Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαετία 50 και 60. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαετία 50 και 60. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Φεβρουαρίου 2015

Πίσω στα Fifties... Μια αφήγηση και ένα αφιέρωμα.






Δες πόσο παράξενο είναι. Οι φωτογραφίες μας από τον καιρό εκείνο είναι όλες ασπρόμαυρες. Μα οι αναμνήσεις μου ξεχειλίζουν χρώμα, ρε γαμώτο. Ξεχειλίζουν χρώμα.

Πηγαίναμε συχνά με την παρέα στου "Τζο". Ο Μπέρνι ο σπυριάρης, ο χοντρο-Πιτ, ο Νικ ο αρχηγός και εγώ. Ακολουθούσα πίσω σα σκυλί. Σα σκυλί που περιμένει ένα ρημαδιασμένο κόκαλο.

Παρατηρούσα το Νικ - τον ζήλευα και τον θαύμαζα, το κάθαρμα. Όλα τα κορίτσια αυτόν πρόσεχαν. Ο Νικ ο ετοιμόλογος, ο Νικ με το λευκό χαμόγελο, ο Νικ με την κάντιλακ (του πατέρα του ουσιαστικά, μα δεν είχε σημασία), ο Νικ με τις κινήσεις που θύμιζαν Έλβις. Μα αν του την έμπαινες - τσακ! - ο σουγιάς ήταν στο χέρι του. Δεν σ' έπαιρνε να κάνεις μαγκιές στο Νικ. Τόσο πρώτος ήταν.






Και 'γω ο μαλάκας; Προσπαθούσα με τα χίλια ζόρια να κολλήσω λίγη μπριγιαντίνη στο μαλλί, καθόμουν μία ώρα μπροστά στον καθρέπτη, έχανα το σχολείο (μα ποιος χέστηκε για το σχολείο) και στο τέλος πετούσε ένα τσουλούφι σα κοκόρι. Σκατά ήμουν σου λέω. Και αυτό το δερμάτινο μπουφάν μου είχε μια τρύπα δεξιά, στο σημείο της τσέπης. Προσπαθούσα να την κρύψω βάζοντας τα χέρια στη τσέπη μου συνέχεια - κυκλοφορούσα σα μαλάκας με το χέρι στην τσέπη όλη την ώρα. Με είχε ρωτήσει τις προάλλες η Μπέττυ γιατί περπατώ συνέχεια έτσι - της είπα "γιατί είναι μαγκιά". Μα το βλέμμα μου έλεγε άλλα. Πόσο καραγκιόζης ένιωθα.

Μου είχαν δώσει και παρατσούκλι γι' αυτό το λόγο. Ο "Τσέπης". Δεν ήταν άσχημο.

Στου "Τζο" είχε ένα Τζουκ Μποξ. Έπαιζε Elvis, Chuck Berry, Little Richard, Bobby Darin, Buddy Holly, Eddie Cochran, Gene Vincent και άλλους. Καλά ήταν τότε. Τα κορίτσια χόρευαν και παίρναμε μάτι ενώ σηκώνονταν οι φούστες τους, ως πάνω από το γόνατο - μερικές φορές ακόμα ψηλότερα. Ο Νικ ήταν πρώτος στον χορό. Το ζήλευα το κάθαρμα, μα τον θαύμαζα ταυτόχρονα. (Κλικ)






Κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου τη Τζέην. Πόσο ήθελα να της προτείνω να χορέψουμε - μα ήξερα πως δεν θα το έκανα ποτέ. Κάθε φορά που πλησίαζα προς το μέρος της, για κάποιο περίεργο λόγο ο δρόμος με έβγαζε αλλού. Έτσι λοιπόν πρότεινα σε κάποια άλλη κοπέλα που τύχαινε να κάθεται κοντά - μα στη Τζέην ποτέ.

Η Μαίρη πάντως με γούσταρε. Το έβλεπα στα μάτια της. Με κοιτούσε δειλά και μια φορά μου πρότεινε να πιούμε μαζί μια σοκολάτα. Καθόμασταν και κοιταζόμασταν αμήχανα, ενώ ρουφούσαμε το ρόφημα μέσα από τα σπειροειδή μας καλαμάκια - σπιράλ σαν τις καρδιές μας, που γυρόφερναν εδώ κι εκεί.

Κάποια μέρα θυμάμαι είχε παίξει το ακόλουθο τραγούδι: Κλικ.

Η Μαίρη μου ζήτησε δειλά να χορέψουμε. Χορέψαμε λοιπόν (της πλάκας ο χορός), ενώ σε κάποια φάση προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι. Την έπιασα, μα ο νους μου βρισκόταν στη Τζέην. Και γαμώ τα ρομάντζα, λέμε.






Λίγες μέρες μετά όμως πρόσεξα πως η Μαίρη έκανε τα γλυκά μάτια - σε ποιον λέτε; - στον Μπέρνι τον σπυριάρη! Ένα κορίτσι είχα και γω που ενδιαφερόταν για μένα και με τη στάση μου το είχα διώξει! Καλός μαλάκας είμαι τελικά. Γυρνούσα σπίτι μου, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και άκουγα τους δίσκους μου, προσπαθώντας να ξεχάσω. Και οι γονείς μου να μου λένε "τι πράγματα είναι αυτά που πας και ακούς". Δε τους άρεσε αυτή η μουσική. Σκατά όλα.

Έτσι έγραφα πριν πολλά χρόνια, τότε που ήμουν έφηβος. Τώρα που κοιτάζω πίσω μου, για δες… αναπολώ. Σκέφτομαι το τζουκ μποξ, τις κάντιλακ, τα drive-in, το δερμάτινο που ακόμα κρύβω στη ντουλάπα.. Σκέφτομαι το Νικ τον αρχηγό (τώρα πια φαλακρός και με κοιλιά), τη Τζέην που γούσταρα και τώρα έχει  δυο παιδιά.

Σκέφτομαι και τη Μαίρη. Τη Μαίρη που πίναμε μαζί σοκολάτα. Τη Μαίρη που τελικά παντρεύτηκε τον Μπέρνι τον σπυριάρη, τον χώρισε, βρήκε κάποιον άλλον. Τη Μαίρη που βλέπω ακόμα, που και που. Μου χαμογελάει πάντα και με κοιτάζει με μάτια πλημμυρισμένα γλύκα.

Κάποιες φορές ακούω τους παλιούς μου δίσκους. Πως η μουσική ζωντανεύει τόσες αναμνήσεις είναι άξιο θαυμασμού. Κλικ.





***


Μα ακόμα πιο παράξενο είναι πως η μουσική ζωντανεύει αναμνήσεις που… δεν έζησες ποτέ. Σαν το κείμενο που έγραψα και σεις τώρα διαβάσατε. Ένα κείμενο που έγραψα λες και ζούσα τότε, εκεί, στην Αμερική της δεκαετίας του ’50. Λες και ήμουν ένας απ’ τους εφήβους των καιρών. Όχι, μη σας μπερδεύω άλλο – δεν έζησα τότε. Το κείμενο και οι χαρακτήρες του ήταν φανταστικοί.

Μα είναι η δύναμη της μουσικής αυτή – σε μεταφέρει σε εποχές που δεν έζησες, μα σου φαίνονται παράξενα οικείες. Είναι η δύναμη των τραγουδιών που θα ακούσουμε στην αποψινή μας εκπομπή – βράδυ Πέμπτης, στις 22.00, ως ένα λεπτό μετά τα Μεσάνυχτα. Απόψε κι πάλι σε δυο βδομάδες με το καλό έχουμε ένα μεγάλο μουσικό αφιέρωμα στη μουσική της δεκαετίας του 50 και του 60 (ως τα μισά της δεκαετίας). Από το rock nroll, στο doo-wop, από τη bubblegum pop της εποχής στο rockabilly. Με αφορμή την εκπομπή αυτή λοιπόν, συλλέγοντας υλικό, ακούγοντας τις μουσικές, ανέβλυσε μέσα μου το κείμενο.

Το link που μπορείτε να μας ακούσετε είναι αυτό:

CRRadio

Σας περιμένω να ταξιδέψουμε παρέα στα παλιά.



10 Νοεμβρίου 2013

Mάνος Λοΐζος και η ιστορία τριών φίλων... Μια Αφήγηση και ένα Αφιέρωμα. Μέρος Πρώτο









Κάθε ανάγνωση βιβλίου ξεκινάει με το γύρισμα μιας σελίδας – κάθε πτήση με το πάτημα ενός κουμπιού. Και αν το βιβλίο έχει λάβει τη μορφή μιας ιστοσελίδας, τότε το ποντίκι και το πληκτρολόγιο συνιστούν τους μοχλούς και τα κουμπιά της πτήσης σου… Όχι, δεν κοιτάζεις απλά σε μια οθόνη. Έχεις εισέλθει σε έναν χώρο πέρα από τον χρόνο, εκεί που το φανταστικό συμπλέκει με την ιστορία. Και γύρω σου αντηχούν αχνά οι μουσικές, νότες ιπτάμενες, ονειρικές, ξεχειλίζοντας ήλιο και αλμύρα.

Ίσως ακόμα να μην το έχεις καταλάβει. Συνέχισε όμως να διαβάζεις και θα το διαπιστώσεις. Το κύμα της μουσικής θα σε παρασύρει σε μια θάλασσα που αντανακλά τη λάμψη απ’ το φεγγάρι – ένα φεγγάρι από κείνα που μεθοκοπάνε, που πλανεύουν, που ρίχνουν καθεστώτα.

Επέτρεψε μου να αναλάβω την πλοήγηση του μικρού αυτού διαδραστικού (και επίπεδου, σε μορφή οθόνης) σκάφους. Θα βάλω τα λόγια, όχι όμως τον ρυθμό. Γνωρίζω τον προορισμό, όχι την διαδρομή – λέω να αυτοσχεδιάσω όσο αφορά το τελευταίο κομμάτι! Δεν ανησυχώ καθόλου, είμαι βέβαιος πως θα απολαύσουμε την βόλτα… Η μουσική του Μάνου, βλέπεις, θα μας καθοδηγήσει. Σαν πυξίδα που κοιτάζει πάντα στον βορρά της μελωδίας, σαν χάρτης θησαυρού σε μακρινές, ανατολίτικες σπηλιές.




πηγή



Σήμερα θα κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Μάνο Λοΐζο. Και επειδή το «σήμερα» είναι σχετικό, καθώς εσύ μπορεί να διαβάζεις το κείμενο σε ανύποπτη στιγμή συγκριτικά με μένα που το γράφω, και επειδή είπαμε πως θα ταξιδέψουμε στα όρια μεταξύ της ιστορίας και του φανταστικού, έτσι και το «αφιέρωμα» θα ξεφύγει από τα συνηθισμένα. Ας αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη! Τι σκέψεις μας μεταδίδει η μουσική του Μάνου; Τι ιδέες πλάθει μέσα μας; Ας δώσουμε έμφαση εκεί!

