Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρυσή αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρυσή αυγή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




26 Ιουνίου 2015

Η Δική σου Ελπίδα


art by Banksy


Γίνεται πολύς λόγος για ελπίδα (ή την απουσία της) αυτές τις μέρες. Μα προτού καταπιαστώ με αυτό, ας αναφερθώ σε κάτι άλλο, φαινομενικά διαφορετικό.


***


"Εσύ λοιπόν είσαι ικανοποιημένος με τα εθνικά θέματα;". Έτσι με ρώτησε χαμογελώντας ένας γνωστός από τον εργασιακό χώρο
, ο οποίος μου αποκάλυψε πως είχε ψηφίσει Χρυσή Αυγή. Η ιδέα και μόνο να συναναστρέφομαι με έναν υποστηρικτή των νεοναζί μου προκάλεσε αποστροφή. Είμαι, βλέπετε, ιδιαίτερα επιλεκτικός ακόμα και στις τυπικές συναναστροφές μου.

Επιχείρησε να μου μιλήσει και προσέκρουσε σε έναν τοίχο: "καμία ανοχή στους υποστηρικτές του φασισμού", του λέω. "Είναι αυτό δημοκρατία;", μου απαντάει, συνεχίζοντας να χαμογελάει. Μάλλον του φαινόταν αστείο. 

Είσαι ελεύθερος να πιστεύεις ό,τι θέλεις, να επιλέγεις ό,τι θέλεις. Μα το ίδιο ελεύθερος είμαι και εγώ στο να εκφράζω αηδία απέναντι σε ορισμένες επιλογές ή αντιλήψεις. Να μην κρύβομαι στο όνομα κάποιας υποτιθέμενης πολιτικής ορθότητας. Και ναι, αυτό είναι δημοκρατία. "Δεν μπορώ να είμαι δημοκρατικός απέναντι στους φασίστες", απαντάω.

"Δεν είναι φασίστες μωρέ", μου λέει. "Είναι καλά παιδιά".

Πραγματικά δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Αισθανόμουν το κεφάλι μου να πονάει. "Είναι καλά παιδιά" - τι να απαντήσεις σε έναν που σκέφτεται έτσι; Φταίω που δεν επιθυμούσα να ανοίξω διάλογο; Ίσως είναι το θερμόαιμο ταμπεραμέντο μου. Μα πως να εξηγήσω; Τι να πρωτοπώ;

Ουσιαστικά αντοπροσώπευε εκείνο το ποσοστό του (αμόρφωτου, στην πλειοψηφία του, κόσμου) που τους υποστήριξε, χωρίς να γνωρίζει και πολλά. Το ποσοστό στο οποίο είχαν στηρίξει την προπαγάνδα τους. Εκείνη την προπαγάνδα που αποφεύγει έντεχνα τους όρους "φασισμός" και "ναζισμός"... μπας και ψαρώσουν τα ψάρια που κολυμπάνε στα ρηχά.

"Είναι καλά παιδιά μωρέ". Πραγματικά δεν ήξερα τι να πω. Έχω μιλήσει αναλυτικά κατά καιρούς εδώ για το φαινόμενο του φασισμού... Για τις οικονομικές, ιστορικές και ψυχολογικές του προεκτάσεις... Και θα συνεχίσω να το κάνω. Γράφοντας είναι αλλιώς. Μα μιλώντας από κοντά με κάποιον που έφτασε να ψηφίσει τους εγχώριους θιασώτες του, αισθανόμουν πως δεν ήθελα να πω κουβέντα. Δεν επιθυμούσα την παραμικρή επαφή...

Και ναι, τις μέρες αυτές το φλέγον ζήτημα είναι το ζήτημα της Ευρώπης. Και ναι, σκόπιμα αποφεύγω να γράψω κάτι σχετικό. Γιατί ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Γιατί ποιο το νόημα να γράψω, τη στιγμή που άλλοι αποφασίζουν για εμάς, χωρίς εμάς. Εμείς δεν μπορούμε παρά να συνεχίσουμε να κυνηγάμε το καλύτερο - είτε έτσι, είτε αλλιώς.

Μα στο κυνήγι αυτό του ονείρου (το οποίο κανένας, μα κανένας δεν μπορεί να μας το αφαιρέσει, γιατί είναι το ΔΙΚΟ ΜΑΣ κυνήγι και το ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ όνειρο - ανήκει σε μας και σε κανέναν άλλον και κανείς δεν μπορεί να μας πει ΤΙ θα ονειρευτούμε, ούτε να θέσει ΟΡΟΥΣ υπό τους οποίους θα ονειρευόμαστε) - στο κυνήγι αυτό του ονείρου οι εχθροί της ελευθερίας δεν έχουν θέση. Από όποιο χώρο και αν προέρχονται.






***


Καθώς μάλιστα ακούω να γίνεται λόγος για την "ελπίδα" ή την απουσία της... Ακούστε να δείτε. Η ελπίδα είναι πρώτα απ' όλα προσωπική υπόθεση. Ζήτημα ψυχολογικό, αν προτιμάτε. Η ελευθερία δεν συνιστά μόνο ατομική υπόθεση - μα η ελπίδα, ναι, είναι πρώτα ζήτημα προσωπικό. Η οπτική γωνία που βλέπεις τα πράγματα. Το ποτήρι που άλλοι βλέπουν μισοάδειο και άλλοι μισογεμάτο - αν και το μυστικό είναι πως το Ποτήρι είναι απλά το Ποτήρι. Δεν είναι ούτε μισοάδειο, ούτε μισογεμάτο.

Μα θα ακούσεις πολλούς να προβάλλουν την δική τους οπτική περί ελπίδας στα πράγματα. Στον κόσμο όλον. "Πάνε όλα κατά διαόλου", θα σου πουν. Κάτσε ρε φίλε. ΕΜΕΝΑ στη ζωή μου μπορεί να πάνε όλα καλά. Γιατί θα πρέπει να με επηρεάσεις με τη μαυρίλα σου; Ας πάνε όπου θέλουν τα "πράγματα". Είμαστε όλοι μέρος τους. Όλοι τα έχουμε επηρεάσει να πάνε στον έναν ή στον άλλον δρόμο. Μα αν όλοι βλέπουμε πως πάνε στον γκρεμό... ε, απλά θα πέσουμε μια ώρα αρχύτερα.

Δε με νοιάζει να ελπίζω. Δε με νοιάζει να απελπίζομαι. Να ζω θέλω απλά - όπως μπορώ, όπως είναι δυνατόν στις γαμημένες συνθήκες που υπάρχουν. Και αν οι συνθήκες δεν είναι οι καλύτερες... δεν θα τους κάνω το χατίρι να μαυρίσω τα πάντα γύρω μου. Δε θα μαυρίσω τη ζωή μου. Θα προσπαθήσω να κάνω ό,τι καλύτερο. Με όποιον τρόπο μπορώ.

Πέρα από κόμματα, πέρα από προπαγάνδες, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες. Τόσες λέξεις έχουν βιαστεί κατά καιρούς. "Ελευθερία", "Δημοκρατία", "Ισότητα"... Μα η ΕΛΠΙΔΑ είναι πέρα από όλα. Δεν πωλείται, δεν αγοράζεται - εκτός αν υπάρχει κόσμος που θέλει να την προμηθευτεί με αυτόν τον τρόπο. Ούτε ψηφίζεται. Είναι πέρα από κάλπες. Πετάει με τα δικά της φτερά. Είναι απ' τα πουλιά που δεν μπαίνουν σε κλουβιά. Κανείς δε μπορεί να μας την πάρει. Ούτε να μας τη δώσει.

Την δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, αν θέλουμε. Και αν δεν θέλουμε - μαγκιά μας. Μα τουλάχιστον κάνουμε μια επιλογή. Για τον εαυτό μας, για την καθημερινότητά μας. Υπάρχει ελπίδα; Δεν υπάρχει; Ας επιλέξουμε ΟΙ ΙΔΙΟΙ τι επιθυμούμε μια φορά. Η δική μου αλήθεια δεν είναι απαραίτητα η αλήθεια του άλλου.

Πες μου, άνθρωπε, εσύ που χάνεις την ελπίδα και θες να κάνεις τους πάντες να δουν τον κόσμο υπό το δικό σου πρίσμα. Για πες μου λοιπόν. Θα λάμπει λιγότερο ο ήλιος αύριο; Θα σου φαινόνται λιγότερο όμορφες οι γυναίκες που λιάζονται στην παραλία; Θα μπορείς να απολαύσεις λιγότερο εκείνο το βιβλίο σου, ή εκείνην την ταινία; Θα γελάς λιγότερο με τους φίλους σου; Θα αγαπάς λιγότερο, ή θα αγαπιέσαι λιγότερο;

Και μη μου λες για δυσκολίες - γιατί πάντα υπήρχαν και παντού. Εκτός αν είσαι από εκείνους που τα περιμένουν πάντα έτοιμα όλα. Η Χιροσίμα κάποτε γκρεμίστηκε ολόκληρη. Μα έχτισαν πάνω στα ερείπια. Τίποτα ποτέ δεν τελειώνει, εκτός αν το θελήσεις.

Η ελπίδα είναι δική σου. Μόνο δική σου. Κανείς δεν μπορεί να σου την πάρει - μόνο εσύ ο ίδιος.

Η ελπίδα είναι δική σου. Όπως η ζωή. Δεν έχεις παρά να το καταλάβεις.


Συνεχίζουμε.


17 Μαΐου 2015

Ο Βίλχελμ Ράιχ και η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού - μέρος 1





“O μεγάλος άνθρωπος ξέρει πότε και με ποιον τρόπο είναι μικρός. Ο Ανθρωπάκος δεν γνωρίζει ότι είναι μικρός και φοβάται να το μάθει”

Βίλχελμ Ράιχ, "Άκου Ανθρωπάκο"


Εισαγωγή


Τον καιρό αυτό διεξάγεται η δίκη της Χρυσής Αυγής. Μια παράφορη εθνικιστική οργάνωση με εγκληματικό παρελθόν, που εμφανίστηκε στην πολιτική ζωή σχεδόν από το πουθενά για να διακηρύξει το μίσος της για τη δημοκρατία, τους Εβραίους, τους αλλοεθνείς, την πίστη της στον «Αρχηγό», το μιλιταρισμό, τη φυλετική καθαρότητα. Δεν ήταν μικρό το ποσοστό του κόσμου που αφέθηκε να παρασυρθεί από τον παρανοϊκό της λόγο, τον τσαμπουκά, τις ψυχοπαθολογικές διακηρύξεις περί «διεθνούς συνωμοσίας» και «ανωτερότητας της Ελληνικής Φυλής». Αντιλήψεις που θα άρμοζαν στον τρόφιμο ενός ψυχιατρείου – μα δυστυχώς η κοινωνική πραγματικότητα κάποιες φορές είναι περισσότερο ανορθολογική.

