίνουν τα πρώτα άνθη: ο Νίτσε. Δες πως αγωνίζονται τα νεόφυτα αυτά βλαστάρια ενάντια στο κρύο, δες πως ορθώνουν το ανάστημά τους κόντρα στον αέρα! Ναι, είναι χειμώνας γύρω μου (φαίνονται να λένε), μα δεν θα με πτοήσει. Θα ζήσω, θα ανθήσω. Θα φέρω την άνοιξη.

Πρώτη μέρα του Μάρτη: ο Γκαίτε. Καθαρός αέρας γύρω σου, ένας νέος κόσμος ξημερώνει – μα οι μνήμες του παλιού κόσμου αναδεύονται ακόμα μέσα σου, συγκρούονται, σμίγουν και χωρίζουν ασταμάτητα – και από τη διαλεκτική τους σύνθεση, την ένωση του θεού και του διαβόλου, προκύπτει ο άνθρωπος.

Μέσα Μαρτίου, κάποια νύχτα με αστέρια – οι συγγραφείς της Επιστημονικής Φαντασίας. Βερν, Γουέλς, Μπράντμπερι, Φίλιπ Ντικ, Ασίμοφ. Γιατί οι κόσμοι του μέλλοντος ταιριάζουν σε μια εποχή μετάβασης όπως ο Μάρτης. Βλέπεις το καινούργιο να ξεπηδά μες’ απ’ το παλιό, με τον ίδιο τρόπο που οι προφήτες της Ε.Φ. ιστόρησαν τα μελλούμενα της γης και των πέρα πλανητών.

Επίσημη πρώτη μέρα της Άνοιξης: o Βοκάκιος, o Ραμπελαί, ο Έρασμος και τα παιδιά της Αναγέννησης. Ο στείρος κόσμος της δεισιδαιμονίας και της προκατάληψης πεθαίνει· ο κόσμος του έρωτα και των γήινων ηδονών γεννιέται πάλι από τις στάχτες του.

Τέλη Μαρτίου, όταν η άνοιξη έχει μπει μα δεν έχουν υποχωρήσει ακόμα τα κρύα: οι γυναίκες της κλασικής λογοτεχνίας. Τζέην Ώστεν, αδερφές Μπροντέ, Βιρτζίνια Γουλφ. Ανθισμένοι κήποι περιτριγυρισμένοι από φράχτες, που τις προφυλάσσουν απ’ το κρύο. Μα εκείνες θέλουν να σπάσουν το φράχτη, ν’ αψηφήσουν το κρύο, να βαδίσουν στα δικά τους πόδια πια.

Πρώτη του Απρίλη, μέρα απάτης, μέρα ψεύδους. Συγγραφείς που μας πουλάνε παραμύθια όπως ο Πάουλο Κοέλιο. Εφησυχαστικές ιδεολογίες και βολικά πιστεύω, κατάλληλα για μαζική κατανάλωση.

Γλυκοχάραμα του Απρίλη. Δροσιά, ησυχία, κόσμος που κοιμάται, ώρα περισυλλογής· τότε ξεπροβάλλουν οι Κλασικοί Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς. Στοχάζονται για τον άνθρωπο, τον έρωτα, τη γνώση και τη λογική, μέσα σε ανθισμένα περιβόλια και δεντροφυτεμένους κήπους. Η φύση κρατάει την ανάσα της – περιμένει να τελειώσουν οι καρπεροί τους στοχασμοί για να ξυπνήσει.



Ραφαήλ - Σχολή των Αθηνών, λεπτομέρεια


Μέσα Απρίλη, ιδανική ισορροπία κλίματος, καιρός κατάλληλος για αλλαγές: οι Διαφωτιστές. Ντιντερό, Βολταίρος και οι φίλοι τους. Η εποχή του ορθού λόγου, εκεί που ο ήλιος δείχνει το φιλικό του πρόσωπο – και δε φοβάσαι να βγεις απ’ τη σπηλιά σου, να τον αντικρίσεις κατάματα, να περπατήσεις έξω στ’ ανοιχτά, ν’ ανακαλύψεις νέα μέρη. Ένας κόσμος που αντλεί πολύτιμα διδάγματα απ’ το παρελθόν και προετοιμάζεται κατάλληλα για το μέλλον.