Ο ίδιος, ακούγοντας την μουσική του Μάνου, μεμιάς φέρνω στο νου μου ιστορίες. Χαρακτήρες που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει, σε κάποια χώρα που πιθανό να θυμίζει τη δική μας. Ένα εξωτικό λιμάνι, κάπου μεταξύ Ανατολής και Δύσης, πλημμυρισμένο από κόσμο, λουσμένο στο ηλιόφως. Δες το με τα μάτια της φαντασίας σου, βρίσκεται εκεί! Καράβια από χώρες μακρινές, αγγελιοφόροι με μυστήρια χαμόγελα, παζάρια με αλλόκοτα αντικείμενα, μυρωδιές και γεύσεις που σε πλημμυρίζουν με συνήθειες τόπων μακρινών  - ίσως όμως και του δικού σου τόπου, σε εποχές αλλοτινές. Η ζωηρή οχλαβοή του πλήθους, τα παιδιά που τρέχουν στην προκυμαία, ο μονόφθαλμος πειρατής, η γριά μάντισσα, η νεαρή ξελογιάστρα, το σφύριγμα των γλάρων ενώ λοξοδρομούν ανάμεσα στα ξάρτια.


Στο φιλντισένιο μου μαρκούτσι
γαλέρες έρχονται και πάνε
ρεσάλτα κάνουνε οι μούτσοι
κι οι πειρατές μεθοκοπάνε
στο καπηλειό το λιμανίσιο

Θάλασσα πικροθάλασσα
γιατί να σ’ αγαπήσω…








Κάπου εκεί αντικρίζω τέσσερις φιγούρες, καταμεσής του πλήθους. Ένας νέος, ίσαμε είκοσι χρονών, λεβέντης, ψηλός, παλικάρι. Δύο καλοί του φίλοι βρίσκονται κοντά, σε ένα τραπέζι πάνω, παίζοντας ζάρια και γελώντας. Ο ένας εξίσου ψηλός, μα μαυριδερός στο δέρμα και με χαμόγελο που αστράφτει. Ο άλλος είναι μικροκαμωμένος και λεπτός, με βλέμμα μελαγχολικό. Στο πλευρό τους μια κοπέλα, μαυρομάλλα, γελαστή, όμορφη σαν τα καράβια που αράζουν στην προκυμαία.


Αυτά θα είναι τα πρόσωπα της ιστορίας μας. Μια ιστορία που ξεκινάει σ’ ένα μακρινό, ζεστό λιμάνι…. 


***


Αυτό που μόλις διαβάσατε δεν είναι παρά μόνο η αρχή..!

Σκοπός μου δεν ήταν να κάνω απλά ένα αφιέρωμα... αλλά να αφήσω την φαντασία μου να περιπλανηθεί στα ηχοτρόπια του Μάνου Λοΐζου, που τόσα χρόνια με έχουν συντροφέψει... Το αποτέλεσμα ήταν ένα αφηγηματικό αφιέρωμα, αλλά και ένα δίηγημα, με θέμα την ιστορία τριών φίλων, σε κάποια φανταστική χώρα, της οποίας το όνομα δεν έχει σημασία...

Και επειδή το θέμα είναι μουσικό (τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, αν και τα φαινόμενα απατούν), επέλεξα να παρουσιάσω το πλήρες κείμενο στα φρέσκα ακόμα "Μουσικά Χνάρια" μας.

Ακολουθεί το link για το πρώτο μέρος. Περάστε και ταξιδέψτε μαζί μας...


Μάνος Λοΐζος και η Ιστορία Τριών Φίλων - Μέρος Πρώτο










Την Πέμπτη που μας έρχεται, 14 Νοέμβρη, θα επανέλθω στις ραδιοφωνικές συχνότητες του CR Radio (μετά από τρεις εβδομάδες - πλέον θα κάνω εκπομπές μία με δυο φορές τον μήνα, λόγω έλλειψης χρόνου), για να παρουσιάσω, εκτός απροόπτου, το ίδιο αφιέρωμα σε μουσική μορφή!

Η εκπομπή θα ξεκινήσει στις 22.00 και θα πάει ως αργά το βράδυ. Το link είναι αυτό:


CR Radio


Χρειάζεται να κάνετε κλικ πάνω στο κίτρινο ραδιοφωνάκι για να μας ακούσετε.

Τα υπόλοιπα επιλέγω να τα πω αφηγηματικά... Εσείς δεν έχετε παρά να σερβίρετε τον εαυτό σας ένα ποτήρι κρασί, να φέρετε στο νου σας όμορφα λιμάνια και να μας ακολουθήσετε...




πηγή φωτογραφίας


21 Μαΐου 2013

Αφιέρωμα στον Μίκη

~







Αν κάποιος μου έλεγε να περιγράψω την τωρινή γενιά μας με όσο το δυνατόν λιγότερες και πιο χαρακτηριστικές λέξεις ή φράσεις, θα επέλεγα τα εξής: Γενιά της οικονομικής κρίσης. Των χαμηλών μισθών και της ανεργίας. Γενιά μπλεγμένη στο παγκόσμιο δίχτυ του αδηφάγου, σαν την αράχνη στον ιστό, ανταγωνισμού για κοινωνική ανέλιξη. Του διαδικτύου. Των κινητών. Των τηλεοπτικών παραθύρων. Του chat, των κοινωνικών δικτύων, του downloading, του youtube. Γενιά του like. Γενιά κολλημένη στην οθόνη του υπολογιστή. Γενιά των τροφικών αλυσίδων τύπου Starbucks, Goodys και λοιπών. Γενιά του Mall. Των νυχτερινών εξόδων σε κλαμπ και σινεμά - όσο το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση του καθένα. Γενιά του Πάμε για Καφέ. Των ασταθών σχέσεων και του one-night stand - ή, συχνότερα, του wannabe one-night stand. Της ατελείωτης εξάρτησης από τους γονείς. Του άγχους με μαθήματα, εξετάσεις, σχολές και εργασίες. Γενιά της ημιμάθειας.

Σας ακούγονται γνώριμα λίγο πολύ τα πάνω ε? Λοιπόν, ας θυμηθούμε τώρα κάποιες λέξεις ή φράσεις-κλειδιά από μια ή δύο παλιότερες γενιές...

Γενιά του πολέμου. Της κατοχής, της φτώχειας, της αντίστασης, της εξορίας. Γενιά του Εμφυλίου, των διωγμών, της φακέλωσης των πολιτικών φρονημάτων. Γενιά που πήρε τα βουνά, που την έστειλαν μακριά. Ικαρία, Μακρόνησος. Βασανιστήρια, κακουχίες, υπογραφές μεταμέλειας. Γενιά των βασιλοφρόνων, της Φρειδερίκης, του Παπάγου, του Καραμανλή. Του Μπελογιάννη, του Πλουμπίδη. Γενιά του παλιού αθηναικού κέντρου, με τις άφθονες μονοκατοικίες και τα γραφικά στενά. Των συνοικεσίων, των ερωτικών γραμμάτων απ' την εξορία, της προίκας, του γάμου από νωρίς. Γενιά των αναμεταδόσεων του ραδιοφώνου, όταν ακόμα δεν υπήρχε η τηλεόραση, ή έκανε τα πρώτα βήματα της. Των φανταχτερών εξόδων των πλουσίων σε κέντρα διασκέδασης, όπερες και εστιατόρια, των αντίστοιχων εξόδων της πλειοψηφίας σε γειτονιές, κακόφημα σπίτια, ταβέρνες και ανθόσπαρτες μάντρες παλιού σινεμά.








Και ενώ τα χρόνια πορεύονται χωρίς σταματημό, συναντούμε τη γενιά του Ανένδοτου Αγώνα... Του "1-1-4".... Του λαικού τραγουδιού, του Νέου Κύματος. Του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, του Χορν και της Λαμπέτη. Του βιαστικού εξαστισμού, του γεμίσματος του αθηναικού κέντρου από πολυκατοικίες, άναρχα πεταμένες δω και κει, λες και τις έριξαν τυχαία στα ψηλά από τσουβάλι. Λίγα χρόνια μετά και παρακολουθούμε την έλευση των τεθωρακισμένων. Η Ελλάδα στον γύψο. Για άλλη μια φορά η εξορία, τα βασανιστήρια, και επιπλέον η σιωπή - σιωπή εκκωφαντική στην ησυχία της, αποκρουστική στις συνέπειές της. Γενιά του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης.

Κάπου εκεί ερχόμαστε στην δεκαετία του '80, και εδώ μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Γιατί ήδη δύο γενιές είχαν παρέλθει και ο κόσμος είχε αλλάξει: πλέον μπαίναμε στην σύγχρονη εποχή. Πλέον ακούμε ιστορίες απ' τα παλιά και μας φαίνονται σχεδόν αδιανόητες, σαν σενάρια από ταινίες. Ιστορίες από κείνες που ποτέ δεν μάθαμε στο σχολείο. Βρίσκονται όμως εκεί: στα βιβλία, στις παλιές ταινίες, στα σκονισμένα περιοδικά και τις ξέθωρες φωτογραφίες. Πάνω απ' όλα βρίσκονται στα μάτια και στις αναμνήσεις των ανθρώπων μας, των γονιών μας, των παππούδων μας.

Κοινό ανάμεσα στις παλιές γενιές και στην νεότερη: Η Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της. Μα η δίψα επίσης, η δίψα για ζωή, για τέχνη, για ελευθερία, φωλιασμένη στα όνειρα κάποιων, τότε και τώρα.









Και φυσικά στην μουσική και τα τραγούδια. Τραγούδια που συντρόφευαν τους ανθρώπους που μας έφεραν στον κόσμο, όταν ήταν οι ίδιοι νέοι, και τους γονείς των ανθρώπων αυτών. Τραγούδια που κουβαλάνε μέσα τους την ιστορία όλου του τόπου. Σαν το παλιό ρεμπέτικο. Τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Και φυσικά τα τραγούδια του Μίκη. Κανένα άλλο πολιτισμικό κειμήλιο της χώρας μας δεν ενσωματώνει με τόση απόλυτη πληρότητα το πνεύμα και τους αγώνες μιας εποχής, που φαντάζει τόσο μακρινή, μα ήταν τρομακτικά κοντά μας. Οι γενιές που περιέγραψα πάνω, τόσο εκείνη της Κατοχής και της Αντίστασης, όσο και εκείνη του Πολυτεχνείου, αμφότερες αγάπησαν την μουσική του Μίκη, ταυτίστηκαν με τα τραγούδια του, πήραν δύναμη, κουράγιο κι έμπνευση. Τραγούδησαν τους στίχους της μελοποιημένης ποίησης, αφέθηκαν στο άρωμα του ρομαντισμού των ερωτικών του, βγήκαν στον αγώνα αντλώντας δύναμη από τα πολιτικά του τραγούδια.

