Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ερωτικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Ιουνίου 2019

Ν. Καζαντζάκη: Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο


Ένα απόσπασμα από τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, του Νίκου Καζαντζάκη - παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Alexis Zorbas and his erotic adventures... by Nikos Kazantzakis




Ο “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, δημοσιευμένος πρώτη φορά το 1946, ανήκει στα σημαντικότερα έργα όχι μόνο της νεοελληνικής, μα της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. Μέσα από τη μορφή του Αλέξη Ζορμπά ο Νίκος Καζαντζάκης εκθέτει ένα πρότυπο ανθρώπου που ο ίδιος θαυμάζει απεριόριστα – μα ταυτόχρονα τον παρατηρεί από απόσταση, αδυνατώντας να του μοιάσει...

Πηγαίος, αυθόρμητος, ηδονιστής, αισθηματίας, τρέφοντας περιφρόνηση για κάθε αυθεντία, αδιαφορώντας για κάθε επιβαλλόμενο ιδανικό, ικανός να πειθαρχεί στον δικό του ηθικό κώδικα – ένας άνθρωπος που δεν φοβάται τη ζωή, μα ρίχνεται με πάθος στην άγρια θάλασσά της, άλλοτε δαμάζοντας τα κύματα, άλλοτε αφήνοντάς τα να τον παρασύρουν. Αυτός είναι ο Αλέξης Ζορμπάς – ίσως η πιο μυθιστορηματική από όλες τις ενσαρκώσεις του νιτσεϊκού «υπεράνθρωπου».

Στο απόσπασμα που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας ο λόγος ανήκει στον ίδιο τον Αλέξη Ζορμπά. Πρόκειται για μια αφήγηση που ξεχειλίζει γυναίκες και ηδονή. Και χιούμορ – ναι, χιούμορ. Όταν θέλει ο Καζαντζάκης να υιοθετήσει χιουμοριστικό ύφος, έστω δια του «αντιπροσώπου» του, Αλέξη Ζορμπά – τα καταφέρνει μοναδικά.

Ο λόγος, λοιπόν, στον Νίκο Καζαντζάκη – ή πιο σωστά, στον Αλέξη Ζορμπά. Απολαύστε.



Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο. Μια αφήγηση




«— Αυτή λοιπόν, που λες, τη Νούσα, τη γνώρισα σ’ ένα χωριό του Κουμπάν. Καλοκαίρι εκεί πέρα. Καρπούζια και πεπόνια βουνά, έσκυβα, έπαιρνα ένα, κανένας δε μού ‘λεγε «βρε τι κάνεις αυτού;» Το ‘κοβα στη μέση κι έχωνα τη μούρη μου μέσα.

Όλα μπόλικα εκεί πέρα στον Καύκασο, αφεντικό, όλα χύμα, διαλέγετε και παίρνετε! Κι όχι μονάχα, να πεις, τα πεπόνια και τα καρπούζια, παρά και τα ψάρια και τα βούτυρα κι οι γυναίκες. Περνάς, βλέπεις ένα καρπούζι, το παίρνεις• βλέπεις μια γυναίκα, την παίρνεις. Όχι σαν εδώ, στην Ψωροκώσταινα, που άμα πάρεις κανενός ένα καρπουζόφυλλο σε πάει στα δικαστήρια, κι άμα αγγίξεις μια γυναίκα, φορά τη μαχαίρα ο αδερφός να σε κάμει κιμά. Μιζέρια, τσιγκουνιά, δικό σου και δικό μου, ου να χαθήτε, ψωριάρηδες! Να πάτε, μωρέ, στη Ρουσία, να δείτε αρχοντιά!

Πέρασα λοιπόν από το Κουμπάν, είδα μια γυναίκα σ’ ένα μποστάνι, μου άρεσε. Πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, πως η Σλάβα δεν είναι σαν και τούτες τις φτενές συφεροντολόγες Ρωμιές, που σου πουλούν τον έρωτα με το δράμι και κάνουν ό,τι μπορούν για να σου τον πασάρουν ξίκικο, να σε γελάσουν στο ζύγι• η Σλάβα, αφεντικό, σου ταον ζυγιάζει μπόλικα, βαρύ βαρύ• και στον ύπνο και στον έρωτα και στο φαΐ είναι πολύ συγγενής με τα ζώα, πολύ συγγενής με τη γης, δίνει, δίνει μπόλικα, δεν τσιγκουνεύεται, σαν και τούτες τις Ρωμιές, τις ψιλικατζίνες!

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα. Βλέπεις, με τις γυναίκες είχα μάθει τώρα και λίγα ρούσικα...

«Νούσα• και σένα;»

— Αλέξη. Πολύ μου αρέσεις, Νούσα.

Με κοίταξε καλά καλά, όπως κοιτάζουμε ένα άλογο που θέλουμε ν’ αγοράσουμε.

«Και συ δε φαίνεσαι αχαμνός», μου κάνει. «Έχεις γερά δόντια, μεγάλα μουστάκια, φαρδιές πλάτες, χοντρά μπράτσα. Μου αρέσεις.»

Πολλά άλλα πράματα δεν είπαμε, μήτε κι ήταν ανάγκη. Μάνι μάνι τα συφωνήσαμε – θα πήγαινα σπίτι της το ίδιο βράδυ με τα καλά μου ρούχα. Έχεις και γούνα;» με ρωτά η Νούσα. «—Έχω, μα με τέτοια ζέστη... — Δεν πειράζει• φέρ’ την για μεγαλείο.»

Ντύθηκα λοιπόν το βράδυ σα γαμπρός, φορτώθηκα στο μπράτσο μου τη γούνα, πήρα κι ένα μπαστούνι που είχα με ασημένια λαβή, πήγα. Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. «Τι βράζετε εδώ;» ρώτησα. «— Πετιμέζι από καρπούζια. — Κι εδώ; — Πετιμέζι από πεπόνια.» Μωρέ, τι ‘ναι εδώ; είπα με το νου μου. Ακούς εκεί πετιμέζι από πεπόνια και καρπούζια! Γη της επαγγελίας, όξω φτώχεια! Έχε την ευκή μου, Ζορμπά, καλά έπεσες εδώ μέσα• σαν πόντικας σ’ ένα τουλούμι τυρί.

