Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά και ενήλικες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδιά και ενήλικες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Ιουλίου 2016

Τα όρια της επιθυμίας μας





Ένας από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς των τελευταίων 20-30 χρόνων έγινε διάσημος, μεταξύ άλλων, για ένα ρητό που θα το χαρακτήριζα ως μία από τις μεγαλύτερες... απάτες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Ο λόγος για τον Πάουλο Κοέλιο και τη ξακουστή εκείνη φράση: «όταν θέλεις πολύ κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το κατορθώσεις».

Έτσι έλεγε ο Κοέλιο, πουλώντας εύκολη αισιοδοξία και ελπίδα στον κόσμο. Και ο κόσμος το εκτίμησε δεόντως – ο συγγραφέας έγινε διάσημος κι έμαθε πως να κάνει μακροβούτια στα λεφτ... εε, στα βιβλία, ήθελα να πω.

Ας λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ενδιαφέρονται για γνώση – μόνο για εύκολη παρηγοριά. Όταν μια φορά κι έναν καιρό ο Νίτσε έλεγε πως ο άνθρωπος μετριέται από το βάρος της γνώσης που μπορεί ν’ αντέξει, δεν μιλούσε τυχαία. Στο νιτσεϊκό σύμπαν ο κόσμος συνιστά αέναο πεδίο σύγκρουσης μεταξύ αντίθετων δυνάμεων – δίχως σκοπό ή τελικό προορισμό, δίχως κάποια θεία πρόνοια που επιβλέπει τα πάντα. Μα σ’ ένα σύμπαν όπως εκείνο του Κοέλιο, τα πάντα ρυθμίζονται από μια ανώτερη δύναμη που θέλει το καλό μας – αρκεί να το επιθυμήσουμε πραγματικά και οι ίδιοι.

Ακόμα και αν δεχτούμε πως υπάρχει κάτι βαθύτερο στη φύση που μας περιβάλλει – μια αίσθηση αρμονίας, μια ομορφιά που ξεπερνά εκείνη των αισθήσεων, κάτι που ίσως αδυνατούμε να εκφράσουμε με λόγια – αυτό απέχει πολύ από το να παραδοθούμε οι ίδιοι σε μια μαγική σκέψη και να θεωρήσουμε πως τα πάντα εξαρτώνται από τη βούλησή μας και μόνο. Σκέψεις σαν αυτές θυμίζουν εκείνη την αίσθηση «μαγικής παντοδυναμίας» που οι ψυχαναλυτές απέδωσαν στην πρώιμη παιδική ηλικία – στα πρώτα 1-2 χρόνια της ζωής. Τότε που το μωρό θεωρεί πως ο κόσμος συνιστά προέκταση του εαυτού του και είναι φτιαγμένος σύμφωνα με τις επιθυμίες του και μόνο – αρκεί να κλάψει για να έρθει τρέχοντας η μαμά να το ταΐσει.

Μα μεγαλώνοντας μαθαίνει κάποιος πως ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος μόνο με βάση τις δικές του επιθυμίες... μα με βάση τις επιθυμίες όλων. Επιθυμίες που συχνά μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση. Δεν υπάρχει μόνο αυτό που θες εσύ – μα κι εκείνο που θέλουν οι άλλοι.

Όταν για πρώτη φορά το μικρό παιδί ακούει τους γονείς του να του λένε «Όχι», δέχεται ένα μεγάλο πλήγμα στον εγωκεντρισμό του. Εν συνεχεία όμως αυτό το «όχι» μετατρέπεται σε πολύτιμο εφόδιο: μαθαίνοντας να το χρησιμοποιεί, ενσωματώνοντάς το, το παιδί διαφοροποιεί τον εαυτό του απ’ τους άλλους – και συνειδητοποιεί τη μοναδικότητά του. Λέω Όχι – άρα υπάρχω. Μέσα από τη σύγκρουση, προβάλλοντας τη δική του θέληση κόντρα σε εκείνη των άλλων, το παιδί καταλαβαίνει πως η ζωή αποτελεί ένα πεδίο όπου πλήθος θελήσεων πάνε κόντρα η μία στην άλλη. Άλλες συμμαχούν μεταξύ τους... άλλες πάλι βρίσκονται μονίμως σε σύγκρουση.

Πού καταλήγουμε λοιπόν; Στην επικράτηση της «θέλησης του ισχυρότερου»; Ή μήπως στην επικράτηση της «ισχυρότερης θέλησης»; Προσοχή – δεν είναι το ίδιο αυτά τα δύο!

Η σκέψη του Κοέλιο θα λέγαμε πως αρμόζει μάλλον περισσότερο στη δεύτερη εκδοχή: εκεί όπου «αρκεί» να επιθυμείς κάτι πολύ για να το αποκτήσεις. Ένα μεγάλο παραμύθι που μας επαναφέρει στην πολύ πρώιμη παιδική μας ηλικία. Και ποιος δεν θέλει να γίνει ξανά παιδί.



Art by Thomas Subtil


Αν λοιπόν δεν κατορθώσουμε κάτι, είναι επειδή... δεν το «επιθυμήσαμε» αρκετά; Κατά βάθος, φίλε αναγνώστη, δεν... επιθύμησες πολύ εκείνη τη δουλειά που δεν σου έκατσε. Ή εκείνα τα εύκολα θέματα στις εξετάσεις. Ή εκείνο το φλερτ που δεν είχε αίσια εξέλιξη. Ή εκείνη τη σχέση που απέτυχε. Αν τα... ήθελες πραγματικά, αν τα επιθυμούσες πολύ, πάρα πολύ, ΠΑΡΑ πάρα πολύ, τα πράγματα θα είχαν πάει πολύ διαφορετικά! Μα τι να σου κάνω κι εγώ – δεν έχεις μάθει να επιθυμείς σωστά!

Και αν ξυπνήσεις ένα πρωινό, πατήσεις το πόδι έξω απ’ το κρεβάτι σου στο πάτωμα και, ΤΣΟΥΠ, βουτήξεις σε μια σκατούλα που αμόλησε ο σκύλος σου... είναι επειδή δεν επιθυμούσες να πάνε τα πράγματα αλλιώς! Και αν βγεις έξω και φας μια μεγαλοπρεπέστατη γλίστρα στο δρόμο, προσγειώνοντας τον πισινό σου στο σκληρό πεζοδρόμιο, είναι επειδή το σύμπαν γελάει με την ατυχία σου! Να πρόσεχες και να μην ήσουν γεμάτος με τόσο αρνητικές σκέψεις.

Για να μη μιλήσω για όλες εκείνες τις κατηγορίες πληθυσμών στον κόσμο που μαστίζονται από βαριά προβλήματα, που τους χτυπάει η κρίση, ο πόλεμος, και όλα αυτά τα... μικροπράγματα. Νά κάποιοι άνθρωποι που δεν επιθυμούν αληθινά και σε βάθος! Αχ, να ρίχναμε με αεροπλάνα το βιβλίο του Κοέλιο στους πληθυσμούς της Συρίας ή της Αφρικής – τότε θα διαπίστωναν πως είναι όλα θέμα θέλησης και μόνο! Μα δεν ξέρουν, οι κουτοί, γι’ αυτό και υποφέρουν.

Ας μη με κατηγορούν οι φίλοι του συμπαθέστατου, κατά τ’ άλλα, συγγραφέα. Η αλήθεια είναι πως προτιμώ τους αισιόδοξους ανθρώπους σε σχέση με τους μίζερους – οι πρώτοι είναι ευχάριστοι στην παρέα, ενώ οι δεύτεροι δεν χωνεύονται με τίποτα. Μα τόση πια ονειροπόληση δίνει κακό όνομα στα παραμύθια – που, στο βάθος τους, διέπονται από μηνύματα δίχως βολικές απαντήσεις.

Μιλώντας από την ψυχολογική και όχι τη μυθιστορηματική σκοπιά, μπορώ να δώσω μια βάση αλήθειας στο ρητό του Κοέλιο. Γιατί είναι γεγονός πως κάποιες φορές οι επιθυμίες μας καθοδηγούν τα αποτελέσματα των πράξεών μας. Και ορισμένες φορές αν αποτυγχάνουμε, είναι επειδή οι ίδιοι, ασυναίσθητα, καθοδηγήσαμε τη συμπεριφορά μας προς τα κει. Στην Ψυχολογία αυτό ονομάζεται «Αυτοεκπληρούμενη Προφητεία» - εκείνο που θα λέγαμε αλλιώς: «είδες, στο ΕΙΠΑ πως θα αποτύχω!».

Υπάρχουν περιστάσεις που μπορεί να μην πιστεύεις στις προοπτικές της επιτυχίας σου. Για παράδειγμα να βγαίνεις με μια κοπέλα, μα να μην πιστεύεις στις δυνατότητές σου – ή να δίνεις συνέντευξη για μια δουλειά, μα να μην θεωρείς κατά βάθος άξιο τον εαυτό σου. Μπορεί τότε να «καθοδηγήσεις» πλάγια τα γεγονότα, ώστε να καταλήξουν στην αποτυχία που εξαρχής περίμενες: με την κοπέλα θα είσαι υπερβολικά αμήχανος ή άγαρμπος και στη συνέντευξη θα μεταδίδεις μειωμένη αυτοπεποίθηση. Εν τέλει αποτυγχάνεις και αυτό, εν μέρει, οφείλεται σε σένα τον ίδιο που ουδέποτε πίστεψες στις δυνατότητές σου. Όλα για να επιβεβαιώσεις στον εαυτό σου την κοσμοθεωρία που έχεις διαμορφώσει, ακόμα και αν αυτή είναι σε βάρος σου.

Μα σε περιπτώσεις σαν αυτές είναι παραπλανητικό να μιλάμε για «μειωμένη επιθυμία». Σωστότερο είναι να μιλάμε για περιορισμένη αυτοπεποίθηση, ή έλλειψη πίστης στο σκοπό σου. Ίσως πάλι συνιστά ζήτημα προσωπικής ταυτότητας: κάποιος προτιμά να επιβεβαιώνει μια αρνητική ταυτότητα που έχει χτίσει για τον εαυτό του (εκείνη του «αποτυχημένου», για παράδειγμα), παρά να μην έχει καμία απολύτως ταυτότητα.



Rene Magritte, "La tentative de'impossible", 1928


Ισχύει απόλυτα πως αν κάποιες φορές δεν φτάσαμε στ’ αστέρια, είναι επειδή θεωρήσαμε πως είναι αδύνατο να φτάσουμε σ’ αυτά. Μα το ίδιο έλεγαν κάποτε και για το φεγγάρι – και νά που τα κατάφερε ο άνθρωπος. Ναι, κύριοι – κάποια πράγματα είναι όντως θέμα θέλησης. Μα όχι μόνο – είναι επίσης θέμα στόχου, αγώνα, επιμονής, προσπάθειας – και φυσικά τύχης!

Γιατί κάποιες φορές δεν αρκεί να επιθυμείς – μα πρέπει να αγωνιστείς, να κοπιάσεις, να επιμείνεις... και δεν αποκλείεται στο τέλος να δεις το βράχο σου να κατρακυλάει απ’ το βουνό, κι εσύ, σαν άλλος Σίσυφος, να πρέπει να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή...

Και κάποιες άλλες φορές δεν φταις εσύ που δεν παίρνεις την κοπέλα – μα τα γούστα της, που είναι τόσο διαφορετικά απ’ τα δικά σου. Και δεν φταις εσύ που δεν παίρνεις τη δουλειά – μα τα μυαλά του εργοδότη σου και οι απαιτήσεις της αγοράς. Και δεν φταις εσύ αν ξεσπά πόλεμος ή κάποια βαριά κρίση – μα ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα που τρέφεται έξω και πέρα από σένα και δεν λογαριάζει καθόλου τις προσωπικές επιθυμίες σου.

Και δεν φταις εσύ αν, ΤΣΟΥΠ, πάτησες μες στη σκατούλα πρωινιάτικα! Απλά έτυχε, αδερφέ μου! Απλά έτυχε!

Τό να συνειδητοποιούμε πως αρκετά πράγματα βρίσκονται πέρα και έξω από το φάσμα των επιθυμιών μας συνιστά ένδειξη ωρίμανσης. Γιατί αναγνωρίζουμε πως υπάρχουν πολλαπλές θελήσεις στον κόσμο, όχι μόνο η δική μας. Αν εσύ θέλεις κάτι πολύ... μπορεί κάποιος άλλος να θέλει το ακριβώς αντίθετο, το ίδιο πολύ με σένα. Δεν αρκεί να θες κάτι. Δεν είσαι μόνος σου στον κόσμο. Επιτέλους πια – δεν είσαι μωρό παιδί.

Μα αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορείς να επηρεάσεις κάποια πράγματα με τη θέλησή σου. Η τελευταία πάντα παίζει το ρόλο της – και αν μάλιστα ενώσει τη φωνή της με πολλές άλλες σαν αυτήν, τότε θα τη δεις να δυναμώνει, ν’ αποκτά σάρκα και οστά! Έτσι προχωρά ο κόσμος. Όχι, δεν πρόκειται απλά για μια αέναη τάση «επιβίωσης του ισχυρότερου» - γιατί εκείνο που ονομάζουμε «δύναμη» ποικίλλει, ανάλογα με τις ερμηνείες... Κάποιοι για παράδειγμα βρίσκουν δύναμη στον ατομικισμό... άλλοι στην αλληλεγγύη. Κάποιοι στο συναίσθημα... και άλλοι στη λογική. Κάποιοι στη γνώση... και άλλοι στην άγνοια.

Ίσως τελικά το λάθος του Κοέλιο ήταν πως απλοποίησε υπερβολικά μια σύνθετη πραγματικότητα. Δεν είπε ψέματα – απλά μίλησε πολύ απλοϊκά, απευθυνόμενος σε όλους εκείνους που βαριούνταν να ψάξουν και πολύ τα πράγματα.

Κλείνοντας, θα σας εκμυστηρευτώ ένα μυστικό: είναι ωραίο που δεν γίνονται τα πράγματα πάντα όπως τα θες! Γιατί θα βαριόσουν υπερβολικά γρήγορα έτσι – πίστεψέ με. Σκέψου πόσο ομορφότερο είναι όταν πραγματοποιείται μια επιθυμία σου, ενώ τόσες άλλες είχαν αποτύχει... σκέψου πόσο περισσότερο την απολαμβάνεις! Σκέψου πόσο λιγότερη χαρά θ’ αντλούσες αν έβρισκες ικανοποίηση σε όλες!