Μα η ιστορία επαναλαμβάνεται μόνο σαν κακόγουστη φάρσα. Αρκετές δεκαετίες πριν, ο Αδόλφος Χίτλερ εξουδετέρωνε με τρομακτική άνεση κάθε ίχνος λογικής, κατορθώνοντας να αποκτήσει την εξουσία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, χρησιμοποιώντας τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με εκείνα της Χρυσής Αυγής, παρέχοντας το πρότυπο πάνω στο οποίο θα έχτιζαν την ιδεολογία τους. Και οι μάζες χειροκροτούσαν με αγαλλίαση τον «Ηγέτη», φωνάζοντας “Heil!”. Δεν ήταν μερικές χιλιάδες άτομα, όχι. Ήταν εκατομμύρια πολιτών, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού πληθυσμού, αφημένοι στο κάλπικο γόητρο του φασισμού, παραδομένοι στη ρουφήχτρα του.






Ένας Αυστριακός ψυχαναλυτής τον καιρό εκείνο παρατηρούσε με τρόμο την εξάπλωση του φασισμού. Προσπαθούσε να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους οι μάζες του κόσμου ξεπούλησαν με τόση ευκολία τα τελευταία ίχνη της ελευθερίας τους και κατάντησαν άβουλα πιόνια μιας γιγάντιας μηχανής. Τι ήταν λοιπόν ο φασισμός; Επρόκειτο για κάποιο κόμμα, μια πολιτική οργάνωση; Κάποια δικτατορία; Μια ιδεολογία ορισμένων «τρελών» που «εκμεταλλεύτηκαν τον κόσμο»; Μια μορφή «συσκότισης» του καλόβολου λαού; Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των Γερμανών ή των Ιταλών; Μια απλή αντίδραση στην οικονομική κρίση της εποχής;

Όχι, ο φασισμός δεν είναι τίποτα απ’ αυτά, έλεγε ο ψυχαναλυτής. Ο φασισμός δεν βρίσκεται «εκεί έξω κάπου», ούτε αφορά μια «μειοψηφία», ή έναν ορισμένο «λαό». Ο φασισμός, ως δυνάμει κατάσταση, βρίσκεται μέσα σου, μέσα μου. Βρίσκεται μέσα στον κάθε απλό πολίτη που αισθάνεται μικρός, μα θα επιθυμούσε να αισθάνεται μεγάλος. Ο φασισμός δε συνιστά απλά ένα οικονομικό και κοινωνικό φαινόμενο, μα ένα ευρύτερο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο, εντασσόμενο σε ένα ορισμένο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Ή σωστότερα, μια αντίδραση στην ψυχοπαθολογία που θα εκδηλωνόταν σίγουρα, αν ο φασισμός δεν κάλυπτε τις τρύπες, παρέχοντας ψευδαισθήσεις μεγαλείου και ανωτερότητας.

Ο φασισμός συνιστά, πάνω απ’ όλα, ένα σύνθετο, μαζικό φαινόμενο, με οικονομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Για την ανάδειξη του είναι υπεύθυνοι οι πάντες. Δεν είναι μόνο ο Χίτλερ, ή ο Μουσολίνι, ή η Χρυσή Αυγή. Είναι ο εν αγνοία φασίστας της διπλανής σου πόρτας. Ο ημιμαθής, ο απογοητευμένος, ο καταπιεσμένος. Ο «Ανθρωπάκος» της καθημερινότητας. Φοβισμένος, ζαρωμένος στη γωνιά του, το ποντίκι που ονειρεύεται να γίνει δράκος. Για τον λόγο αυτόν η καταπολέμηση του φασισμού δεν μπορεί ποτέ να συνιστά νομική υπόθεση και μόνο – μα να αποτελεί κοινωνικό ζήτημα, συνέχεια, σε καθημερινή βάση.

Ο ψυχαναλυτής αυτός ήταν ο Βίλχελμ Ράιχ. Και στο σημερινό μας αφιέρωμα (το οποίο λόγω έκτασης αποφάσισα να χωρίσω σε δύο συνέχειες) συζητούμε για τις θέσεις του, όπως τις ανέπτυξε στο κλασικό έργο του «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού», καθώς και στο γνωστό και δημοφιλές «Άκου Ανθρωπάκο» - ένα βιβλίο που ο ίδιος επιθυμούσε αρχικά να μείνει αδημοσίευτο.


Wilhelm Reich


Τι δεν είναι ο Φασισμός. Τι είναι ο Φασισμός.



Ο φασισμός δεν είναι απλά ένα κόμμα, μια οργάνωση. Αυτό ξεκαθαρίζει ο Ράιχ ήδη από την εισαγωγή της «Μαζικής Ψυχολογίας του Φασισμού». Για τον λόγο αυτόν δεν αρκεί η εξουδετέρωση της πολιτικής του συνιστώσας. Ασφαλώς και τα νομικά μέτρα είναι αναγκαία, προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε περαιτέρω εξάπλωσή του με νόμιμα μέσα – όπως έγινε στη Γερμανία της δεκαετίας του 30, όταν ο Χίτλερ απέκτησε την εξουσία δια της ψήφου. Μα δεν είναι αρκετό αυτό. Η κοινωνία η ίδια είναι που τρέφει το φασισμό – και η οικονομική κρίση, η ανεργία, το άγχος… αυτά συνιστούν τις βασικές κοινωνικές πηγές του.

Ο φασισμός εξάλλου δεν είναι απλά μια μορφή δικτατορίας. «Θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη συνηθισμένη στρατοκρατία από το φασισμό. Η Γερμανία του Γουλιέλμου ήταν στρατοκρατική, αλλά όχι φασιστική», τονίζει ο Ράιχ. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για κάθε μορφή στρατιωτικής δικτατορίας του εικοστού αιώνα. Η δικτατορία συνιστά αναγκαία, μα όχι επαρκής συνθήκη για την εμφάνιση του φασισμού. Ο φασισμός είναι κάτι πολύ ευρύτερο.

«Μια σφαλερή πολιτική αντίληψη είχε δημιουργήσει την εντύπωση, που επικρατεί ακόμη και σήμερα, ότι ο φασισμός είναι πρώτον ένα ιδιαίτερο εθνικό γνώρισμα των Γερμανών και των Ιαπώνων και δεύτερο, η δικτατορία μιας μικρής αντιδραστικής φατρίας», συνεχίζει ο Ράιχ. Αντίστοιχα οι προπαγανδιστές της Χρυσής Αυγής αρνούνται τον όρο «ναζιστική οργάνωση», καθώς ο ναζισμός αφορά τάχα τους Γερμανούς, ενώ αυτοί είναι «Έλληνες εθνικιστές». Πράγμα σφαλερό και παραπλανητικό από κάθε άποψη. Ο ίδιος ο όρος "ναζισμός" παράγεται από τον όρο "εθνικισμός" ("national" > "nazi"). Και δεν αφορά κάποια συγκεκριμένη χώρα μόνο - σα να λέμε, τη Γερμανία. «Ο φασισμός είναι διεθνικό φαινόμενο, διάχυτο σε σύμπασες τις κοινωνικές ομάδες όλων των εθνών», τονίζει ο Ράιχ. Και συνεχίζει ως εξής:

«Δεν μπορούμε να εξουδετερώσουμε τον αφηνιασμένο φασίστα, αν από πολιτική καιροσκοπία ψάχνουμε να τον βρούμε μέσα στο Γερμανό ή τον Ιταλό μόνο, κι όχι επίσης μέσα στον Αμερικανό και τον Κινέζο· αν δεν τον ανιχνεύουμε και μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας· αν δε γνωρίζουμε τους κοινωνικούς θεσμούς που τον εκκολάπτουν καθημερινά».

Ένας δημοκράτης δεν διαφέρει αν είναι Έλληνας, Αμερικάνος, Γάλλος ή Ιάπωνας. Ένας κομμουνιστής το ίδιο. Ένας πασιφιστής το ίδιο. Είναι η ιδεολογία, οι αντιλήψεις, η κοσμοθεωρία τους εκείνη που τους ενώνει. Το ίδιο ισχύει και με τους θιασώτες του φασισμού. Δεν έχει σημασία αν είσαι Έλληνας, Γερμανός ή Εβραίος. Αν είσαι εθνικιστής και αντισημίτης, μισείς τη δημοκρατία και τους ξένους, είσαι υπέρμαχος της «φυλετικής καθαρότητας», ορκίζεσαι πίστη στον ηγέτη και στα σύμβολα, βαδίζεις στη στρατιωτική γραμμή και ονειρεύεσαι κατακτήσεις και πολέμους… είσαι φασίστας. Είσαι ένας νεοναζί.



Χρυσαυγίτες, ενώ αποκαλύπτουν τα πρότυπα και ινδάλματά τους


«Δεν υπάρχει σήμερα ζωντανός άνθρωπος που να μη “φέρει” στη δομή του τα στίγματα του φασιστικού αισθάνεσθαι και σκέπτεσθαι.  Ο φασισμός ως πολιτική κίνηση διαφέρει από άλλα πολιτικά κόμματα κατά τούτο: ότι τον υποστηρίζουν και τον εκπροσωπούν ανθρώπινες μάζες (…) Οι ανθρώπινες μάζες εξαιτίας της χιλιόχρονης κοινωνικής και εκπαιδευτικής παραμόρφωσης έχουν στεγνώσει βιολογικά και έχουν γίνει ανίκανες για την ελευθερία. (…) Είναι ανοησία να υποστηρίξουμε ότι ο μεγάλος ψυχοπαθής μπορούσε ολομόναχος να βιάσει 70 εκατομμύρια ανθρώπους. (…) Οι δικτάτορες έκτισαν την εξουσία τους πάνω στην κοινωνική έλλειψη ευθύνης των ανθρωπίνων μαζών».