Ανέβηκα τις σκάλες. Κάτι ξύλινες θεόρατες σκάλες που τρίζανε. Στο κεφαλόσκαλο ο πατέρας κι η μάνα της Νούσας ντυμένοι μ’ ένα είδος σαλβάρια πράσινα, και κόκκινο ζουνάρι με χοντρές φούντες. Αρχοντάνθρωποι. Άνοιξαν τα μπράτσα, ματς μουτς, αγκαλιάσματα. Γέμισα σάλια. Μου μιλούσαν γρήγορα γρήγορα, δεν καταλάβαινα σκραπ, μα τι πειράζει; Από τη φάτσα τους το ‘βλεπα, το κακό μου δεν ήθελαν.

Μπαίνω μέσα, και τι να δω; Τραπέζια στρωμένα, φορτωμένα σαν τρικάταρτα καράβια. Όλοι οι συγγενείς, γυναίκες κι άντρες, όρθιοι, και μπροστά στέκουνταν η Νούσα, βαμμένη, στολισμένη, ξεστήθωτη, σα γοργόνα του καραβιού. Άστραφτε από ομορφιά και νιάτα· φορούσε ένα κόκκινο μαντίλι στο κεφάλι, κι απάνω στην καρδιά της είχε κεντημένο ένα σφυρί κι ένα δρεπάνι. «Μωρέ αθεόφοβε Ζορμπά», είπα με το νου μου, «ετούτο το κρέας είναι δικό σου; Ετούτο το κορμί θ’ αγκαλιάσεις απόψε; Ο θεός να συχωρέσει τον κύρη και τη μάνα που σε γέννησαν!»

Πέσαμε με τα μούτρα, γυναίκες κι άντρες, στο φαγοπότι. Τρώγαμε σα χοίροι, πίναμε σα βουβάλια. «Κι ο παπάς;» ρώτησα τον πατέρα της Νούσας, που κάθουνταν δίπλα μου κι έβγαζε αχνούς το κορμί του από το πολύ φαΐ• «που ‘ναι ο παπάς να μας βλοήσει; — Δεν έχει παπά», μου αποκρίθηκε και με πιτσίλισε πάλι με τα σάλια του, «δεν έχει παπά. Η θρησκεία, όπιο του λαού.»

Είπε και σηκώθηκε κορδωμένος, ξέσφιξε το κόκκινο ζωνάρι του, άπλωσε το χέρι να κάμει σιωπή. Κρατούσε ξέχειλο το ποτήρι του και με κοίταζε στα μάτια.

Άρχισε να λέει, να λέει, μού ‘βγαζε λόγο. Τι έλεγε; Ο Θεός κι η ψυχή του. Βαρέθηκα να στέκουμαι, είχα αρχίσει και να ζαλίζουμαι• κάθισα πάλι. Κάθισα και κόλλησα το γόνατο μου στο γόνατο της Νούσας, δεξά μου.

Μιλούσε, μιλούσε ο γέρος, ίδρωσε, όλοι ρίχτηκαν και τον αγκάλιασαν για να σωπάσει. Σώπασε. Η Νούσα μου έγνεψε: «Μίλα, ντε, και συ!»

Σηκώθηκα λοιπόν κι εγώ, έβγαλα λόγο, μισό ρούσικα, μισό ρωμαίικα. Τι είπα; Ανάθεμά με αν ήξερα. Θυμούμαι μονάχα πως στο τέλος το ‘χα ρίξει στο κλέφτικο. Είχα αρχίσει χωρίς αιτία κι αφορμή να γκαρίζω:


Βγήκαν κλέφτες στα βουνά

για να κλέψουν άλογα!

Κι άλογα δε βρήκανε

και τη Νούσα πήρανε!


Βλέπεις, αφεντικό, το άλλαζα και λίγο, για την περίσταση:


Και πάνε, πάνε, παν

(άιντε, μανούλα μου, παν!)

Αχ Νουσάκι μ’

αχ Νουσάκι μ’

βάι!



Κι ως μούγκρισα: «βάι!» χύθηκα και φίλησα τη Νούσα.

Αυτό ήταν! Σα να ‘δωκα, λες, το σενιάλο που περίμεναν, άλλο που δεν ήθελαν, πετάχτηκαν μερικοί μαγκλαράδες κοκκινογένηδες κι έσβησαν τα φώτα.

Οι γυναίκες οι παμπόνηρες σκλήριξαν, τάχατε πως τρόμαξαν Μα γρήγορα, χιχιχι! μέσα στο σκοτάδι, άρχισαν τα γαργαλίσματα και τα γέλια.

Το τι έγινε, αφεντικό, ένας Θεός το ξέρει. Μα θαρρώ πως μήτε αυτός το ‘ξερε, γιατί αν το ‘ ξερε, θα ‘ριχνε το αστροπελέκι του να μας κάψει. Άντρες και γυναίκες, μαλλιά κουβάρια, κυλίστηκαν κάτω• έψαχνα να βρω τη Νούσα, μα που να τη βρω! Βρήκα μιαν άλλη, έβγαλα τα μάτια μου μαζί της.

Τα ξημερώματα σηκώθηκα να πάρω τη γυναίκα μου να φύγουμε. Σκοτάδι ακόμα, δεν καλόβλεπα. Πιάνω ένα πόδι, το τραβώ, δεν ήταν της Νούσας• πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, άλλο, και τέλος πάντων είδα κι έπαθα, βρίσκω το πόδι της Νούσας, το τραβώ, την ξεπλέκω από δυο τρεις νταγλαράδες, που την είχαν πιτακωμένη την κακομοίρα, και την ξυπνώ. «Νούσα», της λέω, «πάμε! – Μην ξεχάσεις τη γούνα σου!» μου αποκρίθηκε• «πάμε.»

Φύγαμε.»



Για την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της εικόνας: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19.




Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Βίου και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά / Nikos Kazantzakis, Zorba the Greek, first edition cover

8 Νοεμβρίου 2018

Μια καυτή ερωτική βραδιά του Τσαρλς Μπουκόφσκι


Ένα απόσπασμα από τις Σημειώσεις ενός Πορνόγερου του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με θέμα του μια τραγελαφική ερωτική βραδιά! Σκίτσο: Robert Crumb, γραφιστικό: το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από τις "Σημειώσεις ενός Πορνόγερου"




Για τον Τσαρλς Μπουκόφσκι δεν χρειάζονται περιττές εισαγωγές. Είναι γνωστός σε όλους, σαν τον άδειο πάτο εκείνου του αστραφτερού ποτηριού μπίρας που σου θυμίζει το ολόγιομο φεγγάρι – ή τον πισινό μιας γυναίκας. Η πλειοψηφία του κόσμου γνωρίζει τον Μπουκόφσκι για την περιθωριακή, αθυρόστομη και ακατέργαστη πλευρά του. Λιγότεροι είναι εξοικειωμένοι με την άλλη του πλευρά: την ποιητική, τη μελαγχολική, τη βαθιά ρομαντική. Γιατί στον πάτο ενός ποτηριού μπίρας (και, ναι, στη γυναίκα και στα κάλλη της) συχνά ξεπροβάλλει ένας αναστεναγμός – και ο Μπουκόφσκι είναι αυτή η μπίρα και αυτός ο αναστεναγμός μαζί.

Αλλά δε βαριέσαι… σήμερα θα δούμε την πρώτη πλευρά του Μπουκόφσκι – και θα αφήσουμε τη μελαγχολική πλευρά του για κάποια άλλη φορά! Επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας ένα απόσπασμα από τις περίφημες «Σημειώσεις ενός Πορνόγερου» [Charles Bukowski, “Notes of a Dirty Old Man”], τις οποίες έγραφε στα τέλη της δεκαετίας του 60 σε μορφή άρθρων για την underground αμερικάνικη εφημερίδα “Open City”.

Το απόσπασμα ανήκει στις κορυφαίες κωμικές στιγμές του συγγραφέα… Περιγράφει έναν διακαή ερωτικό του πόθο και την απόπειρά του, κάποια νύχτα, να τον ικανοποιήσει. Κι αυτό ενώ το ολοστρόγγυλο φεγγάρι – θα επαναλάβω, με σχήμα πισινού – φέγγει και χασκογελά στον ουρανό. Μάλλον θα μέθυσε κι αυτό απ’ το πολύ πιοτό που πίνουμε τις νύχτες στ’ όνομά του…


Μια ξέφρενη ερωτική βραδιά



«Εκείνες τις μέρες όλο και κάποιος τύχαινε να είναι σπίτι μου, είτε ήμουν εκεί είτε όχι, και όταν πέρναγα την πόρτα για να μπω μέσα, δεν είχα ιδέα για το ποιον ή ποιους θα συναντούσα. Όλο και κάποιο πάρτι θα 'ταν στα σκαριά και, για να στρογγυλοκαθίσουν τα έξι ή επτά άτομα στο σπίτι, αρκούσαν δύο δολάρια και κάτι ψιλά για κάποια «ειδική προσφορά» στην κάβα.

Όλα εντάξει λοιπόν. Κάποια νύχτα ξύπνησα, όπως ήμουν πεσμένος στο κρεβάτι μου, τελείως σκνίπα αλλά έχοντας το μυαλό μου ακόμα καθαρό. Τα φώτα ήταν σβηστά. Τεντώθηκα λιγάκι, κοίταξα τριγύρω και μου φάνηκε ότι δεν ήταν κανείς πια εκεί. Μερικά άδεια μπουκάλια σκόρπια εδώ κι εκεί στο πάτωμα. Ανακάθισα στο κρεβάτι και διέκρινα κάποιον να κοιμάται δίπλα μου. Χμ, μάλιστα. Προφανώς μια απ' αυτές τις πόρνες αποφάσισε να μείνει μαζί μου. Αυτό είναι ο Έρωτας. Πραγματική ένδειξη κουράγιου. Σκατά, και ποια θα μπορούσε να με υποφέρει; Αυτή που θα κατάφερνε να με αντέξει θα 'πρεπε να 'χει στ' αλήθεια καρδιά από καθαρό χρυσάφι. Γι' αυτό και μόνο θα 'πρεπε κι εγώ αυτή την αδελφή ψυχή να την ΑΝΤΑΜΕΙΨΩ που κατάφερε να μου παρασταθεί και για το ζήλο που έδειξε μένοντας μαζί μου.

Και ποια θα ήταν ωραιότερη ανταμοιβή από το να τη γαμήσω από πίσω;

Είχα ένα περίεργο σερί από διάφορα θηλυκά πίσω μου και καμιά απ' όλες αυτές δεν ήθελε να μ' αφήσει να της το κάνω από πίσω, και το αποτέλεσμα ήταν να μου γίνει έμμονη ιδέα. Με το που έπινα λιγάκι άρχιζα πάλι φτου κι απ' την αρχή. Διπλάρωνα το πρώτο θηλυκό και του έλεγα:

«Θα σου ξεσκίσω τον κώλο και θα ξεσκίσω τον κώλο της μάνας σου και θα ξεσκίσω τον κώλο της κόρης σου». Και η απάντηση ήταν στερεότυπη: «Αχ, όχι, αυτό δεν πρόκειται να το κάνεις!» Ήτανε έτοιμες για όλα, αλλά γι' ΑΥΤΟ όχι. Ίσως ήταν ο νόμος του σερί, ή ίσως οφειλόταν αποκλειστικά στον καιρό, πάντως ύστερα από μερικά χρόνια εκεί που κάθονταν τα διάφορα θηλυκά ξαφνικά λέγανε: «Μπουκόβσκι, γιατί δε με γαμάς από πίσω; Έχω ένα ολοστρόγγυλο και αφράτο πισινό...» κι εγώ φρόντιζα να απαντώ : «Αλήθεια είναι, γλύκα μου, φαίνεται το πράμα. Αλλά άσε καλύτερα».

