Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29 Σεπτεμβρίου 2019

Μετρώντας τις ώρες


Ρολόγια, άγχος, εργασία, σύγχρονοι ρυθμοί ζωής / Clocks, clocks, clocks



Δουλειά
Μετράς τις ώρες. Οι δείκτες στο ρολόι μοιάζουν
γίγαντες με πέτρινα ποδάρια. Κρέμεσαι απ’ τη ράχη τους
σαν ναυαγός στο νησί του Κύκλωπα.
Απόδραση! Γλυκιά απόδραση!
Κάθε ώρα που περνά, κάθε πάτημα του γίγαντα, ξεφυσούν αέρα
στο αερόστατο της σκέψης σου. Και υψώνεσαι όλο και ψηλότερα,
περιμένοντας να πετάξεις πώς και πώς.
Μα τα σκοινιά σε κρατούν στη γη ακόμα: χαρτιά, οθόνες, τηλέφωνα, deadlines,
άγχος, άγχος, άγχος, γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα!
Πώς το είχε πει ο Μαρξ: το Βασίλειο της Αναγκαιότητας και
το Βασίλειο της Ελευθερίας. Το δεύτερο γεμίζει
όταν αδειάζει το πρώτο, κλεψύδρα με χρυσή και λευκή άμμο.
Μα είναι αλληλένδετα, ενωμένα σαν το
φίδι που δαγκώνει την ουρά του και το περνάς
κολάρο στο λαιμό σου.
Άντε, γίγαντα, κουνήσου, μετακίνησε το πελώριο
σαν θωρηκτό κορμί σου! Το αερόστατο της σκέψης μου
φουσκώνει, δεν με χωρά η αίθουσα, δεν με χωρούν οι υπολογισμοί και οι οθόνες και τα διαολεμένα 

τα προγράμματά σας.
Το Βασίλειο της Ελευθερίας ξεπετά μουσικές και φώτα,
αντίλαλος περιοδεύοντος λούνα παρκ
τυμπανοκρουσίες στο κεφάλι σου
αναδυόμενη απ’ τους αφρούς λαχτάρα
εκείνο το τελευταίο κουμπί που πιλατεύεις
με τρεμάμενα χέρια
από τη μισάνοιχτη μπλούζα της γυναίκας.
Μα οι γίγαντες βαδίζουν με το πάσο τους. Κάθε βήμα τους
προσγειώνεται σαν οβίδα. Σαν κεντρικός τίτλος εφημερίδας
με μεγάλα μαύρα γράμματα και φτηνές λέξεις εντυπωσιασμού, 
που αναπληρώνουν σε μέγεθος 
ό,τι χάνουν σε ουσία.
Τίτλο στον τίτλο, λέξη στη λέξη, θα την ξεφυλλίσεις τη φυλλάδα,
και σήμερα σαν κάθε μέρα, για να την πετάξεις στον
πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων όταν δεν έχει άλλα να σου δώσει
και να δεις, ξανά, τις λαμπρές πύλες να ξανοίγονται μπροστά σου.
Νά! Το Βασίλειο της Ελευθερίας ξεπροβάλλει στη σκέψη σου
και μαζί με αυτό χίλιες υποσχέσεις!
Τί να κάνω απόψε; Να βγω; Να διαβάσω; Να γράψω; Να πάω σινεμά; Να κάνω
βόλτες σε μέρη αγαπημένα; Να δω φίλους καλούς; Τόσες δυνατότητες,
τόσες επιλογές,
ώ, Βασίλειο της Ελευθερίας, πόσοι πρίγκιπες διεκδίκησαν μια θέση
στο κρεβάτι της πριγκίπισσάς σου!
Έφτασες στο όριο. Οι δείκτες σημαίνουν τα τελευταία βασανιστικά
χτυπήματά τους, λίγο ακόμα κι είσαι ελεύθερος ξανά.
Κάποιες τελικές δεσμεύσεις, κάποια άγχη που περίσσεψαν, γρήγορα
να τελειώνουμε με δαύτα, έχουμε ζωή μπροστά μας!
Και νά! Ο γίγαντας πέρασε στην αντίπερα όχθη, το ρολόι έπεσε απ’ το βάθρο του,
επιτέλους σήμανε η ώρα! Φεύγεις, φεύγεις, τέλος η δουλειά!
Γρήγορα στο σπίτι, γρήγορα! Ελευθερία, ζωή, παίρνω 
το πρώτο τρένο κι έρχομαι, 
έρχομαι, περίμενέ με! 

....................

Και τελικά φτάνεις στο σπίτι. Ο ήλιος ματώνει τον ουρανό. Έξω
ανάβουνε φωτιές. Μουσική και γαβγίσματα σκυλιών και υποσχέσεις
παραδέρνουν στον αέρα.
Μα είσαι κουρασμένος.
Ώ, τόσο κουρασμένος.
Φτιάχνεις κάτι να φας.
Γρήγορα.
Ξαπλώνεις.
Ψόφιος.
Και κοιμάσαι.
Κοιμάσαι.
Και έτσι φεύγει άλλη μια μέρα
και ξημερώνει η επόμενη.
Δουλειά.
Μετράς τις ώρες…



Το Φονικό Κουνέλι, Σεπτέμβρης του 19


~~~~~~~~~~~~~~~~

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




30 Μαΐου 2019

Χούλιο Κορτάσαρ... για τη Τζαζ



Ο Χούλιο Κορτάσαρ για τη Τζαζ - παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Julio Cortázar playing his trumpet




«Μέσα από ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο ακουγόταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και μετά το πιάνο, όλα μες στους αχνούς ενός παλιού γραμμόφωνου και μιας ελεεινής ηχογράφησης, από μια ορχήστρα ο Θεός να την κάνει, πριν την εμφάνιση της τζαζ, αλλά στο κάτω κάτω απ' αυτούς τους παλιούς δίσκους, απ' τα show boats και τις νύχτες στο Στόριβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική οικουμενική μουσική του αιώνα,

» κάτι που έφερνε κοντά τους ανθρώπους περισσότερο και καλύτερα απ' ό,τι η εσπεράντο, η Unesco ή οι αερογραμμές, μια μουσική όσο πρέπει πρωτόγονη ώστε ν' αγγίζει την οικουμενικότητα, και όσο πρέπει καλή ώστε να γράψει τη δική της ιστορία, με σχίσματα, αποκηρύξεις και αιρέσεις, με το τσάρλεστον, το μπλακ μπότομ, το σίμι, το φοξ-τρότ, το στομπ και τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή το άλλο στιλ, το σουίνγκ, το μπίμποπ, το κουλ, να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη χοτ και την εγκεφαλική τζαζ,

» μια μουσική ανθρώπινη, μια μουσική με διαφορετική ιστορία από αυτήν της ζωώδους χορευτικής μουσικής, της πόλκας, του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου επέτρεπε να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στη Μεντόσα ή στο Κέιπ Τάουν, που ‘φερνε πιο κοντά τους νεαρούς με τους δίσκους κάτω απ' τη μασχάλη, που τους προμήθευε με ονόματα και μελωδίες σαν κωδικούς για ν' αναγνωρίζονται, να επικοινωνούν και να νιώθουν λιγότερο μόνοι, περιστοιχισμένοι από συγγενείς, προϊσταμένους και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες,

» μια φυσική που απελευθέρωνε κάθε φαντασία και κάθε γούστο, τα ορχηστρικά 78 στροφών με τον Φρέντι Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, η αντιδραστική αποκλειστικότητα της ντίξιλαντ, η ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον «Μπιξ» Μπάιντερμπέκι ή η απόδυση στη μεγάλη περιπέτεια του Θελόνιους Μονκ, του Χόρας Σίλβερ ή του Θαντ Τζόουνς, τα γλυκανάλατα του Έρολ Γκάρνερ ή του «Αρτ» Τέιτουμ, οι μεταμέλειες και οι αποκηρύξεις, η προτίμηση στα μικρά γκρουπ, οι μυστηριώδεις ηχογραφήσεις με ψευδώνυμα και με τίτλους που τους επέβαλλαν οι δισκογραφικές εταιρείες ή τους υπαγόρευαν καπρίτσια της στιγμής,

» κι όλη αυτή η μασονία του σαββατόβραδου στο δωμάτιο του συμφοιτητή ή στο υπόγειο της λέσχης, με κοπέλες που προτιμούν να χορεύουν το “Star Dust” ή το “When your man is going to put you down” και μοσχοβολούν άρωμα και δέρμα και ζέστη, που αφήνουν να τις φιλήσεις όταν είναι πια αργά και κάποιος έχει βάλει το “The blues with a feeling” και σχεδόν κανείς πια δε χορεύει, μόνο στέκονται και λικνίζονται κι όλα είναι ποταπά, θολά και βρόμικα, και τ' αγόρια θέλουν να βγάλουν αυτά τα χλιαρά «κορμάκια» ενώ τα χέρια τους χαϊδεύουν μια πλάτη, και οι κοπέλες έχουν μισάνοιχτο το στόμα, παραδομένες στον ηδονικό φόβο και στη νύχτα, και τότε σηκώνεται μια τρομπέτα και τις κατακτά για λογαριασμό όλων των αγοριών, παίρνοντάς τες με μία και μόνη ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένοι μίσχοι στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους, κι αρχίζει μια ασάλευτη κούρσα, ένα σάλτο στον νυχτερινό αέρα, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα πιανάκι τις επιστρέφει στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες κι ακόμα παρθένες ως το άλλο Σάββατο,

» όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ψωροφαντασμένους των θεωρείων, αυτούς που πιστεύουν πως τίποτα δεν αληθεύει αν δεν υπάρχουν τυπωμένα προγράμματα και ταξιθέτες, έτσι πάει ο κόσμος, και η τζαζ είναι σαν ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετασταθμεύει ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, λαθραία, πάνω από σύνορα, πάνω από τελώνες, κάτι που τρέχει και εξαπλώνεται, κι απόψε στη Βιέννη τραγουδά η Έλα Φιτζέραλντ ενώ στο Παρίσι ο Κένι Κλαρκ εγκαινιάζει μια cave και στο Περπινιάν χοροπηδούν τα δάχτυλα του Όσκαρ Πίτερσον κι ο «Σάτσμο» είν' όπου θέλεις χάρη στο δώρο της πανταχού παρουσίας που του έκανε ο Κύριος, στο Μπέρμιγχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενεύη, σ' όλο τον κόσμο,

» είναι αναπότρεπτο, είναι η βροχή και το ψωμί και το αλάτι, κάτι που αδιαφορεί απολύτως για τις εθνικές εορτές, για τις απαράβατες παραδόσεις, για τη γλώσσα και για το φολκλόρ: ένα ασύνορο σύννεφο, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα, μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν, κάτι από κάτω, που αδελφώνει Μεξικανούς με Νορβηγούς και Ρώσους και Ισπανούς, που τους επανεντάσσει στη μουντή και ξεχασμένη κεντρική φωτιά, και τους επαναφέρει άτσαλα κι άσχημα και με επισφάλεια σε προδομένες απαρχές, τους δείχνει ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ήταν ο καλύτερος, ή ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν ήταν ο καλύτερος αλλά μπορεί και να υπήρχαν άλλοι δρόμοι, γλυκοδιάβατοι, που δεν τους πήραν ή τους πήραν μέχρι τα μισά,

» κι ότι ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι παραπάνω από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί κλείνει μέσα του αυτά που η τζαζ υπονοεί, αυτά που παρακάμπτει, ακόμα κι αυτά που προεικάζει, και λιγότερο από άνθρωπος γιατί αυτή την ελευθερία τη μετέτρεψε σ' ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου αρκείται να ‘ναι ο αξιωματικός ή το άλογο, ένας ορισμός της ελευθερίας που διδάσκεται στα σχολεία, ναι, στα σχολεία, όπου τα παιδιά δε διδάχθηκαν ούτε θα διδαχθούν ποτέ τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταιμ ή την πρώτη φράση ενός μπλουζ, και τα λοιπά και τα λοιπά.»


"I could sit here and think a thousand miles away

I could sit here and think a thousand miles away

Since I had the blues this but I can't remember the day..."




*** 



Τέτοια έγραφε ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Kορτάσαρ [Julio Cortázar], εν έτει 1963, στο μυθιστόρημα του "Kουτσό" ["Rayuela", αγγλικά: "Ηopscotch"]. Ένα βιβλίο που ανασαίνει σε ρυθμούς τζαζ, παιχνιδιάρικο και πειραματικό σαν τον τίτλο του. Ένα βιβλίο στο οποίο ευελπιστώ να επανέλθω κάποια στιγμή. Στο μεταξύ όμως, μπορούμε να αφεθούμε, για μία φορά ακόμη, στη γλυκιά μελωδία εκείνης της ταξιδιάρικης τρομπέτας.

Photo: Στην πρώτη φωτογραφία ο Χούλιο Κορτάσαρ, σε επεξεργασία δική μου. Στη δεύτερη ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw, από το 19o Technopolis Jazz Festival στην Αθήνα. Η μετάφραση του Χούλιο Κορτσάραρ είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Το φονικό κουνέλι, Μάιος του 19.



Ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw από το 19o Technopolis Jazz Festival

23 Απριλίου 2019

Η Ρωγμή στον τοίχο του κόσμου σου. Μια ιστορία του Μίχαελ Έντε





Ένα διήγημα του Μίχαελ Έντε, από το βιβλίο του "Ο Καθρέφτης Μέσα Στον Καθρέφτη"




«Αργά σαν πλανήτης γυρίζει, γυρίζει, το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με τη χοντρή τάβλα. Πάνω του έχει ένα τοπίο με βουνά και δάση, πολιτείες και χωριά, ποταμούς και λίμνες. Στο κέντρο, μικρός κι εύθραυστος σαν αγαλματάκι από πορσελάνη, κάθεσαι συ και γυρίζεις μαζί μ' όλα τ' άλλα.