Ο Χίτλερ δεν ήταν ποτέ ο διάβολος που τον έχουμε μετατρέψει, ο μάγος που «παρέσυρε» εκατομμύρια «αθώων πολιτών». Στο πρόσωπό του καθρεφτίζεται η ανεπάρκεια, η ευκολοπιστία και η ανευθυνότητα του κόσμου, του κόσμου που αφέθηκε να παρασυρθεί. Του πολίτη της διπλανής μας πόρτας, πέρα από σύνορα και έθνη.

«Ο φασισμός διακατέχει με τη μορφή της ανευθυνότητας τις ανθρώπινες μάζες απ’ όλες τις χώρες, τα έθνη, τις φυλές, κλπ. Ο φασισμός είναι το αποτέλεσμα της χιλιόχρονης παραμόρφωσης των ανθρώπων. Θα μπορούσε ν’ αναπτυχθεί σε κάθε χώρα, σε κάθε έθνος. Επενεργεί σε κάθε μεμονωμένο πολίτη της γης. Το αυστριακό “δυστυχώς δε γίνεται τίποτα” εκφράζει το γεγονός αυτό εξίσου με το αμερικάνικο “Let George Do It”».

Ο Ράιχ είναι κατηγορηματικός. Το να αποδίδουμε στον ίδιο τον κόσμο την ευθύνη, αντί για τους ηγέτες του, σημαίνει πως τον αντιμετωπίζουμε στα σοβαρά – και όχι σαν ένα μικρό παιδί.

«Η μάζα των ανθρώπων συνηθίζει κάτω απ’ την επιρροή των πολιτικάντηδων να μετατοπίζει το φταίξιμο στους εκάστοτε κρατούντες. Τούτο αποτελεί απόσειση ευθύνης. (…) Το να τονίζεται αυτό το φταίξιμο της μάζας των ανθρώπων, το να αποδίδεται όλη η ευθύνη στη μάζα των ανθρώπων, σημαίνει πως την παίρνουμε στα σοβαρά. Αντίθετα, το να οικτίρουμε τη μάζα των ανθρώπων, θεωρώντας την σαν ένα φτωχό θύμα, σημαίνει πως τη μεταχειριζόμαστε σα φιμωμένο, αβοήθητο παιδί».






Κοινωνία και Χαρακτήρας



Ο Ράιχ σημειώνει με έμφαση: Οι μάζες του κόσμου, στην εποχή αυτή που ζούμε, είναι ανίκανες για ελευθερία. Μα η ανικανότητα των ανθρώπινων μαζών για ελευθερία δεν οφείλεται σε κάποια «βιολογική αδυναμία» ή «έμφυτη τάση» τους να καθοδηγούνται από ηγέτες. Τέτοια υπήρξε η προπαγάνδα των ίδιων των Ναζί, θεωρώντας πως υφίσταται μια αμετάκλητη, τάχα, «ανθρώπινη φύση» που διαχώριζε τους ανθρώπους σε «ηγέτες» και σε «σκλάβους», σε οδηγούς και σε ακόλουθους. Πως είναι ο ρόλος των πολιτικών αρχηγών να καθοδηγούν, σαν άβουλα πιόνια, τους υποστηρικτές τους. Πως ο λαός είναι ανίκανος να προχωρήσει, αν δεν έχει κάποιον να τον καθοδηγεί. Μια θέση που θυμίζει εκείνη του Hobbes, όταν έγραφε “Homo Homini Lupus” – “ο Άνθρωπος είναι Λύκος για τον Συνάνθρωπό του». Γι’ αυτόν τον λόγο έχει ανάγκη από αρχηγούς και βασιλιάδες, για να «εξασφαλίζουν την τάξη».

Ωστόσο, σημειώνει ο Ράιχ, η κατάσταση αυτή δε συνιστά a priori χαρακτηριστικό των ανθρώπων, μα εμφανίζεται υπό συγκεκριμένες κοινωνικές-ιστορικές συνθήκες, που αριθμούν εκατοντάδες χρόνια ύπαρξης. Συνθήκες όμως που γίνεται ν’ αλλάξουν. Δεν είναι από τη φύση τους οι άνθρωποι ανεύθυνοι και σκλάβοι. Η κοινωνία τους έκανε έτσι, διαμορφώνοντας ανάλογα τον ψυχικό τους κόσμο, τις χαρακτηρολογικές δομές τους, σε βαθμό που θεωρούν τη σκλαβιά τους δεδομένη και αμετάβλητη – και να φτάνουν να την αναπαράγουν, μέσα από ειδικά διαμορφωμένους κοινωνικούς θεσμούς: την αυταρχική οικογένεια, το σχολείο, τα συντηρητικά ΜΜΕ, τη σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα, την αντιδραστική ηθική, τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες και αξίες.

«Το ζήτημα είναι πως κάθε κοινωνικό σύστημα διαμορφώνει στα μέλη του τις δομές που του χρειάζονται για τους κύριους σκοπούς του».






Ο άνθρωπος δεν αγαπά την ανελευθερία του επειδή είναι γεννημένος έτσι απ’ τη φύση του – αλλιώς ποτέ δεν θα είχαν υπάρξει τόσα και τόσα παραδείγματα που αποδεικνύουν το αντίθετο. Ο άνθρωπος φτάνει να αγαπάει την σκλαβιά του επειδή μεγάλωσε σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που τον έμαθε ν’ αγαπάει τη σκλαβιά του. Στην πραγματικότητα η ανθρώπινη «φύση» βρίσκεται σε διαρκή αντιδιαστολή με την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα – και αν υπάρχουν ορισμένες πτυχές ή δυνατότητές της δοσμένες εκ γενετής, υπάρχουν πολλές άλλες που διαμορφώνονται ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο. Και αυτή είναι μια θέση αποδεκτή από σύμπασα την ψυχολογική επιστημονική κοινότητα σήμερα.

Όσο αφορά το φασισμό; Για να δούμε τι λέει ο Ράιχ.

«Ο “φασισμός” είναι η τυπική συναισθηματική συμπεριφορά του καταπιεσμένου ανθρώπου της αυταρχικής κοινωνίας μας με το μηχανικό πολιτισμό της και τη μηχανοκρατική-μυστικιστική βιοθεωρία της. Ο μηχανοκρατικά μυστικιστικός χαρακτήρας του ανθρώπου της εποχής μας δημιουργεί τα φασιστικά κόμματα κι όχι αντίστροφα (…) Οι κοινωνικές περιστάσεις και μεταβολές διαμορφώνουν σε χαρακτηροδομή τις αρχέγονες βιολογικές αξιώσεις του ανθρώπου και κατόπιν η χαρακτηροδομή αναπαράγει με τη μορφή των ιδεολογιών την κοινωνική δομή της κοινωνίας».

Όπως βλέπουμε πρόκειται για μια διαλεκτική, σύνθετη διαδικασία. Η κοινωνία διαμορφώνει τον χαρακτήρα (πάντα σύμφωνα με τις έμφυτες τάσεις και ανάγκες) και ο χαρακτήρας με τη σειρά του επενεργεί πάνω στην κοινωνία. Ο παρών χώρος δεν μας επιτρέπει, μα να προσθέσουμε πως στο θέμα αυτό αναλυτικότερες και βαθύτερες είναι, μεταξύ άλλων, οι αναλύσεις του ψυχαναλυτή Έριχ Φρομ και του Κορνήλιου Καστοριάδη. Ο τελευταίος τόνιζε τον πρωταρχικό ρόλο των «φαντασιακών σημασιών» - αποκρυσταλλωμένες κοινωνικές στάσεις και ιδέες, διαμορφώνοντας την οπτική ενός ατόμου για τον κόσμο που τον περιβάλλει και τελώντας οι ίδιες υπό συνεχή αναδιαμόρφωση. Σημαντικές εξάλλου υπήρξαν οι αναλύσεις του ψυχολόγου και παιδαγωγού Ζαν Πιαζέ, ο οποίος τόνιζε τον δημιουργικό και ενεργητικό ρόλο του παιδιού, κατά την ανάπτυξή του, στη διαμόρφωση του κόσμου στον οποίο ζει.

Συνοψίζοντας: Υπό ορισμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες οι άνθρωποι φτάνουν να εγκαταλείπουν την ίδια την ελευθερία τους και να παραδίδονται σε αυταρχικά, ως και φασιστικά καθεστώτα. Δεν είναι οι συνθήκες, μονόπλευρα, που κάνουν έτσι τους ανθρώπους – μα η ίδια η δομή του χαρακτήρα τους είναι τέτοια, που αναπαράγει συνθήκες σαν αυτές. Γι’ αυτόν τον λόγο ποτέ δεν αρκεί η εξάλειψη ενός παράφρονα ηγέτη ή μιας ναζιστικής οργάνωσης για την κατάρρευση του φασισμού. Όσο οι κοινωνικές συνθήκες παραμένουν και όσο οι χαρακτήρες των ανθρώπων είναι διαμορφωμένοι έτσι, ώστε να αποζητούν συνεχώς ηγέτες και σωτήρες, δε θα αργήσει να βρεθεί κάποιος άλλος «αρχηγός» ή κάποια άλλη φασιστική οργάνωση, για να πάρει τη θέση της παλιάς.

Για τον Ράιχ η κατάσταση αυτή πιάνει ρίζες στα βάθη του χρόνου.






Ιδεολογία, Επανάσταση και Αντίδραση



Η ανάλυση του Ράιχ ενόχλησε αρκετούς «ορθόδοξους μαρξιστές» την εποχή εκείνη, οι οποίοι ούτως ή άλλως αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό (ως κατάφωρη απόρριψη) τις φροϋδικές αναλύσεις για το Ασυνείδητο και τις σεξουαλικές, ψυχικές ενορμήσεις, θεωρώντας τες «αστικά κατάλοιπα». Εξάλλου ο διαχωρισμός της κλασικής μαρξιστικής σκέψης ανάμεσα σε «αστούς» και «προλετάριους» δε συμφωνούσε με τις μελέτες του Ράιχ.

«Η μαρξιστική κοινωνιολογία τοποθέτησε τον “αστό” απέναντι στον “προλετάριο”. Αυτό είναι ψυχολογικό λάθος. Η χαρακτηρολογική δομή δεν προσιδιάζει μόνο στον κεφαλαιοκράτη· υπάρχουν ελευθερόφιλοι κεφαλαιοκράτες και αντιδραστικοί εργάτες. Δεν υπάρχουν χαρακτηρολογικά ταξικά σύνορα».