Πάντως εκείνο τον καιρό, σχετικά μ’ αυτό το θέμα υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και είχε αρχίσει σιγά σιγά να μου τη βαράει κατακούτελα, κι όπως την έβλεπα ξαπλωμένη έτσι δίπλα μου, είπα στον εαυτό μου: «Άνθρωπε, τράβα της ένα ωραίο γαμησάκι στον κώλο και θα ξεφορτωθείς ένα κάρο συναισθηματικές αβεβαιότητες.»

Έψαξα και βρήκα ένα μικρό υπόλοιπο κρασιού σ' ένα ποτήρι γεμάτο στάχτες και μετά ξαναχώθηκα στο κρεβάτι και άρχισα την επιχείρηση του να κατευθύνω τη μικρή μου τσουτσουνίτσα στον άσπιλο, κοιμισμένο και τουρλωτό πισινό. Για τον γνήσιο λωποδύτη, λένε, πως δεν είναι η λεία που τόσο αποζητάει όσο η ίδια πράξη της κλοπής. Εγώ λατρεύω και τα δύο. Το μαραφέτι μου παλλότανε κι έτρεμε έχοντας φτάσει στο χείλος της παραφροσύνης. Αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο και η εκδίκηση, αηδιαστική κι απόλυτη, η εκδίκηση για όλα, για τους συνεσταλμένους πωλητές παγωτών, για την πεθαμένη μάνα μου που πασάλειβε το αδιάφορο και χωρίς ζωή πρόσωπό της μ' όλες εκείνες τις λιπαρές κρέμες...

Αλλά τούτη δω κοιμότανε πολύ βαριά, σκέφτηκα. Ε, δε βαριέσαι, καλύτερα. Μάλλον η Μίτζι θα είναι. Ή ίσως η Μπέττυ. Δεν έχει σημασία. Ήτανε η νίκη μου — η δυστυχισμένη, άνεργη και καταπιασμένη ψωλή έσπασε και πέρασε νικηφόρα την πύλη προς όλα τα απαγορευμένα πράγματα! ΦΑΝΦΑΡΕΣ! Αισθανόμουνα ότι ήμουν το επίκεντρο ενός ΔΡΑΜΑΤΟΣ — όπως ο Τζέσσε Τζέιμς όταν σ' εκείνο το εκθαμβωτικά φωτισμένο χολλυγουντιανό στούντιο έτρωγε τη χρυσή σφαίρα. Δεν κρατιόμουνα με τίποτα, ήμουν δαιμονισμένος.

Εκείνη αναστέναζε κι έκανε διάφορα ΛΑΡΓΚ, ΟΥΓΚ, ΧΟ, ΑΧ, ΧΑ... Ήμουνα βέβαιος ότι έκανε την κοιμισμένη. Κι έκανε έτσι για να σώσει τα υπολείμματα της πνιγμένης τιμής της κι ήμουν ο ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΤΗ ΒΓΕΙ!

Και για αλλαγή έφτασα σε μια πραγματική περίοδο οργασμού και η μαγική αίγλη και η δόξα της πράξης καθώς και η βίαιη κτηνωδία μου με οδήγησαν σε υψηλές σφαίρες κι έσπρωχνα συνέχεια κι όλα ήταν αγνά και τέλεια.

Και τότε μες' στην έξαψη μας έφυγε η κουβέρτα κι έπεσε, κι είδα το κεφάλι και τους ώμους — ήταν ο Μπαλτη Μ. ένα φαλακρό αμερικάνικο ΑΡΣΕΝΙΚΟ!...

Μεμιάς μου ‘πέσαν όλα. Γύρισα ανάσκελα γεμάτος αηδία και βάλθηκα να κοιτάζω το ταβάνι.

Και δεν υπήρχε ούτε σταγόνα αλκοόλ στο σπίτι».



Το απόσπασμα από τις "Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου" του Τσαρλς Μπουκόφσκι [1969]. Μετάφραση: Τέο Ρόμβος. Το σκίτσο στην εισαγωγική εικόνα είναι του θρυλικού Robert Crumb και το γραφιστικό δικό μου. 

Περισσότερα για τον Μπουκόφσκι εδώ:




Για την εισαγωγή και την ψηφιοποίηση του αποσπάσματος: Το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 18.


Τσαρλς Μπουκόφσκι - Charles Bukowski

6 Νοεμβρίου 2016

Ο Οδοστρωτήρας της Ομορφιάς





«Κάλυψε τη στενοχώρια της κάτω από ένα στρώμα make up και κοιτάχτηκε στον καθρέπτη. Τώρα ήταν έτοιμη για τη βραδινή έξοδο.» - Μια καθημερινή αφήγηση


«Πάρε την πιο καλή σου πόζα… ένα, δύο, τρία, κλικ!» - Σκέψη πριν από μια selfie


«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» - Ντοστογιέφσκι



Η σημερινή ανάρτηση έχει χαρακτήρα ανολοκλήρωτο. Θα έλεγα πως αποτελεί περισσότερο μια σειρά σκέψεων, στις οποίες αποπειράθηκα να δώσω κάποια συνοχή. Είναι γραμμένη από την οπτική γωνία ενός άντρα και δεν αξιώνει χαρακτήρα αντικειμενικότητας – ωστόσο θεωρώ πως υπάρχουν κάποιες μικρές αλήθειες εδώ μέσα.


Ξεκινώ με κάποια «αξιώματα».


Αξίωμα 1: Ανεβάζω selfies, άρα υπάρχω. Κορίτσια στον σταθμό του τρένου με το κινητό στο χέρι, παίρνοντας πόζες μπροστά στην κάμερα, τουρλώνοντας τα χείλη. Ένας συρφετός φωτογραφιών, ο πολιτισμός του κλικ και της εικόνας. Πρόσωπα σκυμμένα πάνω απ’ τα κινητά τους. Εξώφυλλα περιοδικών, τηλεοπτικές εκπομπές, λαμπρά χαμόγελα παντού, μια κοινωνία που ανασαίνει άρωμα οδοντόκρεμας. Άντρες που εκστασιάζονται μπροστά σε διάσημες ντίβες των Media, ονειροβατώντας στα πελώρια στήθη τους. Γυναίκες που θέλουν να μοιάσουν στις ίδιες αυτές ντίβες, μιμούμενες το στυλ τους, αντιγράφοντας τις κινήσεις τους. Κι άλλες φωτογραφίες, κι άλλα κλικ, κι άλλα like.