Το ξέρεις ότι όλα γυρίζουν ασταμάτητα, οι αισθήσεις σου όμως δεν το αντιλαμβάνονται. Το τραπέζι βρίσκεται στο κέντρο μιας μεγάλης θολωτής αίθουσας, που επίσης γυρίζει, με το πέτρινο πάτωμα, τους θόλους και τους τοίχους της, σαν πλανήτης. Πέρα μακριά στο μισόφωτο, κατά μήκος των τοίχων, βλέπεις ντουλάπια και μπαούλα, μια μεγάλη κλεψύδρα που δείχνει τον ήλιο και το φεγγάρι, κι ανάμεσά τους τους τοίχους που είναι ζωγραφισμένοι με άστρα, εδώ κι εκεί ένας κομήτης, και ψηλά πάνω από το κεφάλι σου στο θόλο ο γαλαξίας. Δεν υπάρχουν παράθυρα, δεν υπάρχουν πόρτες. Εδώ νιώθεις σίγουρος, όλα σου είναι γνώριμα και οικεία, όλα βρίσκονται στη θέση τους, μπορείς να βασιστείς επάνω τους. Είναι ο κόσμος σου. Γυρίζει, κι εσύ, στη μέση της μέσης, γυρίζεις κι εσύ μαζί της.

Να όμως που ξάφνου ένας σεισμός τραντάζει τα πάντα. Ο πέτρινος τοίχος ραγίζει κι ανοίγει. Η χαραμάδα μεγαλώνει συνέχεια. Τα ζωγραφισμένα αστέρια απομακρύνονται κι εσύ βλέπεις κάτι τόσο παράξενο που το βλέμμα σου αρνείται να το δει, ένα χάος που καταπίνει τη ματιά σου, ένα φωτεινό σκοτάδι, μια ασάλευτη θύελλα, μια αιώνια αστραπή. Το μόνο στήριγμα, που τα μάτια σου μπορούν ν’αναζητήσουν, είναι μια ανθρώπινη μορφή, ξαπλωμένη πάνω από το απύθμενο χάος, τυλιγμένη σε πανιά από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Το πανί ανεμίζει κι όμως δεν κουνιέται καθόλου, όπως στους πίνακες ζωγραφικής. Η τυλιγμένη μορφή μένει ήσυχα στη θέση της, μόνο που θέση δεν υπάρχει, δεν ακουμπάει πουθενά, κάτω απ' τα πόδια της ανοίγεται η άβυσσος. Ο άνεμος της έχει κρύψει με το πανί το πρόσωπο, εσύ όμως φαντάζεσαι τα χαρακτηριστικά της. Να τώρα, βλέπεις το στόμα της να κινείται πίσω από το ύφασμα, κι ακούς μια βαθιά, γλυκιά φωνή να λέει:

"Έλα έξω, μικρέ μου αδελφέ!"

"Όχι", φωνάζεις τρομαγμένος, "φύγε! Ποιος είσαι; Δε σε γνωρίζω".

"Δεν μπορείς να με αναγνωρίσεις", απαντάει η μορφή, "όσο δε βγαίνεις από κει μέσα. Λοιπόν, βγες έξω!"

"Δε θέλω!" φωνάζεις. "Γιατί να βγω;"

"Ήρθε η ώρα", σου απαντάει.

"Όχι", λες εσύ, "όχι, αυτός εδώ είναι ο κόσμος μου! Εδώ ήμουνα πάντα κι εδώ θέλω να μείνω. Φύγε!"

"Παράτησέ τα όλα!", λέει ο άλλος, "κάν' το τώρα μόνος σου πριν αναγκαστείς να το κάνεις. Σε λίγο θα είναι αργά".

"Φοβάμαι!", του απαντάς.

"Παράτα και το φόβο σου!", είναι η απάντησή του.

"Δεν μπορώ", λες εσύ.

"Τότε παράτα και τον εαυτό σου!".

Τώρα σιγουρεύεσαι πια ότι η φωνή είναι του Κακού κι είσαι αποφασισμένος ν' αρνηθείς.

"Γιατί κρύβεσαι και δε μου δείχνεις το πρόσωπό σου; Ξέρω, θέλεις να με καταστρέψεις. Θέλεις να με παρασύρεις να βγω, για να πέσω στο κενό".

Ο συνομιλητής σου σωπαίνει για λίγο και τέλος λέει:

"Μάθε να πέφτεις!"

Ανασαίνεις με ανακούφιση όταν η μορφή εξαφανίζεται από μπροστά σου. Ωστόσο δεν ήταν αυτή που κουνήθηκε. Η θολωτή αίθουσα συνέχισε αργά να γυρίζει, μαζί της και το στρογγυλό τραπέζι, στη μέση του οποίου κάθεσαι εσύ, μικρός και εύθραυστος. Και το άνοιγμα του τοίχου απομακρύνθηκε σιγά–σιγά από τη μορφή με το σκεπασμένο πρόσωπο.

Κάτι όμως έχει αλλάξει. Η χαραμάδα στον τοίχο δε λέει να κλείσει. Και πίσω από τα ζωγραφισμένα σου αστέρια, έξω από το στερεό αναμφισβήτητο κόσμο σου, παραμένει αισθητό εκείνο το άλλο που ανατρέπει τα πάντα. Δεν μπορείς να προστατευτείς. Αλλά δεν είσαι καθόλου πρόθυμος να το παραδεχτείς. Είσαι τόσο πληγωμένος, που η πληγή σου δε θα γιατρευτεί ποτέ. Τίποτα δε θα ξαναγίνει όπως πρώτα.

Και να που η παράξενη μορφή ξαναπερνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου για δεύτερη φορά. Δεν έχει απομακρυνθεί. Σε περιμένει. "Έλα! ", σου λέει τρυφερά, "μάθε να πέφτεις!".

Κι εσύ απαντάς:

"Το να πέσεις είναι αρκετά άσκημο, όταν συμβεί. Αλλά να το θέλεις κι από μόνος σου, ή να το μαθαίνεις, είναι καθαρή τρέλα! Είσαι πειρασμός και θα σε νικήσω. Δεν πρόκειται να σε ακολουθήσω γι' αυτό φύγε!"

"Θα πέσεις!" λέει η μούμια, "κι άμα δεν έχεις μάθει πως να το κάνεις, τότε θα είναι επικίνδυνο για σένα. Παράτησε λοιπόν τα πάντα! Γιατί σύντομα τίποτα πια δε θα μπορεί να σε συγκρατήσει!"

"Χώθηκες σαν τον κλέφτη μέσα στον κόσμο μου", βάζεις εσύ τις φωνές, "κανένας δε σε κάλεσε. Με τη βία κατέστρεψες την ιδιοκτησία και το καταφύγιό μου. Μπορείς να καταστρέψεις αυτό που πάνω του ακουμπάω, αλλά δεν μπορείς να μ' αναγκάσεις να σε υπακούσω".

"Δε σε αναγκάζω", σου απαντάει, "σε ικετεύω, μικρέ μου αδελφέ! Ήρθε η ώρα!"

Μ' αυτά τα τελευταία λόγια χάνεται και πάλι απ' τα μάτια σου. Καθώς φεύγει, σηκώνει το χέρι να σε χαιρετήσει και σου φαίνεται πως διέκρινες στη λάμψη της αιώνιας αστραπής το ματωμένο χνάρι ενός καρφιού στην παλάμη της. Το βλέμμα σου όμως έχει ήδη στραφεί αλλού και συνεχίζεις να γυρνάς πάνω στο τραπέζι, κάτω απ' το θόλο σου.

Μονολογείς και λες, όλα είναι οφθαλμαπάτη. Αργά ή γρήγορα η σχισμή στον τοίχο θα κλείσει πάλι. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και τότε θ' αποδειχτεί ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί οι τοίχοι είναι παμπάλαιοι και δεν μπορεί κανείς να τους καταστρέψει. Αυτά που υπήρχαν, θα υπάρχουν πάντα. Όλα τ' άλλα είναι ψεύτικα, και ποιος ξέρει πού βρέθηκαν. Δεν πρέπει κανείς να δίνει πίστη σε τέτοια πράγματα. Κι ύστερα είναι κι αυτή η τρομερή πρόσκληση! Σάμπως να περιείχε και μια δόση απειλής; Κι αν άπλωνες το χέρι σου και πιανόσουν απ' αυτό το ματωμένο χέρι, ποιος σου εγγυάται ότι θα σε κρατούσε στ' αλήθεια; Ακόμα χειρότερα, μπορεί να σε κρατούσε μέχρι να βγεις από το μικρό σίγουρο κόσμο σου κι ύστερα να σε πέταγε στο χάος....Όχι, το καλύτερο είναι να κρυφτείς, να μη σε ξαναβρεί αυτός εκεί απέξω. Γίνε ακόμα πιο μικρός! Κρύψου! Αν δεν μπορεί να σε βρει, ίσως να τα παρατήσει, κι όλα θα ξαναγίνουν σαν πρώτα.

Η θολωτή αίθουσα γυρίζει αργά, μαζί με το τραπέζι και τις πόλεις και τα χωριά και τις λίμνες και στη μέση εσένα τον ίδιο. Και να που για τρίτη φορά αντικρίζεις ετούτη την παράξενη μορφή, στη μέση της ακίνητης θύελλας, στο φως της αιώνιας αστραπής.

"Μικρέ μου αδελφέ", λέει ξανά η φωνή κι αυτή τη φορά ακούγεται κουρασμένη, πονεμένη, "άκουσέ με και δώσε πίστη σ' αυτά που σου λέω! Δεν μπορείς να μείνεις άλλο εκεί που είσαι. Έλα έξω!"

"Θα με πιάσεις και θα με κρατήσεις, αν πέσω;", ρωτάς.

Η μορφή, η τυλιγμένη με το πανί, γνέφει αργά με το κεφάλι.

"Αν έχεις μάθει να πέφτεις, δε θα πέσεις. Δεν υπάρχει πάνω και κάτω, πού θα πέσεις λοιπόν; Τ' αστέρια συγκρατούν το ένα το άλλο στις τροχιές τους, χωρίς ν' αγγίζονται, απλά και μόνο επειδή έχουν συγγένεια μεταξύ τους. Το ίδιο θα συμβεί και με μας. Κάτι δικό μου βρίσκεται μέσα σου. Θα συγκρατούμε ο ένας τον άλλο, και δε θα στηριζόμαστε πουθενά αλλού, θα' μαστε αστέρια που γυρίζουν αργά, γι' αυτό παράτησέ τα όλα! Ελευθερώσου!"

"Πώς μπορώ να ξέρω ότι μου λες την αλήθεια;", φωνάζεις απελπισμένος.

"Αυτή τη σιγουριά πρέπει να την ψάξεις μέσα σου", σου απαντάει, "γιατί εγώ βρίσκομαι μέσα σου κι εσύ μέσα μου. Ακόμα κι οι αλήθειες κρατιούνται μεταξύ τους και δε στηρίζονται πουθενά".

"Όχι!", ουρλιάζεις, "αυτό δεν υποφέρεται! Δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία από σένα; Τι σε νοιάζει για μένα; Γιατί δε μ’ αφήνεις στην ησυχία μου, εδώ που κάθομαι; Δεν την θέλω την ελευθερία σου!"

"Θα ζήσεις ελεύθερος ή δε θα ζήσεις καθόλου".

Μετά ακούς κάτι που μοιάζει με αναστεναγμό. Οι τοίχοι σαλεύουν κι η σχισμή κλείνει ακριβώς όπως το ήθελες. Χαίρεσαι, αλλά η χαρά σου δεν κρατάει πολύ.

Κάτι συμβαίνει γύρω σου, κάτι που σιγά–σιγά αρχίζεις και το νιώθεις.

Ο γνώριμος κόσμος σου δε σου είναι πια γνώριμος. Στρέφεται εναντίον σου. Σκιές σκύβουν από το θόλο ψηλά, γκρίζες, πεινασμένες μορφές από ομίχλη, πρόσωπα μεγάλα και μικρά, που τα βλέπεις μπροστά σου κι ύστερα δεν τα βλέπεις, μια ταραγμένη θάλασσα από μπερδεμένα μέλη και σώματα που διαλύονται και σχηματίζονται γρήγορα ξανά. Τι κάνουν; Ποιοι είναι; Από πού έρχονται; Ξετρυπώνουν από τα μπαούλα και τα ντουλάπια, από την κλεψύδρα κι από τους τοίχους ακόμα, απ' όλα αυτά που σε στήριζαν και σ' έκαναν να νιώθεις σιγουριά. Η ιδιοκτησία σου και το καταφύγιό σου δεν υπάρχουν πια, καταστρέφονται μόνα τους. Κι ενώ η θολωτή αίθουσα περιστρέφεται αργά γύρω σου, γύρω από σένα που είσαι το μικρό εύθραυστο κέντρο της, εσύ αναγκάζεσαι να τα δεχτείς όλα, αφού δεν μπορείς να εμποδίσεις τίποτα. Εξάλλου συ ο ίδιος τα προκάλεσες.

Ωστόσο ακόμα σε φοβούνται, εσένα που είσαι ο δημιουργός τους. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Σπρώχνονται στις πιο μακρινές γωνιές, κοντά στους τοίχους. Στριμώχνονται στις άκρες και γλείφουν με τα ομιχλώδη σώματά τους τις ζωγραφιές, τα αστέρια χλομιάζουν. Απ' όπου περνούν, το στερέωμα θολώνει και γίνεται ίδιο μ' αυτά τα περίεργα πλάσματα. Σου κλέβουν τον κόσμο σου, σου κλέβουν την πραγματικότητά του, του ρουφάνε την ουσία του και τον μεταμορφώνουν σε φάντασμα. Τον διαλύουν, γιατί ποτέ δεν υπήρξε. Αχόρταγα σε πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο. Μόνο το τραπέζι με τη χοντρή του τάβλα και το τοπίο του έχει απομείνει. Γυρίζει ακόμα κι εσύ στη μέση του γυρίζεις μαζί του. Το ξέρεις πια, θα καταπιούν κι εσένα, θα σε διαλύσουν, γιατί ποτέ δεν υπήρξες.

Νιώθεις τα χτυπήματα του σφυριού, αλλά δεν τ' ακούς. Μα τι κάνουν εκεί; Ανοίγουν μια στοά από τη μια άκρη του τραπεζιού μέχρι την άλλη, κατά μήκος της τάβλας. Είναι κουραστική δουλειά, αυτοί όμως δεν κουράζονται. Στο τέλος το τραπέζι ανοίγει στα δύο κι απ' το άνοιγμα στάζει κάποιο υγρό, που το γλείφουν λαίμαργα σαν τα σκυλιά. Κι εσένα σου φαίνεται σαν να πίνουν το ίδιο σου το αίμα, που στάζει, καθώς με κάθε χτύπο της καρδιάς σου το τραπέζι γίνεται ανύπαρχτο. Ανείπωτη φρίκη και τρόμος σε κυριεύουν.

"Αδελφέ!", φωνάζεις, κι η φωνή σου δεν ακούγεται καλά–καλά, "σώσε με! Μάθε με να πέφτω!"

Ο τοίχος όμως δεν ανοίγει, γιατί δεν υπάρχει πια τοίχος. Σε λίγο δε θα υπάρχει τίποτ' άλλο, παρά μόνο το χάος. Θα πέφτεις και θα πέφτεις, χωρίς να έχεις μάθει πώς γίνεται, και θα ψάχνεις μέσα σου γι' αυτό που έχεις κοινό με τον αδερφό σου, για να στηριχτείς εκεί, όπως στηρίζονται μεταξύ τους τ' αστέρια στις τροχιές τους, επειδή πουθενά αλλού δεν θα μπορείς πια να στηριχτείς. Κι αυτό όμως ακόμα, θα μπορέσεις να το καταφέρεις; Θα τα καταφέρεις τώρα, που δεν έχεις μάθει πώς γίνεται;

Τώρα χάθηκαν όλα.

Ήρθε η ώρα.

Τώρα!»



Το διήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μίχαελ Έντε "Ο Καθρέφτης Μέσα Στον Καθρέφτη" [Michael Ende, “Der Spiegel im Spiegel: Ein Labyrinth ist eine surrealistische Geschichtensammlung”]. Πρώτη έκδοση: 1984. Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου.


Για την παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Απρίλης του 19.






22 Ιουλίου 2018

Once a Maiden fan, Always a Maiden fan


Ένα διαφορετικό αφιέρωμα στη δισκογραφία των Iron Maiden



Ένα διαφορετικό αφιέρωμα στη δισκογραφία των Iron Maiden



“Don't waste your time always searching for those wasted years,
Face up; make your stand and realize you're living in the golden years”

Iron Maiden, "Wasted Years"




Όλα ξεκινούν τη νύχτα, καταμεσής κάποιου δρόμου θαμμένου στη βαριά βρετανική ομίχλη. Τα πεζοδρόμια υγρά, σκορπώντας αντανακλάσεις από το φως του δρόμου – μοναχική παρουσία που στέκει και παραφυλά, προσπαθώντας να σπρώξει προς τα πίσω το σκοτάδι – το μόνο που πετυχαίνει όμως είναι να εντείνει τις σκιές: γιατί πάντα έτσι γίνεται, όσο μεγαλώνει το φως, τόσο απλώνει η σκιά. Στους τοίχους σκισμένες προεκλογικές αφίσες της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος προ των πυλών. Μια νυχτερίδα τινάζει τα φτερά της και φεύγει.

Κι εσύ. Κάπου ριγμένος σε αυτόν τον κόσμο, νέος, έφηβος, ένα πουλί μες στο κλουβί του – ή μια νυχτερίδα που ξέπεσε και αποζητά τ’ αδέρφια της που στάθηκαν περισσότερο τυχερά.

Οι λιγοστοί περαστικοί σε κοιτούν με φοβισμένο βλέμμα και επιταχύνουν το βήμα τους. Τι φταις που είσαι νυχτερίδα – όπως όλα τα πουλιά, θες απλά να τινάξεις τα φτερά σου. Να είσαι ελεύθερος.

Ο νόμος είναι εχθρός σου. Η πολιτική είναι εχθρός σου. Η κοινωνία – αυτή η κοινωνία της ανθρωπομάζας με τα κοστούμια και τις τηλεοράσεις, τις μετοχές και τα γρήγορα αμάξια – είναι εχθρός σου. Φίλοι σου οι απόκληροι: οι καλλιτέχνες, οι μοναχικοί, οι πόρνες. Και οι φιγούρες του παλιού καιρού, σαν αυτόν τον μασκοφορεμένο οργανοπαίχτη που ζούσε στα υπόγεια της παρισινής Όπερας και συνέθετε ουράνιες μελωδίες για την εκλεκτή της καρδιάς του. Να ‘χες μια εκλεκτή κι εσύ ο ίδιος, να συνθέτεις ουράνιες μελωδίες, κι ας είναι όλος ο κόσμος εναντίον σου!

Μα έχεις ένα πράγμα: την ελευθερία σου. Και αυτό δεν το αλλάζεις με τίποτα.




Εξώφυλλο για το Running Free EP των Iron Maiden
Eξώφυλλο δίσκου για το Killers των Iron Maiden




Κλείνεις τα μάτια. Χάνεσαι στη φαντασία σου – το παντοτινό σου καταφύγιο. Οι σκιές ξεδιπλώνονται αργόσυρτα στο δρόμο, σα φίδι που ζητά τη λεία του. Τα σπίτια μοιάζουν ρευστά, οι μορφές τους ρέουν η μία μες την άλλη, το παρόν με το παρελθόν συμπλέκονται λες και συνυπάρχουν όλα μαζί την ίδια στιγμή. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι το Λονδίνο της δεκαετίας του 80 – μα είναι και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Και – ίσως – είναι και το δωμάτιό σου, το καταφύγιό σου, με τις κουρτίνες τραβηγμένες, τα φώτα χαμηλά, τον υπολογιστή αναμμένο και τη μουσική να παίζει. Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Τι είναι χώρος, τι είναι χρόνος – εξήγησέ μου.

Και αυτός ο ημιφωτισμένος δρόμος που διακρίνεται μπροστά σου θυμίζει ένα παλιό μυθιστόρημα του Ένγκαρ Άλαν Πόε. Όδος Μοργκ. Κάτι είχε συμβεί σε αυτή την οδό – προσπαθείς να θυμηθείς. Μέχρι που μια σπαραχτική στριγκλιά σκίζει στα δυο τη σιγαλιά της νύχτας. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ουρλιάζει μαζί της – μα είναι ουρλιαχτό φρίκης ή ουρλιαχτό ηδονής;

Κυκεώνας. Ανεμοστρόβιλος. Η καμπή του χρόνου λύγισε. Γυρνάς σα σβούρα, χάνεσαι στη δίνη. Φωτιές γύρω σου παντού, νιώθεις τη φλόγα τους, σε τσουρουφλίζει το άγγιγμά τους. Μάτια που αστράφτουν στο σκοτάδι – και γέλια, φρικτά γέλια, σατανικά γέλια! Γύρω σου οι δικαστές, η φυλακή, οι δήμιοι, τα αυτάρεσκα καλοβολεμένα πρόσωπά τους. Που είναι η συμμορία της νεότητάς σου; Που είναι εκείνο το μπουρδέλο στην 22η λεωφόρο που πήγαινες κρυφά; Που είναι η Σάρλοτ η πόρνη; Είσαι ζωντανός ή νεκρός; Μήπως βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος στα μάτια σου; Αλίμονο, διανύεις τις τελευταίες σου στιγμές: βαδίζεις αργά προς το εκτελεστικό απόσπασμα, προς την καρέκλα, την κρεμάλα – και βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος τα μάτια σου! Γι’ αυτό και όλες αυτές οι εικόνες, γι’ αυτό όλες οι αναμνήσεις. Όχι, αφήστε να με φύγω, δεν είμαι εγώ ο ένοχος, δεν είμαι περισσότερο ένοχος από όλους εσάς! Γιατί με στιγματίζετε; Γιατί με εγκαταλείπετε; Ήθελα μόνο να είμαι ελεύθερος, ελεύθερος, τίποτα παραπάνω!

Θεέ μου, που βρίσκεσαι; Και αυτή η πεταλούδα που είδα να πετάει – μήπως είναι η ψυχή μου που γυρεύει να σκορπίσει; Να τινάξει τα φτερά της και ν’ αποτινάξει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που ζω; Την πραγματικότητα που ζείτε όλοι σας; Μια εικονική πραγματικότητα!

Ελευθερία! Ελευθερία!

Σιωπή. Σπαρακτική σιωπή.

Μέχρι που μια φωνή απλώνεται μες στο σκοτάδι – μια φωνή που σκορπά ανατριχίλες: «ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ αὐτοῦ ἑξακόσιοι ἑξήκοντα ἑξ – 666».



The Number Of The Beast, δίσκος των Iron Maiden
Εξώφυλλο για το Run To The Hills EP των Iron Maiden


 

Και να γύρω σου οι διάβολοι που χορεύουν! Και να ο Σατανάς ο ίδιος, στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο του! Θεέ μου, είναι αλήθεια όλα αυτά; Ή μήπως ονειρεύομαι κάποιο όνειρο ενός τρελού; Το όνειρο μιας ανθρωπότητας που τρελάθηκε; Και οι διάβολοι χορεύουν, κραδαίνοντάς τις τρίαινές τους! Ένας χορός, ένας ασταμάτητος χορός στα έγκατα της κόλασης!

Φύγε! Τρέξε μακριά! Και αν αυτοί οι δαίμονες μεταμορφωθούν μπροστά στα μάτια σου – αν τους δεις να μετατρέπονται σε εκείνους τους Λευκούς Κατακτητές, εκείνους τους καταπατητές, εκείνους τους σφετεριστές της γης σου… μην απορήσεις! Οι δαίμονες και οι παπάδες, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος! Γιατί θα έρθουν κρατώντας το σπαθί στο ένα χέρι, τη Βίβλο στο άλλο! Αυτά είναι τα δύο πρόσωπά τους! Τρέξε, εσύ υπερασπιστή της λεφτεριάς, γενναίε ιθαγενή, φύγε μακριά απ’ τον πολιτισμό του Λευκού Κατακτητή! Τρέξε στους λόφους να σωθείς! Πάρε γυναίκες και παιδιά και τρέξε στους λόφους να σωθείς!

Μα αν χρειαστεί να πολεμήσεις… αν χρειαστεί ν’ αγωνιστείς, τότε να το κάνεις! Γιατί μόνο για ένα πράγμα αξίζει να πολεμάς: για τη λεφτεριά σου – τίποτα άλλο! Πάρε αεροπλάνα και πέτα εκεί που οι αετοί χτίζουν τις φωλιές τους! Πέτα πιο ψηλά και από τον Ίκαρο – να προσέχεις μόνο μη κάψεις τα φτερά σου! Πολέμα, χύμα στον εχθρό της λεφτεριάς! Εσύ δε γνωρίζεις να περπατάς στρατιωτικά, δεν αγαπάς να περπατάς στρατιωτικά – θέλεις μόνο να χορεύεις! Κρούσε το μουσκέτο σου, άστραψε το ατσάλι σου, βρόντα το κανόνι σου – φωτιά και ατσάλι και αγώνας μέχρι τέλους!



Aces High Iron Maiden εξώφυλλο EP
2 Minutes to Midnight EP εξώφυλλο των Iron Maiden


…


Ίσως να κουραστείς κάποια στιγμή. Να γυρέψεις κάποια γαλήνη. Λίγη ειρήνη στην ψυχή σου. Αχ, να μπορούσα ν’ απομακρυνθώ απ’ το θόρυβο, ν’ απαλλαγώ απ’ τη βοή του πλήθους, απ’ όλες τις φρικτές φωνές τους. Να χαθώ στην ποίηση, την ομορφιά, την τέχνη. Αχ, θέλω να με παρασύρει μια θάλασσα ποίησης, ομορφιάς και τέχνης. Να γλιτώσω απ’ όλο αυτό το ατέρμονο Παιχνίδι της Δύναμης. Να αφεθώ σε άλλους κόσμους. Ποια θάλασσα θα με πάρει μαζί της; Πάρε με, Θάλασσα, μαζί σου, να γλιτώσω απ’ τους ανθρώπους!

Και να που βρίσκεσαι καταμεσής της θάλασσας. Και να που σαλπάρεις σ’ ένα καράβι του παλιού καιρού, στις παρυφές του παγωμένου Νότου. Εσύ – ο γέρο ναυτικός και το ακούραστό σου πλήρωμα! Και τα άλμπατρος πετούν στον ουρανό – κι εσύ, αλίμονο, τοξεύεις το πουλί και το σκοτώνεις! Μα ποτέ σου δε θα μάθεις; Έτσι είπε ο ποιητής που λεγόταν Κόουλριτζ, έτσι βλέπεις κι εσύ τον αιώνιο κύκλο ν’ αναδημιουργείται απ’ την αρχή ξανά. Η γέννηση και ο αγώνας και η φθορά και ο θάνατος – πάλι απ’ την αρχή!

Χαμένος στη δίνη του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι εδώ και τώρα – αλίμονο, που θα σε προσγειώσει η νέα πτήση σου;

Να σε καταμεσής μιας φουτουριστικής πολιτείας. Μα όπως συμβαίνει με κάθε φουτουριστική πολιτεία (γιατί άραγε;) σου είναι παράξενα οικεία. Εκεί βρίσκεται το μπαράκι “Aces High”, πλημμυρισμένο στα φώτα νέον, εκεί στέκουν φρουροί οι πύργοι Bradbury (συγγραφέας δεν ήταν αυτός;), λίγο παραπέρα το ολονύχτιο σινεμά “Philip Κ. Dick” (κι αυτός συγγραφέας δεν είναι;). Να και το κτίριο “Asimov Foundation” – ε, αυτός είναι σίγουρα συγγραφέας, δεν σε γελά η μνήμη σου! Είχε γράψει εκείνη την ωραία τριλογία… για δες, πως τη λένε.

Και μια αναγγελία ενός αγώνα ποδοσφαίρου, σε κάποια φωτεινή πινακίδα που σκορπά την παιχνιδιάρικη λάμψη της στο δρόμο: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ… WEST HAM 7, ARSENAL 3».

Τώρα είσαι βέβαιος πως ονειρεύεσαι.





Somewhere In Time artwork του Derek Riggs, εξώφυλλο δίσκου των Iron Maiden




Κάθε μέλλον που έρχεται φέρνει μαζί του ένα καινούργιο παρελθόν. Μεταμορφωμένο, ιδωμένο με καινούργια μάτια. Που πήγαν λοιπόν τα χρόνια; Πότε μεγάλωσες, πότε έφτασες σε αυτή την ηλικία; Κατάφερες άραγε εκείνα που είχες επιθυμήσει – ή απέμεινες να σκέφτεσαι τα χρόνια που έφυγαν και δεν θα γυρίσουν ποτέ ξανά πίσω;

Μην απελπίζεσαι! – υψώνει ο βάρδος τη φωνή του. Μη χαραμίζεις το χρόνο σου με το να σκέφτεσαι εκείνα που έφυγαν – πάνε, τέλειωσαν πια! Μα το τώρα είναι εδώ, το εδώ και τώρα! Αυτά είναι τα χρυσά χρόνια – δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει παρελθόν – μόνο το εδώ και τώρα! Ζήσε το!