Μίλαν Κούντερα: η Άνοιξη της Πράγας. Τέχνη, έρωτας και τανκς.

Κάποιο ματωμένο δειλινό του Απρίλη: ο Μπωντλαίρ και οι ποιητές της ηδονόφιλης λησμονιάς. Τα θύματα του έρωτα. Όμοιοι με κρασί που στάζει αίμα και ψεύδη που παραμένουν γλυκά μες στην απάτη τους.

Νίκος Καζαντζάκης: η καρδιά του Πάσχα, καταμεσής της απόλυτης κατάνυξης και της ολικής απελευθέρωσης.

Πρώτη Μαΐου, τιμή για όσους ξεσηκώθηκαν, όσους δεν τους ρούφηξαν οι καναπέδες. Μα όσο συνεχίζουν να γαβγίζουν οι σκύλες της κοινωνικής αδικίας, τόσο χρειάζεται να διατηρούμε τη σκέψη μας αλώβητη και την κριτική μας σταθερή: να μη φοβόμαστε τα δόντια τους. Ο Μπρεχτ, ο Ίψεν και οι φίλοι τους.

Εκεί που ο οργασμός της φύσης βρίσκεται στο αποκορύφωμά του κάνει την εμφάνισή του ο Χέρμαν Έσσε. Δες τα δέντρα, τα λουλούδια, τον ουρανό, τη γη, τις λίμνες και τ’ αστέρια. Άκου το κελάηδημα των πουλιών, το ζουζούνισμα των εντόμων. Γίνε ένα με τη φύση – και κατάλαβε πως είστε φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό, πως φέρεις μέσα σου το σύμπαν όλο.

Μα λίγο πριν το καλοκαίρι, δες, ξεσπάει μια μπόρα. Είναι μία από εκείνες τις γλυκόπικρες βροχές του Μάη. Σε κάποιους θα φέρει χαρά, σε άλλους στενοχώρια – μα όλοι θα θυμούνται αυτή τη μέρα. Ο Άντον Τσέχωφ.

Αρχές καλοκαιριού, γλυκές σκέψεις μιας απόδρασης που ακόμα δεν έχει έρθει, μνήμες εποχών που πέρασαν, ένας ζωηρός κόσμος που ακροβατεί ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, το όνειρο και την πραγματικότητα. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και οι συγγραφείς της ισπανόφωνης λογοτεχνίας.

Ιούλιος μήνας, ενώ μεστώνει μέσα σου το θέρος: ώρα για κάνεις τα πιο τρελά σου όνειρα πραγματικότητα. Καιρός ν’ αφήσεις πίσω σου τον κόσμο που ήξερες, να ζήσεις την περιπέτεια που δεν σου επέτρεψαν οι γνωστές συμβατικότητες να ζήσεις. Ακόμα κι αν αυτή η περιπέτεια υπάρχει στο κεφάλι σου και μόνο – συχνά αυτό αρκεί. Πάρε τους δρόμους λοιπόν, παρέα με τον Θερβάντες και τόλμησε τ’ αδύνατο – εσύ, ένας άλλος Δον Κιχώτης.

Νύχτα Μεσοκαλόκαιρου: ο Σαίξπηρ. Εκεί που η ποίηση αναδημιουργεί τον κόσμο όλο, τον χτίζει ξανά απ’ τα θεμέλια και ορθώνει βάσεις που αγνοούν το πέρασμα του χρόνου.

Αρχές Αυγούστου, καιρός για διακοπές. Ο Μαρκ Τουέην και οι αγαπημένοι μας συγγραφείς της ρέμπελης ανεμελιάς – εκείνοι που μας κάνουν να νιώθουμε παιδιά κι εκείνοι που μας θυμίζουν πως δίχως φαντασία δεν πας πουθενά. Η ανατρεπτική πολυχρωμία ενός Τομ Ρόμπινς, η διαστημική τρέλα ενός Ντάγκλας Άνταμς, η σουρεαλιστική μυθοπλασία ενός Τέρι Πράτσετ.



Εικονογράφηση από την πρώτη έκδοση του "Τομ Σόγιερ"


Κάποια μέρα του Αυγούστου με καύσωνα και ξηρασία: οι συγγραφείς του Μπιτ, η γενιά του μεγάλου αμερικανικού Δρόμου. Ο Κέρουακ, ο Μπάροουζ και οι συνοδοιπόροι. Εδώ δεν έχει ποίηση, εδώ δεν έχει παραμύθια. Μόνο η περιπλάνηση μετρά, πέρα από συμβάσεις, πέρα απ’ τα σύνορα της κοινωνίας. Εκεί που το απώτατο όριο είναι ο ορίζοντας της ερυθρόχρωμης ερήμου.