Και αν ορισμένα από τα τραγούδια του έφτασαν να μετατραπούν σε τελετουργικά κειμήλια, σαν μουσειακά εκθέματα, κατάλληλα για εκτέλεση στις χορωδίες των σχολείων, μπροστά σε μαθητές που δεν καταλαβαίνουν και δεν τους αφήνουν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται... Και αν σήμερα ο κάθε βολεμένος ακούει την μουσική του Μίκη πουλώντας πνεύμα και πολιτισμό σε κοσμικές, γυαλιστερές αίθουσες συμφωνικών συναυλιών... Να ξέρετε, τα τραγούδια αυτά κάποτε τα τραγουδούσαν στα κρυφά, παράνομα, ή σε δρόμους, με την γροθιά σφιγμένη και το βλέμμα φωτεινό... Μέσα τους ολοζώντανος ο παλμός της ιστορίας, σαν καρδιά που φλέγεται και βροντοχτυπά...








Χάραξαν μια εποχή, σημάδεψαν την ματοβαμμένη ιστορία του τόπου. Και ο ίδιος ο Μίκης, σαν φιγούρα, έζησε μες στην καταιγίδα των καιρών, πήγε κόντρα στο ρεύμα, από τα χρόνια της Αντίστασης σ' εκείνα του Πολυτεχνείου. Η συνέχεια μπορεί να υπήρξε αμφιλεγόμενη, είναι όμως γεγονός πως η ζωή και το έργο του καθρεπτίζουν όσο τίποτ' άλλο την σύγχρονη ιστορία της όμορφης, μα συγχυσμένης και ταλαίπωρης μας χώρας. Και είναι εκεί που συναντιέται ο Μίκης με τους δικούς μας ανθρώπους, τους γονείς μας, τους παππούδες μας. Χέρι-χέρι, βαδίζουνε μαζί.

Σε αυτόν λοιπόν, τον Μίκη Θεοδωράκη, θα κάνουμε ένα μεγάλο, πλούσιο μουσικό (και όχι μόνο) αφιέρωμα, αυτήν την Πέμπτη 23 του μήνα, ξεκινώντας στις 22.00 ως συνήθως και φτάνοντας μέχρι αργά τη νύχτα... άγνωστο πότε θα τελειώσουμε. Από την συχνότητα των CReatures, σε μία από τις τελευταίες μου εκπομπές για φέτος. Θα θυμηθούμε όλες τις αγαπημένες στιγμές και τα τραγούδια που άφησαν εποχή, ξεκινώντας από τις απαρχές της δεκαετίας του '60, φτάνοντας ως εκείνην του '80. Θα συζητήσουμε για την βιογραφική διαδρομή του Μίκη, μέσα από τις Συμπληγάδες αυτού του τόπου, για τα βιώματα του ήδη από την εποχή της γερμανικής κατοχής και πριν. Θα ακούσουμε την μελοποιημένη ποίηση του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Νίκου Γκάτσου, του Πάμπλο Νερούδα. Θα κάνουμε επίσης λόγο για την λιγότερο γνωστή όψη της μουσικής του, μα εξίσου καθοριστική για τον ίδιο, εκείνην της συμφωνικής μουσικής, και θα πάρουμε μια δόση από την επαφή του με τον κινηματογράφο και το θέατρο.

Θα συζητήσουμε επίσης για τους καλλιτέχνες και τον ρόλο τους, το περιεχόμενο της σύγχρονης τέχνης και την σχέση που μπορεί να έχει με την πολιτική, την καταλυτική επιρροή των κοινωνικών συνθηκών και του ρόλου των ΜΜΕ, και φυσικά θα προβούμε σε αναλογίες του Τότε με το Τώρα.








Πάνω απ' όλα όμως θα δώσουμε έμφαση στην πλευρά του που έχουμε αγαπήσει. Να σας εκμυστηρευτώ κάτι τώρα. Από πέρυσι που ξεκίνησα να κάνω εκπομπές στο CR Radio ως τώρα, δύο φορές μόνο έπιασα τον εαυτό μου να δακρύζει, προετοιμάζοντας την εκπομπή και ακούγοντας τις μουσικές. Η μία ήταν πριν 2 περίπου μήνες, όταν έκανα το αφιέρωμα μου στο Ρεμπέτικο (το οποίο μπορείτε να το βρείτε εδώ). Η άλλη ήταν τώρα.

Αυτήν την Πέμπτη σας περιμένω λοιπόν! Είναι πιθανό εξάλλου να βρίσκονται μαζί μου στον σταθμό τα παιδιά που ήμασταν μαζί και στο ρεμπέτικο αφιέρωμα, για όποιον τυχόν το είχε ακούσει, και να πίνουμε για άλλη μια φορά κρασιά... Όπως καταλαβαίνετε θα είναι μια ενδιαφέρουσα βραδιά!


Link σταθμού


Το λινκ του σταθμού το έχω ούτως ή άλλως στο πλάι, στην στήλη του blog, κάθε Πέμπτη (ή σχεδόν κάθε Πέμπτη!) στις 22.00 τα λέμε από εκεί... για λίγες ακόμα εβδομάδες! Από του χρόνου το ραδιοφωνάκι μας θα επανέλθει, με νέο, ολόδικο του site και ανανεωμένο look... Θα προσπαθήσω επίσης να ηχογραφήσω την εκπομπή και να την ανεβάσω με edit, στην παρούσα ανάρτηση, αλλά ας μη γίνει δικαιολογία αυτή για να μη συντονιστείτε! :P

Edit:

Ιδού λοιπόν η ηχογραφημένη εκπομπή αυτής της Πέμπτης, σε δύο μέρη, για όσους την έχασαν! Μια εκπομπή στην οποία καλύψαμε ένα σημαντικό μέρος της μουσικής και βιογραφικής διαδρομής του Μίκη, ως το 1966. Ήταν εκεί ο Μπιθικώτσης, ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, οι παλιές ελληνικές ταινίες, η Μαίρη Λίντα, η Φαραντούρη, μα και η Edith Piaf, οι Beatles και η συμφωνική μουσική... Αυτά συζητώντας παράλληλα για τα δραματικά ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την συλλογική μνήμη, από τον Εμφύλιο και την Μακρόνησο στους Αγώνες της δεκαετίας του '60. Θα ανεβάσω και το δεύτερο μέρος με το καλό, όταν ολοκληρωθεί.


Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1α

Μίκης Θεοδωράκης - Μέρος 1b



Ελάτε λοιπόν να θυμηθούμε τα παλιά, και ας μην τα ζήσαμε ποτέ...







~

3 Νοεμβρίου 2010

Τότε και Τώρα





Ξημέρωμα


Πέρα απο την μικρή πλατεία του χωριού αντηχεί ο ρυθμικός ήχος της καμπάνας της Εκκλησίας. Ήταν νωρίς ακόμα για να φέξει. Ο Κωστής είχε ανήσυχο ύπνο, πνιγμένο σε όνειρα που δε θυμάται πια, όνειρα για μια πολιτεία μακρινή. Το πατζούρι τρίζει γκρινιάρικα στον ρυθμό του φθινοπωρινού αέρα. Ο Κωστής δε θέλει να πάει στο σχολείο, θέλει να συνεχίσει να κοιμάται, να συνεχίσει να ονειρεύεται. Ξέρει όμως πως αν δε σηκωθεί, αργά ή γρήγορα θα τον τραβάει η μάνα του με το ζόρι απ'την κουβέρτα και δε θα έχει ψωμί για πρωινό, μια που θα το έχουν φάει όλο τα τέσσερα αδέρφια του. Με βαριά καρδιά σηκώνεται. Ελπίζει να μην αναθέσει σ' αυτόν πάλι η μάνα του να φέρει νερό απ' το πηγάδι. Τα χέρια του είναι ακόμα πρησμένα απο τις χθεσινές δουλειές στο χωράφι και η πλάτη του πονάει. Πέρα μακριά, δυο τρεις κόκορες ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο στις φωνητικές τους ικανότητες.





Το ξυπνητήρι αρχίζει να δονείται με εκείνον τον εκνευριστικό του θόρυβο, κόβωντας στα δύο ένα παράξενο όνειρο. Ο Αλέξης προσπαθεί να αγκιστρωθεί απο την τελευταία εικόνα του ονείρου, μια εικόνα οικεία, εκείνη όμως χάνεται μακριά. Άλλη μια Δευτέρα, σκέφτεται, πόσο θα θελε να μην ερχόταν ποτέ! Απο την κουζίνα ακούγεται ο ήχος της βρύσης που τρέχει, η μαμά μάλλον ξύπνησε ήδη. Ο Αλέξης ρίχνει μια γρήγορη ματιά στο διπλανό κρεββάτι, στην αδερφή του, που κοιμάται μακάρια. Μικρή ακόμα, δε πάει σχολείο, η τυχερή! Τη μία μέρα να παίζεις εκείνο το φοβερό παιχνίδι με τον ξάδερφο σου στο Xbox και την άλλη να γράφεις διαγώνισμα! Με βαριά καρδιά σηκώνεται. Ελπίζει να έχουν μείνει τίποτα chocos για πρωινό. Η μαμά έχει ανοίξει την τηλεόραση και απο μέσα ακούει την γνώριμη φωνή του παρουσιαστή εκείνης της πρωινής εκμπομπής.





Πλιτς, Πλιτς


H σταγόνα έπεφτε πάνω στο θρανίο απο το ταβάνι, πλιτς, πλιτς, ενώ ο καθηγητής των ελληνικών μετέφραζε ένα αρχαίο κείμενο, με κείνη την αργή, μονότονη φωνή του. Πλιτς πλιτς. Ο Γιάννης προσπαθούσε να προσέχει στο βιβλίο, αλλά εκείνες οι σταγόνες γίνονταν εκνευριστικές. Στο στόμα του ήταν ακόμα πικρή η γεύση απο το μουρουνόλαδο που τους έδωσαν να πιούν πριν το μάθημα. Ήταν κάτι που το έκαναν συχνά. Έλεγαν πως ήταν για το καλό τους, για να γίνουν παλικάρια, ο ίδιος ωστόσο δε μπορούσε να καταλάβει πως ένα τόσο εμετικό πράγμα μπορούσε να είναι για το καλό του. Πλιτς πλιτς. Ο Γιάννης θυμήθηκε εκείνο το λαχταριστό ψητό που είχαν φάει στις περσινές γιορτές των Χριστουγέννων, τις μακαρόνες και την αχνιστή τη σούπα, σε λίγο καιρό φτάνουν πάλι, δεν έβλεπε την ώρα



(πηγή φωτογραφίας: lavathis.wordpress.com)


Πλιτς, πλιτς. Οι σταγόνες έπεφταν πάνω του σχεδόν, βρέχοντας τον. Αποφάσισε να μετακινήσει λίγο πέρα το θρανίο, ίσα να μη βρέχεται πια. Ο θόρυβος του θρανίου έσπασε τη νυσταλέα απαγγελία του καθηγητή. Ο καθηγητής τον κοίταξε με μάτια που πέταγαν σπίθες. Ο Γιάννης κοκάλωσε στη θέση του. Ένας συμμαθητής του απο το απέναντι θρανίο έπνιξε ένα χαμόγελο. Ο καθητητής σηκώθηκε απο το έδρανο, και, ψηλός σα λεύκα, κατευθύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές προς το θρανίο του Γιάννη. Στο χέρι του κρατούσε τον Χάρακα. Ο Γιάννης ψέλισε "συγγνώμη κύριε", μα ήταν αργά. "Άπλωσε το μπράτσο σου Γιάννη", πρόσταξε ο καθηγητής. Ο Γιάννης το άπλωσε υπάκουα. Ο Χάρακας έπεσε με δύναμη στο λεπτό παιδικό του μπράτσο, μια, δυο, τρεις φορές, καλά υπολογισμένες ώστε να βρίσκουν στο κέντρο του στόχου. Ο Γιάννης έπνιξε ένα βογκητό.







Mέσα στο τετράδιο των μαθηματικών του, ο Πέτρος ζωγράφιζε. Όχι δίπλα στις ασκήσεις φυσικά, στην πίσω σελίδα του τετραδίου, εκείνη που δε θα βλεπε ο καθηγητής. Πίστευε οτι είχε λύσει την άσκηση και τώρα απλά περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι για διάλλειμα. Ευτυχώς είχαν πέσει θέματα που ήξερε. Κοίταξε γύρω του και είδε τους υπόλοιπους συμμαθητές του, σκυμμένους στα θρανία τους, να σκέφτονται, να γράφουν, να υπολογίζουν. Ο καθηγητής, μειλίχιος στην έδρα του, τους παρατηρούσε κι αυτός. Προ ολίγου είχε βγάλει τιμωρία έξω τον Νικήτα, επειδή έπαιζε με το κινητό του. Ο Νικήτας πήγε να διαμαρτυρηθεί, ο καθηγητής όμως του είπε πως αν δεν βγει θα ενημερώσει τον διευθυντή και τους γονείς του. Ο Πέτρος παρατήρησε τον Νικήτα που βγήκε με χαμηλωμένο το κεφάλι. Γύρισε στις ζωγραφίες του, ήρωες απο κινούμενα σχέδια και υπερφυσικά ρομπότ. Στο διάλλειμα θα αγόραζε μια τυρόπιτα απο την καντίνα. Θα έβγαινε πρώτος έξω, για να μην περιμένει στην ουρά.


(πηγή φωτογραφίας: http://6okynosarges.blogspot.com/2010/04/blog-post_13.html)


Σαν Παλιό Σινεμά


Η Μάρθα χύμηξε σαν μικρό αγρίμι πάνω στη μάντρα, και σα σκίουρος τη σκαρφάλωσε, αφήνοντας με ανοιχτό το στόμα τα αγόρια της παρέας, που είχαν ήδη φτάσει αγκομαχώντας στην κορφή. Ο Κωστής είχε γδάρει άσχημα το γόνατο του σε κείνα τα κλαδιά, ο Γιάννης παραλίγο να πέσει. Η Μάρθα τίναζε τη σκόνη απο το φουστάνι της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τους εντυπωσίαζε με τις ικανότητες της, για κορίτσι πάντα. Τις προάλλες που χοροπηδούσαν πάνω απο τις φωτιές στο πανηγύρι, η Μάρθα τίναζε το κοριτσίστικο κορμί της πέρα σαν ελατήριο. Για κορίτσι, ήταν πραγματικά καλή.

Με την παρέα της παίζαν πολλά παιχνίδια, ξεχύνονταν στους δρόμους τα απογεύματα, μετά τα μαθήματα, μετά τις δουλειές του σπιτιού. Η γειτονιά αντιλαλούσε απο ξέφρενες παιδικές φωνές. Έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, πεντόβολα, μακριά γαιδούρα, κάνανε βόλτες με τα ποδήλατα τους (όσοι είχαν ποδήλατο), πετούσαν χαρταετό. Συχνά πηγαίνανε ως τα βαλτοτόπια, πέρα απο τη γειτονία, και μαζεύανε βατράχια. Σε γιορτές, που και που, έπαιζαν το γαίτανάκι. Τα κορίτσια έφερναν τις κούκλες τους μερικές φορές. Η Μάρθα είχε μια κούκλα που της είχε κάνει δώρο ο θείος της απο την Αμερική. Με μακριά, ξανθά μαλλιά. Της άρεσε να παίζει με την κούκλα της, όπως της άρερε να τρέχει έξω στους δρόμους με τους φίλους της απο την γειτονιά. Τις προάλλες τους είχε επισκεφτεί ο θείος με τη θεία, και της έδωσαν μια δραχμή χαρτζιλίκι. Η Μάρθα πετάχτηκε όλη χαρά στο μαγαζί του κυρ Θανάση και αγόρασε δέκα λαχταριστές καραμέλες. Τις μισές τις έδωσε στους φίλους της, το βράδυ εκείνο, λίγο πριν σκαρφαλώσουνε τη μάντρα. Τρεις απο αυτές τις είχε ήδη φάει, και δύο τις φυλούσε για το βράδυ, λίγο πριν κοιμηθεί.






"Σσσ, ξεκινάει", έκανε ο Γιώργος, ο αρχηγός της παρέας. Τα παιδιά, καλά κρυμμένα στην κορυφή της μάντρας, έσκυψαν τα κεφάλια τους προς το μέρος της μεγάλης, φωτεινής οθόνης, που ξεπρόβαλε μεγαλόπρεπα στο βάθος. Της Μάρθας τα μάτια έλαμψαν σαν τα αστέρια του ουρανού. Πέρα, μπροστά απο τα πολύφωτα τους μάτια, έστεκε ένα τεράστιο κινηματογραφικό πανί, πάνω στο οποίο μεμιάς ξεπρόβαλαν ζωντανές κινούμενες εικόνες. Η μουσική απο τα ηχεία πλημμύρισε τις αισθήσεις τους. Οι τίτλοι της ελληνικής ασπρόμαυρης ταινίας έκαναν την εμφάνιση τους και το πλήθος του θερινού σινεμά ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Καλά κρυμμένη στην κρυψώνα της, η Μάρθα χαμογέλασε ευτυχισμένη. Δε θα την ξεχνούσε τη σημερινή βραδιά.







Η Άννα με τις φίλες της μόλις είχαν βγει απο την αίθουσα προβολής στο Mall. Η ταινία ήταν απίστευτη και φυσικά τα τρισδιάστατα εφέ την έκαναν ακόμα πιο εντυπωσιακή. Ένας κάδος έξω απο την αίθουσα προοριζόταν για να αφήσουν τα 3d γυαλιά, η Άννα άφησε το δικό της ζευγάρι, η Γεωργία όμως αποφάσισε να το κρατήσει στα κρυφά. Η Άννα ταράχτηκε. "Και αν σε πιάσουν?", ρώτησε, η Γεωργία όμως γέλασε. "Το έχω ξανακάνει, δε σε πιάνουν ποτέ", είπε καθησυχαστικά.

Προμηθεύτηκαν απο ένα γεύμα Goodys η κάθε μία και βάλθηκαν να συζητάνε για μισή περίπου ώρα για την ταινία. Τα είκοσι λεπτά συζητούσαν για εκείνον τον κούκλο ηθοποιό, του οποίου οι δύο απο τις τρεις φίλες (η Άννα ανάμεσα τους) είχαν μια γιγάντια αφίσα στο δωμάτιο. Μίλησαν ακόμα για τα αγόρια της τάξης τους, τα μαθήματα και εκείνη τη στριμμένη καθηγήτρια. Η Άννα ανέφερε εκείνο το νέο βιντεοπαιχνίδι που είχε πάρει τις προάλλες ο αδερφός της και ξημεροβραδιαζόταν σπίτι, μπροστά στην οθόνη. Η κουβέντα μεταπήδησε σε κάτι έξαλλα νέα ringtones που είχαν βγει, και οι τρεις φίλες έβγαλαν τα κινητά τους και άρχισαν να στέλνουν διάφορες παλαβομάρες η μία στην άλλη. Η οχλαβοή του εμπορικού κέντρου κάλυπτε τα γέλια τους. Σε λίγο θα έπρεπε να γυρίσουν σπίτι, ο πατέρας της Γεωργίας θα ερχόταν να τις πάρει με τ' αμάξι. Η Άννα αποτέλειωσε εκείνη την τελευταία πασπαλισμένη με σος πατάτα και ετοιμάστηκε να φύγει. Όταν έφτασε σπίτι της, με το αμάξι, χαιρέτησε τις φίλες της. Σε καμιά ώρα ήταν πιθανό να μιλάγανε ξανά στο τηλέφωνο.






Στο κέντρο


Έμεναν στην περιοχή της Κυψέλης, σε μια παλιά, όμορφη γειτονία. Τα τελευταία χρόνια είχαν αρχίσει να χτίζονται πολλές πολυκατοικίες εκεί γύρω και της Γιώτας δε της άρεσε. Έβρισκε τα κτίρια αυτά πολύ μεγάλα και κακόγουστα. Η γειτονιά της ωστόσο παρέμενε όμορφη. Τα μπαλκόνια με τα απλωμένα ρούχα, η πλατεία που μαζεύονταν και έπαιζαν, ο φούρνος του Κοσμά, ο γερο-Νώντας με τη λατέρνα του. Συχνά τα παιδιά έτρεχαν όλα ξωπίσω του, πλημμυρίζοντας τα σοκάκια με τις φωνές τους.

