Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Ιουλίου 2019

Έρμαν Έσσε: Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο


Χέρμαν Έσσε - Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο. Αποσπάσματα από βιβλία του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι




Ημέρα εκλογών σήμερα, μα επιθυμώ να αποφύγω κάθε σχόλιο για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, τόσο πριν, όσο και μετά. Αντί αυτών θα μοιραστώ μαζί σας κάποια πολύ σημαντικά αποσπάσματα από κείμενα του Έρμαν Έσσε [Hermann Hesse], με θέμα τους την εναντίωσή του στον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό των συμπατριωτών του, τότε, στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου – και στα ξεσπάσματα οργής που πυροδότησε η συγκεκριμένη στάση του.

Ο Έσσε ανήκε στους λίγους που, με το ξέσπασμα του πολέμου το 1914, τάχθηκε με σαφήνεια εναντίον του, παίρνοντας θέση υπέρ της ειρήνης και του διεθνισμού. Καταμεσής της γενικευμένης πατριωτικής έξαρσης βέβαια, ο Έσσε αυτόματα στοχοποιήθηκε ως «προδότης» από πλήθος Γερμανών. Ο Τύπος τον χαρακτήρισε «διεφθαρμένο» και τα γράμματα μίσους των γερμανών φοιτητών κατέκλυζαν το γραφείο του. Οι συμπατριώτες του πλέον τον κοιτούσαν με μισό μάτι.

Μα ο ίδιος ουδέποτε μετάνιωσε για τη συγκεκριμένη επιλογή του. Όπως γράφει, εξάλλου, μέσω του κεντρικού χαρακτήρα του στον «Λύκο της Στέπας»: «Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.»




Στρατιώτης στα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου - No