Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναυλίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συναυλίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουλίου 2018

Once a Maiden fan, Always a Maiden fan


Ένα διαφορετικό αφιέρωμα στη δισκογραφία των Iron Maiden



Ένα διαφορετικό αφιέρωμα στη δισκογραφία των Iron Maiden



“Don't waste your time always searching for those wasted years,
Face up; make your stand and realize you're living in the golden years”

Iron Maiden, "Wasted Years"




Όλα ξεκινούν τη νύχτα, καταμεσής κάποιου δρόμου θαμμένου στη βαριά βρετανική ομίχλη. Τα πεζοδρόμια υγρά, σκορπώντας αντανακλάσεις από το φως του δρόμου – μοναχική παρουσία που στέκει και παραφυλά, προσπαθώντας να σπρώξει προς τα πίσω το σκοτάδι – το μόνο που πετυχαίνει όμως είναι να εντείνει τις σκιές: γιατί πάντα έτσι γίνεται, όσο μεγαλώνει το φως, τόσο απλώνει η σκιά. Στους τοίχους σκισμένες προεκλογικές αφίσες της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος προ των πυλών. Μια νυχτερίδα τινάζει τα φτερά της και φεύγει.

Κι εσύ. Κάπου ριγμένος σε αυτόν τον κόσμο, νέος, έφηβος, ένα πουλί μες στο κλουβί του – ή μια νυχτερίδα που ξέπεσε και αποζητά τ’ αδέρφια της που στάθηκαν περισσότερο τυχερά.

Οι λιγοστοί περαστικοί σε κοιτούν με φοβισμένο βλέμμα και επιταχύνουν το βήμα τους. Τι φταις που είσαι νυχτερίδα – όπως όλα τα πουλιά, θες απλά να τινάξεις τα φτερά σου. Να είσαι ελεύθερος.

Ο νόμος είναι εχθρός σου. Η πολιτική είναι εχθρός σου. Η κοινωνία – αυτή η κοινωνία της ανθρωπομάζας με τα κοστούμια και τις τηλεοράσεις, τις μετοχές και τα γρήγορα αμάξια – είναι εχθρός σου. Φίλοι σου οι απόκληροι: οι καλλιτέχνες, οι μοναχικοί, οι πόρνες. Και οι φιγούρες του παλιού καιρού, σαν αυτόν τον μασκοφορεμένο οργανοπαίχτη που ζούσε στα υπόγεια της παρισινής Όπερας και συνέθετε ουράνιες μελωδίες για την εκλεκτή της καρδιάς του. Να ‘χες μια εκλεκτή κι εσύ ο ίδιος, να συνθέτεις ουράνιες μελωδίες, κι ας είναι όλος ο κόσμος εναντίον σου!

Μα έχεις ένα πράγμα: την ελευθερία σου. Και αυτό δεν το αλλάζεις με τίποτα.




Εξώφυλλο για το Running Free EP των Iron Maiden
Eξώφυλλο δίσκου για το Killers των Iron Maiden




Κλείνεις τα μάτια. Χάνεσαι στη φαντασία σου – το παντοτινό σου καταφύγιο. Οι σκιές ξεδιπλώνονται αργόσυρτα στο δρόμο, σα φίδι που ζητά τη λεία του. Τα σπίτια μοιάζουν ρευστά, οι μορφές τους ρέουν η μία μες την άλλη, το παρόν με το παρελθόν συμπλέκονται λες και συνυπάρχουν όλα μαζί την ίδια στιγμή. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι το Λονδίνο της δεκαετίας του 80 – μα είναι και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Και – ίσως – είναι και το δωμάτιό σου, το καταφύγιό σου, με τις κουρτίνες τραβηγμένες, τα φώτα χαμηλά, τον υπολογιστή αναμμένο και τη μουσική να παίζει. Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Τι είναι χώρος, τι είναι χρόνος – εξήγησέ μου.

Και αυτός ο ημιφωτισμένος δρόμος που διακρίνεται μπροστά σου θυμίζει ένα παλιό μυθιστόρημα του Ένγκαρ Άλαν Πόε. Όδος Μοργκ. Κάτι είχε συμβεί σε αυτή την οδό – προσπαθείς να θυμηθείς. Μέχρι που μια σπαραχτική στριγκλιά σκίζει στα δυο τη σιγαλιά της νύχτας. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ουρλιάζει μαζί της – μα είναι ουρλιαχτό φρίκης ή ουρλιαχτό ηδονής;

Κυκεώνας. Ανεμοστρόβιλος. Η καμπή του χρόνου λύγισε. Γυρνάς σα σβούρα, χάνεσαι στη δίνη. Φωτιές γύρω σου παντού, νιώθεις τη φλόγα τους, σε τσουρουφλίζει το άγγιγμά τους. Μάτια που αστράφτουν στο σκοτάδι – και γέλια, φρικτά γέλια, σατανικά γέλια! Γύρω σου οι δικαστές, η φυλακή, οι δήμιοι, τα αυτάρεσκα καλοβολεμένα πρόσωπά τους. Που είναι η συμμορία της νεότητάς σου; Που είναι εκείνο το μπουρδέλο στην 22η λεωφόρο που πήγαινες κρυφά; Που είναι η Σάρλοτ η πόρνη; Είσαι ζωντανός ή νεκρός; Μήπως βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος στα μάτια σου; Αλίμονο, διανύεις τις τελευταίες σου στιγμές: βαδίζεις αργά προς το εκτελεστικό απόσπασμα, προς την καρέκλα, την κρεμάλα – και βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος τα μάτια σου! Γι’ αυτό και όλες αυτές οι εικόνες, γι’ αυτό όλες οι αναμνήσεις. Όχι, αφήστε να με φύγω, δεν είμαι εγώ ο ένοχος, δεν είμαι περισσότερο ένοχος από όλους εσάς! Γιατί με στιγματίζετε; Γιατί με εγκαταλείπετε; Ήθελα μόνο να είμαι ελεύθερος, ελεύθερος, τίποτα παραπάνω!

Θεέ μου, που βρίσκεσαι; Και αυτή η πεταλούδα που είδα να πετάει – μήπως είναι η ψυχή μου που γυρεύει να σκορπίσει; Να τινάξει τα φτερά της και ν’ αποτινάξει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που ζω; Την πραγματικότητα που ζείτε όλοι σας; Μια εικονική πραγματικότητα!

Ελευθερία! Ελευθερία!

Σιωπή. Σπαρακτική σιωπή.

Μέχρι που μια φωνή απλώνεται μες στο σκοτάδι – μια φωνή που σκορπά ανατριχίλες: «ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ αὐτοῦ ἑξακόσιοι ἑξήκοντα ἑξ – 666».



The Number Of The Beast, δίσκος των Iron Maiden
Εξώφυλλο για το Run To The Hills EP των Iron Maiden


 

Και να γύρω σου οι διάβολοι που χορεύουν! Και να ο Σατανάς ο ίδιος, στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο του! Θεέ μου, είναι αλήθεια όλα αυτά; Ή μήπως ονειρεύομαι κάποιο όνειρο ενός τρελού; Το όνειρο μιας ανθρωπότητας που τρελάθηκε; Και οι διάβολοι χορεύουν, κραδαίνοντάς τις τρίαινές τους! Ένας χορός, ένας ασταμάτητος χορός στα έγκατα της κόλασης!

Φύγε! Τρέξε μακριά! Και αν αυτοί οι δαίμονες μεταμορφωθούν μπροστά στα μάτια σου – αν τους δεις να μετατρέπονται σε εκείνους τους Λευκούς Κατακτητές, εκείνους τους καταπατητές, εκείνους τους σφετεριστές της γης σου… μην απορήσεις! Οι δαίμονες και οι παπάδες, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος! Γιατί θα έρθουν κρατώντας το σπαθί στο ένα χέρι, τη Βίβλο στο άλλο! Αυτά είναι τα δύο πρόσωπά τους! Τρέξε, εσύ υπερασπιστή της λεφτεριάς, γενναίε ιθαγενή, φύγε μακριά απ’ τον πολιτισμό του Λευκού Κατακτητή! Τρέξε στους λόφους να σωθείς! Πάρε γυναίκες και παιδιά και τρέξε στους λόφους να σωθείς!

Μα αν χρειαστεί να πολεμήσεις… αν χρειαστεί ν’ αγωνιστείς, τότε να το κάνεις! Γιατί μόνο για ένα πράγμα αξίζει να πολεμάς: για τη λεφτεριά σου – τίποτα άλλο! Πάρε αεροπλάνα και πέτα εκεί που οι αετοί χτίζουν τις φωλιές τους! Πέτα πιο ψηλά και από τον Ίκαρο – να προσέχεις μόνο μη κάψεις τα φτερά σου! Πολέμα, χύμα στον εχθρό της λεφτεριάς! Εσύ δε γνωρίζεις να περπατάς στρατιωτικά, δεν αγαπάς να περπατάς στρατιωτικά – θέλεις μόνο να χορεύεις! Κρούσε το μουσκέτο σου, άστραψε το ατσάλι σου, βρόντα το κανόνι σου – φωτιά και ατσάλι και αγώνας μέχρι τέλους!



Aces High Iron Maiden εξώφυλλο EP
2 Minutes to Midnight EP εξώφυλλο των Iron Maiden


…


Ίσως να κουραστείς κάποια στιγμή. Να γυρέψεις κάποια γαλήνη. Λίγη ειρήνη στην ψυχή σου. Αχ, να μπορούσα ν’ απομακρυνθώ απ’ το θόρυβο, ν’ απαλλαγώ απ’ τη βοή του πλήθους, απ’ όλες τις φρικτές φωνές τους. Να χαθώ στην ποίηση, την ομορφιά, την τέχνη. Αχ, θέλω να με παρασύρει μια θάλασσα ποίησης, ομορφιάς και τέχνης. Να γλιτώσω απ’ όλο αυτό το ατέρμονο Παιχνίδι της Δύναμης. Να αφεθώ σε άλλους κόσμους. Ποια θάλασσα θα με πάρει μαζί της; Πάρε με, Θάλασσα, μαζί σου, να γλιτώσω απ’ τους ανθρώπους!

Και να που βρίσκεσαι καταμεσής της θάλασσας. Και να που σαλπάρεις σ’ ένα καράβι του παλιού καιρού, στις παρυφές του παγωμένου Νότου. Εσύ – ο γέρο ναυτικός και το ακούραστό σου πλήρωμα! Και τα άλμπατρος πετούν στον ουρανό – κι εσύ, αλίμονο, τοξεύεις το πουλί και το σκοτώνεις! Μα ποτέ σου δε θα μάθεις; Έτσι είπε ο ποιητής που λεγόταν Κόουλριτζ, έτσι βλέπεις κι εσύ τον αιώνιο κύκλο ν’ αναδημιουργείται απ’ την αρχή ξανά. Η γέννηση και ο αγώνας και η φθορά και ο θάνατος – πάλι απ’ την αρχή!

Χαμένος στη δίνη του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι εδώ και τώρα – αλίμονο, που θα σε προσγειώσει η νέα πτήση σου;

Να σε καταμεσής μιας φουτουριστικής πολιτείας. Μα όπως συμβαίνει με κάθε φουτουριστική πολιτεία (γιατί άραγε;) σου είναι παράξενα οικεία. Εκεί βρίσκεται το μπαράκι “Aces High”, πλημμυρισμένο στα φώτα νέον, εκεί στέκουν φρουροί οι πύργοι Bradbury (συγγραφέας δεν ήταν αυτός;), λίγο παραπέρα το ολονύχτιο σινεμά “Philip Κ. Dick” (κι αυτός συγγραφέας δεν είναι;). Να και το κτίριο “Asimov Foundation” – ε, αυτός είναι σίγουρα συγγραφέας, δεν σε γελά η μνήμη σου! Είχε γράψει εκείνη την ωραία τριλογία… για δες, πως τη λένε.

Και μια αναγγελία ενός αγώνα ποδοσφαίρου, σε κάποια φωτεινή πινακίδα που σκορπά την παιχνιδιάρικη λάμψη της στο δρόμο: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ… WEST HAM 7, ARSENAL 3».

Τώρα είσαι βέβαιος πως ονειρεύεσαι.





Somewhere In Time artwork του Derek Riggs, εξώφυλλο δίσκου των Iron Maiden




Κάθε μέλλον που έρχεται φέρνει μαζί του ένα καινούργιο παρελθόν. Μεταμορφωμένο, ιδωμένο με καινούργια μάτια. Που πήγαν λοιπόν τα χρόνια; Πότε μεγάλωσες, πότε έφτασες σε αυτή την ηλικία; Κατάφερες άραγε εκείνα που είχες επιθυμήσει – ή απέμεινες να σκέφτεσαι τα χρόνια που έφυγαν και δεν θα γυρίσουν ποτέ ξανά πίσω;

Μην απελπίζεσαι! – υψώνει ο βάρδος τη φωνή του. Μη χαραμίζεις το χρόνο σου με το να σκέφτεσαι εκείνα που έφυγαν – πάνε, τέλειωσαν πια! Μα το τώρα είναι εδώ, το εδώ και τώρα! Αυτά είναι τα χρυσά χρόνια – δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει παρελθόν – μόνο το εδώ και τώρα! Ζήσε το!

Αυτό εξάλλου είναι και το βαθύτερο νόημα κάθε ταξιδιού στο χρόνο: η επιστροφή στο παρόν – και η επανεκτίμησή του. Να γυρίζεις πίσω όπως επιστρέφεις από κάποιο μακρύ ταξίδι και να λες: είμαι σπίτι – δηλαδή είμαι στο εδώ και τώρα. Και είμαι έτοιμος να ζήσω.

Και αν ο δρόμος σου είναι ξανά μοναχικός – μη το βάζεις κάτω! Και αν υψώνεται πάντα εκείνος ο ανήφορος, ο ίδιος πάντα ανήφορος – να σκέφτεσαι εκείνο το μοναχικό δρομέα! Να σκέφτεσαι τον αιώνιο μαραθωνοδρόμο! Τον πιο μοναχικό, τον πιο αγωνιστικό, εκείνον που πετυχαίνει το ακατόρθωτο – με όπλο του την επιμονή, την αφοσίωση, τη δύναμη ψυχής, την πίστη στον σκοπό, την αγάπη.

Και έτσι ο ανήφορος ποτέ δεν θα είναι ο ίδιος πάντα – γιατί τα πόδια σου θα έχουν αλλάξει.




Wasted Years EP εξώφυλλο των Iron Maiden



Τώρα που ησύχασες επέτρεψέ μου να σου πω ένα παραμύθι – μια ιστορία του παλιού καιρού. Μιλά για τους πάγους των δύο πόλων. Μιλά για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μιλά για τους καλούς που φεύγουν πάντα νέοι. Μιλά για το κακό που αναδημιουργείται πάντα από τις στάχτες του. Μιλά για τα βασανισμένα όνειρα μιας ανήσυχης ψυχής, ταλαντευόμενη αιωνίως μεταξύ αντιφατικών δρόμων. Μιλά για το παιχνίδι με την τρέλα. Μιλά για μια απόκρυφη προφητεία, γραμμένη σ’ ένα αραχνιασμένο βιβλίο.

Μιλά για τον Έβδομο Γιο του Εβδόμου Γιού.

Εσύ λοιπόν ποιο δρόμο θα διαλέξεις; Θα καταλήξεις στην κόλαση, τον παράδεισο – ή σε κανένα από τα δύο;


“Give me the sense to wonder, to wonder if I'm free

Give me a sense of wonder, to know I can be me”



Και αν κόλαση και παράδεισος δεν είναι παρά δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Και αν δεν βρίσκονται κάπου πέρα, μακριά – μα εδώ, στη γη που πατάς και περπατάς; Αν η κόλαση είναι από εδώ ως την αιωνιότητα; Σκέψου για παράδειγμα εκείνο τον Πόλεμο στην έρημο – σου διαφεύγει το όνομά του, μα εδώ που τα λέμε, κάθε πόλεμος είναι ίδιος με τον άλλον. Σκέψου που δεν ήθελες να πιάσεις όπλο στα χέρια σου – γιατί φοβόσουν να πυροβολήσεις ξένους. Μα σε ανάγκασαν – είπαν πως είναι για «την ελευθερία, τη δημοκρατία, την πατρίδα». Μα δεν ήθελες να γίνεις κριτής των άλλων. Ζήσε και άφησε να ζήσουν – αυτή ήταν η αξία που πίστευες. Μα πήρες τ’ όπλο. Είσαι λοιπόν συνένοχος στο έγκλημα;

Στο τέλος απομένει το σκοτάδι. Το σκοτάδι έξω από σένα. Και το σκοτάδι μέσα σου. Λοιπόν, τι έχεις να πεις – φοβάσαι το σκοτάδι;




7th Son of a 7th Son, artwork του Derek Riggs




Και αν δεν αντικρίσεις την ίδια τη σκιά σου να σε κοιτάζει με μάτια φλογερά – ίσως έρθουν να σε βρουν κάποιοι τύποι με κουκούλες, κραδαίνοντας σταυρούς. Θα κάνουν πάνω σου το σήμα του σταυρού και θα προσευχηθούν στο Όνομα του Ρόδου. Για άλλη μια φορά ο χρόνος πάει κι έρχεται, μπρος πίσω, κι εσύ μαζί του.


“Questions are a burden,

And answers are a prison for oneself”



Και να σε πάλι, υπερασπιστής της λεφτεριάς – της μόνης αξίας για την οποία αγωνίζεσαι. Μα από τις φυλές των αυτόχθονων Αμερικάνων τώρα βρίσκεσαι καταμεσής των σκωτσέζικων clan – και είσαι έτοιμος ν’ αντισταθείς στους καταπατητές Άγγλους. Ίσως τελικά να μην έχει σημασία το μέρος ή ο χρόνος – Αμερική, Βρετανία, Λατινική Αμερική, Ασία, Αφρική – ο αγώνας για την ελευθερία είναι πάντα και παντού ο ίδιος.

Και αν ηττηθείς; Αν παραδώσεις τα όπλα; Αν υποχωρήσεις στην εφησυχαστική παρηγοριά μιας θεσμικής ασφάλειας; Εκεί που το Κράτος αποφασίζει για σένα χωρίς εσένα; Εκεί που έχεις μετατραπεί σε ένα πρόθυμο υπηρέτη του, έναν αιώνιο καταναλωτή ηδονής και προϊόντων, ικανών να κοιμίζουν το νου και να αποχαυνώνουν τη σκέψη; Τότε, φίλε μου, δεν έχω παρά να σε καλώς ορίσω: Καλώς όρισες στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο.

(μια φωνή μέσα σου ξανά: και αυτό βιβλίο είναι! Όπως και πολλά που δεν ανέφερα. Που τελειώνει λοιπόν η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία του μυθιστοριογράφου; Μα τι θα ήταν η δεύτερη δίχως την πρώτη; Τι είναι το βιβλίο, αν όχι η συμπύκνωση σε απλοποιημένο τρόπο ορισμένων πτυχών της απόλυτα υπαρκτής πραγματικότητάς μας; Τι είναι οι στίχοι, τι είναι τα τραγούδια;)



Brave New World by Iron Maiden album cover
A Matter of Life and Death album cover




Μα θα έρθει η στιγμή που η ανθρώπινη κοινωνία – όσο τεχνητή και τέλεια και αποστειρωμένη και αν είναι – θα υποχωρήσει μπρος στον αιώνιο χορό της Φύσης. Η άμμος θα ρουφήξει τα ερείπια των θαμμένων πόλεων και τα χνάρια όσων σφαγιάστηκαν για να τις υπερασπιστούν ή να τις κατακτήσουν. Και ο Χορός του Θανάτου θα στήσει το δικό του πανηγύρι. Δες τους μασκοφορεμένους, κοίτα πως χορεύουν! Αληθινά το διασκεδάζουν. Σκέφτεσαι ξανά λοιπόν πως ονειρεύεσαι;

Μα όταν ξυπνήσεις θα δεις πως ο κόσμος συνεχίζει να γυρνά – αιώνιος και απαράλλακτος. Κυβερνήσεις θ’ ανεβαίνουν και θα πέφτουν, νευρωτικοί εργαζόμενοι θα τρέχουν στις δουλειές τους, οικονομίες θα σκάνε σαν τις φούσκες, και πολεμόχαροι άνθρωποι θα σφαγιάζονται στο όνομα των θεών τους.

Και ο κύκλος συνεχίζεται. Και η δίνη στην οποία έχεις αφεθεί σε παρασέρνει, σε κάποια νέα αρχή, σε ένα καινούργιο τέλος.


…


Η μουσική που έβγαινε από τα ηχεία τελείωσε. Ανοίγεις τα μάτια σου. Είσαι στο δωμάτιό σου. Οι δίσκοι σου, ο υπολογιστής σου, οι αφίσες, τα βιβλία σου. Είναι νύχτα και ο κόσμος κοιμάται και συ είσαι στο δωμάτιό σου. Ίσως ονειρεύτηκες – μα τώρα έχεις ξυπνήσει, και ο κόσμος γύρω σου κοιμάται. Μια γαλήνια σιγαλιά απλώνεται παντού – ο ήχος των τριζονιών σου θυμίζει πως είναι καλοκαίρι. Μια γλυκιά νύχτα ενός ζεστού καλοκαιριού.

Νιώθεις όμορφα. Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνεσαι βαθύτερος. Λες και ταξίδεψες στην κόλαση και τον παράδεισο και πίσω πάλι.

Θα ξανακάνεις αυτό το ταξίδι. Κάποια άλλη μέρα. Δεν έχεις παρά να πατήσεις το μαγικό κουμπί του “play”. Και η δισκογραφία των Iron Maiden θα ξετυλίξει πάλι το μαγικό, διαχρονικό της νήμα.



“Oh there is beauty and surely there is pain,

But we must endure it to live again”





Εξώφυλλο δίσκου για το Live After Death των Iron Maiden



Επίμετρο



Ήταν Σεπτέμβρης του 99, είχα μόλις τελειώσει το σχολείο, και βρέθηκα με μια παρέα στη συναυλία των Iron Maiden στο Περιστέρι. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ξένης μουσικής. Πριν λίγες μέρες, 19 χρόνια μετά, τους είδα πάλι – παρέα με μια κοσμοθαλασσιά φίλων της μουσικής τους, οι μεγαλύτεροι των οποίων ξεπερνούσαν τα 60 και οι μικρότεροι ήταν μόλις 3 χρονών. Και κατάλαβα ξανά για ποιο λόγο ανήκουν σε εκείνα τα συγκροτήματα που κατορθώνουν να σμίξουν τις γενιές – είναι τέτοια η κληρονομιά τους.

Γι’ αυτούς λοιπόν, τους Maiden, έγραψα αυτό το αφιέρωμα στη δισκογραφία τους – μα το έγραψα με τον δικό μου τρόπο. Για τον Bruce και τον Steve Harris, τον Adrian Smith, τον Dave Murray, τον Janick Gers, τον Nicko McBrain, μα και τον Paul Di’ Anno, τον Blaze Bayley, τον Doug Sampson, τον Dennis Stratton και τον Clive Burr. Και φυσικά τον Eddie και τους ιδιαίτερους δημιουργούς του: τον Derek Riggs (αναγνωρίζω τον κλασικότερο όλων) και την παρέα τους.

Once a Maiden fan, always a Maiden fan, κύριοι.


“Dream on brothers while you can,

Dream on sisters, I hope you will find the one,

All of our lives, covered up quickly by the tides of time”




© Ένα κείμενο που γράφτηκε από το φονικό κουνέλι μια ζεστή μέρα του Ιουλίου του 18


Hallowed Be thy Name ( < click)



Iron Maiden φωτογραφία του συγκροτήματος

24 Ιουνίου 2018

From Her to Eternity... Ένα κουβάρι σκέψεων μετά τη συναυλία του Nick Cave


Αφίσα για τη συναυλία του Nick Cave στην Αθήνα το 2018, από το φονικό κουνέλι



“I don't believe in an interventionist God… but I believe in love. So keep your candles burning, and make her journey bright and pure, that she will keep returning, always and evermore”



Δεν ξεκίνησα χθες απόγευμα για το live του Nick Cave και των Bad Seeds με την καλύτερη διάθεση. Πέντε λεπτά περπάτημα αρκούσαν για να με καταβάλλει η απαίσια υγρασία της ατμόσφαιρας , ενώ τα βαριά γκρίζα σύννεφα στον ουρανό δεν προμήνυαν καλούς οιωνούς. Η άφιξη στη στάση του λεωφορείου με προορισμό την πλατεία Νερού επεφύλασσε μία ακόμα δυσάρεστη έκπληξη: η συγκοινωνία είχε διακοπεί παροδικά και χρειαζόταν να επιλέξω μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω μετρό και τραμ – σχεδόν διπλάσια στη διάρκεια.

Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με μαλλί της γριάς – όχι κάποιας αγαθής γιαγιούλας, μα μιας καταραμένης μάγισσας, μαύρα και άραχλα. Κάποιες αστραπές στον ορίζοντα λες και φώτιζαν τις σκοτεινές γωνιές της σκέψης μου – και οι σκέψεις μου, ενοχλημένες, βαθιά αντικοινωνικές, στριμώχνονταν στη γωνιά τους φωνάζοντας: «αστραπές, είστε ανεπιθύμητες εδώ, φύγετε». Μάταια όμως. Η βροχή άρχισε να πέφτει απότομα, ορμητικά, λες και κατέρρευσε μπουχτισμένο το μεγάλο φράγμα τ’ ουρανού. Ίσα που πρόλαβα να μπω στο τραμ, ενώ έξω πλημμύριζαν οι δρόμοι. Έχει γούστο να ακυρωθεί το live, σκέφτηκα – στην Ελλάδα ζούμε, έχουν ακυρωθεί συναυλίες για λιγότερο από αυτό.

Η έλλειψη παρέας δεν βοήθησε – οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να ξεχειλίζουν μέσα μου και γύρευαν κάποια διέξοδο, μια εκτόνωση. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες καταστάσεις, η μία αρνητική σκέψη έφερνε την άλλη: από τα γεγονότα της ημέρας στα προσωπικά, τα επαγγελματικά, τα υπαρξιακά – όλα μαζί, λες και χτύπησε ένα βράδυ η πόρτα του σπιτιού σου, την ώρα που γύρευες να χαλαρώσεις, και ήρθαν ακάλεστοι ένα κάρο ανεπιθύμητοι, λέγοντας με μια φωνή: «εδώ είναι το πάρτι;». Και πριν καταλάβεις τι έγινε πιάνουν ο καθένας από έναν καναπέ και αράζουν.

Έξω απ’ τα παράθυρα του τραμ μαύρη μαυρίλα. Και αν είχαν ξαποστείλει ένα νέο κατακλυσμό οι ουρανοί και το τραμ διέσχιζε την άβυσσο, μόνο καταμεσής ενός πνιγμένου κόσμου; Η μαυρίλα μέσα μου έμοιαζε να συσσωρεύεται σαν το νερό στους δρόμους. Μια καταπιεσμένη οργή φούσκωνε σα μαύρο σύννεφο, έτοιμο με τη σειρά του να ξεχυθεί με την παραμικρή αφορμή – δεν ήταν η επικείμενη απώλεια της συναυλίας ο λόγος, όχι. Ήταν οι πάντες και τα πάντα.


Papa Won’t Leave You, Henry




Συννεφιασμένος ουρανός



Κάποια στιγμή έφτασε το τραμ. Κατέβηκα και περίμενα κάτω από τη σκεπή της στάσης, περιμένοντας μπας και κοπάσει η βροχή. Δεν ήμουν μόνος – η παρουσία άλλων σαν εμένα άνοιξε με ανακούφισε ως ένα βαθμό. Μα η διάθεσή μου παρέμενε κακή. Ακόμα και όταν η βροχή έπαψε πια (γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια καλοκαιρινή μπόρα), ακόμα και όταν κίνησα επιτέλους προς τον χώρο του φεστιβάλ (πλατεία «νερού» με όλη τη σημασία της λέξης σήμερα), τα σύννεφα βάραιναν ακόμα το λογισμό μου. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήθελα να κλειστώ στο καβούκι μου. Ήθελα να κλείσω έξω τον κόσμο. Τον κόσμο που ένιωθα (εντελώς παράλογα και αδικαιολόγητα) να με έχει παρατήσει. Παρατήστε με όλοι, δε σας θέλω, με τη σειρά μου.


Loom of the Land



Το πλήθος στο φεστιβάλ έδειχνε μουδιασμένο – ή μήπως πρόβαλα πάνω του τις δικές μου συγχυσμένες σκέψεις; Που τελειώνει η αντικειμενική συμπεριφορά των άλλων όταν τους παρατηρείς και που αρχίζουν οι υποκειμενικές σου προβολές; Η μουσική είχε διακοπεί, μα ο κόσμος προσερχόταν. Αφέθηκα στην παρατήρησή του – κάτι που ανέκαθεν απολάμβανα να κάνω, να παρατηρώ τους ανθρώπους. Η χύτρα μέσα μου σιγόβραζε, μα τουλάχιστον το φαί είχε σωθεί. Τι γεύση θα είχε βέβαια είναι άλλο θέμα. Μάλλον κάτι νερόβραστο.

Και να που βγήκαν οι Editors. Απρόσμενα καλό timing, αν σκεφτεί κανείς πως είχα προσέλθει μόλις πριν λίγα λεπτά στον χώρο του φεστιβάλ – το πρώτο τυχερό γεγονός της βραδιάς. Οι γιγαντοοθόνες έδειχναν να παραπέουν, μα ο ήχος ομολογουμένως ήταν κρυστάλλινος – και η απόδοση της μπάντας εξαιρετική. Κατόρθωσε να ανεβάσει τον (μουδιασμένο ακόμα) κόσμο και να ξεπλύνει λίγο τη δυσαρέσκεια που φώλιαζε μέσα μου. Αγαπημένη στιγμή του live το “Papillon”.

Μα η αναμονή μεταξύ των Editors και του Cave ήταν απροσδόκητα μεγάλη. Μία ώρα, στη διάρκεια της οποίας στέκαμε… και περιμέναμε. Και ο εκνευρισμός άρχισε ξανά να σωρεύεται μέσα μου (πάνω που είχε αρχίσει να υποχωρεί). Και με ενοχλούσε η αναμονή, και με ενοχλούσε ο ψηλός που στήθηκε μπροστά μου και δεν μπορούσα να δω, και με ενοχλούσαν τα βρεγμένα μου πόδια, και με ενοχλούσε ένα ζευγάρι δίπλα μου που απολάμβανε ο ένας την παρουσία του άλλου, και με ενοχλούσε που ήμουν μόνος, μα και παρέα να είχα χειρότερα θα ήταν – τι τα θες, αναγνώστη, ήταν κακή βραδιά.

Και αισθανόμουν κυνικός. Παρέες, σχέσεις, έρωτας, κοινωνία, φίλοι. Τίποτα. Συσχετισμοί δύναμης, εμπορικές συναλλαγές και δημόσιες σχέσεις. Τίποτα άλλο.


Loverman



Από το live του Nick Cave στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2018
Ο Νικ Κέιβ στη διάρκεια μιας συναυλίας του εν έτει 2018



Μπορούσε άραγε ο Nick Cave να μου φτιάξει τη διάθεση; Αλίμονο, το ξεκίνημα της συναυλίας δεν προμήνυε κάτι τέτοιο. Δυσκολευόμουν να δω, οι γιγαντοοθόνες είχαν χαλάσει, ένιωθα κουρασμένος. Ακόμα και η ερμηνεία ενός “Do You Love Me?” (η πρώτη στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάω, έστω μαζεμένα, παρέα με το πλήθος) δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την ψυχολογία μου.

Ο Cave στη σκηνή κινητικότατος – μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά, έδειχνε να ζει κάθε στιγμή. “Are you wet?”, ρωτάει. “Yes”, απαντάει ξερά το πλήθος. “I’ m not”, λέει εκείνος – “but I will be soon”. Οι θρυλικοί Bad Seeds εξαιρετικοί, με πρωταγωνιστή τον μουσάτο βιολιστή της μπάντας. Η ερμηνεία του “From Her To Eternity” ήταν η πρώτη στιγμή στη διάρκεια του live που έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται χαμηλόφωνα: “wow”. Μια υπέροχη μουσική παράνοια, βγαλμένη από τα άδυτα της δεκαετίας του 80, φτάνοντας ως και στις πρώτες εκείνες μέρες των Birthday Party. Είχα αρχίσει να αναγνωρίζω, σε εγκεφαλικό επίπεδο, πως βλέπω ένα εξαιρετικό live – μα η καρδιά μου ακόμα δεν είχε παραδοθεί. Τουλάχιστον η σκοτεινιά των στίχων και της μουσικής έμοιαζε ν’ αντανακλά τον νωπό εσωτερικό μου κόσμο, όπως είχε διαμορφωθεί εκείνη την τσαλαπατημένη βραδιά. Ακόμα και το πανέμορφο “The Ship Song” δεν κατάφερε να στεγνώσει τις υγρές μου σκέψεις.

Μέχρι που ο Cave, καθισμένος στο πιάνο του, είπε τους πρώτους στίχους από το “Into My Arms”.



“I don't believe in an interventionist God

But I know, darling, that you do

But if I did I would kneel down and ask Him

Not to intervene when it came to you

Not to touch a hair on your head

To leave you as you are

And if He felt He had to direct you

Then direct you into my arms”




Ω, θεοί. Τι συνέβη ξαφνικά;…

Οι σκέψεις μεμιάς έσπασαν μέσα μου, λες και γκρεμίστηκε εκείνο το φράγμα (το φράγμα που με αποξένωνε από τους ανθρώπους και από τον εαυτό μου) και παρέσυρε μακριά τη σκοτεινιά. Που πήγε ο κυνισμός; Που πήγε ο θυμός; Πως γίνεται να πλάθονται ρομαντικές σκέψεις μέσα μου; Πως είναι δυνατόν να κάνω σκέψεις για έρωτα και αγάπη και αλήθεια; Εγώ, που πριν λίγο σκεφτόμουν τα αντίθετα;

Μα συνέβη. Δεν ξέρω πως, μα συνέβη. Κοίταξα γύρω μου – ο κόσμος που με περιέβαλε ως τότε είχε αντικατασταθεί από άλλον. Δεν εντόπισα ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που είχα ξεχωρίσει ως τότε γύρω μου. Ούτε ο ψηλός που μου την έσπαγε, ούτε εκείνο το ζευγάρι, ούτε κανένας άλλος. Λες και είχα μετακινηθεί σε άλλο σημείο του συναυλιακού χώρου – μα όχι, ήμουν ακίνητος. Ο κόσμος απλά είχε αλλάξει. Δεν ξέρω πως, μα ο κόσμος είχε αλλάξει.

Και ο Cave τραγουδούσε, η ψυχή του ένα με τις νότες που απλώνονταν ιαματικά στον αέρα και αγκάλιαζαν τις σκέψεις μας.



“But I believe in love

And I know that you do too

And I believe in some kind of path

That we can walk down, me and you

So keep your candles burning

And make her journey bright and pure

That she will keep returning

Always and evermore”



Και ταξίδεψα. Και φαντάστηκα τα μάτια της – τα μάτια εκείνης, της απροσδιόριστης. Και για λίγο τα χρόνια συσσωρευμένου κυνισμού έλιωσαν μέσα μου, σαν παγωτό στον ήλιο. Και έγινα 18 χρονών – ελπίζοντας, προσδοκώντας, ονειροπολώντας σαν έφηβος. Ταξιδεύοντας σε κόσμους άσπιλου έρωτα και ανεξερεύνητου μυστηρίου. Και σκέφτηκα πέρα από τον κυνισμό. Και είδα τη μαυρίλα της βραδιάς να κυλάει και να φεύγει και να κατρακυλάει στον υπόνομο… παρέα με τη βροχή που, από ώρα, είχε υποχωρήσει, ξεπλύνοντας τους δρόμους.

Ξεπλύνοντας τις καρδιές μας. Γιατί κάθε βροχή αυτό κάνει. Ξεπλύνει τις καρδιές.


Into My Arms




Άγγελος στα Φτερά του Έρωτα (Wings of Desire)
Από το Wings of Desire του Wim Wenders
Wings of Desire, by Wim Wenders


Όλα είχαν αλλάξει. Δεν περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, μα είχαν αλλάξει. Πλέον τίποτα δεν με ενοχλούσε. Ο Cave ερμήνευσε αριστοτεχνικά τραγούδια όπως το “Tupelo” και το “Stagger Lee” και απολάμβανα κάθε στιγμή. Δεν με πείραζαν οι ψηλοί, δεν με πείραζε η κούραση ή τα βρεγμένα πόδια ή η πολύωρη ορθοστασία. Οι μαύρες σκέψεις είχαν εξανεμιστεί, λες και φύσηξε κάποιος πελώριος ανεμιστήρας και σήκωσε τη σκόνη.

Επιτέλους, συνέβη εκείνο που έπρεπε να είχε συμβεί εξαρχής: απολάμβανα έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των καιρών μας. Έναν άνθρωπο που έδωσε δίσκους σκοτεινού, ρομαντικού μεγαλείου όπως το “Murder Ballads”, το “Henry’s Dream” και το “Tender Prey”, χαράζοντας την ευρύτερη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 80 και του 90 και συνεχίζοντας να μας αγγίζει στις μέρες μας. Κινητικός, γεμάτος ενέργεια, πάντα σμίγοντας με το πλήθος, παρά τις τόσες δυσκολίες που έχει βιώσει σε προσωπικό επίπεδο, ο Nick Cave δεν πτοείται – συνεχίζει, δημιουργεί, προχωράει. Ξέρει πως ο κόσμος τον αγαπάει και ανταποδίδει την αγάπη του.

Και ναι, αναγνωρίζει τη σκοτεινή πλευρά του – την αφουγκράζεται, την αποδέχεται, δεν την απαρνείται. Μα την κάνει στίχο, την κάνει τραγούδι – δημιουργεί. Και έτσι και το σκοτεινότερο αίσθημα μπορεί να μετατραπεί σε έργο τέχνης. Γιατί η σκοτεινιά είναι μέρος της ύπαρξής μας – αδύνατο να την απαρνηθούμε. Στο χέρι μας είναι αν θα δημιουργήσουμε κάτι από αυτήν – αν θα τη μετατρέψουμε σε κάρβουνο ικανό να θρέψει τη φωτιά της ζωής μας. Ή αν θα την αφήσουμε να μας καταβάλλει.


The Weeping Song


Πέρα από το θυμό υπάρχουν τα δάκρυα. Και πέρα από τα δάκρυα η λύτρωση. Και πέρα από τη λύτρωση… ποιος ξέρει. “There is a kingdom”, μας λέει ο ίδιος.

Μα χρειάζεται να ζήσεις. Μην σε καταβάλει εκείνο το βαρύ, παχύρευστο, μαύρο υγρό – χτίσε μια βάρκα και μάθε να επιπλέεις πάνω του. Φτιάξε ένα πανί και μάθε να σαλπάρεις στην καταιγίδα.

Και αν βρέχει συνεχώς… μάθε να γελάς μέσα στη βροχή. Γιατί είναι όμορφες οι καλοκαιρινές μπόρες.

Και κράτα τον ουρανό μακριά σου. Εδώ είναι ο χώρος σου – η γη, οι άνθρωποι.


“Push the Sky Away”.


Και ίσως να συναντήσεις εκείνο το χαμόγελο, εκείνα τα μάτια, που σε κάνουν να πιστεύεις στη δύναμη του έρωτα – πέρα από τον κυνισμό, πέρα από την απογοήτευση, πέρα από τον στείρο ορθολογισμό. Γιατί αυτό είναι η ζωή: η καταιγίδα, η μπόρα, η αστραπή – και τα αστέρια που λάμπουν στο σκοτάδι. Το παντοτινό λουλούδι με τα παντοτινά αγκάθια. Και τι είσαι συ; Εκείνος που τρυπώνει μέσα στον κήπο και προσπαθεί, απλώνοντας το χέρι, να κόψει ένα από αυτά τα λουλούδια. Και το χέρι σου ματώνει – και συνεχίζεις να το απλώνεις.


Where the Wild Roses Grow


Η συναυλία είχε τελειώσει. Μέχρι την επόμενη φορά, φίλε Νίκο.



Φωτογραφία του Nick Cave


Επίμετρο



Επιστροφή στην καθημερινή πραγματικότητα. Ισορροπία σκέψεων. Οι θετικές και οι αρνητικές έμοιαζαν να αντισταθμίζουν η μία την άλλη. Τραμ δεν υπήρχε και ήταν υψηλή η προοπτική να μείνω μέχρι το ξημέρωμα στον σταθμό, διαβάζοντας το βιβλίο μου – γιατί δεν επιθυμούσα να πάρω ταξί. Ήμουν μόνος – όπως είχα έρθει. Ούτε μαύρες σκέψεις, ούτε πολύχρωμες. Μόνο κούραση. Καθόμουν στη στάση και περίμενα το τραμ που δεν θα ερχόταν.

Μέχρι που, σαν από μηχανής θεοί, εκεί στην ερημιά μου, έκαναν την εμφάνισή τους ένα ζευγάρι Ισπανών. Ο Δαβίθ και η Πούρι. Είχαν έρθει για πενθήμερες διακοπές στην Αθήνα – με πρώτο στόχο τους τη συναυλία του Cave, την οποία και απόλαυσαν. Αποφασίσαμε να πάρουμε από κοινού ταξί και να μοιράσουμε τα έξοδα. Πιάσαμε την κουβέντα στο δρόμο της επιστροφής. Είναι από τη Μαδρίτη. Μου είπαν πως τους άρεσε πολύ η Αθήνα και, μεταξύ άλλων, ξεχώρισαν τα Αναφιώτικα στην Πλάκα και τα Εξάρχεια. Μου έκανε θετική εντύπωση το τελευταίο. Τα αγαπημένα Εξάρχεια, τα ταλαίπωρα Εξάρχεια, τα Εξάρχεια που τόσο αρέσκονται να πολεμούν τα Μέσα – μα ποτέ δεν θα τα καταφέρουν να εξαλείψουν την άγρια ομορφιά τους. Όχι όσο τουρίστες σαν τον Δαβίθ και την Πούρι τα επισκέπτονται και τα τοποθετούν στις αγαπημένες περιοχές τους.

Γύρισα σπίτι, τα πόδια μου κομμένα, γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Τι θύελλα συναισθημάτων και αυτή η βραδιά. Και τώρα τελειώνω τη συγγραφή αυτού του κειμένου, στο οποίο επιχείρησα να αποτυπώσω κάτι από τον χθεσινό ψυχολογικό ανεμοστρόβιλο. Ένα κουβάρι σκέψεων, αρνητικών και θετικών, που προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά. Όλα υπό τη μουσική του Nick Cave.


From Her to Eternity… and the road goes on



27 Φεβρουαρίου 2017

Στα Χνάρια του Κούνελου #1: Από τους Dropkick Murphys στο Ασχημόπαπο





Ακολουθώντας το κουνέλι ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα βρεθείς στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα μέρη. Σε μια σύγχρονη punk συναυλία, για παράδειγμα – μόνο που στο τέρμα του διαδρόμου, στέκεται ένα παράξενο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ο ίδιος ο Φρόυντ, μάλιστα, γυροφέρνει εκεί κοντά, κρατώντας σημειώσεις. Για κάποιο λόγο ξαπλώνεις στο ντιβάνι (πάντα ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο), κλείνεις τα μάτια σου – και ξεχύνονται μπροστά σου παπάκια και κοτόπουλα που κακαρίζουν ξέφρενα. Τα ανοίγεις και διαπιστώνεις πως βρίσκεσαι σ’ ένα πολύχρωμο παραμύθι – από εκείνα που έγραφε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Μα το παραμύθι μιλάει για κοινωνικές διακρίσεις και αποξένωση – αυτός δεν είναι ο ανέμελος κόσμος της παιδικής ηλικίας, φίλε μου! Κι ενώ έχεις αρχίσει να συγχύζεσαι με όσα συμβαίνουν γύρω σου, οι νότες από μια γνώριμη τρομπέτα σκορπούν παρηγοριά στις έγνοιές σου… Κι ένας νεαρός νέγρος γυρίζει εκεί κοντά, σαν άλλος Μάγος του Χάμελιν, μαγεύοντας με τη μουσική του ζώα και ανθρώπους. «Πως σε λένε, παλικάρι;». «Miles», απαντά. Για δες, κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα…

Όλα μοιάζουν με όνειρο. Ή ενδεχομένως με μια βουτιά στα άδυτα της Κουνελοχώρας. Τι ήθελες να ακολουθήσεις το κουνέλι;



Dropkick Murphys live in Athens. Μία όχι ακριβώς ανταπόκριση.






Δεν πέρασε πολύς καιρός από την συναυλία των Dropkick Murhpys, κάπου εκεί στη διάρκεια του Φλεβάρη, κι ακόμα σιγοτραγουδώ τη μελωδία του “Rose Tattoo” (click). Παρέα με το πλήθος των φίλων που τους αγκάλιασαν, θυμίζοντάς μου πως, τουλάχιστον όσο αφορά ξένους καλλιτέχνες, δεν έχουμε ξεχάσει σα λαός να εκδηλώνουμε τη φιλοξενία και την αγάπη μας. Εκείνη, για την οποία λέγαν κάποτε πως φημιζόμαστε σαν λαός. Καλά θα ήταν να το εφαρμόζαμε και σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις βέβαια.

Μεταφέρομαι πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο, κατάμεστο χώρο του live – πείθοντας τον εαυτό μου πως η ατμόσφαιρα παραπέμπει στο εσωτερικό κάποιας ιρλανδέζικης pub, μετά από κάποια μάχη των δρόμων ίσως, όταν οι εργάτες έχουν αποθέσει τα όπλα τους στην άκρη κι έχουν πιάσει τις μπύρες – στην ατμόσφαιρα μιας pub και όχι στον κάκιστο εξαερισμό του χώρου. Θυμάμαι τα τραγούδια, νιώθω τον παλμό, παρασύρομαι απ’ το κέφι που μας μεταφέρει στα παλιά – όταν το πρώτο από τα συγκροτήματα που προσέμιξαν την παραδοσιακή κέλτικη μουσική με το Punk, οι Pogues, έδιναν τα εναρκτήρια live τους μπροστά στο απορημένο, μα και ενθουσιώδες, βρετανικό punk κοινό. Και ακόμα πιο πίσω, δεκαετίες πριν – όταν ιρλανδέζικες μπάντες όπως οι Dubliners, οι Chieftains, οι Planxty και οι Clancy Brothers αντλούσαν από την τόσο πλούσια μουσική παράδοση της χώρας τους και αναβίωναν τις κέλτικες μελωδίες που πιάνουν ρίζες στο χρόνο, σαν κάποιο καταπράσινο δέντρο φυτεμένο στα άδυτα της γης.

Μα δεν είναι μόνο η παράδοση, ούτε εκείνο το πνεύμα του καταπράσινου θεού του δάσους, που γυροφέρνει με τον αυλό του ντυμένος με μια αρμαθιά φύλλα – ένας θεός που μας είναι γνώριμος απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά. Είναι και οι στίχοι – τραγούδια που μιλούν για μάχη, για οδοφράγματα, για εξέγερση, για επανάσταση. Συνδέονται αυτά με το πνεύμα του θεού του δάσους; Ασφαλώς και συνδέονται, και το γνωρίζουμε καλά.

Θα σταθώ στο φινάλε της συναυλίας. Στη διάρκεια του τελευταίου τους τραγουδιού, κάποιες μεθυσμένες με κέφι (ή ενδεχομένως με διονυσιακό πνεύμα) κοπέλες ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή και αρχίζουν το χορό. Κάποιες άλλες τις ακολουθούν. Δεν ήθελε πολύ – ένας μετά τον άλλο, πλήθος κόσμου από τις πρώτες σειρές της συναυλίας ανεβαίνει πάνω στη σκηνή, πιάνει το χορό και τραγουδάει παρέα με τους μουσικούς. Έχω πάει σε πολλά live, στη χώρα μας και στο εξωτερικό – μα πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο.
Μου θύμισε πως υπάρχουν δύο μορφές τέχνης. Εκείνη που έχουμε συνηθίσει – η τέχνη της παράδοσης, που απαιτεί μια μορφή αποστασιοποίησης ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό του· μια ενατένιση από μακριά, μια σχέση πομπού και δέκτη, το έργο από τη μία και ο καταναλωτής από την άλλη…

Και υπάρχει και η τέχνη που έχουμε ξεχάσει: εκείνη στην οποία δημιουργός και δέκτης σμίγουν σε μια διονυσιακή ενότητα – παραπέμποντας στον Νίτσε. Πλέον δεν είναι το έργο τέχνης «κάπου εκεί έξω» κι εσύ ο θεατής που το παρατηρείς… μα συναποτελείτε το έργο τέχνης, μαζί, από κοινού. Είναι ο χορός που μοιράζεστε, τα τραγούδια που τραγουδάτε, η κοινή ενέργεια που μοιράζεστε. Δεν υπήρχε αμφιβολία: στο φινάλε της συναυλίας τέχνη δεν ήταν η μουσική του συγκροτήματος πάνω στη σκηνή – μα όλος αυτός ο κόσμος που χόρευε και τραγουδούσε μαζί του. Όλος ο παλμός ενός κλειστού χώρου που είχε μεταμορφωθεί σε ένα ενιαίο μουσικό ψηφιδωτό.

Για λίγο έστω. Μέχρι οι νότες να σιγήσουν και να επανέλθει ο κόσμος στα κουκούλια του.

Σε μια εποχή αναζήτησης εκείνων που μπορούν να μας ενώσουν – γιατί αυτά που μας χωρίζουν είναι τόσο εύκολο να τα διατυμπανίζει ο καθένας – η αίσθηση που μου μετέδωσε το φινάλε αυτής της συναυλίας, ήταν εκείνη μιας απάντησης: εδώ βρίσκεται ο δρόμος, λοιπόν. Στην αναβίωση της δημόσιας τέχνης· στη συμμετοχή του κόσμου· στο ζωντάνεμα της γειτονιάς, της κοινότητας, της πολιτείας. Όταν χιλιάδες φωνές τραγουδούν και χορεύουν – ξεχνώντας για λίγο το άχθος και τις έγνοιες που τους βασανίζουν.

Όταν θυμούνται αυτά που τους ενώνουν. Πόδια που πατούν στη γη. Βλέμματα που ατενίζουν τ’ αστέρια. Και λίγη μπύρα να δροσίσει τις στεγνές καρδιές.







Ο Φρόυντ και οι γυναίκες



Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, ποτέ δεν είχε κατανοήσει σε βάθος τα μυστικά της γυναικείας φύσης. Οι αναλύσεις του πάνω στο γυναικείο φύλο υπήρξαν αμφιλεγόμενες και γεννούσαν περισσότερα ερωτηματικά, παρά έδιναν απαντήσεις. Πολλοί μίλησαν για "φαλλοκρατισμό" - δεν είχαν και εντελώς άδικο, εδώ που τα λέμε, μα δε πρέπει να ξεχνάμε το χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο, εντός του οποίου έκανε τις έρευνες του ο Φρόυντ... Το πλαίσιο της βαθύτατα συντηρητικής στα ήθη (και βαθιά καταπιεστικής) βικτωριανής εποχής.

Ωστόσο οι κατήγοροι είχαν παραβλέψει το εξής: Ο Φρόυντ ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως "γνωρίζει" τις γυναίκες. Αρκετές φορές επαναλάμβανε στα γραπτά του για το "ανεξιχνίαστο της γυναικείας φύσης" και η στάση που υιοθετούσε ήταν εκείνη ενός σκεπτικιστή. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα, με το οποίο κλείνει η παράδοση του πάνω στο θέμα της "Θηλυκότητας" - μία από τις τελευταίες παραδόσεις του, στις αρχές της δεκαετίας του 30. Η τελευταία πρόταση ειδικά, ίσως λέει περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να πουν όλες οι επιστήμες μαζεμένες…

«Αυτά ήταν όλα όσα είχα να σας πω σχετικά με τη θηλυκότητα. Οπωσδήποτε είναι ατελή και αποσπασματικά, και όχι πάντα ευχάριστα. Μην ξεχνάτε όμως ότι περιέγραψα την γυναίκα μόνο στον βαθμό που καθορίζεται από τη σεξουαλική λειτουργία της. [...]. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τη θηλυκότητα, ψάξτε στις προσωπικές σας εμπειρίες, στραφείτε στους ποιητές, ή περιμένετε ώσπου να σας δώσει η επιστήμη βαθύτερες και πιο σαφείς πληροφορίες».

Το απόσπασμα προέρχεται από τη "Νέα Σειρά των Παραδόσεων για την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση".  Στη φωτογραφία ο Φρόυντ με την κόρη (και συνεχιστή του έργου του) Anna Freud.







Miles. Εξομολογήσεις στα χρόνια της (ρατσιστικής) χολέρας



«Η παλιότερη ανάμνηση μου, από τότε που ήμουν μικρό παιδί, ήταν ένας λευκός άντρας να με κυνηγάει στον δρόμο και να φωνάζει: «Nέγρε! Νέγρε!», είχε πει σε μια συνέντευξη του το 1962 ο Miles Davis.

Ευκατάστατος πλέον, αναγνωρισμένος και περιζήτητος από όλο το μουσικόφιλο κοινό, θυμόταν τα παλιά και μια λάμψη αχνόφεγγε στα μάτια του. Εν έτει 1962 ο Miles ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής. Μα την εποχή εκείνη οι μαύροι καλλιτέχνες και μουσικοί στην πλειοψηφία τους εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται σαν “entertainers” από το λευκό κοινό, όργανα ψυχαγωγίας, αντανακλώντας παραδόσεις που βυθίζονταν πίσω στα χρόνια της υποδούλωσης τους.

Ο Miles δεν ήταν τέτοιος. Πάντα σοβαρός, σπάνια χαμογελούσε στις κάμερες. Δεν έπαιζε θέατρο, δε πουλούσε κάποιο image. Του άρεσαν οι γυναίκες και τα γρήγορα αμάξια. Κάποιοι τον κατηγορούσαν πως το έπαιζε πολύ «σκληρός»... Ο Miles αδιαφορούσε. Ήταν απλά ο εαυτός του.

Σε αντίθεση με πλήθος άλλων μαύρων μουσικών της Jazz, που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια μες στη φτώχεια, o Miles μεγάλωσε σε μια ευυπόληπτη αστική οικογένεια – ήταν γιος οδοντίατρου. Ήταν επίσης ομορφόπαιδο. Αυτά δεν υπήρξαν αρκετά ωστόσο για να γλιτώσει από τις κοροϊδίες των συμμαθητών του – ίσως μάλιστα να τις ενίσχυσαν. “Pretty boy, pretty boy!”, τον φώναζαν κοροϊδευτικά. Προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή, ο νεαρός Miles το έπαιζε σκληρός. Ίσως για τον λόγο αυτόν, μεγαλώνοντας, απέκτησε ένα τόσο αρρενωπό, σοβαρό image.








«Ήμουν ο καλύτερος στη τάξη της μουσικής στην τρομπέτα. Το ήξερα – το ξέραμε όλοι. Μα όλα τα βραβεία των διαγωνισμών πήγαιναν στα παιδιά με τα γαλάζια μάτια. Με εξόργιζε τόσο πολύ αυτό, που πήρα απόφαση να ξεπεράσω κάθε λευκό μουσικό στα πνευστά... Έαν δεν είχα βιώσει τόση προκατάληψη, ίσως το κίνητρο μου στη μουσική να ήταν μικρότερο».

Στο εξώφυλλο του δίσκου του “Someday My Prince Will Come” του 1961 (το βλέπουμε στη φωτογραφία πάνω δεξιά), ο Miles απαίτησε να απεικονίζεται η γυναίκα του – όπως και έγινε. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – ένα εξώφυλλο δίσκου με μια μαύρη γυναίκα ως μοντέλο, χωρίς να είναι η ίδια μουσικός ή τραγουδίστρια. Η κυρίαρχη τάση ήταν τα μοντέλα να είναι πάντα λευκά, ακόμα και σε δίσκους μαύρων μουσικών. Και αυτό δε συνέβαινε μόνο στη μουσική, μα παντού στον χώρο του θεάματος. «Εάν οι ταινίες ή η τηλεόραση υποτίθεται αντανακλούν αυτή τη χώρα, και αν η χώρα αυτή είναι δημοκρατική, γιατί δε το κάνουν; Ας βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να χορεύουν και να τραγουδούν. Εγώ τους βλέπω συνεχώς στους δρόμους, κάτω στην πόλη, μα στην τηλεόραση και τις ταινίες μόνο οι λευκοί κάνουν την εμφάνιση τους».

Τέτοια έλεγε ο Miles Davis, εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 60. Και, εν συνεχεία, έπιανε την τρομπέτα του και ύφαινε νότες σε σκοπούς σα τον ακόλουθο...




Το Ασχημόπαπο. Λόγια και μια εικονογράφηση.






Πιθανό να έρθει κάποια στιγμή η μέρα που θα μιλάμε όχι μόνο μέσα από κείμενα, μα και από κάποια εικαστικά δικά μου. Ή, ακόμα καλύτερα, μέσα από τον συνδυασμό τους. Όπως θα κάνουμε τώρα, για παράδειγμα. Η εικονογράφηση που βλέπετε είναι πρόσφατη - την προορίζω (μα όχι στη μορφή που βλέπετε) για ένα παιδικό βιβλίο.

Όπως όλα τα κλασικά παραμύθια, έτσι και το "Ασχημόπαπο" του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μπορεί να μιλήσει σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα παιδί θα ευχαριστηθεί τις περιπέτειες του μικρού ασχημόπαπου και το χαρούμενο φινάλε - όταν πια έχει γίνει ένας όμορφος κύκνος, και τα παπάκια, που άλλοτε το κορόιδευαν, απομένουν να το κοιτάζουν με θαυμασμό.

