Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Σεπτεμβρίου 2019

Μετρώντας τις ώρες


Ρολόγια, άγχος, εργασία, σύγχρονοι ρυθμοί ζωής / Clocks, clocks, clocks



Δουλειά
Μετράς τις ώρες. Οι δείκτες στο ρολόι μοιάζουν
γίγαντες με πέτρινα ποδάρια. Κρέμεσαι απ’ τη ράχη τους
σαν ναυαγός στο νησί του Κύκλωπα.
Απόδραση! Γλυκιά απόδραση!
Κάθε ώρα που περνά, κάθε πάτημα του γίγαντα, ξεφυσούν αέρα
στο αερόστατο της σκέψης σου. Και υψώνεσαι όλο και ψηλότερα,
περιμένοντας να πετάξεις πώς και πώς.
Μα τα σκοινιά σε κρατούν στη γη ακόμα: χαρτιά, οθόνες, τηλέφωνα, deadlines,
άγχος, άγχος, άγχος, γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα!
Πώς το είχε πει ο Μαρξ: το Βασίλειο της Αναγκαιότητας και
το Βασίλειο της Ελευθερίας. Το δεύτερο γεμίζει
όταν αδειάζει το πρώτο, κλεψύδρα με χρυσή και λευκή άμμο.
Μα είναι αλληλένδετα, ενωμένα σαν το
φίδι που δαγκώνει την ουρά του και το περνάς
κολάρο στο λαιμό σου.
Άντε, γίγαντα, κουνήσου, μετακίνησε το πελώριο
σαν θωρηκτό κορμί σου! Το αερόστατο της σκέψης μου
φουσκώνει, δεν με χωρά η αίθουσα, δεν με χωρούν οι υπολογισμοί και οι οθόνες και τα διαολεμένα 

τα προγράμματά σας.
Το Βασίλειο της Ελευθερίας ξεπετά μουσικές και φώτα,
αντίλαλος περιοδεύοντος λούνα παρκ
τυμπανοκρουσίες στο κεφάλι σου
αναδυόμενη απ’ τους αφρούς λαχτάρα
εκείνο το τελευταίο κουμπί που πιλατεύεις
με τρεμάμενα χέρια
από τη μισάνοιχτη μπλούζα της γυναίκας.
Μα οι γίγαντες βαδίζουν με το πάσο τους. Κάθε βήμα τους
προσγειώνεται σαν οβίδα. Σαν κεντρικός τίτλος εφημερίδας
με μεγάλα μαύρα γράμματα και φτηνές λέξεις εντυπωσιασμού, 
που αναπληρώνουν σε μέγεθος 
ό,τι χάνουν σε ουσία.
Τίτλο στον τίτλο, λέξη στη λέξη, θα την ξεφυλλίσεις τη φυλλάδα,
και σήμερα σαν κάθε μέρα, για να την πετάξεις στον
πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων όταν δεν έχει άλλα να σου δώσει
και να δεις, ξανά, τις λαμπρές πύλες να ξανοίγονται μπροστά σου.
Νά! Το Βασίλειο της Ελευθερίας ξεπροβάλλει στη σκέψη σου
και μαζί με αυτό χίλιες υποσχέσεις!
Τί να κάνω απόψε; Να βγω; Να διαβάσω; Να γράψω; Να πάω σινεμά; Να κάνω
βόλτες σε μέρη αγαπημένα; Να δω φίλους καλούς; Τόσες δυνατότητες,
τόσες επιλογές,
ώ, Βασίλειο της Ελευθερίας, πόσοι πρίγκιπες διεκδίκησαν μια θέση
στο κρεβάτι της πριγκίπισσάς σου!
Έφτασες στο όριο. Οι δείκτες σημαίνουν τα τελευταία βασανιστικά
χτυπήματά τους, λίγο ακόμα κι είσαι ελεύθερος ξανά.
Κάποιες τελικές δεσμεύσεις, κάποια άγχη που περίσσεψαν, γρήγορα
να τελειώνουμε με δαύτα, έχουμε ζωή μπροστά μας!
Και νά! Ο γίγαντας πέρασε στην αντίπερα όχθη, το ρολόι έπεσε απ’ το βάθρο του,
επιτέλους σήμανε η ώρα! Φεύγεις, φεύγεις, τέλος η δουλειά!
Γρήγορα στο σπίτι, γρήγορα! Ελευθερία, ζωή, παίρνω 
το πρώτο τρένο κι έρχομαι, 
έρχομαι, περίμενέ με! 

....................

Και τελικά φτάνεις στο σπίτι. Ο ήλιος ματώνει τον ουρανό. Έξω
ανάβουνε φωτιές. Μουσική και γαβγίσματα σκυλιών και υποσχέσεις
παραδέρνουν στον αέρα.
Μα είσαι κουρασμένος.
Ώ, τόσο κουρασμένος.
Φτιάχνεις κάτι να φας.
Γρήγορα.
Ξαπλώνεις.
Ψόφιος.
Και κοιμάσαι.
Κοιμάσαι.
Και έτσι φεύγει άλλη μια μέρα
και ξημερώνει η επόμενη.
Δουλειά.
Μετράς τις ώρες…



Το Φονικό Κουνέλι, Σεπτέμβρης του 19


~~~~~~~~~~~~~~~~

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




20 Μαΐου 2018

Ο ρυθμός της λήθης


Ταχύτητα εναντίον βραδύτητας... Ο ρυθμός της λήθης και ο ρυθμός της μνήμης, κατά Κούντερα




«Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»



Τα λόγια ανήκουν στον Μίλαν Κούντερα και στο μυθιστόρημα-δοκίμιό του με τίτλο «Η Βραδύτητα» [“La Lenteur”, 1995]. Κεντρικός άξονας της θεματικής του βιβλίου είναι η συσχέτιση/σύγκρουση μεταξύ δύο αντιφατικών υπαρξιακών ρυθμών: της ταχύτητας από τη μία και της βραδύτητας από την άλλη. Στην αρχή του βιβλίου ο Κούντερα αντιπαραβάλλει την έκσταση που αισθάνεται ένας μοτοσικλετιστής, παραδομένος στην ταχύτητα της μηχανής του, με τους αργούς ρυθμούς ενός δρομέα ή ενός περιπλανώμενου. Η μηχανική έκσταση του πρώτου απαλείφει το παρελθόν, ζει στο Εδώ και Τώρα. Ο ρυθμός του δεύτερου όμως είναι ο ρυθμός της μνήμης: «Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του.»

Ένα παράδειγμα από την καθημερινότητά μας αρκεί για να διασαφηνίσει ακόμα περισσότερο την αντιπαραβολή ταχύτητας/βραδύτητας: Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, αν περπατάς και αναπολείς το παρελθόν η κίνησή σου, ασυναίσθητα, επιβραδύνεται· όσο συλλογίζεσαι τα περασμένα, το βήμα σου γίνεται βραδύτερο. Χάνεσαι στις σκέψεις και τις μνήμες και βαδίζεις αργά, ονειροπόλα. Από την άλλη, αν βρίσκεσαι σε κάποια κατάσταση υπερέντασης, πιάνεις τον εαυτό σου να προχωράει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο νευρωτικά: είτε διότι βιάζεσαι να φτάσεις κάπου (άρα σημασία έχει ο προορισμός και όχι η διαδρομή), είτε διότι επιθυμείς να απαλλαγείς από κάτι που σε τρώει· να ξεχάσεις· να μη σκέφτεσαι άλλο πια.

Ζούμε, άραγε, σε μια τέτοια εποχή; Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης τεχνητής ταχύτητας – πίσω από την επιφανειακή ηδονή της οποίας βρίσκεται κάποια ασυναίσθητη επιθυμία μας να παραδοθούμε σε μια μορφή λήθης; Να πάψουμε να σκεφτόμαστε – άρα και να απαλλαγούμε από το άγχος και τους προβληματισμούς;
Στη συνέχεια του κειμένου, βασιζόμενος στην κεντρική προβληματική του Κούντερα, θα επιχειρήσω να επεκτείνω αυτές τις σκέψεις, φέρνοντας διάφορα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας. Ξεκινάω παραθέτοντας το ολοκληρωμένο απόσπασμα του ίδιου του συγγραφέα.





Μίλαν Κούντερα: Ο ρυθμός της ταχύτητας και της βραδύτητας



«Η ταχύτητα είναι μορφή έκστασης πού την έκανε δώρο στον άνθρωπο η τεχνολογική επανάσταση. Ο άνθρωπος που σκύβει πάνω στη μοτοσυκλέτα του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά μόνο στην παρούσα στιγμή της πτήσης του· γαντζώνεται πάνω σ’ ένα κλάσμα χρόνου αποκομμένο και από το παρελθόν και από το μέλλον· αποσπάται από τη συνέχεια του χρόνου· είναι εκτός χρόνου· μ’ άλλα λόγια, βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης· σ’ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρει τίποτα για την ηλικία του, δεν ξέρει τίποτα για τη γυναίκα του, τίποτα για τα παιδιά του, τίποτα για τις σκοτούρες του, και ως εκ τούτου δεν φοβάται, διότι η πηγή του φόβου βρίσκεται στο μέλλον, και οποίος απελευθερώνεται από το μέλλον δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του, αφού είναι αναγκασμένος να σκέφτεται ασταμάτητα τις φουσκάλες του, το λαχάνιασμά του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του. Όλα αλλάζουν όταν ο άνθρωπος εκχωρεί την ικανότητά του για ταχύτητα σε μια μηχανή: από εκείνη τη στιγμή το σώμα του βρίσκεται εκτός παιχνιδιού και παραδίδεται σε μια ταχύτητα πού είναι ασώματη, άυλη, ταχύτητα αμιγής, ταχύτητα καθαυτήν, ταχύτητα έκσταση.