Αυτό εξάλλου είναι και το βαθύτερο νόημα κάθε ταξιδιού στο χρόνο: η επιστροφή στο παρόν – και η επανεκτίμησή του. Να γυρίζεις πίσω όπως επιστρέφεις από κάποιο μακρύ ταξίδι και να λες: είμαι σπίτι – δηλαδή είμαι στο εδώ και τώρα. Και είμαι έτοιμος να ζήσω.

Και αν ο δρόμος σου είναι ξανά μοναχικός – μη το βάζεις κάτω! Και αν υψώνεται πάντα εκείνος ο ανήφορος, ο ίδιος πάντα ανήφορος – να σκέφτεσαι εκείνο το μοναχικό δρομέα! Να σκέφτεσαι τον αιώνιο μαραθωνοδρόμο! Τον πιο μοναχικό, τον πιο αγωνιστικό, εκείνον που πετυχαίνει το ακατόρθωτο – με όπλο του την επιμονή, την αφοσίωση, τη δύναμη ψυχής, την πίστη στον σκοπό, την αγάπη.

Και έτσι ο ανήφορος ποτέ δεν θα είναι ο ίδιος πάντα – γιατί τα πόδια σου θα έχουν αλλάξει.




Wasted Years EP εξώφυλλο των Iron Maiden



Τώρα που ησύχασες επέτρεψέ μου να σου πω ένα παραμύθι – μια ιστορία του παλιού καιρού. Μιλά για τους πάγους των δύο πόλων. Μιλά για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μιλά για τους καλούς που φεύγουν πάντα νέοι. Μιλά για το κακό που αναδημιουργείται πάντα από τις στάχτες του. Μιλά για τα βασανισμένα όνειρα μιας ανήσυχης ψυχής, ταλαντευόμενη αιωνίως μεταξύ αντιφατικών δρόμων. Μιλά για το παιχνίδι με την τρέλα. Μιλά για μια απόκρυφη προφητεία, γραμμένη σ’ ένα αραχνιασμένο βιβλίο.

Μιλά για τον Έβδομο Γιο του Εβδόμου Γιού.

Εσύ λοιπόν ποιο δρόμο θα διαλέξεις; Θα καταλήξεις στην κόλαση, τον παράδεισο – ή σε κανένα από τα δύο;


“Give me the sense to wonder, to wonder if I'm free

Give me a sense of wonder, to know I can be me”



Και αν κόλαση και παράδεισος δεν είναι παρά δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Και αν δεν βρίσκονται κάπου πέρα, μακριά – μα εδώ, στη γη που πατάς και περπατάς; Αν η κόλαση είναι από εδώ ως την αιωνιότητα; Σκέψου για παράδειγμα εκείνο τον Πόλεμο στην έρημο – σου διαφεύγει το όνομά του, μα εδώ που τα λέμε, κάθε πόλεμος είναι ίδιος με τον άλλον. Σκέψου που δεν ήθελες να πιάσεις όπλο στα χέρια σου – γιατί φοβόσουν να πυροβολήσεις ξένους. Μα σε ανάγκασαν – είπαν πως είναι για «την ελευθερία, τη δημοκρατία, την πατρίδα». Μα δεν ήθελες να γίνεις κριτής των άλλων. Ζήσε και άφησε να ζήσουν – αυτή ήταν η αξία που πίστευες. Μα πήρες τ’ όπλο. Είσαι λοιπόν συνένοχος στο έγκλημα;

Στο τέλος απομένει το σκοτάδι. Το σκοτάδι έξω από σένα. Και το σκοτάδι μέσα σου. Λοιπόν, τι έχεις να πεις – φοβάσαι το σκοτάδι;




7th Son of a 7th Son, artwork του Derek Riggs




Και αν δεν αντικρίσεις την ίδια τη σκιά σου να σε κοιτάζει με μάτια φλογερά – ίσως έρθουν να σε βρουν κάποιοι τύποι με κουκούλες, κραδαίνοντας σταυρούς. Θα κάνουν πάνω σου το σήμα του σταυρού και θα προσευχηθούν στο Όνομα του Ρόδου. Για άλλη μια φορά ο χρόνος πάει κι έρχεται, μπρος πίσω, κι εσύ μαζί του.


“Questions are a burden,

And answers are a prison for oneself”



Και να σε πάλι, υπερασπιστής της λεφτεριάς – της μόνης αξίας για την οποία αγωνίζεσαι. Μα από τις φυλές των αυτόχθονων Αμερικάνων τώρα βρίσκεσαι καταμεσής των σκωτσέζικων clan – και είσαι έτοιμος ν’ αντισταθείς στους καταπατητές Άγγλους. Ίσως τελικά να μην έχει σημασία το μέρος ή ο χρόνος – Αμερική, Βρετανία, Λατινική Αμερική, Ασία, Αφρική – ο αγώνας για την ελευθερία είναι πάντα και παντού ο ίδιος.

Και αν ηττηθείς; Αν παραδώσεις τα όπλα; Αν υποχωρήσεις στην εφησυχαστική παρηγοριά μιας θεσμικής ασφάλειας; Εκεί που το Κράτος αποφασίζει για σένα χωρίς εσένα; Εκεί που έχεις μετατραπεί σε ένα πρόθυμο υπηρέτη του, έναν αιώνιο καταναλωτή ηδονής και προϊόντων, ικανών να κοιμίζουν το νου και να αποχαυνώνουν τη σκέψη; Τότε, φίλε μου, δεν έχω παρά να σε καλώς ορίσω: Καλώς όρισες στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο.

(μια φωνή μέσα σου ξανά: και αυτό βιβλίο είναι! Όπως και πολλά που δεν ανέφερα. Που τελειώνει λοιπόν η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία του μυθιστοριογράφου; Μα τι θα ήταν η δεύτερη δίχως την πρώτη; Τι είναι το βιβλίο, αν όχι η συμπύκνωση σε απλοποιημένο τρόπο ορισμένων πτυχών της απόλυτα υπαρκτής πραγματικότητάς μας; Τι είναι οι στίχοι, τι είναι τα τραγούδια;)



Brave New World by Iron Maiden album cover
A Matter of Life and Death album cover




Μα θα έρθει η στιγμή που η ανθρώπινη κοινωνία – όσο τεχνητή και τέλεια και αποστειρωμένη και αν είναι – θα υποχωρήσει μπρος στον αιώνιο χορό της Φύσης. Η άμμος θα ρουφήξει τα ερείπια των θαμμένων πόλεων και τα χνάρια όσων σφαγιάστηκαν για να τις υπερασπιστούν ή να τις κατακτήσουν. Και ο Χορός του Θανάτου θα στήσει το δικό του πανηγύρι. Δες τους μασκοφορεμένους, κοίτα πως χορεύουν! Αληθινά το διασκεδάζουν. Σκέφτεσαι ξανά λοιπόν πως ονειρεύεσαι;

Μα όταν ξυπνήσεις θα δεις πως ο κόσμος συνεχίζει να γυρνά – αιώνιος και απαράλλακτος. Κυβερνήσεις θ’ ανεβαίνουν και θα πέφτουν, νευρωτικοί εργαζόμενοι θα τρέχουν στις δουλειές τους, οικονομίες θα σκάνε σαν τις φούσκες, και πολεμόχαροι άνθρωποι θα σφαγιάζονται στο όνομα των θεών τους.

Και ο κύκλος συνεχίζεται. Και η δίνη στην οποία έχεις αφεθεί σε παρασέρνει, σε κάποια νέα αρχή, σε ένα καινούργιο τέλος.


…


Η μουσική που έβγαινε από τα ηχεία τελείωσε. Ανοίγεις τα μάτια σου. Είσαι στο δωμάτιό σου. Οι δίσκοι σου, ο υπολογιστής σου, οι αφίσες, τα βιβλία σου. Είναι νύχτα και ο κόσμος κοιμάται και συ είσαι στο δωμάτιό σου. Ίσως ονειρεύτηκες – μα τώρα έχεις ξυπνήσει, και ο κόσμος γύρω σου κοιμάται. Μια γαλήνια σιγαλιά απλώνεται παντού – ο ήχος των τριζονιών σου θυμίζει πως είναι καλοκαίρι. Μια γλυκιά νύχτα ενός ζεστού καλοκαιριού.

Νιώθεις όμορφα. Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνεσαι βαθύτερος. Λες και ταξίδεψες στην κόλαση και τον παράδεισο και πίσω πάλι.

Θα ξανακάνεις αυτό το ταξίδι. Κάποια άλλη μέρα. Δεν έχεις παρά να πατήσεις το μαγικό κουμπί του “play”. Και η δισκογραφία των Iron Maiden θα ξετυλίξει πάλι το μαγικό, διαχρονικό της νήμα.



“Oh there is beauty and surely there is pain,

But we must endure it to live again”





Εξώφυλλο δίσκου για το Live After Death των Iron Maiden



Επίμετρο



Ήταν Σεπτέμβρης του 99, είχα μόλις τελειώσει το σχολείο, και βρέθηκα με μια παρέα στη συναυλία των Iron Maiden στο Περιστέρι. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ξένης μουσικής. Πριν λίγες μέρες, 19 χρόνια μετά, τους είδα πάλι – παρέα με μια κοσμοθαλασσιά φίλων της μουσικής τους, οι μεγαλύτεροι των οποίων ξεπερνούσαν τα 60 και οι μικρότεροι ήταν μόλις 3 χρονών. Και κατάλαβα ξανά για ποιο λόγο ανήκουν σε εκείνα τα συγκροτήματα που κατορθώνουν να σμίξουν τις γενιές – είναι τέτοια η κληρονομιά τους.

Γι’ αυτούς λοιπόν, τους Maiden, έγραψα αυτό το αφιέρωμα στη δισκογραφία τους – μα το έγραψα με τον δικό μου τρόπο. Για τον Bruce και τον Steve Harris, τον Adrian Smith, τον Dave Murray, τον Janick Gers, τον Nicko McBrain, μα και τον Paul Di’ Anno, τον Blaze Bayley, τον Doug Sampson, τον Dennis Stratton και τον Clive Burr. Και φυσικά τον Eddie και τους ιδιαίτερους δημιουργούς του: τον Derek Riggs (αναγνωρίζω τον κλασικότερο όλων) και την παρέα τους.

Once a Maiden fan, always a Maiden fan, κύριοι.


“Dream on brothers while you can,

Dream on sisters, I hope you will find the one,

All of our lives, covered up quickly by the tides of time”




© Ένα κείμενο που γράφτηκε από το φονικό κουνέλι μια ζεστή μέρα του Ιουλίου του 18


Hallowed Be thy Name ( < click)



Iron Maiden φωτογραφία του συγκροτήματος

29 Απριλίου 2016

O Παντοτινός Τελευταίος Πειρασμός.....





«Άγιες Γραφές, γέροντα, είναι τα φύλλα της καρδιάς μου. Όλα τ’ άλλα φύλλα εγώ τα ξέσκισα»



Σύμφωνα με το συγγραφέα του, Νίκο Καζαντζάκη, ο «Τελευταίος Πειρασμός» συνιστά ένα προσωπικό φόρο τιμής σε μια απ’ τις μορφές που στάθηκαν καθοριστικές στη διαμόρφωση της σκέψης του: εκείνη του Χριστού. Μια αφιέρωση, μια κατάθεση ψυχής. Μα στον κόσμο του Νίκου Καζαντζάκη, ακόμα και η σφοδρότερη ομολογία πίστης μοιάζει περισσότερο με το ουρλιαχτό του λύκου παρά με βέλασμα του προβάτου στο μαντρί. Αυτό είναι ένα βιβλίο γραμμένο με αίμα αντί για πνεύμα. Ένα έργο που τινάσσει τη σκόνη απ’ τα Ευαγγέλια και τη φυσά στα εφησυχασμένα πρόσωπα των κοιμισμένων. Ξεχάστε την κατήχηση – αυτό εδώ είναι ένα έργο που ανασαίνει, που αποπνέει ελευθερία.

Πρόκειται φαινομενικά για τη γνωστή ιστορία των τελευταίων χρόνων του Ιησού – από τον καιρό που άρχισε τη διδασκαλία του, μέχρι τη σταύρωση. Μα αυτός δεν είναι ο Ιησούς που διαβάσαμε στα σχολικά «Θρησκευτικά», ούτε εκείνος που βλέπουμε στις τηλεοράσεις. Αυτός δεν είναι ο ανθρωπόμορφος Θεός που χάραξε, καλώς ή κακώς, την ιστορία δυο χιλιάδων χρόνων. Όχι, κύριοι... Ο Ιησούς του Νίκου Καζαντζάκη είναι ένας άνθρωπος, σαν όλους μας. Ένας άνθρωπος που του έλαχε ένα βαρύ φορτίο – και παλεύει να το φέρει εις πέρας. Είναι ένας άνθρωπος που αγωνιά, που φοβάται, που αγαπά και οργίζεται, που ιδρώνει και ποθεί και εκστασιάζεται. Ένας άνθρωπος που δεν είναι βέβαιος αν κάνει το σωστό – μα ακολουθεί, με γενναιότητα, το δρόμο του, ως το πικρό φινάλε. Αυτό το τελευταίο είναι που, εν τέλει, τον ανυψώνει, τον καθιστά ξεχωριστό...

Ο Καζαντζάκης τολμάει να δει τον Ιησού σαν ιστορικό πρόσωπο – όχι σαν είδωλο, όχι σα μύθο. Εξιστορεί τον ανεκπλήρωτό του έρωτα για τη Μαγδαληνή – το πάθος που σιγόβραζε μέσα του, τον αγώνα του ν’ αντισταθεί, τη βαθιά αγάπη που έτρεφε για κείνη από την παιδική του κιόλας ηλικία. Αφηγείται πως αποπειράθηκε να πάει κόντρα στο θεϊκό κάλεσμα, να ζήσει μια απλή ζωή, πλάι στους απλούς ανθρώπους – και φανερώνει πόσο όμορφη είναι αυτή η ζωή, πόση λαχτάρα φέρει μέσα της. Παρουσιάζει τους μαθητές του δίχως εξιδανικεύσεις. Δεν ήταν άγιοι, μα ωφελιμιστές και συμφεροντολόγοι, ονειροπόλοι και δειλοί συνάμα – με λίγα λόγια, ήταν ανθρώποι, σαν όλους μας. Και ανάμεσα στους μαθητές του είναι ο Ιούδας εκείνος που δένεται περισσότερο με τη μοίρα του Ιησού. Και ο Ιούδας δεν είναι πλέον ο «προδότης» που μας έμαθε η παράδοση – μα ο στενότερός του συνεργάτης. Εκείνος που θυμίζει στον Ιησού το αιώνιο χρέος του. Ο πιο θαρραλέος απ’ τους συντρόφους του.