Μα σε ένα διαφορετικό επίπεδο, τι άλλο συμβολίζει το παραμύθι αν όχι τις κοινωνικές διακρίσεις και την αντιμετώπισή τους; Σκεφτείτε λίγο. Οι πάπιες που εμπαίζουν το μέλος της οικογένειας που είχε την ατυχία να μη μοιάζει με αυτές... η απομόνωση του ασχημόπαπου, ως μοναδική διέξοδος στον εμπαιγμό... μα και το σημαντικότερο όλων: η αναζήτηση του μοναχικού, προσωπικού του δρόμου.

Σε αυτό το τελευταίο βρίσκω ο ίδιος και το σημαντικότερο νόημα του παραμυθιού. Στο γεγονός πως το ασχημόπαπο πήρε το δρόμο του. Μονάχο του - μα πήρε το δρόμο του. Ακολούθησε την πορεία του. Έζησε την περιπέτειά του.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσο επίκαιρο θα μπορούσε να είναι αυτό το παραμύθι στις μέρες μας. Οι κοινωνικές διακρίσεις έχουν πολλαπλές μορφές: μπορεί να είναι διακρίσεις εξωτερικής εμφάνισης, μα μπορεί επίσης να είναι διακρίσεις φύλου, φυλής, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, τρόπου ζωής, συνηθειών, ή επαγγέλματος.

Και μόνο εκείνος που έχει νιώσει μόνος και διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους (γιατί ΕΚΕΙΝΟΙ τον έκαναν να νιώσει έτσι), ξέρει τι σημαίνει αυτό.

Μα αν γραφόταν ξανά στις μέρες μας το "Ασχημόπαπο", έχω την αίσθηση πως δεν θα χρειαζόταν καν να εξελιχθεί σε πανέμορφο κύκνο μεγαλώνοντας... Η μεταμόρφωση θα ήταν διαφορετικής φύσης. Μεγαλώνοντας, θα συνειδητοποιούσε αυτό και μόνο: πως η ανακάλυψη του εαυτού του είναι το σημαντικότερο όλων.

Και οι άλλοι - όλοι εμείς - θα το αποδεχόμασταν γι' αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητά του.

"Γίνε αυτός που είσαι" - Φρίντριχ Νίτσε



Υστερόγραφο. Για την αυξανόμενη απήχηση του Κουνελιού.



Ο Φλεβάρης του 17 υπήρξε ο μεγαλύτερος σε επισκέψιμοτητα μήνας στα χρονικά της Κουνελοχώρας. Καταλύτης στάθηκε η αναδημοσίευση στη σελίδα στο Facebook της μελέτης για τον Βίλχελμ Ράιχ και το φασισμό – από εκείνα τα κείμενα που έχω πει πως επιθυμώ να αναδημοσιεύω χρόνο με το χρόνο, για όσο χρειαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπω μια σημαντική μερίδα του κόσμου να ανταποκρίνεται θετικά. Πέραν αυτού όμως, και με μια χούφτα αναρτήσεις όλες κι όλες, ήταν χιλιάδες οι φίλοι που επισκέφτηκαν το Λαγούμι μέσα στο μήνα που μας πέρασε.

Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες ήθελα να πω. Και αυτό με μια χούφτα μηνιαίες αναρτήσεις κι όλες. Σκέψου να έγραφα κάθε μέρα. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που θα διέθετε, όχι έξι ή εφτά, μα 17 ώρες καθημερινού ελεύθερου χρόνου, πιθανό να συνέβαινε.

Από την άλλη όμως, γιατί να γράφει κάποιος κάθε μέρα; Μου αρέσει που ανεβάζω κάποιο κείμενο και μένει αρκετές μέρες πρωτοσέλιδο, μέχρι να πάμε στο επόμενο – μεστώνει, σαν κρασί. Εδώ δεν είναι εφημερίδα (μη σας παραπλανεί η εικόνα στο ξεκίνημα!), να ανανεώνονται κάθε τρεις και λίγο οι ειδήσεις – και να έχεις ξεχάσει τι διάβασες πριν πέντε λεπτά. Στο Λαγούμι του κούνελου τα ρολόγια των συμβατικών ρυθμών και της διαρκώς ανανεώσιμης, αγχώδους καθημερινής εναλλαγής, είναι άχρηστα.

Μια χούφτα αναρτήσεις, λοιπόν. Μεστές όμως, φτιαγμένες με μεράκι. Συνοδευόμενες, ενίοτε, από εικαστικά που έχω επιμεληθεί ο ίδιος, σε μάκρος χρόνου. Τίποτα εδώ μέσα δεν γίνεται γρήγορα. Τίποτα δεν τρέχει σε ρυθμούς διαφημιστικών σποτ, σε φευγαλέα ένστικτα μιας λεζάντας, σε ρυθμούς μαζικής παραγωγής. Κάποια πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Και υπάρχει μια μερίδα κόσμου που το γνωρίζει και το εκτιμάει. Άσε τους άλλους να τρέχουν, να χοροπηδούν σαν βάτραχοι, ο ένας στο κεφάλι του άλλου, προσπαθώντας να φτάσουν πιο ψηλά. Εμένα οι ήρεμοι δημιουργικοί ρυθμοί μου ταιριάζουν περισσότερο. Το καλό κρασί δεν το απολαμβάνεις μονοκοπανιά…

Ως Φονικό Κουνέλι δεν σκοπεύω να αλλάξω πολλά πράγματα εδώ μέσα. Ό,τι κάνω μέχρι σήμερα, θα το συνεχίσω με τη μορφή που βλέπετε, για όσο καιρό με ικανοποιεί δημιουργικά και διαπιστώνω πως έχει ανταπόκριση στους αναγνώστες. Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν και κάποια κρυμμένα τραπουλόχαρτα στο μανίκι – κάποια δημιουργικά project που έχω στα σκαριά και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των blogs, των κοινωνικών δικτύων και του ίντερνετ. Μα αυτά με τον καιρό – καλά να είμαστε.


Για την ώρα, συνεχίζουμε!



12 Σεπτεμβρίου 2015

Βάλτε να Πιούμε... όπως παλιά





Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ’ άφταστα θα ζητούμε;

Βάλτε να πιούμε...

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει.
Τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι.
Μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;

Βάλτε να πιούμε...

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει.
Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι.
Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ’ αγκάθια περπατά μια μέρα δε θ’ αφήσει
τ’ αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει;
Πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει;
Σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.

Βάλτε να πιούμε...

Άκουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη.
Μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη.
Μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε.

Βάλτε να πιούμε...







Βάλτε να πιούμε. Κι ενώ τα Διάφανα Κρίνα μας θύμισαν στιγμές απ’ τα παλιά, μεθώντας τον κόσμο με ποίηση και νότες. Κι ενώ άναβαν φωτιές. Κι ενώ φαινόταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Κι ενώ ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, που ήταν ανάμεσα στους καλεσμένους της συναυλίας, μας υπενθύμισε, η φωνή του μια καταγγελία, πως τα μέλη του συγκροτήματος εργάζονταν για τρία ευρώ σε αμπέλια και delivery… εργάζονταν για να μπορούμε να έχουμε αυτή τη μουσική. Κι ενώ ο Θάνος Ανεστόπουλος μίλησε για τη «χώρα που μας διώχνει μακριά, μας κλωτσάει σαν τα σκυλιά και τους πρόσφυγές της»…

Βάλτε να πιούμε. Και ήπιαμε. Και μεθύσαμε στην υγεία του επανασυνδεδεμένου συγκροτήματος. Και ήταν εκεί ο Γιάννης Αγγελάκας, ήταν οι Last Drive. Και πλήθος κόσμου, παλαιότεροι – τους έβλεπες να ξέρουν απέξω κάθε στίχο – και νεότεροι. Κορίτσια που λικνίζονταν, τυπάδες που χτυπιόνταν. Συγκινημένοι. Με τον τρόπο τους, όλοι τους ευχαριστούσαν.

Και αφού τραγούδησε το «Βάλτε να Πιούμε», θυμάμαι πως ο Θάνος είπε στο μικρόφωνο, τρεις φορές: «Ζωή. Ζωή. ΖΩΗ».

Και η γιορτή δεν σταματά ποτέ.



Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα.
Καπνοί `ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα.
Καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε.


Βάλτε να πιούμε...



ΥΓ – Τον Οκτώβρη με το καλό επιστροφή στα εδώ λημέρια με πολλά όμορφα πράγματα. Όχι ακόμα όμως. Ακόμα πίνουμε στην υγεία του καλοκαιριού που δεν τελειώνει.