19 Σεπτεμβρίου 2014

Γκάντι vs Χίτλερ, σημειώσατε Ένα





Βρισκόμαστε κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20, όταν ο Χίτλερ γράφει το “Mein Kampf”, επαινώντας την «ανωτερότητα της Αρίας Φυλής». Παράλληλα εκφράζει τη βαθιά του περιφρόνηση για τους λαούς του Τρίτου Κόσμου, που αγωνίζονταν επί δεκαετίες για την ανεξαρτησία τους. Η αίσθηση της δύναμης είναι εκείνη που τον προσελκύει, η ιδέα του Μεγάλου Έθνους, της «ανώτερης φυλής» και της Αυτοκρατορίας – οι λαοί του Τρίτου Κόσμου και η προσπάθειά τους να αποτινάξουν τον ζυγό των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, του προκαλούν μονάχα γέλια. Ας παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο, σχετικό με την Ινδία, στο οποίο, μας λέει ο Χίτλερ, θυμάται

«κάποιον Ασιάτη ή άλλον, φακίρη, ή ίσως, κάποιους αληθινούς Ινδούς «αγωνιστές της ελευθερίας» που γύριζαν την Ευρώπη προσπαθώντας να πείσουν, ακόμη και κείνους που έβλεπαν ξεκάθαρα, με την ιδέα πως η Βρετανική Αυτοκρατορία, που τη βάση της αποτελεί η Ινδία, βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ακριβώς στην Ινδία… Οι Ινδοί αντάρτες όμως ποτέ δεν θα το καταφέρουν αυτό… Είναι εντελώς αδύνατο ένας συνασπισμός σακάτηδων να κυριεύσει ένα ισχυρό κράτος. Γνωρίζοντας τη φυλετική τους κατωτερότητα, ποτέ δε θα συνέδεα τη μοίρα του έθνους μου με τη μοίρα των λεγόμενων «καταπιεζόμενων εθνών». 

(από το "Mein Kampf")


Για δες όμως. Οι «σακάτηδες» εκείνοι και ένας ειρηνιστής επαναστάτης, όχι πολλή καιρό μετά, κατόρθωσαν να γκρεμίσουν την αυτοκρατορία από το βάθρο της, αποκτώντας την ανεξαρτησία τους και συνιστώντας πρότυπο για πλήθος λαών που θα εμπνέονταν από το παράδειγμά τους. Κάπως έτσι διαψεύστηκε πανηγυρικά η πάνω πρόβλεψη του Χίτλερ… Είχαν, βλέπετε, τον τρόπο τους. 

Γκάντι vs Χίτλερ, σημειώσατε Ένα.


«Κάθε φορά που απελπίζομαι, θυμάμαι πως ο δρόμος της αλήθειας και της αγάπης πάντα επικρατούσε. Μπορεί να είναι τύρρανοι και δολοφόνοι, και μπορεί για κάποιο διάστημα να φαίνονται ακατάβλητοι, μα στο τέλος πάντα πέφτουν. Σκέψου το. Πάντα».

Μαχάτμα Γκάντι





16 Σεπτεμβρίου 2014

Το Λουλούδι και η Κοπέλα


picture source


Σάββατο βράδυ στο τρένο, καθόταν απέναντι μου μια κοπέλα που κρατούσε ένα λουλούδι. Ήταν ίσως το κλίμα μιας ευχάριστης βραδιάς, ή μια γενικότερη διάθεση ευφορίας από την πλευρά μου, μα μου άρεσε πολύ αυτό που είδα. Η κοπέλα ήταν καλή – μα ήταν το λουλούδι εκείνο που την ομόρφαινε ακόμα περισσότερο. Αν κρατούσε ένα ολόκληρο μπουκέτο δε θα ήταν το ίδιο – περισσότερο θα σου τράβαγε το βλέμμα το πλήθος των λουλουδιών, παρά η κοπέλα. Μα το ένα και μοναδικό λουλούδι – εκείνο έκανε τη διαφορά.

«Ποια ιστορία να κουβαλάει άραγε;», σκέφτηκα. Ίσως να είχε βγει με το αγόρι της και να της το έδωσε – προφανώς μια σχέση που βρίσκεται στην πρώιμη, θερμότερη της φάση, καθώς μετά από χρόνια ποιος δίνει λουλούδια – σπάνιο. Πιθανό όμως να της το έδωσε κάποιος θαυμαστής, από εκείνους τους ρομαντικούς που σπιθοβολούν τα μάτια τους και μικρότερες ή μεγαλύτερες προσδοκίες σιγοκαίουν, σα φωτιά, τρώγοντας τους σα το κούτσουρο. Το λουλούδι αυτό μπορεί να συνιστά την πράξη ενός ερωτευμένου, ενός απογοητευμένου, κάποιου επίδοξου ή παρόντος εραστή, ή ενδεχομένως και ενός φίλου – η έννοια «φίλος» πάντα με το αναγκαίο ερωτηματικό δίπλα.

Βέβαια υπάρχει και η πεζή ερμηνεία. Μπορεί να πέρασε απλά ένας πλανόδιος από το τραπέζι που καθόταν και να της το έδωσε, επαινώντας τη για την ομορφιά της και άλλα τέτοια, λιγότερο ή περισσότερο γραφικά (μα ποια γυναίκα δε θέλει να ακούει πως είναι όμορφη, ακόμα και αν προέρχεται από έναν πλανόδιο πωλητή).


***


Έχω ακούσει γυναίκες να μου λένε πόσο τις συγκινούν πράξεις σαν αυτές, μα και το αντίθετο. Γυναίκες να λένε πόσο χαζές τις θεωρούν, πως αυτού του τύπου ο ρομαντισμός δεν έχει κανένα νόημα απολύτως. Δε βγάζεις άκρη. Ας ερχόταν στις δεύτερες ο άντρας που πάντα επιθυμούσαν, να τους παραχωρήσει ένα λουλούδι, και θα έλιωναν σα παγωτό στον ήλιο. Και ας ερχόταν στις πρώτες ένας αδιάφορος τύπος που τους κολλάει σα τσιμπούρι και μοιράζει λουλούδια εδώ κι εκεί, γιατί δε ξέρει τι καλύτερο να κάνει, και πιθανό να έμεναν παγερά αδιάφορες. Ορισμένες φορές δεν κάνει η πράξη τον άνθρωπο – μα ο άνθρωπος την πράξη.

Υπάρχει μια διαδεδομένη ερμηνεία εκείνου που λέμε «ρομαντισμός» από πλήθος κόσμου. Ρομαντισμός γι’ αυτούς είναι βόλτες στην ακρογιαλιά ενώ δύει ο ήλιος, απαγγελία ποιημάτων υπό τον ήχο της βροχής και ανταλλαγή γλυκανάλατων κουβέντων. Ένας ρομαντισμός όπως αυτός φαντάζει υπερβολικά μαλθακός για εκείνους που η καρδιά τους πάλλεται σε ξέφρενους ρυθμούς, που ξεχειλίζουν ενέργεια και γυρεύουν ανθρώπους ικανούς να τους εμπνεύσουν, να τους αφυπνίσουν – όχι να τους νανουρίζουν. Γυρεύουν βράχους, όχι χόρτα.


***


Μα ο αληθινός ρομαντισμός ποτέ δεν ήταν τέτοιος. Ο γνήσιος ρομαντικός ήταν πάντα, κατά βάθος, ένας εξεγερμένος. Τα συναισθήματα μέσα του δεν είναι μια γαλήνια θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, μα φουρτούνα, καταρράκτης. Η πράξη του ποτέ δεν είναι τυπική. Είναι η φύση εκείνη που μιλάει μέσα του, η απλότητά της. Αν μάθαινε πως οι πάντες δίνουνε λουλούδια, εκείνος δε θα το κανε. Αν μάθαινε πως οι πάντες πολιορκούν με δώρα και ποιήματα εκείνη που γουστάρει, θα της έδινε να καταλάβει πως δεν είναι σαν τους άλλους. Η πράξη του συμβολίζει την ιδιαίτερη ατομικότητα του – σα να λέει «είμαι ξεχωριστός, όπως είσαι και συ το ίδιο για μένα». Και στο τέλος θα απέμεινε η δική της κρίση – το ναι ή το όχι.

Γιατί, ό,τι και να λέμε, η γυναίκα στον τομέα του έρωτα (μα όχι μόνο) υπήρξε πάντα το ισχυρό φύλο. Και αν ορισμένες αισθάνονται ανίσχυρες, είναι επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα τη δύναμη που έχουν.