Δεν γνωρίζω αν αυτό το βιβλίο θα μπορούσε θα πλάσει περισσότερους πιστούς – ο λόγος του είναι πολύ αληθινός για κάτι τέτοιο, το περιεχόμενό του πολύ ρεαλιστικό. Δεν είναι υλικό κατάλληλο για κατήχηση ή παρηγοριά. Μα αν απομονώσουμε όλο το περιεχόμενο αυτής της ταλαίπωρης θρησκείας που ονομάστηκε «χριστιανισμός» σε μία μόνο λέξη... Αν πετάξουμε όλα τα υπόλοιπα – αμαρτίες και ψυχές και παραδείσους και κολάσεις και θαύματα και καταδίκες – και μείνουμε σε αυτή τη μία λέξη και μόνο... τότε το βιβλίο αυτό ακτινοβολεί όσο ελάχιστα. Η λέξη είναι: Ανθρωπιά.

Το έργο εντάχθηκε στη λίστα των «Απαγορευμένων» της Καθολικής Εκκκλησίας, ο Καζαντζάκης αφορίστηκε απ’ τους δικούς μας, ενώ λυσσαλέα υποδοχή γνώρισε εξάλλου και η – πιστή στο πνεύμα του βιβλίου – κινηματογραφική μεταφορά του Μάρτιν Σκορτσέζε. Αξίζει να αναφέρουμε πως το βιβλίο εκδόθηκε πρώτα μεταφρασμένο στη Σουηδία και τη Νορβηγία, και μετά στη χώρα μας. Και σήμερα ακόμα θεωρείται «αμφιλεγόμενο». Και όλα αυτά για ένα βιβλίο που τολμάει να λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη και να παρουσιάζει τον Ιησού ως ένα... ον με αδυναμίες. Λες και θα είχε ποτέ ενδιαφέρον να διαβάζαμε για ένα «τέλειο ον»... Θεοί και Ηγέτες και Ήρωες και Αψεγάδιαστοι και Άγιοι... νισάφι πια. Είμαστε άνθρωποι, κύριοι. Ανθρώπινη η σάρκα μας, ανθρώπινες οι επιθυμίες μας, ανθρώπινα τα πάθη μας. Και είμαστε φύση, φύση υπέροχη, φύση αβυσσαλέα. Και αυτό το γνώριζε καλά ο Καζαντζάκης.

Και αυτός είναι ο πιο μεγάλος – και ο ωραιότερος – Πειρασμός αυτού του υπέροχου βιβλίου. Και γι’ αυτό ταυτιζόμαστε μαζί του. Κι ένας άθεος ακόμα – μπορεί να αγαπήσει βαθιά τον Ιησού αυτού εδώ του έργου.

«Είμαι βαθύτατα θρησκευτική φύση, μα χωρίς να μπορώ να μείνω σε μάντρα· κάπου κάπου μπαίνω, μα για να φάω κανένα αρνί. Ή καλύτερα, για ν’ αρπάξω κανένα αρνί και να το μάθω να γίνει λύκος [...] Με θαρρούν λόγιο, διανοούμενο, γραφιά· και δεν είμαι τίποτα από αυτά· τα δάχτυλά μου, όταν γράφω, δεν μελανόνουνται· αιματόνουνται. Θαρρώ δεν είμαι παρά τούτο: μια απροσκύνητη ψυχή που δεν καταδέχεται να πιπιλίζει καραμέλες» - Νίκος Καζαντζάκης





Η μοναξιά του σχοινοβάτη



«Δεξά γκρεμός, ζερβά γκρεμός, πίσω γκρεμός, και μονάχα μπροστά ένα τεντωμένο σκοινί απάνω στο χάος!»



Ο Καζαντζάκης ανήκει στην κατηγορία εκείνη των στοχαστών που ήταν... υπερβολικά ελεύθεροι για το μέσο κοινό. Και η ελευθερία θέλει τόλμη και δεν καταδέχεται να περιορίζεται σε καλούπια – ιδεολογικά, πνευματικά, δημιουργικά. Και το τίμημα της ελευθερίας, ασφαλώς, είναι η μοναξιά. Κάπως έτσι έγινε και ο σημαντικότερος Έλληνας λογοτέχνης του 20ου αιώνα έφθασε να αφοριστεί από την Εκκλησία της πατρίδας του (και όχι μόνο) και έργα του όπως ο «Καπετάν Μιχάλης», ο «Χριστός Ξανασταυρώνεται» και – φυσικά – ο «Τελευταίος Πειρασμός» να θεωρούνται «αμφιλεγόμενα». Και όλα αυτά γιατί επιζητούσε να σκέπτεται ελεύθερα και να αναζητεί τον προσωπικό πνευματικό του δρόμο. Δεν ήθελε να αντλήσει κάποιον έτοιμο, βλέπετε, απ’ τα διάφορα «πακέτα» που κυκλοφορούν και δίνονται σε τιμές προσφοράς (ήδη απ’ τα πρώιμα παιδικά χρόνια): Εκκλησία, Ιδεολογία, Κόμματα, κλπ. Επιθυμούσε να χτίσει το δικό του οικοδόμημα – εκείνο που θα έδινε φτερά στην ψυχή του...

Έτσι λοιπόν συνέθεσε πλήθος, φαινομενικά ετερόκλητων υλικών, καθ’ όλη τη διάρκεια των πνευματικών αναζητήσεών του. Έτσι προέκυψε το βάθος των έργων του, το πολυδιάστατο των επιρροών του, και η μοναδική του ικανότητα να μιλάει σε πλήθος κόσμου, πλήθος καρδιές, πέρα από στεγανά και όρια, πέρα από λαούς και σύνορα... δεν είναι μόνο η συναρπαστική αφήγηση και ο πανέμορφός του λόγος η αιτία που διαβάζεται, σήμερα, σε όλες τις χώρες του κόσμου. Είναι και το πνευματικό του εύρος – το σθένος που αναδύεται απ’ τον πύρινό του λόγο, η φωτιά που αναβλύζει απ’ την αφήγησή του, το πολυδιάστατο της σκέψης του.






Στο τελευταίο απ’ τα έργα του, την «Αναφορά στον Γκρέκο», που συνιστά και την προσωπική του αυτοβιογραφία, ο Καζαντζάκης εξιστορεί τους βασικούς πνευματικούς πυλώνες που χάραξαν το δρόμο του: Χριστός, Βούδας, Νίτσε, Λένιν, Οδυσσέας. Μόνο στη σύνθεσή τους μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα το πολύμορφο της σκέψης του Νίκου Καζαντζάκη. Στη σύνθεση – και στην ανάμειξη αυτών με το χώμα και τον αέρα της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Κρήτης. Το χώμα, τον αέρα... και τον αγώνα για τη λευτεριά.

Ο Χριστός κατέχει σαφώς σημαντικό μερίδιο στην πνευματική του εξέλιξη. Μα περισσότερο απ’ τον χριστιανισμό σαν δόγμα ή κατάθεση πίστης, ο Καζαντζάκης ενδιαφερόταν για την ίδια τη μορφή του Ιησού· την πραότητά του, τη διδασκαλία του, το δισυπόστατο της μορφής του όπως μας τον παρέδωσε η θρησκεία – μισός θεός, μισός άνθρωπος. Μικρός διάβαζε συναξάρια και βίους αγίων. Μελετώντας τις Γραφές προσπαθούσε να κοσκινίσει την ουσία και να την ξεχωρίσει από εκείνο που ήταν περιττό. Στο παιδικό μυαλό του, μάλιστα, έφτανε να ταυτίζει τον Ιησού με τον πολέμαρχο παππού του:

«Είχα πολλές φορές ακούσει για επανάστασες της Κρήτης και για πολέμους, μου ‘χαν πει πως ο πατέρας του κυρού μου ήταν μεγάλος πολέμαρχος και, σιγά σιγά, όσο κοίταζα το Χριστό, βεβαιωνούμουν πως αυτός ήταν ο παππούς μου. Μάζευα λοιπόν τους φίλους μου ομπρός από το κόνισμα: “Νά ο παππούς μου, τους έλεγα, κρατάει τη σημαία, πάει στον πόλεμο, και νά κάτω πεσμένοι ανάσκελα οι Τούρκοι». (από την “Αναφορά στον Γκρέκο”)

Από μικρός αντίκριζε στη μορφή του Ιησού έναν επαναστάτη. Έναν εξεγερμένο. Είναι λογικό λοιπόν να μεταδώσει κάτι από αυτό το πνεύμα της εξέγερσης στο λογοτεχνικό του έργο. Ο Ιησούς του «Τελευταίου Πειρασμού» μοιάζει με τους επαναστάτες κάθε εποχής, ως προς το ότι είναι ένας άνθρωπος που εξεγείρεται: απέναντι στις συμβάσεις των καιρών του, απέναντι στους παγιωμένους νόμους, απέναντι στα συναισθήματά του, απέναντι στον ίδιο το Θεό. Και είναι ένας άνθρωπος σε σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό. Στην αρχή του βιβλίου τον βλέπουμε να κατασκευάζει σταυρούς, πάνω στους οποίους σταυρώνονται οι προφήτες – γιατί έτσι επιθυμούσε να πάει κόντρα στο θέλημά του Θεού, να αντισταθεί στο κάλεσμα της ίδιας του της μοίρας. Αργότερα τον βλέπουμε να κηρύττει με πάθος τον αγώνα του ενάντια στους κοινωνικούς διαχωρισμούς, κόντρα στα σύνορα που χωρίζουν τους λαούς: ο Θεός του δεν είναι Θεός του Ισραήλ, μα του κόσμου όλου. Και το όνομά του είναι Αγάπη.

Ένας επαναστάτης όπως ο Ιησούς του Καζαντζάκη δεν θα μπορούσε να περιγραφτεί με τον συμβατικό τρόπο των παραδοσιακών θεολογικών κειμένων. Σε αυτά τα κείμενα ο Ιησούς είναι ήδη μια Αυθεντία – ένα πρόσωπο ιερό. Ένας ποιμένας κατάλληλος να οδηγεί το πλήθος των προβάτων στο μαντρί – τους πιστούς κάθε εποχής και τόπου. Μα ο Καζαντζάκης θέλησε να πάει πίσω, ως τις ρίζες – να ανακαλύψει τον αληθινό Ιησού Χριστό. Όχι το Εικόνισμα, όχι το Είδωλο, όχι το Θεάνθρωπο, όχι τον Ηγέτη μιας Θρησκείας... μα τον άνθρωπο απ’ τον οποίο ξεκίνησαν όλα. Τον άνθρωπο – όχι το θεό. Γιατί ήταν ο άνθρωπος εκείνος που τον συνάρπαζε – ήταν ο άνθρωπος εκείνος με τον οποίο μπορούσε να ταυτιστεί. Ήταν του ανθρώπου τη λαχτάρα που ένιωθε, του ανθρώπου τον καημό που βιωνε.

Ήταν ο άνθρωπος που πατούσε με τα πόδια του στη γη και αγκάλιαζε με τα μάτια του τ’ αστέρια και τον ουρανό... ο άνθρωπος που ισορροπεί πάνω στην άβυσσο, μεταξύ φθοράς και αθανασίας, εκείνος που τον συνάρπαζε.

Από γράμμα του Καζαντζάκη προς την Τέα Ανεμογιάννη, του 1952 [πηγή: “Ο Ασυμβίβαστος”, Ελένης Καζαντζάκη - από το Επίμετρο στον “Τελευταίο Πειρασμό” του δρος. Πατρόκλου Σταύρου, εκδ. Καζαντζάκη]: “Με μεγάλη συγκίνηση διάβασα το τελευταίο Σας γράμμα και χάρηκα που ο “Τελευταίος Πειρασμός” Σας άρεσε. Κι εγώ, όταν τον έγραφα, ένιωθα μεγάλη ταραχή και τρυφερότητα και συχνά τα μάτια μου βούρκωναν. Είχα εδώ στην Ολλανδία ενδιαφέρουσες συζητήσεις με πάστορες για τη θεολογική μορφή του έργου, μερικοί σκανταλίστηκαν που ο Χριστός είχε πειρασμούς· μα εγώ, γράφοντας το βιβλίο αυτό, ένιωσα ό,τι ένιωθε ο Χριστός, γίνουμουν Χριστός, κι ήξερα θετικά πως μεγάλοι και πολύ χαριτωμένοι και συχνά νόμιμοι πειρασμοί έρχουνταν και του εμπόδιζαν το δρόμο προς το Γολγοθά. Μα πού να τα ξέρουν όλα αυτά οι θεολόγοι....”






Ο Χριστιανισμός θεοποίησε τον Ιησού και, θεοποιώντάς τον, τον μετέτρεψε σε είδωλο, κατάλληλο για προσκύνημα. Μα ο Καζαντζάκης εξανθρώπισε τον Ιησού απ’ την αρχή ξανά. Εκεί που δυο χιλιάδες χρόνια οργανωμένης θρησκείας είχαν κατορθώσει να τον εκτοξεύσουν στους πέρα ουρανούς και τ’ άστρα, ο Καζαντζάκης τον επανέφερε ξανά, με τα δυο του πόδια, πάνω στη γη. Και ο αναγνώστης που διαβάζει τον «Τελευταίο Πειρασμό» μπορεί να ταυτιστεί έτσι με το χαρακτήρα του – και να αφουγκραστεί τα συναισθήματά του. Αυτός δεν είναι ένας Ιησούς που θα αποστρέψεις τα μάτια από πάνω του και θα πέσεις ευλαβικά να τον λατρέψεις – έχοντας πάθη και αδυναμίες όπως όλοι. Μα είναι ένας Ιησούς που μπορείς να καταλάβεις. Που θα πονέσεις μαζί του και θ’ αναστενάξεις μαζί του. Που μπορείς, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ν’ αγαπήσεις. Σάμπως αυτό δεν προσπαθεί να διδάξει και αυτή η έρμη η θρησκεία;

Ο Χριστιανισμός, ως οργανωμένη θρησκεία, βασανιζόταν πάντα από μια σχιζοειδή, θα λέγαμε, αντίφαση, η οποία εδράζεται στον ίδιο τον πυρήνα του: ο Θεός απ’ τη μία είναι Παντοδύναμος και απ’ την άλλη μας αγαπάει όλους. Μα λίγη στοιχειώδη γνώση ψυχολογίας είναι αρκετή για να μας γνωστοποιήσει πως Εξουσία (ως κυριαρχία) και Αγάπη είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Δεν αγαπάς πραγματικά εκείνον που σ’ εξουσιάζει – εκείνον μπροστά στον οποίο αισθάνεσαι μηδαμινός και αδύναμος. Άλλο Δύναμη. Άλλο Αγάπη. Κάτι που, μεταξύ άλλων, το γνώριζε καλά ένας ακόμα σπουδαίος ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, που διάβασε με το δικό του τρόπο το χριστιανισμό: o Ντοστογέφσκι. Εκτός αν λέγοντας «απεριόριστη δύναμη» εννοούμε την «απεριόριστη δύναμη της αγάπης» κι όχι εξουσία ή καταδίκη – μα τότε καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα της οργανωμένης θρησκείας.