Όπως μπορεί ένας αστός να είναι υπέρμαχος της ελευθερίας και της επανάστασης, έτσι και ένας εργάτης μπορεί να είναι υποστηρικτής του φασισμού. Μα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μονοσήμαντα «ελευθεριακά» ή «αντιδραστικά» άτομα.

«Ο μέσος εργάτης κρύβει μέσα του μιαν αντίφαση, κι επομένως δεν είναι ούτε μονόσημα επαναστάτης, ούτε μονόσημα συντηρητικός, αλλ’ απλώς ψυχικά διασπασμένος, η δομή του διαμορφώνεται από τη μία μεριά από την κοινωνική του κατάσταση, που γεννάει επαναστατικές ροπές, από την άλλη όμως επηρεάζεται από τη γενική, την “περιρρέουσα” ατμόσφαιρα της αυταρχικής κοινωνίας· έτσι δημιουργείται στην ψυχή του η αντίφαση. (…) Το ίδιο ισχύει και για το μεσοαστό».

Ωστόσο οι ορθόδοξοι μαρξιστές προσπέρασαν την ψυχαναλυτική ανάλυση του Ράιχ – παρά το γεγονός πως ο ίδιος τόνιζε το ακόλουθο:

«Όταν μια ιδεολογία αντεπιδρά πάνω στην οικονομική διαδικασία, θα πει ότι έχει γίνει υλική δύναμη».

Και συνεχίζει θέτοντας ένα – διαχρονικό, δυστυχώς – ερώτημα.

«Η οικονομική κατάσταση δε μετατρέπεται άμεσα και απευθείας σε πολιτική συνείδηση. Αλλιώς, η κοινωνική επανάσταση θα είχε γίνει προ πολλού. (…) Εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί δεν είναι γιατί κλέβει ο πεινασμένος ή γιατί απεργεί ο εξανδραποδισμένος, αλλά γιατί η πλειοψηφία των πεινασμένων δεν κλέβει και δεν απεργεί η πλειοψηφία των εξανδραποδισμένων».

Η κλασική μαρξιστική ανάλυση εξάλλου, θεωρούσε πως μια εκτενής οικονομική κρίση θα αποτελούσε το προπύργιο της Επανάστασης. Ωστόσο τα φασιστικά κινήματα του 20ου αιώνα έδειξαν πως μπορεί κάλλιστα να συμβεί το αντίθετο. Όχι επανάσταση, μα φασισμός.






Μεταγενέστερες αναλύσεις φανέρωσαν πως η ανάδειξη του φασισμού δε συνιστά παρά το έσχατο μέτρο της άρχουσας τάξης πραγμάτων, προκειμένου να σώσει τον εαυτό της. Ο φασισμός είναι το λυσσασμένο σκυλί που εξαπολύει ο καπιταλισμός, την ώρα της έσχατης κρίσης του. Η πολιτική πραγματικότητα του Χίτλερ επιβεβαίωσε την ανάλυση αυτή. Ουδέποτε καταπολέμησαν οι ναζιστές πολιτικοί τα οικονομικά μονοπώλια και τις κοινωνικές ρίζες της κρίσης. Αντίθετα δέχτηκαν απλόχερα την υποστήριξη από τους οικονομικούς και επιχειρηματικούς κολοσσούς της εποχής. Αντίστοιχα η Χρυσή Αυγή δεν τάσσεται ενάντια στα μονοπώλια ή στους προύχοντες του συστήματος – μα ενάντια στους «Εβραίους», τους «ξένους» και τον «κοινοβουλευτισμό», όλα αυτά πουλώντας μια «επαναστατική» ρητορική, προκειμένου να περάσει διφορούμενα μηνύματα στον κόσμο και να αυξήσει την επιρροή της.

Να θυμίσουμε εδώ πως, μεταξύ άλλων, στην προεκλογική ρητορική του, ο Χίτλερ τόνιζε πως θα «πολεμήσει το μεγάλο κεφάλαιο» και πως υποστηρίζει τα «συμφέροντα της εργατικής τάξης». Κάτι που ουδέποτε έκανε ασφαλώς. Εδώ όμως έγκειται ένα από τα «κλειδιά» της μαζικής απήχησης του φασισμού: η διφορούμενη, αντιφατική ρητορική του, εμποτισμένη από άφθονες «επαναστατικές» ιδέες, τέτοιες που έχουν πέραση σε μια μερίδα ημιμαθούς, απογοητευμένου κόσμου, καθώς και ένας οργισμένος, τσαμπουκαλεμένος λόγος. Ένας λόγος συχνά παραληρηματικός, επικαλούμενος το συναίσθημα, όχι τη λογική. «Η Γερμανία για τους Γερμανούς», «Ένας λαός ενωμένος, υπό την καθοδήγηση του Ηγέτη». Οι παραλληλισμοί με τη ΧΑ νομίζω είναι περιττοί.

«Δεν είναι ο φασισμός, όπως πιστεύεται γενικά, ένα καθαρά αντιδραστικό κίνημα, αλλά ένα αμάλγαμα από αντάρτικα συναισθήματα και αντιδραστικές κοινωνικές ιδέες (…) Χωρίς την υπόσχεση, πως θ’ αγωνιζόταν εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου, ο Χίτλερ δε θα είχε ποτέ κερδίσει τα μεσαία στρώματα».

Είναι όμως «επαναστατικός» ο φασισμός; Ο Ράιχ δηλώνει κατηγορηματικά όχι:

«Αν με τον όρο επανάσταση εννοούμε την έλλογη εξέγερση μπρος σε αφόρητες συνθήκες μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, την έλλογη βούληση να “φτάσουμε στη ρίζα των πραγμάτων” και να τα διορθώσουμε, τότε ο φασισμός δεν είναι ποτέ επαναστατικός. Μπορεί βέβαια να παρουσιάζεται με το προσωπείο επαναστατικού πάθους. Αλλά δε θα ονομάσουμε επαναστάτη το γιατρό που χειρίζεται μιαν αρρώστια με υπεροπτικές βρισιές, αλλά εκείνον που ερευνά ήσυχα, θαρραλέα και ευσυνείδητα τα αίτια της αρρώστιας και τα πολεμά».

Εκείνο που δεν έκαναν όμως οι ορθόδοξοι μαρξιστές ήταν να επιχειρήσουν μια εις βάθος ανάλυση του ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα του φασισμού, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της ψυχαναλυτικής σκέψης – όπως έκανε ο Ράιχ, ο Έριχ Φρομ, ο Αντόρνο. Παρά τις διαφορές των τριών αυτών ερευνητών, κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η έννοια της «αυταρχικής προσωπικότητας».







Η ψυχολογική δομή του Φασισμού: 1) Έρωτας και Θάνατος



«Αυτό που σε καταπιέζει, Ανθρωπάκο, κάθε ώρα και κάθε λεπτό, ακόμα και όταν δεν υφίσταται κανένας εξωτερικός παράγοντας, είναι η δική σου συναισθηματική αρρώστια, όχι κάποια εξωτερική δύναμη. Θα είχες αποτινάξει τους τυρράνους εδώ και καιρό αν ήσουν ζωντανός και υγιής μέσα σου. Οι καταπιεστές σου προέρχονται από τον δικό σου περίγυρο».

Αν υπάρχει ένας κοινός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις διάφορες ρητορικές του φασισμού, τότε και τώρα, αυτός είναι εκείνος του μίσους. Μίσος απέναντι στον αλλοεθνή, μίσος απέναντι στον Εβραίο, μίσος απέναντι στον δημοκράτη, μίσος απέναντι στον φιλελεύθερο, μίσος απέναντι στον αριστερό, μίσος απέναντι στον ομοφυλόφιλο, μίσος απέναντι στον ιδεολόγο της ελευθερίας, μίσος απέναντι στον ορθολογιστή, μίσος απέναντι στον άθρησκο, μίσος απέναντι στον ισχυρό, μίσος απέναντι στον ανίσχυρο. Ο φασισμός βλέπει παντού εχθρούς – ο κόσμος όλος συνωμοτεί εναντίον του. Στην ψυχοπαθολογία αυτό ονομάζεται «παρανοϊκό σύνδρομο».

«Η φυλετική θεωρία δεν είναι δημιούργημα του φασισμού. Αντίστροφα: ο φασισμός είναι δημιούργημα του φυλετικού μίσους, και η πολιτικά οργανωμένη έκφρασή του».

Ο ρατσισμός συνιστά χαρακτηριστική εκδήλωση του μίσους που στρέφεται απέναντι στον Άλλο. Ο Άλλος ενσαρκώνει όλα εκείνα που εσύ δεν είσαι. Ο Άλλος είναι το Κακό, ενώ εσύ είσαι το Καλό. Κάθε τι κακό και άσχημο μέσα σου προβάλλεται στον Άλλο – ο οποίος μετατρέπεται σε αποδιοπομπαίος τράγος και ενσαρκωτής όλων των κακών του κόσμου. Ασφαλώς λέγοντας "Άλλος" δεν αναφερόμαστε σε μεμονωμένα άτομα, μα σε κοινωνικές κατηγορίες/ομάδες, που μοιάζουν ξαφνικά να ενσαρκώνουν όλα τα κακά του κόσμου. Ο "Άλλος" ως Ετερότητα, ως ευδιάκριτη (και ομοιογενής) κοινωνική κατηγορία. 

Η ακραία αυτή αντιπαράθεση των πάντων υπό μονοδιάστατους όρους «καλού» και «κακού», «όμορφου» και «άσχημου», «σωστού» και «λάθους», θα μπορούσε να παρομοιαστεί με πρώιμα στάδια της παιδικής σκέψης, όταν ο κόσμος διαχωρίζεται σε απόλυτους τόνους του μαύρου και του άσπρου. Δεν υπάρχουν ενδιάμεσες αποχρώσεις, μόνο οι «καλοί» και οι «κακοί». Μα αν στην πρώιμη παιδική σκέψη ένας τέτοιος διαχωρισμός συνιστά αναγκαίο στάδιο της εξέλιξης, στην περίπτωση ενός ενήλικα θα μπορούσε να συνιστά μορφή ψυχοπαθολογίας και ανικανότητας σύνθετης σκέψης.