Ναι. Μου άρεσε το λουλούδι αυτό που είδα να κρατάει αυτή η κοπέλα, στο τρένο. Μου άρεσε γιατί κάποιος της το είχε δώσει. Μου άρεσε γιατί συμβολίζει μια πράξη φυσική, σε έναν κόσμο υπερβολικά ξενέρωτο και δήθεν. Αυτό το ένα, το απλό λουλούδι, περισσότερο από οποιοδήποτε δώρο, που θα μπορούσε κάποιος να της είχε χαρίσει, περισσότερο από κάθε κόσμημα. Αυτό το λουλούδι, ανεξάρτητα της πηγής προέλευσης του, ανεξάρτητα του ποιος το είχε δώσει. Αυτό το λουλούδι την ομόρφαινε.



picture source

12 Σεπτεμβρίου 2014

Το ταξίδι της γνώσης


Artwork by Henryca Citra, Indonesia


Στην έκτη είχα έναν δάσκαλο που έβρισκε πάντα χρόνο, μεταξύ των μαθημάτων, να μας μιλήσει για λογοτεχνία και ειδικά τον αγαπημένο του, Νίκο Καζαντζάκη. «Να διαβάζετε Καζαντζάκη όταν μεγαλώσετε, έχετε τόσα να μάθετε», μας έλεγε και συνέχιζε έπειτα παραδίδοντας μαθηματικές ασκήσεις, γραμματική, ιστορία και οτιδήποτε άλλο κάνουν όλοι οι δάσκαλοι του κόσμου. Μας είχε μάλιστα αναθέσει να διαβάσουμε τα «Παλάτια της Κνωσού», το οποίο υπήρξε και η πρώτη μου επαφή με το έργο του Κρητικού συγγραφέα. Ακόμα θυμάμαι να ταξιδεύω στις πολυδαίδαλες μινωικές στοές, παρέα με τους χαρακτήρες του βιβλίου, να περιπλανιέμαι μαζί με τον Θησέα και να προσπαθώ, με την παιδική μου φαντασία, να ξεπλέξω τον μίτο της Αριάδνης.

Τόσα και τόσα πράγματα διδαχτήκαμε στα χρόνια του σχολείου, μα τόσο λίγα μου άφησε σα γνώσεις! Μαθήματα που διαβάζαμε ίσα για να δώσουμε εξετάσεις και να πάρουμε έναν βαθμό. Δυο μήνες μετά και τα πάντα είχαν, ως δια μαγείας, ξεχαστεί. Εργαλειακή αντίληψη της γνώσης, που εκτραχύνθηκε στο Γυμνάσιο, εκτροχιάστηκε στο Λύκειο και, έπειτα, στο Πανεπιστήμιο… ε, εκεί ήταν θέμα τύχης πλέον που θα πήγαινε το τρένο σου. Θέμα τύχης και ορισμένων επιλογών.

Μα το βιβλίο εκείνο που μας πρότεινε ο δάσκαλος στην έκτη… το βιβλίο αυτό, από όλες τις ατελείωτες πληροφορίες των σχολικών χρόνων, ήταν κάτι που δεν ξέχασα. Γιατί ο δάσκαλος γνώριζε πως, την ώρα που σταματάει η καταναγκαστική παράδοση, τη στιγμή που γκρεμίζονται τα τείχη... Τότε είναι καιρός να ξεκινήσει το ταξίδι. Και η γλώσσα του αποκτούσε άλλο τόνο όταν μας αφηγούνταν ιστορίες πέρα από τα πλαίσια του προδιαμορφωμένου σχολικού προγράμματος. Σα να γινόταν περισσότερο ζεστή και ανθρώπινη. 

Κάποτε, θυμάμαι, μας είχε πει να κλείσουμε όλοι τα μάτια μας και να φανταστούμε πως βρισκόμαστε κάπου αλλού. Μας ρώτησε έναν-έναν, που νομίζουμε πως είμαστε. Θα έλεγε κανείς πως ήταν ένα διαφορετικού είδους τεστ, από κείνα που δε θα δεις να παίρνουν βαθμό στον έλεγχο.