Γιατί μέσα από την απώλεια και την έλλειψη μαθαίνουμε να εκτιμούμε καλύτερα εκείνα που, εν τέλει, αποκτούμε... Εκείνα που αποκτούμε μέσα από την τύχη, την προσπάθεια, την επιμονή και... κάποιες φορές, απλά και μόνο γιατί το επιθυμούμε βαθιά.



8 Ιουνίου 2016

Χάρτινα Όνειρα





Από φετινό αναμνηστικό λεύκωμα της Έκτης Δημοτικού. Η ερώτηση είναι «πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας όταν μεγαλώσετε». Ένας μαθητής απάντησε πως θα επιθυμούσε, αφού αποφοιτήσει από σχολή ναυπηγών, να εργαστεί σε μια μεγάλη ναυτιλιακή εταιρεία, να βγάλει τόσα χρήματα όσα χρειάζεται ώστε να αγοράσει τρία αμάξια (εκ των οποίων το ένα θα είναι αγωνιστικό), καθώς κι ένα πολυτελές σπίτι με πισίνα.

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα διαβάζοντας αυτό το κείμενο ήταν πως μάλλον λίγα ζητάει το παιδί. Ας προσθέσουμε και μια παραθαλάσσια βίλα, ή μερικά αυτοκίνητα επιπλέον – ένα για κάθε μέλος της οικογένειάς του, ως δώρο. Δεν θα ήταν άσχημα και μια γερή δόση χρυσαφικά για τη γυναίκα, ή ένα δωμάτιο πανάκριβα ρούχα. Μα και πάλι, λίγα είναι – κρίμα να υποφέρει το παιδί. Ας γίνει ιδιοκτήτης μιας ολόκληρης αλυσίδας ρούχων και αυτοκινήτων, να μη νιώσει πως του λείπουν.

Μα αυτές οι σκέψεις δεν κράτησαν για πολύ. Σύντομα η χιουμοριστική διάθεση παραχώρησε τη θέση της στην κριτική. Γιατί η επιθυμία του παιδιού να αποκτήσει άφθονο χρήμα, τρία αμάξια κι ένα σπίτι με πισίνα δεν είναι στην πραγματικότητα επιθυμία ενός παιδιού που σκέφτεται σαν παιδί – αλλά ενός παιδιού που σκέφτεται σαν ενήλικας.

Δεν υπάρχει τίποτα το «παιδικό» σε αυτή τη φιλοδοξία του. Ούτε καν εφηβικό. Εδώ μιλάει ένας ενήλικας της εποχής μας, εμποτισμένος από την υλιστική νοοτροπία της απόκτησης αγαθών, που έχει πάρει τη μορφή ενός παιδιού.

Αν με ρωτούσε ένα παιδί «τί μπορώ να ονειρευτώ;» θα του έλεγα «τα πάντα». Κάνε όνειρα δίχως κανένα όριο, φτάσε ως το φεγγάρι και ακόμα πιο μακριά. Θες να γίνεις αστροναύτης; Να θεραπεύσεις τον καρκίνο; Να φέρεις την παγκόσμια ειρήνη; Να γίνεις μεγάλος αθλητής ή καλλιτέχνης; Να διαπρέψεις στις επιστήμες; Ν’ αγοράσεις το μεγαλύτερο παιχνιδάδικο του κόσμου; Να μάθεις να πετάς; Να μάθεις ν’ αναπνέεις κάτω απ’ το νερό; Να ζήσεις μαγικές περιπέτειες; Να ανακαλύψεις άγνωστες χώρες; Να χτίσεις αποικίες στον Άρη; Να γυρίσεις τον κόσμο σε σκέιτμπορντ; Να ονειρεύεσαι δίχως όρια! Να ζητάς τα πάντα!

Μα τρία αμάξια κι ένα σπίτι με πισίνα; Αυτό είναι τα «πάντα» για σένα; Ως εκεί φτάνει η φαντασία σου; Εκεί τερματίζει το σύμπαν των ονείρων σου;

Φιλαράκο μου, ποιος να ευθύνεται που στέρεψε έτσι η σκέψη σου; Μήπως μιλούν οι γονείς σου πίσω από σένα; Οι γονείς που ανησυχούν από τώρα πώς θα «βολέψουν» το βλαστάρι τους – όλα χρειάζεται να είναι καλώς καθορισμένα, ο δρόμος ξεκάθαρος, ο στόχος συγκεκριμένος. Θα περάσεις σε εκείνη τη σχολή και θα βγάλεις τα αναγκαία χρήματα για να νιώσεις «ασφαλής». Γιατί τα όνειρα είναι άχρηστα, κύριοι, αν δεν αφορούν χειροπιαστά, ξεκάθαρα υλικά. Υλικά που μπορούμε ν’ αγοράσουμε (γιατί ως γνωστόν κάτι αξίζει μόνο αν μπορείς να το αγοράσεις). Και η ασφάλεια δεν είναι ψυχολογικό θέμα – αλλά οικονομικό. Τα παιδιά πλέον χρειάζεται από τα 12 τους χρόνια να σκέφτονται τον τρόπο που θα «τακτοποιηθούν». Από τα 11 – από τα 10, τα 9, τα 8. Μπα – από τη γέννησή τους κιόλας! Με το πού μάθουν να βαδίζουν στα δυο τους πόδια, είναι πια καιρός να καταστρώσουν τα σχέδιά τους για το μέλλον – ένα σπίτι, μια δουλειά, μια οικογένεια.

Μήπως μιλούν τα πολιτισμικά πρότυπα μιας κοινωνίας στηριγμένης στην κατανάλωση, την επιδειξιομανία και τις υλικές ανέσεις; Που θεωρεί ένδειξη κύρους την κατοχή ενός πολυτελούς σπιτιού ή ενός ταχύτατου αμαξιού, μα αδιαφορεί πλήρως αν τυχαίνει να είσαι γεννημένος μουσικός ή ζωγράφος, αν αγαπάς την έρευνα και τη μάθηση;

Πόσες φορές έχω δει εφήβους μες στα τρένα να γυροφέρνουν με το κινητό στο χέρι. Μα ποτέ δεν έχω δει εφήβους να κρατάνε κάποιο μουσικό όργανο.

Δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο από την παιδική φαντασία, κύριοι! Επειδή ακριβώς γυρεύει το αδύνατο, επειδή ακριβώς στερείται ρεαλισμού! Αλίμονο αν μετατραπούν και τα παιδιά σε μικρογραφίες ενηλίκων! Αλίμονο σε όλους όσους τους περνάνε τέτοια πρότυπα!

Φίλε μου, η πισίνα και τα τρία αμάξια θα ‘πρεπε να είναι πολύ λίγα για σένα. Και τα τέσσερα και τα πέντε και τα εκατό αμάξια το ίδιο. Φαντάσου το αδύνατο! Γιατί αυτό θα μεταφέρεις μέσα σου, μια ζωή, όταν θα έχεις πλέον μεγαλώσει. Αυτό θα συνιστά την ψυχολογική κληρονομιά σου. Και άσε τα όνειρα για αμάξια και πισίνες στους γονείς σου – ως εκεί φτάνει η φαντασία τους.

Και αν η πραγματικότητα γύρω μας σας ενοχλεί, κύριοι... Να θυμάστε πως δεν χτίζεται ο μελλοντικός κόσμος στις εκλογικές διαδικασίες και στις γνωστές συγκρούσεις των πάντων με τους πάντες... μα στη σκέψη κάθε παιδιού, σήμερα, που απαντάει στην ερώτηση «πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου όταν μεγαλώσεις»...



12 Σεπτεμβρίου 2014

Το ταξίδι της γνώσης


Artwork by Henryca Citra, Indonesia


Στην έκτη είχα έναν δάσκαλο που έβρισκε πάντα χρόνο, μεταξύ των μαθημάτων, να μας μιλήσει για λογοτεχνία και ειδικά τον αγαπημένο του, Νίκο Καζαντζάκη. «Να διαβάζετε Καζαντζάκη όταν μεγαλώσετε, έχετε τόσα να μάθετε», μας έλεγε και συνέχιζε έπειτα παραδίδοντας μαθηματικές ασκήσεις, γραμματική, ιστορία και οτιδήποτε άλλο κάνουν όλοι οι δάσκαλοι του κόσμου. Μας είχε μάλιστα αναθέσει να διαβάσουμε τα «Παλάτια της Κνωσού», το οποίο υπήρξε και η πρώτη μου επαφή με το έργο του Κρητικού συγγραφέα. Ακόμα θυμάμαι να ταξιδεύω στις πολυδαίδαλες μινωικές στοές, παρέα με τους χαρακτήρες του βιβλίου, να περιπλανιέμαι μαζί με τον Θησέα και να προσπαθώ, με την παιδική μου φαντασία, να ξεπλέξω τον μίτο της Αριάδνης.

Τόσα και τόσα πράγματα διδαχτήκαμε στα χρόνια του σχολείου, μα τόσο λίγα μου άφησε σα γνώσεις! Μαθήματα που διαβάζαμε ίσα για να δώσουμε εξετάσεις και να πάρουμε έναν βαθμό. Δυο μήνες μετά και τα πάντα είχαν, ως δια μαγείας, ξεχαστεί. Εργαλειακή αντίληψη της γνώσης, που εκτραχύνθηκε στο Γυμνάσιο, εκτροχιάστηκε στο Λύκειο και, έπειτα, στο Πανεπιστήμιο… ε, εκεί ήταν θέμα τύχης πλέον που θα πήγαινε το τρένο σου. Θέμα τύχης και ορισμένων επιλογών.

Μα το βιβλίο εκείνο που μας πρότεινε ο δάσκαλος στην έκτη… το βιβλίο αυτό, από όλες τις ατελείωτες πληροφορίες των σχολικών χρόνων, ήταν κάτι που δεν ξέχασα. Γιατί ο δάσκαλος γνώριζε πως, την ώρα που σταματάει η καταναγκαστική παράδοση, τη στιγμή που γκρεμίζονται τα τείχη... Τότε είναι καιρός να ξεκινήσει το ταξίδι. Και η γλώσσα του αποκτούσε άλλο τόνο όταν μας αφηγούνταν ιστορίες πέρα από τα πλαίσια του προδιαμορφωμένου σχολικού προγράμματος. Σα να γινόταν περισσότερο ζεστή και ανθρώπινη. 

Κάποτε, θυμάμαι, μας είχε πει να κλείσουμε όλοι τα μάτια μας και να φανταστούμε πως βρισκόμαστε κάπου αλλού. Μας ρώτησε έναν-έναν, που νομίζουμε πως είμαστε. Θα έλεγε κανείς πως ήταν ένα διαφορετικού είδους τεστ, από κείνα που δε θα δεις να παίρνουν βαθμό στον έλεγχο.

Ήταν ένα τεστ για τη φαντασία μας.



art by Marc Chagall


Γιατί ένας από τους τομείς που πάσχει βαθιά η παιδεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα (και αυτοί οι τομείς, δυστυχώς, είναι πολλοί) δεν είναι άλλος από την συστηματική κατακρεούργηση της φαντασίας. Τον περιορισμό της εντός ασφυκτικών, καλά τετραγωνισμένων πλαισίων, την υποταγή της σε κανόνες, μέτρα και σταθμά, την αποστήθιση και απομνημόνευση ατελείωτων πληροφοριών χωρίς ουσία. Και να πως το μαγικό ταξίδι της γνώσης μετουσιώνεται σταδιακά σε μια κακογραμμένη, άχρωμη εγκυκλοπαίδεια, η εγκυκλοπαίδεια σ’ ένα γκρίζο σχολικό βοήθημα και το σχολικό βοήθημα σε σκονάκι, προκειμένου ν’αποκτήσεις έναν βαθμό και να τελειώνεις με τα ηλίθια τα βιβλία μια ώρα αρχύτερα.

Πώς να αγαπήσεις το διάβασμα μετά; Πώς να ενδιαφερθείς για γνώση; Όχι… Θα γίνεις ένας ακόμα από όλους εκείνους, που λίγα μόλις χρόνια μετά το σχολείο έχουν πια αποκτήσει την «κοσμοθεωρία» τους (όσοι έχουν) και νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Γιατί είναι ο περιορισμός της φαντασίας εκείνος που καλλιεργεί τον δογματισμό. Ο δογματικός, πάνω απ’ όλα, είναι ένας άνθρωπος που δε φαντάζεται. Η γνώση γι’ αυτόν σημαίνει επανάληψη εκείνου, που, ασυναίσθητα, του άφησαν τα χρόνια του σχολείου: συλλογή πληροφοριών, εδώ κι εκεί, βολική ένταξη τους σ’ ένα καλώς ορισμένο, τετραγωνισμένο πλαίσιο, και αντιμετώπιση των πάντων, έπειτα, υπό αυτό το πρίσμα.



Art by Wasilly Kandinsky


Με ενοχλούν οι δογματικοί, γιατί είναι υπερβολικά τετράγωνοι. Και μια ζωή προσπαθούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Να σε πείσουν για την ορθότητα του δόγματος τους.

Μα και το αντίθετό τους, εκείνοι που δεν αναπτύσσουν ποτέ καμία άποψη, που άγονται και φέρονται όπως το φτερό στον άνεμο, αναπαράγοντας τις αντιλήψεις των γύρω τους... Όχι, δεν είναι αυτό το ταξίδι της γνώσης – αυτό δεν είναι καν η αφετηρία. Μαθαίνω δε σημαίνει αφήνομαι στον άνεμο, να με πάει όπου θέλει.

Από τη μία οι δογματικοί – τα βαριά και ασήκωτα θωρηκτά. Και από την άλλοι οι ελαφριές σαν πούπουλα βάρκες. Πώς να ταξιδέψεις έτσι;

Γι’ αυτό δε θα ξεχάσω τον δάσκαλο μου εκείνον, της έκτης, και την αγάπη που είχε για τον Καζαντζάκη. Γιατί ήξερε πως γνώση σημαίνει εξερεύνηση. Σημαίνει ταξίδι. Όχι πάντα ευχάριστο, κάποιες φορές κακοτράχαλο, μα ταξίδι όσο να ναι. Σημαίνει ξεπέρασμα του τετραγώνου, μετατροπή του σε κύκλο, στρογγυλός όπως η γη, όπως ο κόσμος όλος, χωρίς αρχή και τέλος. Και το όχημα σου για το ταξίδι αυτό – το βασικότερο εργαλείο που χρειάζεσαι, δεν είναι άλλο από τη φαντασία. Γιατί έτσι μπορείς και βλέπεις τον κόσμο απ’ την αρχή ξανά – Έτσι μπορείς να τον μετασχηματίζεις, σαν παιδί.


