12 Ιουνίου 2013

Περί ΕΡΤ ο Λόγος...

~







Σπάνια επιδίδομαι σε αναλύσεις της τρέχουσας κοινωνικής επικαιρότητας στο blog. Έχω κάνει τέτοιες, ωστόσο τις αποφεύγω, καθώς το blog για μένα συνιστά πάνω απ' όλα μια μορφή προσωπικής έκφρασης και μοιράσματος όσων με ενδιαφέρουν και αγαπώ. Και η κοινωνική επικαιρότητα σχεδόν πάντα με πικραίνει.

Ωστόσο κάποιες στιγμές είναι απλά αδύνατο να μην κάνω ένα σχόλιο σχετικά με όσα γίνονται. Προτιμώ να αφήσω τις μεγάλες, βαρύγδουπες κουβέντες στην άκρη. Τα πράγματα είναι απλά, δυο λόγια είναι αρκετά, και όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Γιατί σε τελική ανάλυση, η κοινωνική συνείδηση συνιστά πάνω απ' όλα θέμα παιδείας, ανατροφής και ευαισθησίας του καθένα. Σε πείσμα ενός κράτους που κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, θα λεγε κάποιος, για να εξαλείψει και το τελευταίο ίχνος ενδιαφέροντος και γόνιμης κριτικής πάνω στο κοινωνικό γίγνεσθαι, υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό κόσμου που ασχολείται, που επιθυμεί να συμμετέχει στα κοινά, που αρνείται να λέει σε όλα ναι.

Μια πολύ καλή φίλη μου απολύθηκε χθες από την ΕΡΤ, μαζί με τόσους άλλους. Χρόνια στέλεχος. Πριν λίγο επικοινώνησα μαζί της, προσπάθησα να βάλω τον εαυτό μου στην θέση της, αλλά, ας είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ. Αφενώς δεν έχω βιώσει μέχρι σήμερα την αίσθηση της απόλυσης, την αίσθηση να χάνεις την βασική βιοποριστική πηγή σου. Αφετέρου ο χώρος της σύγχρονης τηλεόρασης συνιστά για μένα άγνωστο πεδίο. Δεν παρακολουθώ τηλεόραση. Περιφρονώ την ατελείωτη σαβούρα των ιδιωτικών καναλιών, αδιαφορώ για την κρατική tv. Πιθανό να έχω σκεφτεί ο ίδιος κατά καιρούς πως η κρατική τηλεόραση, στην τωρινή της μορφή, συνιστά περισσότερο βάρος, παρά όφελος. Στην τωρινή της μορφή, ας το επαναλάβω.

Ας προσπεράσουμε τα εμπαθή σχόλια εκείνων που αναφέρονται στους εργαζόμενους ενός κρατικού φορέα ως "βολεμένους", και τα λοιπά. Βολεμένοι υπάρχουν παντού, το ίδιο και σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι. Το να απομονώνουμε μια κατηγορία και να αποδώσουμε σε αυτήν μόνο όλα τα κακά της κοινωνίας φανερώνει πόσο απλοικά αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας, σε τι μανιχαιστικές αποχρώσεις άσπρου-μαύρου βλέπουμε τα πράγματα. Επιστρέφουμε σε διλήμματα τύπου "ιδιωτικό vs δημόσιο", τείνοντας να εξιδανικεύουμε το ένα και να δαιμονοποιούμε το άλλο, αγνοώντας πως, και στην μία και στην άλλη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που εργάζονται και προσπαθούν να βγάλουν τα προς το ζην. Και, ας είμαστε ειλικρινείς, πόσο πια "δημόσιο" έχει απομείνει σήμερα?

Στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα κανένας δεν είναι ασφαλής. Τόσο ο ιδιωτικός, όσο και ο δημόσιος τομέας, συνιστούν έρμαια της γενικευμένης οικονομικής υποδούλωσης στην οποία έχει εκπέσει όλος ο πλανήτης. Και εδώ δεν αναφέρομαι μόνο στην οικονομική κρίση, μα και στους μηχανισμούς που δρουν πίσω από αυτήν, στα οικονομικά μονοπώλια, στον ανταγωνισμό του υπερεθνικού κεφαλαίου, στον αγώνα "όλοι εναντίον όλων" και στην αδυσώπητη αναμέτρηση που έχει ωθήσει η κοινωνία τα μέλη της. Ποιός θα πατήσει πάνω σε ποιόν, ποιός θα πάρει τη δουλειά, ποιός θα επιβιώσει μες στη ζούγκλα. Σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα δεν είναι απλά η "κακή κυβέρνηση", ή η "κακή Γερμανία", ή η "κακή Τρόικα", ή δεν ξέρω και γω τι άλλο. Το πρόβλημα εδράζεται στην οικονομική πραγματικότητα που κινεί τα νήματα. Και εδώ η οικονομία συμπορεύεται με την πολιτική, και με τις επιλογές όχι μόνο των κυβερνήσεων, μα και του κόσμου που τις επιλέγει για να τον αντιπροσωπεύσουν.

Κανένας δεν είναι ασφαλής. Γι' αυτό είναι σημαντική η αίσθηση της αλληλεγγύης. Όχι επειδή μας εκφράζει απαραίτητα η δημόσια τηλεόραση, ή ο μηχανισμός της τηλεόρασης στην τωρινή του μορφή εν τέλει. Αλλά γιατί, στο τέλος, ο πολίτης δεν έχει λόγο για όσα γίνονται. Δεν του δίνουν την δυνατότητα να συμμετέχει. Θέλεις κρατική τηλεόραση? Θα σου την δώσουμε έτσι κι αλλιώς. Αν όμως δούμε ότι δεν μας συμφέρει πλέον, θα την κλείσουμε. Και οι εργαζόμενοι, ε, νούμερα είναι κι αυτοί σε μια λίστα προυπολογισμού, τίποτα περισσότερο. Αποφασίζουμε και διατάζουμε, και στο τέλος, εσύ, ο πολίτης, δεν έχεις τον παραμικρό λόγο σε όσα διαδραματίζονται γύρω σου.

Δεν έχει να κάνει με την άποψη μας περί κρατικής τηλεόρασης λοιπόν, ούτε καν με το δίλημμα "δημόσιο εναντίον ιδιωτικού". Μα με την αίσθηση πως δεν έχουμε τον παραμικρό λόγο για όσα διαδραματίζονται γύρω μας. Τίθεται θέμα επαναπροσδιορισμού της έννοιας του πολίτη, της ιδέας της συμμετοχής στα κοινά, και της σφαιρικότερης αντίληψης μας περί δημοκρατίας: πως θα όφειλε να λειτουργεί ένα δημοκρατικό καθεστώς, όχι μόνο κατ' όνομα, μα στην ουσία του.








~

8 Ιουνίου 2013

The North Remembers...

~



Η μικρή αυτή ανάρτηση αφορά το Game of Thrones. Διαβάστε παρακάτω μόνο όσοι έχετε δει την σειρά ως τώρα, συμπεριλαμβανομένου του επεισοδίου 9 της τελευταίας season. Οι υπόλοιποι προσπεράστε. To ίδιο ισχύει και για τα σχόλια - διαβάστε μόνο αν έχετε δει τα επεισόδια ως τώρα.

Δεν αναφέρομαι σε γεγονότα απ'τα βιβλία, επομένως όσοι έχετε δει μονάχα την σειρά διαβάστε άφοβα!







Όχι κύριε Μάρτιν. Όχι αιμοδιψείς κύριοι παραγωγοί της σειράς. Δεν θα μας κάνετε άνω κάτω κάθε φορά την ψυχολογία! Από το ξεκίνημα της σειράς, πριν τρία χρόνια, 5-6 χαρακτήρες γούσταρα. Οι μισοί απ' αυτούς είναι ήδη νεκροί, ο ένας με πιο ελεεινό τρόπο από τον άλλον. Ναι, γνωρίζουμε καλά πως η σειρά του Μάρτιν πάει κόντρα στα κλισέ του fantasy, στα οποία ο καλός πάντα επικρατεί στο τέλος, κάτι που μεταξύ μας, το έχουμε δει σε άπειρες παραλλαγές και το βαριόμαστε. 

Θυμάμαι ωστόσο πόσο είχα αγανακτήσει πριν δύο χρόνια, όταν είχα διαβάσει τα βιβλία, όταν είχα φτάσει στην σκηνή του περίφημου Red Wedding. "Ε, χέσε μας ρε φίλε, δεν το γουστάρω άλλο το κωλοβιβλίο σου!", είχα πει και είχα παρατήσει το διάβασμα για ένα διάστημα ημερών. 

...Μέχρι να πιάσω ξανά το βιβλίο στα χέρια μου, καθώς με έτρωγε η περιέργεια για το τι θα γίνει στην συνέχεια! Πανάθεμα σε George R R Martin, στα τόσα πράγματα που έχω διαβάσει ως τώρα, κατόρθωσες να προκαλέσεις μία από τις εντονότερες αντιδράσεις που έχω βιώσει μέχρι σήμερα, διαβάζοντας ένα βιβλίο, και η καταραμένη σειρά του HBO αναζωπύρωσε την ίδια αίσθηση μέσα μου, βλέποντας όλο αυτό το σκηνικό να αναπαράγεται στην οθόνη. 

Σκεφτόμουν λοιπόν πως οφείλω να κάνω κάτι. Χρειάζεται κάποια μορφή δικαίωσης και αν είναι να περιμένω πότε ο Μάρτιν ολοκληρώσει τα βιβλία του, μπας και πάει η Άρυα και τους σφάξει όλους (βασικά μία από τις βασικές προσδοκίες που έχω πλέον απ'την σειρά), χαιρέτα μας τον πλάτανο. 

Γιατί και μεις έχουμε φαντασία κύριοι! Και έχουμε και χιούμορ! Γι' αυτό λοιπόν θα ξεκινήσω να ετοιμάζω κάτι, μέσα στο καλοκαίρι, σχετικό με το Game of Thrones. Κάτι ιδιαίτερο. Και θα βγάλω έτσι το άχτι μου!!!

Υπολογίζω να μου πάρει κάποιους μήνες, μέχρι να το ολοκληρώσω, αλλά πιστεύω θα αξίζει τον κόπο! Οι φίλοι της σειράς θα γουστάρετε όσο δεν φαντάζεστε! 

The North remembers, γαμώ την πουτάνα μου! Lannisters κουφάλες, έρχονται κρεμάλες!


ΥΓ - Και για να κάνω ένα πρόσθετο σχόλιο, έχοντας πλέον δει και το τελευταίο επεισόδιο της season 3... Η σεζόν ήταν αρκετά καλή, αλλά μπορούσε να είναι και καλύτερη, κρίνοντας από το υλικό του βιβλίου με το οποίο είχαν να δουλέψουν. Αυτά τα ολίγα!







~

6 Ιουνίου 2013

Reflections...

 ~







Μου είχες πει να έρθω να σε δω κρατώντας στα χέρια ένα λουλούδι. Ήρθα, μα λουλούδι δεν κρατούσα.

Συναντηθήκαμε στον σταθμό, ήταν ένα όμορφο ανοιξιάτικο βράδυ. Κατευθυνθήκαμε σε ένα στέκι και ήπιαμε ποτό. Ήσουν όμορφη. Μιλούσαμε για πολλά και διάφορα. Η ώρα περνούσε ευχάριστα.