Ήταν ένα τεστ για τη φαντασία μας.



art by Marc Chagall


Γιατί ένας από τους τομείς που πάσχει βαθιά η παιδεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα (και αυτοί οι τομείς, δυστυχώς, είναι πολλοί) δεν είναι άλλος από την συστηματική κατακρεούργηση της φαντασίας. Τον περιορισμό της εντός ασφυκτικών, καλά τετραγωνισμένων πλαισίων, την υποταγή της σε κανόνες, μέτρα και σταθμά, την αποστήθιση και απομνημόνευση ατελείωτων πληροφοριών χωρίς ουσία. Και να πως το μαγικό ταξίδι της γνώσης μετουσιώνεται σταδιακά σε μια κακογραμμένη, άχρωμη εγκυκλοπαίδεια, η εγκυκλοπαίδεια σ’ ένα γκρίζο σχολικό βοήθημα και το σχολικό βοήθημα σε σκονάκι, προκειμένου ν’αποκτήσεις έναν βαθμό και να τελειώνεις με τα ηλίθια τα βιβλία μια ώρα αρχύτερα.

Πώς να αγαπήσεις το διάβασμα μετά; Πώς να ενδιαφερθείς για γνώση; Όχι… Θα γίνεις ένας ακόμα από όλους εκείνους, που λίγα μόλις χρόνια μετά το σχολείο έχουν πια αποκτήσει την «κοσμοθεωρία» τους (όσοι έχουν) και νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Γιατί είναι ο περιορισμός της φαντασίας εκείνος που καλλιεργεί τον δογματισμό. Ο δογματικός, πάνω απ’ όλα, είναι ένας άνθρωπος που δε φαντάζεται. Η γνώση γι’ αυτόν σημαίνει επανάληψη εκείνου, που, ασυναίσθητα, του άφησαν τα χρόνια του σχολείου: συλλογή πληροφοριών, εδώ κι εκεί, βολική ένταξη τους σ’ ένα καλώς ορισμένο, τετραγωνισμένο πλαίσιο, και αντιμετώπιση των πάντων, έπειτα, υπό αυτό το πρίσμα.



Art by Wasilly Kandinsky


Με ενοχλούν οι δογματικοί, γιατί είναι υπερβολικά τετράγωνοι. Και μια ζωή προσπαθούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Να σε πείσουν για την ορθότητα του δόγματος τους.

Μα και το αντίθετό τους, εκείνοι που δεν αναπτύσσουν ποτέ καμία άποψη, που άγονται και φέρονται όπως το φτερό στον άνεμο, αναπαράγοντας τις αντιλήψεις των γύρω τους... Όχι, δεν είναι αυτό το ταξίδι της γνώσης – αυτό δεν είναι καν η αφετηρία. Μαθαίνω δε σημαίνει αφήνομαι στον άνεμο, να με πάει όπου θέλει.

Από τη μία οι δογματικοί – τα βαριά και ασήκωτα θωρηκτά. Και από την άλλοι οι ελαφριές σαν πούπουλα βάρκες. Πώς να ταξιδέψεις έτσι;

Γι’ αυτό δε θα ξεχάσω τον δάσκαλο μου εκείνον, της έκτης, και την αγάπη που είχε για τον Καζαντζάκη. Γιατί ήξερε πως γνώση σημαίνει εξερεύνηση. Σημαίνει ταξίδι. Όχι πάντα ευχάριστο, κάποιες φορές κακοτράχαλο, μα ταξίδι όσο να ναι. Σημαίνει ξεπέρασμα του τετραγώνου, μετατροπή του σε κύκλο, στρογγυλός όπως η γη, όπως ο κόσμος όλος, χωρίς αρχή και τέλος. Και το όχημα σου για το ταξίδι αυτό – το βασικότερο εργαλείο που χρειάζεσαι, δεν είναι άλλο από τη φαντασία. Γιατί έτσι μπορείς και βλέπεις τον κόσμο απ’ την αρχή ξανά – Έτσι μπορείς να τον μετασχηματίζεις, σαν παιδί.


«Η φαντασία είναι σημαντικότερη απ’ τη γνώση»… όπως έλεγε και ο γερο-Άινσταϊν.



"Imagination", art by Victor Bregeda

9 Σεπτεμβρίου 2014

Τολστόι και Πατριωτισμός


Πορτραίτο του Τολστόι, από τον Leonid Osipovich Pasternak (1908)


Καθώς σήμερα είναι η επέτειος της γέννησης του Τολστόι, σκέφτηκα να παραθέσω ορισμένες σκέψεις του πάνω στο φαινόμενο του "πατριωτισμού".

Ο Τολστόι δεν ανέπτυξε τις απόψεις του από τη μια στιγμή στην άλλη. Έζησε μια μακρά ζωή, στο μεταίχμιο δύο αιώνων, βίωσε την εποχή της βιομηχανικής ανάπτυξης, έζησε σα στρατιώτης και σαν αριστοκράτης, διέγνωσε το αδιέξοδο του κοινωνικο-οικονομικού οικοδομήματος της εποχής του και παρατήρησε με ανησυχία τα γκρίζα σύννεφα που μαζεύονταν πάνω από τους ουρανούς των κρατών, εκεί, στις αρχές του 20ου αιώνα. Σύννεφα γεμισμένα με βροχή πολέμου.


***


Ο Τολστόι έβλεπε πως τα μίση ανάμεσα στα έθνη υποκινούνται από οικονομικούς μηχανισμούς και εξυπηρετούν πάντα τα συμφέροντα των ισχυρών. Μα αν το χέρι που τρέφει τη φλόγα του πολέμου φέρει οικονομικές ρίζες, η φωτιά που φλογίζει τους πολεμόχαρους λαούς, λέγεται "πατριωτισμός".

"Ο πατριωτισμός, στην απλούστερη, γνησιότερη και περισσότερο αδιαμφισβήτητη μορφή του, δεν είναι τίποτα περισσότερο για τους κυβερνώντες, παρά ένα μέσο προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα τους. Για τους κυβερνώμενους δε, συνιστά αποποίηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της νοημοσύνης, του αισθήματος συνείδησης, καθώς και μια δουλοπρεπής υποταγή στους ηγεμόνες. Όπου και αν υπεραμύνεται ο πατριωτισμός, κηρύσσεται αναπόφευκτα σε αυτή τη μορφή. Ο πατριωτισμός είναι σκλαβιά".

~ The Open Court, Jul. 16, 1896


***


Σε ένα γράμμα του ξεκαθαρίζει τι εννοεί λέγοντας "πατριωτισμό":

"Λέγοντας “πατριωτισμό” εννοείται, όχι απλά η αυθόρμητη, γνήσια αγάπη ενός ανθρώπου για το έθνος του, μα και η τοποθέτηση του συγκεκριμένου έθνους πάνω από τα υπόλοιπα, καθώς και η πίστη πως μια τέτοια αγάπη και προτίμηση είναι καλές και χρήσιμες".

~ Γράμμα σε έναν Πολωνό δημοσιογράφο. Σεπτ. 1895

Με άλλα λόγια, ο Τολστόι δεν αναφέρεται στο απλό αίσθημα ενός ανθρώπου για τον τόπο που γεννήθηκε... Ένα αίσθημα, το οποίο, σε τελική ανάλυση, τρέφουν αρκετοί από τους ήρωες των ξακουστών μυθιστορημάτων του... Μα σε εκείνο το μόρφωμα που αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και εκτινάχτηκε στο πρώτο μισό του 20ου: Στη μισαλλοδοξία του έθνους, τον φανατισμό, την αίσθηση πως υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι λαοί, τη θέληση εξάλειψης του διαφορετικού, μια ιδεοληψία που τρέφεται με μίσος και γνώρισε το αποκορύφωμα της με το φαινόμενο του ναζισμού ("Εθνικός Σοσιαλισμός", όπως ονομαζόταν "επίσημα" από τον Χίτλερ).

Φαινόμενο που αναβιώνει στην εποχή της σύγχρονης κρίσης, με την έξαρση του εθνικισμού - και αυτό δεν ισχύει στη χώρα μας μόνο, μα σε πλήθος κοινωνιών δυτικού τύπου.




art by Ilya Repin


Περί ορολογίας: Είναι φανερό πως ο "πατριωτισμός", όπως τον εννοεί ο Τολστόι, αφορά τον "εθνικισμό", όπως τον εννοούμε σήμερα - "η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα έθνη (πρβ. σοβινισμός)" - αυτή είναι η ερμηνεία του "εθνικισμού" στο νεοελληνικό Λεξικό και αποτελεί τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο οι κοινωνιολόγοι σήμερα διαχωρίζουν τις έννοιες του "εθνικισμού" από τη μία και του "πατριωτισμού" ή "εθνισμού" από την άλλη. Ενώ ο δεύτερος αφορά την αγάπη ενός ατόμου προς την πατρίδα του, χωρίς αναφορά σε τρίτους, ο πρώτος είναι επιθετικός και εχθρικός απέναντι στα άλλα έθνη - τα οποία φτάνει να θεωρεί υποδεέστερα.