Ο Χριστός του Νίκου Καζαντζάκη είναι ένας χαρακτήρας που εμπνέει αγάπη, όχι εξουσία – και είναι ένας άνθρωπος με θάρρος, που τολμά να βαδίσει προς το σκληρό του πεπρωμένο, μα ταυτόχρονα διστάζει, πισωπατά, ονειροπολεί, εύχεται να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Εδώ έγκειται και ο «τελευταίος πειρασμός» του έργου. Πρόκειται για τον πυρήνα της αφήγησης – και το συναρπαστικότερο σημείο της. Εκεί που η πάλη του θεού με τον άνθρωπο φτάνει στο αποκορύφωμά της. Κι εμείς οι αναγνώστες κρατάμε την ανάσα μας – ξέρουμε ποιος θα νικήσει. Και νιώθουμε ένα γλυκόπικρο αίσθημα γι’ αυτό...



Η απαγόρευση του έργου







Εν έτει 1954 ο «Τελευταίος Πειρασμός» συμπεριλαμβάνεται στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων του Πάπα της Ρώμης. Ο Καζαντζάκης αντιδρά σε γράμμα του [πηγή: “Τετρακόσια Γράμματα”, από το Επίμετρο στον “Τελευταίο Πειρασμό” του δρος. Πατρόκλου Σταύρου, εκδ. Καζαντζάκη]: “Ενθουσιασμένος ο Γερμανός εκδότης μου, μου τηλεγράφησε προχτές πως έβαλε ο Πάπας στον Index τον Τελευταίο Πειρασμό. Τι υποκρισία, τι σαπίλα πρέπει να ‘χει ο κόσμος ετούτος για να μην μπορεί ν’ ανεχτεί ένα βιβλίο με τόση φλόγα κι αγνότητα! Τί ξεπεσμένη κι η πνευματική κι ηθική Ελλάδα για να με θεωρούν [.....] ανήθικο και προδότη! Γρήγορα περιμένω κι η Ορθόδοξη Εκκλησία να με αφορίσει· χαρά και περηφάνια κι ελευτερία μεγάλη. Χαίρουμαι να βλέπω να πολιορκούν και να τοξεύουν τον ίσκιο μου”.

Λίγο καιρό μετά, όταν επιβεβαίωσε τις προβλέψεις του για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Καζαντζάκης έγραψε: “Για τους δικούς μας Μητροπολιτάδες και Δεσποτάδες, προσθέτω τούτο: Μου δώσατε μιαν κατάρα, άγιοι Πατέρες, σας δίνω εγώ μιαν ευχή: Σας εύχομαι νά ‘ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο είναι η δική μου, και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ”.

Χαρά και περηφάνια και ελευθερία μεγάλη, πράγματι. Γιατί ίδιο κατάλογο των Απαγορευμένων, κατά καιρούς, έχουν συμπεριληφθεί συγγραφείς όπως ο Φράνσις Μπέικον, ο Δαρβίνος, ο Έρασμος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο Μπαλζάκ, ο Καντ, ο Μαρξ, ο Μακιαβέλλι, ο Ρουσσώ, ο Βολταίρος, ο Σπινόζα, η Σιμόν ντε Μποβουάρ, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Ανατόλ Φρανς, ο Γκράχαμ Γκρην – και άλλοι. 

Πλέον βρισκόταν και ο Νίκος Καζαντζάκης ανάμεσά τους – καλύτερη επιβεβαίωση της πνευματικής του υπεροχής δεν θα μπορούσε να υπάρξει.






Ζωντανεύοντας το μύθο. Η φωνή του συγγραφέα



Πίσω και απ’ το ιερότερο κείμενο, και απ’ την αγιότερη των Γραφών, υποβόσκει πάντα η φωνή του συγγραφέα. Και αν δεν υπάρχει ένας μόνο συγγραφέας, μα μια ολόκληρη παράδοση ξωπίσω του, αυτό δεν αναιρεί πως κάθε πνευματικό έργο είναι, ως ένα βαθμό, ριζωμένο στην ιδιαίτερη εποχή και στις συνθήκες του τόπου που το γέννησε.

Στον «Τελευταίο Πειρασμό» ξεχωρίζει η σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα απ’ τη μία, και τη μυθοπλασία απ’ την άλλη. Μια σύγκρουση που μετατρέπεται σε σύνθεση στα χέρια του μαθητή Ματθαίου, που επιχείρησε να καταγράψει το βίο του δασκάλου του, διαστρεβλώνοντας πλήρως τα ιστορικά δεδομένα της ζωής του (βλέπε το απόσπασμα προς το τέλος του κειμένου). Μια σύνθεση της αλήθειας με το μύθο, που γίνεται δόγμα και πίστη και θρησκεία από τον Παύλο – όταν πια ο Χριστός έχει φύγει και ο Χριστιανισμός γεννιέται.

Πού τελειώνει η πραγματικότητα λοιπόν και πού αρχίζει ο μύθος, όσο αφορά την ιστορία του Χριστού; Και αν ο Ιησούς του Νίκου Καζαντζάκη συνιστά μυθιστορηματικό πρόσωπο, γιατί να μη πούμε το ίδιο και για τον Ιησού των Γραφών και των Ευαγγελίων; Γιατί να μη πούμε το ίδιο για κάθε θρησκευτικό κείμενο, από καταβολής ύπαρξης; Πού τελειώνει η αλήθεια και πού ξεκινά η φωνή του συγγραφέα;

Μήπως τελικά – όπως αναρωτιέται ο ίδιος ο μυθιστορηματικός Ιησούς – υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα αλήθειας; Και μια αλήθεια που δεν ισχύει σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, μπορεί άραγε να ισχύει σε ένα άλλο;





Γη και Ελευθερία



Ο «Τελευταίος Πειρασμός» παραμένει, πρωτίστως, έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Και ως τέτοιο διέπεται από εκείνες τις αξίες που υπηρέτησε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του – μια βαθιά αγάπη για τις χαρές της γης, της αντρείας και της ελευθερίας.

Γίνεται φανερό από νωρίς στη πως το κεντρικό θέμα του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από τα δίπολα: θεός και άνθρωπος· γη και ουρανός· επίγεια ζωή και αθανασία. Όλα όσα πρέπει να απαρνηθεί ο Ιησούς είναι όλα εκείνα που χαρίζουν στη ζωή την ομορφιά της: τη γυναίκα· τον έρωτα· την οικογένεια· τις απλές χαρές της φύσης και του σώματος. Γιατί έτσι μόνο θα φτάσει στο στόχο του – έτσι μόνο θα καρπίσει ο σπόρος προς τις επόμενες γενιές. Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια Χριστιανισμού, και βλέποντας την πρακτική εφαρμογή του, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε: άραγε, άξιζε τον κόπο μια θυσία σαν αυτή;

Ο Καζαντζάκης μπορεί να έγραψε το έργο του με βαθύτατο θρησκευτικό αίσθημα – μα ο λόγος του δεν είναι αγιασμένο νερό, από εκείνα που πίνεις και σου χαρίζουν γλυκό ύπνο. Είναι φλόγα, είναι γη που τρέμει κάτω απ’ τα πόδια σου, είναι σύγκρουση των στοιχείων της φωτιάς, της γης και του αέρα. Γιατί εντός του συγγραφέα, ως πνευματικός καταλύτης, δεν δρούσε μόνο ένας Χριστός· δρούσε κι ένας Βούδας· δρούσε κι ένας Νίτσε – που έλεγε στον κόσμο να «μην εγκαταλείπει την πίστη του στη γη!». Δρούσαν τόσες και τόσες πνευματικές επιρροές, μια σύνθεση των οποίων βλέπουμε στα διλήμματα που θέτει το βιβλίο.



Vermeer - Ο Χριστός στο Σπίτι της Μάρθας και της Μαρίας (1655)


Η Ανάσταση προϋπήρξε του Χριστού, κύριοι. Ήταν η ανάσταση της φύσης, η αναγέννηση της άνοιξης μετά το παγωμένο καταχείμωνο... Η νίκη του ήλιου στο σκοτάδι, που τόσοι μύθοι περιέγραψαν, τόσες θρησκείες. Όπως εξάλλου λέει ο Ιησούς του μυθιστορήματος, απευθυνόμενος στο νοτισμένο χώμα της γης κάτω στα πόδια του (βλέπε το απόσπασμα στο ακόλουθο, δεύτερο μέρος του αφιερώματος): «Μάνα, γιατί να μην είσαι εσύ ο Θεός μου;»

Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο να φαντάζει «αμφιλεγόμενο» το έργο σε ορισμένους· ίσως γι’ αυτό να ενόχλησε μια μερίδα του – υψηλά ιστάμενου – θεολογικού ιερατείου. Είναι υπερβολικά μεγάλο το πνευματικό εύρος του βιβλίου και δεν καταδέχεται να περιοριστεί σε καλούπια. Και αν ανοίγει πλήθος ερωτημάτων, δεν παρέχει εύκολες απαντήσεις – σε αντίθεση με τη συνηθισμένη πρακτική των θεολογικών κειμένων, που δίνουν εύκολες απαντήσεις σε όλα – και όσα δεν απαντούν είναι εκείνα που «μόνο ο Θεός ξέρει».

Μα νομίζω μίλησα αρκετά. Ας πάρει πλέον τη σκυτάλη ο ίδιος ο Νίκος Καζαντζάκης, για το Δεύτερο Μέρος του αφιερώματος. Κάθε ένα από τα ακόλουθα αποσπάσματα συνιστά και μια μικρή ενότητα από μόνο του – μπορεί να διαβαστεί ξεχωριστά. Σε αυτά τα μικρά κεφάλαια φανερώνεται η ιδιαιτερότητα του λόγου του Καζαντζάκη και η – πανταχού παρούσα – αγάπη του για την αλήθεια και την ελευθερία.

Γιατί ο «Τελευταίος Πειρασμός» δεν ήταν ποτέ ένα θεολογικό έργο – ας το αφορίζουν λοιπόν οι παπάδες όσο θέλουν. Είναι, πρωτίστως, ένα έργο του πνεύματος. Του οικουμενικού, πανανθρώπινου πνεύματος, που πάντα θα σταυρώνεται – και πάντα θα βρίσκει τον τρόπο ν’ ανασταίνεται και να ξεπηδά από τη γη ξανά, όπως το φυτό από τον σπόρο του... 








ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ – Αποσπάσματα από το βιβλίο



Η Γριά



«- Γιά πού με τό καλό, παλικάρι μου; ρώτησε τον Ιησού η γριά.
- Γιά την έρημο.
- Γιά πού; μίλα καλά!
- Για την έρημο.
Η γριά σούφρωσε το φαφούτικο στόμα, τό μάτι της αγρίεψε.
- Γιά το μοναστήρι; έκραξε με άναπάντεχο θυμό· γιατί; Τί γυρεύεις εκεί μέσα; Δεν τη λυπάσαι τη νιότη σου;
Ο νέος σώπαινε· η γριά κούνησε τό μαδημένο της κεφάλι· σούριζε σαν το φίδι:
- Για να βρείς το Θεό; ρώτησε σαρκάζοντας.
Ανάρια πολυ ακούστηκε η φωνή του νέου:
-Ναι.

Η γρια έδωκε μιαν κλοτσιά στο σκυλί που μπερδεύουνταν στα καλαμοπόδαρά της, ζύγωσε το νέο.

- Έ, δυστυχισμένε, φώναξε, μα ο Θεός δέ βρίσκεται στα μοναστήρια, βρίσκεται στα σπίτια τών άνθρώπων!· όπου άντρας και γυναίκα, εκεί κι ο Θεός, όπου παιδιά κι έγνοιες καί μαγερέματα και καβγάδες και φιλιωμοί, εκεί κι ο Θεός. Μην ακους τί λέν οί μουνουχοι· τα δέ φτάνει η άλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια. Αυτός που σου λέω εγώ, ο σπιτίσιος, όχι ο μοναστηρίσιος, είναι ο άληθινός Θεός· αυτόν να προσκυνάς, ο άλλος, γιά τους μουνούχους και τους τεμπέληδες!»



 Ιησούς και Μαγδαληνή







«- Μή με κοιτάς έτσι, με τα λιγουρεμένα προβατίσια μάτια σου, μη ζυγώνεις, κιοτή! Δε σε θέλω, σε σιχαίνουμαι, μή με αγγίζεις· για να ξεχάσω ένα άντρα, να λυτρωθώ, παραδόθηκα σε όλους τους άντρες!

Ό γιος τής Μαρίας εσκυψε τό κεφάλι:

-'Εγώ φταίω, ξανάπε πνιχτά και φούχτωσε τό λουρί που ήταν ζωσμένος, τό πιτσιλισμένο ακόμα με τα αίματα· εγώ φταίω· συχώρεσέ με, αδερφή· μα θα ξεχρεώσω.

Άγριο γέλιο ξέσκισε πάλι το λαιμό της Μαγδαληνής:

-«'Εγώ φταίω ... εγώ φταίω, άδερφή ... εγώ θα σε σώσω...» μπεμπερίζεις μισοκακόμοιρα και δε σηκώνεις άντρίστικα το κεφάλι να μολοήσεις την άλήθεια! Λαχταράς τό κορμί μου καί δέν τολμάς να το πείς και τα βάζεις με την ψυχή μου· και θές, λέει, να τη σώσεις! Ποιαν ψυχή, νεραϊδιάρη; Tης γυναίκας η ψυχη είναι η σάρκα· καί το ξέρεις, το ξέρεις, μα δεν κοτάς παλικαρίσια να πάρεις την ψυχη αυτή στα χέρια σου, να τη φιλήσεις! Να τη φιλήσεις και να τη σώσεις! Σε λυποuμαι και σε σιχαίνουμαι!»



Δουλεύοντας για ένα σκοπό



«Ο 'Ιούδας σβάρνισε γύρα του, έσκυψε, άρπαξε τώρα τό Φίλιππο από τό μπράτσο:

- Έχε γειά, Φίλιππε, είπε· τιποτένιος ήσουν ως τώρα, ζούσες δε ζουσες, η γής δε χαμπάριζε· έτσι ήμουν κι έγώ, τιποτένιος, ως τη μέρα που μπήκα στο αδερφάτο. Από τότε έγινα άλλος άνθρωπος, έγινα άνθρωπος. Δεν είμαι πιά ο 'Ιούδας ο κοκκινογένης, ο σιδεράς, που δουλεύει σαν το ζό κι ένα σκοπό έχει, πως να θρέψει τις ποδάρες έτουτες και την κοιλιά και την κακομούτσουνη κεφάλα· δουλεύω γιά ένα μεγάλο σκοπό· ακούς; για ένα μεγάλο σκοπό· κι όποιος δουλεύει, κι ο πιό ταπεινός, για ένα μεγάλο σκοπό, γίνεται μεγάλος.»



Τα μερμήγκια



[Στο επαύριο μιας θεομηνίας, μιας κατακλυσμιαίας βροχής που κατέστρεψε τα σπαρτά των ανθρώπων στους αγρούς... Κι ενώ οι άνθρωποι κλαίνε και οδύρονται και σκέφτονται πώς ο Θεός τους παράτησε στην τύχη τους, ο Ιησούς παρατηρεί κάτω απ’ τα πόδια του μια μερμηγκοφωλιά...]


«Οι πατούσες των ποδιών του γαργαλίστηκαν, λόξεψε τα ματιά και βλέπει [τότε ο Ιησούς] ν' άραδίζουν κάτω από τις καμάρες των ποδιών του γνοιασμένα, βιαστικά, χοντρά ξανθόμαυρα μερμήγκια· και κουβαλούσαν, συδυό συντρία, από ένα σπυρί σιτάρι στις φαρδιές τους δαγκάνες. Τά 'χαν κλέψει από τον κάμπο, από το στόμα των ανθρώπων, και τά κουβαλούσαν στη μερμηγκοφωλιά τους δοξολογώντας το Θεό, το Μέγα Μέρμηγκα, που γνοιάζεται για τον εκλεχτό λαό του, τά μερμήγκια, και στέλνει τους κατακλυσμους στον κάμπο, ίσια ίσια όταν πρέπει, όταν είναι σωριασμένα τά σιτάρια στ' αλώνια.»



Πατέρας μου ο Φόβος






[Ο Ιησούς συνομιλεί με το ραβίνο Συμεών. Ξάφνου ξεσπάει σαν καταιγίδα – κι εμείς βλέπουμε να ραγίζει το κέλυφος του «εκλεκτού του Θεού» και να αναδύεται από μέσα του ο άνθρωπος, ο αληθινός άνθρωπος – με τις αδυναμίες και τα πάθη του]


«- Από μικρός κρύβω μέσα μου, βαθιά, όχι μονάχα τό δαίμονα τής πορνείας, παρα και το δαίμονα της αλαζονείας, γερο-ραβίνο! Μικρός ακόμα, δεν μπορούσα ακόμα στέρεα να περπατήσω, πήγαινα τοίχο τοίχο και κρατιόμουν να μην πέσω, και φώναζα μέσα μου, ο αδιάντροπος:

«Θεέ μου, και κάμε με Θεό! Θεέ μου, και κάμε με Θεό! Θεέ μου, και κάμε με Θεό!» και προχωρούσα τοίχο τοίχο καί πήγαινα. Καi μιά μέρα κρατούσα ένα μεγάλο σταφύλι στην αγκαλιά μου, καί μιά τσιγγάνα πέρασε· ζύγωσε, κουκούβισε κάτω και μου πήρε τό χέρι: «Δώσ' μου τό σταφύλι», μου 'καμε, «να σου πώ τη μοίρα σου.» Της έδωκα τό σταφύλι, κι αυτή έσκυψε, κοίταξε την απαλάμη μου: «Ω! Ω!», φώναξε, «βλέπω σταυρούς, σταυρούς κι άστέρια.» Γέλασε: «Θά γίνεις εσύ βασιλιας των Ιουδαίων!» είπε κι έφυγε. Κι εγώ το πίστεψα, κορδώθηκα, κι από τότε πιά, μπαρμπα-Συμεών, από τότε πια τό μυαλό μου σάλεψε. Δεν το μολόησα ανθρώπου ως τώρα, εσένα το πρωτολέω, μπαρμπα-Συμεών· από τότε πιά το μυαλό μου σάλεψε.

Σώπασε πάλι και σε λίγο:
- Εγώ 'μαι ο Εωσφόρος, φώναξε, εγώ! εγώ!

Ο ραβίνος ξεσφήνωσε τό κεφάλι του άπό τά γόνατά του, δίπλωσε στό στόμα του νέου:
- Σώπα! πρόσταξε.

- Δε σωπαίνω, έκαμε ο νέος ξαναμμένος, τώρα πια πάει, δε σωπαίνω! Είμαι ψεύτης, υποκριτής, φοβητσιάρης ποτέ δε λέω την αλήθεια, δεν έχω το κουράγιο· βλέπω μιά γυναίκα να περνάει και κοκκινίζω, σκύβω το κεφάλι, μα τα μάτια μου γεμίζουν πορνεία· δεν απλώνω το χέρι ν' άρπάξω, να δείρω, να σκοτώσω, όχι γιατί δε θέλω, παρά γιατί φοβούμαι· θέλω νά σηκώσω κεφάλι στη μάνα μου, στον εκατόνταρχο, στό Θεό, και φοβούμαι. Φοβούμαι· φοβούμαι· αν ανοίξεις το σπλάχνο μου, θα δείς να κάθεται μέσα, λαγός να τρέμει, ο Φόβος· ο Φόβος, τίποτα άλλο· αυτος είναι εμένα ο πατέρας μου, η μάνα μου κι ο Θεός.»



Δύο δρόμοι




Mantegna - Ο Θρήνος για τον Ιησού (1480)

[Η Μαρία, η μητέρα του Ιησού, στενάχωρη για το δρόμο που ακολούθησε ο γιος της. Δίπλα της ο Ιωάννης ακούει. Το ακόλουθο απόσπασμα ενδεχομένως συμπυκνώνει όλο το περιεχόμενο του βιβλίου σε τρεις φράσεις]


«-Δε θέλω εγώ το γιό μου άγιο, μουρμούρισε· άνθρωπο τον θέλω, σαν και τους άλλους, να παντρευτεί, να μου κάνει αγγόνια· αυτός είναι ο δρόμος του Θεού.

- Αυτός είναι ο δρόμος του ανθρώπου, έκαμε σιγά ο Ιωάννης, σα να ντρέπουνταν πού 'φερνε αντίρρηση· ο άλλος, αυτός που άκολουθάει ο γιός σου, είναι ο δρόμος του Θεού, κυρά μου.»



Λαός Μεσσίας



[Κι αν η σωτηρία δεν εξαρτάται από κάποιο μεμονωμένο «σωτήρα», ή κάποιο πανταχού παρόν αγαθό πνεύμα; Αν η σωτηρία δεν αφορά τον άλλο κόσμο, αλλά αυτόν εδώ, τη γη που πατάμε, τον αέρα που ανασαίνουμε όσο είμαστε ζωντανοί; Αν για να σωθούμε αρκεί να εξεγερθούμε; Στο ακόλουθο απόσπασμα ο Ιούδας εκφράζει όχι τον πνευματικό, μα τον υλικό δρόμο προς την ελευθερία: εκείνον της μαζικής εξέγερσης... Όταν Μεσσίας είναι ο ίδιος ο λαός... Διακρίνουμε άραγε, μέσα στα λόγια του Ιούδα, το βαθύ πάθος του ιδίου του Καζαντζάκη για τη λευτεριά;]


«Καλά το λέει», μονομιλούσε ο Ιούδας, «καλά το λέει, έχει δίκιο ο γιός της Μαρίας, το ίδιο μας φώναζε κι ο γεροραβίνος· από μας κρέμεται ή λύτρωση· αν σταυρώνουμε τα χέρια, ποτέ η γης του Ισραήλ δε θα δεί λύτρωση· αν πιάσουμε όλοι τ' άρματα, θα δούμε ελευτερία...»

Μονολογούσε ο Ιούδας και πήγαινε· άξαφνα στάθηκε, ανάστατος:

«Ποιός νά 'ναι ο Μεσίας;» μουρμούρισε· «ποιός; Γιά μπάς κι είναι αλάκερος ο λαός;»

Ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει σπειρωτός από το ξαναμμένο κούτελο του 'Ιούδα· 
«μπας κι είναι αλάκερος δ λαός;» Πρώτη φορά του 'ρχουνταν ο λογισμός έτουτος, ταράχτηκε. «Μπας κι είναι ο Μεσίας αλάκερος ο λαός;» έλεγε και ξανάλεγε μέσα στο νου του· «μα τότε τί ανάγκη τους εχουμε όλους ετούτους τους προφήτες και τους ψευτοπροφήτες και τους πασπατεύουμε με άγωνία νά δουμε- είναι, δεν είναι ο Μεσίας; Μωρέ, Μεσίας είναι ο λαός, εγώ, εσύ, όλοι μας, φτάνει να πιάσουμε τ' άρματα!»



Αλλαγή μέσα ή έξω;



[Τελικά χρειάζεται να αλλάξουμε τον κόσμο έξω από μας, για να αλλάξουμε μέσα μας οι ίδιοι; Ή αλλάζοντας πρώτα τον εαυτό μας, αλλάζουμε τον κόσμο; Άραγε μπορούμε να συνδυάσουμε τις διαφορετικές αυτές κοσμοθεωρίες;]


«- Πρώτα να διώξουμε τους Ρωμαίους, είπε ο Ιούδας αγριεμένος, πρώτα να λευτερώσουμε τα κορμιά· ύστερα τις ψυχές· καθένα με τη σειρά
του· μην αρχίζουμε να χτίζουμε από τη στέγη· πρώτα το θεμέλιο.

- Το θεμέλιο είναι η ψυχή, Ιούδα, είπε ο Ιησούς.

- Το θεμέλιο είναι το κορμί, αυτό λέω εγώ!

-Αν δεν άλλάξει η ψυχή μέσα μας, Ιούδα, ποτέ δε θ' άλλάξει απόξω μας ο κόσμος· μέσα είναι ο εχτρός, μέσα είναι οι Ρωμαίοι, από μέσα αρχίζει η σωτηρία!»



Ο Καιρός



Willem Dafoe - Martin Scorsese, από τα γυρίσματα της ταινίας

Ο Αντρέας δεν μπόρεσε να κρατήσει τον πόνο του, ζύγωσε τον Ιησού:

- Ραβή, είπε, έπιασαν το Βαφτιστή, τον σκότωσαν!

- Δεν πειράζει, αποκρίθηκε ήσυχα ο Jησούς, πρόφτασε κι εκαμε το χρέος του· και στα δικά μας, Αντρέα.

Είδε τα μάτια του παλιού μαθητή του Προδρόμου να βουρκώνουν:

- Μην πικραίνεσαι, Αντρέα, τού 'πε καί του χάδεψε τον ώμο, δεν πέθανε· πεθαίνουν μονάχα όσοι δεν πρόλαβαν να γίνουν αθάνατοι· αυτός πρόλαβε· ο Θεός τού 'δωκε καιρό.

Κι ως τό 'πε, ο νους του φωτίστηκε· αλήθεια, όλα στόν κόσμο ετούτο κρέμουνται από τον καιρό· αυτός ωριμάζει τα πάντα· αν έχεις καιρό, προλαβαίνεις να δουλέψεις μέσα σου την άνθρώπινη λάσπη και να την κάμεις πνέμα· και τότε θάνατο δέ φοβάσαι· αν δεν έχεις καιρό, χάνεσαι... «Θεέ μου», παρακαλέστηκε μέσα του ο Ιησούς, «Θεέ μου, δώσ' μου καιρό... Τούτο μονάχα πια σου ζητώ· δώσ' μου καιρό...»



Αναζητώντας το Θεό – μια παραβολή


«Γέροντα, άποκρίθηκε ο Ιησούς, μια φορά στην ανατολική καστρόπορτα μιας τρανής πολιτείας ήταν ενας μαρμαρένιος θρόνος· στο θρόνο αυτόν κάθισαν χίλιοι βασιλιάδες τυφλοί στο δεξό μάτι- χίλιοι βασιλιάδες τυφλοί στο ζερβό μάτι· χίλιοι βασιλιάδες που έβλεπαν και με τα δυό τους μάτια - κι όλοι φώναζαν το Θεό να προβάλει να τόν δούνε· μα όλοι κατέβηκαν στο μνήμα, χωρίς να τον δουν. Κι ήρθε, σαν έφυγαν οι βασιλιάδες, ένας φτωχός άνθρωπος, ξυπόλητος και πεινασμένος, και κάθισε:

«Θεέ μου», μουρμούρισε, «τα μάτια του ανθρώπου δεν αντέχουν ν' άντικρίσουν τον ήλιο, τυφλώνεται· πώς να μπορέσουν το λοιπόν ν' άντικρίσουν εσένα, Παντοδύναμε; Λυπήσου, Κύριε, γλύκανε τη δύναμή σου, χαμήλωσε τη λάμψη σου, για να μπορέσω κι εγώ ό φτωχός κι άνάπηρος να σε δώ!» Και τότε, άκουσε
γέροντα! γίνηκε ό Θεός ενα κομμάτι ψωμί, μια κούπα δροσερό νερό, ενα ρούχο ζεστό, μια καλύβα· και μια γυναίκα μπροστά από την καλύβα που βύζαινε ένα μωρό. Κι ο φτωχός άπλωσε τις αγκάλες, χαμογέλασε ευτυχισμένος: «Ευχαριστώ σε, Κύριε», μουρμούρισε· «ταπεινώθηκες για το χατίρι μου, γίνηκες ψωμί, νερό, ρούχο ζεστό, γυναίκα και γιός μου, για να σε δω· και σέ είδα· σκύβω και προσκυνώ το πολυπρόσωπό σου πρόσωπο, το αγαπημένο!»



Μια στιγμή. Μια αιωνιότητα






«Μια φορά είχε πεί η Μαγδαληνή στον Ιησού: «Γιατί μου μιλάς για μέλλουσες ζωές, ραβή μου; Δεν είμαστε εμείς άντρες, νά 'χουμε ανάγκη από άλλες, αtώνιες
ζωές· είμαστε γυναίκες, και μιά στιγμη με τον άντρα που αγαπούμε είναι αtώνια Παράδεισο· μιά στιγμη μακριά από τον άντρα που αγαπούμε, αtώνια Κόλαση· ζούμε, εμείς οι γυναίκες, εδώ στη γης ετούτη την αιωνιότητα!»



Μάνα Γη



«Ανάμεσα από τα σκοτεινά φύλλα της λεμονιάς ελαμπαν τα λεμόνια κατάχρυσα απάνω από το κεφάλι του Ιησού· ακούμπησε τίς απαλάμες στο νοτισμένο χώμα, ένιωσε τη δροσεράδα καί την ανοιξιάτικη ζεστασιά του, γοργοβλεφάρισε γύρα του, κανένας δεν τόν εβλεπε, έσκυψε, φίλησε τη γης.

- Μάνα, της είπε σιγά, κράτα με καλά, κι εγώ καλα σε κρατώ· Μάνα, γιατί να μην είσαι εσύ ο Θεός μου;»



Πατρίδα μας ο κόσμος



«- Τό ‘ξερα, είπε ο Ιησούς, πως σας στέλνω σαν αρνιά μέσα στους λύκους· θά σας βρίσουν, θα σας πετροβολήσουν, θα σας πούνε ανήθικους, γιατί πολεμάτε την ανηθικότητα, θα σας συκοφαντήσουν πως θέτε να καταλύσετε την πίστη, την οικογένεια και την πατρίδα, γιατί η πίστη μας είναι πιο αγνή και το σπίτι μας πιό φαρδύ και πατρίδα μας ο κόσμος! Ζωστείτε σφιχτά, σύντροφοι, αποχαιρετήστε το ψωμί, τη χαρά και την ασφάλεια· κινούμε για πόλεμο!»



Ποιος θα πάρει το καλύτερο κομμάτι απ’ την πίτα;



Caravaggio - Supper at Emnaus (1601)

[Κάθε ένας απ’ τους μαθητές του Ιησού στο μυθιστόρημα έχει τη δική του προσωπικότητα. Μα όλοι ονειρεύονται, ο καθένας με τον τρόπο του, τα μεγαλεία που τους περιμένουν στο μέλλον... Εξουσία, δύναμη, κύρος – και το πανταχού παρόν βόλεμα, παρόν τότε όπως και τώρα. «Ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο», που θα έλεγε κι ο Νίτσε...]


«Κι αλήθεια, δαιμόνια σκοτεινά είχαν μπεί μέσα τους, τώρα πού έρχουνταν, στο δρόμο· είχαν άρχίσει, μαθές, οί νεκροί ν' ανασταίνουνται, ζύγωνε η μέρα του Κυρίου, θ' ανέβαινε ο ραβής στο θρόνο, εφτανε το λοιπόν ή ώρα να μοιραστουν τ' αξιώματα· και τότε, στη μοιρασιά, οι Μαθητές άρχισαν να μαλώνουν.

- Εγώ θα καθίσω δεξά του, έλεγε ο ένας, εμένα αγαπάει πιο πολύ.
- Όχι, εμένα! - Εμένα! - Εμένα! πετάχτηκαν όλοι και φώναζαν.
- Εγώ τον πρωτόπα ραβή! είπε ο Αντρέας.
- Σε μένα έρχεται στα ονείρατά μου πιο συχνά, αντιμίλησε ο Πέτρος.
- Εμένα με λέει αγαπημένε... έκαμε ο Ιωάννης.
- Κι εμένα! - Κι εμένα! - Κι εμένα! ακούστηκαν πάλι φωνές.

Τα αίματα του Πέτρου άναψαν.

- Τραβάτε πέρα όλοι! φώναξε· σε μένα δεν είπε προχτές: «Πέτρο, είσαι η πέτρα, κι απάνω σου θα χτίσω τη νέα Ιερουσαλήμ»;
- Δεν είπε τη νέα Ιερουσαλήμ! τά 'χω εδώ γραμμένα τα λόγια του! είπε ο Ματθαίος και χτύπησε το τεφτέρι στον κόρφο του.
- Τί μου 'πε, τό λοιπόν, καλαμαρά; έγώ αυτό άκουσα! έκαμε ο Πέτρος θυμωμένος.
- Είπε: «Συ είσαι ο Πέτρος, κι απάνω στήν πέτρα αυτή θα οίκοδομήσω τήν Εκκλησία μου». Την Εκκλησία μου, όχι την Ιερουσαλήμ· διαφορά μεγάλη.
- Κι ακόμα τί άλλο μου 'ταξε; φώναξε ο Πέτρος, γιατί σταμάτησες; δε σε συφέρει να πας παραπέρα; Για τα κλειδιά... λέγε λοιπόν!

Ο Ματθαίος, ανόρεξα, πήρε το τεφτέρι, το άνοιξε, διάβασε:
- «Και θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών...»
- Παρακάτω! Παρακάτω! φώναζε ο Πέτρος θριαμβευτικά.
Ο Ματθαίος κατάπιε το σάλιο του, έσκυψε πάλι απάνω στο τεφτέρι:
- «Κι ό, τι δέσεις στη γης θά 'ναι δεμένο στον ούρανό, κι ό,τι λύσεις στη γης θά 'ναι λυμένο στον ουρανό...», ορίστε, αυτό 'ναι όλο!

- Και λίγο σου φαίνεται; έκαμε ο Πέτρος και κορφοκοίταξε τούς μαθητές και φούσκωνε σαν κόκορας, λίγο σου φαίνεται; 'Εγώ, το άκούσατε όλοι σας, κρατώ τά κλειδιά· εγώ ανοίγω και κλείνω την Παράδεισο· αν θέλω σας μπάζω μέσα, αν θέλω δέ σας μπάζω!

Τότε πιά οι Μαθητές φρένιασαν· καί θά πιάνουνταν σίγουρα στα χέρια, αν δεν είχαν πιά ζυγώσει στη Βηθανία· ντράπηκαν τους χωριάτες και κατάπιαν το θυμό τους, μα τά πρόσωπά τους ακόμα ήταν ολοσκότεινα.»



Αληθινά ψέματα







«-Ματθαίο, είπε ο Ίησους, φέρε έδώ τα τεφτέρια σου· τί γράφεις;

Ο Ματθαίος σηκώθηκε χαρούμενος, απλοχέρισε τα γραφτά του:
- Ραβή μου, είπε, εδώ στορώ, για τους μελλούμενους ανθρώπους, τη ζωη και τα έργα σου.

Ο Ιησούς διπλογονάτισε κάτω από το λυχνάρι, άρχισε ν' άναγνώθει. Από τά πρώτα λόγια, τινάχτηκε· γύριζε ορμητικά τά φύλλα, διάβαζε αρπαχτά, το πρόσωπό του κοκκίνιζε κι άγρίευε· τον κοίταζε ο Ματθαίος και λάγασε στη γωνιά με τρόμο και περίμενε. Ξεφύλλιζε, ξεφύλλιζε δ Ίησους, δε βάσταξε πιά, σηκώθηκε όρθιος, πέταξε το Ευαγγέλιο του Ματθαίου χάμω με αγανάχτηση.

- Τί 'ναι αυτά; φώναξε· ψέματα! ψέματα! ψέματα! Δεν εχει ανάγκη ο Μεσίας από θάματα, αυτός είναι το θάμα, άλλο δέ χρειάζεται! Γεννήθηκα στη Ναζαρέτ, όχι στη Βηθλεέμ, ποτέ μου δεν πάτησα το πόδι στη Βηθλεέμ, δε θυμούμαι Μάγους, δεν πήγα ποτέ μου στην Αίγυπτο, κι αυτό πού γράφεις πως μου 'πε το περιστέρι την ώρα που βαφτίζουμουν: «Ετούτος είναι ο γιός μου ο άγαπητός», ποιός σου το φανέρωσε; Εγώ δεν άκουσα καθαρά· εσύ, που δεν ήσουν εκεί, πού το βρήκες;

-Μου το φανέρωσε ο Άγγελος, αποκρίθηκε ο Ματθαίος τρέμοντας.
- Ο Άγγελος; Ποιός Άγγελος;
- Αυτός που έρχεται κάθε βράδυ που πιάνω το καλέμι, σκύβει στο αυτί μου και μου υπαγορεύει και γράφω.

-Ένας Άγγελος; έκαμε ο Ιησούς ταραγμένος, ένας Άγγελος σου υπαγορεύει και γράφεις;

Ο Ματθαίος πήρε κουράγιο:

- Ναί, έvας "Αγγελος, κάποτε τόν βλέπω κιόλα, πάντα τον άκούω· τά χείλια του αγγίζουν το αυτί μου το δεξό και γρικώ τις φτέρουγές του που με τυλίγουν· σάν το μωρό είμαι φασκιωμένος στη φτέρουγα του Αγγέλου και γράφω· δέ γράφω, αντιγράφω ό, τι μου λέει. 'Αμ' τί; από δικού μου εγώ θά τά 'γραφα όλα έτουτα τα θαμάσματα;

- Ένας.., Άγγελος; μουρμούρισε πάλι ο Ιησούς και βυθίστηκε σε συλλογή. Βηθλεέμ, Μάγοι, Αίγυπτος, εσύ 'σαι ο γιός μου ο αγαπητός ... αν όλα αυτά είναι η αληθινή αλήθεια; Αν ετούτο είναι το πιό αψηλό πάτωμα της αλήθειας, όπου ο Θεός μονάχα κατοικεί; "Αν ό,τι εμείς λέμε άλήθεια, ο Θεός το λέει ψέμα;

Σώπασε· έσκυψε, μάζεψε από χάμω μέ προσοχή τα γραφτά πού 'χε πετάξει καί τά 'δωκε στό Ματθαίο· κι αυτός τα τύλιξε πάλι στο κεντημένο κεφαλοπάνι και τα 'κρυψε κατάσαρκα στον κόρφο του.

- Γράφε, ό, τι σου υπαγορεύει ο Άγγελος, είπε ο Ιησούς, εγώ πιά... μα δεν απόσωσε το λόγο του.»



“Πνέμα που δεν είναι λέφτερο, δεν είναι πλέον πνέμα”







«O Ιάκωβος είχε κιόλα φιλιώσει με το θάνατο του ραβή κι έκλωθε στο νου του τί θά 'καναν όταν θά 'μεναν στη γης χωρίς τό δάσκαλο:

- Δεν μπορούμε ν' αντισταθούμε στό θέλημα του Θεού, είπε, και στό θέλημα του δασκάλου· χρέος δικό σου, ραβή, καθώς τό λεν κι οι προφήτες, να πεθάνεις, χρέος δικό μας να ζήσουμε· να μη χαθούν τά λόγια που είπες, να τά στερεώσουμε σε καινούριες Άγιες Γραφές, να βάλουμε νόμους, να χτίσουμε δικές μας συναγωγές, να διαλέξουμε δικούς μας αρχιερείς, Γραμματείς και Φαρισαίους.

Ο Ιησούς τρόμαξε:

- Έτσι σταυρώνεις το πνέμα, Ιάκωβε, φώναξε· όχι, όχι, δε θέλω!

- Έτσι μονάχα τό πνέμα δε θά μπορεί να γίνει αέρας και να φύγει! αντιμίλησε ο Ιάκωβος.

- Μα δε θά 'ναι πιά λεύτερο, δε θά 'ναι πνέμα!

- Δεν πειράζει· θά μοιάζει σαν πνέμα· αυτό, για τη δουλειά μας, φτάνει, ραβή.

Κρύος ίδρώτας περέχυσε τον Ιησού [...] Απελπισμένος, άπλωσε τα χέρια του, σα να ζητούσε βοήθεια:

- Θα σας πέψω τον Παράκλητο, είπε, το πνέμα της αλήθειας· αυτό θα σας οδηγάει.

Ο Ιάκωβος κούνησε το σκληρό πεισματάρικο κεφάλι:

- Κι αυτό, το πνέμα της αλήθειας που λες, κι αυτό θα σταυρωθεί· όσο θα υπάρχουν, ραβή μου, άνθρωποι, το πνέμα θα σταυρώνεται, να το ξέρεις. Μα δεν πειράζει· πάντα κάτι απομένει, κι αυτό, σου λέω, μας φτάνει.

- Δε με φτάνει εμένα! φώναξε ο Ιησούς απελπισμένος.

Ταράχτηκε ο Ιάκωβος ν’ ακούσει την πονεμένη κραυγή, ζύγωσε, έπιασε το χέρι του δασκάλου:

- Δε σε φτάνει, ραβή μου, είπε, και γι’ αυτό σταυρώνεσαι· συχώρεσέ με που σου αντιμίλησα.

Απίθωσε ο Ιησούς το χέρι του απάνω στο πεισματάρικο κεφάλι:

- Αν έτσι το θέλει ο Θεός, αιώνια το πνέμα να σταυρώνεται απάνω στη γης, ας είναι βλογημένος ο σταυρός· ας τον σηκώνουμε στους ώμους μας με αγάπη, με υπομονή, μ’ εμπιστοσύνη· θα γίνει αυτός μια μέρα, απάνω στους ώμους μας, φτερούγες.»



Αφιέρωση: στο Δάσκαλό μου της Έκτης Δημοτικού, κύριο Χρήστο, αφιερώνω αυτό το κείμενό μου. Γιατί ήταν εκείνος που μου έμαθε, πρώτος, πριν 23 χρόνια, το Νίκο Καζαντζάκη. Όπως μου έμαθε πως αληθινή παιδεία δεν είναι οι βαθμοί, οι εξετάσεις και τα χαρτιά. Πρόκειται για κάτι άλλο, κάτι περισσότερο ουσιώδες. Να είστε καλά, κύριε Χρήστο, όπου και αν βρίσκεστε. Σας ευχαριστώ για όλα.