Σου είχα πει πως έφτιαχνα πορτραίτα. Προσφέρθηκες να φτιάξω το δικό σου. Να έρθεις σπίτι μου, να σε ζωγραφίσω.

Και τότε σε κοίταξα. Χαμογέλασα. Eίπα πως θα περάσουμε ωραία. Και στα μάτια μου έλαμψε διάχυτη μία φωτεινή επιγραφή. Μια επιγραφή που έγραφε πάνω: Σεξ. Σεξ. Σεξ, σεξ, σεξ...

Φαίνεται όμως πως διάβασες το μήνυμα. Είδες την επιγραφή να φωτίζεται στο βλέμμα μου. Στο χαμόγελο μου.

Και ξενέρωσες. Και μου είπες πως σου λείπει ο έρωτας, πως ψάχνεις να βρεις κάποιον άντρα της προκοπής, μα άντρα δεν βρίσκεις.

Και ξενέρωσα και εγώ με την σειρά μου. Γιατί, σκέφτηκα, για να μου τα λέει αυτά, δεν ενδιαφέρεται για μένα.

Τις επόμενες μέρες επεδίωξες μια φορά ακόμα επαφή, σου απάντησα με έναν μάλλον ουδέτερο τρόπο, και η ιστορία τελείωσε εκεί. Δεν σε είδα ξανά από τότε.

Πέρασαν κάποια χρόνια. Και σήμερα πιάνω τον εαυτό μου να ακούω ένα τραγούδι, και να σκέφτομαι πολλά και διάφορα.

Μου είχες πει να σου ζωγραφίσω ένα πορτραίτο. Δεν το έκανα ποτέ. Μα τώρα, τη στιγμή αυτήν που γράφω, μπορώ να δοκιμάσω να φτιάξω ένα πορτραίτο του εαυτού σου - απεικονίζοντας, με λέξεις, με μικρές προτάσεις πάνω στο λευκό πλαίσιο της οθόνης, κάτι από τον χαρακτήρα σου, μια υποψία απ' το άρωμα που άφησες στη σκέψη μου. Σα να ρίχνω πινελιές πάνω στον καμβά.

Ήσουν λοιπόν μια γλυκιά κοπέλα. Βαθιά ρομαντική. Ίσως λίγο απογοητευμένη, ίσως λίγο ανασφαλής. Είχες σίγουρα βιώσει κάποιες αναποδιές και γύρευες κάτι αυθεντικό. Αν ήθελες, μπορούσες να γίνεις σεξουαλική, ωστόσο το σεξ για σένα ήταν το επιδόρπιο που ακολουθεί ένα νυχτερινό γεύμα, ένα γεύμα με άφθονο κόκκινο κρασί. Δεν ήταν το κύριο πιάτο.

Αυτό λοιπόν είναι το πορτραίτο που μπορώ να κάνω πια για σένα, με τις λίγες αναμνήσεις που κρατώ.

Κι αν ίσως υπήρξες λίγο υπερβολική... Η υπερβολή σου αντανακλούσε την δική μου ανωριμότητα.

Είχες γυρέψει έναν άντρα. Και σε μένα βρήκες έναν έφηβο. Έναν έφηβο 27 χρονών...







~

1 Ιουνίου 2013

Long Summer Days...

~







Βυθίζω τα χέρια μου στην απαλή άμμο, νιώθω την ανακουφιστική της υγρασία. Γύρω μου βράχια, πιο πέρα η θάλασσα, νερό που σκορπάει τον αφρό. Μια σιγανή βροχή ξεσπά δειλά, λεπτές, αδιόρατες σταγόνες βυθίζονται παιχνιδιάρικα στο έδαφος.

Πόσο όμορφη είναι η βροχή το καλοκαίρι. Ίσως γιατί είναι σπάνια. Πάει κόντρα στο ρεύμα, ένας μικρός αντάρτης. Εμφανίζεται εκεί που δεν την περιμένεις και μεταμορφώνει όλο το τοπίο. Μια παραφωνία, μια ευχάριστη ατέλεια στην ωραία, μα βαρετή ηλιόλουστη καθημερινότητα.

Είχε γράψει ο Μίλαν Κούντερα πως η ομορφιά βρίσκεται στην ατέλεια. Σε αυτό που κάνει τον κάθε έναν από μας να ξεχωρίζει, να είναι ο εαυτός του. Γιατί τέλειο σημαίνει ιδεατό, και το ιδεατό είναι κοινό για όλους - εξαλείφει την διαφορετικότητα. Σκεφτείτε: Σε μια εποχή κατά την οποία οι πάντες επιθυμούν να αγγίξουν ένα εξιδανικευμένο πρότυπο εμφάνισης, η ομοιομορφία φαντάζει σαν τελικός στόχος όλου του κόσμου. Χρειάζεται να έχω το κατάλληλο βάρος, το απόλυτο σώμα, το τέλειο πρόσωπο, το σωστό ντύσιμο, κλπ. Και φυσικά εκείνο το lifestyle που θεωρείται ιδανικό. Πως όμως ορίζεται το ιδανικό? Ποιός είναι εκείνος που καθορίζει τι είναι ωραίο και τι όχι? Και αν όλοι το προσέγγιζαν, αν όλοι έφταναν κάποτε σε μια κατάσταση κατά την οποία ήταν "τέλειοι", τι θα απογινόταν η αίσθηση της ατομικότητας του καθένα?

Γνωρίζετε την περίφημη σειρά "Η Ζώνη του Λυκόφωτος"? Προβαλλόταν στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του '50, και στις αρχές της δεκαετίας του '60. Σε ένα από τα συγκλονιστικότερα της επεισόδια παρουσιάζεται μια υποθετική κοινωνία του μέλλοντος, στην οποία επικρατούσε ένας ιδεατός τύπος ομορφιάς. Είχαν ανακαλύψει με μαθηματική ακρίβεια το τέλειο look, σε δύο παραλλαγές. Η επιστήμη παρείχε την δυνατότητα στον καθένα, με την ενηλικίωση του, να κάνει την απαραίτητη επέμβαση και να μεταμορφώσει πλήρως τον εαυτό του, στα πλαίσια εκείνου του "τέλειου προτύπου".

Στο τέλος οι πάντες, ο πληθυσμός όλος, ήταν ίδιοι, ο ένας με τον άλλον. Πανέμορφοι, εκθαμβωτικοί, αψεγάδιαστοι... μα ίδιοι.



Χαρακτηριστική σκηνή από το συγκεκριμένο επεισόδιο του Twilight Zone



Βυθίζω τα χέρια μου στην άμμο... ή μήπως είναι πάλι το πληκτρολόγιο μπροστά μου? Ένα πετάρισμα των ματιών και η παραλία ξεθωριάζει, σαν ακουαρέλες που ανακατεύτηκαν με το νερό της βροχής. Είμαι στο δωμάτιο μου, είναι βράδυ. Και για άλλη μια φορά, γράφω αυθόρμητα, ό,τι μου κατέβει.

Το καλοκαίρι είναι μπροστά μου - μπροστά μας, για άλλη μια φορά. Σκέφτομαι το περσινό καλοκαίρι, σχεδόν αρνούμαι να δεχτώ πως πέρασε ένα χρόνος. Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως δεν αξιοποίησα κατά τον ιδανικό τρόπο το μεγαλύτερο διάστημα της χρονιάς που πέρασε, από πέρυσι μέχρι τώρα. Αν εξαιρέσεις τους δύο τελευταίους μήνες, η υπόλοιπη χρονιά, από τον περσινό Ιούνιο ως τον Απρίλιο, ήταν επιεικώς μέτρια, ως κακή. Σπατάλη χρόνου, ασχολίες που μπήκαν στην άκρη, παλιές σχέσεις που ξεστράτισαν, επαφές με ακατάλληλα άτομα, αίσθηση ξοδέματος. Και οι αναποδιές ξεκίνησαν πέρυσι το καλοκαίρι, το οποίο υπήρξε και ένα από τα χειρότερα των τελευταίων χρόνων για μένα - ε, λοιπόν, ας κλείσει τώρα ένας γαμημένος χρόνος κακοτυχίας και ας πάει στο καλό.

Σταδιακά έπιασα τον εαυτό μου να απομακρύνομαι από ορισμένα διαδικτυακά κοινωνικά πλαίσια, τα οποία μου δημιουργούσαν την αίσθηση μιας ατελείωτης ανουσιότητας. Όπως για παράδειγμα το facebook. Γιατί υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που έχεις τις μαύρες σου. Φάσεις κατά τις οποίες γυρεύεις μια επαφή ουσίας. Το να μπαίνεις στο facebook, ή σ' ένα φόρουμ, και να αντικρίζεις κατάμουτρα την βλακεία του καθένα, δεν σε κάνει καλύτερα. Μόνο συντείνει ώστε να χαραμίσεις ακόμα περισσότερο τον χρόνο σου, αφήνοντας τον εαυτό σου στην ψευδαίσθηση της διαδικτυακής συλλογικής μέθης. Ασφαλώς παίζει ρόλο και η ποιότητα του κόσμου μέσα, ωστόσο, όπου υπάρχουν πλήθη, ο παράγοντας ποιότητα πέφτει κατακόρυφα. Παράλληλα, ενισχύεται η αίσθηση της ομοιομορφίας. Δες πόσο ωραία είναι που όλοι γράφουμε με τον ίδιο τρόπο, εκφραζόμαστε με τον ίδιο τρόπο, χαραμίζουμε τον χρόνο μας με τον ίδιο τρόπο!

Δείτε, ανήκουμε και μεις στο πλήθος, δεν είμαστε πια μόνοι!

Προς το παρόν διατηρώ έναν ειδικό λογαριασμό στο facebook, μόνο για το γκρουπ του ραδιοφωνικού σταθμού μας, χωρίς friends, χωρίς τίποτα, ίσα για να ενημερώνω τον κόσμο. Ίσως σε κάποια άλλη φάση γυρέψω πάλι την κοσμοσυρροή των κοινωνικών δικτύων, αυτό όμως θα γίνει όταν έχω φτάσει ξανά να αξιοποιώ τον χρόνο μου.

Τα blogs είναι διαφορετικά. Είναι η γωνιά μας. Είναι ένα προσωπικό σημείο επικοινωνίας, ξεχειλίζουν από την ατομικότητα μας. Στο blog είσαι ο εαυτός σου, αισθάνεσαι ελεύθερος να γράψεις και να εκφραστείς με όποιον τρόπο επιθυμείς. Δεν περιβάλλεσαι από σωρεία δήθεν επαφών, ανούσιων likes, κανόνες, αδιάφορα ποστ, αμφιλεγόμενες σχέσεις, κομπλεξικά trolls, ή δεν ξέρω και γω τι άλλο. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως κάθε blog είναι όμορφο - υπάρχουν άφθονα blogs της κακιάς ώρας εκεί έξω. Ωστόσο, αυτό είναι το ίντερνετ σε τελική ανάλυση, αντανακλά την κοινωνική πραγματικότητα έξω από μας και την παιδεία που φέρει ο καθένας μέσα του.

Και για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομα τους, η παιδεία που φέρει μέσα της η πλειοψηφία είναι για τον πούτσο καβάλα.