Περίεργη συμμαχία: η απρόσωπη ψυχρότητα της τεχνολογίας και οι φλόγες της έκστασης. Θυμάμαι εκείνη την Αμερικανίδα πού, πριν από τριάντα χρόνια, με όψη σοβαρή και ενθουσιώδη, μου έκανε μάθημα (παγερά θεωρητικό) για τη σεξουαλική επανάσταση· η λέξη πού επανερχόταν συχνότερα στο λόγο της ήταν η λέξη οργασμός· μέτρησα: σαράντα τρεις φορές. Η λατρεία του οργασμού: προβολή της πουριτανικής χρησιμοθηρίας στη σεξουαλική ζωή· αποδοτικότητα εναντίον αργίας· αναγωγή της συνουσίας σε εμπόδιο προς υπερπήδηση προκειμένου να φτάσει κανείς σε μια εκστατική έκρηξη, τον μόνο αληθινό στόχο του έρωτα και του σύμπαντος.

Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας; Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση; Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά: κοιτάζουν τα παράθυρα του κάλου Θεού. Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται· είναι ευτυχής. 

Στον κόσμο μας η αργία μεταβλήθηκε σε αεργία, που είναι τελείως άλλο πράγμα: ο άεργος είναι στερημένος, βαριέται, αναζητάει μονίμως την κίνηση που του λείπει. […]

Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Απ’ αυτή την εξίσωση μπορούμε να βγάλουμε διάφορα πορίσματα, λόγου χάρη το έξης: η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»



Μίλαν Κούντερα, «Η Βραδύτητα», μετάφραση: Σ.Βελεντζας.

H εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία.


Ο τσέχος συγγραφέας Μίλαν Κούντερα
Milan Kundera


Η ταχύτητα στη σύγχρονη καθημερινότητα



Τρέχουμε γιατί επιθυμούμε να ξεχάσουμε; Είναι η ηδονή της ταχύτητας μια ηδονή που αποσκοπεί σ’ ένα αέναο παρόν, απαλείφοντας τη μνήμη, ξεριζώνοντας τη σχέση μας με το παρελθόν; Τρέχεις με σκοπό να φτάσεις κάπου – και αυτό το «κάπου» είναι άραγε το μόνο που μετράει, κόντρα στην ίδια τη διαδρομή; Αξίζει μόνο το φινάλε, όχι η πορεία προς αυτό;

Τι συμβαίνει λοιπόν στο πάρτι όταν οι καλεσμένοι έχουν φύγει και έχουν κλείσει πια τα φώτα; Όταν δεν παραδίδεσαι πια στην έκσταση του χορού ή του ποτού; Μη μου πεις – ξέρω τι θα κάνεις. Θα ανεβάσεις selfies στα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι ποτέ δεν είσαι μόνος – ποτέ δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου. Τα φώτα του πάρτι έχουν σβήσει – μα μένει πάντα αναμμένο το φως του υπολογιστή.

Δεν γνωρίζω πόσοι άνθρωποι περπατούν σήμερα για τη χαρά της βόλτας, δίχως προορισμό. Οι «πλάνητες» που αναφέρει νοσταλγικά ο Κούντερα. Να βγεις, να περπατήσεις, να χαζέψεις, να αφεθείς στις σκέψεις σου. Είχα διαβάσει παλιότερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο σε μια εφημερίδα: αναφερόταν στους σύγχρονους περιπλανώμενους, εκείνους που περπατούν για τη χαρά της περιπλάνησης – και τόνιζε πως σε αυτούς τους ανθρώπους ζυμώνεται μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την κοινωνία – ακόμα και για την πολιτική. Κόντρα στην αντίληψη των μέσων και των σκοπών, κόντρα στον ψυχαναγκασμό του «τελικού προορισμού», κόντρα στην εργαλειακή λογική της «αποδοτικότητας» - στην οποία σημασία έχει μόνο η κατάληξη (λιγότερο ή περισσότερο οργασμική), όχι η πορεία προς αυτήν.

Αποδοτικότητα: η μηχανοποίηση του ανθρώπου και της φύσης στο όνομα των «τελικών σκοπών». Εκεί που έχει σημασία μόνο το αποτέλεσμα – και η ταχύτητα με την οποία επιτελείται. Οι τελίτσες πάνω στο νοητό χάρτη της καθημερινότητας με τα κομβικά σημεία – όχι οι γραμμές που τις ενώνουν. Περπατάς ΓΙΑ να φτάσεις κάπου: να πας σπίτι, στη δουλειά σου, να κάνεις τα ψώνια σου. Εργάζεσαι ΓΙΑ να πληρωθείς – η εργασία δεν επιτελεί κανένα άλλο νόημα για σένα, πέρα από αυτό. Βγαίνεις ΓΙΑ να διασκεδάσεις – η «διασκέδαση» είναι κάτι που βρίσκεται «έξω» από σένα και συ την κυνηγάς, σαν επίδοξος εραστής κάποιας νύμφης του δάσους, που όσο τρέχεις ξωπίσω της, τόσο εκείνη σου ξεφεύγει.



Κοσμοσυρροή σε ένα εμπορικό κέντρο
Ταχύτητες και στρες της εποχής μας

 

Κυνηγάς μονίμως κάτι «πέρα» και «έξω» από την παρούσα στιγμή. Και η διασκέδασή σου αντανακλά ακριβώς αυτή την καθημερινότητα προσφέροντάς σου το ακριβώς αντίθετο: μια αποθέωση της παρούσας στιγμής, μια εκστατική παράδοση στο εδώ και τώρα. Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις, με απαλλάσσει απ’ το χθες και απ’ το αύριο. Ζω στο Τώρα, μα αυτό το Τώρα είναι ένα παρόν δίχως σκέψη, δίχως αναπόληση, δίχως προβληματισμό. Ένα μηχανικό παρόν.

Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις.

Ο σύγχρονος εμπορικός κινηματογράφος αντανακλά τους ξέφρενους ρυθμούς ταχύτητας. Αρκεί να σκεφτούμε μια νεότερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και πόσο πολύ βασίζεται στον εντυπωσιασμό του εφέ και της ταχύτητας: τα πλάνα διαδέχονται αστραπιαία το ένα το άλλο, το μοντάζ στοχεύει στη συρραφή ολοένα και περισσότερων εικόνων σε ολοένα και λιγότερο χρονικό διάστημα, τα πάντα μοιάζουν να έχουν μπει σ’ ένα υπερηχητικό ρόλερ κόστερ – με σκοπό την απογείωση του θεατή, την εκτόξευσή του σ’ έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να σκέφτεται. Πόσο παράταιρα μοιάζουν εκείνα τα φιλμ που στηρίζονται περισσότερο στο διάλογο ή την ανάλυση των χαρακτήρων, κόντρα στη δράση. «Είναι βαρετό» - θα πουν αμέσως κάποιοι.

Οι κυρίαρχες τάσεις στο διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook ή το Instagram, ενισχύουν ακόμα περισσότερο αυτούς τους ρυθμούς. Αρκεί ν’ ανοίξουμε την κεντρική σελίδα για να κατακλυστούμε από μια υπερπληθώρα πληροφοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων περιορίζονται σε κάποιες μεμονωμένες ατάκες ή φωτογραφίες που στοχεύουν να σου τραβήξουν την προσοχή. Ασφαλώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ανίκανος να επεξεργαστεί όλα αυτά τα ερεθίσματα ταυτόχρονα – κάνεις λοιπόν scroll down, μέχρι να βρεις κάτι που να σου ερεθίσει το ενδιάφερον, να αφιερώσεις κάποια δευτερόλεπτα (όχι πολύ χρόνο, προσοχή!) για να το δεις, να πατήσεις ένα like, και μετά να συνεχίσεις. Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική. Ποιος κάθεται να γράφει και να αναλύει.

Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική.



Άγχος, στρες και τεχνολογία... τρέχοντας και δεν φτάνοντας
Κοινωνικά δίκτυα και ίντερνετ



Εν τέλει μοιάζεις με έναν καταναλωτή σ’ ένα Πελώριο Σουπερμάρκετ. Παντού γύρω σου απλώνονται μυριάδες ερεθίσματα προς κατανάλωση, μα ο χρόνος (και το χρήμα) που διαθέτεις για να τα καταναλώσεις είναι περιορισμένος. Απλώνεις εδώ κι εκεί τα χέρια σου, λοιπόν, παίρνεις λίγο απ’ το καθένα, δίνεις έμφαση στις Νέες Προσφορές και στα Περισσότερο Πετυχημένα, και αυτό ήταν – τα καταναλώνεις και αναζητάς τα επόμενα. Γρήγορα, από το ένα στο άλλο. Μα η κατανάλωση αυτού του τύπου δεν υπηρετεί παρά το εδώ και τώρα: την αποθέωση της στιγμής, τίποτα περισσότερο.

Η παράδοση στο Εδώ και Τώρα μοιάζει να επεκτείνεται ακόμα και στον τομέα των σχέσεων. Το χτίσιμο μοιάζει να έχει λιγότερη σημασία από την άμεση απόλαυση. Γιατί να οικοδομείς, πέτρα προς πέτρα, μια σχέση, τη στιγμή που μπορείς (και πρέπει) να τα κάνεις όλα όσο το δυνατόν συντομότερα; Γιατί να επιδίδεσαι σε μια αργόσυρτη προσέγγιση, τη στιγμή που όλα «πρέπει» να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα – αλλιώς, πάει, «πέταξε το πουλί».

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. Τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε – για να φτάσουμε, πού, άραγε;

Τρέξε, λοιπόν, κυρία! Τρέξε να κατέβεις τις σκάλες του μετρό – μη τυχόν και χάσεις τον συρμό των 12.15 και χρειαστεί μετά να περιμένεις πέντε ολόκληρα λεπτά για τον επόμενο. Τρέξε κι εσύ, φίλε μου στη δουλειά, τρέξε ν’ αποδώσεις όσο το δυνατόν περισσότερα, μπας και εξοικονομήσεις δεκαπέντε λεπτά στο φινάλε, σχολάσεις νωρίτερα, γυρίσεις σπίτι σου ένα τέταρτο πιο πριν – και σκοτώσεις το ίδιο τον έξτρα χρόνο που κέρδισες στο τέλος.