Αυτή ακριβώς η επιθετικότητα υπήρξε η διάκριση που είχε κατά νου ο Τολστόι - μα στην εποχή του ο όρος "εθνικισμός" δε χρησιμοποιείτο όπως σήμερα, επομένως καταφεύγει στο αίσθημα εκείνο που τόσοι έχουν, κατά καιρούς, επικαλεστεί: τον πατριωτισμό. Ένα αίσθημα το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, γίνεται η φωτιά που τρέφει την εστία του σοβινιστικού φανατισμού και της εθνικιστικής έξαρσης - διαιωνίζοντας τα μίση ανάμεσα στους λαούς.


***


Κλείνω με ένα ακόμα απόσπασμα, του ανθρώπου που ο Μαχάτμα Γκάντι αποκάλεσε "τον μεγαλύτερο απόστολο της μη-βίας της εποχής μας".

"Στις μέρες μας το αίσθημα του πατριωτισμού είναι ένα αφύσικο, ανορθολογικό και βλαβερό αίσθημα, και αίτιο μεγάλου μέρους των κακών από τα οποία υποφέρει η ανθρωπότητα. Συνεπώς το αίσθημα αυτό δε θα έπρεπε να καλλιεργείται, όπως γίνεται σήμερα, μα αντίθετα, να περιορίζεται με κάθε τρόπο που είναι δυνατός σε ορθολογικούς ανθρώπους".

~ Λέων Τολστόι, "Γράμματα και Δοκίμια"




6 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Μήτσος και η Κική έβλεπαν Τιβί





Ο Μήτσος και η Κική έβλεπαν Τιβί.


«Δες χάλι, δες κακό, τι αίσχος είναι αυτό;», έκανε ο Μήτσος, κρατώντας το κοντρόλ.

«Παιδιά σκοτώθηκαν σε μάχη χθες, σε πόλεμο, στης ερήμου τη μεριά», είπε η Κική. «Αλήθεια, μεγάλη συμφορά!»

«Δες εδώ, κόσμος άνεργος, κόσμος δουλειά αποζητά, μα εκείνοι το νου τους στον πλούτο, στα λεφτά».

«Πωπω! Βόμβα, λέει, εξερράγη, εκατοντάδες οι νεκροί! Δες πως τρώγονται, μεταξύ τους, οι πολιτικοί».

«Άνθρωπος ξυλοκοπήθηκε, γιατί είχε άλλο χρώμα. Φασίστες στρατιωτικά βαδίζουν, σε ματωμένο χώμα».

«Νέοι διαδήλωσαν για καλύτερη παιδεία, δες, τους κατέστειλε η αστυνομία».

«Συνταξιούχος αποζητά τα φάρμακα του, υπάλληλος χάνει τη δουλειά του».

«Σκάνδαλο εκατομμυρίων, επιχειρηματίας με φανταχτερές γραβάτες, πολυεθνικές με ξεχειλίζοντα ταμεία και αναλώσιμους εργάτες».

«Είδηση για του Ομπάμα το κανίς, τον σκύλαρο του Πούτιν, να κάτι μ’ ενδιαφέρον».

«Δες εδώ, γνωστής τραγουδίστριας το βρακί στο τραπέζι απάνω εφάνη, την ώρα που ανέβηκε το κέφι της να κάνει».

«Διακοπή πάνω στο καλύτερο. Έκτακτη είδηση. Νέα βόμβα εξερράγη. Πάρε μάτι τα συντρίμμια».

«Δακρυγόνα στη διαδήλωση, κοίτα δω καπνός, άνθρωποι σκορπίσαν σα λαβωμέν' αγρίμια».

«Δημοσιογράφοι στα παράθυρα, παπαγάλοι στα κλουβιά τους… μα την αλήθεια βρε Κική, με κούρασαν τα πρόσωπα τους».

«Αχ, Μήτσο μου, τι πόνος, τι στενοχώρια είναι αυτή. Πρέπει κάτι να κάνουμε, να γίνουμ' ενεργητικοί».