Όσο αφορά τους φίλους... Στο τέλος καταλήγεις με εκείνους τους λίγους, τους καλούς. Τα άτομα με τα οποία μοιράζεστε μια σχέση ειλικρίνειας, και ας είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μην τρέφεις ψευδαισθήσεις - πάντα λίγοι είναι εκείνοι που μένουν. Και η λύση δεν βρίσκεται στο να απλώνεις συνεχώς τα χέρια σου, σαν χταπόδι, προς όλες τις κατευθύνσεις, μπας και αποκτήσεις έτσι περισσότερες παρέες. Γιατί ποιός είπε πως η ποσότητα ταυτίζεται με την ποιότητα? Και είναι τόσο ενοχλητικός ο θόρυβος της πόλης, των πολλών, η οχλαγωγία, ο σαματάς του πλήθους...

Μόνο για λίγους λοιπόν! Οι υπόλοιποι ας προσπεράσουν!








Κατα τ' άλλα επιθυμώ να αξιοποιήσω τον προσεχή καιρό μια χαρακτηριστική πτυχή του κουνελο-λαγουμιού μου: εκείνη των βιβλίων. Γιατί, μέσα σ' όλα, η χρονιά που πέρασε με βρήκε να διαβάζω λιγότερο σε σχέση με τις περασμένες. Και λίγα πράγματα συγκρίνονται με την ομορφιά των βιβλίων, της μουσικής, ή μιας καλής ταινίας. Ασφαλώς η καλή παρέα είναι ένα από αυτά, ωστόσο εκείνη άλλοτε υπάρχει, άλλοτε όχι. Άλλοτε είναι διαθέσιμη, άλλοτε δεν είναι. Ενώ η μουσική ή τα βιβλία, είναι πάντα εκεί για σένα, αρκεί να τους δώσεις σημασία. Αρκεί να προτιμήσεις αυτά, από κάποια άλλη ανούσια ασχολία.

Και, πιστέψτε με, το λαγούμι μου ξεχειλίζει από άφθονα έντυπα καλούδια, κάποια εκ των οποίων μου αρέσει να διαβάζω δεύτερη και τρίτη φορά - συχνά το δεύτερο ανάγνωσμα είναι περισσότερο απολαυστικό. Ορισμένες φορές πιάνω τον εαυτό μου να διαβάζω τρία και τέσσερα βιβλία ταυτόχρονα - κάτι που είναι ύπουλο, μια που ενέχεται ο κίνδυνος να μην τελειώσω κανένα στο τέλος, και να προχωρήσω σ' ένα πέμπτο!

Αυτό το καλοκαίρι λοιπόν προβλέπεται να είναι ένα καλοκαίρι τίγκα στο διάβασμα! Θεωρώ πως οι φωτογραφίες από το δωμάτιο-λαγούμι μου είναι ενδεικτικές... Σωροί από βιβλία, περιοδικά και κόμικς, βουνά που περιμένουν ορειβάτες...









Κι άλλα βιβλία...









ΚΙ ΑΛΛΑ βιβλία. Ανάμεσα τους, διακρίνεται στην βιβλιοθήκη μια τιγρέ βυζαρού γκόμενα και μια μάσκα-αναμνηστικό από την παράσταση του "The Wall".










Τα βιβλία βασικά δεν χωράνε στις βιβλιοθήκες και φτάνουν να γίνονται σωρός πάνω στο τραπέζι.










Ή και κάτω απ' το τραπέζι!









Και για να εστιάσω σε δύο συγκεκριμένα που έτυχε να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο... Νίτσε από τη μία, Μίκυ Μάους από την άλλη. Καλώς ορίσατε στον κόσμο του κούνελου...









Αυτά που λέτε! Καιρός να το κλείνω, σιγά σιγά...


Ας επιστρέψουμε στην εικόνα που περιέγραψα στην αρχή του κειμένου. Εκείνη με την ήσυχη παραλία και την απαλή βροχή. Θα ταίριαζε και ένα βιβλίο, κάπου εκεί πιο πέρα.

Είναι όμορφες οι παραλίες με κόσμο, όπως είναι όμορφες οι μεγάλες παρέες και τα συνεχή ξεφαντώματα. Ωστόσο αυτά δεν είναι πάντα εκεί για σένα. Πιθανό η παραλία σου να αδειάσει. Δεν υπάρχει λόγος να αποχωρήσεις με σκυμμένο το κεφάλι, πόσο μάλλον να το χώσεις μες στην άμμο, σαν αποθαρρυμένος στρουθοκάμηλος! Προσπάθησε να αντλήσεις από την ησυχία που προέκυψε. Αξιοποίησε την. Πέρνα καλά με την πάρτη σου. Kαι τους δύο-τρεις ανθρώπους που γουστάρεις. Και αν ρίξει μια ψιχάλα, μια καλοκαιρινή βροχή, δες την θετικά. Παρατήρησε πόσο όμορφη είναι, πόσο ιδιαίτερη είναι, μέσα στην διαφορετικότητα της, μέσα στην ατέλεια της ανομοιομορφίας της.


Υπόσχομαι στον εαυτό μου, στη γούνα και στα μεγάλα μου, μακριά αυτιά, οι μέρες αυτού του καλοκαιριού να μην πάνε χαμένες.







~


27 Μαΐου 2013

Χάρης και Ειρήνη. Μια Ιστορία του Πολυτεχνείου. Ένα Αφιέρωμα στον Μίκη.

~






Βράδυ



Βράδυ Παρασκευής, 16 Νοέμβρη. Ο Χάρης είχε μαζευτεί σε μια σκοτεινή γωνιά του κτιρίου, στο πάτωμα κουλουριασμένος, φοβισμένος. "Όλα θα τελειώσουν σύντομα, σύντομα όλα θα τελειώσουν...", σιγοψιθύριζε, ξανά και ξανά, προσπαθώντας να καθησυχάσει τον εαυτό του. Έπαιρνε βαθιές ανάσες. Φοιτητές περνούσαν μπροστά του, βιαστικοί, ανάστατοι, έτρεχαν εδώ κι εκεί, σκορπούσαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι περισσότεροι κατευθύνονταν έξω. Στις πύλες της κόλασης. Φευγάτοι σαν σκιές, απομεινάρια μιας άλλης εποχής. Τα μάτια τους όμως έλαμπαν, φωτιές μες στο σκοτάδι. Πυγολαμπίδες. Ο Χάρης τους κοιτούσε, εκείνοι όμως δεν του έδιναν καμία σημασία, μονάχα προσπερνούσαν.

Έξω από το κτίριο, προς όλες τις κατευθύνσεις, αντηχούσαν εκκωφαντικές οι φωνές και τα συνθήματα. Όσο κυλούσε το βράδυ γίνονταν όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο επιβλητικά. Τρυπούσαν την ησυχία της βραδινής ώρας, λες και ήθελαν να ανατρέψουν την καθιερωμένη σειρά των πραγμάτων, να διαπεράσουν το σκοτάδι, να κάνουν τη νύχτα μέρα. "Απόψε-Θα Γίνει-Τα-Υ-Λάνδη!". "Έξι Χρόνια Α-Ρκε-Τά-Δεν Θα-Γί-Νου-Νε Επτά!". "Νάτο-Σία-Προδοσία!". "Λαέ-Πολέμα-Σου Πίνουνε Το Αίμα!". "Δε Σε Θέλει Ο Λαός-Πάρ'Τον Πίθηκο Και Μπρος!". "Ελλάς-Ελλήνων-Φυλα-Κι-Σμένων!". "Πότε-Θα Κάνει-Ξά-Στε-Ριά!". "Εργάτες-Αγρότες-Φοί-Τη-Τες!".

"ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥ-ΘΕ-ΡΙΑ!"









Ο Χάρης πεινούσε. Το στομάχι του γουργούριζε. Εδώ και τρεις μέρες λειτουργούσε βέβαια το εστιατόριο στους χώρους του Πολυτεχνείου, ο ίδιος όμως είχε φάει ελάχιστα. Ίσως του έκανε καλό, ποιός ξέρει. Να έχανε κανένα κιλό επιτέλους. Ο Χάρης, βλέπετε, ήταν αρκετά παχουλός. Μικρό οι συμμαθητές του τον αποκαλούσαν ογκόλιθο. Τον έβαζαν πάντα να παίζει τερματοφύλακας, αφενός γιατί δεν μπορούσε να τρέξει όπως οι υπόλοιποι, αφετέρου γιατί ήταν ευκολότερο να προσκρούσει πάνω του η μπάλα του αντιπάλου και να την αποκρούσει, από τον όγκο του και μόνο. Η αλήθεια να λέγεται, είχε αποτρέψει πολλά γκολ με την κοιλιά του.

Του έλειπε το σπίτι του. Πόσο θα ανησυχούσαν οι γονείς του, τρεις μέρες και εκείνος να μην έχει δώσει κάποιο σημάδι ζωής! Να μην γνωρίζουν καν που βρίσκεται. Που να ήξεραν πως είναι κι αυτός ένας από τους τόσους που εισχώρησαν στο Πολυτεχνείο την Τετάρτη το μεσημέρι, καταμεσής του κύματος ενθουσιασμού που τους κατέλαβε. "Όλοι στο Πολυτεχνείο!". "Κατάληψη, πάμε!". "Θα γίνει επανάσταση!". Αυθόρμητα, ξεχύθηκαν κατά ομάδες, εκατοντάδες κι εκατοντάδες φοιτητές, από διάφορες σχολές και κατευθύνσεις, η φωτιά της εξέγερσης να τους διαπερνά. Υπήρξε ένας απ' αυτούς. Δεν υπήρχε πλάνο, δεν υπήρχε πρόγραμμα ή καθοδήγηση από κάποιο κόμμα - οι παρατάξεις ήρθαν μετά. Δεν ήξερε καν πως είχε γίνει η αρχή, σχεδόν δε θυμόταν πως είχε βρεθεί ανάμεσα τους.










Ειρήνη



Θυμήθηκε τον φίλο του, τον Κώστα, πως τον είχε πιάσει από το μπράτσο, πως του έλεγε χαρούμενος: "Έλα Χάρη, πάμε στο Πολυτεχνείο!". Ήξερε τότε πως το επιθυμούσε και κείνος. Ο ενθουσιασμός πετάριζε στα βλέμματα όλων τους. Τα πουλιά είχαν ανοίξει το κλουβί. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια έβλεπε να ξετυλίγεται γύρω του κάτι γνήσια ομαδικό, για πρώτη φορά αντίκριζε τέτοιο πλήθος κόσμου μαζεμένο στο ίδιο μέρος. Ήταν παράνομο, βλέπετε, να συνασπίζονται ομάδες πολλών ατόμων σε εξωτερικούς χώρους, και ο Χάρης είχε να δει κάτι αντίστοιχο από τα 13 του.

Και φυσικά ήταν και η Ειρήνη. Ο Χάρης την έφερε ξανά στο νου του και ένιωσε ένα θερμό κύμα να διαπερνά τη σκέψη και το σώμα του. Η Ειρήνη! Να είχε κάνει όλα αυτά μόνο για κείνην άραγε? Για να δει η ίδια πως είναι κι αυτός ανάμεσα τους? Πως είναι κι αυτός ένας από τους φοιτητές που αντιστέκονται? Θε μου, σκέφτηκε ο Χάρης, ενώ τα συνθήματα απ' έξω διαπερνούσαν τα αυτιά του. Θε μου, ας έχει καλή κατάληξη όλο αυτό... Mια μέρα θα τα σκέφτομαι και θα γελάω.

Η Ειρήνη ήταν μία από τις ομορφότερες κοπέλες που είχε αντικρίσει ποτέ του. Την παρατηρούσε συχνά στις παραδόσεις των μαθημάτων, χάζευε τα ατίθασα σγουρά μαλλιά της, μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς. Τα μάτια της ήταν τα πιο υπέροχα μάτια που είχε δει ποτέ του σε άνθρωπο. Βαθιά σαν θάλασσες, κάπως έτσι φάνταζαν πίσω από τα χαρακτηριστικά γυαλιά που φορούσε. Πόσο της πήγαιναν εκείνα τα γυαλιά! Όσο αφορά το χαμόγελο της, εκείνο ήταν ικανό να αναστήσει και νεκρούς, έτσι σκεφτόταν. Έπιανε επίσης τον εαυτό του να σκέφτεται με ένοχη απόλαυση το βαθύ της ντεκολτέ και τα υπέροχα της πόδια. Καναδυο φορές είχε τύχει να μιλήσουν οι δυο τους ανάμεσα στα μαθήματα, για λίγο έστω, και άρχιζε να χάνει τα λόγια του και να λέει ασυναρτησίες - ή τουλάχιστον εκείνο νόμιζε μετά, ντροπιασμένος για την μόνιμη αμηχανία του. Πάντα εκ των υστέρων του έρχονταν ορισμένες έξυπνες ατάκες, που θα μπορούσε να είχε πει μπροστά της, μπας και την εντυπωσιάσει. Πάντα εκ των υστέρων.

Ήταν σφοδρά ερωτευμένος μαζί της. Κανείς δεν το ξερε, μα είχε χαράξει το όνομα της σε άφθονους κορμούς δέντρων, σε πάρκα και γύρω από τον χώρο της σχολής. Από κάτω έγραφε και από έναν στίχο από κάποιο τραγούδι, διαφορετικό κάθε φορά. Το όνομα του δεν το έγραφε πουθενά. Μόνο το δικό της. Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη...








Και ήταν και κείνη ανάμεσα τους, το μεσημέρι εκείνο της Τετάρτης, τότε που είχαν πει όλοι μαζί: "πάμε στο Πολυτεχνείο, όλοι στο Πολυτεχνείο!". Και είδε την Ειρήνη, παρέα με τις φίλες της μέσα στο πλήθος των φοιτητών, να εξορμούν χαρούμενες προς την Πατησίων. Και ο Χάρης ήξερε πως έπρεπε να βρίσκεται κι αυτός ανάμεσα τους. Έπρεπε να είναι κι αυτός εκεί. Κοντά της.

Μεταξύ μας, ο Χάρης δεν θεωρούσε ρεαλιστικά εφικτό το ενδεχόμενο να κέρδιζε μια κοπέλα σαν αυτή. Το φανταζόταν, μα δεν έκανε κάτι ουσιαστικά γι' αυτό. Δεν ήταν παρά ένας χοντρός, ατσούμπαλος τύπος, σε τελική ανάλυση. Του οποίου η μοναδική του ως τώρα ερωτική εμπειρία με γυναίκα ήταν ένα φιλί στο στόμα που του είχε δώσει κάποτε, σ' ένα εφηβικό πάρτυ, μια χλωμή κοπέλα με μεγάλα δόντια. Ένα πεταχτό, γρήγορο φιλί, στα πλαίσια ενός χαζού παιχνιδιού. Ωστόσο την Τετάρτη τον είχε καταλάβει ο ενθουσιασμός και πήγε κι αυτός μαζί με τους υπόλοιπους φοιτητές στο Πολυτεχνείο. Ενθουσιασμός, καθώς και εκείνη η μυστήρια αίσθηση πως "τώρα γράφεται ιστορία".









Κρότοι Στο Σκοτάδι



Δύο μέρες μετά, και ο Χάρης στεκόταν κουλουριασμένος στο σκοτάδι, ενώ γύρω του αντηχούσαν οι φωνές του κόσμου. Ολομόναχος, αν και περιβαλλόταν από πλήθος. Οι δύο-τρεις γνωστοί του, και ο φίλος του ο Κώστας, άφαντοι. Η Ειρήνη.... που να βρίσκεται η Ειρήνη. Όχι πως έχει μεγάλη σημασία. Πιθανό σε λίγες ώρες να είναι όλοι τους νεκροί.

Είχε φτάσει στα χέρια του μια χθεσινή εφημερίδα, στην οποία ο υπουργός Παιδείας, ο Σιφναίος, έκανε τις ακόλουθες δηλώσεις: "Από τις χθες ομάδες συγκεντρωθείσαι εις τους χώρους του Ε.Μ. Πολυτεχνείου και προ αυτού, αποτελούμενοι κατά το πλείστον από φοιτητάς συρρεύσαντες εκ διαφόρων Σχολών, παρέχουν ομολογουμένως άκοσμον θέαμα, θορυβούσαι και παρεμποδίζουσαι την κυκλοφορίαν πεζών και τροχοφόρων. Η Κυβέρνησις, αφετέρου, ουδεμίαν έχει ψευδαίσθησιν ως προς τον πράγματι επιδιωκόμενον υπό των θορυβούντων σκοπών, γνωρίζει δε εξ ίσου καλώς ότι ούτοι, ανερχόμενοι εις ολίγας εκατοντάδας, δεν εκπροσωπούν αληθώς τον φοιτητικόν κόσμον... Άλλωστε από της χθες, και αφ' ης εξεδηλώθησαν τα επεισόδια εν τω Πολυτεχνείω, η τηρούσα την τάξιν δύναμις απέφευγεν οιανδήποτε ανάμειξιν, παρά τα προκλήσεις, εκρατήθη δε επιδεικτικώς εις σεβαστήν απόστασιν από τους χώρους, μεριμνώσα απλώς δια την πρόληψιν πάσης τυχόν εκτροπής εις βάρος των φιλήσυχων πολιτών..."

Ολίγες εκατοντάδες λοιπόν? Και το πλήθος του κόσμου που είχε συρρεύσει μαζικά, από χθες και συνέχιζε να έρχεται? Όχι μόνο φοιτητές, μα και εργάτες, οικοδόμοι, αγρότες, μαθητές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και άφθονοι πολίτες, που μαζεύονταν έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, ώρα με την ώρα, κατά χιλιάδες, ενώνοντας τη φωνή τους με εκείνη των φοιτητών... Ο Χάρης δεν μπορούσε να τους δει, μπορούσε όμως να τους ακούσει. Κάθε λεπτό και η φωνή του κόσμου αντηχούσε όλο και δυνατότερα. Ποιός ξέρει, ίσως η εξέγερση να έχει απλωθεί σε όλη την Αθήνα, σκέφτηκε. Σε όλη την Ελλάδα! Ίσως τα ειδησεογραφικά πρακτορεία όλου του κόσμου να μιλάνε τώρα για μας! Λες να δω τον εαυτό μου πρωτοσέλιδο σε κάποια εφημερίδα?









Από έξω αντήχησε ένας κρότος. Για μια στιγμή ησυχία, ανάσες κρατημένες, και μετά τα συνθήματα ακούστηκαν ξανά, δυνατότερα από ποτέ. Ένιωσε τον χτύπο της καρδιάς του. Τουμ τουμ, τουμ τουμ. Σαν ταμπούρλο που καλεί στην μάχη τους πολεμιστές. Γύρω του φοιτητές έτρεχαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Ίσως κάποιους τους γνώριζε, μα μέσα στο σκοτάδι δε διέκρινε τα χαρακτηριστικά τους. Κάποιοι κρατούσαν πανό, άλλοι είχαν βγάλει τα πουκάμισα και τα είχαν τυλίξει γύρω από το πρόσωπο τους. Φώναζαν, μα δεν άκουγε τι έλεγαν. Μόνος έστεκε εκεί, στην γωνία. Σε λίγη ώρα ίσως όλα να έχουν τελειώσει.

Ο νους του ταξίδεψε ξανά. Από μικρός κατέφευγε συχνά στο καταφύγιο της φαντασίας του, όταν η πραγματικότητα γύρω του τον απογοήτευε. Τον γοήτευαν τα βιβλία με εξωτικές περιπέτειες, είχε μια βιβλιοθήκη γεμάτη απ' αυτά. Τα μοιραζόταν με την μικρή του αδερφή, την Χριστίνα. 10 χρονών, η καλύτερη του φίλη. Η μόνη που τον καταλάβαινε. Αδερφούλα μου, θα σε ξαναδώ άραγε? Ο νους του πήγε πίσω μια βδομάδα πριν...









Οικογενειακό Γεύμα




Κυριακή, μια ηλιόλουστη μέρα. Ήταν η ώρα για το μεσημεριανό γεύμα. Η μητέρα του είχε αρχίσει να σερβίρει και είχαν κάτσει στο τραπέζι. Ο Χάρης, η Χριστίνα, η μητέρα, ο πατέρας τους. Από το ραδιόφωνο ακούγονταν κάποιες απαλές, ταξιδιάρικες μελωδίες.

"Ναιιι, κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο!", έκανε ενθουσιασμένη η Χριστίνα μόλις έβγαλε η μητέρα το ταψί από τον φούρνο.

Ο Χάρης την τσίμπησε με την άκρη του πιρουνιού του. "Εγώ θα πάρω το μπούτι", της είπε χαμογελαστός.

"Μωρέ, τι μας λες? Δικό μου είναι το μπούτι, δε γίνεται να μας παίρνεις τα καλύτερα συνέχεια εσύ!", είπε η Χριστίνα και τον κάρφωσε με το ζωηρό, πανέξυπνο βλέμμα της. "Μαμά, πες κάτι!"








Η μητέρα είχε εκείνο το χαρακτηριστικό της, μελαγχολικό χαμόγελο, ζωγραφισμένο πάνω της. "Χάρη, ο πατέρας σου θα ήθελε κάτι να σου πει", έκανε, κοιτάζοντας με νόημα.

Ο Χάρης κοκάλωσε. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. Κοίταξε τον πατέρα του, απέναντι. Καθόταν με το σώμα του σε ορθή γωνία, χωρίς να καμπουριάζει. Έτρωγε με σιγανές, κοφτές, καλά μελετημένες μπουκιές, απέφευγε συνειδητά να κάνει θόρυβο. Κάθε φορά που ο πατέρας του "ήθελε κάτι να του πει" ο Χάρης ήξερε πως επρόκειτο για κάτι αρνητικό. Σπάνια συζητούσαν μεταξύ τους, και τις λίγες φορές που γινόταν αυτό, ήταν για να του κάνει κάποια παρατήρηση. Και ήταν το κύρος του πατέρα του τέτοιο, που ο Χάρης αδυνατούσε να του πάει κόντρα, μονάχα σκυφτός δεχόταν πάντα κάθε του υπόδειξη.

Συχνά τον επέπληττε για το βάρος του. Του έλεγε πως οφείλει να τρώει λιγότερο, να αποκτήσει περισσότερο κόσμια συμπεριφορά στο τραπέζι, να σέβεται τους παρευρισκομένους και να μην πέφτει με τα μούτρα στο πιάτο. Μάλλον θα του υποδείκνυε κάτι αντίστοιχο τώρα. Ο Χάρης ήξερε πως είναι χοντρός. Μα δεν μπορούσε να το ελέγξει. Ήταν έτσι από μικρός. Κάποιος του είχε πει πως φταίνε οι ορμόνες. Δεν έτρωγε πολύ σε γενικές γραμμές, ή δεν έτρωγε περισσότερο σε σχέση με τον κόσμο γύρω του. Ωστόσο οι άλλοι ήταν αδύνατοι, και εκείνος ήταν χοντρός. Το βαρύ πυροβολικό, όπως τον έλεγαν. Ο ογκόλιθος. Τι μπορούσε να κάνει γι' αυτό? Κάποιες δίαιτες που είχε αποπειραθεί να κάνει παλιά απέτυχαν. Του ήταν επώδυνο να ακούει τον ίδιο του τον πατέρα να τον κατηγορεί για το βάρος του, λες και ήταν κάτι που επέλεξε ο ίδιος να του συμβεί.








Ο πατέρας του έκοψε το κομματάκι από το κρέας, σε τέλεια ποσότητα, τόση όση χρειάζεται για να γίνει σωστή η κατάποση, όπως έλεγε κατά καιρούς. Το φαγητό πρέπει να μασιέται σε σωστές ποσότητες και για τον σωστό χρόνο, αλλιώς μπορεί να προκύψουν στομαχικές διαταραχές, τόνιζε. Άνοιξε ελαφρώς το στόμα, έβαλε μέσα το άψογα κομμένο κομμάτι από κρέας, και το μάσησε καλά καλά. Πρόσεχε να διατηρεί κλειστή τη στοματική του κοιλότητα όση ώρα μασούσε - δεν ήταν πρέπον να τρώει με το στόμα ανοιχτό. Όση ώρα μασουλούσε το κρέας επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η οικογένεια περίμεναν όλοι να τελειώσει τη μπουκιά του. Ο Χάρης ένιωθε λες και ένα γκρίζο σύννεφο έχει καλύψει τον ήλιο. Το ραδιόφωνο έπαιζε ένα παλιό τραγούδι που μιλούσε για ένα "καράβι με πανιά, λευκά σαν την αγάπη μου". Η Χριστίνα περίμενε και κείνη, σιωπηλή, κατανοώντας πως θα ακολουθήσει κάτι δυσάρεστο.

Ο πατέρας κατάπιε τη μπουκιά. Με τέλεια αξιοπρέπεια άπλωσε το χέρι, τίναξε τα δάχτυλα, και έπιασε την χαρτοπετσέτα από το πλάι. Την έφερε με μετρημένες κινήσεις κοντά στα χείλια του και σκουπίστηκε διακριτικά. Αφού σκουπίστηκε καλά καλά, δίπλωσε την χαρτοπετσέτα στα τέσσερα και την άφησε πάνω στο τραπέζι. Έπιασε το ποτήρι με το κρασί, το έφερε κοντά του, το εισέπνευσε, και ήπιε μια γουλιά. Σιωπή παντού γύρω. Ο Χάρης ένιωσε τα χέρια του να ιδρώνουν. Μίλα, πανάθεμα σε!








Ο πατέρας μίλησε: "Χάρη, πρέπει να συζητήσουμε για το μέλλον σου. Είμαι πολύ προβληματισμένος για σένα και φοβούμαι πως δεν αντιμετωπίζεις την κατάσταση με την πρέπουσα σοβαρότητα."

Όχι... Όχι αυτό, σκέφτηκε αποκαρδιωμένος ο Χάρης. Οτιδήποτε, μα όχι αυτό...

"Καθυστερείς να τελειώσεις τις σπουδές σου και νομίζω συχνάζεις με κακές παρέες. Προχθές είδα στο δωμάτιο σου πως κάνεις συλλογή από βιβλία και δίσκους που θα προτιμούσα να μην υπάρχουν σε αυτό το σπίτι. Δεν συνάδουν με τις αρχές μας σαν οικογένεια και στις μέρες μας μπορεί να μας οδηγήσουν όλους σε μπελάδες. Ανησυχώ για σένα. Κάποιες ώρες σκέφτομαι πως έχεις παραμελήσει τις υποχρεώσεις σου και έχεις αφεθεί σε λανθασμένα μονοπάτια. Και αυτό δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο".

Η μητέρα του είχε το βλέμμα χαμηλωμένο. Έτρωγε σιωπηλή. Η Χριστίνα έκανε το ίδιο. Ο Χάρης δεν είχε φάει μπουκιά. Κοιτούσε κάτω, ντροπιασμένος. Ένιωθε τον θυμό να τον κατακλύζει, ταυτόχρονα όμως δεν τολμούσε να πάει κόντρα στον πατέρα του - τόσο τον φοβόταν. Μα να ψάχνει στο ίδιο του το δωμάτιο? "Πατέρα, μου επιτρέπεις να αποσυρθώ?", ρώτησε, μην αντέχοντας άλλο την ανάκριση.

Ο πατέρας του τον κάρφωσε με το βλέμμα του. "Θα κάτσεις εδώ νεαρέ και θα με ακούσεις μέχρι τέλους. Κατάλαβες?". Τα μάτια του πέταξαν σπίθες. Ο Χάρης κοκάλωσε.

"Εγώ μεγάλωσα σε οικογένεια με αρχές", είπε ο πατέρας, ενώ έκοβε ένα ακόμα κομμάτι από το κρέας. Τσικ, τσικ, έκανε το πιρούνι, κριιιτς, για λίγο έξυσε το πιάτο. Άνοιξε το στόμα, μασούλησε το κρέας. Το κατάπιε. Ξερόβηξε σιγανά. Μίλησε πάλι. "Είχαμε μάθει να σεβόμαστε τους ανωτέρους μας, σε σπίτι, σπουδές, εργασία, και ασπαζόμασταν τις συμβουλές τους. Γιατί ξέραμε πως είναι πάντα για το καλό μας. Αγαπούσαμε την τάξη, το ήθος, τους ευπρεπείς τρόπους. Τιμούσαμε την παράδοση, τη συνέχιση της οικογένειας και του γένους. Είχαμε αξίες."

"Και γω έχω αξι-", διέκοψε ο Χάρης, μα ο πατέρας του τον πρόλαβε.

"ΣΚΑΣΜΟΣ!", βροντοφώναξε, χτυπώντας με θόρυβο το ποτήρι στο τραπέζι.

Κοκάλωσαν οι πάντες. "Ορίστε τρόποι, να μιλάει ο πατέρας του και συ να τον διακόπτεις! Δε ντρέπεσαι!". Ο πατέρας είχε κοκκινήσει. Ανάσαινε βαριά. Μια φλέβα ξεπετάχτηκε στον λαιμό του. Η μητέρα τον έπιασε από το μπράτσο. "Το παιδί δεν εννοούσε...". Εκείνος την έκανε απότομα πέρα. "Ξέρω πολύ καλά τι εννοούσε! Ορίστε που κατάντησε ο ανεπρόκοπος γιός σου! Ένας χοντρομπαλάς χαραμοφάης! Ένας αντάρτης!".

Ο Χάρης ένιωθε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Έτρεμε. Δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του. Πόσο θα ήθελε να βρίσκεται αλλού αυτή τη στιγμή, κάπου μακριά, πολύ μακριά!








"Με την μητέρα σου συζητήσαμε το θέμα τις προάλλες. Αποφασίσαμε, με το πέρας των τωρινών σπουδών σου, να σε γράψουμε σε μια στρατιωτική σχολή. Είναι από τις καλύτερες της χώρας και θα σε χαλυβδώσει. Γιατί σου λείπει το ήθος νεαρέ. Σου λείπουν οι σωστές αξίες και δεν έχεις προσανατολισμό στη ζωή σου. Η σχολή θα λειτουργήσει σαν το σφυρί και το αμόνι στη φωτιά, θα κατορθώσει να σε κάνει σιδερένιο, ατόφιο, να αποβάλλει από πάνω σου όλην αυτήν την μαλθακότητα, όλο το περίσσιο λίπος. Το λίπος στο κορμί και το λίπος στο μυαλό σου."

Ο Χάρης έβραζε. Έτρεμε.

"Και μετά τη σχολή σου έχουμε μια καλή θέση στο γραφείο, σε διοικητικό απόσπασμα μάλιστα. Θα γίνεις και συ ένα αξιοσέβαστο μέλος και θα τιμήσεις το όνομα της οικογενείας μας, όπως δεν έκανες μέχρι σήμερα. Τέλος, θα χρειαστεί να πετάξεις ένα μέρος από τους δίσκους και τα βιβλία σου. Η σκέψη και μόνο πως θα μπορούσαμε να στιγματιστούμε σαν οικογένεια, αν μαθευτεί παραέξω πως κάνεις συλλογή από τέτοια πράγματα, η σκέψη και μόνο με εξοργίζει. Όχι, δεν ανέχομαι ο γιός μου να είναι ένας αλήτης. Γιατί στην κοινωνία υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Εκείνοι που σέβονται τα πεπραγμένα και λένε ευχαριστώ. Και οι υπόλοιποι. Οι αλήτες. Τα σιχάματα. Εκείνοι που διαμαρτύρονται. Εκείνοι που λένε σε όλα όχι. Και ο γιός μου, ο γιος μου.... δεν ανέχομαι να είναι ανάμεσα τους!".

Ο Χάρης δεν άκουσε περισσότερα. Πετάχτηκε από την καρέκλα, ξεχύθηκε προς το δωμάτιο του, προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή που τον κατέκλυζε. Οργή και απελπισία. Ο πατέρας του από μέσα φώναζε, μα δεν μπορούσε να διακρίνει τα λόγια του. Δεν ήθελε να ακούσει άλλο. Όχι άλλο, φτάνει... Η φωνή της μητέρας του κάτι προσπαθούσε να πει, σε καθησυχαστικό, θλιμμένο τόνο, μα ο Χάρης δεν άκουγε. Δεν άκουγε τίποτα πια, μόνο ένα αδιάκοπο βουητό. Έναν ασταμάτητο θόρυβο, σαν ήχο από κανόνια. Κανόνια στην καρδιά του, πολυβόλα στην ψυχή του. Μπαμ, μπουμ! Κανόνια και κρότοι, απανωτές εκρήξεις. Μπαμ, μπουμ!








Εξέγερση




Και τότε ακούστηκε ο δυνατότερος κρότος απ' όλους. ΜΠΑΑΑΑΑΜ! Ο Χάρης τινάχτηκε. Γύρω του σκοτάδι και φωτιές, καπνοί παντού, έξω θόρυβος, φωνές, ποδοβολητά. Ο καπνός μπήκε στα πνευμόνια του, άρχισε να βήχει. Τα μάτια του έτσουξαν φριχτά. Η ώρα ήταν περασμένες 2, ξημερώματα Σαββάτου. 17 Νοέμβρη. Ο Χάρης σηκώθηκε από τη γωνία, ιδρωμένος, ενώ η καρδιά του χτυπούσε ασταμάτητα. Κάποιοι φοιτητές πέρασαν από μπροστά του, με τις μπλούζες τυλιγμένες γύρω από τα πρόσωπα τους.

"Τα τανκς έριξαν την πύλη, τα τανκς έριξαν την πύλη!", φώναζαν.

Μέσα στον πανικό, ο Χάρης βγήκε έξω, στην αυλή. Η μυρωδιά από τα δακρυγόνα τον διαπέρασε, άρχισε να βήχει και να δακρύζει ασταμάτητα. Ένιωθε πως θα πνιγεί. Ω θεε μου, είναι ανυπόφορο! Δεν ήξερε που να πάει, πανικόβλητος κοιτούσε γύρω του, στο πλήθος, ψάχνοντας κάποια σημεία αναφοράς. Καπνοί παντού. Κόσμος έτρεχε. Η πύλη του Πολυτεχνείου είχε γκρεμιστεί και διέκρινε με τρόμο τις ερπύστριες του τεθωρακισμένου. Ακούστηκαν πυροβολισμοί. Από τα μπαλκόνια στις πολυκατοικίες γύρω οι πολίτες είχαν βγάλει λάστιχα και έριχναν νερό στο πλήθος των φοιτητών, για να μη πνιγούν απ' τους καπνούς.