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε.

Δεν υποτιμώ την ηδονή της ταχύτητας. Κάποιες φορές η παράδοση στο Εδώ και Τώρα είναι το ζητούμενο – σε μια εποχή που τείνει ακόμα και το Εδώ και Τώρα να το εξαλείφει, στο όνομα ενός υποθετικού (μα πάντα απραγματοποίητου) μέλλοντος. Μα το Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα, εκείνο για το οποίο μίλησε ο Κούντερα, δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι. Είναι η επιθυμία για λήθη που οδηγεί στην αναζήτηση της έκστασης – δεν είναι η ίδια η έκσταση το ζητούμενο.

Διότι η σκέψη είναι κακή – αν σκέφτεσαι πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αμφισβητεί όλα όσα κάνει, όλα εκείνα στα οποία συμμετέχει. Και ποιος θέλει κάτι τέτοιο. Η σκέψη οδηγεί στην κριτική και η κριτική στην αμφισβήτηση – ενίοτε και του ίδιου σου του εαυτού, της καθημερινότητάς του, των σκοπών του. Γιατί να μπαίνεις σε τέτοιες δύσκολες διαδικασίες, τη στιγμή που τα πάντα γύρω σου μοιάζουν μπλεγμένα σ’ έναν ιστό προκαθορισμένων αναγκών και συμβατικών υποχρεώσεων; Όταν ο κόσμος κινείται σε ρυθμούς ρόλερ-κόστερ είναι ευκολότερο να επιβιβαστείς κι εσύ μαζί του – παρά να μένεις παραπέρα και να κοιτάς, σωστά;

Tο Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι

Και αν το ρόλερ-κόστερ πιάσει κάποια στιγμή ταχύτητες που αδυνατεί ο οργανισμός σου να χειριστεί – τότε μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται σε σένα, ναι; Σε σένα που νοσταλγείς, παρέα με τον Μίλαν Κούντερα, τους πλάνητες των παλιών καιρών. Και επαναλαμβάνεις, ξανά, τα λόγια του: «Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;»

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη λύση. Να δοκιμάσεις να προσαρμόσεις το ρόλερ-κόστερ στους δικούς σου ρυθμούς… και όχι το αντίστροφο. Στους ρυθμούς της φύσης – όχι της υπέρβασής της. Στους ρυθμούς που αρέσκονται ν’ απολαμβάνουν το κρασί σταγόνα-σταγόνα, κόντρα στα υπερεκτιμημένα και γρήγορα φιξάκια.

Δεν είναι εύκολη μια τέτοια αναπροσαρμογή στην εποχή μας, το ξέρω. Μα – θέλω να πιστεύω – δεν είναι και ακατόρθωτη.


© Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος ‘18


Monastiraki © Artwork: to foniko kouneli
Monastiraki © Artwork: to foniko kouneli

3 Δεκεμβρίου 2017

Οι Κλέφτες του Χρόνου και ένα απόσπασμα από τη "Μόμο"


Ένα αφιέρωμα στη "Μόμο" του Έντε από το φονικό κουνέλι



«Υπάρχει ένα μεγάλο κι όμως πολύ καθημερινό μυστικό. Όλοι οι άνθρωποι συμμετέχουν σ’ αυτό, το ξέρουν όλοι, ελάχιστοι όμως το σκέφτονται. Οι περισσότεροι άνθρωποι το δέχονται σαν κάτι χωρίς σημασία και δε νοιάζονται καθόλου. Αυτό το μυστικό είναι ο χρόνος.

Υπάρχουν ημερολόγια και ρολόγια για να τον μετράνε, αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά πράματα, γιατί όπως ξέρει ο καθένας μία και μοναδική ώρα μπορεί να σου φανεί αιώνας, άλλες φορές όμως μπορεί να περάσει σα μια στιγμή. Αυτό εξαρτάται από το τι ζεις μέσα σ’ εκείνη την ώρα.

Κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά.»


- Μίχαελ Έντε, “Μόμο”



Θυμάμαι όταν ήμουν μικρότερος, γύρω στα 20, ούτε που με απασχολούσε το θέμα του χρόνου – αναλωνόμουν στο καθημερινό άγχος μιας μακρόσυρτης μετεφηβείας και ούτε που μ’ ενδιέφερε αν οι μέρες (και οι βδομάδες, και οι μήνες) περνούσαν δίχως να τις έχω αξιοποιήσει εποικοδομητικά.

Μεγαλώνοντας και φτάνοντας στο σήμερα το θέμα του χρόνου με απασχολεί σε καθημερινή βάση. Πόσες ώρες διαθέτω για δουλειά, πόσες για ξεκούραση, τι χρόνος μου απομένει σε καθημερινή βάση για να κάνω εκείνα που μ’ ευχαριστούν – κι ενώ περνά ο καιρός, σαν κάποιο τρένο-βολίδα, κι αισθάνομαι την ανάγκη να πιάσω τον οδηγό και να του πω «ε, φίλε, κάνε μερικές στάσεις παραπάνω, μη τρέχεις έτσι!»

Κι εδώ ερχόμαστε στο θέμα της σημερινής παρουσίασης: Ο χρόνος! Μα όχι, το ερώτημα δεν είναι πώς να τον αξιοποιήσουμε σωστότερα – και δεν θα έπρεπε να είναι αυτό! Ούτε το ερώτημα είναι πώς να κάνουμε τον χρόνο να κυλάει πιο αργά – όχι, κύριοι, δεν έχει κανένα νόημα αυτό! Το ερώτημα είναι (ή θα έπρεπε να είναι): γιατί φτάνουμε να αγχωνόμαστε μπρος στο φυσικό φαινόμενο του χρόνου που περνάει – γιατί καταλήγουμε να υπολογίζουμε τις μέρες και το πρόγραμμά μας λες και πρόκειται για κάποια μορφή οικονομικού προϋπολογισμού;

Θα δώσω αμέσως την απάντηση: διότι ζούμε σ’ έναν κόσμο που έχει μετατρέψει το χρόνο σε μετρήσιμο μέγεθος. Μια κοινωνία που συμπιέζει την καθημερινότητά μας σ’ ένα καλούπι ρουτίνας και υπολογισμών: θα δουλέψεις τόσες ώρες, θα σου μείνουν τόσες για ξεκούραση, θα κάνεις τόσες μέρες διακοπές, θα πάρεις τόσες μέρες άδεια – και πάλι απ’ την αρχή. 11 μήνες εργασία, συχνά σε εξαντλητικά ωράρια (τα οποία φτάνουμε ν’ αποδεχόμαστε σαν φυσικά μεγέθη), κάποιες άδειες δω κι εκεί, λίγες μέρες διακοπές – ίσα για να γεμίσουν οι μπαταρίες, και μετά πάλι απ’ την αρχή.

Μετράμε ένα ένα τα λεπτά στο ξυπνητήρι το πρωί, ίσα για ν’ απολαύσουμε μερικές στιγμές παραπανίσιου ύπνου, τρέχουμε να προλάβουμε το μετρό, εκνευριζόμαστε αν έχει κίνηση, αγχωνόμαστε να βγει η δουλειά “στην ώρα της”, γυρνάμε σπίτι κουρασμένοι, σκεφτόμαστε πόσες ώρες έχουμε «ελεύθερες». Η ίδια η έννοια του «ελευθέρου χρόνου» είναι μια βαθιά προβληματική έννοια: ελεύθερος σε σχέση με τί; Ανελεύθερος σε σχέση με τί; Μπορεί ο χρόνος να χωρέσει σε καλούπια; Να φυλακιστεί; Ή μήπως φυλακίζουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας;


άνθρωποι σε σταθμό
Από το "Μητρόπολις" του Φριτς Λανγκ
"Metropolis" by Fritz Lang [1927]


Γι’ αυτό λοιπόν επέλεξα σήμερα να παρουσιάσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο από τη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε [“Momo”, Michael Ende]. Δημοσιευμένη το 1973 – μια εποχή που οι κοινωνίες δυτικού τύπου ασκούσαν βαθιά και επουσιώδη κριτική στον εαυτό τους και στην κατεύθυνση που ακολουθούν. Σήμερα όμως, καταμεσής της “οικονομικής κρίσης” (σε εισαγωγικά όχι γιατί δεν υφίσταται, μα γιατί πρόκειται για μια πολυχρησιμοποιημένη πλέον έννοια – και κάθε έννοια όταν καταλήγει να μετατρέπεται σε καθημερινό σλόγκαν μπορεί να συσκοτίσει την πραγματικότητα), καταμεσής της απόλυτης παράδοσης στις χαρές της κατανάλωσης και των “Black Fridays”, καταμεσής της εικονικής πραγματικότητας των κοινωνικών δικτύων, καταμεσής της βαθύτερής μας μοναξιάς – κάπου φτάσαμε να θεωρούμε δεδομένο τον προσανατολισμό της κοινωνίας μας.

Λες και ήταν δοσμένος έτσι μια για πάντα. Λες και αδυνατεί να πάει προς άλλη κατεύθυνση.

Και ο χρόνος; Α, ο χρόνος. Ναι, κύριοι, σα να βλέπω τον τρανό εκείνο Γέρο με τη μακριά γενειάδα, τον άλλοτε ευγενή και άλλοτε αδυσώπητο – τέτοιος που έφτασε να καταβροχθίσει τα παιδιά του. Ένας Τιτάνας που η κοινωνία μας έφτασε να τον μετατρέψει σε ρολόι τοίχου!