"Πίσω απ΄όλα οι Εβραίοι" - αφίσα ναζιστικής προπαγάνδας


Κεντρικό ρόλο στην ανάλυση του Ράιχ έπαιζε εκείνος της σεξουαλικότητας – κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτούμε πως ήταν πιστός μαθητής του Φρόυντ (ή μάλλον του πρώιμου Φρόυντ, τον καιρό που έθετε τη σεξουαλική ενόρμηση στη βάση κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς). Όσο αφορά το ρατσισμό, θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τη θέση του στην ακόλουθη, επιγραμματική διατύπωση:

«Η φυλετική θεωρία είναι μια γνήσια βιοπαθητική χαρακτηρολογική έκφραση του αναφρόδιτου (ανίκανου για οργασμό) ανθρώπου».

Η καταπίεση της σεξουαλικότητας βρίσκεται, κατά το Ράιχ, στη βάση όχι μόνο του φασισμού, μα κάθε αυταρχικού καθεστώτος και κάθε καταπιεστικής κοινωνίας από καταβολής ύπαρξης. Μα λέγοντας «σεξουαλικότητα» δεν υπονοείται μόνο η φυσική πράξη του σεξ – μα μια ευρύτερη, βαθύτερη μορφή ενέργειας (η φροϋδική Λίμπιντο, αν και ο Ράιχ δεν ακολούθησε τη συγκεκριμένη ορολογία), η οποία βρίσκεται στον πυρήνα των φυσικών ενορμήσεων και η οποία δαμάζεται από τον εκάστοτε πολιτισμό. Για τον Φρόυντ η χαλιναγώγηση αυτή της σεξουαλικότητας συνιστούσε αναγκαία συνθήκη ύπαρξης του πολιτισμού. Μα για το Ράιχ (όπως και για το Μαρκούζε, αργότερα), είναι ο πολιτισμός της καταπίεσης εκείνος που πνίγει τη σεξουαλικότητα, όχι ο πολιτισμός γενικά.  

Ο φασισμός τρέφεται απ’ το μίσος. Και ως τέτοιος, τρέφεται απ’ τη ζωντάνια εκείνων που μισεί.

«Η ζωντάνια μπορεί να υπάρξει χωρίς το φασισμό, ο φασισμός όμως δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη ζωντάνια. Είναι ο βρυκόλακας που θέλει να χορτάσει τις φονικές ορμές του πάνω στο σώμα της ζωής, όταν την άνοιξη ζητάει ο έρωτας την εκπλήρωσή του».






Αρκεί να σκεφτούμε τη σημασία του Θανάτου στην κοσμοθεωρία των νεοναζί – αντίστοιχα και της Χρυσής Αυγής. Ο θάνατος, ο ένδοξος θάνατος, ο θάνατος για τον ηγέτη, για το Έθνος, ο δοξασμένος πόλεμος, η εξόντωση του αντιπάλου… αυτά βρίσκονται στον πυρήνα της ναζιστικής σκέψης. Μα αρκεί να θυμίσουμε πως ήταν ο Εμπεδοκλής εκείνος, πρώτος, που διαχώρισε τον κόσμο σε δύο φυσικές δυνάμεις: τη Φιλότητα και το Νείκος – την Αγάπη και την Έριδα. Και χιλιετίες μετά ο Φρόυντ επανέφερε την αντίληψη αυτή, τονίζοντας πως υπάρχουν δύο είδη ενορμήσεων: εκείνες του έρωτα και εκείνες του θανάτου. Η ζωή ενάντια στο θάνατο.

Όσο οι ναζιστές ήταν με το μέρος του θανάτου, θέτοντάς τον στο επίκεντρο της κοσμοθεωρίας τους… υπήρχαν και εκείνοι που έλεγαν «κάντε έρωτα – όχι πόλεμο».



Συνεχίζεται…



Η μελέτη μας έχει και συνέχεια. Ακολουθεί η ανάλυση του Ράιχ για τον πρωταρχικό ρόλο της οικογένειας, η συσχέτιση της πατρίδας και του ηγέτη με τα γονεϊκά πρότυπα, ο ρόλος της γυναικείας σεξουαλικότητας, η ταύτιση με την συλλογική δύναμη και τέλος, ένα εκτενές, χαρακτηριστικό απόσπασμα από το «Άκου Ανθρωπάκο».

Διαβάζετε το Β' Μέρος του αφιερώματος εδώ:

O Βίλχελμ Ράιχ και η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού, Μέρος 2


Στο μεταξύ κλείνω με μια ιστορική φωτογραφία. Γερμανία, έτος 1936. Εκατοντάδες χέρια υψώνονται σε ναζιστικό χαιρετισμό, μα ένας άνθρωπος μέσα στο πλήθος επιλέγει να μη χαιρετήσει. Αυτό θα πει να είσαι ελεύθερος.



26 Ιανουαρίου 2015

Πέραν της Ελπίδας και του Φόβου. Μια αποτίμηση των Εκλογών







Στο πέρας πια των εκλογών, τις οποίες αρκετός κόσμος ανακήρυξε ως «τις σημαντικότερες της Μεταπολίτευσης» και ενώ τα βλέμματα της Ευρώπης είναι συγκεντρωμένα στη χώρα μας, μπορούμε να επιχειρήσουμε έναν σφαιρικό, μα και προσωρινό απολογισμό του αποτελέσματος. Χαρακτηριστικό των εκλογών υπήρξε η κονταρομαχία, σε επίπεδο πολιτικής επιρροής, της «ελπίδας» και του «φόβου». Η ελπίδα υπήρξε η λέξη-κλειδί πάνω στην οποία βασίστηκε η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ. Ο φόβος, από την άλλη, υπήρξε η τακτική των αντιπάλων του. Εν τέλει, ήταν η αγγελόμορφη Ελπίδα εκείνη που επικράτησε, ενώ ο τερατόμορφος Φόβος σύρθηκε μέσα στις σκιές, γλύφοντας τις πληγές του. Μα η παρουσίαση μας θα κινηθεί πέρα από συναισθηματισμούς – σκοπός μας είναι να πάμε πέρα από την ελπίδα και τον φόβο και να κρίνουμε το αποτέλεσμα με άξονα τη λογική, όχι το συναίσθημα, που τόση πέραση έχει στην πολιτική πραγματικότητα.

Πέραν της ελπίδας και του φόβου, εξάλλου, δεσπόζει η ελευθερία, σύμφωνα με τον Καζαντζάκη. Ωστόσο, ακόμα και αν ο στόχος μας είναι αυτός, δε μπορώ να πω με σιγουριά πως θα τον προσεγγίσουμε. Και στην πλέον ψυχρή ανάλυση δεσπόζει μια οπτική γωνία, ξεχωρίζουν ορισμένες αξίες – και φοβάσαι αν νιώθεις πως εκείνες απειλούνται. Όπως ελπίζεις και στην πραγματοποίηση τους, σε κάποιο μελλοντικό χρόνο. Μα ακόμα και αν τελικά δεν κινηθούμε «πέραν της ελπίδας και του φόβου», με την κυριολεκτική έννοια - θα κάνουμε μια απόπειρα, αν μη τι άλλο, να πάμε πέραν των στενών, κομματικών τους πλαισίων.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τον νικητή και τον ηττημένο.








ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ.



Ήταν μια όμορφη μέρα η 25η του Γενάρη για τους ψηφοφόρους και υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ. Τόση συγκεντρωμένη χαρά και ικανοποίηση σε πρόσωπα αριστερών πολιτών ίσως να μην είχαμε δει ποτέ ξανά ως τώρα. Εδώ που τα λέμε, πώς να μη χαμογελούν. Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ αφενός φαίνεται να θέτει νέα δεδομένα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, μα και για τον ευρύτερο, διεθνή χώρο της Αριστεράς – αφετέρου συνιστά μια ιστορική καμπή, για τα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα της χώρας: για πρώτη φορά κανένα από τα δύο κόμματα που μονοπώλησαν την εξουσία εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια (μια ολόκληρη γενιά) δεν κατέχει το τιμόνι. Θα μας φαινόταν σχεδόν απίστευτο πριν από μια δεκαετία – μα το φαινόμενο της αδιάκοπης εναλλαγής ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση, που τόσο είχαμε συζητήσει και αναρωτιόμασταν «ως πότε θα κρατήσει» - το φαινόμενο του δικομματισμού ανάμεσα στα «πράσινα και μπλε παιδιά»… αυτό επιτέλους έλαβε τέλος.

Μια αναγκαία παύση, προκειμένου να πάρουμε μια ανάσα. Ναι, χρειάζεται. Ας απολαύσουμε αυτή τη στιγμή – μας αξίζει. Η ιστορία προχωράει, δε μένει στάσιμη, ποτέ δε μένει στάσιμη.

Ανεξάρτητα με τις επιφυλάξεις που μπορεί να τρέφει κάποιος απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, το γεγονός πως ένα σημαντικό ποσοστό του κόσμου επέλεξε κάτι διαφορετικό, για μια φορά – αυτό είναι μια κάποια ένδειξη κοινωνικής υγείας. Η αποκόλληση από τον μόνιμο εναγκαλισμό του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ φαντάζει όπως η αποκόλληση από την ασφυκτική αγκαλιά μιας μητέρας, που «μόνο αυτή ξέρει τι είναι καλό για σένα», ξανά και ξανά, στον αιώνα τον άπαντα - συνιστά ένδειξη ωρίμανσης. Και όπως η μητέρα πλουμίζει το παιδί της συναισθήματα ανασφάλειας, δίνοντας του την αίσθηση πως ο κόσμος «είναι επικίνδυνος», προκειμένου να το κρατεί όλο και πιο σφικτά στην αγκαλιά της… αντίστοιχα οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ, στα δεξιά της πολιτικής κλίμακας, φόρτιζαν τον κόσμο με αισθήματα ανασφάλειας και φόβου. «Η Ελλάδα μας είναι μικρή και έχουμε ανάγκη τους Μεγάλους για να μας κρατούν από το χέρι. Ας δεχόμαστε κάθε πολιτική λιτότητας και κάθε απώλεια της αξιοπρέπειάς μας λοιπόν, κάθε χρέος και κάθε περικοπή, προκειμένου να τα βγάλουμε πέρα και να έρθει η ανάπτυξη».