Ο Χάρης, πανικόβλητος, ένιωσε ένα χέρι στο πλευρό του. "Να, πάρε αυτό!", και ένας φοιτητής του έδωσε μια βρεγμένη πετσέτα. "Τύλιξε τη γύρω απ' το πρόσωπο σου!", είπε και έφυγε, χάθηκε μέσα στους καπνούς, μια άγνωστη φιγούρα. Να λοιπόν που δεν ήταν μόνος του.










Τύλιξε την πετσέτα πάνω του και μεμιάς ένιωσε μια κάποια ανακούφιση. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν ήξερε που να πάει. Κοιτούσε με αγωνία. Γύρω του πλήθος κόσμου εξαπέλυε συνθήματα, όλο και πιο δυνατά, ενώ άλλοι είχαν έρθει τα χέρια με αστυνομικούς που είχαν περάσει μέσα στο Πολυτεχνείο και βαρούσαν στο ψαχνό. "Οι λοκατζήδες μπήκαν μέσα, προσοχή παιδιά!", φώναζαν κάποιοι. Κρότοι γύρω τους, εκρήξεις. Οδοφράγματα. Κάποιοι έκλαιγαν. "Όλα τέλειωσαν, όλα χάθηκαν!", άκουσε τη σπαρακτική φωνή μιας φοιτήτριας που περνούσε δίπλα του. Σύντομα χάθηκε και κείνη, σα να την κατάπιε το σκοτάδι. Την θέση της πήραν άλλοι, κι άλλοι, κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, ανώνυμος κόσμος με την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα του. Ο Χάρης ένιωθε πως έβλεπε τον εαυτό του σε πολλαπλές παραλλαγές.

Και ο ραδιοφωνικός σταθμός του Πολυτεχνείου να αντηχεί απ' τα μεγάφωνα: "Φαντάροι είμαστε αδέρφια σας! Είμαστε άοπλοι, το μόνο όπλο μας είναι η αγάπη για την λευτεριά! Έλληνες, Έλληνες, συμπαρασταθείτε..."

Ο Χάρης δέχτηκε ένα χτύπημα στην πλάτη. Έπεσε βαριά κάτω στο έδαφος, φτύνοντας αίμα. Ο πόνος ήταν οξύς, αβάσταχτος. Σκέφτηκε την μικρή του αδερφή, σκέφτηκε την Χριστίνα. Που είσαι αδερφούλα? Πως βρέθηκα εδώ, στο χώμα κάτω? Πως ξεκίνησαν όλα αυτά? Θα πεθάνω, σε λίγο θα πεθάνω, σκέφτηκε, ο τρόμος να τον έχει καταλάβει. Ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Πονούσε, ήταν χοντρός, ήταν δειλός, ήταν αδύνατο ακόμα και να τρέξει, δεν είχε κανέναν γύρω του. Μόνο εκείνη την πετσέτα που του έδωσε εκείνος ο άγνωστος. Την τύλιξε με κόπο γύρω από το κεφάλι του και σηκώθηκε ξανά στα γόνατα του. Γύρω του επικρατούσε ένα κανονικό πεδίο μάχης. Κάποιοι φώναζαν σπαρακτικά πως είχαν τραυματιστεί και είχαν ανάγκη από βοήθεια. Διέκρινε άτομα που μετέφεραν μπουκάλες οξυγόνου. Όλα θα τελείωναν σε λίγο, το μαρτύριο θα λάμβανε τέλος...









Και τότε ακούστηκαν οι καμπάνες.

Τότε αντήχησε μια γνώριμη μελωδία απ' τα παλιά. Ξεχύθηκε απ' τα μεγάφωνα και απλώθηκε παντού, κάλυψε τον νυχτερινό ουρανό σαν κύμα. Ήταν από εκείνες τις απαγορευμένες. Εκείνες που αγαπούσε να ακούει στα κρυφά, τα βράδια που έμενε μόνος στο δωμάτιο του, τα βράδια που έπλαθε ποιήματα...

Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
Με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
Και τούτοι μεσ' τα σίδερα, και κείνοι μεσ' το χώμα...

Ήταν οι στίχοι από την Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Ήταν το τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη. Και ο κόσμος γύρω από τον Χάρη τέντωσε τ' αυτιά του. Κόσμος που πάσχιζε να σταθεί στα πόδια του, να αντέξει τα χτυπήματα των στρατιωτικών, να μη πνιγεί από τα δακρυγόνα. Ναι, ήταν οι καμπάνες. Ήταν οι δικές τους καμπάνες.

Σώπα όπου να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες...

Ένας-ένας, οι φοιτητές άρχισαν να υψώνουν τις γροθιές τους. Καταμεσής των κραυγών, κάποιοι άρχισαν να τραγουδούν.

Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας...!

Όλο και περισσότεροι τραγουδούσαν. Και με ανανεωμένο το ηθικό ανόρθωσαν τα λαβωμένα σώματα τους, έτοιμοι για έναν ακόμα γύρο. Η μάχη δεν είχε τελειώσει ακόμα.

Και τότε ο Χάρης είδε την Ειρήνη. Πίσω στο πλήθος, μέσα στους καπνούς. Ήταν εκεί, καταμεσής ενός μπλόκου φοιτητών, πλάι στον μισοκατεδαφισμένο τοίχο. Οι μισοί είχαν βγάλει τα πουκάμισα τους και τα ανέμιζαν σαν φλάμπουρα. Κάποιοι προσπαθούσαν να φύγουν, να σωθούν. ΄Άλλοι πάλευαν με τις δυνάμεις καταστολής. Και ανάμεσα τους η Ειρήνη, η όμορφη Ειρήνη, εκείνης που είχε χαράξει στα δέντρα τ' όνομα της...

Μόνο που τώρα το πρόσωπο της είχε μελανιές από χτυπήματα. Τα μαλλιά της ανάστατα, τα ρούχα της μέσα στη σκόνη. Το ένα της μάτι ήταν κλειστό. Και τα γυαλιά της, είχε χάσει τα γυαλιά της. Και ένας λοκατζής να την ξυλοφορτώνει με μια αλυσίδα, μεγάλη σαν σανίδα.

Κάτω απ' το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
Κρατάνε της καμπάνας το σκοινί
Προσμένουνε την ώρα, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση...

Ο Χάρης συνάντησε το βλέμμα της. Τα μάτια της αστραποβόλησαν. Μπόρεσε να διακρίνει τη λάμψη τους μέσα στο σκοτάδι. "Αλήτες, που θέλετε και δημοκρατία!", άκουσε κάποιους ένστολους γύρω του, ενώ έδερναν τους φοιτητές. Οι αλήτες. Τα σιχάματα. Οι χαραμοφάηδες. Οι ασεβείς... Το χέρι του πατέρα του, ενώ κόβει το κρέας, με σιγανές, μετρημένες κινήσεις. "Πρέπει να νοιαστείς για το μέλλον σου". Το χαμηλωμένο βλέμμα της μητέρας του. Η σιωπή. Η συγκατάβαση. Το ραδιόφωνο που παίζει ένα τραγούδι, ένα τραγούδι που μιλά για θάλασσες. "Στην κοινωνία υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Εκείνοι που σέβονται τα πεπραγμένα και λένε ευχαριστώ... και οι υπόλοιποι...". Τα ποιήματα που έγραφε τα βράδια, ακούγοντας μουσική που δεν έπρεπε να ακούει. Τα ποιήματα που έγραφε έχοντας την Ειρήνη στο μυαλό του. Την όμορφη Ειρήνη.

Ο πατέρας του φέρνει το κρέας στο στόμα του, το μασουλάει. Ο άντρας των ΛΟΚ υψώνει την αλυσίδα. Η Ειρήνη κλείνει σφιχτά τα μάτια.

Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει... 
Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει...
Δεν μπορεί κανείς....









"ΠΙΣΩ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!", αντήχησε σαν κεραυνός η φωνή του Χάρη. Ξεχύθηκε μπρος σαν από κανόνι, σαν φωτοβολίδα, σκίζοντας το πουκάμισο του, η κοιλιά του γυμνή να χοροπηδάει πάνω κάτω. Δεν σκεφτόταν τίποτα, δεν τον ένοιαζε τίποτα, τυφλή μανία τον είχε καταλάβει. Έτρεξε ημίγυμνος κατά πάνω στους λοκατζήδες που είχαν περικυκλώσει την Ειρήνη. Τα χέρια του απλωμένα σαν δαγκάνες, έτοιμα να γραπώσουν και να κατασπαράξουν όποιον ερχόταν αντιμέτωπος τους. Βγήκε στη μάχη σαν λιοντάρι που βρυχάται.

Έριξε όλον τον όγκο του σώματος του πάνω στους ξαφνιασμένους λοκατζήδες και μαζί έπεσαν στο έδαφος. Τους γρονθοκόπησε, δέχτηκε τα χτυπήματα τους, μα συνέχιζε χωρίς σταματημό. Η Ειρήνη έκανε παραπέρα. Ο Χάρης, σαν λυσσασμένο, λαβωμένο θηρίο, ύψωσε το πρόσωπο του, πασαλειμμένο απ' το αίμα και το χώμα, και την κοίταξε. Για μια στιγμή μονάχα.

Η Ειρήνη τον κάρφωσε με το βλέμμα της, και στα μάτια της είδε κάτι που δεν είχε δει ποτέ του μέχρι τώρα. Κάτι υπέροχο, κάτι μοναδικό, κάτι αδύνατο να εκφραστεί με λέξεις. Κάτι που θα ήταν ικανό να τον ωθήσει να γράψει εκατοντάδες, χιλιάδες ποιήματα, όταν θα τελείωνε αυτή η ιστορία και θα επέστρεφε σπίτι του. Ποιήματα για μια ζωή. Χαμογέλασε ευτυχισμένος.

Και οι καπνοί πύκνωσαν πάλι γύρω απ' το Πολυτεχνείο.









Μια παρένθεση, μια αφορμή: Αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη



Για δες, βγήκε μεγάλη πάλι η ιστορία μου. Δεν το περίμενα.

Είναι περίεργο τι μπορεί να σου προκαλέσει ένα τραγούδι, ή μια σειρά τραγουδιών. Συναισθήματα, σκέψεις... συχνά μπορεί να πλάσει ιστορίες ολόκληρες. Το κείμενο αυτό το έγραψα επηρεασμένος από την ραδιοφωνική παρουσίαση μου στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Μία παρουσίαση σε δύο μέρη. Την Πέμπτη ακούσαμε το πρώτο μέρος, μία εκπομπή που μου πήρε πάρα πολύ χρόνο να ετοιμάσω και είχε μεγάλη απήχηση στον κόσμο... Οι τέσσερις της ώρες όμως δεν επαρκούσαν, παρά για να καλύψω τα μισά από εκείνα που επιθυμούσα. Κι εδώ που τα λέμε, ένας Μίκης δεν χωράει σε μια εκπομπή μόνο.








Αυτήν την Πέμπτη λοιπόν, 30 του μήνα, θα ακολουθήσει το δεύτερο μέρος... Στο οποίο θα συζητήσουμε για την μουσική διαδρομή του Μίκη από τα χρόνια της Χούντας και μετά... Τα τραγούδια που απαγορεύτηκαν, τα τραγούδια που άκουγε ο κόσμος στα κρυφά... Τέτοια άκουγα και γω αυτές τις μέρες, ξανά και ξανά, και κάπου εκεί, στην καταχνιά της φαντασίας μου, σαν μέσα από τους καπνούς που έζωναν τους χώρους του Πολυτεχνείου, ξεπρόβαλε η φιγούρα του Χάρη.

Ήταν λες και τον έβλεπα μπροστά μου. Με τα παχουλά του μάγουλα και το ονειροπαρμένο βλέμμα του.

Γιατί αυτή είναι η δύναμη της μουσικής που ξεπερνάει τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης και μετατρέπεται σε τεκμήριο συλλογικής μνήμης.... Γιατί ποιός είπε πως η πάνω ιστορία είναι απαραίτητα "φανταστική"? Ποιός μπορεί να πει με σιγουριά πως ο Χάρης, η Ειρήνη, και οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν υπήρξαν? Ίσως να είχαν διαφορετικά ονόματα... μα ήταν εκεί.

Σας περιμένω να τα πούμε ξανά λοιπόν, αυτήν την Πέμπτη, από τις 22.00 ως αργά, από την συχνότητα των CReatures και την μοναδική μας εκπομπή... Να είστε όλοι εκεί!


Link σταθμού


Ιδού και η ηχογραφημένη εκπομπή αυτής της Πέμπτης, σε δύο μέρη, για όσους την έχασαν. Μια εκπομπή στην οποία καλύψαμε ένα σημαντικό μέρος της μουσικής και βιογραφικής διαδρομής του Μίκη, ως το 1966. Ήταν εκεί ο Μπιθικώτσης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, οι παλιές ελληνικές ταινίες, η Μαίρη Λίντα, η Φαραντούρη, μα και η Edith Piaf, οι Beatles και η συμφωνική μουσική... Αυτά συζητώντας παράλληλα για τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την συλλογική μνήμη, από τον Εμφύλιο και την Μακρόνησο στους Αγώνες της δεκαετίας του '60. Θα ανεβάσω και το δεύτερο μέρος με το καλό, όταν ολοκληρωθεί.


Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1α

Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1b


Για μισό λεπτό όμως. Πως τελειώνει η ιστορία μας? Τι έγινε μετά? Δεν σας είπα, και είναι λογικό να απορείτε...


Πάμε να δούμε το φινάλε λοιπόν.









Επίλογος



Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.


Η Ειρήνη ποτέ δεν θα ξεχνούσε τις αγωνιώδεις εκείνες στιγμές, το βράδυ που φαινόταν όλα να τελειώνουν. Θυμόταν τον αρχικό ενθουσιασμό, τις φίλες της με τις οποίες είχαν πάει παρέα στο Πολυτεχνείο, θυμόταν τα τραγούδια, τα συνθήματα... Μα και την πύλη που έσπαγε, τα τανκς, τα οδοφράγματα, εκείνον τον κομπογιαννίτη γιατρό που είχε μπει και ήταν απεσταλμένος της χούντας, τους άλλους, τους αληθινούς, που έρχονταν από μόνοι τους και παρείχαν πρώτες βοήθειες... Θυμόταν πως φυγαδεύτηκε στο τέλος, πως βρήκε καταφύγιο σε ένα φιλικό διαμέρισμα στην Πατησίων, στο οποίο είχαν μαζευτεί γύρω στους τριάντα φοιτητές, πως είχαν βγάλει μαζί εκεί την νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, στη σιωπή, με τις καρδιές τους να χτυπάνε ρυθμικά...

Θυμόταν τους γονείς της, πως την είχαν σφίξει με δάκρυα στην αγκαλιά τους, όταν την είδαν ξανά μετά από μέρες. "Είχαμε κατέβει και μεις, ήμασταν με το πλήθος έξω από το Πολυτεχνείο, τραγουδούσαμε μαζί σας", της φανέρωσαν συγκινημένοι.

Κάποιοι θα έλεγαν, πολλά χρόνια μετά, πως το Πολυτεχνείο ήταν μια εξέγερση που απέτυχε. Πως δεν είναι βέβαιο αν υπήρξαν θύματα, και πόσα ήταν αυτά. Πως τα γεγονότα διαστρεβλώθηκαν, εξυπηρετώντας διάφορα συμφέροντα.









Η Ειρήνη όμως ήταν εκεί. Και αν η ίδια δεν είδε με τα μάτια της κάποιον νεκρό, είδε όμως αίμα, πολύ αίμα. Είδε ανθρώπους πεσμένους κάτω. Είδε άλλους που αναζητούσαν απεγνωσμένοι πρώτες βοήθειες. Είδε δεκάδες τραυματίες. Έζησε τον φόβο, τον τρόμο και την αγωνία αποτυπωμένη στα μάτια του κόσμου, όταν εισέβαλε ο στρατός. Είδε με τα μάτια της τους χιλιάδες κόσμου που είχαν μαζευτεί και διαδήλωναν, μέρα με τη μέρα, έξω από τους χώρους της σχολής. Έχει τόση σημασία πόσοι ήταν οι νεκροί, αν ήταν τρεις, πέντε, ή πενήντα? Λες και η βία της καταστολής, από μόνη της, δεν είναι αρκετή.

Δεν ήταν το Πολυτεχνείο εκείνο που έριξε την Χούντα. Έπεσε η ίδια από την εγγενή πολιτική βλακεία της, λίγους μήνες μετά. Αν όμως απέτυχε η εξέγερση του Πολυτεχνείου σε επίπεδο πρακτικό, η Ειρήνη διερωτάται τι θα είχε συμβεί αν κανείς δεν είχε κάνει τίποτα. Αν είχαν μείνει όλοι σπίτια τους. Αν κανένας δεν είχε υψώσει τη φωνή του. Τότε θα μιλούσαμε για μια αποτυχία συνειδήσεων, μια πλήρη αμαύρωση του ήθους και του πνεύματος ενός ολόκληρου λαού. Έναν λαό που μια χούφτα ανθρώπων, μια μειοψηφία ουσιαστικά, τον έβγαλε ασπροπρόσωπο. Αυτή η αποτυχία, η ηθική, μερικές φορές είναι η χειρότερη.










Τέτοια σκέφτεται η Ειρήνη. Και είναι ικανοποιημένη, τώρα, χρόνια μετά, που σε αντίθεση με ορισμένους, δεν εκμεταλλεύτηκε την παρουσία της στο Πολυτεχνείο. Δεν επεδίωξε να κάνει καριέρα απ' αυτό. Δεν προσπάθησε να μετατρέψει το γεγονός σε αφορμή για εορτασμούς και επετείους... Οι μνήμες της ήταν αρκετές, και οι μνήμες ήταν επώδυνες. Δεν έχει ξεχάσει όμως την συντροφικότητα εκείνων των ημερών. Τους φοιτητές που συμπαραστέκονταν ο ένας στον άλλον, τους εργάτες και τους πολίτες που πρόσφεραν με όποιον τρόπο μπορούσαν την βοήθεια τους.

Θυμάται ακόμα ένα παλικάρι. Τον θυμάται πολύ καλά, λες και τον βλέπει μπροστά της...

Ήταν εκείνο το παχουλό παιδί... Εκείνο το παιδί με την απαλή φωνή. Είχαν μιλήσει καναδυο φορές, πριν το Πολυτεχνείο, και θυμόταν το ζεστό χαμόγελο του, τα γλυκά του μάτια. Έδειχνε κάπως ατσούμπαλος και ντροπαλός... Της μιλούσε και χαμήλωνε το πρόσωπο του. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Μέχρι το βράδυ που μπήκε μέσα το άρμα, τότε που έπεσε η πύλη. Είχε κάνει πάλι την εμφάνιση του, ξαφνικά, μπροστά της, μέσα απ' τους καπνούς. Την είχε καρφώσει με το βλέμμα του, και το βλέμμα του πέταγε σπίθες... Όρμησε πάνω στους λοκατζήδες, σαν μπουλντόζα, με τις δαγκάνες απλωμένες... Η φωνή του ήταν βροντερή, διαπερνούσε την σιωπή, τρόμαζε κάθε βολεμένο. Της έδωσε έτσι την δυνατότητα να διαφύγει, να ανοίξει ένα πέρασμα από το πλήθος του κόσμου και, μαζί με άλλους φοιτητές, να καταφύγουν στους δρόμους της νύχτας.

Ποτέ δεν άκουσε ξανά γι' αυτόν τον φοιτητή. Θυμόταν όμως το όνομα του.

Ήταν μια ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη μέρα. Η Ειρήνη είναι πια μητέρα, με οικογένεια και παιδιά, και τα παιδιά της είναι φοιτητές με τη σειρά τους. Κάνει τη βόλτα της σ' ένα πάρκο, κοντά στα παλιά της τα λημέρια. Στ' ακουστικά που φοράει αντηχούν όμορφες μελωδίες, τα τραγούδια του Μίκη και του Μάνου.

Μετά από ώρα καταφτάνει σ' ένα γερό, ρωμαλέο, ανθόσπαρτο δέντρο. Τα πουλιά είχαν κάνει άφθονες φωλιές μέσα στα κλαδιά του, το δέντρο αντηχούσε από τα τραγούδια τους. Η Ειρήνη στέκεται, το κοιτάζει ώρα. Ακούει τη μουσική, θυμάται τα παλιά. Αισθάνεται συγκινημένη.

Κάποια στιγμή λοιπόν βγάζει ένα λεπτό μαχαίρι. Πλησιάζει τον κορμό... Και χαράζει πάνω του ένα όνομα. Ήταν το όνομα εκείνου του παιδιού. Του παιδιού με την απαλή φωνή και τα ζεστά, όμορφα μάτια. Τα μάτια που πετούσαν σπίθες.

Χάρης

Το δέντρο σα να στέναξε από ικανοποίηση. Ίσως πάλι ήταν η ιδέα της. Η Ειρήνη άνοιξε την τσάντα, έβαλε μέσα πάλι το μαχαίρι, την έκλεισε. Κοίταξε μια τελευταία φορά το δέντρο και, χαρούμενη, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Στο ίδιο δέντρο, στην πίσω πλευρά του, 40 χρόνια πριν, ο Χάρης είχε χαράξει το όνομα της.









21 Μαΐου 2013

Αφιέρωμα στον Μίκη

~







Αν κάποιος μου έλεγε να περιγράψω την τωρινή γενιά μας με όσο το δυνατόν λιγότερες και πιο χαρακτηριστικές λέξεις ή φράσεις, θα επέλεγα τα εξής: Γενιά της οικονομικής κρίσης. Των χαμηλών μισθών και της ανεργίας. Γενιά μπλεγμένη στο παγκόσμιο δίχτυ του αδηφάγου, σαν την αράχνη στον ιστό, ανταγωνισμού για κοινωνική ανέλιξη. Του διαδικτύου. Των κινητών. Των τηλεοπτικών παραθύρων. Του chat, των κοινωνικών δικτύων, του downloading, του youtube. Γενιά του like. Γενιά κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή. Γενιά των τροφικών αλυσίδων τύπου Starbucks, Goodys και λοιπών. Γενιά του Mall. Των νυχτερινών εξόδων σε κλαμπ και σινεμά - όσο το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση του καθένα. Γενιά του Πάμε για Καφέ. Των ασταθών σχέσεων και του one-night stand - ή, συχνότερα, του wannabe one-night stand. Της ατελείωτης εξάρτησης από τους γονείς. Του άγχους με μαθήματα, εξετάσεις, σχολές και εργασίες. Γενιά της ημιμάθειας.