Μα «ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά».

Ακολουθεί το απόσπασμα από την υπέροχη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε, στο οποίο παρουσιάζονται οι «κλέφτες του χρόνου». Απλό, γραμμένο με σαφήνεια, μοιάζει με παραμύθι του παλιού καιρού, ξέχειλο νοήματος – όπως όλες οι ιστορίες του θαυμάσιου αυτού συγγραφέα. Το κεφάλαιο είναι από τα πρώτα του βιβλίου – επομένως μπορείτε να διαβάσετε άφοβα, δίχως φόβο spoiler για την εξέλιξή του. Η μετάφραση είναι της Κίρας Σίνου.

Στο τέλος, σαν κατακλείδα, θα επιστρέψω με κάποια τελικά σχόλια.

Και, όχι – μη φοβηθείτε πια να αφιερώσετε λίγο χρόνο για να διαβάσετε το κείμενο.



Εικονογράφηση για τη "Μόμο" του Marcel Dzama




Μίχαελ Έντε – Απόσπασμα από τη “Μόμο”.

 

«Υπάρχει ένα μεγάλο κι όμως πολύ καθημερινό μυστικό. Όλοι οι άνθρωποι συμμετέχουν σ’ αυτό, το ξέρουν όλοι, ελάχιστοι όμως το σκέφτονται. Οι περισσότεροι άνθρωποι το δέχονται σαν κάτι χωρίς σημασία και δε νοιάζονται καθόλου. Αυτό το μυστικό είναι ο χρόνος.

Υπάρχουν ημερολόγια και ρολόγια για να τον μετράνε, αλλά αυτό δε σημαίνει και πολλά πράματα, γιατί όπως ξέρει ο καθένας μία και μοναδική ώρα μπορεί να σου φανεί αιώνας, άλλες φορές όμως μπορεί να περάσει σα μια στιγμή. Αυτό εξαρτάται από το τι ζεις μέσα σ’ εκείνη την ώρα.

Κι αυτό γιατί ο χρόνος είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί μέσα στην καρδιά.

Αυτό ήταν κάτι που δεν το ήξερε κανένας καλύτερα από τους γκρίζους κυρίους. Κανένας άλλος δεν ήξερε την αξία μιας ώρας, ενός λεπτού, ακόμα κι ενός μοναδικού δευτερόλεπτου όσο εκείνοι. Βέβαια τη βλέπανε μ’ ένα τρόπο δικό τους, όπως βλέπει το αίμα η βδέλλα και ενεργούσαν με το δικό τους τρόπο.

Είχαν τα σχέδιά τους για το χρόνο των ανθρώπων. Ήταν σχέδια μακρόπνοα και καταστρωμένα με μεγάλη προσοχή.

Το σπουδαιότερο γι’ αυτούς ήταν να μην προσέξει κανένας τη δραστηριότητά τους. Απαρατήρητοι είχαν μπει στη ζωή της μεγάλης πόλης και των κατοίκων της. Και βήμα βήμα, δίχως να τους πάρει είδηση κανένας, προχωρούσαν κάθε μέρα και πιο μακριά και κάνανε κτήμα τους τους ανθρώπους.

Ξέρανε τον καθένα που ήταν κατάλληλος για το σκοπό τους, πολύ πριν το υποπτευτεί καν ο ίδιος. Περίμεναν μονάχα την κατάλληλη στιγμή για να τον πιάσουν. Και βοηθούσαν και οι ίδιοι με τον τρόπο τους να έρθει αυτή η στιγμή.

Παράδειγμα ο κύριος Φούζι, ο κουρέας. Δεν ήταν βέβαια κανένας διάσημος μαιτρ της κομμωτικής τέχνης, αλλά είχε ένα καλό όνομα. Δεν ήταν ούτε πλούσιος ούτε και φτωχός. Το μαγαζί του, που βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, ήταν μικρό κι απασχολούσε μονάχα ένα μαθητευόμενο.

Κάποια μέρα ο κύριος Φούζι στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού του και περίμενε πελατεία. Ο μαθητευόμενος είχε πάρει άδεια κι ο κύριος Φούζι ήταν μόνος του. Κοίταζε τη βροχή που πλατσούριζε στο δρόμο. Η μέρα ήταν μουντή και η ψυχή του κυρίου Φούζι ήταν κι αυτή βουρκωμένη.

Έτσι περνάει η ζωή μου, σκεφτόταν, με το κλαπ κλαπ του ψαλιδιού, τη φλυαρία και τον αφρό του σαπουνιού. Τι έχω δηλαδή από τη ζωή μου; Κι όταν κάποτε πεθάνω, θα είναι σαν να μην υπήρξα ποτέ.

Δε θα μπορούσε όμως κανένας να πει πως ο κύριος Φούζι είχε αντίρρηση για μια κουβεντούλα. Αγαπούσε μάλιστα πάρα πολύ ν’ αναπτύσσει στους πελάτες του με πολλές λεπτομέρειες τις απόψεις του και ν’ ακούει τι σκέφτονταν και εκείνοι γι’ αυτό το θέμα. Ούτε κι είχε τίποτα ενάντιο στο κλαπ κλαπ του ψαλιδιού και τους αφρούς του σαπουνιού. Η δουλειά του τον ευχαριστούσε και ήξερε πως την έκανε καλά. Προπαντός στο ξύρισμα με κόντρα κάτω από το πηγούνι δεν τον ξεπερνούσε κανένας. Υπάρχουν όμως στιγμές που όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Αυτό το ξέρει ο καθένας μας.

Ολόκληρη η ζωή μου έχει πάει στράφι, σκεφτόταν ο κύριος Φούζι. Ποιος είμαι δηλαδή εδώ; Ένας μικρός κουρέας, μόνο αυτό κατόρθωσα να γίνω. Αν μπορούσα να κάνω μια σωστή ζωή θα γινόμουνα ένας εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.

Για το πώς όμως θα ήταν αυτή η σωστή ζωή, ο κύριος Φούζι δεν είχε και πολύ συγκεκριμένη ιδέα. Το μόνο που φανταζόταν ήταν κάτι το πολύ σπουδαίο, κάτι το πολυτελές, κάτι από κείνα που έβλεπε στα εικονογραφημένα περιοδικά.

Αλλά η ζωή μου, σκεφτόταν δύσθυμος, δε μ’ αφήνει καθόλου καιρό για κάτι τέτοια. Για να κάνεις μια σωστή ζωή πρέπει να έχεις χρόνο. Πρέπει να είσαι ελεύθερος. Εγώ όμως σ’ όλη μου τη ζωή θα μείνω αιχμάλωτος του κλαπ κλαπ του ψαλιδιού, της φλυαρίας και των αφρών του σαπουνιού.

Εκείνη τη στιγμή κατέφτασε ένα ωραίο, γκρίζο σαν τη στάχτη, αυτοκίνητο και σταμάτησε έξω ακριβώς από το κουρείο του κυρίου Φούζι... Από μέσα του βγήκε ένας γκρίζος κύριος και μπήκε στο μαγαζί. Έβαλε τη μολυβιά τσάντα στο τραπέζι μπροστά στον καθρέφτη, κρέμασε το σκληρό στρογγυλό καπέλο του στην κρεμάστρα, κάθισε στην πολυθρόνα, έβγαλε ένα σημειωματάριο από την τσέπη του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει, φουμάροντας το σταχτί πουράκι του.

Ο κύριος Φούζι έκλεισε την εξώπορτα του μαγαζιού γιατί του φάνηκε πως ο μικρός του χώρος έγινε ξαφνικά πολύ κρύος.




Οι Γκρίζοι Κύριοι στη "Μόμο"



 –  Τι θέλει ο κύριος; ρώτησε σαστισμένος. Να σας ξυρίσω ή να σας κόψω τα μαλλιά; Και την ίδια στιγμή έβρισε τον εαυτό του για έλλειψη τακτ, γιατί ο κύριος είχε μια φαλάκρα που γυάλιζε σαν γλόμπος.

–  Ούτε το ένα ούτε και το άλλο, είπε ο γκρίζος κύριος χωρίς να χαμογελάσει, με μια περίεργα άχρωμη, θα έλεγε κανείς, σταχτιά φωνή. Έρχομαι από το Χρονοταμιευτήριο. Είμαι ο πράκτορας αριθμός ΞΥΚ/384/β. Μάθαμε πως θέλετε ν’ ανοίξετε ένα λογαριασμό στο ταμιευτήριό μας.

–  Αυτό τ’ ακούω για πρώτη φορά, εξήγησε ο κύριος Φούζι, που είχε σαστίσει ακόμα περισσότερο. Ομολογώ πως δεν ήξερα καν ότι υπάρχει ένα τέτοιο ίδρυμα.

–  Να που το μάθατε, είπε απότομα ο πράκτορας. Φυλλομέτρησε το σημειωματάριό του και συνέχισε: Δεν είστε ο κύριος Φούζι, ο κουρέας;

–  Εγώ είμαι, απάντησε ο κύριος Φούζι.

–  Ήρθα τότε εκεί που έπρεπε, είπε ο γκρίζος κύριος κι έκλεισε το σημειωματάριο του. Κάνατε αίτηση σε μας.

–  Πώς δηλαδή; ρώτησε ο κύριος Φούζι, που απορούσε όλο και περισσότερο.

–  Ξέρετε, αγαπητέ μου κύριε Φούζι, είπε ο πράκτορας, πως σπαταλάτε τη ζωή σας με το κλαπ κλαπ του ψαλιδιού σας, με τις ψιλοκουβεντούλες και με τους αφρούς του σαπουνιού; Όταν πεθάνετε κάποτε, θα είναι σαν να μην υπήρξατε ποτέ. Αν είχατε τον καιρό να κάνετε μια σωστή ζωή όπως θα τη θέλατε, θα ήσασταν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Το μόνο που σας χρειάζεται είναι ο χρόνος. Δεν έχω δίκιο;

–  Αυτά σκεφτόμουνα ακριβώς, μουρμούρισε ο κύριος Φούζι, τουρτουρίζοντας, γιατί παρά την κλειστή πόρτα το κρύο όλο και δυνάμωνε.