«Η φαντασία είναι σημαντικότερη απ’ τη γνώση»… όπως έλεγε και ο γερο-Άινσταϊν.



"Imagination", art by Victor Bregeda

14 Ιουλίου 2014

Ο Μικρός Νέμο και ο Κόσμος των Ονείρων





Ήταν στο λυκαυγές του 20ου αιώνα, πάνω από 100 χρόνια πριν, όταν οι αδερφοί Ράιτ έδειξαν στον κόσμο τον τρόπο να πετάει και ο Σίγκμουντ Φρόυντ μελέτησε τις νυχτερινές εξορμήσεις στον κόσμο των ονείρων... Μα την ίδια ακριβώς εποχή, ένας άλλος χαρακτήρας, ζωγραφισμένος στην επιφάνεια μιας εφημερίδας, ήταν υπεύθυνος για τις πτήσεις χιλιάδων παιδιών στον κόσμο των ονείρων και της φαντασίας.

Ήταν ο μικρός Νέμο, ένας από τους πρώτους, αρχέγονους χαρακτήρες της νεογέννητης ακόμα τέχνης των Κόμικς. Δημιούργημα του Αμερικανού πρωτοπόρου Winsor McCay, ο μικρός Νέμο γεφύρωσε τον κόσμο του Φρόυντ και των αδερφών Ράιτ, εκτοξεύοντας τη παιδική φαντασία σε όρια που άγγιζαν τα σύννεφα – και ακόμα παραπέρα.

Το στριπ ξεκινούσε πάντα με το Νέμο (“Nemo” σημαίνει «Κανένας», στα λατινικά) στο κρεβάτι του, έτοιμο να αποκοιμηθεί, όταν ξαφνικά τα όρια ανάμεσα στον κόσμο του πραγματικού και εκείνου της φαντασίας έλιωναν σαν παγωτό στον ήλιο – και τότε συνέβαιναν πάντα τα πιο απίστευτα πράγματα. Ο Νέμο έκανε ταξίδια σε κόσμους μαγικούς, ξεχειλίζοντες χρώματα και σύμβολα, ιχνηλατώντας τα όνειρα με έναν τρόπο που ακόμα και ο Φρόυντ θα ζήλευε. Όλοι οι αρχέγονοι φόβοι των ονείρων βρίσκονταν εκεί – για παράδειγμα, η πτώση, ή το βύθισμα σε σκοτεινά νερά – μα στις ιστορίες του Νέμο μετατρέπονταν σε αφορμές για να ξετυλιχτούν τα πλέον απίθανα, φανταστικά σκηνικά.

Στο τέλος κάθε ιστορίας, ο Νέμο πάντα ξυπνούσε στο κρεβάτι του, συνειδητοποιώντας πως ήταν «όλα ένα όνειρο» - μέχρι την επόμενη φορά.







Οι πειραματισμοί του McCay, τα πολύχρωμα, φαντασμαγορικά σχέδια που φανερώνουν την επιρροή της Art Nouveu, το πλήθος από υπέροχα πλάσματα που συνοδεύουν το Νέμο στα ταξίδια του... προσπαθήστε να φανταστείτε τι σήμαιναν όλα αυτά για ένα παιδί της εποχής, εκεί, στα χρόνια ανάμεσα στο 1905 και το 1914 που έτρεξε η σειρά, μια εποχή που ακόμα και ο κινηματογράφος βρισκόταν στο πολύ πρώιμο του στάδιο. Αρκεί να συλλογιστούμε τη σημασία που έχει η ανάπτυξη της φαντασίας, για την εξέλιξη της νοημοσύνης, και τότε ίσως πάρουμε μια ιδέα.

Ποιά υπήρξε η κληρονομιά του Μικρού Νέμο; Πελώρια. Έναν αιώνα μετά, ένας άλλος μάγος, ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από την εικαστική τρέλα των Monty Python, ο Terry Gilliam, είχε αυτά να πει για τον Μικρό Νέμο: 

«Πολύ πριν τη δεκαετία του 60 και την έφοδο των παραισθησιογόνων, υπήρχε ο μικρός Νέμο. Έμαθα να κατανοώ την απεριόριστη ρευστότητα του «αληθινού κόσμου», ενώ παράλληλα προσπαθούσα να κατανοήσω την εύπλαστη αρχιτεκτονική του Winsor McCay. Τα νυχτερινά ταξίδια του Νέμο είχαν καταστήσει τα ναρκωτικά και τον βουδισμό αχρείαστο».






Ο Μικρός Νέμο εξακολουθεί να μας θυμίζει, έναν αιώνα μετά, πως η πραγματικότητα ποτέ δεν είναι τόσο πεζή όσο νομίζουμε ορισμένες φορές - αρκεί να έχουμε τα μάτια ενός παιδιού για να σηκώσουμε το γκρίζο παραπέτασμα της και ρίξουμε μια κλεφτή ματιά παραπέρα. Έστω για λίγο. Τότε θα δούμε πλήθος από χρώματα, σχήματα, φαντασμαγορικούς χαρακτήρες και έναν ατελείωτο κόσμο που περιμένει να τον εξερευνήσουμε.

Θα μου πείτε: Μα αυτά δεν είναι παρά ονειροφαντασίες. Η πραγματικότητα είναι άλλη. Είναι η πόλη, τα κτίρια, το άγχος, οι δουλειές, οι υποχρεώσεις, τα τρεξίματα, καθώς και εκείνο το έρμο, κακομοίρικο διάλειμμα για διακοπές. Ίσα για να γεμίσουν οι μπαταρίες. Είναι εκείνες οι μισοσκισμένες προεκλογικές αφίσες στους τοίχους. Είναι τα πρόσωπα που βλέπουμε να παρελαύνουν στους τηλεοπτικούς μας δέκτες. Είναι οι σχέσεις που συνάπτουμε με τους άλλους - άλλες αληθινές, άλλες παροδικές, άλλες επίπλαστες. Είναι ο καθημερινός καταιγισμός πληροφοριών - κάπου, σ' ένα μέρος, μια πόλη βομβαρδίζεται. Μοιραζόμαστε μια εικόνα στο Facebook, λέμε "πω, κρίμα" και μετά προχωράμε στην επόμενη ασχολία μας.

Η πραγματικότητα δεν είναι οι στρογγυλοί, ρευστοί χαρακτήρες του Winsor McCay. Η πραγματικότητα είναι τετράγωνη. Με ορθές, καλά υπολογισμένες, γωνίες. Τα άλλα συνιστούν παιδικά όνειρα. Όνειρα ενός μικρού Νέμο. Αυτό θα μου πείτε.


Μα εγώ θα διαφωνήσω μαζί σας.






Στην πραγματικότητα ο "Μικρός Νέμο" δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως κόμικς για παιδιά. Το κοινό του θα έπρεπε να είναι οι ενήλικες. Κι αυτό γιατί τα παιδιά θα το καταλάβουν, ούτως ή άλλως. Τα παιδιά χρωματίζουν τον κόσμο με τη φαντασία τους, γνωρίζουν τη λέξη "ελευθερία" μέσα απ' το παιχνίδι τους. Κατέχουν το μαγικό ραβδί.