Σας ακούγονται γνώριμα λίγο πολύ τα πάνω ε? Λοιπόν, ας θυμηθούμε τώρα κάποιες λέξεις ή φράσεις-κλειδιά από μια ή δύο παλιότερες γενιές...

Γενιά του πολέμου. Της κατοχής, της φτώχειας, της αντίστασης, της εξορίας. Γενιά του Εμφυλίου, των διωγμών, της φακέλωσης των πολιτικών φρονημάτων. Γενιά που πήρε τα βουνά, που την έστειλαν μακριά. Ικαρία, Μακρόνησος. Βασανιστήρια, κακουχίες, υπογραφές μεταμέλειας. Γενιά των βασιλοφρόνων, της Φρειδερίκης, του Παπάγου, του Καραμανλή. Του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη. Γενιά του παλιού αθηναικού κέντρου, με τις άφθονες μονοκατοικίες και τα γραφικά στενά. Των συνοικεσίων, των ερωτικών γραμμάτων απ' την εξορία, της προίκας, του γάμου από νωρίς. Γενιά των αναμεταδόσεων του ραδιοφώνου, όταν ακόμα δεν υπήρχε η τηλεόραση, ή έκανε τα πρώτα βήματα της. Των φανταχτερών εξόδων των πλουσίων σε κέντρα διασκέδασης, όπερες και εστιατόρια, των αντίστοιχων εξόδων της πλειοψηφίας σε γειτονιές, κακόφημα σπίτια, ταβέρνες και ανθόσπαρτες μάντρες παλιού σινεμά.








Και ενώ τα χρόνια πορεύονται χωρίς σταματημό, συναντούμε τη γενιά του Ανένδοτου Αγώνα... Του "1-1-4".... Του λαικού τραγουδιού, του Νέου Κύματος. Του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, του Χορν και της Λαμπέτη. Του βιαστικού εξαστισμού, του γεμίσματος του αθηναικού κέντρου από πολυκατοικίες, άναρχα πεταμένες δω και κει, λες και τις έριξαν τυχαία στα ψηλά από τσουβάλι. Λίγα χρόνια μετά και παρακολουθούμε την έλευση των τεθωρακισμένων. Η Ελλάδα στον γύψο. Για άλλη μια φορά η εξορία, τα βασανιστήρια, και επιπλέον η σιωπή - σιωπή εκκωφαντική στην ησυχία της, αποκρουστική στις συνέπειές της. Γενιά του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης.

Κάπου εκεί ερχόμαστε στην δεκαετία του '80, και εδώ μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Γιατί ήδη δύο γενιές είχαν παρέλθει και ο κόσμος είχε αλλάξει: πλέον μπαίναμε στην σύγχρονη εποχή. Πλέον ακούμε ιστορίες απ' τα παλιά και μας φαίνονται σχεδόν αδιανόητες, σαν σενάρια από ταινίες. Ιστορίες από κείνες που ποτέ δεν μάθαμε στο σχολείο. Βρίσκονται όμως εκεί: στα βιβλία, στις παλιές ταινίες, στα σκονισμένα περιοδικά και τις ξέθωρες φωτογραφίες. Πάνω απ' όλα βρίσκονται στα μάτια και στις αναμνήσεις των ανθρώπων μας, των γονιών μας, των παππούδων μας.

Κοινό ανάμεσα στις παλιές γενιές και στην νεότερη: Η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Μα η δίψα επίσης, η δίψα για ζωή, για τέχνη, για ελευθερία, φωλιασμένη στα όνειρα κάποιων, τότε και τώρα.









Και φυσικά στην μουσική και τα τραγούδια. Τραγούδια που συντρόφευαν τους ανθρώπους που μας έφεραν στον κόσμο, όταν ήταν οι ίδιοι νέοι, και τους γονείς των ανθρώπων αυτών. Τραγούδια που κουβαλάνε μέσα τους την ιστορία όλου του τόπου. Σαν το παλιό ρεμπέτικο. Τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Και φυσικά τα τραγούδια του Μίκη. Κανένα άλλο πολιτισμικό κειμήλιο της χώρας μας δεν ενσωματώνει με τόση απόλυτη πληρότητα το πνεύμα και τους αγώνες μιας εποχής, που φαντάζει τόσο μακρινή, μα ήταν τρομακτικά κοντά μας. Οι γενιές που περιέγραψα πάνω, τόσο εκείνη της Κατοχής και της Αντίστασης, όσο και εκείνη του Πολυτεχνείου, αμφότερες αγάπησαν την μουσική του Μίκη, ταυτίστηκαν με τα τραγούδια του, πήραν δύναμη, κουράγιο κι έμπνευση. Τραγούδησαν τους στίχους της μελοποιημένης ποίησης, αφέθηκαν στο άρωμα του ρομαντισμού των ερωτικών του, βγήκαν στον αγώνα αντλώντας δύναμη από τα πολιτικά του τραγούδια.

Και αν ορισμένα από τα τραγούδια του έφτασαν να μετατραπούν σε τελετουργικά κειμήλια, σαν μουσειακά εκθέματα, κατάλληλα για εκτέλεση στις χορωδίες των σχολείων, μπροστά σε μαθητές που δεν καταλαβαίνουν και δεν τους αφήνουν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται... Και αν σήμερα ο κάθε βολεμένος ακούει την μουσική του Μίκη πουλώντας πνεύμα και πολιτισμό σε κοσμικές, γυαλιστερές αίθουσες συμφωνικών συναυλιών... Να ξέρετε, τα τραγούδια αυτά κάποτε τα τραγουδούσαν στα κρυφά, παράνομα, ή σε δρόμους, με την γροθιά σφιγμένη και το βλέμμα φωτεινό... Μέσα τους ολοζώντανος ο παλμός της ιστορίας, σαν καρδιά που φλέγεται και βροντοχτυπά...








Χάραξαν μια εποχή, σημάδεψαν την ματοβαμμένη ιστορία του τόπου. Και ο ίδιος ο Μίκης, σαν φιγούρα, έζησε μες στην καταιγίδα των καιρών, πήγε κόντρα στο ρεύμα, από τα χρόνια της Αντίστασης σ' εκείνα του Πολυτεχνείου. Η συνέχεια μπορεί να υπήρξε αμφιλεγόμενη, είναι όμως γεγονός πως η ζωή και το έργο του καθρεπτίζουν όσο τίποτ' άλλο την σύγχρονη ιστορία της όμορφης, μα συγχυσμένης και ταλαίπωρης μας χώρας. Και είναι εκεί που συναντιέται ο Μίκης με τους δικούς μας ανθρώπους, τους γονείς μας, τους παππούδες μας. Χέρι-χέρι, βαδίζουνε μαζί.

Σε αυτόν λοιπόν, τον Μίκη Θεοδωράκη, θα κάνουμε ένα μεγάλο, πλούσιο μουσικό (και όχι μόνο) αφιέρωμα, αυτήν την Πέμπτη 23 του μήνα, ξεκινώντας στις 22.00 ως συνήθως και φτάνοντας μέχρι αργά τη νύχτα... άγνωστο πότε θα τελειώσουμε. Από την συχνότητα των CReatures, σε μία από τις τελευταίες μου εκπομπές για φέτος. Θα θυμηθούμε όλες τις αγαπημένες στιγμές και τα τραγούδια που άφησαν εποχή, ξεκινώντας από τις απαρχές της δεκαετίας του '60, φτάνοντας ως εκείνην του '80. Θα συζητήσουμε για την βιογραφική διαδρομή του Μίκη, μέσα από τις Συμπληγάδες αυτού του τόπου, για τα βιώματα του ήδη από την εποχή της γερμανικής κατοχής και πριν. Θα ακούσουμε την μελοποιημένη ποίηση του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Νίκου Γκάτσου, του Πάμπλο Νερούδα. Θα κάνουμε επίσης λόγο για την λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής του, μα εξίσου καθοριστική για τον ίδιο, εκείνην της συμφωνικής μουσικής, και θα πάρουμε μια δόση από την επαφή του με τον κινηματογράφο και το θέατρο.

Θα συζητήσουμε επίσης για τους καλλιτέχνες και τον ρόλο τους, το περιεχόμενο της σύγχρονης τέχνης και την σχέση που μπορεί να έχει με την πολιτική, την καταλυτική επιρροή των κοινωνικών συνθηκών και του ρόλου των ΜΜΕ, και φυσικά θα προβούμε σε αναλογίες του Τότε με το Τώρα.








Πάνω απ' όλα όμως θα δώσουμε έμφαση στην πλευρά του που έχουμε αγαπήσει. Να σας εκμυστηρευτώ κάτι τώρα. Από πέρυσι που ξεκίνησα να κάνω εκπομπές στο CR Radio ως τώρα, δύο φορές μόνο έπιασα τον εαυτό μου να δακρύζει, προετοιμάζοντας την εκπομπή και ακούγοντας τις μουσικές. Η μία ήταν πριν 2 περίπου μήνες, όταν έκανα το αφιέρωμα μου στο Ρεμπέτικο (το οποίο μπορείτε να το βρείτε εδώ). Η άλλη ήταν τώρα.

Αυτήν την Πέμπτη σας περιμένω λοιπόν! Είναι πιθανό εξάλλου να βρίσκονται μαζί μου στον σταθμό τα παιδιά που ήμασταν μαζί και στο ρεμπέτικο αφιέρωμα, για όποιον τυχόν το είχε ακούσει, και να πίνουμε για άλλη μια φορά κρασιά... Όπως καταλαβαίνετε θα είναι μια ενδιαφέρουσα βραδιά!


Link σταθμού


Το λινκ του σταθμού το έχω ούτως ή άλλως στο πλάι, στην στήλη του blog, κάθε Πέμπτη (ή σχεδόν κάθε Πέμπτη!) στις 22.00 τα λέμε από εκεί... για λίγες ακόμα εβδομάδες! Από του χρόνου το ραδιοφωνάκι μας θα επανέλθει, με νέο, ολόδικο του site και ανανεωμένο look... Θα προσπαθήσω επίσης να ηχογραφήσω την εκπομπή και να την ανεβάσω με edit, στην παρούσα ανάρτηση, αλλά ας μη γίνει δικαιολογία αυτή για να μη συντονιστείτε! :P

Edit:

Ιδού λοιπόν η ηχογραφημένη εκπομπή αυτής της Πέμπτης, σε δύο μέρη, για όσους την έχασαν! Μια εκπομπή στην οποία καλύψαμε ένα σημαντικό μέρος της μουσικής και βιογραφικής διαδρομής του Μίκη, ως το 1966. Ήταν εκεί ο Μπιθικώτσης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, οι παλιές ελληνικές ταινίες, η Μαίρη Λίντα, η Φαραντούρη, μα και η Edith Piaf, οι Beatles και η συμφωνική μουσική... Αυτά συζητώντας παράλληλα για τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την συλλογική μνήμη, από τον Εμφύλιο και την Μακρόνησο στους Αγώνες της δεκαετίας του '60. Θα ανεβάσω και το δεύτερο μέρος με το καλό, όταν ολοκληρωθεί.


Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1α

Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1b



Ελάτε λοιπόν να θυμηθούμε τα παλιά, και ας μην τα ζήσαμε ποτέ...







~