Η Γιώτα έτριβε, έτριβε ασταμάτητα. Είχε βραδιάσει σχεδόν. Τα ρούχα του φιλοξενούμενου τους ήταν απλωμένα στη μπανιέρα μπροστά της και τα καθάριζε, ξεφυσώντας. Ο πατέρας της είχε φέρει άλλη μια φορά σπίτι έναν απο τους φίλους του, και εκείνοι σαν καλή οικογένεια όφειλαν να του προσφέρουν τροφή και στέγαση. Η Γιώτα έτριβε, έτριβε αγχομαχώντας τα ρούχα του πάνω απ' τη μπανιέρα. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί ο μπαμπάς της έφερνε τόσο συχνά φίλους του στο σπίτι για φιλοξενία. Μέρος να ζήσουν οι ίδιοι δεν είχαν;

Το χειρότερο ήταν πως είχε στερηθεί τη χαρά να βρίσκεται με την παρέα της αυτή τη στιγμή. Θα πήγαιναν στη Φωκίωνος Νέγρη, θα χτυπούσαν κουδούνια και θα ζητούσαν αυτόγραφα απο τους αγαπημένους τους ηθοποιούς. Δεν είχε ξαναπάει ποτέ, είχε ακούσει όμως πως πολλοί έμεναν εκεί, ο Δημήτρης Χορν, η Έλλη Λαμπέτη... της φαινόταν σαν όνειρο, μαγεία σκέτη.


Η Γιώτα γύρισε το μυρωδάτο απο τη σαπουνάδα πουκάμισο απο την ανάποδη. Μέσα απο το σαλόνι ο πατέρας της συζητούσε έντονα με τους φίλους του. Είχαν βάλει το ραδιόφωνο και έπαιζε. Κάποια προεκλογική ομιλία ίσως. Αναγνώρισε τη φωνή του πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η φωνή της μητέρας της ακούστηκε στο βάθος. "Γιώτα, φέρε στον πατέρα και τους φίλους του τρία ποτήρια νερό". Η Γιώτα άφησε το μισοπλυμμένο πουκάμισο, και μ' έναν αναστεναγμό κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.





Έφερε τον δίσκο με τα ποτήρια στο σαλόνι. Ο πατέρας και οι δύο φίλοι του είχαν σταματήσει να μιλάνε και αφουγκράζονταν με προσοχή το ραδιόφωνο. Ο πατέρας είχε βγάλει ένα χαρτί και κρατούσε σημειώσεις. Ο ένας απο τους δύο κύριους ευχαρίστησε τη Γιώτα και της χαμογέλασε. Είχε ζεστά μάτια, πικρό χαμόγελο, μικροσκοπικό μουστάκι.

Πολλά χρόνια μετά η Γιώτα θα καταλάβαινε για ποιόν λόγο ο πατέρας της αποκαλούσε τους φίλους του εκείνους "συντρόφους", για ποιό λόγο έφερνε αρκετούς απο αυτούς ανα διαστήματα σπίτι, γιατί τους έφερνε στα κρυφά και γιατί δεν είχαν να μείνουν κάπου αλλού.







Η Κατερίνα είχε μόλις γυρίσει σπίτι απο το φροντιστήριο. Ήταν προεκλογική περίοδος και ο δρόμος ήταν γεμάτος απο αφίσες, υποσχόμενες τους καλύτερους καιρούς που θα έρχονταν. Της είχε κάνει εντύπωση μια αφίσα που απεικόνιζε έναν ψηφοφόρο να τον ρουφάει η κάλπη, σα να ήταν κινούμενη άμμος, καλώντας τον κόσμο σε αποχή. Η Κατερίνα είχε λίγα ακόμα χρόνια μέχρι να ψηφίσει βέβαια (σε δυο μήνες έκλεινε τα 15), ωστόσο πολύ την μπέρδευαν όλα αυτά τα πολιτικά. Δεν της ήταν αδιάφορα, ωστόσο ένιωθε λες και την κοροιδεύουν. Δεν ήξερε ποιός, δεν ήξερε γιατί, γνώριζε ωστόσο πως η ατάκα "όλοι το ίδιο είναι" φοριέται πολύ τον τελευταίο καιρό. Και δε της άρεσε να ντύνεται σε πολυφορεμένα ρούχα.

Με το που μπήκε σπίτι χαιρέτησε τον πατέρα της, που καθόταν στη γνώριμη του πολυθρόνα, μπροστά στην τηλεόραση. Παρακολουθούσε τις ειδήσεις, ένα θέμα που της κίνησε την περιέργεια. "ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΜΕ ΓΝΩΣΤΟ ΣΤΑΡ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ", έλεγε ο τίτλος με κεφαλαία πάνω στην οθόνη, ενώ ένα μάτσο γνωστοί τηλεοπτικοί σταρ παρήλαυναν μπροστά της στα παράθυρα, λογομαχώντας και αποκαλώντας ο ένας τον άλλο με διάφορα ονόματα. Ναρκωτικά, έμποροι της νύχτας, κρυφές ομοφιλοφιλικές σχέσεις, όλα τα είχε σήμερα. Η μητέρα της μπήκε χαρούμενη στο σαλόνι. "Α, ξεκατινιάσματα, ωραία!",έκανε και στρώθηκε στον καναπέ. "Κατερίνα, έχει φαί μες στον φούρνο", της είπε.





Ο πατέρας της άλλαξε για μια στιγμή κανάλι, πέφτωντας σε μια πολιτική προεκλογική εκπομπή. Παράθυρα πάλι. Εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, του ΛΑΟΣ. Μιλούσαν ο καθένας για το κοινό του. "Σύντροφε...", αποκαλούσε ειρωνικά έναν εκπρόσωπο του ΚΚΕ ο πολιτικός της Νέας Δημοκρατίας. Ο πατέρας της άλλαξε γρήγορα κανάλι, επέστρεψε στο σκάνδαλο με τον σταρ της μουσικής βιομηχανίας. Η Κατερίνα πήγε στο δωμάτιο της.

Το δωμάτιο της ήταν το καταφύγιο της απο τον κόσμο. Η φωλιά της. Το στόλιζε, το περιποιόταν, το λάτρευε. Άνοιξε τον υπολογιστή της και ενώ έτρεχε το σήμα των Windows στην οθόνη, βγήκε στο μικροσκοπικό τους μπαλκόνι. Πανύψηλες, σκοτεινές πολυκατοικίες υψώνονταν ως πέρα, κρύβοντας τον ουρανό. Η γειτονιά της ήταν επικίνδυνη να κυκλοφορείς τα βράδια. Τα περισσότερα διαμερίσματα νοικιάζονταν απο μετανάστες. Τα σκουπίδια έκαναν λοφίσκους στους δρόμους, τα αυτοκίνητα καβαλούσαν τα πεζοδρόμια. Μύριζε άσχημα. Ήξερε συγκεκριμένα μέρη που γινόταν διακίνηση ναρκωτικών, και τα απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι. Ήταν όμως η γειτονιά της. Λίγες πολυκατοικίες παραπέρα έμενε η κολλητή της. Θα μιλούσαν όπου να ναι στο msn... α, η επιφάνεια εργασίας είχε εμφανιστεί, ήταν έτοιμη να σερφάρει στον μαγευτικό κόσμο του διαδικτύου.






Παρελάσεις


Το σχολείο τους υπήρξε καταφύγιο κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Κάτω απο τις αίθουσες υπήρχαν κρυφοί διάδρομοι που οδηγούσαν σε στοές και κατακόμβες, μέσα στις οποίες ο κόσμος φυλασσόταν απο τις αρπακτικές διαθέσεις των κατακτητών. Ήταν απο τα λίγα σχολεία που διέθεταν σειρήνα. Ήταν το σχολείο της Ειρήνης, που ακόμα και τώρα, 18 χρόνια μετά τον πόλεμο, θα ορκιζόσουν πως αντηχούσε απο τους βομβαρδισμούς, τα πυροβολητά, τους ψίθυρους μέσα στο σκοτάδι, τους θρήνους στη σιωπή.

Η Ειρήνη έστεκε στη σειρά για την καθημερινή επιθεώρηση, μαζί με τα υπόλοιπα κορίτσια της τάξης της. Απο μπροστά τους πέρναγε η καθηγήτρια, κραδαίνοντας στο χέρι τη μεζούρα της σα να ήταν τουφέκι. Τα κορίτσια έστεκαν ακίνητα, όση ώρα εκείνη υπολόγιζε το μήκος της φούστας τους, εαν βρίσκεται στο επιτρεπτό όριο, εαν καλύπτει επαρκώς τα επίμαχα σημεία, εαν τηρεί τους ηθικούς κώδικες. Μπορεί να μην υπήρχαν αγόρια στο σχολείο (ήταν Γυμνάσιο Θηλέων), αυτό δε σήμαινε ωστόσο πως μπορούσε να τριγυρνάει το κορίτσι με όποιον τρόπο ήθελε, σαν κανένα παλιοθήλυκο. Τι θα έλεγαν οι γονείς της.






Η καθηγήτρια πέρασε μπροστά απο την Ειρήνη, τη μέτρησε και έφυγε, ρίχνοντας της ένα βλέμμα όλο περιφρόνηση. Η Ειρήνη μετά βίας υπήρξε μαθήτρια του 13, και κανένας σχεδόν καθηγητής δε τη βοηθούσε (με εξαίρεση τον συμπαθέστατο εκείνον κύριο Κωνστανταράκη που δίδασκε Βιολογία). Απο την άλλη, εκείνη την ξινή τη Νικολέττα, όλοι οι καθηγητές και οι καθηγήτριες έπεφταν πάνω της με τα μούτρα. Να την επαινέσουν, να τη διορθώσουν ευγενικά, να της χαμογελάσουν. Να ανεβάσουν τους βαθμούς της όσο ήταν δυνατόν. Ήταν πλουσιοκόριτσο βλέπετε, απο τις "πιο εκλεκτές οικογένειες", όπως έλεγε ο γυμνασιάρχης με καμάρι. Και καθόλου αμφίβολων ηθών.

Η Ειρήνη μερικές φορές αναρωτιόταν γιατί δεν έλεγαν για την δική της οικογένεια οι καθηγητές οτι ήταν "εκλεκτή". Αγαπούσε πολύ τους γονείς και τα αδέρφια της... είχε υπέροχες αναμνήσεις απο την παιδική της ηλικία και πάντα ένιωθε πως εισέπρατε αγάπη απο τους δικούς της... γιατί δεν ήταν "εκλεκτή" η οικογένεια της λοιπόν;

Το κουδούνι χτύπησε και τα κορίτσια τινάχτηκαν στις τάξεις τους, ένα κύμα απο γελαστές, ενθουσιώδεις φωνές. Η τάξη της Ειρήνης είχε περίπου 60 μαθητές. Η ίδια η Ειρήνη στριμώχνονταν στο θρανίο μαζί με άλλες τρεις κοπέλες, το ένα πόδι της περίσσευε εκτός. Ο κύριος Κωνστανταράκης μπήκε στην τάξη, με την κοιλίτσα του να κουνιέται αριστερά, δεξιά, σαν τόπι στο κύμα, και η Ειρήνη χαμογέλασε. Σε λίγες μέρες θα γίνονταν οι εορτασμοί της επετείου του "ΟΧΙ" και είχαν γίνει λαμπρές προετοιμασίες στο σχολείο, με χορούς και μουσικές. Η Ειρήνη είχε κάνει πολλές φορές πρόβα τον χορό της και ήταν σίγουρη πως θα άφηνε καλύτερες εντυπώσεις στο τέλος απο την ξινή τη Νικολέττα.


(πηγή φωτογραφίας: http://www.petrades.gr/pages/palies%20photos%20petradioton%20.html)


Μια απο τις καλύτερες φίλες της Ξένιας, η Όλγα, είχε καταγωγή απο κάποιο χωριό της Βουλγαρίας. Είχαν περάσει πολλά οι δυο τους στο σχολείο και είχαν δεθεί μέσα στα χρόνια. Η Ξένια δεν ήταν και η καλύτερη μαθήτρια, ίσα που άγγιζε το 13 μέσο όρο, ήταν τυπάκι όμως και αγαπητή στην παρέα της. Της άρεσε να λανσάρει νέο look στο μαλλί της κάθε μήνα, παρακολουθούσε όλες τις εξελίξεις όσο αφορά τους celebrities, είχε μια προτίμηση στη ροκ μουσική, ιστοσελίδα στο myspace, και κάθε βδομάδα έβγαινε σινεμά, πότε με τις φίλες της, πότε με ένα μόνιμο φλερτ (τον λέγαν Κώστα και ήταν μια τάξη μεγαλύτερος), πότε με όλους μαζί.

Της άρεσε επίσης να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία. Συχνά χανόταν μέσα τους. Πόσο θα ήθελε να μπορούσε να παρατήσει όλα τα βιβλία του σχολείου, μια για πάντα, και να καταπιαστεί με τα εξωσχολικά βιβλία μόνο! Μπορούσε να απαριθμήσει με κάθε λεπτομέρεια όλο το γενεαλογικό δέντρο του Σιλμαρίλλιον του Τόλκιν, αν όμως της ζητούσες να πει λεπτομέρειες για τη Συνθήκη των Σεβρών, τον Κριμαικό Πόλεμο, ή τη Γαλλική Επανάσταση, εκείνη απλά έγνεφε με απορία.

Μπορεί να μη τα πήγαινε καλά με τα μαθήματα, την ενοχλούσε όμως όταν κοιτούσαν με μισό μάτι τη φίλη της κάποιοι, μόνο και μόνο επειδή ήταν διαφορετικής καταγωγής. Για την Ξένια όλοι οι λαοί της Γης ήταν σαν τα παρακλάδια του γενεαλογικού δέντρου του Τόλκιν. Ο οίκος του Φέανορ, ο οίκος του Φινγκόλφιν και του Φινάρφιν, ο οίκος του Φίνγκον ή του Χάντορ, ήταν όλοι τους γενιές Ξωτικών.






Όπως την ενοχλούσε και εκείνη η μαλάκω η συμμαθήτρια της, η Φέη, που επειδή ξέρω γω είχε ωραίο σώμα έπρεπε όλη την ώρα να το επιδεικνύει, φορώντας κάτι φούστες ως τον κώλο πάνω και κάτι στενά μπλουζάκια να. Και κάθε μέρα ερχόταν με νέα ρούχα (προφανώς είχαν τα λεφτά οι γονείς της και της τα παιρναν), κάνοντας επίδειξη θα λεγε κανείς μες στο προαύλιο του σχολείου, βαμμένη και με το μαλλί στην τρίχα, και με τα αγόρια να τους τρέχουν τα σάλια. Μια φορά προσπάθησε να φορέσει μια μπλούζα σαν της Φέης, η κοιλιά της όμως ξεπετάχτηκε έξω και την έπιασε κατάθλιψη.

Είχε ένα θέμα με την εμφάνιση της γενικώς, έπιανε να βγάζει δεκάδες φωτογραφίες τον εαυτό της με την ψηφιακή της κάμερα, κάθε βδομάδα, και να επιλέγει τις καλύτερες απο αυτές για το facebook. Με διάφορους φωτισμούς, απο ποικίλες οπτικές γωνίες, με αλλαγές στα ντυσίματα και το μαλλί... Η μία στις 10 φωτογραφίες έμπαινε μόνο... οι υπόλοιπες δεν της άρεσαν. Ο Κώστας (το μόνιμο φλερτ) της είχε πει οτι τη θεωρούσε όμορφη, εκείνη όμως δεν τον πίστευε.

Σε λίγες μέρες θα έκαναν την παρέλαση για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου και η Ξένια (προερχόταν απο το "Πολυξένη") ήταν σίγουρη πως η Έφη θα έκλεβε για άλλη μια φορά τα βλέμματα του φιλοθεάμονος κοινού. Μισούσε τις παρελάσεις και θεωρούσε πως έπρεπε να καταργηθούν σαν θεσμός.





Ο Καφές Μετά


Ο Γρηγόρης γύρισε απο την άλλη πλευρά, καλύπτωντας τον γυμνό του ώμο με ένα κομμάτι εφημερίδα. Ο ύπνος ήταν δύσκολος ενώ έξω έβρεχε, στο καταφύγιο της οικοδομής. Δούλευε εδώ και τρεις βδομάδες στην οικοδομή αυτή, η δεύτερη δουλειά του απο τότε που έφυγε απο το χωριό, αναζητώντας την τύχη του στην πρωτεύουσα. Ήταν δύσκολα, αλλά μια αρχή ήταν πάντα μια αρχή. Δε μπορούσε να ξεχάσει ωστόσο την πρώτη του δουλειά, τον τρόπο που την έχασε μέσα απο τα χέρια του. Ένιωθε πολύ άτυχος και δεν ήξερε ποιός του έφταιγε. Η πρώτη του δουλειά ήταν σ' ένα γραφείο, διακοσμούσε πινακίδες προς πώληση. Ήταν επίμονος και εργατικός και ο εργοδότης τον είχε πάρει με καλό μάτι και του είχε υποσχεθεί πως θα φτάσει ψηλά κάποια μέρα.

Φαίνεται η προσπάθεια του όμως δεν ήταν αρκετή. Μια μέρα έμαθε πως ένα άλλο παλικάρι, 19 χρονών κι αυτό, είχε πάρει τη θέση του και ο ίδιος είχε ξαφνικά μείνει χωρίς δουλειά. Ο λόγος; Το παλικάρι αυτό ήταν γιός ενός γνωστού του εργοδότη, του οποίου ο εργοδότης ήθελε να κερδίσει την εύνοια. Σε λίγες μέρες θα έβαζε υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος, ή κάτι παρόμοιο σαν αυτό, και χρειαζόταν τις ψήφους.


Την επόμενη μέρα ο Γρηγόρης θα συναντούσε τον Σίμο, τον μοναδικό φίλο του στη μεγάλη πόλη. Θα πήγαιναν σε κανένα καφενείο να πουν τα νέα τους και η σκέψη του έδινε χαρά. Η βροχή όλο και δυνάμωνε.




(πηγή φωτογραφίας: http://photogr.webv.gr/?p=180)


Είχε κατορθώσει να συγκεντρώσει όλα τα χαρτιά, όλες τις υπογραφές, όλες τις βεβαιώσεις συμμετοχής του σε σεμινάρια και επιστημονικά συμβούλια, τα απολυτήρια του, τα μικρά και τα ακόμα μικρότερα πτυχία του. Είχε δώσει τις απαραίτητες κατατακτήριες εξετάσεις και είχε πάει καλά. Ο Γιώργος ήταν έτοιμος πια για το τελικό στάδιο, τη συνέντευξη. Απο αυτή θα εξαρτιόταν πλέον αν θα τον έπαιρναν στο μεταπτυχιακό ή όχι.

Είχε άγχος. Ήξερε πως το μεταπτυχιακό αυτό έχει λίγες θέσεις, και είχε ακούσει πως η συνέντευξη έπαιζε σημαντικό ρόλο... σημαντικότερο απ' ότι θα πρεπε. Είχε ακούσει κι άλλα, πράγματα που ήλπιζε να μην είναι αληθινά, πληροφορίες για παλιότερους φοιτητές του μεταπτυχιακού αυτού και του τρόπου με τον οποίο κατόρθωσαν και πήραν τη θέση. Τι στο διάολο δηλαδή, είχε ένα κάρο χαρτιά, είχε φάει τα μισά του νιάτα σπουδάζοντας και τρέχοντας εδώ κι εκεί. Έγραψε καλά στις εξετάσεις. Ήταν διατεθειμένος να ερευνήσει, να μελετήσει, να δώσει τον καλύτερο του εαυτό. Τι άλλο ήθελαν πια.

Η πόρτα άνοιξε. Ήταν η σειρά του να μπει για τη συνέντευξη.

Μια ώρα μετά ο Γιώργος άραζε για καφέ κάπου στο Θησείο, με τον φίλο του τον Άρη, πίνοντας καφέ και χαλαρώνοντας. Σε λίγες μέρες θα μάθαινε τα αποτελέσματα.







God Save the Queen



Σήμερα ήταν βραδιά θεάτρου. Κάτι που συνέβαινε όχι συχνά, γι' αυτό και ήταν μια πολύ σπουδαία περίσταση για όλους. Όλη η οικογένεια ντυνόταν στα καλύτερα της. Η μητέρα και η θεία φόρεσαν τα καλύτερα παλτά και τις ακριβότερες τους γούνες. Ο πατέρας ντύθηκε στο πιο φινετσάτο κοστούμι του, εκείνο που είχε αγοράσει απο το ταξίδι του στην Ευρώπη. Η Άρτεμις ήταν ενθουσιασμένη με την προοπτική της εξόδου, το ίδιο και οι δυο αδερφές της. Δοκίμαζαν τα ωραιότερα τους φορέματα, άλλαζαν κολλιέ, φορούσαν τα πιο αστραφτερά τους κοσμήματα, έφτιαχναν το μαλλί και βάφονταν όσο καλύτερα μπορούσαν. Ήξεραν πως η σημερινή βραδιά θα τους έφερνε σε επαφή (έστω και απο απόσταση) με ορισμένα απο τα λαμπρότερα ονόματα του εληνικού θεάματος, και όχι μόνο. Μπορεί να έβλεπαν και πρόσωπα του πολιτικού κύκλου εκεί. Θα είχε καμεραμεν, φώτα, ακριβά αυτοκίνητα. Σαν το Χόλλυγουντ.