Πολλοί ενήλικες όμως όχι. Έχουν ξεχάσει πως είναι να γυρνάς εδώ κι εκεί, χωρίς πλάνο, πέρα από το ωράριο της καθημερινής ρουτίνας, σαν άλλοι εξερευνητές. Έχουν λησμονήσει πως είναι να δημιουργείς μορφές από το τίποτα, με τη σκέψη σου, με τη φαντασία σου, και να τους εμφυσάς ζωή. Νομίζουν πως, τώρα πια, τα ξέρουν όλα. Πως ο κόσμος είναι αυτός που είναι και το καλύτερο που έχουν πια να κάνουν είναι να προσαρμοστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Να πράττουν όπως όλοι. Να σκέφτονται όπως όλοι. Να οικοδομούν τις μικρές, ανόητες κοσμοθεωρίες τους, δημιουργώντας φίλους και εχθρούς, οχυρωμένοι πίσω απ' τα κάστρα του δογματισμού τους. Νιώθοντας έτσι προστασία, νιώθοντας δύναμη.


Κάστρα γκρίζα, κάστρα ατσάλινα... μα, για δες. Κάποιες φορές, ένα απλό φύσημα ενός παιδιού μπορεί να τα ρίξει κάτω.






Έτσι έκανε, έστω για λίγο, έστω σ' έναν βαθμό, ο "Μικρός Νέμο", 100 χρόνια πριν. Φανερώνοντας τη πολλαπλότητα των κόσμων πάνω σε ένα επίπεδο χαρτί, πλουτίζοντας τη φαντασία των παιδιών, ο Νέμο κατέστησε φανερό πως ο κόσμος γίνεται ν’ αλλάξει... Γιατί κάθε αλλαγή πηγάζει πρώτα και πάνω απ' όλα από τη δύναμη να φαντάζεσαι το διαφορετικό. Είναι πάντα το πρώτο βήμα. Αν δε το φανταστείς πρώτα... δε πρόκειται να γίνει ποτέ.


Μα, για δες. Ξημέρωσε. Το φως μπαίνει απ' το παράθυρο. Πρέπει να ξυπνήσεις. Ήταν όλα ένα όνειρο.


Μεταξύ όμως... Ξέρεις πως δεν ήταν.



27 Οκτωβρίου 2013

Μία Ώρα Πίσω κι άλλη Μία...









Να γυρνούσαμε τους δείκτες του ρολογιού μας κάθε μέρα, μία ώρα πίσω. Πόσο όμορφα θα ήταν.

Η επόμενη μέρα ποτέ δεν θα ερχόταν, καλπάζοντας με θόρυβο και γκρίνια πρωινού ξυπνήματος, στο τέλος κάθε μήνα. Θα ερχόταν μόνο η προηγούμενη μέρα, καθώς οι δείκτες του ρολογιού θα είχαν στραφεί τριάντα ώρες πίσω.

Τι ωραία, το αύριο να ναι χθες. Θα εκπληρωνόταν η φαντασίωση να ωριμάζουμε, να εμπλουτίζουμε με γνώση τους εαυτούς μας, χωρίς οι μέρες να περνάνε, χωρίς ο χρόνος να κυλάει. Αντίθετα, θα γινόμασταν όλο και νεότεροι. Όσο μεγαλώναμε, θα γινόμασταν περισσότερο παιδιά.

Πως θα ήταν άραγε, να έρχεσαι στον κόσμο γέρος και να φεύγεις παιδί? Πως θα είχαν γίνει τα παιδιά κουβαλώντας τις εμπειρίες 70-80 χρόνων ξοπίσω τους? Κυνικοί διάβολοι σε παιδικό περίβλημα ίσως. Ποιός ξέρει όμως, μπορεί και να μιλούσαμε τότε για την "σοφία της παιδικής ηλικίας".

Από την άλλη πλευρά, ίσως το πάνω να είναι περιττό. Θυμήσου, ήσουν και συ παιδί κάποτε. Έκτιζες κάστρα με τη φαντασία σου, έπλαθες κόσμους με το νου σου. Άγγιζες άψυχα πράγματα και τους έδινες ζωή. Γέμιζες με χρώμα τις ασπρόμαυρες σελίδες που σε περιέβαλαν. Υπήρξες εξερευνητής στις θάλασσες της γνώσης, αρμένιζες σε άγνωστα νησιά, ένας μικρός κουρσάρος έτοιμος για μια μεγάλη περιπέτεια, αναζητώντας ένα θαυματουργό σεντούκι που κρύβει θησαυρούς. Κάθε μέρα έκρυβε μια γνώση, μια καινούργια ανακάλυψη.

Μέχρι που μεγάλωσες. Ωρίμασες. Η φαντασία σου μετατράπη σε είδος προς διακόσμηση, μια περιττή πολυτέλεια, αντίστοιχη με μια εξωτική γλάστρα σε μπαλκόνι. Τώρα είσαι πλέον πρακτικός. Ο κόσμος δεν κρύβει πια εκπλήξεις, δεν συνιστά ανεξερεύνητο τοπίο, μα φρούτο έτοιμο για φάγωμα - πιθανώς ξεζουμισμένο. Ένα χαρτί με υπολογισμούς, ένα ισοζύγιο με υπέρ και με κατά. Η δουλειά μου, τα λεφτά μου, οι σχέσεις μου, οι υποχρεώσεις μου, ο ελεύθερος μου χρόνος. Οι απόψεις μου, η κοσμοθεωρία μου. Ένας κόσμος που κάποτε ξεχείλιζε με ερωτηματικά και με θαυμαστικά, δες όμως, τώρα ξεχωρίζουν μόνο οι τελείες και οι παύλες.

Τώρα πια τα ξέρεις όλα. Δεν υπάρχουν ανεξερεύνητα σημεία, άπλετο φως χύνεται στις σκοτεινές γωνιές. Που είναι λοιπόν το ραβδί του μάγου που κράδαινες μικρός? Που βρίσκεται η δίψα σου για γνώση, η θέληση για δημιουργία? Γιατί εγώ αυτό που βλέπω είναι μια ατελείωτη ρουτίνα, μια συνήθεια που έγινε λατρεία, μια επανάληψη που σε σκοτώνει. Στην καθημερινότητα σου, σε κάθε μικρή σου συμπεριφορά. Που χάθηκαν οι ορίζοντες που έκρυβαν τα μάτια σου? Γιατί εγώ παρατηρώ μονάχα τείχη, αποστειρωμένα, ξερά, αναδύοντας προκατασκευασμένες αντιλήψεις και εγωισμό. Που εξαφανίστηκαν εκείνες οι μέρες που ξεχείλιζαν νέες εμπειρίες? Γιατί εγώ διακρίνω μόνο στασιμότητα και μίμηση, ένα ατελείωτο κοπάδι που βόσκει, πάνω σ' ένα τρένο που τρέχει ασταμάτητα.

Κι όμως, κάποτε έκτιζες και συ κόσμους με την σκέψη σου. Κάποτε πετούσες.