Αυτά έλεγε η ΝΔ, μα και πλήθος νεοφιλελεύθερων που αντιμετώπιζαν τον ΣΥΡΙΖΑ σαν το Τέρας που θα εισβάλλει μες στα σπίτια τους, θα πάρει τα λεφτά του κόσμου από τις τράπεζες, θα βουτήξει τον κουμπαρά-γουρουνάκι του μωρού (μαζί με το γλειφιτζούρι), θα αδειάσει τα πορτοφόλια τους (μαζί με τις αναμνηστικές φωτογραφίες, που θα πλέον θα ανήκουν στο κράτος), θα πουλήσει τη χώρα στους ξένους, θα εγκαταλείψει την Ευρώπη (και πιθανό να αλλάξει Ήπειρο, με προορισμό την Αφρική ή ενδεχομένως, την Ανταρκτική) και γενικά, θα επιφέρει τον Αρμαγεδδών και τη Δευτέρα Παρουσία (ταυτόχρονα).

Το γελοίο της υπόθεσης είναι πως αρκετός κόσμος αφέθηκε να παρασυρθεί από αυτό το κύμα τρόμου και πανικού, που έφτασε να ξεπερνάει το μέγεθος ενός Τσουνάμι. Μα ποιος είπε πως στην πολιτική παίζει κυρίαρχο ρόλο η λογική;

Υπήρξαν όμως και εκείνοι που γέλασαν με όσα άκουγαν. Και, ορμώμενοι από την ελπίδα, όχι από τον φόβο, με μια διάθεση γνήσιας ανανέωσης και θέλοντας να απεμπλακούν από την προστατευτική (και ασφυκτική) αγκάλη της συντηρητικής Μαμάς-ΝΔ, αποφάσισαν να στηρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ – το εκλογικό αποτέλεσμα τους δικαίωσε. Μένει να δούμε αν θα τους δικαιώσει και η συνέχεια.






Επιφυλάξεις και προκλήσεις



Ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωτοσέλιδο σε πλήθος ευρωπαϊκών εφημερίδων, οι οποίες τον χαιρέτησαν ως τον «νέο ηγέτη της Αριστεράς στην Ευρώπη» - οι περισσότερο φιλικά προσκείμενες στην πολιτική του. Μα και στις ΗΠΑ το ενδιαφέρον δεν ήταν καθόλου μικρό. Αμερικανοί μάλιστα αριστεροί και ακτιβιστές παρουσίασαν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ως «το πρώτο αντικαπιταλιστικό κόμμα στην ευρωπαϊκή ιστορία που κερδίζει τις εκλογές. Εξαπλώστε τα ευχάριστα νέα!». Το πλήθος των υποστηρικτών του στα Προπύλαια τραγουδούσαν χαρούμενοι το “Bella Ciao” και μιλούσαν για μια μέρα ορόσημο για την διεθνή Αριστερά. Τότε ήταν που ο Αλέξης Τσίπρας έκανε την εμφάνιση του, χαιρετώντας τον κόσμο και λέγοντας πως ήρθε ο καιρός να γυρίσουμε σελίδα. Τέλος, κλείνοντας τον πανηγυρικό του λόγο, ανέφερε πως «τώρα ο ήλιος θα ξεπροβάλλει από την Ελλάδα».

Αυτό πόνεσε. Γιατί Αλέξη το έκανες αυτό; Γιατί έπρεπε να θυμίσεις, εκείνη τη στιγμή ακριβώς, πως τα φαντάσματα του ΠΑΣΟΚ… κυκλοφορούν ανάμεσά μας; Μόνο που δεν έπαιξε το «Καλημέρα Ήλιε» από τα μεγάφωνα – αυτό μας έλειπε για να κάνουμε ένα υπέροχο ταξίδι πίσω στον χρόνο – πίσω στο 1981.

Σε αντίθεση με εκείνους που είχαν βιαστεί να ταυτίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ ήδη από τα χρόνια πριν την κρίση, ο ίδιος προτιμώ να βλέπω τα κοινά ανάμεσά τους – μα και τις διαφορές. Η ιστορία των δύο κομμάτων διαφέρει (ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας ρίζες στον Συνασπισμό και το πλήθος ετερόκλητων συνιστωσών του και από κει πίσω, στην ευρωπαϊκή εκδοχή της Αριστεράς, στα χρόνια της δεκαετίας του 80, κόντρα στη σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ). Η ανέλιξή των δύο κομμάτων διαφέρει το ίδιο, η εποχή εντός της οποίας αναδείχτηκαν επίσης. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη πολυφωνία, συγκριτικά με εκείνα του παλιού ΠΑΣΟΚ, ενώ ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του έχει βαπτιστεί μέσα από δρόμους και αγώνες. Άλλοι αντανακλούν τις τάσεις της σύγχρονης διεθνούς Αριστεράς, ενώ άλλοι είναι προσηλωμένοι σε κλασικότερα σχήματα. Ανάμεσά τους υπάρχει ασφαλώς και εκείνη η κατηγορία που θα χαρακτηρίζαμε ως «ΠΑΣΟΚ με ένα περισσότερο αριστερό προσωπείο», ενώ δεν ήταν λίγοι οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που προήλθαν ως και από τους χώρους της ΝΔ. Δεν έχει εξακριβωθεί αν η ψήφος προς τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν περισσότερο μια ψήφος επιδοκιμασίας, ή μια ψήφος αποδοκιμασίας απέναντι στην πολιτική των «κομμάτων του μνημονίου» - μα το πιθανότερο να συνιστά έναν συνδυασμό και των δύο.

Εν ολίγοις έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικά πολυσύνθετο σχήμα. Μένει να διαπιστώσουμε προς που θα γύρει η πλάστιγγα, με το πέρασμα του χρόνου.






Αναφέραμε πάνω τους αμερικανούς ακτιβιστές της Αριστεράς που χαιρέτησαν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ ως την «πρώτη ευρωπαϊκή επικράτηση ενός αντικαπιταλιστικού σχήματος». Ωστόσο στην πορεία πολύ δύσκολα θα δικαιώσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις προβλέψεις εκείνων που θεωρούν πως θα ήταν ικανός να φέρει τα πάνω κάτω στην κοινωνική πραγματικότητα. Ουσιαστικά βρίσκεται μεταξύ δύο σχεδόν ετερόκλητων καταστάσεων: αφενός να τηρήσει την υπόσχεση του, περί παραμονής στην Ευρώπη και συνεργασίας με τους Ευρωπαίους εταίρους, μέσω μιας επαναδιαπραγμάτευσης του χρέους και της οικονομίας – καθησυχάζοντας έτσι τους αντιπάλους του, που έσπερναν τον τρόμο και τον πανικό. Αφετέρου να ικανοποιήσει τους ψηφοφόρους του που περιμένουν να μείνει πιστός στην ουσία και την ιδέα της Αριστεράς: να μη μετατραπεί σε ένα ακόμα ΠΑΣΟΚ και να πραγματοποιήσει ένα ουσιώδες κοινωνικό έργο, πέρα από πολιτικές υποτελείς στις τράπεζες και τους πολυεθνικούς εταίρους – πείθοντας τον κόσμο πως πρόκειται όντως για ένα σχήμα αριστερό στην πράξη, όχι μόνο στις υποσχέσεις.

Εν ολίγοις, να προχωρήσει πέραν του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και της υποταγής της πολιτικής στον βωμό του κέρδους και της οικονομικής διαχείρισης. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να μιλήσουμε για μια επαναφορά του κοινωνικού κράτους; Μάλλον περί αυτού πρόκειται. Ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα… αλλάξει τον κόσμο, ούτε θα γκρεμίσει το σύστημα εκ βάθρων. Δεν είναι ικανός για κάτι τέτοιο – μα κανένα κόμμα, από μόνο του, δεν είναι ικανό για κάτι τέτοιο. Δεν είναι τα κόμματα εκείνα που αλλάζουν τον κόσμο, μα οι κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες – και οι ίδιοι οι πληθυσμοί, όπως διαμορφώνονται ανάμεσά τους και τις διαμορφώνουν. Μα ακόμα και η επαναφορά ενός περισσότερου κοινωνικού προσώπου στην Ευρώπη, που της έχει λείψει εδώ και πολύ καιρό, θα ήταν θεμιτή, αν γινόταν ικανή να ανακουφίσει τα στρώματα που μαστίζονται απ’ την κρίση.

Μα για το τελευταίο ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρειαστεί να έχει συμμαχίες και εδώ έγκειται η σημασία των επαφών του με τους Ευρωπαίους εταίρους του – ειδικά του αριστερού χώρου. Προκειμένου η επαναδιαπραγμάτευση να γίνει με τους δικούς του όρους και να μη σκύψει το κεφάλι, όπως οι προκάτοχοί του, είναι αναγκαία η παρουσία συμμαχιών και ο σχηματισμός ενός Μετώπου, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Εδώ έγκειται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ και του ενδιαφέροντος που αποκτά για την Ευρώπη – η νίκη του μπορεί να ενισχύσει με τη σειρά της παραπλήσιους πολιτικά χώρους σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη (στην Ισπανία, στην Γαλλία, κλπ) και συλλογικά να ασκήσουν μια νέα μορφή πίεσης, προς μία προσανατολισμένη σε κοινωνικές πολιτικές Ευρώπη – και όχι στις οικονομίες των λίγων, σε βάρος των πολλών.

Η δυσκολία έγκειται στο εξής: Τη στιγμή αυτή δεν υπάρχει ισχυρή Αριστερά σε ευρωπαϊκό πολιτικό επίπεδο – δεν είναι παρά κατακερματισμένη, γλύφοντας ακόμα τις πληγές του παρελθόντος, ακροβατώντας ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο, αποζητώντας μια ταυτότητα. Ίσως η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ να διαδραματίσει έναν ρόλο προς αυτόν τον σχηματισμό ταυτότητας – και στην ακόλουθη αναγκαία δράση. Μα αν τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ απορροφηθεί – ενσωματωθεί στο ίδιο το νεοφιλελεύθερο καθεστώς που επιθυμεί να πολεμήσει… τότε θα μπορούμε να μιλάμε με σιγουριά, πλέον, για ένα νέο ΠΑΣΟΚ και την έλευση ενδεχομένως ενός καινούργιου δικομματισμού στη χώρα.