–  Τα βλέπετε λοιπόν! είπε ο γκρίζος κύριος και ρούφηξε  πολύ ευχαριστημένος το πουράκι του. Πού όμως θα βρείτε αυτόν το χρόνο; Δεν έχετε παρά να τον εξοικονομήσετε! Εσείς, κύριε Φούζι, σπαταλάτε το χρόνο σας με έναν εντελώς ανεύθυνο τρόπο. Θα σας το αποδείξω μ’ ένα μικρό λογαριασμό. Ένα λεπτό έχει εξήντα δευτερόλεπτα. Και η μία ώρα έχει εξήντα λεπτά. Μπορείτε να με παρακολουθήσετε;

–  Βέβαια, είπε ο κύριος Φούζι.

Ο πράκτορας αριθ. ΞΥΚ/384/β βάλθηκε να γράφει τους αριθμούς στον καθρέφτη μ’ ένα γκρίζο μαρκαδόρο.

–  Εξήντα επί εξήντα μας κάνουν τρεις χιλιάδες εξακόσια. Επομένως η μία ώρα έχει τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα.

Μια μέρα έχει εικοσιτέσσερις ώρες, δηλαδή τρεις χιλιάδες εξακόσια δευτερόλεπτα επί είκοσι τέσσερα μας κάνει ογδόντα έξι χιλιάδες τετρακόσια δευτερόλεπτα τη μέρα. Ένας χρόνος έχει, όπως ξέρουμε, τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες. Αυτό μας κάνει ένα εκατομμύριο πεντακόσιες τριάντα έξι χιλιάδες δευτερόλεπτα το χρόνο.

Τριακόσια δεκαπέντε εκατομμύρια τριακόσιες εξήντα χιλιάδες δευτερόλεπτα σε δέκα χρόνια. Πόσα χρόνια λέτε να ζήσετε, κύριε Φούζι;

–  Εεε, τραύλισε σαστισμένος ο κύριος Φούζι, ελπίζω να φτάσω τα εβδομήντα ή και τα ογδόντα μου, αν θέλει βέβαια ο Θεός.

–  Ωραία, συνέχισε ο γκρίζος κύριος. Για καλό και για κακό ας πούμε πως θα γίνετε εβδομήντα χρονών. Να πούμε τότε τριακόσια δεκαπέντε εκατομμύρια τριακόσιες εξήντα χιλιάδες επί επτά. Αυτό μας κάνει δυο δισεκατομμύρια διακόσια επτά εκατομμύρια πεντακόσιες είκοσι χιλιάδες δευτερόλεπτα.

Κι έγραψε τον αριθμό με μεγάλα στοιχεία πάνω στον καθρέφτη 2.207.520.000 δευτερόλεπτα. Τον υπογράμμισε μερικές φορές κι εξήγησε:

–  Κύριε Φούζι, αυτή είναι λοιπόν η περιουσία, που διαθέτετε.

Ο κύριος Φούζι ξεροκατάπιε και πέρασε το χέρι του από το μέτωπο του. Το άθροισμα του έφερνε ζάλη. Δεν το είχε φανταστεί ποτέ του πως ήταν τόσο πλούσιος.

–  Μάλιστα, είπε ο πράκτορας κουνώντας το κεφάλι και ρούφηξε πάλι το πουράκι του, ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, συμφωνείτε; Τώρα όμως θα δούμε τι γίνεται παρακάτω. Πόσο χρονών είστε, κύριε Φούζι;

–  Σαράντα δύο, ψέλλισε εκείνος κι ένιωσε ξαφνικά ένοχος, λες και είχε κάνει κάτι κακό.

–  Πόσο κοιμάστε κατά μέσο όρο τη νύχτα; συνέχισε την ανάκριση ο γκρίζος κύριος.

–  Περίπου οκτώ ώρες, ομολόγησε ο κύριος Φούζι.

Ο πράκτορας έκανε αστραπιαίους υπολογισμούς. Ο μαρκαδόρος τσίριζε πάνω στο γυαλί του καθρέφτη, έτσι που οι τρίχες του κυρίου Φούζι σηκώθηκαν όρθιες.

–  Σαράντα δύο χρόνια - οκτώ ώρες κάθε μέρα - αυτό μας κάνει κιόλας τετρακόσια σαράντα ένα εκατομμύρια πεντακόσιες τέσσερις χιλιάδες. Αυτό το ποσό πρέπει βέβαια να υπολογίσουμε σαν χαμένο χρόνο. Πόσο χρόνο είστε αναγκασμένος να θυσιάζετε καθημερινά για την εργασία σας, κύριε Φούζι;

–  Περίπου οκτώ ώρες, παραδέχτηκε ζεματισμένος ο κύριος Φούζι.

–  Πρέπει να περάσουμε τότε το ίδιο ποσό στη χρέωση, συνέχισε αδυσώπητος ο πράκτορας. Χάνετε επίσης έναν ορισμένο χρόνο για να τρέφεστε. Πόση περίπου ώρα σας χρειάζεται για το φαγητό σας τη μέρα;

–  Δεν ξέρω ακριβώς, είπε φοβισμένος ο κύριος Φούζι. Μπορεί δυο ώρες.

–  Λίγες μου φαίνονται, είπε ο πράκτορας, αλλά ας δεχτούμε. Τότε στα σαράντα δύο χρόνια έχουμε το ποσό των εκατόν δέκα εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων. Πάμε παρακάτω. Μένετε μόνος σας με τη γριά μητέρα σας. Αυτό το ξέρουμε. Αφιερώνετε σ’ αυτή τη γριά κάθε μέρα από μια ολόκληρη ώρα, κάθεστε δηλαδή μαζί της και της κάνετε παρέα, μόλο που είναι μουγκή και δεν ακούει σχεδόν καθόλου. Πρόκειται λοιπόν για χαμένο χρόνο. Αυτό μας κάνει πενήντα πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδες. Χώρια απ’ αυτό έχετε ένα τελείως περιττό παπαγαλάκι, που η φροντίδα του σας στοιχίζει καθημερινά ένα τέταρτο της ώρας, πράμα που σημαίνει δεκατρία εκατομμύρια επτακόσιες ενενήντα επτά χιλιάδες.

–  Μα..., πέταξε ο κύριος Φούζι παρακλητικά.

–  Μη με διακόπτετε! έκανε θυμωμένος ο πράκτορας, που έκανε όλο και πιο γρήγορα τους υπολογισμούς του. Μια και η μητέρα σας είναι ανάπηρη, είστε αναγκασμένος να κάνετε ένα μέρος από τις δουλειές του σπιτιού. Πάτε για ψώνια, γυαλίζετε τα παπούτσια σας και κάνετε κι άλλες τέτοιες βαρετές δουλειές. Πόσο χρόνο ξοδεύετε κάθε μέρα γι’ αυτές, κύριε Φούζι;

–  Ίσως μια ώρα, μα...

–  Μας κάνει άλλα πενήντα πέντε εκατομμύρια εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδες που πάνε χαμένα, κύριε Φούζι. Ξέρουμε ακόμα πως πηγαίνετε μια φορά τη βδομάδα στον κινηματογράφο, πως μια φορά τη βδομάδα παίρνετε μέρος σε μια τοπική χορωδία, πως έχετε μια τακτική παρέα σε μια ταβέρνα που πάτε δυο φορές τη βδομάδα και πως τα υπόλοιπα βράδια βλέπεστε με τους φίλους σας ή διαβάζετε καμιά φορά και κάποιο βιβλίο. Με δυο λόγια σκοτώνετε το χρόνο σας με άχρηστα πράματα, κάπου τρεις ώρες τη μέρα κι αυτό μας κάνει εκατόν εξήντα πέντε εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα τέσσερις χιλιάδες δευτερόλεπτα. Δεν αισθάνεστε καλά, κύριε Φούζι;

–  Όχι, όχι, είπε ο κύριος Φούζι, με συγχωρείτε…

–  Τελειώνουμε είπε ο γκρίζος κύριος. Πρέπει όμως να μιλήσουμε για ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ζωής σας. Έχετε δηλαδή κάποιο μικρό μυστικό. Ξέρετε για ποιο λέω.

Τα δόντια του κυρίου Φούζι άρχισαν να χτυπούν. Τόσο πολύ κρύωνε.

–  Κι αυτό το ξέρετε; είπε ανήμπορος. Νόμιζα πως εκτός από μένα και τη δεσποινίδα Ντάρια...

–  Στον σύγχρονο κόσμο μας, τον έκοψε ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β, τα μυστικά δεν κρύβονται. Μελετήστε τα πράματα για μια φορά αντικειμενικά και ρεαλιστικά. Αποκριθείτε στην ερώτησή μου. Σκοπεύετε να παντρευτείτε τη δεσποινίδα Ντάρια;

–  Όχι, είπε ο κύριος Φούζι, αυτό δε γίνεται...

–  Έχετε δίκιο, συνέχισε ο γκρίζος κύριος, γιατί η δεσποινίδα Ντάρια είναι για όλη της τη ζωή δεμένη με την αναπηρική της πολυθρόνα μια και είναι παράλυτα τα πόδια της. Κι όμως την επισκέφτεστε κάθε μέρα για να της προσφέρετε ένα λουλούδι. Για ποιο λόγο;

–  Μα χαίρεται πάντα τόσο, αποκρίθηκε ο κύριος Φούζι που κόντευε πια να βάλει τα κλάματα.