Λίγος καιρός είχε περάσει απο τους γάμους της πριγκίπισσας Σοφίας με τον ευγενικό Δον Χουάν, τον διάδοχο του ισπανικού θρόνου. Η Άρτεμις είχε παρακολουθήσει τη λαμπρή τελετή απο την τηλεόραση (απόκτημα πρόσφατο της οικογένειας, για το οποίο ένιωθαν περήφανοι), είχε διαβάσει και στα περιοδικά. Λες σήμερα στο θέατρο να αντικρύσουμε πρόσωπα της βασιλικής οικογένειας?, σκέφτηκε με ενθουσιασμό. Την συνάρπαζε η γκλαμουριά, η αστραφτερή λάμψη των χαμογελαστών στην κάμερα δοντιών, τα κοσμήματα και τα μεγαλοπρεπή φορέματα. Είχε διαβάσει οτι η βασίλισσα πρόσφατα επισκέφτηκε ένα χωριό απο τα μέρη της καταγωγής της, ντυμένη στην τοπική ενδυμασία, μίλησε με τους χωρικούς και συμμετείχε στο πανηγύρι που οργανώθηκε προς τιμήν της! Πόσο περήφανη ένιωθε. Κάποια μέρα θα έβρισκε και κείνη έναν άντρα, που θα γινόταν βασιλιάς της καρδιάς της. Θα ερχόταν σαν τον ιππότη στο τραγούδι. Θα γύριζαν τον κόσμο όλο, θα της αγόραζε ρούχα και μαργαριτάρια, και κείνη θα του πρόσφερε την καρδιά της, το στέμμα της.


Η οικογένεια ήταν έτοιμη. Αγκαζέ βγήκαν έξω, τα κορίτσια συνοδευόμενα απο τους ξάδερφους τους (γιατί τα ευπρεπή κορίτσια έπρεπε πάντα να συνοδεύονται), και πορεύτηκαν προς το θέατρο, όπου θα ξεκινούσε η παράσταση.







Η παράσταση είχε μόλις τελειώσει. Ο κόσμος βγήκε απο την κεντρική είσοδο του θεάτρου, καμιά 30αρια ικανοποιημένοι επισκέπτες, συζητώντας ο ένας με τον άλλο. Η Νίκη βάδιζε ανάμεσα τους, χαμένη ακόμα στην ταξιδιάρικη ατμόσφαιρα του έργου. Το εισιτήριο ήταν βέβαια ακριβό, αλλά η παράσταση την είχε αγγίξει και την είχε βάλει σε σκέψεις που δε συνήθιζε να κάνει.

Μόνη περπατούσε τώρα τα νυχτερινά δρομάκια του φωταγωγημένου κέντρου, περνώντας μπροστά απο μαγαζιά και απο βιτρίνες, χαμένη στις σκέψεις της. "Η κόλαση είναι οι άλλοι", έλεγε ο Σαρτρ, και αυτό υπήρξε και το κεντρικό νόημα του θεατρικού έργου.... πως φτάνουμε να εξαρτιόμαστε απο τους γύρω μας, να καθορίζεται κάθε στοιχείο της ύπαρξης μας απ'αυτούς, πόσο μπορεί να μας εγκλωβίσει κάτι τέτοιο, να μας θρυματίσει την όποια αίσθηση ελευθερίας μας... Τέτοια σκεφτόταν η Νίκη, και στο μεταξύ είχε πάρει να τσιμπήσει ένα σάντουιτς απο ένα τυροπιτάδικο εκεί κοντά.






Τρώγοντας επανήλθε στην καθημερινότητα. Θυμήθηκε το οτι αύριο έπρεπε πάλι να πάει να κάνει εκείνη την αναθεματισμένη εργασία που τόσο σιχαινόταν. Τρία χρόνια τώρα έλεγε να αλλάξει απο εκείνη την καταραμένη θέση γραμματέος που είχε, στο γραφείο εκείνου του μαλάκα, τρία χρόνια το άφηνε. Γιατί εντάξει, πες οτι παρατάει τη δουλειά. Που θα βρει άλλη μετά; Εκτός αν συνέχιζε τις σπουδές της που είχε αφήσει στη μέση.... τις σπουδές της που δεν της άρεσαν. Ή μήπως αν ξανάρχιζε την κιθάρα που είχε παρατήσει - επίσης - στη μέση;

Πέρασε μπροστά απο ένα σκυλάδικο. "Νυχτερινό κέντρο" τα λένε. Εκεί πάει η αφρόκρεμα του χρήματος, σκορπάνε τα λεφτά τους σε πιάτα και λουλούδια. Το κέντρο της νύχτας. Αν υπάρχει ένα κέντρο στη νύχτα, αυτό βρίσκεται σε σιωπηλούς δρόμους, δρόμους που αντηχούν απο τον ήχο των βημάτων σου στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, βρίσκεται σε σκιερές βιτρίνες και σε σκέψεις που σε ταξιδεύουν... Αυτό είναι το αληθινό "κέντρο της νύχτας", σκεφτόταν τώρα η Νίκη, βρίσκεται γύρω μας παντού, και δε χρειάζεται χρήματα. Μόνο φευγάτη διάθεση...

Θυμήθηκε εκείνο το φοβερό πρόσφατο live των Porcupine Tree, κει κάτω στο Γκάζι. Εκεί ήταν που ξανάδε τον Βασίλη, μετά απο καιρό. Της έλειπε λίγο... πάει καιρός απο την τελευταία φορά. Αλλά... ήταν επιλογή, επιλογή και των δυο τους.

Η Νίκη ανάσανε βαθειά και γεύτηκε προς στιγμήν την αίσθηση της ελευθερίας. Έβαλε το mp3, πάτησε το play και αφέθηκε σ' ένα κλασικό άσμα. "God save the queen"...





Χορός μιας Ζωής


Γνωρίστηκαν σ' εκείνο το πάρτυ και χόρεψαν τον πρώτο τους χορό σ' εκείνο το αμερικάνικο τραγούδι. Η Σοφία δε θυμόταν ποιό τραγούδι ήταν, δεν είχε σημασία όμως, για κείνη και τον Αντρέα ήταν απλά "εκείνο το αμερικάνικο". Η Σοφία θυμάται πως την πλησίασε ο Αντρέας. Ήταν ντροπαλός στην αρχή, όπως όλοι οι φίλοι του, κάθονταν στη μια πλευρά του σαλονιού με τα ποτά στο χέρι, κάποιοι κάπνιζαν προσπαθώντας έτσι να δώσουν διέξοδο στην αμηχανία τους. Ο Αντρέας είχε καρφώσει τα μάτια του πάνω στη Σοφία - η Σοφία δε θα ξεχνούσε ποτέ εκείνο το βλέμμα. Θυμόταν πως τον είχε ξαναδεί κάπου. Στη γειτονιά της ίσως; (αργότερα θα της εξομολογούνταν ο Αντρέας πως την είχε πρωτοδεί στο γραφείο, όπου δούλευε ως βοηθός, και πως την είχε αμέσως ερωτευτεί. Μες στις επόμενες λίγες μέρες θα μάθαινε τα πάντα για κείνη. Ποιά είναι, που μένει, που συχνάζει. Η παρουσία του στο πάρτυ μόνο τυχαία δεν ήταν).






Ο Αντρέας ήταν ένας άντρας στα πρώτα στάδια της ωριμότητας του (είχε κλείσει τα 30 εδώ και κάποιο καιρό). Είχε μια σχετική εμπειρία με γυναίκες, ήξερε τι ήθελε και με ποιόν τρόπο να το πάρει. Ντυνόταν πάντα κομψά, με όμορφα κοστούμια και μοσχοβολούσε με τα καλύτερα αρώματα. Δεν ήταν πλούσιος, είχε ωστόσο μια δουλειά με προοπτικές σε μια ιδιωτική επιχείρηση. Η Σοφία δεν είχε κλείσει ακόμα τα 19 και δούλευε λίγο καιρό τώρα σ' ένα γραφείο. Ήθελε να σπουδάσει στο εξωτερικό, αλλά τα χρήματα της οικογένειας δεν ήταν αρκετά. Είχε πολλές κατακτήσεις, αλλά ήταν άπειρη και ντροπαλή μα και παιχνιδιάρα με τους άντρες, ενώ ήδη είχε απορρίψει δύο υποψήφιους γαμπρούς. Ο ένας ήταν καλός αλλά πολύ σοβαρός για τα γούστα της, ο άλλος πολύ κοντός.

Τρεις μήνες μετά απο εκείνον τον χορό, ο Αντρέας και η Σοφία αρραβωνιάστηκαν.






Την είχε ζητήσει απο τους γονείς της, ενώ έγραψε και ένα μακροσκελές γράμμα στην ίδια όπου εξηγούσε τους σκοπούς του και της ζητούσε το χέρι της. Ο πατέρας της Σοφίας είχε αιφνιδιαστεί - η Σοφία ήταν η μικρότερη του κόρη και αρκετά μικρή ακόμα για γάμο. Να 'ταν 25 όπως η μεγαλύτερη της αδερφή, που έψαχνε και γαμπρό δεν έβρισκε, τότε μάλιστα. Αλλά πάντα έτσι γίνεται, οι μικρές έχουν τη χάρη φαίνεται, η Σοφία ειδικά είχε περίσσια. Ο Αντρέας έκανε ξεκάθαρο στη Σοφία πως αν αρνηθεί την πρόταση του δε θα τον ξανάβλεπε... Τελικά ο πατέρας της ενέδωσε και το ζευγάρι γιόρτασε τους αρραβώνες του σε μια μπουάτ στην Πλάκα, και με ένα αξέχαστο γεύμα σε μια όμορφη παραλιακή ταβέρνα, όπου ήπιαν και τραγούδησαν ως το πρωί.

Ο γάμος τα είχε όλα. Φωτογράφους, χορό, πολλή κόσμο, μουσική, μια μεγάλη γαμήλια τούρτα και άφθονα χαμόγελα. Η Σοφία δεν είχε ιδιαίτερη προίκα... κάτι ρούχα, 2-3 φτηνά έπιπλα, τίποτα το ιδιαίτερο, ο Αντρέας όμως την αγαπούσε πραγματικά και δε τον ενδιέφερε αυτό. Λίγο καιρό μετά τον γάμο θα ταξίδευαν μαζί στο εξωτερικό.






"Γαμώ τη χριστοπαναγία σας γαμημένες πουτάνες. Σας γαμώ και σας χύνω όλες βρωμοκαριόλες!".

Κάπως έτσι ξέσπασε ο Φώτης, ενώ τα γέλια των κοριτσιών αντηχούσαν στ' αυτιά του. "Τι να γαμήσεις ρε παλιομαλάκα, εσένα φουσκωτή κούκλα να σου διναν θα την πέρναγες για τρυπημένη και θα την επέστρεφες στο μαγαζί ζητώντας άλλη!".