Η ομορφιά ως επιδειξιομανία.

Αξίωμα 2: Ο οδοστρωτήρας της ομορφιάς. Μπροστά σε μια πολύ όμορφη γυναίκα εξομοιώνονται όλες οι διαφορές των επίδοξων κατακτητών. Τρέχουν πίσω της οι πάντες: όμορφοι, άσχημοι, έξυπνοι, ανόητοι, ευαίσθητοι, αναίσθητοι, καλλιεργημένοι, ακαλλιέργητοι, πλούσιοι και φτωχοί. Μοιάζει με την αναζήτηση εργασίας – μπαίνει μια αγγελία και μεμιάς εμφανίζονται δεκάδες υποψήφιοι. Κάποιοι είναι καλύτεροι από τους άλλους, μα όπως ο εργοδότης συχνά δεν επιλέγει με τα καλύτερα κριτήρια, αντίστοιχα η γυναίκα σπάνια κάνει τη σωστή επιλογή. Ο μαλάκας επικρατεί του νοήμονα. Αντίστοιχα, όπως η γυναίκα δεν κάνει την καλύτερη επιλογή, έτσι και ο άντρας δείχνει να κρίνει μόνο με βάση το οπτικό ερέθισμα. Εκεί που η φύση καταργεί την ελευθερία. Εκεί που η ομορφιά σέρνει καράβι.

Η ομορφιά ως πηγή εξουσίας.

Αξίωμα 3: Κόσμος κλεισμένος σε κλουβιά, άνθρωποι που ζουν μονάχοι. Παράπονα για έλλειψη επικοινωνίας, αδυναμία κατανόησης, πολλαπλές γλώσσες, έλλειψη ουσιώδους επαφής, αδυναμία διαμόρφωσης προσωπικότητας.

Η ομορφιά ως υποκατάστατο.


Δείτε τώρα τα τρία αξιώματα – και σκεφτείτε αν συνδέονται το ένα με το άλλο.



"Vanity" by Auguste Toulmouche

"All Is Vanity", by Charles Allan Gilbert



Ερωτοτροπίες και σεξολογίες



Μια καλή φίλη μου ανέφερε πως ένας γεράκος ταξιτζής της είπε πρόσφατα το εξής: «Άνθρωπος που δεν ερωτοτροπεί είναι νεκρός και σήμερα οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να το κάνουν. Αντί αυτού απλά σεξολογούν.»

Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το ταξίδι μου στη Ρώμη, πριν τρία χρόνια. Δεν θα ξεχάσω τα βλέμματα των γυναικών στο δρόμο, το πετάρισμα των ματιών τους, το αστραποβόλημα του βλέμματος, εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο. Δεν θα ξεχάσω εκείνο το κορίτσι με τη βεντάλια στο τρένο – δεν ήταν απαραίτητα όμορφη, μα ήξερε τι σημαίνει στυλ. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ την κοπέλα που με χαιρέτησε, χαρίζοντάς μου ένα γλυκό χαμόγελο, ενώ περίμενα σε μια πλατεία. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει πως μια άγνωστη με χαιρέτησε στα καλά του καθουμένου. Απλά με κοίταξε, χαμογέλασε, είπε “Ciao!” και συνέχισε το δρόμο της. Μα θα θυμάμαι πάντα αυτό το Ciao – τόσο αυθόρμητο, τόσο πηγαίο, τόσο αυθεντικό. Τόσο γνήσια ερωτικό.

Πίσω στην ελληνική πραγματικότητα. Εδώ που τόσες γυναίκες φοβούνται να φλερτάρουν, μη τυχών και «πάρει πολύ θάρρος ο άλλος». Εδώ που παρερμηνεύουν κάθε μορφής προσέγγιση για «πέσιμο». Εδώ που αδυνατούν να διαχωρίσουν το «πάμε για καφέ;» από το «πάμε να πηδηχτούμε;». Εδώ που είναι μονίμως διχασμένες ανάμεσα στις επιταγές της φύσης τους (μια φύση που τις θέλει ελεύθερες στον έρωτα, όπως κάθε πλάσμα στον κόσμο) και στις επιταγές μιας κοινωνίας που βάζει τα πάντα σε καλούπια. Τι θα πουν οι φίλες μου, τι θα πουν οι δικοί μου, τι θα πουν οι γνωστοί και τα λοιπά. Μιας κοινωνίας που μέχρι πριν 40 χρόνια τις παραχωρούσε σαν αντικείμενα προς πώληση, από πατέρα σε σύζυγο, παρέα με την προίκα τους. Και τώρα είναι ελεύθερες – μα η ελευθερία έχει νόημα μόνο αν ξέρεις τι να την κάνεις.

Αρκετές γυναίκες αδυνατούν να χειριστούν το φλερτ. Καταλήγουν να φέρονται απαίσια, υποτιμώντας τους άντρες που τις προσέγγισαν, ξεχνώντας το εξής πολύ σημαντικό: ο άντρας συχνά νιώθει αδύναμος τη στιγμή που κάνει την προσέγγιση. Εκτίθεται. Κόντρα στην παραδοσιακή αντίληψη που θέλει τους άντρες να είναι «κυνηγοί», πολλοί δεν αισθάνονται άνετα με αυτό το ρόλο. Κάτι απολύτως λογικό – σημασία έχει να είσαι ο εαυτός σου, όχι να ακολουθείς τυφλά τις επιταγές και τα πρέπει μιας παράδοσης. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο άσχημα νιώθει ένας άντρας που δεν αισθάνεται «κυνηγός», όταν φλερτάρει μια γυναίκα κι εκείνη αποκρούει με αγένεια το φλερτ του. Σκεφτείτε ο ίδιος άντρας να έχει βιώσει το ίδιο αίσθημα απόρριψης πολλές φορές. Με τι θάρρος θα επιδιώξει μετά, για άλλη μια φορά, να προσεγγίσει μια γυναίκα; Πόσες φορές πια να φάει τα μούτρα του;

Μα πολλές γυναίκες αδυνατούν να το κατανοήσουν αυτό. Ξέρουν μόνο να πιπιλάνε τη γνωστή καραμέλα: «δεν υπάρχουν άντρες πια». Ή «οι άντρες δεν μας προσεγγίζουν όπως άλλοτε».

Το φλερτ είναι η φύση η ίδια. Μα η φύση καταλήγει να βιάζεται στα χέρια του γενικευμένου μαζικού κομπλεξισμού. Βλέπω και ακούω συχνά να μιλάνε για το σεξ (να μιλάνε, όχι να το κάνουν), μα ο έρωτας λες και τον κατάπιε ο βούρκος της λήθης. Μα ας αφήσω τον έρωτα – το φλερτ από μόνο του δείχνει να έχει θαφτεί κάτω από ένα συρφετό selfies, like και απρόσωπων γραπτών μηνυμάτων. Δυσκολεύεσαι να εντοπίσεις το γνήσιο από το κάλπικο ανάμεσά τους. Ευκολότερα δύο άνθρωποι θα κάνουν σεξ, παρά θα ερωτοτροπήσουν. Ευκολότερα θα σου «την πέσει» κάποιος, ή εσύ «θα κάτσεις» σε κάποιον, παρά θα φλερτάρετε. Είναι λες και πέφτεις με τα μούτρα στο κύριο γεύμα, δίχως καν να έχεις ζεστάνει το φαγητό πριν. Προφανώς κάθε εποχή μεταμορφώνει το ίδιο το περιεχόμενο των σχέσεων – μα προς ποια κατεύθυνση άραγε.



Kim Kardashian - Το "πρότυπο" άφθονων γυναικών και αντρών


Μη με παρεξηγήσουν οι γυναίκες αναγνώστριες – η πλειοψηφία των αντρών είναι εξίσου υπεύθυνοι για όσα γίνονται. Όταν τόσοι άντρες συγχέουν το φλερτ και την προσέγγιση με τη χυδαιότητα, τη χοντράδα και τις καγκουριές, πώς να μη βγει κακό όνομα στο φλερτ. Όταν τόσοι άντρες φέρουν ως πρότυπο την Kim Kardashian, πώς να μη χάσουν τα μυαλά τους τα κοριτσάκια των ατελείωτων selfies. Ο ένας πόλος τρέφει τον άλλο και αν οι γυναίκες σήμερα έχουν χάσει τη μπάλα, είναι επειδή οι άντρες δίνουν έμφαση στα λάθος πρότυπα. Όλα αυτά σε μια ναρκισσευόμενη, βαθιά κομπλεξική κοινωνία.

Φυσικά στο τέλος την πληρώνει εκείνη η κατηγορία του κόσμου που δεν φταίει σε τίποτα και που επιζητούν κάτι αυθεντικό επιτέλους στη ζωή τους.

Το κόμπλεξ παίρνει πολλαπλές μορφές. Υπάρχει ο κομπλεξισμός της «αιώνια δύσκολης γυναίκας». Και υπάρχει και το ακριβώς αντίθετό του, ο κομπλεξισμός της υπερβολικά εύκολης. Υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι σε μια επαφή υψώνοντας τείχη, κρατώντας αποστάσεις, αποφεύγοντας ακόμα και το στοιχειώδες φλερτ… και υπάρχουν εκείνες που κρατούν το πάνω χέρι με όπλο τους το σεξ – παραχωρώντας τον εαυτό τους με το παραμικρό. Πολύ φοβάμαι πως καταλήγουμε απλά σε συσχετισμούς δύναμης, και τίποτ’ άλλο… Sex and power.

Κι εδώ επανερχόμαστε στον τίτλο της ανάρτησης. Μπροστά στην ακατανίκητη ομορφιά μοιάζουν να ισοπεδώνονται οι προσωπικότητες, τόσο των υποψηφίων «κυνηγών», όσο και της ίδιας της γυναίκας που τη φέρει. Δεν έχει σημασία αν είσαι χαζός ή έξυπνος, αν έχεις πλούσιο ή ανύπαρκτο πνευματικό υπόβαθρο, αν έχεις καλό χαρακτήρα ή χιούμορ ή τίποτα απ’ αυτά… εν τέλει μπαίνεις στον ίδιο σωρό μαζί με όλους τους άλλους – και η επιλογή, να ξέρεις, δεν είναι δική σου.

Με ποια κριτήρια επιλέγει η γυναίκα; Μακάρι να ήξερα να σου πω.

Μακάρι να ήξερε και η ίδια.

Όσο αφορά την προσωπικότητα της γυναίκας; Κάποια πολύ όμορφη δεν έχει ανάγκη να χτίσει προσωπικότητα, να αναπτύξει απόψεις, να θρέψει το μυαλό ή το χαρακτήρα της. Ο δρόμος της μοιάζει στρωμένος με ροδοπέταλα. Θα σπουδάσει, θα βρει μια δουλειά, θα κάνει οικογένεια. Ποτέ δε θα νιώσει πραγματικά μόνη, γιατί πάντα θα υπάρχουν άφθονοι «επίδοξοι εραστές», ακόμα και στο ενδεχόμενο ενός χωρισμού. Θα περιβάλλεται από άντρες – αν και οι γυναίκες πιθανό να την αντιπαθούν, από ζήλεια και μόνο.

Μα είναι στις αντιξοότητες εκεί που οικοδομείς, τούβλο προς τούβλο, την προσωπικότητά σου. Όχι στα εύκολα. Η γυναίκα που δεν έχει βιώσει απόρριψη, που δεν γνωρίζει τι σημαίνει μοναξιά, καταλαβαίνει λιγότερα από σχέσεις συγκριτικά με εκείνη που έχει δει και τις δύο όψεις του νομίσματος. Και όταν έρθει η στιγμή, χρόνια μετά, που η ομορφιά της θ’ αρχίσει να φθίνει, ίσως νιώσει πως κάτι της λείπει. Μα δεν θα ξέρει τι – γιατί δεν έχει έρθει ποτέ σε ουσιαστική επαφή με τον εαυτό της, σαν εκείνη που ερχόμαστε όταν είμαστε μόνοι.

Τον καιρό των μεγάλων λογοτεχνικών ηρωίδων, τύπου Άννα Καρένινα ή Έμμα Μποβαρύ, η ομορφιά συχνά συμπλήρωνε την προσωπικότητα. Κάποιες φορές έφτανε ως το βάθος της ψυχής – εδώ φυσικά αναφερόταν ο Ντοστογιέφσκι όταν έλεγε πως «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Όχι στα κάλπικα χαμόγελα του ίντερνετ ή στα εξώφυλλα των περιοδικών του lifestyle.



Αν ο Ντα Βίντσι ζωγράφιζε τη Μόνα Λίζα σήμερα, θα ήταν κάπως έτσι


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο



Αισθάνεσαι μόνη σου; Σου φέρθηκε άσχημα ο φίλος σου; Διαπίστωσες πως πήρες 2 κιλά παραπάνω; Κανένα πρόβλημα! Πάρε μια μοιραία πόζα, ανέβασέ τη στο Facebook ή το Instagram, μάζεψε μερικές εκατοντάδες like και μερικές δεκάδες αιτήματα φιλίας από επίδοξους εραστές (τους οποίους φυσικά θα απορρίψεις) – και η ζωή είναι ωραία.

Γιατί λοιπόν να χαραμίζεις το χρόνο σου αναπτύσσοντας απόψεις – άχρηστες οι τελευταίες. Φόρα απλά την άποψη που φοριέται περισσότερο, σαν τα καπέλα, και είσαι καλυμμένη.

Κάνε μου μια χάρη μόνο. Μη μου λες πως «κατά βάθος» αναζητάς κάτι ουσιώδες στη ζωή σου, πως «σε ενδιαφέρουν άντρες με προσωπικότητα», πως «γυρεύεις την επικοινωνία» κι άλλες τέτοιες κουταμάρες. Γιατί οι πράξεις σου, σε καθημερινή βάση, λένε το αντίθετο. Το ίδιο και οι επιλογές σου.

Κρύβεσαι πίσω από μια μάσκα, όπως τόσες. Απλά η δική σου μάσκα τυχαίνει να είναι από τις όμορφες. Μα πίσω από αυτήν, λυπάμαι που το λέω… δεν υπάρχει τίποτα.

Δεν σε κατηγορώ. Μέρος ενός συστήματος είσαι κι εσύ, που προτιμά την εικόνα απ’ τη σκέψη και το λόγο. Ενός συστήματος που θα κατέρρεε αν δινόταν έμφαση στην ουσία, όχι στην επιφάνεια. Γιατί τότε θα συνειδητοποιούσαμε πως δεν έχουν αξία οι βαθμοί στις εξετάσεις… και δεν έχουν νόημα οι διαφημίσεις στην τηλεόραση... και δεν υπάρχει περιεχόμενο στις διασημότητες του Lifestyle… και δεν είναι ανώτερα τα ακριβά ρούχα ή τα πολυτελή αμάξια.

Να ξέρεις, αγαπώ την ομορφιά. Την αγαπώ βαθιά και με προσελκύει ως τον πυρήνα της φύσης μου. Να είσαι βέβαιη πως θα στρέψω τα μάτια μου σε μια όμορφη γυναίκα, αν τη δω στο δρόμο. Το κείμενο αυτό είναι ένας ύμνος στην ομορφιά, όχι το αντίθετό του – αν σου δίνει άλλη εντύπωση, μάλλον δεν διάβασες ανάμεσα στις γραμμές.

Ίσως σου φανεί παράξενο – μα αγαπώ και τις selfies, όταν είναι καλού γούστου! Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με ατομικά πορτραίτα - και μου αρέσει να βλέπω το ωραίο. Μα κάπου μεταξύ των χιλιάδων selfies, της κενότητας των επαφών, της αδυναμίας στο φλερτ, των επιφανειακών σχέσεων και της γενικότερης μοναξιάς – θα συμφωνήσεις μαζί μου πως κάπου χάθηκε η μπάλα.

Και αυτές οι άσχημες συμπεριφορές... εξήγησέ μου, για ποιο λόγο να υπάρχουν. Γιατί να δημιουργείς περιττές στενοχώριες εκεί που δεν χρειάζονται. Και αυτό το αδικαιολόγητο ψώνιο - χάθηκε λίγη απλότητα λοιπόν; Λίγη γαμημένη απλότητα.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα ποτέ δεν ήταν η ομορφιά. Είναι η ανασφάλεια. Την οποία προσπαθούμε να καλύψουμε, βάζοντας όμορφα χαλιά πάνω σε σκονισμένα πατώματα.

Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – αρκεί να τεθεί ξανά στις σωστές βάσεις της. Αρκεί να διώξει τα υποκατάστατα και να θυμηθεί πως είναι να φλερτάρει, να ερωτοτροπεί, να ξεχωρίζει το γνήσιο από το κάλπικο. Να βάλει στην άκρη τους κομπλεξισμούς και τα συμπλέγματα εξουσίας και να αφεθεί στη φύση της – απλή και ελεύθερη.


Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο – όταν γίνει ξανά όμορφη.

Ως τότε, ας προσπαθήσουμε να δίνουμε αξία μόνο εκεί που πρέπει... και να κάνουμε υπομονή! Κλείνω με ένα παλιό μου σκίτσο.


16 Σεπτεμβρίου 2014

Το Λουλούδι και η Κοπέλα


picture source


Σάββατο βράδυ στο τρένο, καθόταν απέναντι μου μια κοπέλα που κρατούσε ένα λουλούδι. Ήταν ίσως το κλίμα μιας ευχάριστης βραδιάς, ή μια γενικότερη διάθεση ευφορίας από την πλευρά μου, μα μου άρεσε πολύ αυτό που είδα. Η κοπέλα ήταν καλή – μα ήταν το λουλούδι εκείνο που την ομόρφαινε ακόμα περισσότερο. Αν κρατούσε ένα ολόκληρο μπουκέτο δε θα ήταν το ίδιο – περισσότερο θα σου τράβαγε το βλέμμα το πλήθος των λουλουδιών, παρά η κοπέλα. Μα το ένα και μοναδικό λουλούδι – εκείνο έκανε τη διαφορά.

«Ποια ιστορία να κουβαλάει άραγε;», σκέφτηκα. Ίσως να είχε βγει με το αγόρι της και να της το έδωσε – προφανώς μια σχέση που βρίσκεται στην πρώιμη, θερμότερη της φάση, καθώς μετά από χρόνια ποιος δίνει λουλούδια – σπάνιο. Πιθανό όμως να της το έδωσε κάποιος θαυμαστής, από εκείνους τους ρομαντικούς που σπιθοβολούν τα μάτια τους και μικρότερες ή μεγαλύτερες προσδοκίες σιγοκαίουν, σα φωτιά, τρώγοντας τους σα το κούτσουρο. Το λουλούδι αυτό μπορεί να συνιστά την πράξη ενός ερωτευμένου, ενός απογοητευμένου, κάποιου επίδοξου ή παρόντος εραστή, ή ενδεχομένως και ενός φίλου – η έννοια «φίλος» πάντα με το αναγκαίο ερωτηματικό δίπλα.

Βέβαια υπάρχει και η πεζή ερμηνεία. Μπορεί να πέρασε απλά ένας πλανόδιος από το τραπέζι που καθόταν και να της το έδωσε, επαινώντας τη για την ομορφιά της και άλλα τέτοια, λιγότερο ή περισσότερο γραφικά (μα ποια γυναίκα δε θέλει να ακούει πως είναι όμορφη, ακόμα και αν προέρχεται από έναν πλανόδιο πωλητή).


***


Έχω ακούσει γυναίκες να μου λένε πόσο τις συγκινούν πράξεις σαν αυτές, μα και το αντίθετο. Γυναίκες να λένε πόσο χαζές τις θεωρούν, πως αυτού του τύπου ο ρομαντισμός δεν έχει κανένα νόημα απολύτως. Δε βγάζεις άκρη. Ας ερχόταν στις δεύτερες ο άντρας που πάντα επιθυμούσαν, να τους παραχωρήσει ένα λουλούδι, και θα έλιωναν σα παγωτό στον ήλιο. Και ας ερχόταν στις πρώτες ένας αδιάφορος τύπος που τους κολλάει σα τσιμπούρι και μοιράζει λουλούδια εδώ κι εκεί, γιατί δε ξέρει τι καλύτερο να κάνει, και πιθανό να έμεναν παγερά αδιάφορες. Ορισμένες φορές δεν κάνει η πράξη τον άνθρωπο – μα ο άνθρωπος την πράξη.

Υπάρχει μια διαδεδομένη ερμηνεία εκείνου που λέμε «ρομαντισμός» από πλήθος κόσμου. Ρομαντισμός γι’ αυτούς είναι βόλτες στην ακρογιαλιά ενώ δύει ο ήλιος, απαγγελία ποιημάτων υπό τον ήχο της βροχής και ανταλλαγή γλυκανάλατων κουβέντων. Ένας ρομαντισμός όπως αυτός φαντάζει υπερβολικά μαλθακός για εκείνους που η καρδιά τους πάλλεται σε ξέφρενους ρυθμούς, που ξεχειλίζουν ενέργεια και γυρεύουν ανθρώπους ικανούς να τους εμπνεύσουν, να τους αφυπνίσουν – όχι να τους νανουρίζουν. Γυρεύουν βράχους, όχι χόρτα.


***


Μα ο αληθινός ρομαντισμός ποτέ δεν ήταν τέτοιος. Ο γνήσιος ρομαντικός ήταν πάντα, κατά βάθος, ένας εξεγερμένος. Τα συναισθήματα μέσα του δεν είναι μια γαλήνια θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, μα φουρτούνα, καταρράκτης. Η πράξη του ποτέ δεν είναι τυπική. Είναι η φύση εκείνη που μιλάει μέσα του, η απλότητά της. Αν μάθαινε πως οι πάντες δίνουνε λουλούδια, εκείνος δε θα το κανε. Αν μάθαινε πως οι πάντες πολιορκούν με δώρα και ποιήματα εκείνη που γουστάρει, θα της έδινε να καταλάβει πως δεν είναι σαν τους άλλους. Η πράξη του συμβολίζει την ιδιαίτερη ατομικότητα του – σα να λέει «είμαι ξεχωριστός, όπως είσαι και συ το ίδιο για μένα». Και στο τέλος θα απέμεινε η δική της κρίση – το ναι ή το όχι.

Γιατί, ό,τι και να λέμε, η γυναίκα στον τομέα του έρωτα (μα όχι μόνο) υπήρξε πάντα το ισχυρό φύλο. Και αν ορισμένες αισθάνονται ανίσχυρες, είναι επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα τη δύναμη που έχουν.


Ναι. Μου άρεσε το λουλούδι αυτό που είδα να κρατάει αυτή η κοπέλα, στο τρένο. Μου άρεσε γιατί κάποιος της το είχε δώσει. Μου άρεσε γιατί συμβολίζει μια πράξη φυσική, σε έναν κόσμο υπερβολικά ξενέρωτο και δήθεν. Αυτό το ένα, το απλό λουλούδι, περισσότερο από οποιοδήποτε δώρο, που θα μπορούσε κάποιος να της είχε χαρίσει, περισσότερο από κάθε κόσμημα. Αυτό το λουλούδι, ανεξάρτητα της πηγής προέλευσης του, ανεξάρτητα του ποιος το είχε δώσει. Αυτό το λουλούδι την ομόρφαινε.



picture source