–  Ας το δούμε πιο αντικειμενικά, κύριε Φούζι, τον έκοψε ο πράκτορας, αυτός ο χρόνος είναι για σας χαμένος. Και μάλιστα έχετε χάσει κιόλας είκοσι επτά εκατομμύρια πεντακόσιες ενενήντα τέσσερις χιλιάδες δευτερόλεπτα συνολικά. Κι αν υπολογίσουμε πως έχετε τη συνήθεια προτού πάτε να κοιμηθείτε να κάθεστε ένα τέταρτο στο παράθυρο και να σκέφτεστε πώς πέρασε η μέρα, τότε έχουμε κι ένα άλλο πιστωτικό ποσό των δεκατριών εκατομμυρίων επτακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων. Κι ας δούμε τώρα τι σας περισσεύει, κύριε Φούτζι.

Έγραψε στον καθρέφτη το εξής άθροισμα:


Ύπνος   441.504.000 δευτερόλεπτα
Εργασία  441.504.000 δευτερόλεπτα
Τροφή  10.376.000 δευτερόλεπτα
Μητέρα    55.188.000 δευτερόλεπτα
Παπαγαλάκι   13.797.000 δευτερόλεπτα
Ψώνια κτλ.   55.188.000 δευτερόλεπτα
Φίλοι, τραγούδι, κτλ.  165.564.000 δευτερόλεπτα
Μυστικό   27.594.000 δευτερόλεπτα
Παράθυρο  13.797.000 δευτερόλεπτα
Σύνολο  1.324.512.000 δευτερόλεπτα


–  Αυτό το ποσό, είπε ο γκρίζος κύριος και χτύπησε με το μαρκαδόρο του μερικές φορές τον καθρέφτη τόσο δυνατά που ακούστηκε σαν πυροβολισμός, αυτό λοιπόν το ποσό είναι ο χρόνος, που έχετε κιόλας χάσει μέχρι τώρα. Τι λέτε γι’ αυτό κύριε Φούζι;




Η "Μόμο" του Μίχαελ Έντε



Ο κύριος Φούζι δεν είχε να πει τίποτα απολύτως. Κάθισε σε μια καρέκλα στη γωνιά και σφούγγισε με το μαντίλι του το κούτελό του, γιατί μ’ όλη την τσουχτερή παγωνιά είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα. Ο γκρίζος κύριος κούνησε πολύ σοβαρός το κεφάλι του. – Μάλιστα, το βλέπετε σωστά, είπε. Είναι κιόλας το μισό από την περιουσία σας. Για να δούμε όμως τώρα τι σας έχει μείνει ακόμα από τα σαράντα δυο σας χρόνια. Ένας χρόνος αντιστοιχεί, όπως είπαμε, σε τριάντα εκατομμύρια πεντακόσιες τριάντα έξι χιλιάδες δευτερόλεπτα. Κι αν το πολλαπλασιάσουμε με σαράντα δύο μας κάνει ένα δισεκατομμύριο τριακόσια είκοσι τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες δώδεκα χιλιάδες.

Έγραψε τον αριθμό κάτω από το άθροισμα του χαμένου χρόνου:

1.324.512.000 δευτερόλεπτα –  1.324.512.000 δευτερόλεπτα

 Έβαλε το μαρκαδόρο στην τσέπη του κι έμεινε κάμποση ώρα σιωπηλός για να επιτρέψει στη θέα των πολλών μηδενικών να επηρεάσει τον κύριο Φούζι.

Και τον επηρέασε.

–  Αυτό λοιπόν, σκέφτηκε συντριμμένος ο κύριος Φούζι, είναι το ισοζύγιο ολόκληρης της ζωής μου ως τα τώρα.

Είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από το λογαριασμό, που ήταν αφάνταστα ακριβής, ώστε τα δεχόταν όλα χωρίς να φέρει αντίρρηση. Κι ο λογαριασμός συμφωνούσε πραγματικά. Αυτό ήταν ένα από τα κόλπα με τα οποία εξαπατούσαν οι γκρίζοι κύριοι τους ανθρώπους σε χιλιάδες περιπτώσεις.

–  Δε βρίσκετε λοιπόν, κύριε Φούζι, άρχισε πάλι να λέει με την ήπια φωνή του ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β, πως δε γίνεται να συνεχίσετε έτσι; Δε θα ήταν προτιμότερο να κάνετε οικονομίες;

Ο κύριος Φούζι κούνησε βουβός το κεφάλι του. Τα χείλια του είχαν μελανιάσει.

–  Παραδείγματος χάρη, αντήχησε στ’ αυτί του η σταχτιά φωνή του πράκτορα, αν είχατε αρχίσει πριν από είκοσι χρόνια ν’ αποταμιεύετε, έστω και μια μοναδική ώρα την ημέρα, θα είχατε σήμερα λαμβάνειν είκοσι έξι εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα χιλιάδες δευτερόλεπτα. Αν ήταν δύο οι ώρες που θ’ αποταμιεύατε το ποσό θ’ ανερχόταν φυσικά στα διπλά θα ήταν δηλαδή πενήντα δύο εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα χιλιάδες. Και, σας παρακαλώ κύριε Φούζι, τι σημασία έχουν αυτές οι δυο κακομοίρικες ωρίτσες μπροστά σ’ ένα τέτοιο ποσό;

–  Καμία! φώναξε ο κύριος Φούζι, είναι μια μπαγκατέλα!

–  Χαίρομαι που το καταλάβατε, συνέχισε με αδιαφορία ο πράκτορας. Κι αν υπολογίσουμε τώρα τι θα εξοικονομούσατε κάτω από τις ίδιες συνθήκες στα επόμενα είκοσι χρόνια, θα έχουμε το ωραίο ποσό των εκατόν πέντε εκατομμυρίων εκατόν είκοσι χιλιάδων δευτερόλεπτων. Ολόκληρο αυτό το κεφάλαιο θα βρισκόταν στη διάθεσή σας όταν θα συμπληρώνατε τα εξήντα δύο χρόνια σας.

–  Περίφημα! τραύλισε ο κύριος Φούζι κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του.

–  Περιμένετε, συνέχισε ο γκρίζος κύριος, γιατί τώρα έρχεται κάτι που είναι ακόμα καλύτερο. Εμείς, δηλαδή το Χρονοταμιευτήριο, δεν αποθηκεύουμε απλώς το χρόνο για σας, σας πληρώνουμε από πάνω και ποσοστά. Αυτό σημαίνει πως την πραγματικότητα το κεφάλαιό σας θα είναι πολύ Μεγαλύτερο.

–  Πόσο μεγαλύτερο; ρώτησε με κομμένη την ανάσα ο κύριος Φούζι.

–  Αυτό εξαρτάται μόνο από σας τον ίδιο, εξήγησε ο πράκτορας. Εξαρτάται από το πόσες ώρες μπορείτε να εξοικονομήσετε και πόσο καιρό θ’ αφήσετε τις οικονομίες σας στο ταμιευτήριο μας.

–  Να τις αφήσω; ρώτησε ο κύριος Φούζι. Τι σημαίνει αυτό;

–  Είναι πολύ απλό, εξήγησε ο γκρίζος κύριος. Αν δεν αποσύρετε τις οικονομίες σας προτού περάσουν πέντε χρόνια, τότε θα σας καταβάλουμε το διπλάσιο ποσό. Η περιουσία σας θα διπλασιάζεται κάθε πέντε χρόνια. Καταλάβατε; Σε δέκα χρόνια το αρχικό ποσό θα έχει τετραπλασιαστεί, σε δέκα πέντε θα έχει οκταπλασιαστεί και πάει λέγοντας. Αν πριν από είκοσι χρόνια, είχατε αρχίσει ν’ αποταμιεύετε έστω δυο ώρες, θα είχατε στα εξήντα δυο σας χρόνια, ύστερα δηλαδή από σαράντα χρόνια αποταμίευση τις οικονομίες σας επί διακόσιες πενήντα έξι στη διάθεσή σας. Αυτό μας κάνει είκοσι έξι δισεκατομμύρια εννιακόσια δέκα εκατομμύρια επτακόσιες είκοσι χιλιάδες δευτερόλεπτα.

Και ξανάβγαλε το σταχτή μαρκαδόρο του κι έγραψε κι αυτόν τον αριθμό πάνω στον καθρέφτη:

26.910.720.000 δευτερόλεπτα

–  Όπως βλέπετε και μόνος σας κύριε Φούζι, είπε και για πρώτη φορά χαμογέλασε αχνά, αυτό το ποσό ανέρχεται σε περισσότερο από το δεκαπλάσιο της αρχικής διάρκειας της ζωής σας. Κι αυτό αν εξοικονομήσετε δυο μονάχα ώρες τη μέρα. Σκεφτείτε το, δεν είναι συμφέρουσα η προσφορά που σας κάνω;

–  Είναι! παραδέχτηκε εξαντλημένος ο κύριος Φούζι. Είναι, χωρίς καμιά αμφιβολία! Και φάνηκα πολύ άτυχος που δεν έχω αρχίσει από καιρό να κάνω αποταμίευση. Το καταλαβαίνω τώρα μόνο και πρέπει να ομολογήσω πως με πιάνει η απελπισία!

–  Δεν υπάρχει κανένας λόγος, αποκρίθηκε γλυκά ο γκρίζος κύριος. Ποτέ δεν είναι αργά. Αν το θέλετε, μπορείτε ν’ αρχίσετε και σήμερα ακόμα. Θα δείτε πως αξίζει τον κόπο.