"ΕΛΑ ΔΩ ΝΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ ΤΙ ΚΑΝΩ ΕΓΩ ΣΤΙΣ ΤΡΥΠΕΣ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΣΚΥΛΑ", κραύγαζε ο Φώτης, ενώ ήδη οι σεκιουριτάδες του μαγαζιού τον είχαν αρπάξει απο τα μπράτσα και τον μετακινούσαν έξω. Ο Φώτης προσπαθούσε να απελευθερωθεί, εκείνοι όμως τον πέταξαν έξω απο το μαγαζί και απείλησαν πως αν συνεχίσει να δημιουργεί πρόβλημα, θα καλούσαν την αστυνομία.

Ο Φώτης έφυγε παραπατώντας, η γεύση του ποτού ακόμα έντονη στον ουρανίσκο του. Βρωμοθήλυκα. Ένα παιχνίδι, η ζωή του όλη ένα ατελείωτο παιχνίδι που είχαν στήσει αυτές εναντίον του. Δεν έφταναν οι γκόμενες που του έριχναν χυλόπιτες στο πανεπιστήμιο. Δεν έφτανε η μαλακισμένη η γυναίκα του που τον χώρισε πρόσφατα. Τώρα ακόμα και τα παλιοθήλυκα των κλαμπ, τα ξεπεταγμένα τσουλιά που δεν έχουν καλά καλά τελειώσει το σχολείο και αρχίζουν τα ξενύχτια, ακόμα και αυτές του το παίζουν ζόρικες. Μα πως έχουν καταντήσει έτσι οι γυναίκες! Ποιός τους παραχώρησε τόση ελευθερία; Ήθελε τόσο πολύ να τους επιβληθεί, να τους δώσει να καταλάβουν πως δεν σέβονται στοιχειώδεις και αρχέγονους κανόνες ανάμεσα στους ρόλους των φύλων, κανόνες που υπήρχαν απο την αρχή κιόλας της ανθρωπότητας.... αλλά αυτές του έβγαιναν συνέχεια απο πάνω!

Και το χειρότερο όλων ήταν πως τις είχε ανάγκη. Και το έδειχνε αυτό. Σπάνια ξεσπούσε όπως σήμερα. Ακόμα και οταν η γυναίκα του του είπε πως "δεν πάει άλλο", πως ο γάμος τους "δεν οδηγεί πουθενά", εκείνος έπιασε τον εαυτό του να την παρακαλεί να το ξανασκεφτεί.... να παρακαλάει μια γυναίκα! Τουλάχιστον δεν είχαν κάνει παιδιά ακόμα... ήταν μια παρηγοριά κι αυτό.

Πιο πολύ και απ'τις γυναίκες, σιχαινόταν εκείνες τις σιχαμένες τις αδερφές. Να πως κατάντησαν οι άντρες λοιπόν, να που θέλουν να τον σπρώξουν τα βρωμοθήλυκα! Όχι, δε θα τους κάνει το χατήρι. Ξερό γαμήσι θέλετε, ξερό γαμήσι θα χετε. Ξεχάστε το συναίσθημα απο μένα στο εξής. Και καμία δε θα ταίσει στο εξής με τα δικά του τα λεφτά, να πάνε να δουλέψουν να βγάλουν λεφτά μόνες τους! (το γεγονός βέβαια οτι η πρώην γυναίκα του εργαζόταν και μάλιστα έβγαζε περισσότερα χρήματα απο τον ίδιο το παρέβλεπε εκείνη τη στιγμή, το μυαλό του είχε ούτως ή άλλως θολώσει απο το μεθύσι).

Ο Φώτης τράβηξε τον δρόμο για το σπίτι του. Την επόμενη μέρα δε θα θυμόταν τίποτα απο τα σημερινά και θα έπιανε τον εαυτό του να τηλεφωνεί στην πρώην του και να της έλεγε οτι του έχει λείψει.

Και το πιο παράξενο όλων ήταν πως της είχε λείψει κι αυτός.





Μια Πορεία, ένα Ταξίδι


Η μπάντα ξεκίνησε το αρχέγονο τραγούδι της. Κιθάρα, μπασο, πλήκτρα, τύμπανα, μπουζούκι, κλαρινέτο. Ο κόσμος κάτω τραγουδούσε, ύψωνε πανό, ύψωνε τη γροθιά του στον αέρα. Ένας λαός, ένα σώμα, μια φωνή. Έτσι αισθάνονταν τώρα. Τους ένωναν τα κοινά τους βάσανα, ο κοινός σκοπός.Στη σκηνή ξεπρόβαλε εκείνος ο βάρδος απο τα παλιά, αυτός ο τραγουδοποιός που μιλούσε στη δική τους γλώσσα, τη γλώσσα του αγώνα. Ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Εκεί ήταν ο Κωστής, ο Γιάννης και η Μάρθα, η Γιώτα και η Ειρήνη, ο Γρηγόρης και ο Σίμος, η Σοφία και ο Αντρέας. Δε συμφωνούσαν μεταξύ τους στα πάντα, πίστευαν όλοι τους ωστόσο πως η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και χρειάζεται μια αλλαγή. Στην πορεία πριν λίγες ώρες είχαν πέσει πάνω σε σώμα αστυνομικών και είχε ακολουθήσει σφοδρή σύγκρουση. Ο Γιάννης είχε τραυματιστεί, ευτυχώς όχι βαριά. Τώρα τραγουδούσαν όλοι μαζί, για τον κοινό σκοπό, που δεν ήξεραν ποιός ήταν ακριβώς, μια βραδιά όπως εκείνη όμως δεν είχε σημασία. Σήμερα γραφόταν ιστορία και ήταν όλοι μέρος της.





Σπασμένα τζάμια στον δρόμο. Πεταμένα πανό, βιτρίνες που έχασκαν. Η μυρωδιά του δακρυγόνου δηλητήριο στο χείλος του αέρα.

Και ο Άρης βαδίζει στα συντρίμμια. Σκέφτεται πως φτάσαμε ως εδώ. Ακούει τα θρυψαλισμένα γυαλιά να συντρίβονται κάτω απ' τα πόδια του. Η αρβύλα, όπως αυτή θρυμματίζει την ελπίδα.

Το βλέμμα του έπεσε σε μια βιτρίνα που παραδόξως είχε μείνει ανέπαφη. "Είδη και αναμνηστικά της Παλιάς Αθήνας". Ασυνήθιστο μεγαζί, σκέφτηκε, παρατηρώντας τα εκθέματα. Φωτογραφίες σαν εκείνες που συναντάει κανείς σε παλιά γκριζαρισμένα άλμπουμ, καρτ ποστάλ, αντίκες έπιπλα, παλιά ρούχα, δίσκοι μιας άλλης εποχής. Έπιασε τον εαυτό του να σκέφτεται πως τα αντικείμενα αυτά ήταν νέα όταν οι γονείς του ήταν νέοι, έκαναν την εμφάνιση τους παράλληλα με τα πρώτα τους βήματα.

Μπήκε μέσα στο μαγαζί, απο περιέργεια περισσότερο. Ήταν σα να εισχωρεί σ' έναν άλλο κόσμο, παλιό μα και γνώριμο ταυτόχρονα... Το μαγαζί στο εσωτερικό του φάνταζε πολύ μεγαλύτερο απ' ότι φαινόταν έξω. Ή μήπως ήταν ο ίδιος εκείνος που είχε μικρύνει μπαίνοντας μέσα του;

"Μοιάζεις με χαμένος", έκανε μια παιχνιδιάρικη φωνή πίσω του, ξυπνώντας τον θα λεγε κανείς απο ένα όνειρο. "Ορίστε;", είπε αυτός γυρίζοντας και αντίκρισε ένα όμορφο, γελαστό κοριτσίστικο πρόσωπο. Δε πρέπει να ήταν πολύ μικρότερη απ' αυτόν. "Λέω, έχεις πάρει μια χαμένη εντελώς έκφραση... πλάκα έχει!", γέλασε το κορίτσι.

"Τι μέρος είναι αυτό;", ρώτησε ο Άρης. "Πουλάτε παλιά αντικείμενα και έτσι;"

To κορίτσι βύθισε τα μάτια της στα δικά του και ο Άρης ένιωσε να κόβεται η ανάσα του. "Τίποτα δεν είναι προς πώληση εδώ. Εδώ αράζουμε, πίνουμε το ποτό μας και μιλάμε, μιλάμε για άλλες εποχές. Και όσο μιλάμε ταξιδεύουμε. Αυτή εδώ ήταν μια στάση. Σε λίγο θα συνεχίσουμε τον δρόμο μας", είπε η κοπέλα χαμογελώντας. "Τι λες. Θες να μας κάνεις παρέα;"

Τότε ο Άρης παρατήρησε πως στο βάθος του μαγαζιού υπήρχαν τραπέζια, και στα τραπέζια καθόταν κόσμος, κόσμος που έπινε τον καφέ του, τραγουδούσε και συζητούσε με χαρά.

Η κοπέλα τον κοιτούσε με ενδιαφέρον. "Πως λέγεσαι;", τον ρώτησε.

"Εεε... Άρης", έκανε αυτός. "Εσύ;"

"Μελίτα", είπε αυτή. Γλυκιά σαν το όνομα της, σκέφτηκε ο Άρης. "Δε σας ενοχλεί ο σαματάς έξω; Τα επεισόδια, οι συμπλοκές που έγιναν πριν λίγες ώρες... Δε φοβάστε;", τη ρώτησε, παρατηρώντας με απορία τον κόσμο γύρω που έδειχνε να καλοπερνάει.

"Όχι δε φοβόμαστε", είπε η Μελίτα. "Αλλά έτσι κι αλλιώς, περαστικοί είμαστε απο δω. Όπως σου είπα, αυτό είναι ένα ταξίδι. Το λημέρι αυτό είναι απλά το όχημα μας".

Και στα λόγια αυτά ο Άρης είδε κάτι που πραγματικά τον έκανε να μείνει με ανοιχτό το στόμα. Το μαγαζί - ή ό,τι άλλο ήταν - φαινόταν να κινείται! Η θέα απο την βιτρίνα έξω είχε αλλάξει και μεταβαλόταν διαρκώς! Το κτίριο όλο έτρεχε, κάλπαζε ξέφρενα στους δρόμους, σα να χε βγάλει ρόδες!

Και ο Άρης έπιασε τον εαυτό του να ενθουσιάζεται, ακόμα και αν δεν είχε καταλάβει τι γινόταν. Η Μελίτα τον έπιασε απαλά απο το χέρι. "Παίζεις χαρτιά Άρη;", τον ρώτησε, πνίγοντας ένα χαμογελάκι. "Ψάχνουμε έναν ακόμα παίχτη για να κλείσουμε ομάδα". Ο Άρης την κοίταξε και έγνεψε καταφατικά. "Αμέ, γιατί όχι;", είπε.

Και έτσι, σ' εκείνο το ταξίδι, γνωρίστηκαν ο ένας με τον άλλο και με όλη την παρέα.