Κάποιο δειλινό, τέλη Αυγούστου: o Τένεσσι Ουίλιαμς. Ακροβατώντας ανάμεσα στα νιάτα και τον χρόνο που περνά.

Τελευταία μέρα του καλοκαιριού: οι Υπαρξιστές. Σαρτρ, Καμύ και φίλοι. Τώρα που τελειώνει το καλοκαίρι τι κάνουμε; Προσπαθούμε άραγε ν’ απαγκιστρωθούμε με νύχια και με δόντια απ’ την ανάμνησή του; Ή χτίζουμε το μοναχικό μας δρόμο προς τα μπρος, έτοιμοι να σπρώξουμε για άλλη μια φορά τον βράχο στο βουνό;

Μια μέρα του Σεπτέμβρη: ο Τζέιμς Τζόυς. Μια μέρα που περιλαμβάνει τα πάντα μέσα της, ίχνη από το χθες και άρωμα απ’ το αύριο, εκεί που οι τροχοί αρχίζουν πάλι να γυρίζουν, ο κόσμος να περιστρέφεται γύρω απ’ τον άξονά του – μα όσο συμμετέχεις σε αυτόν, άλλο τόσο βρίσκεσαι απέξω, ατενίζοντάς τον με περισυλλογή, ανασυνθέτοντάς τον απ’ τις βάσεις. Μια μέρα που άρχισε κρύα και τελείωσε ζεστή, ένα περιστατικό με χίλιες συνιστώσες, ένας μήνας που είναι όλοι μαζί οι μήνες. Η λογοτεχνία αναδημιουργημένη.

Τα φθινοπωρινά βράδια, ενώ ξεσπούν τα πρωτοβρόχια, ταιριάζουν στην νεοελληνική Γενιά του 30: Καραγάτσης, Μυριβήλης, Εμπειρίκος και η παλιοπαρέα. Το καλοκαίρι έχει παρέλθει, μα η ανάμνησή του σε κρατάει ακόμα ζεστό – αυτή και η φωτιά που σιγοκαίει στην εστία. Γύρω από το τζάκι, ενώ το εκκρεμές τραγουδά το υπνωτιστικό του βουητό, πλάθεις ιστορίες για ένα παρόν που συνεχώς αλλάζει.

Στα πρώτα κρύα του Οκτώβρη κάνουν την εμφάνισή τους οι Γάλλοι κλασικοί: Μπαλζάκ, Σταντάλ, Φλωμπέρ, Γκυ ντε Μωπασσάν. Εκεί που πέφτουν τα φύλλα και βάφονται καφετιά τα τοπία. Προμήνυμα των κρύων που θα έρθουν, μια απατηλή αίσθηση ζέστης, καιρός με δόντια, προκαλώντας τη σκέψη σου, παίζοντας με τις αισθήσεις σου, αμφισβητώντας όσα θεωρούσες δεδομένα. Η συνέχεια θα είναι ακόμα πιο προκλητική.



Ο Εμίλ Ζολά αποτίει φόρο τιμής στον Μπαλζάκ - σκίτσο εποχής


Κάποιο φθινοπωρινό δειλινό, στο γέρμα του ήλιου, όταν τα ξεραμένα φύλλα βάφονται στις αποχρώσεις της φωτιάς: οι Ρομαντικοί. Ο Ουγκώ, ο Μπάιρον, ο Σίλερ, ο Νοβάλις και οι άλλοι. Ενώ σιγοκαίει μέσα σου η φλόγα, η δίψα για αλλαγή, η θέληση να σπάσεις τα δεσμά. Ναι, ο χειμώνας έρχεται – μα είσαι έτοιμος γι’ αυτόν.