Αλλαγή, Επανάσταση, Ιστορία και Δημοκρατία



Το ΚΚΕ φάνηκε ελαφρώς ενισχυμένο από το αποτέλεσμα των εκλογών. Σταθερό και αμετακίνητο στις θέσεις του, όσο ελάχιστα κόμματα στην ιστορία, το ΚΚΕ (μα και αρκετός ακόμα κόσμος του ευρύτερου αριστερού σκεπτικού) αντιμετώπιζε εξαρχής τον ΣΥΡΙΖΑ με περιφρόνηση, θεωρώντας αερολογίες τις δηλώσεις του περί διαφυγής απ’ το μνημόνιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται ουσιαστικά ως ένα κόμμα της αστικής τάξης και της Ευρώπης των μονοπωλίων – σκοπός του δεν είναι να αλλάξει το σύστημα εκ βάθρων, μα να εξομαλύνει ορισμένες δυσάρεστες συνέπειές του. Αν το σύστημα είναι ένα δέντρο που έχει πια σαπίσει, ο ΣΥΡΙΖΑ επιθυμεί να του κλαδέψει τα κλαδιά – όχι να ξεριζώσει το δέντρο απ’ τις ρίζες. Μα αν τα κλαδιά έχουν αλλάξει, οι ρίζες μένουν ίδιες.

Ουσιαστικά πρόκειται για την κλασική (όσο η ιστορία της Αριστεράς) κόντρα ανάμεσα στην Μεταρρύθμιση και την Ριζική Αλλαγή (κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον). Οι προσδοκίες του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να τείνουν περισσότερο προς την επαναφορά ενός κράτους πρόνοιας και ενός «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», εντός του οποίου θα δίνεται έμφαση σε κοινωνικά αγαθά και όχι στην ανεξέλεγκτη οικονομία, εντός της υπάρχουσας ενωμένης Ευρώπης. Ασφαλώς για το ΚΚΕ και μια μερίδα του ευρύτερου αριστερού χώρου (που πιθανό να διαφωνεί τόσο με το ΚΚ όσο και με το ΣΥΡΙΖΑ), κάτι τέτοιο δεν απηχεί τα ιδανικά της Αριστεράς, όπως τα εννοούν οι ίδιοι. Μα ακόμα και αν ισχύει απόλυτα πως το «κοινωνικό κράτος» απέχει πολύ από το όραμα της Αριστεράς για μια κοινωνία απαλλαγμένη από την εκμετάλλευση – δε μπορούμε να αγνοήσουμε πως η «Αριστερά» στην Ευρώπη και τον κόσμο, τη στιγμή αυτή, συνιστά ένα συνονθύλευμα από θεωρίες και προσδοκίες, η οποία, όπως αναφέραμε, βρίσκεται σε αναζήτηση ταυτότητας. Και είναι χαρακτηριστικό της γνήσιας προοδευτικής σκέψης η ικανότητα να ελίσσεται, να αναδιαμορφώνεται, να συμβαδίζει διαλεκτικά με τους καιρούς και τις συνθήκες, όχι να εξυψώνεται πάνω από αυτές, ως δόγμα – ο Μαρξ θα συμφωνούσε σε αυτό.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά βρίσκεται σε σύγχυση – μα και σε μια διαρκή αναζήτηση. Από την άλλη η παραδοσιακή Αριστερά του ΚΚ φαίνεται πως έχει πάψει να αναζητά. Η ταυτότητα της είναι δεδομένη εδώ και δεκαετίες, λες και ο χρόνος έχει πάψει να κυλάει.

Προσωπικά κατανοώ και τις δύο πλευρές. Οι μεν προσπαθούν να βελτιώσουν το υπάρχον. Οι δε να το αλλάξουν. Mα επαναφερόμενοι στο παράδειγμα του δέντρου: δεν αρκεί να ξεριζώσεις ένα δέντρο – μα και να φυτρώσει ένα νέο στη θέση του. Το καινούργιο ποτέ δεν ξεπήδησε στην Ιστορία αν δεν είχε ήδη προϋπάρξει μέσα στο παλιό – πρώτα σαν σπόρος, μετά σαν φυτό. Αν ο κόσμος δεν είναι έτοιμος, αν δεν έχει ωριμάσει, ποτέ καμία ριζική αλλαγή δεν θα επιτευχθεί. Η ιστορία έχει αποδείξει εξάλλου πως, μερικές φορές, οι μικρές αλλαγές είναι εκείνες που κάνουν τη διαφορά, παρατηρώντας τες από μια μακροσκοπική ιστορική προοπτική. Η Γαλλική Επανάσταση δεν ξεπήδησε από το μηδέν – κουβαλούσε πίσω της ιστορικές εξελίξεις αιώνων (όπως η σταδιακή ανάδειξη της αστικής τάξης), μέχρι να οδηγηθούμε στην τελική της έκρηξη.

Έπειτα δεν μπορεί κανένα κόμμα, από μόνο του, να αλλάξει τον κόσμο – όποιος θεωρεί κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον αφελής ιστορικά. Ο κόσμος δεν αλλάζει από τα κόμματα (κομμουνιστικά ή μη). Ο κόσμος δεν αλλάζει ούτε καν με τις υπάρχουσες εκλογές. Ο κόσμος αλλάζει ούτως ή άλλως – απλά οι επιλογές μας, οι εκλογές και τα κόμματα μπορεί να επισπεύδουν, κάποιες φορές, την αναπόφευκτη εκείνη αλλαγή, προς την επιθυμητή κατεύθυνση.

Τι είναι εξάλλου, οι υπάρχουσες εκλογές, αν όχι επικύρωση ενός προβληματικού από τη φύση του πολιτικού συστήματος. Η λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» συνιστά ουσιαστικά Δημοκρατία των Κομμάτων – όχι των πολιτών των ίδιων, που αποφασίζουν μια φορά στα λίγα χρόνια, αναγκαζόμενοι να επιλέξουν μεταξύ διάφορων κομματικών σχηματισμών, κάνοντας συμβιβασμούς ανάμεσά τους, ενώ πιθανό να μην τους εκφράζει απόλυτα κανένας. Μία ψήφος, μια φορά στα λίγα χρόνια – «και άσε τα υπόλοιπα σε μας», φαίνεται να λένε οι υποστηρικτές του παρόντος συστήματος, αγνοώντας όμως μία από τις βαθύτερες – και σημαντικότερες τάσεις – που έχουν κάνει την εμφάνιση τους τις τελευταίες δεκαετίες και κερδίζει έδαφος διαρκώς: την τάση που αναφέρεται σε περισσότερο άμεσες και συμμετοχικές μορφές δημοκρατίας, πέρα από τα κόμματα – μια τάση που διαδίδεται σε χώρους τόσο της ευρύτερης αριστεράς, του αναρχικού χώρου, μα και των δημοκρατών και προοδευτικών ανθρώπων απανταχού της οικουμένης.

Θεωρώ πως αν υπάρχει μια γόνιμη πολιτική προοπτική για το μέλλον, θα πρέπει να εστιάσει σε αυτήν ακριβώς την εξέλιξη – και όχι στις γνωστές κόντρες ως προς το ποιος είναι «περισσότερο αριστερός από τον άλλον».







Ποτάμια με Γάργαρα Νερά



Μα ας επανέλθουμε στην… πεζή πραγματικότητα των εκλογών. Το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ αναδείχτηκαν τέταρτο και πέμπτο κόμμα, αντίστοιχα. Το ΠΑΣΟΚ κατηγορώντας τον Γιώργο Παπανδρέου για τη διάσπαση, η οποία θεωρούν πως τους στοίχισε την τρίτη θέση… το δε Ποτάμι αργοκυλώντας με τον χαρακτηριστικό, διαφημιστικό του τρόπο, με τα διάφανα και άχρωμα νερά του να παρασέρνουν στο διάβα τους εξίσου… άχρωμους πολιτικά ψηφοφόρους. Η περίπτωση του Ποταμιού συνιστά το αποκορύφωμα του κόμματος της Νέας Εποχής – εκεί που η ιδεολογία παραχωρεί τη θέση της στη διαχείριση. Καμία υπόσταση πέραν εκείνης της στήριξης του ήδη υπάρχοντος, το Ποτάμι παρέχει εναλλακτικά πρόσωπα – μα καμία εναλλακτική πολιτική. Κάτι που αντανακλά γενικότερα το φαινόμενο του «κέντρου», παραδοσιακά μιλώντας.

Για το ΠΑΣΟΚ δεν αισθάνομαι την ανάγκη να γράψω κάτι περισσότερο. Νομίζω έχουμε ασχοληθεί πολύ με αυτό τις περασμένες δεκαετίες.







Ο νεοελληνικός ναζισμός – η περίπτωση ΧΑ



Η ΧΑ διατήρησε τα ποσοστά της, παρά τις ελπίδες των δημοκρατών και αντιφασιστών απανταχού της οικουμένης. Κόντρα στην πιασάρικη εικόνα του «αντι-συστημικού», που τόσο προβάλλουν τα μέλη της, στην ουσία η Χρυσή Αυγή συνιστά το παραμορφωμένο, εκτρωματικό είδωλο του ίδιου του υπάρχοντος συστήματος. Το είδωλο του συστήματος ενώ κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέπτη – και στρέφει το βλέμμα του πέρα με αποστροφή. Είναι γέννημα-θρέμμα της Κρίσης αφενός και κατάλοιπο της ταλαίπωρης νεοελληνικής ιστορίας, αφετέρου – γι’ αυτό και ο φασισμός ενέδρευε από παλιά στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, μα με άλλες, λιγότερο εμφανείς, μορφές.

Μία στοιχειώδης ιστορική γνώση του φασισμού και των αιτιών ανάδειξής του φανερώνει αυτό ακριβώς το πράγμα: Δε θα υπήρχε φασισμός σε μια κοινωνία που δε θα μαστιζόταν από οικονομικές κρίσεις, σαν αυτές που ζούμε. Ο φασισμός συνιστά φαινόμενο του καπιταλισμού σε κρίση – αποτελεί την έσχατη του άμυνα και ταυτόχρονα αντίδραση, απέναντι σε προοδευτικότερες μορφές διακυβέρνησης. Και ποτέ κανένα φασιστικό καθεστώς δεν πήγε κόντρα στο σύστημα που το εξέθρεψε. Αντίθετα τράφηκε από αυτό και το εξέθρεψε με τη σειρά του. Στρατός, Βιομηχανίες, Μεγάλο Κεφάλαιο – η ιστορία έχει φανερώσει πως ο φασισμός ουδέποτε τους πήγε κόντρα, μα αντίθετα επιζήτησε (και απέσπασε) τη στήριξη και τη βοήθεια τους.

Το μόνο στο οποίο πήγαιναν από παλιά κόντρα οι φασίστες απανταχού της γης είναι τα αγαθά της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ίσων δικαιωμάτων. Πήγαιναν κόντρα σε αξίες – όχι συστήματα. Στη θέση τους κηρύττουν τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, την ημιμάθεια και το μίσος.

Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε πλέον για ένα νεοναζιστικό 6,5% των Ελλήνων ψηφοφόρων; Ή απλά για αμαθείς ανεγκέφαλους που θεωρούν πως κάνουν κάποιου είδους «αντίσταση» με αυτόν τον τρόπο; Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον φασισμό πολιτικά; Νομικά; Σε επίπεδο διάδοσης ιδεών και γνώσεων; Η κοινωνία μας έχει ούτως ή άλλως τόσα προβλήματα – οι νεοναζί μας έλειπαν. Μπορούμε να διατηρούμε μια αισιοδοξία πως το φαινόμενο αυτό θα μειωθεί;

Κατά τη γνώμη μου ένας πυρήνας φασισμού θα ενεδρεύει για πολύ καιρό ακόμα στην ελληνική κοινωνία. Μα ίσως μπορούμε να αναχαιτίσουμε τουλάχιστον μια περαιτέρω εξάπλωσή του. Ο μόνος τρόπος να γιγαντωνόταν το φαινόμενο του φασισμού θα ήταν να τον υποστηρίξουν εκείνοι που ως τώρα δεν το έχουν κάνει – οι ψηφοφόροι των δημοκρατικών κομμάτων, καθώς και πλήθος από τους πολίτες γύρω που δεν υποστηρίζουν κάποιο συγκεκριμένο κόμμα – πιθανώς οι απολιτικοί. Θα έπρεπε παράλληλα να οξυνθούν οι συνέπειες της κρίσης, όχι μόνο σε ελληνικό,  μα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ακόμα και τότε θεωρώ πολύ δύσκολο να στραφεί η πλειοψηφία του κόσμου σε μια οργάνωση ναζιστική – ειδικά στη χώρα μας. Ωστόσο είναι σημαντικό να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά, καθώς η βλακεία, είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, κατορθώνει να πάρει πολλές μορφές.

Κλείνοντας θα πω αυτό: Ο καλύτερος τρόπος να μειωθεί το φαινόμενο του φασισμού (όχι να εξαλειφθεί εντελώς, μα να μειωθεί σημαντικά) είναι να ελαττωθούν οι συνέπειες της κρίσης σε κοινωνικό/οικονομικό επίπεδο: Δώστε στον κόσμο δουλειά και έναν μισθό της προκοπής. Και ο φασισμός θα αμβλυνθεί, σα δηλητήριο μες στη θάλασσα.








Συμπεράσματα


Ανεξαρτήτως των επιφυλάξεων που μπορεί να έχουμε για τον ΣΥΡΙΖΑ, η επικράτηση του στις εκλογές ίσως ανοίξει το παράθυρο προς νέες μορφές συνεννόησης, μεταξύ των προοδευτικών Ευρωπαϊκών δυνάμεων. Η αντιστροφή της γνώμης της Ευρώπης απέναντι στη χώρα, που δεν αντιμετωπίζεται ως ο «φτωχός συγγενής», μα ως συνέταιρος και ίσος παίχτης στο Παιχνίδι της πολιτικής (όπως επισημαίνει ο Στέλιος Κούλογλου σε αυτό (<κλικ) το άρθρο) είναι ένα από τα θετικά. Η θέση του εξάλλου ίσως ενισχύσει τις αριστερές δυνάμεις άλλων χωρών, κάτι που στην πορεία πιθανό να μεταβάλλει τις κυρίαρχες οικονομικές πρακτικές, προς μια περισσότερο κοινωνικά προσανατολισμένη ευρωπαϊκή πολιτική. Και οτιδήποτε κατορθώσει να ανακουφίσει τον κόσμο που τόσα έχει περάσει – στη χώρα μας και όχι μόνο... Αυτό θα είναι ένα θετικό πρώτο βήμα.

Είναι πιθανό να ενισχυθεί η Αριστερά, εξάλλου, και πέραν του χώρου και των υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ. Ίσως το ΚΚΕ βγει περισσότερο δυναμωμένο στο μέλλον, μα αυτό μένει να το δούμε. Δε μπορούμε να γνωρίζουμε στην παρούσα φάση πως θα διαχειριστεί ο ΣΥΡΙΖΑ τα θέματα του χρέους και του μνημονίου – μα η παρουσία συμμάχων από τον ευρωπαϊκό χώρο είναι αναγκαία για τον ίδιο, προκειμένου να κατορθώσει κάποια πράγματα. Μένει να δούμε επίσης πως θα διαχειριστεί τις αντιφάσεις που τον χαρακτηρίζουν – γόνιμες σε επίπεδο αντιπολίτευσης, μα ύπουλες σε επίπεδο κυβέρνησης.

Ο κίνδυνος να μετασχηματιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ, σταδιακά, σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ, είναι υπαρκτός – μα προς το παρόν δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τίποτα. Για άλλη μια φορά η ευρωπαϊκή κατάσταση μάλλον θα διαδραματίσει τον καθοριστικό ρόλο – κατά πόσο είναι όντως εφικτή μια εναλλακτική οικονομία, πέραν του νεοφιλελευθερισμού των αγορών. Αποτελεί στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ εξάλλου αν θα κατορθώσει να επαναφέρει την… πολιτική στον χώρο της πολιτικής. Μπορεί να σας ακούγεται παράξενο αυτό – μα σήμερα η πολιτική έχει παραχωρήσει τη θέση της στην οικονομία και τη διαχείριση, την οποία και υπηρετούν. Μένει να δούμε μέχρι πότε.

Αν εξάλλου επανέλθουμε σε κάποια μορφή κοινωνικού κράτους, στο μέλλον, αυτό δεν προεξοφλεί καθόλου τον ρόλο της Αριστεράς (σε ευρύτερο, όχι κομματικό επίπεδο) – κάθε άλλο. Αυτό μπορεί να είναι απλά η αρχή – μα το όραμα εκείνων που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο ήταν πάντοτε ευρύτερο, πολύ πέρα από κόμματα και πολιτικούς - και ουσιαστικά, δεν έχει τέλος. Για κάθε προοδευτική παράταξη που εμφανίζεται, κάποια άλλη θα της υποδεικνύει τα όρια της. Το τελικό όριο θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ο καπιταλισμός ο ίδιος και το ουσιώδες ξεπέρασμά του, ή ενδεχομένως μια αταξική κοινωνία των πολιτών, πέρα από κράτη – μα η ιστορία δεν σταματά ποτέ και το όραμα παραμένει τέτοιο. Μακρινό και άπιαστο. Ίσως δε γίνεται αλλιώς. Είναι οι εξελίξεις των καιρών εκείνες που θα φανερώσουν και τις αντίστοιχες ανάγκες, γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να πούμε κάτι περισσότερο προς το παρόν.

Καμία Αριστερά, εξάλλου, και κανένα προοδευτικό κίνημα απανταχού της οικουμένης, δε θα είναι πιστό στην ουσία του, αν αγνοήσει τις σύγχρονες τάσεις των καιρών – αν προσπεράσει τις ανάγκες του κόσμου για ευρύτερα δημοκρατικά σχήματα, επεκτείνοντας τη δυνατότητα συμμετοχής σε μείζονα ζητήματα όπως η εργασία και το εκπαιδευτικό. Βέβαια απέχουμε πολύ ακόμα από μια κοινωνία γνήσιας συμμετοχικής δημοκρατίας, μια κοινωνία των πολιτών και όχι των κομμάτων – μα οι σπόροι έχουν ήδη εμφανιστεί. Μένει να αρχίσουμε να οργώνουμε το έδαφος.

Και αν τελικά μας χαρακτηρίζει ένας κυνισμός, ή μια έλλειψη πίστης απέναντι στις εξελίξεις; Αν διαπιστώνουμε πως κανένα κόμμα, από μόνο του, δεν είναι ικανό να κάνει θαύματα; Αν μας ενοχλεί, ενδεχομένως, η αλαζονεία και η κατάχρηση εξουσίας ορισμένων κομμάτων; Αν μας έχει ταλαιπωρήσει αυτή η αέναη, όσο η ιστορία η ίδια, εναλλαγή ανθρώπων που προεκλογικά υπόσχονται πολλά – και μετεκλογικά αθετούν τις υποσχέσεις τους; Εάν βλέπουμε πίσω από τις χαμογελαστές μάσκες των πολιτικών. Εάν δε ταυτιζόμαστε με κανέναν, ρε αδερφέ. Εάν θεωρούμε πως τα προσωπικά και συλλογικά μας οράματα δε βρίσκουν την εκπλήρωση τους στη σύγχρονη πολιτική-κομματική σφαίρα; 

Ε λοιπόν, δε γίνεται να περιμένουμε την αλλαγή από τους άλλους μια ζωή… κοινώς, να περιμένουμε τον τσοπάνη που θα μας βάλει μες στη μάντρα (ή θα μας... βγάλει από αυτή). Μα να ξεκινάμε πρώτα από τον ίδιο τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας. Τον χώρο εργασίας μας · τις σχολές μας ·  τις καταναλωτικές και οικονομικές μας συμπεριφορές ·  τον τρόπο αξιοποίησης του ελεύθερου μας χρόνου · τις επαφές μας με τους ανθρώπους γύρω μας · τη στάση μας απέναντι στα Μέσα Ενημέρωσης · τη διάθεση μας για γνώση (ή για άγνοια) · τη διάθεση μας για έρευνα, μάθηση και εξερεύνηση · τη διεκδίκηση εκείνων που μας λείπουν…

Πέρα από την ελπίδα, ίσως διαπιστώσουμε πως νιώθουμε ακόμα λίγο φόβο. Μα πέρα από τον φόβο, πολύ πιθανό να νιώσουμε πως υπάρχει ακόμα μια ελπίδα. Δική μας, ολοδική μας. Όχι προεκλογική. 

Η αλλαγή – κάθε αλλαγή – πρώτα ξεκινάει από εμάς τους ίδιους. Είναι το πιο σημαντικό. Ποιος ξέρει – ίσως κάποτε τη δούμε να αντανακλάται και στην κοινωνία που ζούμε.