«Συμφωνώ Κική μου, συμφωνώ. Χρειάζεται ο κόσμος πια ν’ αλλάξει, τα ίδια να μη κάνουμε ξανά. Να πάρουμ’ αποφάσεις, τον εαυτό μας να ορίσουμε αλλιώς - όπως έλεγε κείνος ο σοφός».

«Μήτσο μου, πόσο σωστά μιλάς, αλήθεια, λόγια ενός σοφού! Μα πες μου, έχεις κάτι κατά νου;»

«Ασφαλώς Κική μου, ασφαλώς. Δες εδώ, τώρα, πως θα κινηθώ, απ’ τα χέρια μου πως ξεπηδά το μαγικό».


Και ο Μήτσος, ηρωικά πατώντας το κουμπί πάνω στο κοντρόλ, άλλαξε κανάλι.



Ο Μήτσος και η Κική, έβλεπαν Τιβί…




5 Σεπτεμβρίου 2014

Της Νύχτας





Ήθελα να γράψω κάτι, μα ήλπιζα να επέστρεφα νωρίς... Τώρα είναι αργά. Αργά για κείμενα. Αργά για σκέψη. Η αυριανή μέρα αδημονεί, οι υποχρεώσεις της το ίδιο. Το ρολόι μας κοιτάζει και το βλέμμα του προκλητικό, ενοχλητικό. Χαμογελάει με νόημα: "Εμπρός, κάνε με πέρα αν μπορείς. Αγνόησε με. Πράξε σα να μην υπάρχω". Κι έπειτα αρχίζει πάλι να χτυπάει, τάκα-τούκα, και συ απορείς πως ένα τόσο μικρό πράγμα ασκεί τόσο μεγάλο έλεγχο πάνω σου.

Η μέρα στέκεται επίμονα στ' ακροδάχτυλα της νύχτας. Και εμείς την παρατηρούμε από μακριά, γοργόνα καταμεσής ενός νησιού, την κοιτάζουμε και λέμε: "Περίμενε λίγο - όχι ακόμα. Όχι ακόμα...". Και εκείνη αποκαλύπτεται σταδιακά, το νησί γίνεται ήπειρος, γίνεται χώρα, και μεις θέλουμε να κλείσουμε τα μάτια, να φράξουμε τ' αυτιά, να μην ακούμε το τραγούδι που φωνάζει "τάκα-τούκα"... Να μην ακούμε το ρολόι.

Γιατί η νύχτα είναι ομορφότερη όταν η μέρα απλά απέχει - και μαζί με αυτήν οι υποχρεώσεις της. Κανένας ήχος, μόνο ο ήχος των βημάτων σου στον δρόμο. Δες, περπατάς σε ένα μέρος που άλλες ώρες σφύζει από κόσμο, μα τώρα είναι άδειο... Ή πιο σωστά, τώρα ζει, ζει πραγματικά, μα με έναν τρόπο που δε θα καταλάβαινες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Κάθε μικροσκοπικός ήχος, μια σκιά, ένα θρόισμα, κάποιο ζωύφιο, μια γάτα που τρέχει. Όλα αποκτούν ένα διαφορετικό νόημα τη νύχτα. Και οι σκέψεις σου, δες πόσο ζωντανές είναι, πως αναπνέουν, πως τραγουδούν, τώρα που αισθάνονται ελεύθερες! 

Και συ βαδίζεις, όχι από το μέρος Α προς το μέρος Β, τόξο με σκοπό προδιεγραμμένο, καλοκουρδισμένο αυτόματο, ο άνθρωπος που πάει στη δουλειά-που πάει σπίτι-που πάει στη δουλειά... Μα βαδίζεις χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό, απλά γιατί το απολαμβάνεις!

Και αυτή την ώρα, την ώρα που ο κόσμος αφήνεται στην αγκαλιά του ύπνου, παραδίδεται στο τραγούδι της γοργόνας... Εσύ ξαγρυπνάς και ο κόσμος όλος σου ανήκει! Για λίγο μόνο έχεις ξεφύγει από την παραγωγική νοοτροπία, από την καλολαδωμένη μηχανή, από το αδιάκριτο βλέμμα του ήλιου και του πλήθους...

Αυτή είναι η ομορφιά της νύχτας. Γι' αυτό την αγαπάς. Όπως είχε πει ο Milton στον "Χαμένο Παράδεισο"... “What hath night to do with sleep?"


Τελικά ποτέ δεν είναι αργά.