Οι κρύες μέρες του Νοέμβρη, παρέα με τα μουντά τοπία και τον ήχο της βροχής στα πεζοδρόμια, φέρνουν αέρα περιπλάνησης σε άδειες πολιτείες, κλειδαμπαρωμένες στις φωλιές τους – φωλιές που βράζουν από άγχος και στενάζουν από ηδονή. Εδώ ταιριάζουν συγγραφείς όπως ο Χένρι Μίλλερ και ο Μπουκόφσκι. Απορρίμματα στους δρόμους, σκάτα στην κοινωνία, μα η βροχή τα καθαρίζει. Σαν τη βροχή έπεσαν κι εκείνοι στους δρόμους. Σαν τη βροχή διώχνουν τα σκουπίδια της υποκρισίας, σαν τη βροχή ανακουφίζουν τις μοναχικές καρδιές.

Τελευταία μέρα του φθινοπώρου, κάθοδο στον Άδη: o Δάντης. Για να μπεις στον Παράδεισο πρέπει πρώτα να περάσεις απ’ την Κόλαση.

Δεκέμβρης, τελευταίος μήνας του χρόνου, μήνας περισυλλογής και αναδρομής στο παρελθόν: τι έκανα σωστά τον καιρό που πέρασε, τι έκανα λάθος. Αναμνήσεις απ’ τα παλιά που ζωντανεύουν σε κάθε μας παρόν – και παίρνουν πάντα μια καινούργια μορφή, γιατί το παρελθόν αναδημιουργείται συνεχώς: o Προυστ και η αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου του.







Κρύο και τζάκι: καιρός για ιστορίες μυστηρίου. Η ώρα του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, της Αγκάθα Κρίστι και του Ρέιμοντ Τσάντλερ.

Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα ζωντανεύουν και οι Μύθοι. Έρχεται λοιπόν η σειρά των παραμυθάδων, όπως οι αδερφοί Γκριμ, ο Σαρλ Περώ, ο Λούις Κάρολ, οι μυθολογίες και οι θρύλοι των χωρών του κόσμου. Καθώς μάλιστα βλέπεις να παρελαύνουν γύρω σου πλάσματα από άλλους κόσμους, ξωτικά και γίγαντες, νάνοι και τελώνια, ημίθεοι και δράκοι, συνειδητοποιείς πως βρίσκεται στο μήνα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού: καλώς ορίσατε κύριε Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, περάστε κύριε Μούρκοκ, προσοχή στο σκαλοπάτι της πόρτας κύριε Γκέιμαν. Κι εσείς, κυρία Ρόουλινγκ, καλώς ήρθατε. Ο μήνας αυτός είναι δικός σας.

Ήρθε λοιπόν η ώρα των Χριστουγέννων. Και αν με ρωτούσατε ποιος συγγραφέας αρμόζει στην πιο μαγική στιγμή του χρόνου, θα σας έλεγα ο Κάρολος Ντίκενς. Δεν είναι μόνο οι κλασικές χριστουγεννιάτικες ιστορίες του – αν και σίγουρα έχουν παίξει με τη σειρά τους καθοριστικό ρόλο. Είναι όλη αυτή η αίσθηση που αναδύεται μέσα από τα έργα του, η κοινωνική ευαισθησία και οι χαρακτηριστικές ζεστές περιγραφές του – ζεστές όσο το χριστουγεννιάτικο δείπνο και μυρωδάτες σαν το καλύτερο κρασί.

[Περισσότερα για τον Κάρολο Ντίκενς και τα Χριστούγεννα μπορείτε να διαβάσετε στο ακόλουθο, εορταστικό αφιέρωμα > Τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς]

Κλείνουμε με την τελευταία μέρα του χρόνου. Σαν αστέρι στον ουρανό που χάνεται, ένα αστέρι μακρινό και λαμπερό που μας παρηγορεί για όσα χάσαμε και μας δίνει ελπίδες για εκείνα που θα θέλαμε να έρθουν: ο Μικρός Πρίγκιπας του Αντουάν ντε-Σαιντ Εξυπερύ.

Εδώ λοιπόν τελειώνει το ταξίδι μας. Ασφαλώς θα μπορούσε να είχε εμπλουτιστεί ακόμα πιο πολύ, με πλήθος άλλων συγγραφέων, μα επέλεξα να μην το τραβήξω πολύ σε μάκρος. Εξάλλου ο κύκλος ποτέ δεν σταματά – ο νέος χρόνος φέρνει μαζί του νέες υποσχέσεις κι εσύ, φίλε αναγνώστη, μπορείς να διαβάσεις το κείμενο ξανά απ’ την αρχή!