–  Και βέβαια θέλω! φώναξε ο κύριος Φούζι. Τι πρέπει να κάνω;

–  Ελάτε δα, αγαπητέ μου! είπε ο πράκτορας και σήκωσε ψηλά τα φρύδια του. Ξέρετε φυσικά πώς εξοικονομάει κανείς το χρόνο του! Για παράδειγμα πρέπει απλούστατα να εργάζεστε τώρα πιο γρήγορα και να παραλείπετε όλα τα περιττά. Αντί για μισή ώρα ν’ αφιερώνετε στους πελάτες σας μονάχα ένα τέταρτο. Ν’ αποφεύγετε τις κουβέντες που παίρνουν χρόνο. Να συντομέψετε την ώρα που περνάτε με τη μητέρα σας σε μισή. Το καλύτερο είναι να τη βάλετε σ’ ένα καλό και φτηνό γηροκομείο, όπου θα την φροντίζουν. Διώξτε το άχρηστο παπαγαλάκι. Να επισκέπτεστε τη δεσποινίδα Ντάρια μια φορά στις δεκαπέντε, κι αυτό εφόσον το θέλετε οπωσδήποτε. Παραλείψετε το τέταρτο της επισκόπησης της μέρας σας και προπαντός μη χάνετε τόσο συχνά την ώρα σας τραγουδώντας και διαβάζοντας με κείνους τους φίλους σας. Και σας συνιστώ να κρεμάσετε στο μαγαζί σας ένα μεγάλο ρολόι που πηγαίνει καλά για να μπορείτε να παρακολουθείτε με ακρίβεια τη δουλειά του βοηθού σας.

–  Σύμφωνοι, είπε ο κύριος Φούζι, όλα αυτά μπορώ να τα κάνω, αλλά ο χρόνος που θα μου περισσέψει μ’ αυτόν τον τρόπο, τι θα γίνει; Θα σας τον παραδίνω; Και πού; Ή μήπως πρέπει να τον κρατάω εγώ; Τι θα γίνει;

–  Όσο γι’ αυτό, είπε ο γκρίζος κύριος και χαμογέλασε αμυδρά για δεύτερη φορά, να μη σας στεναχωρεί καθόλου. Αυτό μπορείτε, με ήσυχη τη συνείδησή σας, να το αφήσετε σε μας. Να είστε σίγουρος πως δε θα χάσουμε ούτε και το ελάχιστο από το χρόνο που θα εξοικονομήσετε. Θα το δείτε και μόνος σας πως δεν πρόκειται να χαθεί τίποτα.

– Ας είναι, είπε σαν χαμένος ο κύριος Φούζι, βασίζομαι λοιπόν σε σας.

–  Μπορείτε να το κάνετε με ήσυχη τη συνείδησή σας, αγαπητέ, είπε ο πράκτορας και σηκώθηκε. Σας χαιρετώ λοιπόν σαν νέο μέλος της μεγάλης κοινότητας των αποταμιευτών του χρόνου. Τώρα είστε και σεις ένας πραγματικά σύγχρονος και προοδευτικός άνθρωπος, κύριε Φούζι. Τα συγχαρητήριά μου!

Και μ’ αυτά τα λόγια πήρε το καπέλο και την τσάντα του.

–  Μια στιγμή παρακαλώ! φώναξε ο κύριος Φούζι. Δε θα ‘πρεπε να υπάρχει κάποιο συμφωνητικό; Δε θα ‘πρεπε να υπογράψω; Δε θα μου δώσετε κανένα χαρτί;

Ο πράκτορας ΞΥΚ/384/β γύρισε στο κατώφλι και κοίταξε κάπως δυσαρεστημένος τον κύριο Φούζι.

– Γιατί; ρώτησε. Η αποταμίευση του χρόνου δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο είδος αποταμίευσης. Είναι υπόθεση απόλυτης εμπιστοσύνης – εκατέρωθεν! Σε μας αρκεί η συγκατάθεσή σας. Είναι αμετάκλητη. Και μεις θα φροντίσουμε για τις αποταμιεύσεις σας. Και το ποσό που θ’ αποταμιεύσετε εξαρτάται από σας και μόνο. Δε σας υποχρεώνουμε σε τίποτα. Χαίρετε, κύριε Φούζι!

Και μ’ αυτά τα λόγια ο πράκτορας μπήκε στη κομψή, σταχτιά λιμουζίνα του κι έφυγε σπινάροντας.

Ο κύριος Φούζι τον παρακολουθούσε με μάτια αμήχανα Είχε αρχίσει πάλι να ζεσταίνεται σιγά σιγά, ένιωθε όμως άθλια. Οι γαλάζιες αναθυμιάσεις του μικρού πούρου του πράκτορα μείνανε για πολλή ώρα ακόμα να αιωρούνται στο δωμάτιο και δεν εννοούσαν με κανένα τρόπο να διαλυθούν.

Μόνο όταν έφυγε ο καπνός άρχισε να νιώθει καλύτερα ο κύριος Φούζι. Αλλά με τον ίδιο ρυθμό που διαλυόταν ο καπνός χλόμιαζαν και οι αριθμοί πάνω στον καθρέφτη. Κι όταν τελικά χάθηκαν εντελώς, στη μνήμη του κυρίου Φούζι έσβησε και η ανάμνηση του γκρίζου επισκέπτη. Η θύμηση έσβησε, όχι όμως και η απόφαση! Αυτήν τη θεωρούσε δικιά του. Η πρόθεση να εξοικονομάει χρόνο από τώρα και στο εξής για να μπορέσει κάποτε στο μέλλον ν’ αρχίσει μια άλλη ζωή είχε ριζωθεί βαθιά μέσα στην ψυχή του, όπως ένα αγκάθι, ένα αγκίστρι.

Τότε ήταν που φτάσανε οι πρώτοι πελάτες εκείνης της μέρας. Ο κύριος Φούζι τους εξυπηρέτησε μουτρωμένος, παράλειψε όλα τα περιττά, δε μίλησε καθόλου και τέλειωσε πραγματικά σε είκοσι μόνο λεπτά αντί για μισή ώρα.

Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φερόταν από τώρα και στο εξής στον κάθε πελάτη του. Η δουλειά του δεν τον ευχαριστούσε πια καθόλου, έτσι όπως γινόταν, αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Προσέλαβε τώρα εκτός από το μαθητευόμενό του δυο άλλους βοηθούς και παρακολουθούσε πολύ προσεκτικά να μην πάει χαμένο ούτε ένα δευτερόλεπτο· Η κάθε κίνηση ήταν υπολογισμένη πάνω σ’ ένα ακριβέστατο χρονοδιάγραμμα. Στο μαγαζί του κυρίου Φούζι κρεμόταν τώρα μια ταμπέλα με την επιγραφή:


ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ - ΔΙΠΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ!


Στη δεσποινίδα Ντάρια έγραψε μια σύντομη και ξερή επιστολή, όπου της έλεγε πως δε θα μπορούσε να την ξαναδεί γιατί δεν είχε χρόνο. Πούλησε το παπαγαλάκι σ’ ένα μαγαζί για ζώα. Κι έβαλε τη μητέρα του σ’ ένα καλό αλλά φτηνό γηροκομείο, όπου την επισκεπτόταν μια φορά το μήνα. Και σ’ όλα τ’ άλλα ακολουθούσε τις συμβουλές του γκρίζου κυρίου, μια και τις θεωρούσε αποφάσεις δικές του.

Γινόταν όλο και πιο νευρικός κι ανήσυχος, γιατί ένα ήταν το παράξενο: απ’ όλο το χρόνο που εξοικονομούσε στην πραγματικότητα δεν του έμενε ποτέ τίποτα. Απλούστατα εξαφανιζόταν με κάποιο μυστηριώδη τρόπο και δεν υπήρχε πια. Στην αρχή οι μέρες του γίνονταν λίγο πιο σύντομες, αργότερα όμως όλο και πιο μακριές. Προτού προλάβει καν να το πάρει είδηση, είχε περάσει κιόλας μια βδομάδα, ένας χρόνος, ακόμα ένας χρόνος κι ακόμα ένας.

Μια και δε θυμόταν πια την επίσκεψη του γκρίζου κυρίου, θα έπρεπε βέβαια ν’ αναρωτηθεί στα σοβαρά τι είχε γίνει όλος αυτός ο χρόνος του. Αλλά δεν έκανε ποτέ αυτήν την ερώτηση στον εαυτό του, όπως δεν την έκαναν και οι άλλοι που αποταμίευαν χρόνο. Ήταν σαν να τον είχε πιάσει μια τυφλή μανία. Κι όταν, καμιά φορά, αντιλαμβανόταν πόσο γρήγορα κι όλο πιο γρήγορα περνούσαν οι μέρες του, έκανε τις οικονομίες του ακόμα πιο πεισματικά.

Αυτό που είχε πάθει ο κύριος Φούζι, το είχαν κιόλας πάθει πολλοί άλλοι στη μεγάλη πόλη. Και κάθε μέρα πλήθαιναν εκείνοι που είχαν αρχίσει να κάνουν αυτό που λέγανε «χρονοαποταμίευση». Κι όσο περισσότεροι γίνονταν, τόσο πλήθαιναν εκείνοι που τους ακολουθούσαν, γιατί ακόμα και σε κείνους που κατά βάθος δεν το ήθελαν καθόλου, δεν έμενε άλλη εκλογή παρά να κάνουν και κείνοι το ίδιο.

Στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση και στις εφημερίδες εξηγούσαν κι επαινούσαν κάθε μέρα τις καινούριες συσκευές που εξοικονομούσαν το χρόνο και που θα χάριζαν κάποτε στον άνθρωπο την ελευθερία να ζήσει μια «σωστή» ζωή. Στους τοίχους των σπιτιών και στις κολόνες για ρεκλάμες ήταν κολλημένες αφίσες, όπου έβλεπες τις πιο απίθανες παραστάσεις της ευτυχίας. Από κάτω έγραφε με χτυπητά γράμματα:


Ο1 ΧΡΟΝΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΤΕΣ ΤΗΝ ΕΧΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!

ή

ΣΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΑΠΟΤΑΜΙΕΥΤΕΣ ΑΝΗΚΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ!

ή

ΚΑΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΣΟΥ. ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕ ΧΡΟΝΟ.



