Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Σεπτεμβρίου 2019

Once upon a time in Hollywood... Κάποιες σκέψεις


Once Upon a Time in Hollywood




Τελευταίος και καταϊδρωμένος, είδα χθες το “Once Upon a Time in Hollywood” - και σκέφτηκα "και δεν γράφω δυο λόγια"; Να σημειώσω εδώ πως ανήκω σε εκείνους που εκτιμούν το συνολικό έργο του Ταραντίνο (παρά τις κάποιες ενστάσεις) και συγκαταλέγω αμφότερα τα “Pulp Fiction” και “Inglourious Basterds” στα έργα-ορόσημα των 90’s και 00’s αντίστοιχα.

Προσοχή: το κείμενο περιλαμβάνει spoiler για την κατάληξη του έργου, επομένως ΜΗ το διαβάσετε σε περίπτωση που δεν το έχετε δει και σκοπεύετε.

Βγαίνοντας, λοιπόν, απ’ τον κινηματογράφο χθες, θα έλεγα πως με είχε κατακλύσει μια μάλλον αρνητική διάθεση. Τα έργα του Ταραντίνο χαρακτηρίζονται από μια ιδιόμορφη “feel-good” αίσθηση, μα το τελευταίο φιλμ… μου το χάλασε στο τέλος – αν και έχω την αίσθηση πως μια χαρά πέρασε η πλειοψηφία των θεατών. Ωστόσο το τέλος, κατά τη γνώμη μου, έμοιαζε να καλουπώνει (στην ένταση, την υπερβολή και την κατάληξή του) όλο το υπόλοιπο έργο – που ως τότε κυλούσε αξιόλογα και μετέδιδε άφθονες εικόνες νοσταλγίας για τον παλιό καιρό του Hollywood (κάτι που υπήρξε και στόχος του σκηνοθέτη), για μια εποχή που πέρασε, αλλά και για εκείνο το αίσθημα του μεγαλώματος, εκείνη την αίσθηση του «τι κάνω στη ζωή μου», όπως αντανακλάται στον ηθοποιό που βλέπει τις μέρες της δόξας του να φεύγουν και πασχίζει να οικοδομήσει μια ταυτότητα σε μια εποχή που αλλάζει και μοιάζει να τον περιθωριοποιεί.

Όλα αυτά όμως… έμοιασαν να ξεθωριάζουν στο φινάλε. Ήταν λες τα τελευταία 20 λεπτά του έργου έλεγαν στο υπόλοιπο φιλμ: «οκ, ό,τι είδατε ως τώρα ήταν απλά μια εισαγωγή. Πάμε στο ψητό». Ένα φινάλε εμποτισμένο από την (κλασική) βία του Ταραντίνο, δοσμένη με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, ακροβατώντας ανάμεσα στο φρικιαστικό και την καρικατούρα. Μια μερίδα του κόσμου γύρω μου, κατά τη διάρκεια των φονικών του τέλους, γελούσε. Νομίζω κάτι τέτοιο είχε κατά νου και ο σκηνοθέτης – να γελάσουμε. Εγώ για κάποιο λόγο, όμως, δεν γελούσα. (οκ, εξαιρώ τη σκηνή με το σκυλί).

Δε νομίζω πως με ενόχλησε η βία – αν και υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή στην περίπτωση των γυναικών. Ωστόσο έχουμε ξαναδεί τέτοια. Μεταξύ μας: προτιμώ την επιτηδευμένη και κομιξάδικη βία του Ταραντίνο, από την επιβαλλόμενη ψυχολογική βία ενός Χάνεκε (αναφέρομαι στο “Funny Games”) ή τον πεσιμισμό ενός Φον Τρίερ. Νομίζω πως εκείνο που δεν μπόρεσα να χωνέψω ήταν η αναθεώρηση της ιστορίας του φόνου της Σάρον Τέιτ – και η αντιστροφή της, με τρόπο που να μοιάζει με κάποιο παιδικό υπερηρωικό καρτούν, με το ανάλογο happy ending. Με άλλα λόγια, δεν ήταν τόσο η αναθεώρηση – όσο ο τρόπος.



Once Upon a Time in Hollywood



Ο Ταραντίνο δεν προσπαθεί να αποδώσει την ιστορία – το ξέρουμε. Θέλει να δημιουργήσει μια εναλλακτική πραγματικότητα. Κάτι αντίστοιχο με εκείνο που έκανε στο “Inglourious Basterds” και στο “Django”. Να αποδώσει «εκδίκηση» (όλα τα έργα του περιστρέφονται γύρω από αυτό το θέμα) μέσα από μια πραγματικότητα που έχει κατασκευάσει ο ίδιος. Τα εγκλήματα της σέχτας του Τσαρλς Μάνσον για πολύ κόσμο υπήρξαν το κύκνειο άσμα της δεκαετίας του 60 – και του πνεύματος της «αγάπης» που διατυμπάνιζε η γενιά των λουλουδιών. Και η καημένη η Σάρον Τέιτ δεν έφταιξε πουθενά. Ποιος δεν θα ήθελε να δει την ιστορία αναθεωρημένη λοιπόν; Γιατί όχι.

Αντίστοιχα: ποιος δεν θα ήθελε να δει τον Χίτλερ να καίγεται, παρέα με άφθονους ακόμα ναζί, σ’ ένα θέατρο και τον πόλεμο να τελειώνει με συνοπτικές διαδικασίες – ή έναν μαύρο να σκορπά τον τρόμο στους αφεντάδες που είχαν τους δικούς του σκλάβους στις φυτείες;

Ο Ταραντίνο δημιουργεί, μέσα από τη δύναμη του κινηματογράφου, νέα όνειρα. Φαντασιώσεις παρελθόντος. Η ιστορία γίνεται στα χέρια του παιχνίδι – προκειμένου να την αφηγηθεί με τον τρόπο που επιθυμεί – και θα επιθυμούσαν πολλοί ακόμα σαν αυτόν. Και δεν βρίσκω κάτι επιλήψιμο σε αυτό – είναι δημιουργός. Κάνει ό,τι θέλει. Δημιουργεί φανταστικούς κόσμους, που μοιάζουν πολύ με τους πραγματικούς – μα είναι φανταστικοί, έργα ενός σκηνοθέτη, εκπληρώσεις επιθυμιών. Πρόκειται για τον Μάγο και το μαγικό του ραβδί.

Εξάλλου: το λέει και το όνομα του έργου: “Once Upon a Time in Hollywood”. Οι παραπομπές αφορούν τα κλασικά και αγαπημένα “Once Upon a Time in America” και “Once Upon a Time in the West”… μα αφορούν και τα παραμύθια. Γιατί έτσι ξεκινούν όλα: «μια φορά κι έναν καιρό»…

Το φινάλε του έργου, λοιπόν – ένα φινάλε όπου οι «κακοί» εξοντώνονται και η Σάρον Τέιτ, έγγυος στον ένατο μήνα της, ζει και είναι χαρούμενη και τα sixties δεν τελειώνουν ποτέ – είναι όμοιο με ένα παραμύθι.



Once Upon a Time in Hollywood



Τί με ενόχλησε λοιπόν; Γιατί δεν έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος;

Τον καιρό που προβαλλόταν το “Inglourious Basterds” κάθε θεατής ήξερε ποια ήταν η αληθινή έκβαση του πολέμου: ο Χίλτερ πεθαίνει, οι Σύμμαχοι κερδίζουν. Ο Ταραντίντο τροποποίησε μεν τα γεγονότα, μα η κατάληξη παρέμεινε η ίδια. Και οι θεατές γνώριζαν όλοι ποια ήταν η κατάληξη – άλλαξε απλά ο τρόπος.

Μα πόσοι, άραγε, από τους θεατές που παρακολούθησαν στη χώρα μας, στη διάρκεια του περασμένου μήνα, το “Once Upon a Time in Hollywood”, γνώριζαν για το περιστατικό του φόνου της Σάρον Τέιτ και για τη σέχτα του Τσαρλς Μάνσον; Εδώ δεν είναι Αμερική. Για να καταλάβεις πως μια ιστορία αναθεωρείται, χρειάζεται πρώτα να γνωρίζεις αυτή την ιστορία. Και εδώ ο Ταραντίνο δεν αναθεώρησε απλά την ιστορία – την αντέστρεψε, κυριολεκτικά. Είμαι βέβαιος πως κάποιοι θεατές δεν ήξεραν την ιστορία της Σάρον Τέιτ – και αγνοούσαν την κατάληξή της, βλέποντας το έργο.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα τυπικό happy ending, δοσμένο μέσα από βία και αίμα, που μοιάζει ν’ αποδίδει δικαιοσύνη – μα εμένα μου μετέδωσε περισσότερο μια αίσθηση ανυπαρξίας νοήματος και έλλειψης πειστικής συσχέτισης με τα υπόλοιπα θέματα του έργου.

Και η βία – για άλλη μια φορά – έμοιαζε περιττή και αδικαιολόγητη. Ήταν λες και ήθελε ο Ταραντίνο να συμπληρώσει απλά να το έργο με το «σήμα-κατατεθέν» του. Γιατί εμείς, πες, «ξέρουμε τι θα γίνει». «Ξέρουμε» πως οι συγκεκριμένοι νέοι υπήρξαν οι εκτελεστές-αγγελιοφόροι του Μάνσον, που διέπραξαν αυτά τα φρικιαστικά εγκλήματα. Μα στην ταινία δεν έχει φανεί κάτι τέτοιο. Βλέπουμε απλά μια παρέα ολίγον τι χαζόβλακων, που εμφανίζονται πολύ λίγο στη διάρκεια του έργου και αποφασίζουν να διαπράξουν κάποιους φόνους «γιατί έτσι». Μα δεν μας δίνεται η δυνατότητα να εκτιμήσουμε το μέγεθος της φρικαλεότητας που χαρακτηρίζει τη σκέψη τους, το σκοτείνιασμα του νου τους – οι χαρακτήρες τους μοιάζουν περισσότερο με καρικατούρες. Δεν τους βλέπουμε στην πράξη, δεν τους ζούμε παρά ελάχιστα.

Η βία που ασκείται πάνω τους, λοιπόν, μοιάζει να έρχεται από το πουθενά. Και το φινάλε θυμίζει ένα ωραιότατο πακέτο, τυλιγμένο με φιόγκο και όλα.

Να, λοιπόν, που το “Once Upon a Time in Hollywood” είναι η πιο… Χόλυγουντ ταινία του Ταραντίνο. Δίχως απώλειες για τους «καλούς», δίχως θυσίες. Οι καλοί επικρατούν, σαν άλλοι παντοδύναμοι σουπερήρωες, απέναντι στους κακούς (που μάλλον κουτορνίθια δείχνουν στο έργο), η ιστορία κυλάει όπως έπρεπε, και όλα καλά και ανθηρά.



Quentin Tarantino - Once Upon a Time in Hollywood




Να σημειώσω εδώ πως η ταινία καλύπτει μεν την περίοδο της ακμής του κινήματος των hippies, μα πέραν της κοινότητας του Μάνσον, δεν παρουσιάζονται παρά ψήγματα της εναλλακτικής κουλτούρας τους – και αν παρουσιάζονται, αυτό γίνεται μάλλον για να τεθούν στο περιθώριο. Και ίσα που γίνεται μια αναφορά στο Βιετνάμ – που τόσο είχε συγκλονίσει την αμερικανική κοινωνία τότε. Ρωτήστε όμως τον υπόλοιπο κόσμο, κύριε Ταραντίνο, τι γνωρίζει περισσότερο από την Αμερική των 60’s: την κουλτούρα των hippies και τις διαμαρτυρίες ή τις αμερικάνικες σειρές της εποχής;

Άσε που μόνο αντιπροσωπευτικός του πνεύματος των hippies δεν μπορεί να θεωρηθεί ο Τσαρλς Μάνσον – ένας ακροδεξιός, κατά βάση, ρατσιστής, που επαγγελόταν, μέσα από ανόητες θεωρίες συνωμοσίας, τη μέρα που θα επικρατούσαν οι λευκοί απέναντι στους μαύρους.

Πόσο «εκπαιδευμένοι» να ήταν άραγε οι θεατές που γέλαγαν μαζικά κατά τη διάρκεια των τελικών σφαγών του έργου; Πόσα να ήξεραν;

Όσο αφορά την ανακατασκευασμένη ιστορία; Θεμιτότατη, από δημιουργική άποψη! Μα χρειάζεται προσοχή - πόσοι θεατές στην εποχή μας γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στην αληθινή ιστορία και τη φανταστική αφήγηση της οθόνης; Πιστέψτε με - δεν απουσιάζουν καθόλου οι "φανταστικές ιστορίες", συχνά και οι κατασκευασμένες εκ νέου, από τους καιρούς που ζούμε. Προσοχή μόνο μη μας... απορροφήσει η δίνη της εναλλακτικής πραγματικότητάς μας - και χάσουμε την επαφή με την άλλη.

Χόλυγουντ και ξανά Χόλυγουντ, λοιπόν. Θέαμα για χάρη του θεάματος. Χαρούμενο φινάλε. Και δύο ώρες μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ταινίας (ναι, μου άρεσε ως τότε!) έμοιαζαν ξαφνικά εντελώς αδιάφορες.

Αχ, εγώ ανατρέχω σ’ ένα άλλο Χόλυγουντ: εκείνο της δεκαετίας του 70. Εκείνο που ανέδειξε ταινίες όπως ο «Νονός», το “Chinatown”, το “Taxi Driver”, η «Αποκάλυψη Τώρα». Εκείνα τα φιλμ δεν είχαν ανάγκη ούτε από «χαρούμενα τέλη», ούτε από το αντίθετό τους (που έχει γίνει της μόδας τα τελευταία χρόνια): τη μαυρίλα για χάρη της μαυρίλας. Ήταν ρεαλιστικά και ποιητικά ταυτόχρονα, έβλεπαν όλες της όψεις της πραγματικότητας, με την γλυκιά και τη σκοτεινή πλευρά τους – και γι’ αυτό τον λόγο έπειθαν. Πίσω τους έφεραν μεγάλη κληρονομιά: εκείνη του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Νομίζω ένας Φελίνι τώρα, ή ένας Αντονιόνι, θα ήταν ό,τι πρέπει.

Θα ήθελα να ξαναδώ αυτό το Χόλυγουντ – κάποτε. Όσο αφορά τον Ταραντίνο; Τον αγαπώ: για την ποπ-αισθητική του, για την ιδιαιτερότητά του, για το χιούμορ του, για την ικανότητά του να πλάθει το σασπένς σαν τους μάστορες του παρελθόντος! Και αν εστίασα στο φινάλε του έργου, είναι ίσως γιατί περίμενα περισσότερα. Και γιατί μου άρεσε το υπόλοιπο φιλμ. Και γιατί αισθάνομαι βαθιά την ανάγκη, όταν αποχωρώ από μια αίθουσα προβολής, πλέον, να μη νιώθω απλά πως «έχω διασκεδάσει»… μα κάτι παραπάνω. Από τον δημιουργό του “Pulp Fiction”, της “Jackie Brown” και των «Άδοξων…» - ναι, περιμένω κάτι παραπάνω.



Al Pacino - Brad Pitt - Leonardo DiCaprio - Once Upon a Time in Hollywood

15 Ιουνίου 2019

Αντρέι Ταρκόφσκι: Μονόλογος ενός τρελού στο πλήθος...


Τοπίο στην ομίχλη... από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι




«Ποιος πρόγονος μιλάει μέσα μου; Δεν μπορώ να ζω ταυτόχρονα στο νου και στο σώμα μου… Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορώ να είμαι ένα πρόσωπο μόνο. Είμαι ικανός να αισθάνομαι αναρίθμητα πράγματα ταυτόχρονα…

Δεν έμειναν πια μεγάλοι δάσκαλοι… αυτό είναι το κακό της εποχής μας... Το μονοπάτι της καρδιάς είναι σκεπασμένο με σκιές.

Χρειάζεται ν’ ακούσουμε τις φωνές εκείνες που μοιάζουν άχρηστες. Σε μυαλά γεμάτα μακριές αποχετεύσεις, τοίχους σχολείων, άσφαλτο και έντυπα επιδόματος ανεργίας... χρειάζεται να εισχωρήσει το ζουζούνισμα των εντόμων.

Να γεμίσουμε τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας με πράγματα που συνιστούν την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου…! Να φωνάξει ξανά κάποιος πως θα χτίσουμε τις πυραμίδες…! Και όχι... δεν έχει σημασία αν δεν τις χτίσουμε. Να ενισχύσουμε αυτή την επιθυμία και να μάθουμε ν’ απλώνουμε τις γωνίες της ψυχής… σαν ένα πλατύ, αέναο σεντόνι...

Αν θέλετε να προχωρήσει ο κόσμος, πρέπει να πιαστούμε από τα χέρια. Και ν' αναμίξουμε τους «υγιείς» με τους «ασθενείς». Εσείς, οι υγιείς! Τι σημαίνει λοιπόν η υγεία σας; Τα μάτια της ανθρωπότητας κοιτάζουν το βάραθρο μέσα στο οποίο πέφτουμε…! Η ελευθερία σας είναι άχρηστη αν δεν έχετε το θάρρος να μας κοιτάξετε στα μάτια… να φάτε, να πιείτε… και να κοιμηθείτε μαζί μας!

Όλοι εσείς οι «υγιείς»… οδηγήσατε τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής!

Άνθρωπε… άκου. Μέσα σου νερό… φωτιά… και μετά, στάχτες!

Και τα κόκαλα στις στάχτες.

Τα κόκαλα... και οι στάχτες!



Που βρίσκομαι όταν δεν είμαι ούτε στην πραγματικότητα, ούτε στη φαντασία μου; Κάνω μια νέα συμφωνία με τον κόσμο. Πρέπει να έχει ήλιο τη νύχτα… και χιόνι τον Αύγουστο.

Τα μεγάλα πράγματα τελειώνουν… τα μικρά αντέχουν.

Η κοινωνία πρέπει να ενωθεί και πάλι… όχι να αποδιαρθρώνεται! Εσείς... να κοιτάξετε τη φύση… και να δείτε πως η ζωή είναι απλή! Να επιστρέψουμε εκεί που βρισκόμασταν… σ’ εκείνο το σημείο που ακολουθήσαμε τον λάθος δρόμο.

Να επιστρέψουμε πίσω στις θεμελιώδεις αρχές της ζωής… χωρίς να βρωμίζουμε το νερό!

Τι κόσμος είναι αυτός, αν ένας τρελός σας λέει ότι πρέπει να ντρέπεστε;…

Και τώρα… μουσική.»


........................


Μονόλογος του Ντομένικο, από την ταινία «Νοσταλγία» του Αντρέι Ταρκόφσκι [Андре́й Тарко́вский / Andrei Tarkovsky, “Nostalghia”]. Έτος παραγωγής, 1983.



Ο κόσμος στις σκάλες... σκηνή από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι

19 Μαΐου 2019

À bout de souffle... Ή όλα ή τίποτα.



Ένα αφιέρωμα στην ταινία Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και το Νέο Κύμα, από το φονικό κουνέλι



Ένα αφιέρωμα στην ταινία "Με Κομμένη την Ανάσα" του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ



[Τόπος: μικροσκοπικό δωμάτιο στο διαμέρισμα της Πατρίσια. Ο Μισέλ και η Πατρίσια στο κρεβάτι]


ΜΙΣΕΛ: “Θα άφηνες κάποιον άλλο άντρα να σε χαϊδέψει;” [τη χαϊδεύει απαλά]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ξέρεις... είπες πριν ότι φοβάμαι. Αλήθεια είναι - φοβάμαι. Επειδή θέλω να με αγαπάς. Μα, την ίδια στιγμή, θέλω να πάψεις να με αγαπάς. Είμαι πολύ ανεξάρτητη, ξέρεις.”

[ο Μισέλ απλώνει το χέρι του γύρω της και την αγκαλιάζει]

ΜΙΣΕΛ: “Σε αγαπάω, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πώς, τότε;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Μα δεν ξέρεις τι νομίζω. Δεν γνωρίζεις.”

ΜΙΣΕΛ: “Ασφαλώς και γνωρίζω.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, δεν γνωρίζεις. Θέλω να ξέρω τι κρύβεται πίσω από το πρόσωπό σου. Το κοιτάζω εδώ και 10 λεπτά, και ακόμα δεν ξέρω τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν είμαι θλιμμένη, αλλά φοβάμαι.”

[ο Μισέλ παίρνει μία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και της χαϊδεύει τα μαλλιά]

ΜΙΣΕΛ: “Γλυκιά, ευγενική Πατρίσια.” [η Πατρίσια κάνει πέρα απότομα]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι.”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μοχθηρή, ανόητη, άκαρδη, δειλή, τρισάθλια, ελεεινή...” [η Πατρίσια χαμογελάει και ανάβει τσιγάρο]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ναι, ναι.”

ΜΙΣΕΛ: “Δεν ξέρεις καν ούτε πώς να βάζεις το κραγιόν σου. Τώρα είσαι αποκρουστική.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πες ό,τι θες, δεν με νοιάζει. Θα τα βάλω όλα στο βιβλίο μου.”

ΜΙΣΕΛ: “Ποιο βιβλίο?”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γράφω ένα μυθιστόρημα.”

ΜΙΣΕΛ: “Εσύ;”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γιατί όχι; Τι κάνεις εκεί;” [ο Μισέλ πάει να της βγάλει την μπλούζα]

ΜΙΣΕΛ: “Σου βγάζω την μπλούζα.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι τώρα, Μισέλ.” [τον αποτρέπει]

ΜΙΣΕΛ: “Πω πω, τι μπελάς που είσαι. Τι είναι όλα αυτά;”

[η Πατρίσια πιάνει ένα βιβλίο στα χέρια της]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γνωρίζεις τον William Faulkner;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι, ποιος είναι; Κάποιος που κοιμήθηκες μαζί του;” [τη χαϊδεύει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, γλυκέ μου...”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μπορεί να πάει στο διάολο! Βγάλε τη μπλούζα σου.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχεις διαβάσει το "The Wild Palms";”

ΜΙΣΕΛ: “Είπα όχι. Βγάλε τη μπλούζα σου.” [η Πατρίσια συνεχίζει να τον αποφεύγει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Άκου η τελευταία πρόταση είναι πολύ όμορφη: “between grief and nothing, i will take grief”... Μεταξύ της θλίψης και του τίποτα, διαλέγω τη θλίψη.” [γυρίζει προς το μέρος του Μισέλ και τον κοιτάζει] “Εσύ ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Άσε με να δω τα δάχτυλά του ποδιού σου.” [η Πατρίσια γελάει] “Τα δάχτυλα είναι σημαντικά σε μία γυναίκα, μη γελάς.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Η θλίψη είναι ανόητη. Διαλέγω το τίποτα. Δεν είναι καλύτερο... αλλά η θλίψη είναι ένας συμβιβασμός. Και εγώ τα θέλω ή όλα... ή τίποτα.”




Οι πρωταγωνιστές του À bout de souffle του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ




*** 



Ελάχιστες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου μπορούν να καυχώνται για το ακόλουθο: ανακάλυψαν την απόκρυφη πηγή της νιότης και ήπιαν απ’ το διάφανο νερό της. Ήπιαν τόσο, που μοιάζουν το ίδιο νέες ακόμα και δεκαετίες μετά το γύρισμά τους. Και θα συνεχίσουν να δείχνουν εξίσου νέες – όσα χρόνια και αν περάσουν.

Ποιο είναι το μαγικό συστατικό τους; Μήπως η ηλικία των πρωταγωνιστών; Ή το γεγονός πως οι δημιουργοί του περιβόητου “Nouvelle Vague” – του κινηματογραφικού Νέου Κύματος – υπήρξαν εξίσου νέοι τον καιρό που γύριζαν τα συγκεκριμένα έργα; Όχι, αγαπητοί – αν και σίγουρα έπαιξαν κι αυτά τον ρόλο τους. Μα κι άλλες ταινίες είχαν (και έχουν) νεαρούς πρωταγωνιστές – δίχως όμως το ίδιο αποτέλεσμα.

Όχι, δεν είναι οι ηλικίες. Εκείνο που αποτυπώνει στα πρωτοπόρα έργα του Νέου Κύματος το αειθαλές τους ύφος είναι το στυλ: είτε μιλάμε για τους διαλόγους, είτε για τις σκηνοθετικές τεχνικές, είτε για τις εκφράσεις των πρωταγωνιστών, είτε για εκείνη τη διάθεση να πετάξουν κάθε κινηματογραφική σύμβαση στα σκουπίδια – τα πάντα σε αυτές τις ταινίες ξεχειλίζουν από μια αδιάκοπα cool και ταυτόχρονα, βαθιά ανατρεπτική διάθεση. Επρόκειτο για ένα φύσημα φρέσκου ανέμου στον κινηματογράφο, προορισμένο να απομακρύνει τους σωρούς της σκόνης – και όλα τα συσσωρευμένα εμπορικά κλισέ της.

Και το «Με Κομμένη την Ανάσα» [“A Bout de Souffle”], σε σκηνοθεσία Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και σενάριο Φρανσουά Τρυφώ… είναι ίσως η πιο cool και στυλάτη ταινία όλων. Παρατηρείς εκείνη την έκφραση του Ζαν Πολ Μπελμοντό, ενώ προσπαθεί να μιμηθεί το ίνδαλμά του, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, και σκέφτεσαι… cool. Βλέπεις τη μυστήρια, ακροβατούσα μεταξύ εύθραυστου και υποχθόνιου, στάση της Τζιν Σίμπεργκ, και σκέφτεσαι… cool. Αφήνεις να σε απορροφήσουν οι διάλογοι των χαρακτήρων, ρεαλιστικοί σαν καθρέφτες και παιχνιδιάρικοι σαν τρενάκι σε λούνα παρκ και σκέφτεσαι… cool. Παρασύρεσαι από τις τζαζ μελωδίες που περιβάλλουν τα ηχοτρόπια του φιλμ και σκέφτεσαι… cool. Διαπιστώνεις πως ο σκηνοθέτης δεν σκηνοθετεί απλά ένα έργο… μα παίζει με την κάμερα και τις τεχνικές του μοντάζ, παίζει σαν ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει εκ νέου τους κανόνες του κινηματογράφου – ε, και αναφωνείς: αυτό είναι ωραίο.




Ζαν Πολ Μπελμοντό και Τζιν Σίμπεργκ στους δρόμους του Παρισιού, από το Breathless του Godard
Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και οι πρωταγωνιστές του στα γυρίσματα του Με Κομμένη την Ανάσα
À bout de souffle, aka Breathless... Jean paul belmondo and Jean seberg
Godard filming Breathless, era of the Nouvelle Vague




Αυτό είναι στην πραγματικότητα το “A Bout de Souffle”… ένα πείραμα. Αυτό υπήρξε το «Νέο Κύμα» στα πρώτα χρόνια του. Μια νέα μέθοδος, διατεθειμένη να κρατήσει από την ιστορία του κινηματογράφου μόνο εκείνα που αγάπησε βαθιά και την ενέπνευσαν (όπως κάποια έργα του αμερικανικού φιλμ νουάρ, για παράδειγμα, και τις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ) – και να απομακρύνει όλα τα υπόλοιπα. Οι πρωτοπόροι του Νουβέλ Βαγκ – ο Γκοντάρ, ο Τρυφώ, ο Αλέν Ρενέ – ενδιαφέρονταν για τους «κανόνες» μόνο όσο εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους. Όσα δεν εξυπηρετούσαν αυτόν τον σκοπό ήταν πια αχρείαστα. Και ο σκοπός αυτών των σκηνοθετών ήταν να επαναφέρουν το προσωπικό στίγμα στον κινηματογράφο, το υποκειμενικό βίωμα, τη ματιά του δημιουργού.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το «Με Κομμένη την Ανάσα» σε σημεία μοιάζει σχεδόν με ντοκιμαντέρ. Νιώθεις πως έχει ανοίξει ένα παράθυρο στην προσωπική ζωή των πρωταγωνιστών του… και τους βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, να συνδιαλέγονται μεταξύ τους, αληθινούς, με σάρκα και οστά. Τους ακολουθείς ενώ βαδίζουν στο υπέροχο ασπρόμαυρο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 και μοιάζεις ο ίδιος με εκείνη την κάμερα που τρέχει ξωπίσω τους, σαν σκυλάκι, χύμα και εκτεθειμένη και δίχως καμία απόπειρα προσομοίωσης του περιβάλλοντος σε κάτι που θα παρέπεμπε σε κινηματογραφικό στούντιο. Και άσε τους περαστικούς να σε κοιτάζουν με απορία – τα απορημένα βλέμματα και οι αμήχανες ματιές τους θα μείνουν κι αυτά στην ιστορία του έργου, αναπόσπαστο μέρος του υποκειμενικού ρεαλισμού του.