Τώρα θεωρείς πως τα φτερά δεν σου ταιριάζουν - είναι πολύ μικρά για σένα πια. Η θέση τους είναι η γωνιά, η σκόνη. Για δες όμως. Μικρός ήταν αρκετό να φανταστείς, και τα φτερά αποκτούσαν την διάσταση που επιθυμούσες. Δεν είχες ανάγκη από χρήματα για να ταξιδέψεις.

Φαντάσου λοιπόν. Φαντάσου να γυρνούσαμε, όχι μόνο μία ώρα πίσω, μα πολλές. Απλά φαντάσου.

Ποιός ξέρει. Ίσως υπάρχει κάπου καταχωνιασμένο, εκεί ανάμεσα στους δείκτες της ώρας που αλλάζει, το ραβδί του μάγου που ήσουν μια φορά.








~

20 Ιουλίου 2010

Τι Κρύβεται στο Στοιχειωμένο Σπίτι?

~




...Η λύση στο κλασικό αυτό ερώτημα δεν θα δοθεί σήμερα! Εξάλλου, σκοπός αυτής της ανάρτησης δεν είναι η λύση, αλλά το ερώτημα αυτό καθεαυτό!

Λοιπόν, φανταστείτε τον εαυτό σας να βρίσκεται σπίτι του, να έχετε ετοιμαστεί για κάποια έξοδο (για "ποτό", όπως συνηθίζουμε να λέμε), και εκεί που περιμένετε, να χτυπάει η πόρτα, να βλέπετε την παρέα σας έξω, και να σας λέει η παρέα: "Πάμε να παίξουμε?". Αφού λοιπόν έχετε πιεί το ποτό σας, να παίζετε και ένα ξέφρενο κυνήγι θησαυρού, ή ένα ωραίο κρυφτό ας πούμε. Και όλα αυτά να καταλήξουν μια φοβερή εξερεύνηση σε κείνο το εγκαταλελειμένο παλιό σπίτι, με φακούς και όλα. (ας πούμε οτι βρίσκεστε σε περιοχή που προσφέρεται για κάτι τέτοιο, όχι στην Ομόνοια προφανώς!)

Όχι, δεν έχω χαζέψει (πολύ). Απλά, ώρες ώρες αναρωτιέμαι: γιατί οι ενήλικες δεν παίζουν? Και γενικά, γιατί κάποια πράγματα θεωρούμε πως αφορούν τα "παιδιά" και μόνο αυτά? "Δεν είναι για μας αυτά τώρα, μεγαλώσαμε".

Παίζουν θα μου πείτε. Παίζουν χαρτιά, στοιχήματα, παίζουν και κανένα επιτραπέζιο μερικές φορές (όχι οι πολύ μεγάλοι όμως), στις μεταβατικές γενιές των σύγχρονων ενηλίκων (τωρινοί 30/40ρηδες) θα βρεις και κόσμο να παίζει videogames. Έπειτα, οι ενήλικες κάνουν άλλα ωραία που τα παιδιά δεν κάνουν, πηγαίνουν ταξίδια, κάνουν σεξ (ως εδώ καλά), ψηφίζουν (χα), "διασκεδάζουν" πηγαίνοντας σε νυχτερινά κέντρα (γκουχ), χμ, αυτά.

Και πάλι όμως, δεν παίζουν όσο θα πρεπε.

Το παιδί που κάποτε έφτιαχνε κόσμους ολόκληρους με μοναδικό μέσο τη φαντασία του και κάποια μικροσκοπικά παιχνίδια (στρατιωτάκια, κουκλάκια, legos, οτιδήποτε), έχει μετατραπεί σε έναν ενήλικα που ο κόσμος όλος του περιστρέφεται γύρω απο την δουλειά, τα νέα στις ειδήσεις, τον μισθό, την κοινωνική ασφάλιση, τον σύντροφο και τα παιδιά, τα δικά του παιδιά πλέον, το σχολείο τους, τους βαθμούς τους, το "μέλλον" τους. Α, και το ματς στην τηλεόραση.





Μια παρατήρηση. Προφανώς όσα λέω αφορούν μια αφηρημένη εκδοχή του "ενήλικα", όπως και μια εξίσου αφηρημένη εκδοχή του "παιδιού". Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Ακόμα και έτσι ισχύει όμως το απλό γεγονός, οτι ο μέσος ενήλικας είναι μουρόχαβλος. Ασφαλώς, ο ίδιος μέσος ενήλικας αν διάβαζε αυτό εδώ το κείμενο θα σκεπτόταν "να άλλο ένα αφελές χαζορομαντικό κείμενο κάποιου που δεν είναι καθόλου ρεαλιστής και θα προτιμούσε αντί να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας ως ενήλικες, να βγαίνουμε έξω στους δρόμους και να παίζουμε σαν μικρά παιδιά. Λες και δεν έχουμε επαγγέλματα, οικογένειες και υποχρεώσεις. Τα παιχνίδια είναι για τα παιδιά, η παιδική ηλικία είναι πίσω μας, το θέμα είναι να ζούμε στο παρόν".

Έτσι θα έλεγε ο φίλος μας.

Τα πράγματα ωστόσο δεν είναι άσπρο/μαύρο. Η έννοια του "παιδιού" είναι αρκετά πιο σχετική απ' ότι νομίζει πολλής κόσμος. Καταρχάς, το "παιδί" έχει δύο βασικές συνιστώσες, μια βιολογική και μια κοινωνική. Η βιολογική αφορά το αναμφισβήτητο γεγονός της σταδιακής ανάπτυξης, σωματικής, ψυχολογικής και νοητικής του ανθρώπου, και της εξίσου αναμφισβήτητης εξάρτησης του απο τους γονείς του - περισσότερο απο οποιοδήποτε ίσως είδος του ζωικού βασιλείου. Σε αυτόν τον τα παιδιά σαφώς και ξεχωρίζουν απο τους ενήλικες, σαφώς και ξεχώριζαν πάντα, σαφώς και "ήταν, είναι και θα είναι πάντα παιδιά, διαφορετικά απο εμάς".

Η κοινωνική όμως συνιστώσα αφορά τις αναπαραστάσεις και τα νοήματα που μια κοινωνία δίνει σε αυτό που λέμε "παιδί", στις ιδέες και τους θεσμούς που αναπτύσσει γύρω απο την "παιδική ηλικία". Εδώ τα πράγματα είναι πολύ περισσότερο εύπλαστα. Υπήρχε ένας καιρός κάποτε, που το "παιδί" δεν αντιμετωπιζόταν ως κάτι "διαφορετικό", αλλά ως μια μικρογραφία του ενήλικα απλά. Ας θυμηθούμε τα παιδιά που επί αιώνες εργάζονταν πλάι στους γονείς τους στους αγρούς και τις συντεχνίες, μέχρι να πάρουν τη θέση τους στο επάγγελμα και την οικογένεια. Το παιχνίδι αυτό καθεαυτό κάθε άλλο παρά μόνο τα παιδιά αφορά αν κάνουμε μια ιστορική αναδρομή.




("Παιδικά Παιχνίδια", του Pieter Bruegel)

Κάπου στα μισά/τέλη του 19ου αιώνα γεννήθηκε το "παιδί" όπως το εννοούμε σήμερα, και μαζί με αυτό τα δικαιώματα του... Τότε ήταν που άρχισαν τα δυτικά κράτη να χρηματοδοτούν για πρώτη φορά την εκπαίδευση, η οποία και έγινε δημόσια, ξεφεύγοντας απο τα ιδωτικά δεσμά καθώς και απο εκείνα της Εκκλησίας. Υπήρξε ανάγκη για τα κράτη της εποχής η εκπαίδευση να γίνει δημόσια βλέπετε, τα νέα αστικά/καπιταλιστικά κέντρα είχαν ανάγκη απο ευρύ μορφωμένο προσωπικό για να τα επανδρώσει.

Κάπου στην δεκαετία του '50 πάλι (στον 20ο αιώνα) γεννήθηκε (απο κοινωνική πάντα άποψη) και η κατηγορία των "teenagers". Κάπου εκεί στις ΗΠΑ, όπου και είχε αναδυθεί μια κουλτούρα και μια νέας μορφής σχόλη που αφορούσε τους εφήβους και μόνο αυτούς (ροκ'εν ρολ, κινηματογραφικές ταινίες με πρωταγωνιστές νέους, πρότυπα τύπου Έλβις και Μάρλον Μπράντο, οι μηχανές, η πρώτη μορφή "σύγκρουσης των γενεών" ανάμεσα σε γονείς και εφήβους κλπ).




(press play, they always say)


Φτάνοντας στις πρόσφατες δεκαετίες, οι ρυθμοί της εποχής επιτάσσουν παιδιά και νέους που θα είναι σε θέση να καταναλώνουν απο τη μία, να σκορπάνε χρήματα σε φροντιστήρια και σχολές απο την άλλη, και όλο μαζί το διάστημα της εκπαίδευσης είναι μεγαλύτερο απο ποτέ. Η οικονομική ανεξαρτησία σηματοδοτεί το νήμα εκείνο το οποίο αποδεσμεύει τον νέο απο τους γονείς, "είναι πια υπεύθυνος ενήλικας". Μια οικονομική ανεξαρτησία που κατά πολύ εξαρτάται (για άλλη μια φορά) απο κοινωνικούς παράγοντες.

Δεν υπάρχει τίποτα το δεδομένο λοιπόν στον διαχωρισμό "παιδί-ενήλικας", πέραν της αμιγούς βιολογικής/νοητικής (τα πρώτα χρόνια) διαφοράς. Τα υπόλοιπα είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα. Επομένως υπάρχει μια σχετικότητα σε όλα αυτά τα "φέρεσαι σαν παιδί", "αυτά είναι παιδικές συνήθειες" κλπ κλπ, που μπορεί να πει κάποιος. Απλά κάθε κοινωνία πλάθει τους δικούς της κοινωνικούς τύπους, που συμβάλλουν ώστε να μπαίνουν τα πράγματα σε μια τάξη, σε μια σειρά: τα παιδιά απο τη μία, η πορεία προς την ανεξαρτησία, οι ενήλικες απο την άλλη, μέχρι να κάνουν τα δικά τους παιδιά, κλπ.

Και - επειδή πολύ σοβάρεψα και έχει ζέστη - γυρνάω στην αρχή: γιατί δεν παίζουν οι ενήλικες? Και γιατί τα "παιχνίδια" τους είναι τόσο σοβαρά και - μερικές φορές - επικίνδυνα? Γιατί όλη η φαντασία που έχει ένα παιδί χάνεται όσο μεγαλώνει κάποιος, σα να έχει κατρακυλήσει απο τον νιπτήρα ένα πράγμα?





Σκεφτείτε λίγο. Πόσα παιδιά νιώθουν αυτό που λέμε βαρεμάρα? Γιατί το "βαριέμαι" μετατρέπεται σε μία απο τις βασικές λέξεις στο λεξιλόγιο κάποιου ενώ μεγαλώνει? Μεγάλωσε και διαπίστωσε πως ο κόσμος έξω απο αυτόν απλά δεν έχει ενδιαφέρον πια? Όλα έχουν μπει σε μια σειρά, σε μια τάξη, τα ονόματα για κάθετι έχουν δοθεί, τίποτα δε μπορεί να αλλάξει, μένει να ζήσουμε τη ζωή μας όπως μπορούμε πια σε αυτόν τον κόσμο που όλα έχουν τη θέση του, σαν πιόνια σε σκακιέρα.

Πρόσεξε φίλε μου όμως, μη δεις και τον εαυτό σου στην σκακιέρα ξαφνικά. Και το χέρι που κινεί τα πιόνια δεν είναι το δικό σου.

Τι κρύβεται λοιπόν στο στοιχειωμένο σπίτι? Ο μέσος ενήλικας θα χαμογελάσει και θα πει "άσε να ασχοληθούν τα παιδιά μ' αυτό", ενώ θα αράζει στην πολυθρόνα του παρακολουθώντας τις ειδήσεις, βλέποντας τα νέα για τις οικονομικές κρίσεις, τα σκάνδαλα, το χρηματηστήριο, τα κουτσομπολιά των διασήμων. Το παιχνίδι, η εκτόξευση αυτή της φαντασίας ενός παιδιού, για κείνον είναι απλά τζόγος, χρήμα, υλικό αγαθό, αλλιώς κάτι εντελώς άχρηστο, κάτι που δεν τον αφορά γιατί "είναι μεγάλος πια".





Η Μόμο του Μίχαελ Έντε είναι ένα απο τα κλασικότερα "παραμύθια για μεγάλους" που έχουν γραφτεί. Πάνε χρόνια απο τότε που το διάβασα, αλλά μου έχει μείνει η σύγκριση εκείνη που έκανε ο συγγραφέας ανάμεσα στο παιχνίδι των παιδιών, πριν και μετά τον ερχομό εκείνων των "κύριων που έφεραν τις κούκλες". Πριν το παιχνίδι στηριζόταν μόνο στη φαντασία τους. Μπορεί να είχαν ένα οικόπεδο μόνο, ένα μάτσο ξύλα και πέτρες, αλλά μ' αυτά έχτιζαν κόσμους ολόκληρους. Μετά, το παιχνίδι δεν ήταν παρά να αγοράζουν κάθε τρεις και λίγο νέες κούκλες, να ξεφορτώνονται τις παλιές μόλις "είχαν παλιώσει" και να παίρνουν καινούργιες.

Ο Έντε ήταν απο τους συγγραφείς εκείνους που έδινε μεγάλη έμφαση στα έργα του στην αλλοτρίωση της πολύτιμης Φαντασίας απο τον πουλημένο κόσμο των ενηλίκων, και πραγματικά υπήρξε φοβερός. "Ιστορία Χωρίς Τέλος" και "Καθρέπτης Μες στον Καθρέπτη" δύο απο τα αριστουργήματα του.

Αυτά λοιπόν για σήμερα.... Η ώρα τώρα είναι 12 παρά (το βράδυ) και "αύριο" έχω ξύπνημα 4.30 μες στη νύχτα... φεύγω για διακοπές βλέπετε! Ήθελα να κοιμηθώ απο νωρίς αλλά πραγματικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο... Δε βαριέσαι, πρόλαβα να ολοκληρώσω αυτή την ανάρτηση τουλάχιστον!

Τυχόν σχόλια δεν θα τα δω παρά αφού επιστρέψω. Καλά να περνάτε! Το κουνέλι πάει να μαυρίσει λίγο τη γούνα του!




~