εικονογράφηση για τη "Μόμο"



Η πραγματικότητα όμως είχε μια τελείως διαφορετική όψη. Οι χρονοαποταμιευτές ήταν βέβαια πιο καλοντυμένοι από τους ανθρώπους που ζούσαν κοντά στο παλιό θέατρο. Κέρδιζαν περισσότερα και μπορούσαν να ξοδέψουν περισσότερα. Αλλά τα πρόσωπά τους ήταν σκυθρωπά, κουρασμένα ή και πικραμένα. Η κουβέντα «πήγαινε στη Μόμο» τους ήταν φυσικά άγνωστη. Δεν είχαν κανένα ν’ ακούσει αυτά που θα λέγανε και να γίνουν μ’ αυτόν τον τρόπο πιο έξυπνοι, πιο ήρεμοι ή ακόμα και πιο χαρούμενοι. Μα και να υπήρχε στο περιβάλλον τους κάποιος σαν την Μόμο, είναι πολύ αμφίβολο πως θα πήγαιναν να τον βρούνε. Μόνο τότε θα πήγαιναν αν μπορούσαν να τελειώσουν τη δουλειά τους σε πέντε λεπτά. Διαφορετικά θα το θεωρούσαν χαμένο καιρό. Πίστευαν πως έπρεπε να εκμεταλλεύονται ακόμα και τις ελεύθερες ώρες τους για να αναπαυτούν ή να διασκεδάσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν.

Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να χαρούν τις γιορτές, άσχετα αν ήταν επίσημες ή γλέντια. Το ονειροπόλημα λογιζόταν γι’ αυτούς σχεδόν σαν έγκλημα. Αλλά εκείνο που δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν ήταν η σιωπή. Γιατί όταν όλα ήταν σιωπηλά τους έπιανε ο φόβος, επειδή τότε ήταν που νιώθανε τι γινόταν στην πραγματικότητα με τη ζωή τους. Γι’ αυτό και κάνανε φασαρία, κάθε φορά που καταλάβαιναν πως θα έπεφτε η σιωπή. Μα δεν ήταν χαρούμενη η φασαρία που κάνανε, όπως γίνεται σε μια παιδική χαρά, αλλά μανιασμένη και κακόκεφη, που γέμιζε την πόλη μέρα με τη μέρα όλο και με μεγαλύτερο θόρυβο.

Δεν είχε καμιά σημασία αν έκανες ευχάριστα τη δουλειά σου κι αν αγαπούσες το επάγγελμά σου, αντίθετα αυτό μονάχα σ’ εμπόδιζε. Σημασία είχε να κάνεις όσο το δυνατόν περισσότερα σε όσο το δυνατό λιγότερο χρόνο.

Σ’ όλες τις επιχειρήσεις που απασχολούσαν προσωπικό, στα μεγάλα εργοστάσια και στα γραφεία, κρέμονταν ταμπέλες που γράφανε


Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ – ΜΗΝ ΤΟΝ ΧΑΝΕΙΣ!

ή

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΤΟ ΧΡΗΜΑ – ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ!


Όμοιες ταμπέλες κρέμονταν επίσης πάνω από τα γραφεία των προϊστάμενων, πάνω από τις πολυθρόνες των διευθυντών, στα ιατρεία των γιατρών, στα μαγαζιά, στα εστιατόρια και στα σουπερμάρκετ, ακόμα και στα σχολεία και στα νηπιαγωγεία. Δεν υπήρχαν εξαιρέσεις.

Και τελικά ακόμα κι η ίδια η μεγάλη πόλη άρχισε σιγά σιγά ν’ αλλάζει όψη. Τα παλιά κτίρια κατεδαφίζονταν και καινούρια χτίζονταν, όπου παραλείπανε οτιδήποτε θεωρούσαν περιττό. Δεν κάνανε πια τον κόπο να χτίσουν τα σπίτια στα μέτρα των ανθρώπων που κάθονταν μέσα. Γιατί τότε θα έπρεπε να χτίζουν συνέχεια διαφορετικά σπίτια. Ήταν πολύ πιο φτηνό να χτίζουν όμοια και προπαντός εξοικονομούσαν χρόνο.

Στα βόρεια της μεγάλης πόλης απλώνονταν κιόλας τεράστια τετράγωνα καινούριων συνοικιών. Εκεί υψώνονταν σε ατέλειωτες σειρές πολυόροφες φτηνές πολυκατοικίες, που μοιάζανε μεταξύ τους όπως το ένα αυγό με το άλλο. Και καθώς όλα τα σπίτια μοιάζανε μεταξύ τους, μοιάζανε φυσικά και οι δρόμοι. Κι αυτοί οι ομοιόμορφοι δρόμοι μάκραιναν και μάκραιναν κι απλώνονταν κιόλας ολόισιοι ως τον ορίζοντα - μια πραγματική έρημος που την είχε δημιουργήσει η τέλεια τάξη! Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ήταν τακτοποιημένη και η ζωή των ανθρώπων που μένανε εδώ - ολόισια ως τον ορίζοντα! Κι αυτό γιατί τα πάντα εδώ ήταν υπολογισμέ να και προγραμματισμένα, κάθε εκατοστό και κάθε δευτερόλεπτο.

Κανένας δεν έδειχνε να προσέχει πως κάνοντας οικονομία στο χρόνο έκανε οικονομία σε κάτι το εντελώς διαφορετικό. Κανένας δεν ήθελε να συνειδητοποιήσει πως η ζωή του γινόταν όλο και πιο φτωχιά, όλο και πιο μονότονη, όλο και πιο ψυχρή.

Εκείνα πού το νιώθανε ήταν τα παιδιά, γιατί κανένας δεν είχε πια καιρό γι’ αυτά.

Ο χρόνος όμως είναι η ζωή. Και η ζωή κατοικεί στην καρδιά.

Κι όσο περισσότερες οικονομίες κάνανε σ’ αυτόν οι άνθρωποι τόσο λιγότερο είχαν απ’ αυτόν.»



Φρανθίσκο Γκόγια - Ο Κρόνος καταβροχθίζει το παιδί του
Francisco de Goya - Saturno devorando a_su hijo (1819-1823)

Επίλογος. Πέρα από τη μέτρηση του χρόνου. Μέσα στην καρδιά.



Αυτό, λοιπόν, ήταν το κεφάλαιο από τη “Μόμο” του Μίχαελ Έντε. Κι αν αγχωθήκατε, έστω και λίγο, παρέα με τον κύριο Φούζι τον κουρέα· κι αν πιάσατε να υπολογίζετε τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα – τότε αυτό σημαίνει πως οι Γκρίζοι Κύριοι δεν είναι καθόλου αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα.

Ποιοι, λοιπόν, είναι οι Κλέφτες του Χρόνου; Και ποια στάση μπορούμε να έχουμε απέναντί τους; Η Μόμο τους αντιμετωπίζει με τον δικό της τρόπο – μα εμείς πρέπει να βρούμε κάποιον άλλο – δικό μας.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης τόνιζε πως ο χρόνος υφίσταται πέρα από την επανάληψη και τον κλειστό κύκλο (χαρακτηριστικά της ταυτιστικής λογικής, σύμφωνα με την οποία τα πάντα γύρω μας υφίστανται σε σύνολα που μπορούν να μετρηθούν και να κατανεμηθούν ποσοτικά), ως δημιουργός χρόνος, ως χρόνος ανάδυσης σημασιών και νοήματος – μέρος της αέναης δημιουργίας του είναι. Και αυτή η ανάδυση σημασιών και νοήματος είναι μέρος του συλλογικού φαντασιακού και συμμετέχει σε μια διαρκή μεταβολή, παρέα με τις κοινωνίες του ανθρώπου και τον άνθρωπο τον ίδιο.

Να το πούμε με άλλα λόγια: οι κοινωνίες κατασκευάζουν για τον εαυτό τους το χρόνο τους. Και κοινωνίες είμαστε εμείς οι ίδιοι. Όσα φτάνουμε να θεωρούμε δεδομένα για το χρόνο στις μέρες μας – για το καθημερινό ωράριο και για το πέρασμα των εποχών, και για τις διακοπές, και για τις ηλικίες (τι σημαίνει να είσαι παιδί, τι έφηβος, τι ενήλικας, τι ηλικιωμένος), και για τον εργάσιμο και τον «ελεύθερο χρόνο», και για τα ρολόγια με το ανελέητο τικ τακ τους…. δεν σημαίνει πως ήταν δεδομένα μια για πάντα, για κάθε άνθρωπο και κάθε εποχή.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο – μα για κάποιο λόγο, παραδομένοι στο ρυθμό μιας καθημερινότητας που δεν διαλέξαμε μα βρήκαμε έτοιμη – το ξεχνάμε.

Επανερχόμενοι στην αφήγηση του Έντε, η σχέση μας με τον χρόνο δεν μπορεί ποτέ να είναι μια διανοητική σχέση. Είναι πρωτίστως σχέση συναισθηματική και ψυχολογική.

Ο σύγχρονος Κρόνος που τρώει τα παιδιά του είναι περισσότερο κοινωνικό και λιγότερο μυθολογικό κατασκεύασμα. Απέναντι στην αδηφάγα μανία του να καταπιεί τον κόσμο και να τον περιχαρακώσει στα καλούπια της στυγνής καθημερινής λειτουργικότητάς του, χρειάζεται ν’ αντιτάξουμε έναν άλλο χρόνο – ένα χρόνο περισσότερο πρωταρχικό, αρχέγονο, βαθύτερο.

Έναν χρόνο που θα είναι ο δικός μας χρόνος – ο χρόνος που θ’ ανταποκρίνεται στους χτύπους της καρδιάς μας.



© το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης του 17 (μα σάμπως έχει σημασία πότε γράφτηκε το κείμενο;)



"Time, time, time, see what's become of me..."
"Time, time, time, see what's become of me..."