Όσο αφορά τους διαλόγους των χαρακτήρων… νομίζω πως το απόσπασμα που επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας, πάνω, είναι απολύτως χαρακτηριστικό. Και, ναι – μοιάζει με μυθιστόρημα. Μα αν το “A Bout de Souffle” ήταν μυθιστόρημα, σίγουρα θα έστεκε πλάι σε έργα όπως του Τζόυς, του Μπέκετ ή του Κέρουακ. Ή ενδεχομένως εκείνο το υπέροχο «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ. Θα ήταν, με άλλα λόγια, ένα από εκείνα τα έργα που άλλαξαν το στυλ και το ύφος της γραπτής αφήγησης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Πέραν των κινηματογραφικών τεχνικών του – τα περίφημα “jump-cuts” του Γκοντάρ και εκείνη η νατουραλιστική διάθεση – και πέραν του αναμφίβολου στυλ του, το “Breathless” (ας αναφέρω και τον αγγλικό του τίτλο) ξεχωρίζει για την πιστή αποτύπωση των χαρακτήρων μιας νέας εποχής – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταιριάζει απόλυτα στο λυκαυγές της δεκαετίας του 60. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, πως ελάχιστα φιλμ αποπνέουν τόση «δεκαετία του 60» μέσα τους, όσο το συγκεκριμένο. Και όχι, αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνο περί «αειθαλούς νεότητας» που έγραψα πριν, αγαπητοί μου. Διότι αν έφερε κάτι καινούργιο η δεκαετία του 60 στον ανθρώπινο πολιτισμό, ήταν ακριβώς εκείνος ο εναγκαλισμός της νεότητας, σε κάθε της διάσταση – φτάνοντας ως τα άκρα του πειραματισμού και την επιθυμία να ανατραπεί κάθε κατεστημένο καθεστώς.

Και αυτό το πνεύμα είναι πάντα διαχρονικό, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Και αν η εποχή μας σε πολλά πράγματα δείχνει «γεροντότερη» συγκριτικά με τη δεκαετία του 60 – αυτό συμβαίνει μάλλον γιατί δεν μελετήσαμε καλά τα μαθήματα που μας άφησε. Και διότι ξεχάσαμε πως το παζλ βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, όχι απλά για να το στήσουμε σύμφωνα με τους κανόνες – μα για να το ανακατέψουμε, να το αναπλάσουμε και να το χτίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Ε, και σε αυτά, όλο και κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει η δεκαετία του 60 – και πειράματα όπως η Νουβέλ Βαγκ. 



Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό στο Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ /Jean-Paul Belmondo in Breathless
Ο Τζιν Σίμπεργκ στο Με Κομμένη την Ανάσα / Jean Seberg in Breathless




Κάποιοι υπερβολικά «πολιτικοποιημένοι» κριτικοί των καιρών είχαν επικρίνει τον Γκοντάρ πως οι χαρακτήρες του έργου του χαρακτηρίζονται από «μηδενιστικό» τρόπο σκέψης. Εκείνο το «δεν ξέρω» της γλυκιάς, μα επικίνδυνης Πατρίσια (μια φιγούρα που σίγουρα αποτίνει φόρο τιμής στην πεμπτουσία του φιλμ νουάρ και των femme fatale του), αυτή η αδιάκοπη αίσθηση μετέωρου που αποπνέει το ζευγάρι καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, η άνετη μα ταυτόχρονα αδιάφορη μορφή του Μισέλ… όλα μοιάζουν να επιδοκιμάζουν μια αισθητική που αδιαφορεί για κάθε μορφή ιδεαλισμού και κάθε θετικό στόχο. Μα οι συγκεκριμένοι κριτικοί προσπέρασαν το γεγονός πως οι ίδιοι χαρακτήρες ακροβατούν στα άκρα της κοινωνικής αποδοχής – και αδιαφορούν για τα κινηματογραφικά και αφηγηματικά ταμπού των καιρών τους. Αμφισβητούν κάθε εξουσία, συζητούν ανοιχτά για το σεξ, κινούνται πέρα από την επικρατούσα ηθική – και προβληματίζονται.

Σύμφωνοι – δεν έχουν απαντήσεις. Μα κάποιες φορές οι πολλές απαντήσεις (και οι αυθεντίες που τις επικαλούνται) σε κάνουν να νιώθεις μπουχτισμένος. Κάποιες φορές θες απλά να γκρεμίσεις εκείνο που σε καταπιέζει, είτε με τη μορφή μιας θετικής κατεύθυνσης, είτε με τη μορφή μιας εξουσίας – να το γκρεμίσεις και να το οικοδομήσεις ξανά, τούβλο προς τούβλο, απ’ την αρχή.

Σαν παιδί.

Να γιατί βρίσκω πολλά κοινά συνδετικά στοιχεία του Nouvelle Vague όχι μόνο με τα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, μα και με τη μουσική της εποχής – ιδιαίτερα τη τζαζ της δεκαετίας του 50 και του 60 – καθώς και με την επερχόμενη ροκ και πανκ μουσική που έμελλε να χαρακτηρίσει τις επόμενες δεκαετίες. Αν και μάλλον η τζαζ (και ιδιαίτερα η cool jazz και το bebop) συνιστά το τέλειο ηχητικό υπόβαθρο για τα πειράματα του Νέου Κύματος… Παιχνιδιάρικη και ανατρεπτική μεν, δίχως όμως τον βαθύ εγωκεντρισμό και το «φτύνω-στα-μούτρα-σου» στυλ που έμελλε να χαρακτηρίσει την επερχόμενη ροκ αισθητική.

Αυτό είναι λοιπόν το “A Bout de Souffle”! Η ταινία που καθιέρωσε το κινηματογραφικό Νέο Κύμα – ένα κύμα που θα μπορούσε, και σήμερα ακόμα, να ξεπλύνει μεγάλο μέρος της σύγχρονης εμπορικής καλλιτεχνικής ξηρασίας. Ό,τι και να λέμε: όταν ένα έργο αφιερώνει πάνω από το 1/3 της διάρκειάς του στον καθημερινό διάλογο δύο πρωταγωνιστών, που απλά αράζουν σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο – και κατορθώνει να σε απορροφήσει λες και βλέπεις το πιο συναρπαστικό υπερθέαμα… ε, τότε ξέρεις πως τα κομμάτια του παζλ έχουν ανασυσταθεί ξανά απ’ την αρχή.

Και γίνεσαι ξανά παιδί και παίζεις. Και ανασαίνεις βαθιά.

Ναι – ανασαίνεις.


© Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι, μια γλυκιά Κυριακή του Μαΐου του 19.



Με Κομμένη την Ανάσα: το φιλί των πρωταγωνιστών

15 Μαΐου 2019

Οι Γερμανοί Ξανάρχονται... Ένα απόσπασμα - και μια υπενθύμιση






[Τόπος: Αυλή στο σπίτι του Θόδωρου. Ο Θόδωρος παρέα με τρεις φίλους του. Μεσημεράκι.]



ΘΟΔΩΡΟΣ: "Να μωρέ παιδιά... Από νωρίς είχα πάει στον κινηματογράφο να δω ένα έργο... Ύστερα, πήγα στην αγορά να ψωνίσω κάτι. Καθώς γύριζα, επεσα μεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Πώς τη σκαπουλάρησα βρε παιδιά, ένας Θεός το ξέρει."

ΦΙΛΟΣ 1 [δεξιών πεποιθήσεων]: "Τίποτα αναρχικοί θα ήταν."

ΦΙΛΟΣ 2 [αριστερών πεποιθήσεων]: "Φασίστες ήτανε."

ΦΙΛΟΣ 3: "Δηλαδή, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, πιθανότατα ήσαν αναρχικοί. Δεν αποκλείεται όμως να ήσαν και φασίσται."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Μωρέ τι αναρχικοί και φασίστες και κολοκύθια μου λες εμένα. Αλήτες ήτανε. Τραμπούκοι ήτανε. Επαγγελματίες της κουκούλας ήτανε. Αχ μωρέ, να με κάνανε κράτος για 5 ημέρες..."

ΦΙΛΟΣ 3: "Δηλαδή, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, το ζήτημα δεν είναι ελληνικόν, κύριοι. Εδώ υπάρχουν δύο μεγάλα μπλόκα: Το δυτικόν και το ανατολικόν."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Γιατί ρε να υπάρχουνε δύο; Ε; Όταν τους είχε καθίσει ο Χίτλερ στον σβέρκο, γιατί ήταν όλοι ένα; Και ζήτω η ένδοξη Ρωσία, οι Εγγλέζοι. Και ζήτω η Μεγάλη Βρετανία, οι Ρώσοι. Και βροχή τα δώρα. Ε, λοιπόν, θα το πιστέψετε παιδιά, σας το λέω σοβαρά, πολύ σοβαρά, μα τον σταυρό. Έρχονται στιγμές που λαχταράω - νοσταλγώ την Κατοχή."

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: "Τι;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Νοσταλγώ την Κατοχή. Μάλιστα. Καρπαζιά. Κλωτσιά. Σκοτάδι. Φυλακή. Αβιταμίνωση. Εκτέλεση. Αλλά... και ελπίδα. Άντε ρε παιδιά, κουράγιο μαζί, άντε σήμερα φεύγουνε, άντε αύριο φεύγουνε... Ήτανε κάτι τι. Ήμασταν στο σκοτάδι και περιμέναμε το φως. Τώρα είμαστε στο φως και μας τρώει το σκοτάδι. Τι πράγμα είναι τούτο; Έλα Χριστέ μου..." [κάνει τον σταυρό του και απομακρύνεται]








ΦΙΛΟΣ 3: "Και όμως το ζήτημα είναι σαφές, κύριοι. Εδώ υπάρχουν δύο μεγάλα μπλόκα. Το δυτικόν και το..."

ΘΟΔΩΡΟΣ [τον διακόπτει, σκύβει κάτω και μαζεύει ένα κομμάτι ψωμί]: "Τι είναι αυτό εδώ; Ποιος πετάει τα ψωμιά χάμω; Ρε μην πετάτε τα ψωμιά χάμω, μην πετάτε τα ψωμιά χάμω, αυτό μας έλειπε τώρα. [φωνάζει το σκυλί του] Φλοξ, Φλοξ... Nα, Φλοξ, ψωμάκι βρε." [ αφήνει στον Φλοξ το κομμάτι με το ψωμί - ο Φλοξ το μυρίζει, μα δεν το τρώει]

ΦΙΛΟΣ 3: "Άσε, κύριε Θόδωρε. Δεν το τρώει."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Δεν το τρώει;"

ΦΙΛΟΣ 3: "Όχι. Μόνο κόκαλα τρώει."

ΘΟΔΩΡΟΣ [με εντυπωσιασμένο ύφος]: "Μπράβο, Φλοξ... Μπράβο... Καλομαθημένοι είμαστε βλέπω. Τι να σε κάνω, φουκαρά μου, επρεπε να σε είχα στην Κατοχή, να σε έκανα γιουβετσάδα, θα σου 'λεγα εγώ. Χε, χε, χε." [γελάνε]

[Από το παράθυρο ξεπροβάλλει η γυναίκα του ΦΙΛΟΥ 1]

ΓΥΝΑΙΚΑ: "Λευτέρη!"

ΦΙΛΟΣ 1: "Τι τρέχει;"

ΓΥΝΑΙΚΑ: "Για τρέξε να φέρεις καμία ντομάτα. Θα μείνουμε νηστικοί. Γιατί τα παϊδάκια που μου 'φερες μου φαίνονται λίγο σκληρά."

ΦΙΛΟΣ 1: "Καλά, θα πάω."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "... Δεν είμαστε καλά, δεν πάμε καλά..."

ΦΙΛΟΣ 2: "Δηλαδή;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Τι δηλαδή; Βρε είμαστε ασεβείς, βρε... Ξεχάσαμε την ψωμόλυσσα που μας έδερνε στην Κατοχή; Ξεχάσαμε το κουκουτσάλευρο και το σκουπιδόψωμο που ήταν κίτρινο; Ορίστε. Της κυράς δεν της αρέσουν τα παιδάκια γιατί είναι σκληρά και της κόρης μου της κακοφανήκαν τα σαφρίδια... Και έχεις και τον Φλοξ να μην τρώει το ψωμί - που το στερηθήκαμε εμείς οι άνθρωποι τόσα χρόνια. [ο Φλοξ διαμαρτύρεται]. Βρε ουστ. Κοπρόσκυλο. Άσε τώρα και το άλλο..."

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: "Το ποιο;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Που κουμπουριαζόμαστε και σφαζόμαστε μεταξύ μας. Έφυγε ο ένας ο βραχνάς από πάνω μας και εμείς πάμε σώνει και καλά να βάλουμε καινούργιον. Αλλά το νου σας βρε... Το νου σας βρε γιατί ο Θεός τιμωρεί τους ασεβείς. Φωτιά θα ρίξει να μας κάψει, στη μέση θα ανοίξει τη γη να μας καταπιεί. Τον Χίτλερ βρε, τον Χίτλερ να τον αναστήσει, να μας τον ξαναστείλει - για να δούμε τι είχαμε και τι χάσαμε. Μάλιστα, μάλιστα ναι."



*** 



Ήταν ένα γραπτό απόσπασμα από την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου "Οι Γερμανοί Ξανάρχονται". Παραγωγής, 1948 - και ενώ ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Τι νόημα και ποια αξία να έχουν, άραγε, τα λόγια αυτά για εμάς σήμερα - στην εποχή μας;




30 Δεκεμβρίου 2018

Επιστροφή στη Μέρα της Μαρμότας... μια φιλοσοφική-ψυχολογική μελέτη


Η Μέρα της Μαρμότας... μια μελέτη για τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις της ταινίας, από το Φονικό Κουνέλι / Groundhog Day, a philosophical and psychological analysis



Μια φιλοσοφική και ψυχολογική μελέτη για το “Groundhog Day”… την ξακουστή Ημέρα της Μαρμότας




Σκέψου να επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά μια μέρα της ζωής σου. Από το πρωινό σου ξύπνημα ως τη στιγμή που σε παίρνει ο ύπνος τη νύχτα, η μέρα επαναλαμβάνεται στο διηνεκές, και συ έχεις τη δυνατότητα να τη ζήσεις με όποιον τρόπο επιθυμείς. Ποια μέρα θα επέλεγες; Μην απαντήσεις – ξέρω. Μάλλον κάποια μέρα που φυλάς μέσα σου με τις θερμότερες αναμνήσεις. Μια μέρα γεμάτη έρωτα, διασκέδαση, θαλπωρή, χαρά… Ωραία ως εδώ – όλοι μας έχουμε ζήσει κάποιες τέτοιες μέρες, και ποιος δεν θα επιθυμούσε να τις ζήσει πάλι απ’ την αρχή.

Έστω όμως πως ΔΕΝ είχες τη δυνατότητα να επιλέξεις· έστω πως επαναλαμβανόταν, ξανά και ξανά και ξανά, μια συνηθισμένη, αδιάφορη μέρα της καθημερινότητάς σου: από εκείνες που φεύγουν και ούτε που πήρες χαμπάρι πως πέρασαν. Μια μέρα από κείνες που οι ώρες περνούν και μοιάζουν ίδιες η μία με την άλλη. Μια εκνευριστική, βαρετή, ταλαίπωρη, υπερβολικά καθημερινή ημέρα. Μια μέρα που δεν σκέφτεσαι δεύτερη φορά. Μια μέρα που δεν θα θυμάσαι στο μέλλον, γιατί δεν έζησες κάτι της προκοπής κατά τη διάρκειά της. Σκέψου ΑΥΤΗ η μέρα να επαναλαμβανόταν στην αιωνιότητα, σε μια νευρωτική λούπα, ξανά και ξανά και ξανά, και να μην έχεις τη δυνατότητα να ξεφύγεις από δαύτην…

Θα το άντεχες;

Σήμερα θα μιλήσουμε για μια από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών, κεντρικό θέμα της οποίας είναι αυτή ακριβώς η αδιάκοπη επανάληψη της ίδιας μέρας: ο λόγος φυσικά για την «Μέρα της Μαρμότας» [“Groundhog Day”]. Μια ταινία που, όλως τυχαίως, πιάνω τον εαυτό μου να τη βλέπει ξανά και ξανά και ξανά – ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές την έχω δει ως σήμερα. Μα κάθε φορά το απολαμβάνω.

Η ταινία γυρίστηκε το 1993, σε σκηνοθεσία Harold Ramis και σενάριο των Danny Rubin και Harold Ramis. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Bill Murray, σε έναν από τους ρόλους που του ταιριάζουν γάντι. Στη βάση της πρόκειται για μια ευχάριστη κωμωδία. Μα λίγες κωμωδίες έχουν γεννήσει τόσες συζητήσεις και έχουν πάρει τόσες προεκτάσεις, ξεκινώντας από τη φιλοσοφία, λοξοδρομώντας σε θρησκευτικούς παράδρομους και τερματίζοντας στην ψυχανάλυση – και πάλι πίσω απ’ την αρχή, δίχως τελειωμό.



Ο Μπιλ Μάρεϊ ξυπνάει στη Μέρα της Μαρμότας / Bill Murray waking up in Groundhog Day
Η μαρμότα... The groundhog



Λίγα λόγια για την πλοκή




Σε κάποια αμερικανική κωμόπολη γιορτάζουν, ως έθιμο, τη Μέρα της Μαρμότας. Η μαρμότα είναι ένα πλασματάκι που μοιάζει με διασταύρωση σκίουρου και τυφλοπόντικα. Αν η μαρμότα βγει απ’ τη φωλιά της, δει τη σκιά της και μπει πάλι στη φωλιά, αυτό σημαίνει πως θα έχουμε μακρύ χειμώνα. Αν όχι, σημαίνει πως θα έρθει νωρίς η άνοιξη. Αυτή η φυσική διαδικασία έχει ενδυθεί με τελετουργικό μανδύα και γιορτάζεται με μουσικές και μαζική σύναξη στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Ο πρωταγωνιστής του έργου, Phil [Bill Murray], είναι ανταποκριτής του καιρού και καταλήγει να καλύψει το ρεπορτάζ για τη συγκεκριμένη γιορτή, πηγαίνοντας με το συνεργείο του στην πόλη, ίσα για μια μέρα. Είναι ένας κυνικός και φιλόδοξος τύπος που βρίσκει αφάνταστα βαρετά όλα αυτά τα γιορταστικά έθιμα και την ανταπόκρισή τους – ο ίδιος ονειρεύεται μεγαλεία, διασημότητες, υψηλές ανταποκρίσεις, ηρωική δημοσιογραφία… ποια Μέρα της Μαρμότας και κουραφέξαλα. Αυτά είναι για παιδιά. Η ανταπόκριση είναι μια αγγαρεία για κείνον και τίποτε περισσότερο – το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κάνει το ρεπορτάζ του, το δυνατόν συντομότερο, και να φύγει από την αδιάφορη αυτή περιοχή. Μια βαρετή πόλη με βαρετούς ανθρώπους.

Μα ο κύκλος της μοίρας πήρε φαίνεται πολύ στα σοβαρά το κυκλικό σχήμα του… ένας αιφνιδιαστικός χιονιάς αναγκάζει τον πρωταγωνιστή μας και το συνεργείο του (την ελκυστική παραγωγό του και τον καμεραμάν) να διανυκτερεύσουν στην πόλη. Και το επόμενο πρωί ο ήρωάς μας ξυπνάει στο ξενοδοχείο του, τεντώνεται, κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο και διαπιστώνει με ανείπωτη έκπληξη πως… είναι ακόμα χθες!

Η Μέρα της Μαρμότας επαναλαμβάνεται πάλι απ’ την αρχή! Ξανά οι εορτασμοί, ξανά η κάλυψη του ρεπορτάζ, ξανά η καταναγκαστική διανυκτέρευση λόγω του χιονιά. Και μόνο αυτός συνειδητοποιεί πως η μέρα επαναλαμβάνεται… Όλοι οι υπόλοιποι δεν έχουν καταλάβει το παραμικρό.

Και έτσι αρχίζει η λούπα που συνιστά και το κεντρικό θέμα του έργου… Οι μέρες επαναλαμβάνονται, κάθε πρωί ξημερώνει ίδιο με χθες, το Αύριο δεν έρχεται ποτέ, και ο πρωταγωνιστής μας εξαναγκάζεται να εκμεταλλευτεί το γεγονός προς όφελός του. Κι εδώ ερχόμαστε στον πυρήνα της προβληματικής της ταινίας: η μέρα επαναλαμβάνεται μεν, μα ο ήρωάς μας γνωρίζει αυτό το γεγονός και ΘΥΜΑΤΑΙ όσες εμπειρίες αποκόμισε κατά τις προηγούμενες μέρες. Βρίσκεται εντός της Μέρας της Μαρμότας, μα ταυτόχρονα βρίσκεται έξω από αυτήν. Πρόκειται για κατάρα… ή για κάποιο χάρισμα;

Η αρχική απελπισία παραχωρεί τη θέση της στην ακόλουθη εκπληκτική διαπίστωση:

«εάν δεν υπάρχει Αύριο, τότε δεν υπάρχουν συνέπειες των πράξεών μας. Οτιδήποτε και αν κάνουμε σήμερα, την επόμενη μέρα το πρωί θα έχει ξεχαστεί. Μπορούμε λοιπόν να ΚΑΝΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΟΥΜΕ».

Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία. 




Ο Bill Murray στη Μέρα της Μαρμότας
Σκηνή από τη Μέρα της Μαρμότας
Ο Μπιλ Μάρεϊ και η μαρμότα στο αμάξι



Κάνε ό,τι επιθυμείς – γίνε ένας μικρός θεός




Ας λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, αγαπητοί. Εάν είχαμε τη δυνατότητα να ζούμε ξανά και ξανά την ίδια μέρα, δίχως την παραμικρή συνέπεια για τις πράξεις μας, το πιθανότερο είναι να αφηνόμασταν πλήρως στις αρχέγονές μας ενορμήσεις – όπως ακριβώς κάνει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Τουλάχιστον οι περισσότεροι ανάμεσά μας θα κάναμε το ίδιο.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις να χάσεις τη δουλειά σου (γιατί την επόμενη μέρα θα βρίσκεσαι ξανά στην ίδια θέση) μπορείς να ρίξεις ένα «δε πας στο διάολο» στα κεφάλια της επιχείρησης όπου εργάζεσαι και να τα σπάσεις όλα φεύγοντας. Το επόμενο πρωί ο χρόνος θα έχει γυρίσει πίσω 24 ώρες και θα είναι σα να μην έγινε ποτέ.

Όταν γνωρίζεις πως οι συνέπειες των ερωτικών σου περιπετειών διαρκούν μια μέρα και μόνο τότε μπορείς να τολμήσεις όλα όσα δεν τολμούσες αλλιώς: να φλερτάρεις με κάθε δυνατό τρόπο, να απατήσεις, να κάνεις σεξ όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, να επιχειρήσεις εκείνη την ερωτική εξομολόγηση που ως τώρα δεν τολμούσες να κάνεις – ό,τι αποτέλεσμα και αν φέρει, την επόμενη θα έχει ξεχαστεί.

Όταν ξέρεις πως δεν κινδυνεύεις από προβλήματα υγείας (μια που την επόμενη μέρα ξυπνάς στο κρεβάτι σου στην ίδια ακριβώς κατάσταση με σήμερα), τότε ρισκάρεις τα πάντα. Τρως τον περίδρομο, πίνεις μέχρι σκασμού, επιχειρείς τις πιο παράτολμες πράξεις αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ακόμα και αν σκοτωθείς – θα ξυπνήσεις πάλι στο κρεβάτι σου το επόμενο πρωί, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Ωραία ακούγονται αυτά, ε;



O Bill Murray παραδομένος στις απολαύσεις της Ημέρας της Μαρμότας




Όταν οι πράξεις σου δεν έχουν συνέπειες, γίνεσαι ένας μικρός θεός. Μπορείς να κάνεις ό,τι επιθυμείς, να αφεθείς σε κάθε ένστικτο, ερωτικό ή επιθετικό. Ο νόμος για σένα δεν έχει πλέον νόημα, δεν φοβάσαι δικαστές και αστυνόμους, δεν σε απασχολεί η κοινή γνώμη, δεν σε προβληματίζει η ηθική, ούτε η ίδια η συνείδησή σου. Γίνεσαι ο τέλειος σταρχιδιστής.

Εξάλλου φτάνεις να γνωρίζεις τους πάντες και τα πάντα. Οι πάντες γύρω σου ζουν σε μια λούπα – εκτός από σένα, που ναι μεν είσαι μπλεγμένος μέσα της, μα για κάποιον ανεξήγητο λόγο έχεις επίγνωση αυτού του γεγονότος. Και, γνώση, αγαπητοί, σημαίνει ΔΥΝΑΜΗ. «Είμαι ένας θεός», φτάνει ν’ αναφωνεί, με στωική ηρεμία, ο Phil, κάποια στιγμή στο έργο.

Είναι όμως ευτυχισμένος;

Θα κλείσω αυτή την ενότητα όπως την ξεκίνησα: εμείς, στη θέση του, θα ήμασταν ευτυχισμένοι; Ζώντας μια ζωή παραδομένοι σε κάθε ένστικτο, κάθε ενόρμηση, πέρα από κανόνες, γνωρίζοντας τα πάντα – εκτός από τον λόγο για τον οποίο έχουμε ριχτεί σε αυτήν την κατάσταση; Μη βιαστείς, φίλε αναγνώστη, να απαντήσεις «όχι». Πολλοί ανάμεσά μας ΑΥΤΟ ακριβώς γυρεύουμε στην καθημερινότητά μας: τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ενορμήσεών μας. Και θα πράτταμε τα ίδια που πράττει και ο πρωταγωνιστής του έργου. Μιλώντας με φροϋδικούς όρους, είμαστε πρωτίστως εγωιστικά όντα και στο βάθος τους οι ενορμήσεις μας δεν γνωρίζουν περιορισμούς – είναι η κοινωνία των ανθρώπων που τους επιβάλλει, τιθασεύοντας, απωθώντας ή μετουσιώνοντας τα ένστικτά μας.

Μα ο γερο-Φρόυντ έλεγε: «όπου είναι Αυτό πρέπει Εγώ να γίνει». Σύμφωνα με τον μπαμπά της ψυχανάλυσης, χρειάζεται ο αυτοπεριορισμός προκειμένου να λειτουργεί μια κοινωνία.

Έστω λοιπόν πως παραδίδεσαι στις ενστικτώδεις απολαύσεις. Δέκα μέρες, εκατό μέρες, χίλιες μέρες στη σειρά. Είναι αυτό αρκετό για να σου δώσει την ευτυχία; Ένας άνθρωπος απομονωμένος από τον περίγυρό του είναι ευτυχισμένος; Γιατί σε 24 ώρες ναι μεν μπορείς να ικανοποιήσεις τις αρχέγονές σου επιθυμίες… μα αδυνατείς να οικοδομήσεις ουσιαστικούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Ακόμα και αν πας να χτίσεις μια σχέση, την επόμενη κιόλας μέρα θα έχει ξεχαστεί.

Μη ξεχνάς: παραμένεις ακόμα ένας φυλακισμένος στη Μέρα της Μαρμότας, όπως ακριβώς είσαι δέσμιος των ενορμήσεών σου.



Πόστερ για την Ημέρα της Μαρμότας / Groundhog Day film poster



Τα όρια της παντοδυναμίας και ο βράχος του Σίσυφου




Το “Groundhog Day” δεν ξεδιαλύνει ούτε στιγμή το μυστήριο. Πουθενά δεν αποκαλύπτει τις αιτίες της φοβερής αυτής λούπας και αφήνει σε σένα, τον δέκτη, να βγάλεις τα δικά σου συμπεράσματα. Αυτή είναι και μία από τις αρετές του έργου, κατά τη γνώμη μου – είναι ανοιχτό σε ερμηνείες, μοιάζοντας με κάποιο μοντέρνο πίνακα ζωγραφικής. Υπάρχει κάποιο βαθύτερο νόημα – ή να είναι όλα κάποιο εξωφρενικό παιχνίδι της τύχης;

Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του έργου, ο πρωταγωνιστής μας διαπιστώνει έκπληκτος πως δεν κατορθώνει ν’ αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί στο βάθος: την γυναίκα με την οποία είναι τσιμπημένος. Μπορεί να έχει ένα σωρό γυναίκες, μα όχι αυτήν – και όσες φορές και αν επιδιώξει να οικοδομήσει κάποια σχέση μαζί της, πάντα αποτυγχάνει στο τέλος. 24 ώρες δεν είναι αρκετές. Και η μέρα αρχίζει πάλι απ’ την αρχή κι εκείνος χρειάζεται να προσπαθήσει πάλι, ξανά, σα να μη συνέβη τίποτα την προηγούμενη.

Ακόμα λοιπόν κι ένας «θεός» γνωρίζει τους περιορισμούς του κατά τη διάρκεια της Ημέρας της Μαρμότας. Μπορείς να κάνεις τα πάντα – μα αυτό δεν σημαίνει πως θα φέρεις τα επιθυμητά αποτελέσματα σε κάθε πράξη σου. Οι αντιδράσεις των άλλων παραμένουν ένα πεδίο άγνωστο σε σένα. Και, για να θυμηθούμε τον Καμύ και τον Σίσυφο, ο βράχος που έσπρωχνες όλη μέρα στο βουνό κατρακυλάει πάλι κάτω το επόμενο πρωί. Και πρέπει να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή, με την ελπίδα πως θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά… πρόσεχε όμως, γιατί έχεις μόνο 24 ώρες στη διάθεσή σου.

Και να λοιπόν που μια μέρα μετατρέπεται σε αιωνιότητα. Υπέροχη αιωνιότητα αν περνάς καλά – μα αβάσταχτη και τρομερή αιωνιότητα αν βλέπεις τους καρπούς των κόπων σου ν’ αποτυγχάνουν, ό,τι και αν επιχειρείς.



The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson
The myth of Sisyphus, by Nikki Bedson



Τα όρια της παντοδυναμίας του ήρωά μας δεν φανερώνονται μόνο στην αδυναμία του να κατακτήσει τη γυναίκα που επιθυμεί – μα και στη μορφή του γέρου ζητιάνου που πεθαίνει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ο Phil προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο να αποτρέψει τον θάνατό του, μα κάθε προσπάθεια είναι μάταιη. Στο τέλος ο γεράκος πάντα πεθαίνει.

Υπάρχει κάποιο αόρατο όριο σε αυτή την αίσθηση της παντοδυναμίας… Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει στα τυφλά την αγάπη των άλλων. Ακόμα κι ένας θεός δεν εξασφαλίζει τη νίκη απέναντι στον θάνατο. Μπορεί ο ίδιος να γλιτώνει… μα οι άλλοι γύρω του συνεχίζουν να πεθαίνουν.

Και ο βράχος κατρακυλάει πάλι χάμω. Κι εσύ αναγκάζεσαι να τον σπρώξεις πάλι απ’ την αρχή. Και να που η Μέρα της Μαρμότας γίνεται βαριά και δυσβάσταχτη.

«Πρέπει να φανταστούμε πως ο Σίσυφος είναι ευτυχισμένος», έλεγε ο Καμύ, που έβλεπε σε αυτήν ακριβώς την αδιάκοπη προσπάθεια το νόημα της ζωής και του αγώνα. Στο να μην εγκαταλείπεις τον αγώνα.



Παλιό ρολόι χειρός και βιβλία / Old clock and books



Η μεταστροφή του ήρωα. Θρησκευτικές και ανθρωπιστικές ερμηνείες




Αμφιβάλλω αν υπάρχει άλλη αμερικανική κωμωδία που γέννησε τόσες συζητήσεις και προβληματισμούς σε θρησκευτικούς κύκλους. Ιουδαϊστές, Βουδιστές και Χριστιανοί (και ποιος ξέρει πόσοι άλλοι), όλοι έχουν αποπειραθεί να ερμηνεύσουν το έργο υπό το δικό τους πρίσμα και να προσεταιριστούν τις ιδέες του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που είδαν στη «Μέρα της Μαρμότας» μια σημαντική πηγή έμπνευσης.

Μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία είναι η αντιπαραβολή του έργου με τα “Τρία Στάδια της Ύπαρξης”, όπως τα ανέλυσε ο χριστιανός φιλόσοφος και προπάτορας του Υπαρξισμού, Σαίρεν Κίρκεγκωρ [Søren Kierkegaard]: το αισθητικό, το ηθικό και το θρησκευτικό στάδιο. Το αισθητικό στάδιο προηγείται χρονολογικά και αφορά εκείνην ακριβώς την άφεση στις ηδονές και απολαύσεις που περιγράψαμε δυο ενότητες πριν. Ακολουθεί το ηθικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος αυτοπεριορίζεται υπακούοντας σε ηθικούς κανόνες. Μα το ανώτερο στάδιο όλων είναι το θρησκευτικό στάδιο, όταν ο άνθρωπος έχει παραδοθεί πλήρως σε μια ανώτερη κοσμική δύναμη.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία μπορεί να εξηγήσει την ανεπάρκεια των γήινων απολαύσεων στον πρωταγωνιστή του έργου και τη μεταστροφή του χαρακτήρα του. Μα δύσκολα θα χαρακτηρίζαμε «θρησκευτικές», με την σκληροπυρηνική έννοια του όρου, τις επιλογές του πρωταγωνιστή, πόσο μάλλον τη στιγμή που το καθ’ εαυτό θρησκευτικό στοιχείο απουσιάζει από το έργο – πλην της στιγμής που ο ήρωας επιλέγει να αυτοκτονήσει πηδώντας απ’ το καμπαναριό μιας εκκλησίας!

Μία και μοναδική «μεταστροφή» φαίνεται να δεσπόζει στην ταινία, και αυτή είναι εκείνη της ανθρωπιάς. Σταδιακά ο ήρωας δεν γίνεται περισσότερο «ηθικός» ή «θρησκευόμενος»… απλά γίνεται περισσότερο ανθρώπινος. Νοιάζεται όχι μόνο για τον εαυτό του, μα και για τους συμπολίτες του. Γνωρίζει πως κάθε πράξη έχει τις συνέπειές της και πως ο ίδιος μπορεί να κάνει πέντε πράγματα για να ανακουφίσει τον πόνο γύρω του, να φέρει λίγη περισσότερη χαρά.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε τον μικρό παντοδύναμο θεό μας σταδιακά να συνειδητοποιεί τα όρια της δύναμής του, να αναγνωρίζει την εγγενή αδυναμία του… και να μετατρέπεται σε άνθρωπο. Ας το κρατήσουμε αυτό: μετατρέπεται σε άνθρωπο μόνο όταν έχει αναγνωρίσει πως η δύναμή του έχει όρια. Πως δεν είναι παντοδύναμος.

Αξιοσημείωτες είναι και οι βουδιστικές ερμηνείες του έργου. Τι άλλο είναι η συνεχής ανάπλαση του ήρωα, ζώντας ξανά την ίδια μέρα, αν όχι μια αντιπαραβολή προς τον Κύκλο των Μετενσαρκώσεων που διανύει μια ψυχή μέχρι να βελτιωθεί, ζωή με τη ζωή, και να φτάσει τελικά στο ανώτατο στάδιο της Νιρβάνα. Έτσι θα έλεγαν οι βουδιστές φίλοι μας. Γιατί στον Κύκλο της Σαμσάρα η ύπαρξη δεν επαναλαμβάνεται ίδια, μα ανανεώνεται, ζώντας ξανά και ξανά με ποικίλους τρόπους, μέσα από πληθώρα μετενσαρκώσεων, μοιάζοντας με κάποιο κλιμακωτό σπιράλ.

Μα για τον ήρωά μας η Νιρβάνα δεν είναι άλλη από την απελευθέρωση της αιώνιας επανάληψης και απλά η… συνέχιση της ζωής του. Και σε αυτό προσθέστε και την κατάκτηση της γυναίκας που επιθυμεί. Ποιος είπε πως στον παράδεισο δεν χωρούν οι γήινες απολαύσεις;



Σαμσάρα, ο κύκλος της ζωής / Tibetan wheel of life, Samsara
Tibetan wheel of life, Samsara


Απόδραση από τη λούπα




Αρκεί να συλλογιστούμε πόσες μέρες της καθημερινότητάς μας έρχονται και φεύγουν σα να μην υπήρξαν ποτέ, ίδιες και απαράλλαχτες η μία με την άλλη, για να μας ταρακουνήσει λίγο το περιεχόμενο της ταινίας. Άραγε αυτές οι μέρες που όλοι μας βιώνουμε δεν αποτελούν, από μόνες τους, ένα είδος «ημέρας της Μαρμότας»; Πρωινό ξύπνημα, δουλειά, δρόμος, σπίτι, κάποια σκόρπια ψυχαγωγία, ύπνος. Ζεις ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια – ώσπου κάτι τρομερό συμβαίνει και σε ταρακουνάει και σου φωνάζει: «ξύπνα»!...

Ο πολιτισμός μας έχει μετατρέψει τη ρουτίνα σε έμβλημά του. Την κραδαίνει σαν σημαιοφόρος και σέρνει τα βαριεστημένα πόδια του εμπρός, σε βήματα που μοιάζουν ίδια το ένα με το άλλο, έτοιμος να σκοτώσει άλλο ένα εικοσιτετράωρο της ζωής του στο όνομα της παραγωγικότητας και της εξασφάλισης χρημάτων.

Η ζωή μετατρέπεται σε λούπα. Εσύ που παραχώρησες τόση αξία στο Μετά και το Αύριο ξαφνικά βλέπεις πως αυτό το Μετά και το Αύριο… δεν έρχεται ποτέ! Ζεις σε ένα αιώνιο και δυσβάσταχτο Τώρα. 



Το ρολόι της καθημερινής ρουτίνας / Everyday routine clock
Καθημερινή ρουτίνα. Άνθρωποι σε σταθμό τρένου / Everyday routine, people at a station




Όταν ο Phil διαπιστώνει πως δεν υπάρχει διαφυγή από την Ημέρα της Μαρμότας, απελπίζεται. Τι νόημα έχουν τα όνειρα και οι φιλοδοξίες όταν πια δεν υπάρχει αύριο; Λογικό δεν είναι να παραδοθεί στις απολαύσεις της στιγμής; Είναι ο Χρόνος και ο προγραμματισμός του που καθιστούν τον άνθρωπο άνθρωπο – αλλιώς δεν θα διέφερε απ’ τα ζώα, που ζουν παραδομένα στη στιγμή. Το Χθες, το Τώρα, το Αύριο είναι που μας καθιστούν ανθρώπινους, σωστά; Η μνήμη του παρελθόντος και οι προσδοκίες για το μέλλον.

Πράγμα παράξενο όμως, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ζει τόσο για το Τώρα. Αλλιώς πώς θα επέτρεπε να ξεζουμίζεται έτσι κάθε μέρα της ζωής του στο όνομα ενός απροσδιόριστου Μετά; Ή στο όνομα αναμνήσεων που έχουν πια χαθεί;

Κι έτσι ερχόμαστε στο εξής παράδοξο: ο άνθρωπος τείνει να εξιδανικεύει το Άλλοτε και να ονειρεύεται το Αύριο – μα για το Εδώ και Τώρα ούτε λόγος να γίνεται. Γραμμένο το έχει! Πώς να μην απελπιστεί όταν αυτό λοιπόν επαναλαμβάνεται στο διηνεκές; Είναι ο καθρέφτης της ασημαντότητάς του εκείνος που βλέπει να επαναλαμβάνεται – ξανά και ξανά και ξανά. Καθρέφτης ενός πολιτισμού που ξέρει να προγραμματίζει, μα έχει ξεχάσει να ζει.

Που βρίσκεται η διέξοδος από την τρομερή αυτή λούπα;

Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου ο ήρωάς μας αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την ατέρμονη αυτή επανάληψη προκειμένου να οικοδομήσει κάτι. Κάτι που να έχει διάρκεια, κάτι που να φέρει κάποιο νόημα πέραν των απολαύσεων της στιγμής. Τι μπορεί να είναι αυτό όμως, τη στιγμή που την επόμενη μέρα τα πάντα ξεκινούν απ’ την αρχή ξανά; Μπορεί κάτι να διαρκέσει τη στιγμή που ο βράχος πέφτει πάλι στην αφετηρία του; Για πες μου, Σίσυφε, τι μπορείς να κάνεις;



Ρολόγια, παντού ρολόγια! / Clocks, clocks everywhere



Το βάθος που δεσπόζει στα ρηχά




Κάτι μπορώ να κάνω – απαντάει ο Σίσυφος. Ναι, ο βράχος πέφτει απ’ το βουνό και, ναι, θα χρειαστεί να προσπαθήσω απ’ την αρχή ξανά. Μα στη διάρκεια όλου αυτού του ανεβοκατεβάσματος κάτι έχει αλλάξει… κάτι έχει κατορθώσει να ξεφύγει από τη λούπα της αιώνιας επανάληψης. Θες να σου πω τι;

Εγώ… εγώ ο ίδιος!

Αλλάζω, όσο αναγνωρίζω πως είμαι ικανός να αλλάξω. Όσο συλλέγω εμπειρίες και οικοδομώ την ταυτότητά μου. Και αν δεν μπορώ να κάνω κάτι για την πραγματικότητα γύρω μου, ίσως να μπορώ τελικά να κάνω κάτι για μένα τον ίδιο. Να χτίσω κάτι από τον εαυτό μου. Να μην επιτρέψω σε αυτή την επανάληψη να συνεχίζεται στο διηνεκές – γιατί ο ίδιος θα έχω αλλάξει στο μεταξύ.

Περισσότερο και απ’ τις θρησκευτικές ερμηνείες του “Groundhog Day”, είναι στις ψυχαναλυτικές ερμηνείες του που βρίσκω το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Χαρακτηριστικό της νεύρωσης είναι η επανάληψη: βρίσκεσαι μπλεγμένος σ’ ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, που σε βλάπτει και σε συντηρεί ταυτόχρονα, και αδυνατείς να ξεφύγεις απ’ αυτό και να οικοδομήσεις μια ουσιώδη πορεία για τον εαυτό σου. Έτσι λοιπόν η απόδραση από την Ημέρα της Μαρμότας θα μπορούσε να ιδωθεί και ως απόδραση από τη Νεύρωση.

Δεν χωράει αμφιβολία πως ο πολιτισμός που ζούμε είναι βαθιά νευρωτικός. Παραδομένος στη λούπα της ρουτίνας, υφαίνοντας αραχνοΰφαντα όνειρα που συντηρούν ένα κενό παρόν, ριγμένος στις απολαύσεις της στιγμής και ανίκανος να σκεφτεί έναν τρόπο διαφυγής.

Ο ήρωάς μας ξεφεύγει όταν κατορθώνει να προχωρήσει πέραν του αρχικού ναρκισσιστικού σταδίου, αλλά και πέραν της επακόλουθης απελπισίας. Τι και αν η μέρα επαναλαμβάνεται; Αφού δεν μπορώ να αλλάξω τα πράγματα γύρω μου, ας αλλάξω εγώ ο ίδιος… Και αν αδυνατώ να χτίσω κτίρια και ναούς, ας χτίσω τον ίδιο τον εαυτό μου. 



Bill Murray, Andy MacDowell and Snowman
Bill Murray playing piano in Groundhog Day



Είμαστε όλοι ακατέργαστες πέτρες που περιμένουν να σμιλευτούν με τον κατάλληλο τρόπο προκειμένου ν’ αναδειχτεί ο πολύτιμος λίθος που κρύβουμε μέσα μας. Αν κατά Φρόυντ δεν είμαστε κατά βάθος παρά εγωιστικά και αντικοινωνικά όντα που επιζητούν τις απολαύσεις και την αυτοσυντήρησή τους, κατά Γιούνγκ υπάρχει και μια επιπρόσθετη δημιουργική πλευρά μας – μια πλευρά εξίσου απωθημένη με τις απωθημένες επιθετικές και καταστροφικές μας ενορμήσεις. Μια πλευρά που περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου ν’ αναδειχτεί και να καρποφορήσει.

Έτσι λοιπόν ο Phil οικοδομεί έναν καλύτερο εαυτό. Δεν είναι πια ένας άνθρωπος που κυνηγά τυφλά τις απολαύσεις, μα κάποιος που συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Και αν η συνεισφορά του έχει ξεχαστεί την επόμενη μέρα, δεν έχει τόση σημασία – αρκεί που ξέρει και θυμάται ο ίδιος. Η γνώση παραμένει μέσα του.

Και οι άνθρωποι πλέον παύουν να φαντάζουν σαν παιχνίδια στα χέρια του. Και ο ίδιος δεν είναι πια ένας θεός που τους βλέπει αφ’ υψηλού. Τους προσεγγίζει. Μιλάει στη γλώσσα τους. Γίνεται καρποφόρο δέντρο και τους αφήνει να μαζέψουν τους καρπούς του.

Διαπιστώνει πως υπάρχει βάθος εκεί που άλλοτε έβλεπε μονάχα επιφάνεια. Και ο ίδιος μεταμορφώνεται σ’ έναν άνθρωπο εξίσου βαθύ με τον κόσμο γύρω του. Με αυτή τη μικρή, ασήμαντη κωμόπολη και τους ανθρώπους της – που μόνο μικροί και ασήμαντοι δεν είναι.

Ναι, ο Σίσυφος μπορεί να είναι ευτυχής όταν διαπιστώνει πως υπάρχει νόημα σε αυτό που κάνει. Και αν δεν υπάρχει – να του δώσει ο ίδιος.

Και δε βαριέσαι – ας του δώσουμε ένα παραμυθένιο φινάλε. Ναι, παίρνει και το κορίτσι στο τέλος! Τι να γίνει, αγαπητοί. Χρειάζεται και μια δόση παραμυθιού προκειμένου να οικοδομήσουμε καλύτερα αυτή τη μικρή και καθημερινή, μα τόσο μεγάλη και αιώνια, καθημερινότητά μας!



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 18. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.


Μια γλυκιά μαρμότα

14 Οκτωβρίου 2018

Οι 12 Ένορκοι. Μια κοινωνική ψυχολογική μελέτη



Οι 12 Ένορκοι (12 Angry Men). Ένα αφιέρωμα και μια μελέτη των κοινωνικών και ψυχολογικών προεκτάσεων της ταινίας. Από το φονικό κουνέλι



12 Angry Men. Η αντίληψη της πραγματικότητας, η επιρροή της μειονότητας, οι ψυχολογικοί τύποι, η δημοκρατία και ο ολοκληρωτισμός




«Θα έλεγε κανείς πως η φαντασιοκοπία δεσμοφυλάκων και δημίων διεύθυνε μέχρι τώρα την παιδεία του ανθρώπινου γένους!» - Φρίντριχ Νίτσε, «Χαραυγή»



Δεν χωράει αμφιβολία πως οι «12 Ένορκοι» [“12 Angry Men”, 1957], σε σκηνοθεσία Sidney Lumet και σενάριο του Reginald Rose, συγκαταλέγεται στις καλύτερες κινηματογραφικές ταινίες όλων των εποχών. Είναι μια σπουδή στην ανθρώπινη και κοινωνική ψυχολογία και ένα έργο που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια. Είναι ένα από εκείνα τα φιλμ που φανερώνουν τη δύναμη του κινηματογράφου όχι μόνο ως μέσο ψυχαγωγίας και απόδρασης, αλλά ως μέσο ικανό να προβληματίσει και να θίξει διαχρονικά κοινωνικά και πανανθρώπινα ζητήματα.

Πρόκειται επίσης, φαινομενικά τουλάχιστον, για μια ταινία χαμηλού προφίλ: γυρισμένη σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε μια κλειστή αίθουσα δικαστηρίου, με ανύπαρκτη «δράση», δίνοντας αποκλειστική έμφαση στον διάλογο και στη σκιαγράφηση ανθρώπινων τύπων, οι 12 Ένορκοι στρέφουν περιφρονητικά την πλάτη στις δημοφιλείς υπερπαραγωγές της εποχής τους (πόσο μάλλον της δικής μας!) και ιχνηλατούν με μαεστρία τα ζενίθ και τα ναδίρ της ανθρώπινης ψυχής – και αυτό το τελευταίο είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη περιπέτεια και η μεγαλύτερη υπερπαραγωγή όλων.

Η υπόθεση είναι απλή: στο πέρας μιας δίκης ένας νεαρός κατηγορείται για τη δολοφονία του πατέρα του• μια ομάδα ετερόκλητων μεταξύ τους πολιτών, που απαρτίζουν το σώμα των Ενόρκων, συνέρχονται για να αποφασίσουν αν ο νεαρός είναι αθώος ή ένοχος• ομόφωνη απόφαση και των 12 Ενόρκων θα σημάνει την καταδίκη του νεαρού – και την μεταφορά του στην ηλεκτρική καρέκλα• κατά τα φαινόμενα και τη γνώμη της ισχυρής πλειοψηφίας, με 11 προς μία ψήφους, ο νεαρός είναι ένοχος• ένας μόνος ένορκος, τον ρόλο του οποίου υποδύεται ο Henry Fonda, αμφιβάλλει για την ενοχή του: δεν υποστηρίζει με βεβαιότητα πως ο νεαρός είναι «αθώος» - απλά οι ενδείξεις δεν τον έχουν πείσει και για το αντίθετο. Μόνος αυτός, κόντρα στο ρεύμα, επιθυμεί να συζητήσουν για την πιθανότητα της μη-ενοχής του. Έτσι λοιπόν, με κάποια απροθυμία (γιατί έχουν και δουλειές να κάνουν!) οι υπόλοιποι ένορκοι αναγκάζονται να κάνουν εκείνο που μοιάζει να είναι το δυσκολότερο πράγμα όλων: να συζητήσουν μεταξύ τους.

Ο νόμος είναι σαφής: χρειάζεται ομόφωνη απόφαση και των 12 ενόρκων προκειμένου να βγει η ετυμηγορία. Μόνο ο συγκεκριμένος ένορκος δείχνει να προβληματίζεται για την ευκολία με την οποία μια κοινωνία ολόκληρη καταδικάζει έναν άνθρωπο σε θάνατο. Και αν δεν είναι ένοχος τελικά; Αν υπάρχει μία πιθανότητα στις εκατό να καταδικάσουν έναν αθώο; Ποιος μπορεί να σηκώσει το βάρος της ευθύνης μιας τέτοιας απόφασης;



Οι 12 Ένορκοι
Οι 12 Ένορκοι στο δικαστήριο στην αρχή του έργου



Η ταινία δεν αποκαλύπτει αν ο νεαρός είναι αθώος ή ένοχος τελικά. Μα δεν είναι αυτό το θέμα της. Φαινομενικά, οι «12 Ένορκοι» αποκαλύπτουν τα όρια και τις τρύπες του συστήματος δικαιοσύνης. Επί της ουσίας όμως, το έργο αποκαλύπτει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς με βάση τους οποίους κρίνουμε την πραγματικότητα γύρω μας: τι είναι αληθινό, τι ψεύτικο, τι είναι σωστό και τι άδικο. Πως καταλήγουμε στην «αλήθεια» και πόσο εκείνη επηρεάζεται από ασυνείδητες σε μας ψυχολογικές διεργασίες, με κυρίαρχες την επιρροή της πλειοψηφίας («κάτι είναι αληθινό γιατί το υποστηρίζουν οι περισσότεροι») και την επιρροή του συναισθήματος («κάτι είναι αληθινό επειδή το νιώθω μέσα μου»).

Κάθε ένορκος συνιστά και έναν ψυχολογικό ανθρώπινο τύπο – δεν είναι τυχαίο που δεν μαθαίνουμε τα ονόματά τους, καθώς εδώ δεν έχουν σημασία τα ονόματα, μόνο οι τύποι, σαν εκείνους που συναντούμε σε κάθε εποχή και κάθε κοινωνία. Μεταξύ τους θα βρεις τον αισθηματία, τον επιπόλαιο, τον ανασφαλή, τον γνωστικό, τον σκεπτικιστή, τον ψυχρό ορθολογιστή, τον τραμπούκο και εκείνον που άγεται και φέρεται. Ο τρόπος με τον οποίο συζητούν μεταξύ τους και καταλήγουν σε συμπεράσματα μπορεί να παραλληλιστεί με κάθε κοινωνική διαδικασία εξαγωγής συμπερασμάτων, από τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ως την απόφαση πολιτικής ψήφου. Το σημαντικότερο είναι πως όλοι φέρουμε μέσα μας τον έναν ή τον άλλο τύπο, σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις – οι χαρακτήρες του έργου, λοιπόν, δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της κοινωνίας μας και του εαυτού μας.

Εξίσου σημαντική στο έργο είναι η διαδικασία της επιρροής της μειονότητας πάνω σε μια πλειοψηφία – πώς η πρώτη, αργά αλλά σταθερά, ταρακουνά το στέρεο έδαφος στο οποίο πατάει η δεύτερη, πως διαβρώνει την αρχική της ψευδαίσθηση της απόλυτης γνώσης, πως σταδιακά συμβάλλει στο να αναδιαμορφώσει την άποψή της και να δει υπό άλλη οπτική γωνία τα πράγματα. Έτσι λοιπόν στο έργο βλέπουμε, σταδιακά και μέσα από έντονες διαπροσωπικές συγκρούσεις, την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ του νεαρού: οι 11 προς μία ψήφοι γίνονται 10 προς 2, μετά 9 προς 3 – και ούτω καθεξής.

Με άλλα λόγια το έργο συνιστά μια ανεκτίμητη εμβάθυνση πάνω στην κοινωνική ανθρώπινη ψυχολογία.

Στο σημερινό μεγάλο αφιέρωμα θα επιδιώξω μια εμβάθυνση στις κύριες, κατά τη γνώμη μου, ψυχολογικές προεκτάσεις της ταινίας: 1) στη μελέτη των ψυχολογικών τύπων του έργου και τον τρόπο με τον οποίο φτάνουν να καταλήγουν σε συμπεράσματα, και 2) στη διαδικασία της επιρροής της μειονότητας πάνω στην πλειοψηφία. Τέλος θα κάνουμε μια αντιπαραβολή του ολοκληρωτισμού με τη δημοκρατία, όπως διαφαίνονται μέσα από τη συμπεριφορά των χαρακτήρων.



12 Angry Men. Η αφίσα της ταινίας



12 Angry Men: Οι ψυχολογικοί τύποι της ταινίας, η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η αντίληψη της πραγματικότητας




12 Ένορκοι, 12 άνθρωποι σαν όλους εμάς – θα μπορούσαμε να ήμασταν κι εμείς ανάμεσά τους. Κι όμως, πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, ο κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά! Αν στην αρχή του έργου οι περισσότεροι δείχνουν να καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα, στην πορεία συνειδητοποιούμε πως διαφέρουν σημαντικά οι γνωστικές και ψυχολογικές διεργασίες μέσω των οποίων κατέληξε ο καθένας στο συμπέρασμα αυτό. Ο τρόπος σκέψης τους (ή ο τρόπος μη-σκέψης τους) ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας εκείνες τις διεργασίες που δρουν υπόγεια μέσα μας και καταλήγουν να διαμορφώσουν την οπτική γωνία μας πάνω στα πράγματα. Παντού και πάντα, σε κάθε κοινωνία, κάθε εποχή. Ελάχιστα φιλμ μπορούν να θεωρηθούν τόσο διαχρονικά όσο αφορά τη σκιαγράφηση της ανθρώπινης σκέψης, όσο αυτό.

Ας βάλουμε στην άκρη το θέμα του έργου (τη δικαστική απόφαση πάνω στην ενοχή ή μη του νεαρού) και ας επεκτείνουμε το σκεπτικό μας πάνω σε κάθε μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς και κάθε διαμόρφωση κοινής γνώμης. Πώς καταλήγουμε, για παράδειγμα, στη διαμόρφωση πολιτικής άποψης και στην επιλογή εκλογικής συμπεριφοράς; Πως διαμορφώνουμε τη γνώμη μας πάνω σε ένα καταναλωτικό ζήτημα, ή πάνω σε ένα θέμα που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη; Πώς κρίνουμε την κοινωνία και τον εαυτό μας μέσα σε αυτήν, πώς καταλήγουμε σε αξίες πάνω στο «καλό» και το «κακό», το «σωστό» και το «λάθος», το «δίκαιο» και το «άδικο»;

Άραγε μας καθοδηγεί η λογική; Αν επιλέγουμε να ψηφίσουμε ένα κόμμα, για παράδειγμα, ή να αγοράσουμε ένα καταναλωτικό προϊόν, είναι επειδή ζυγίσαμε ορθολογικά τα υπέρ και τα κατά και καταλήξαμε στο σωστότερο, κατά τη γνώμη μας, συμπέρασμα; Αν μοιραζόμαστε μια άποψη πάνω σε ένα κοινωνικό ζήτημα (για παράδειγμα, τους αλλοδαπούς, το περιβάλλον, τα εργασιακά) συνιστά η άποψή μας αυτή αποτέλεσμα ορθολογικής επεξεργασίας και μόνο; Είναι ο ψυχρός ορθολογισμός ικανό εργαλείο, από μόνο του, για να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω μας;

Και αν μας επηρεάζουν άφθονοι ακόμα παράγοντες, τους οποίους αγνοούμε; Μπορεί, για παράδειγμα, να είμαστε συναισθηματικά προκατειλημμένοι υπέρ της μίας ή της άλλης θέσης – και το συναίσθημά μας αυτό να καθοδηγεί την κρίση μας. Μπορεί πάλι να φέρουμε πίσω μας συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα – τέτοια που να διαμορφώνουν την εικόνα μας για τα πράγματα και την υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων έναντι άλλων. Μπορεί ενδεχομένως να καθοδηγούμαστε από τη γνώμη της πλειοψηφίας, ή κάποιων «σημαντικών άλλων» (συχνά με τη μορφή μιας «αυθεντίας») – στην περίπτωση αυτή βαπτίζουμε ως «άποψή μας» μια γνώμη που δεν είναι καν δική μας, μα τη λάβαμε ετοιμοπαράδοτη και την αποδεχτήκαμε τυφλά, δίχως κριτική και δίχως αναστοχασμό. Μπορεί, τέλος, η γνώμη της πλειοψηφίας να είναι αόρατη – να καλύπτεται πίσω από κοινωνικές διεργασίες όπως η διαφήμιση, το lifestyle, οι κυρίαρχες αξίες ή η πρέπουσα ηθική.



Robert Webber in 12 Angry Men
Οι 12 Ένορκοι, ένας εναντίον όλων



Δεν είναι λίγα τα πειράματα της Κοινωνικής Ψυχολογίας πάνω στο θέμα της επιρροής της Αυθεντίας ή της Πλειονότητας πάνω στη Μειονότητα. Πιθανό κάποια στιγμή μελλοντικά να επανέλθω στο Blog με κάποια παράθεση των σημαντικότερων από αυτά, μια που το θέμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Η ουσία αυτών των διεργασιών είναι πως αποκαλύπτει πόσο ασταθής και εύθραυστη είναι, επί της ουσίας, η «γνώση» μας πάνω στα πράγματα και τις καταστάσεις. Πείθουμε αυτάρεσκα τους εαυτούς μας πως «κατέχουμε την αλήθεια και τη γνώση», κρίνουμε αβίαστα το σωστό και το λάθος, γινόμαστε όλοι δικαστές μιας πραγματικότητας της οποίας, εν τέλει, δεν βλέπουμε παρά ένα μικρό κομμάτι.

Οι 12 Ένορκοι ανήκουν σε εκείνα τα έργα που σπάνε αυτό το κέλυφος της επίπλαστης πραγματικότητάς μας – που αποκαλύπτουν πως η «αλήθεια» μας για τον κόσμο όσο στηρίζεται σε «αντικειμενικά γεγονότα», άλλο τόσο στηρίζεται σε υπόγειες ψυχολογικές και γνωστικές διεργασίες – και πως οι μεν είναι αδιάσπαστες από τις δε. Με άλλα λόγια, η αλήθεια συνιστά μια κατασκευή.

Αυτό δεν συνηγορεί υπέρ μιας σχετικότητας τύπου «δεν υπάρχουν αλήθειες» και «όλα είναι το ίδιο», ούτε υπέρ μιας ισοπέδωσης των αξιών. Απλά συμβάλλει στο να μας προσγειώσει από την αλαζονική μας πεποίθηση πως «τα ξέρουμε όλα». Και φανερώνει πως, εν τέλει, είμαστε άνθρωποι και ως τέτοιοι, οι κρίσεις μας πάντα επηρεάζονται από το συναίσθημά μας και πως η οπτική γωνία μας για τα πράγματα είναι πάντα μια οπτική γωνία – και όχι μια «απόλυτη αλήθεια».

Άντε, λοιπόν, μετά, να στείλεις έναν άνθρωπο στην ηλεκτρική καρέκλα. Μπορεί και να είναι ένοχος – μπορεί, όπως λέει εξ’ αρχής ο πρωταγωνιστής του φιλμ, Χένρυ Φόντα. Μπορεί. Μα είμαστε σίγουροι γι’ αυτό; Είμαστε απολύτως βέβαιοι; – ή μήπως υπάρχει κάποιο ίχνος αμφιβολίας μέσα μας; Και αν υπάρχει αυτό το ελάχιστο ίχνος, γιατί να μη το θρέψουμε, γιατί να μην συζητήσουμε γι’ αυτό, γιατί να μην προβληματιστούμε γι’ αυτό, προτού πάρουμε την καταδικαστική απόφαση;

Ποιοι είναι, λοιπόν, οι ψυχολογικοί τύποι που συναντούμε στο φιλμ; Για να τους δούμε. Προσοχή – ίσως ανάμεσά τους δούμε κάτι από τον ίδιο τον εαυτό μας.



12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αστόχαστου και του επιπόλαιου - το φονικό κουνέλι



1 # Ο Αστόχαστος



Στην αρχή του έργου παρουσιάζεται μαζεμένος και η άποψή του μοιάζει να αντανακλά τυφλά εκείνη της πλειοψηφίας. Στο ερώτημα «γιατί είναι ένοχος;» απαντάει «απλά νομίζω πως είναι ένοχος» - μα αδυνατεί να στηρίξει την άποψή του με κάποιο επιχείρημα. «Απλά το νομίζει». Έτσι δείχνουν οι ενδείξεις, έτσι λέει το πλήθος – επομένως «νομίζει πως είναι ένοχος». Η άποψή του, επί της ουσίας, είναι μια μη-άποψη.

Είναι ωστόσο καλόκαρδος και ανοιχτός στην επικοινωνία. Ο νους του μοιάζει με δοχείο, έτοιμο να δεχτεί κάθε καινούργια γνώμη, αρκεί να έχει σοβαρά επιχειρήματα. Από αυτή την οπτική ο χαρακτήρας του ανήκει στους σημαντικότερους του έργου – δεν παρουσιάζεται δογματικός, μα ανοιχτόμυαλος, ικανός για επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων. Δίχως χαρακτήρες σαν αυτόν θα ήταν αδύνατο να λυγίσει ο σκληροπυρηνικός πυρήνας της πλειοψηφίας και να μάθει να σκέφτεται διαφορετικά.

Συμπέρασμα; Το πρώτο βήμα για την κατάρρευση του δογματισμού είναι η καλή καρδιά και η θέληση για διάλογο.


2 # O Επιπόλαιος



 Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας εξ’ αρχής δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον αθλητικό αγώνα, παρά για το αποτέλεσμα της δίκης. Μόνο του μέλημα είναι να τελειώνουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να μη χάσει το ματς. Περιφρονεί τον διάλογο, τον οποίο και θεωρεί «χάσιμο χρόνου» και ο μόνος τρόπος να αλλάξει άποψη είναι αν δει πως μπορεί να κερδίσει περισσότερο χρόνο για τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο.

Η κρίση του ποδηγετείται τυφλά από τις εγωιστικές του ενορμήσεις – και οι ενορμήσεις αυτές είναι κοινές και ευτελείς: ξεπουλάει εύκολα την τύχη ενός νέου ανθρώπου προκειμένου να χαρεί το πολυπόθητο ματς.

Ο Επιπόλαιος μοιάζει με τον τσαρλατάνο που χοροπηδάει ανέμελος στα ερείπια του ορθολογισμού μας. Ζει χωρίς αξίες, περιφρονεί τον διάλογο, γελάει στα μούτρα όσων προσπαθούν να κάνουν τη διαφορά. Αν ήταν περισσότερο μυαλωμένος θα τον λέγαμε κυνικό – μα εδώ δεν έχουμε μυαλό, μόνο αντανακλαστικά και εγωιστικά ένστικτα. Από πολλές απόψεις ο Επιπόλαιος ενσαρκώνει τον κυρίαρχο τύπο του πολιτισμού μας: βαθιά επιφανειακός και καθοδηγούμενος από τις μικρές, ταπεινές του απολαύσεις.



12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αερολόγου και του ευμετάβλητου - το φονικό κουνέλι



3 # Ο Αερολόγος 



Θα πουλήσει τσαμπουκά, θα ορθώσει το ανάστημά του, θα προσβάλλει τον συνομιλητή του, θα υψώσει περισσότερο από όλους τους άλλους τη φωνή του – μα από επιχειρήματα; Μηδέν. Κοπανιστός αέρας.

Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό;

Ω, πόσοι αερολόγοι υπάρχουν γύρω μας! Και για κάποιο λόγο όλοι έχουν ανάγκη να υψώσουν τη φωνή τους – με τον ίδιο τρόπο που υψώνει τη φωνή του ο ανασφαλής έφηβος, προκειμένου να ακουστεί μες στην παρέα, προκειμένου να αισθανθεί πως είναι «κάποιος». Ό,τι λείπει σε επιχειρηματολογία προσπαθούν να το αναπληρώσουν με τη φωνή. Αυτή είναι η μαγκιά τους. Κάποιοι θα ψαρώσουν, που θα πάει. Εκεί που η δύναμη υποκαθιστά τη λογική.

Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις τον Αερολόγο και τον τσαμπουκά του; Πολύ απλά – να τον αγνοήσεις.


4 # Ο Ευμετάβλητος 



Είναι διαφημιστής στο επάγγελμα – και το επάγγελμα ταιριάζει γάντι στον τύπο του, που δείχνει να άγεται και να φέρεται, σαν τον αέρα – δίχως ουσία, σκορπώντας χαμόγελα αριστερά και δεξιά, φιλικός μα κενός στο βάθος. Είναι ο κοσμικός τύπος, εκείνος που θα κοινωνικοποιείται στα πάρτι, αυτός που θα κερδίσει με το γοητευτικό του χαμόγελο και τα αστεία του γυναίκες και άντρες – μα αν γυρέψεις κριτική σκέψη, δύσκολα θα την βρεις.

Ο Ευμετάβλητος αδυνατεί να κάνει από μόνος του διαφορά. Έχει υπερβολικά μεγάλη ανάγκη την αποδοχή των άλλων για να πάει κόντρα στο ρεύμα. Μα αν το ρεύμα αλλάξει, τότε θα προσαρτηθεί κι αυτός με τη σειρά του πάνω του – δεν θέλει να χάσει την αποδοχή και την αγάπη του κόσμου.

Όπου φυσάει ο άνεμος – εκεί θα συναντήσεις και άφθονους τύπους σαν αυτόν. Δίχως γνώμη – μα με λαμπρά χαμόγελα.




12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αισθηματία και του τεχνοκράτη - το φονικό κουνέλι



5 # Ο Αισθηματίας 



Ο βασικός αντίπαλος του πρωταγωνιστή και ο τελευταίος που αλλάζει γνώμη. Από πολλές απόψεις ο αισθηματίας συνιστά τον κυρίαρχο τύπο του φιλμ, εκείνον που ενσαρκώνει το μεγάλο αντίπαλο δέος κάθε απόπειράς μας να εξιχνιάσουμε την πραγματικότητα γύρω μας: ο λόγος για το Συναίσθημα, που όσο φωτίζει τις ζωές μας, άλλο τόσο κατορθώνει να συσκοτίσει συχνά τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Ο Αισθηματίας καταλήγει σε παθιασμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν έχει καμία αμφιβολία – το συναίσθημά του, βλέπετε, είναι τόσο ισχυρό που τον πείθει για την ορθότητα της κρίσης του. Πίσω από το συναίσθημά του κρύβονται συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα, τα οποία εσκεμμένα όμως αποφεύγει να θίξει. Θέλει να νομίζει πως η ορθότητα της άποψής του στηρίζεται στη λογική, ενώ στην ουσία συνιστά προϊόν σημαντικών ψυχολογικών βιωμάτων. Είναι εκείνο που στην Ψυχολογία ονομάζουμε «εκλογίκευση»: να αποκρύβεις και από τον ίδιο τον εαυτό σου τις ψυχολογικές αιτίες των αποφάσεών σου και να τις ντύνεις με ορθολογικά, τάχα, επιχειρήματα.

Ο Αισθηματίας συνιστά το κλειδί του έργου, κατά τη γνώμη μου, και τον σημαντικότερο από τους 12 Ενόρκους, και ο λόγος είναι επειδή όλοι μας φέρουμε έναν τέτοιο μέσα μας. Είναι αδύνατο να βγάλουμε τα προσωπικά βιώματα από την κρίση μας και να δούμε τον κόσμο με ψυχρά, απογυμνωμένα από το συναίσθημα, μάτια.

Μα εκείνο που είναι εφικτό, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, είναι να αναγνωρίσουμε τον ρόλο που παίζει αυτό το συναίσθημα και το προσωπικό βίωμα στην κρίση μας – αναγνωρίζοντάς το, αν μη τι άλλο, ίσως γίνουμε λιγότερο δογματικοί και απόλυτοι στην κρίση μας.


6 # Ο Τεχνοκράτης



Στον αντίποδα του Αισθηματία, στους μηχανισμούς εκφοράς συμπερασμάτων και όχι στο συμπέρασμα καθ’ εαυτό, συναντούμε τον Τεχνοκράτη. Αν ο Αισθηματίας κινείται με βάση το συναίσθημα και το προσωπικό βίωμα, ο Τεχνοκράτης θέλει να υπολογίζει τα πάντα σαν μηχανή – δίχως συναίσθημα, ψυχρά, αντλώντας από τα δεδομένα και μόνο, καταλήγοντας σε συμπεράσματα απογυμνωμένα από κάθε περιττό συναισθηματισμό.

Μα ο κίνδυνος εδώ είναι εξίσου μεγάλος: διώχνοντας κάθε συναισθηματισμό κινδυνεύεις να απολέσεις εξίσου κάθε ανθρώπινο στοιχείο μέσα σου. Ο Τεχνοκράτης κρύβεται πίσω από τη μαθηματική αλήθεια του «2 + 2 = 4» προσπερνώντας το γεγονός πως η πραγματικότητα δεν είναι μόνο γεγονότα – μα και ερμηνείες. Και οι ερμηνείες συνδέονται με αξίες και προσωπικές κρίσεις.

Από πολλές απόψεις ο Τεχνοκράτης φανερώνει τους κινδύνους του ακραίου ορθολογισμού – όταν ο ορθολογισμός μετατρέπεται σε εργαλείο, απογυμνωμένο από κάθε αξία, τότε ο κόσμος μας κινδυνεύει να χάσει την ίδια την ανθρωπιά του. Ουσιαστικά εδώ έχουμε τον Ιδανικό Γραφειοκράτη, για τον οποίο μίλησε ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ [Max Weber]. Ψυχρός και αφοσιωμένος στο καθήκον, όλα με σκοπό να τσουλήσει αποτελεσματικότερα η Μηχανή. Ιδανικός για ένα κοινωνικό σύστημα που γυρεύει ανθρώπους-ρομπότ, απογυμνωμένους από συναίσθημα, αφοσιωμένους στο καθήκον.

Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως στις πλάτες και στα επιχειρήματα του Τεχνοκράτη στηρίζονται οι αισθηματίες, οι επιπόλαιοι και οι τραμπούκοι του έργου. Αμφότερος ο Αισθηματίας, ο Ευμετάβλητος και ο Αερολόγος πιάνονται από κάθε επιχείρημά του, κρέμονται κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του, επιβραβεύοντάς τον για εκείνο που είναι αδύνατο να κάνουν οι ίδιοι: να σκεφτούν ορθολογικά. Ο Τεχνοκράτης, λοιπόν, γίνεται η φωνή τους, το Ευαγγέλιό τους.

Αν τροχοί ενός ολοκληρωτικού κοινωνικού συστήματος είναι οι αισθηματίες και οι αερολόγοι, τότε οι τεχνοκράτες συνιστούν την κεφαλή και την δικαιολογία του.

Ο καλύτερος – και μοναδικός – τρόπος να λυγίσεις τον Τεχνοκράτη είναι να του επιτεθείς με τα ίδια του τα όπλα. Με σοβαρά και ορθολογικά επιχειρήματα, ικανά να χαράξουν μια ρωγμή στον φαινομενικά αψεγάδιαστο τοίχο του ορθολογισμού του. Μια τόσο δα ρωγμή αρκεί.




12 Ένορκοι: Η κοινή γνώμη και ο σκεπτικιστής - το φονικό κουνέλι



# 7-11 Η Κοινή Γνώμη



Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου ενσαρκώνουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την «κοινή γνώμη». Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι πως κατέληξαν σ’ ένα συμπέρασμα δίχως να το έχουν σκεφτεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες – μα όλοι τους, λίγο πολύ, είναι πρόθυμοι να συζητήσουν το θέμα. Είναι εκείνοι που συμβάλλουν στο να γύρει, σταδιακά, η πλάστιγγα υπέρ του κατηγορούμενου.

Παρέα με τον συμπαθέστατο Αστόχαστο, για τον οποίο ήδη μιλήσαμε, έχουμε ακόμα τον Ηλικιωμένο (ο πρώτος σοφός, που αρνείται να καθοδηγηθεί τυφλά από τους άλλους), τον Μετανάστη (θέλοντας να προσαρμοστεί μεν στην αμερικανική πραγματικότητα, μα χωρίς να ξεχνάει την διαφορετικότητά του), τον Εργάτη (που καθοδηγείται από την πλειοψηφία στην αρχή, μα έχει στέρεες αρχές και δεν αρνείται τον διάλογο), τον Μεγαλωμένο σε Σκληρό Περιβάλλον (που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι σε θέματα διακρίσεων), και, τέλος, τον Συντονιστή (που μοιάζει με εκείνους τους δημοσιογράφους που καλύπτουν ένα ρεπορτάζ, δίχως ισχυρή προσωπική άποψη μα πρόθυμος να κατανοήσει την πραγματικότητα αν δει πως γέρνει σε βάρος της μίας ή της άλλης πλευράς).

Τέλος, μένει ένας ένορκος, ένας ανθρώπινος τύπος, που συμβάλλει καθοριστικά στη μεταστροφή αυτής της κοινής γνώμης.


12 # Ο Σκεπτικιστής



Πρόκειται για τον καταλύτη του έργου. Σκοπός του Σκεπτικιστή δεν είναι η απόρριψη της αλήθειας, μα η θραύση του δογματισμού. Επειδή ακριβώς αγαπάει την αλήθεια και την έρευνα, αρνείται τα ψευτοεπιχειρήματα των συνομιλητών του – και, μόνος του αρχικά, παλεύει να αγωνιστεί ενάντια σε όλους τους άλλους, με σκοπό να τους εμφυσήσει κάτι από τον προβληματισμό του.

Ο Σκεπτικιστής ενσαρκώνει το πνεύμα της Επιστήμης. Όχι της ψυχρής, εργαλειακής επιστήμης (αυτή θα λέγαμε πως την ενσαρκώνει ο Τεχνοκράτης) – μα της άλλης, εκείνης που εξακολουθεί ν’ αμφισβητεί και ν’ αμφιβάλλει, ακόμα και για τα ίδια της τα ευρήματα, εκείνης που δεν αρκείται σε δόγματα που γυρεύει πάντα να σκάψει λίγο βαθύτερα, να επεκταθεί λίγο παραπέρα. Ο σκεπτικισμός της είναι υγιής σκεπτικισμός – δεν επιδιώκει την κατάρρευση της γνώσης, μα τον εμπλουτισμό της. Είναι στη φύση του Σκεπτικιστή να αμφιβάλλει, όπως είναι στη φύση του και να συνδιαλέγεται, να επικοινωνεί. Δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί τυφλά κάποια «αλήθεια» δίχως να την εξετάσει από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Και θα αρνούνταν κάθε μορφή δόγματος – μια που τα δόγματα δεν επιτρέπουν περαιτέρω έρευνα και περαιτέρω αναστοχασμό. Η φράση-κλειδί του, όπως ακούμε να λέει ο Χένρι Φόντα στην αρχή του έργου, είναι: “it’s possible”. Είναι πιθανό – μα όχι βέβαιο.

Αυτή η σπίθα της αμφιβολίας πυροδοτεί το φιλμ. Αυτή η σπίθα της αμφιβολίας, πάντα ταπεινή στο βάθος, γνωρίζοντας τα όριά της, είναι η ελπίδα μας απέναντι σε κάθε μορφή φανατισμού και προσκόλλησης σε τυφλές αλήθειες.



Οι 12 Ένορκοι της ταινίας
Lee J. Cobb in Twelve Angry Men
Σκηνή από τους 12 Ένορκους



Η επιρροή της μειονότητας σε μια πλειοψηφία και οι διεργασίες της κοινωνικής αλλαγής




Γίνεται μια σπίθα να πυροδοτήσει ολόκληρη πυρκαγιά; Ασφαλώς και γίνεται – στην πραγματικότητα δεν υπάρχει φωτιά που να μην έχει ξεκινήσει από μια σπίθα μόνο.

Η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα αντανακλούν τη φυσική πραγματικότητα. Κάθε κοινωνικό γεγονός ξεκινάει από ένα μικρό, φαινομενικά, περιστατικό, κάθε ιστορικό συμβάν πηγάζει από μια αφορμή. Είναι δύσκολο, ως αδύνατο, να κατανοήσουμε σε βάθος τη μακρά (ατελείωτη!) εκείνη αλυσίδα των γεγονότων, πώς επηρεάζει το ένα το άλλο, πώς καταλήγει το ένα να επιδρά πάνω στο άλλο και όλα μαζί να διαμορφώνουν την πορεία των πραγμάτων. Τείνουμε να ερμηνεύουμε τον κόσμο και τα γεγονότα με μονόπλευρες αντιλήψεις πάνω στις «αιτίες» και τα «αποτελέσματα», μα η πραγματικότητα είναι πάντα περισσότερο σύνθετη από αυτό.

Να γιατί λοιπόν ένα φαινομενικά μικρό και ασήμαντο γεγονός μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση στη συνέχεια – χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα έχει καταλυτική επίδραση ούτως ή άλλως. Μα υπάρχει μια πιθανότητα να συμβεί. Κόντρα στην αποκαρδιωτική εκείνη αίσθηση της ασημαντότητας που νιώθουμε όταν αντιλαμβανόμαστε τη μικρότητα του εαυτού μας σε μια μαζική και ξένη απέναντί μας κοινωνία, υπάρχει πάντα εκείνο το «κάτι» που μας υπενθυμίζει πως τα πράγματα ίσως να μην είναι τόσο σκούρα όσο νομίζουμε: ίσως και να μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει τη διαφορά κάποιες φορές. Ίσως μπορεί να γύρει η πλάστιγγα. Ίσως μπορεί να αλλάξει κάτι γύρω μας. Ίσως. Υπάρχει μια μικρή, μπορεί ελάχιστη, πιθανότητα – μα υπάρχει.

Αρκεί να δούμε την Ιστορία ως τώρα για να το επιβεβαιώσουμε αυτό: όλα αλλάζουν. Ίσως όχι με τον ρυθμό που θέλουμε και ίσως όχι προς την κατεύθυνση που θέλουμε. Μα αλλάζουν. Εδώ μια πεταλούδα σηκώνει τα φτερά της και ξεσπά τυφώνας στην άλλη πλευρά του κόσμου και νομίζετε πως οι πράξεις μας είναι τόσο, πια, ασήμαντες;



12 Ένορκοι κατά τη διαδικασία της ψήφου
Αλλαγή και μειονότητα, από τους 12 Ένορκους



Το πρώτο βήμα για να αλλάξει μια γενική κοινωνική κατεύθυνση – η κατεύθυνση της πλειοψηφίας – είναι να αλλάξει μια μειονότητα ανθρώπων. Κάθε αλλαγή πάντα ξεκινάει από τους λίγους και επηρεάζει στην πορεία τους πολλούς – τα παραδείγματα είναι άφθονα αν δούμε τις ιστορικές αλλαγές. Αυτό δεν σημαίνει πως αλλαγή της μειονότητας συνεπάγεται, αυτόματα, αλλαγή και της γενικής πορείας των πραγμάτων! Η μειονότητα μπορεί να μείνει τέτοια που είναι: μια μειονότητα και να μην αλλάξει τίποτα απολύτως. Είναι εκείνο που θα ονομάζαμε, με κοινωνιολογικούς όρους, Ενσωμάτωση, ή Αφομοίωση. Ο σύγχρονος καπιταλισμός ξεχειλίζει με τέτοια παραδείγματα – από πολλές απόψεις μάλιστα, τέτοιες μειονότητες που πάνε «κόντρα στο ρεύμα» χρησιμεύουν και ως τροφή του συστήματος, ως αέρας ανάμεσα στα γρανάζια του – αναγκαίες για να μπορεί το σύστημα να ελίσσεται δίχως να ασφυκτιά, να ενσωματώνει τη διαφορετικότητα και με αυτόν τον τρόπο να εμπλουτίζεται το ίδιο.

Μα μια μειονότητα μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα γύρω της, όπως έχουν δείξει άφθονες μελέτες της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Σκοπός του παρόντος κειμένου, βέβαια, δεν είναι να εξαντλήσω αυτό το πελώριο θέμα – θα ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο. Ίσα να θίξω κάποιες πτυχές του, με αφορμή πάντα το “12 Angry Men”.

Πώς επηρεάζει ο ήρωας και πρωταγωνιστής της ταινίας μας τους υπόλοιπους ένορκους; Το πρώτο βήμα είναι εκείνη η σπίθα του σκεπτικισμού, που ήδη αναφέραμε. Δίχως αυτόν δεν θα είχε γίνει τίποτα εξ’ αρχής. Κάθε αλλαγή χρειάζεται να πυροδοτηθεί από μια αντίστοιχη σπίθα. Αυτή η σπίθα με τη σειρά της μπορεί να γίνει λόγος, μπορεί να γίνει σκέψη, μπορεί να γίνει πράξη. Μα όλα ξεκινούν από αυτή τη σπίθα.

Δεύτερο βήμα στην επιρροή της μειονότητας είναι η σταθερότητα της άποψης. Σταθερότητα όχι με την έννοια του δογματισμού, μα με την έννοια της υγιούς αμφισβήτησης. Αν ο ήρωάς μας έδειχνε να μην έχει επιχειρήματα και ήταν ανασφαλής σαν τους άλλους, δεν θα είχε γίνει τίποτα. Κανείς δεν θα τον έπαιρνε στα σοβαρά. Μα εκείνος έχει λόγο, έχει άποψη και έχει διάθεση να τη μοιραστεί. Δεν κρύβεται, δεν φοβάται, δεν διστάζει. Έχω τις αμφιβολίες μου, εκφράζει, και έχει επιχειρήματα για να τις στηρίξει. Δεν είναι ο λόγος ενός κενού αμφισβητία, που αμφισβητεί τυφλά για να «πάει κόντρα στο σύστημα» - μα ενός υγιούς σκεπτικιστή που θέλει να επικρατήσει η αλήθεια.

Κι εδώ ερχόμαστε στο αμέσως ακόλουθο βήμα: το σθένος. Γιατί χρειάζεται θάρρος να ορθώσεις τη διαφορετικότητά σου και να την υπερασπίσεις με επιχειρήματα. Πολλοί θα δίσταζαν να το κάνουν. Όχι όμως ο πρωταγωνιστής μας. Ο φόβος και η σιωπή είναι το όπλο κάθε ολοκληρωτισμού. Το να μιλάς όμως, να υψώνεις τη φωνή σου και να ορθώνεις το ανάστημά σου – αυτό είναι η πνοή της ελευθερίας.



Ο Χένρυ Φόντα στους 12 Ένορκους
12 Angry Men, δημοκρατία και ολοκληρωτισμός




Είναι όμως αρκετά αυτά; Πόσες ηρωικές πράξεις ανθρώπων έγιναν και έφυγαν, δίχως αντίκρισμα; Δυστυχώς δεν αρκεί να κάνεις μόνος σου τη διαφορά – χρειάζεσαι και συνοδοιπόρους στο δρόμο σου. Όπως εξάλλου ομολογεί ο Χένρι Φόντα στην αρχή του έργου: «θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου – μα αν ψηφίσουμε και εξακολουθείτε να έχετε άλλη άποψη από μένα, θα παραδώσω τα όπλα, δεν θα επιμείνω άλλο».

Ευτυχώς, όμως, στην περίπτωση της ταινίας, θα βρεθούν εκείνοι οι συνοδοιπόροι που θα κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα, πάνω που πάει να σβήσει. Και σταδιακά η γνώμη της μειονότητας (ενός ανθρώπου αρχικά) αρχίζει και εξαπλώνεται – αργά μα σταθερά μετατρέπεται στη γνώμη των πολλών.

Πρόκειται για μια αργή και επίμοχθη διαδικασία, γεμάτη συγκρούσεις και πισωγυρίσματα. Καμία αλλαγή της προκοπής δεν ακολουθεί εντελώς ευθεία γραμμή, και όσες επεδίωξαν να το κάνουν έφαγαν τα μούτρα τους. Μα η φωτιά εξαπλώνεται, λίγο προς λίγο – οι σπόροι έχουν φυτευτεί.



Επίλογος. Δημοκρατία και διάλογος εναντίον ολοκληρωτισμού




Όπλα της μειονότητας στην ταινία είναι ο διάλογος, η επιχειρηματολογία, η ελεύθερη άποψη, η έρευνα, η αμφισβήτηση, η ευαισθησία – αντίπαλοί τους είναι ο δογματισμός, ο φανατισμός, η προκατάληψη, η αδιαφορία, η στενομυαλιά, ο τσαμπουκάς, η χλεύη. Με άλλα λόγια έχουμε μια κλασική σύγκρουση του υγιούς πνεύματος της δημοκρατίας από τη μία, με το πνεύμα του ολοκληρωτισμού από την άλλη. Ας μην κάνουμε παραλληλισμούς με την «δημοκρατία» σαν καθεστώς, όπως ισχύει στην εποχή μας. Εδώ αναφέρομαι στην υγιή δημοκρατία, σαν άποψη, σαν στάση ζωής – κατά πόσο υφίσταται αυτό και σε τι βαθμό υφίσταται στον κόσμο που ζούμε είναι άλλο θέμα.

Μα σάμπως αυτό δεν είναι και το σημαντικότερο μήνυμα του έργου; Δεν έχει σημασία αν μια πλειοψηφία άγεται και φέρεται. Αρκεί να υπάρχουν λίγοι που κάνουν τη διαφορά – που έχουν το θάρρος να σκεφτούν και να ορθώσουν το ανάστημά τους. Ίσως αυτοί οι λίγοι να αρκούν τελικά. Ίσως να μην χρειάζεται να αλλάξουν οι πολλοί – αρκεί να υπάρχουν αυτοί οι λίγοι.


Γιατί, σε τελική ανάλυση, κάθε φωτιά ξεκινάει από μια τόσο δα σπίθα.


© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Οκτώβρης του 18. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή-αναδημοσίευση του συνολικού κειμένου σε άλλες ιστοσελίδες ή ιστότοπους.


Ταινία 12 Ένορκοι, μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι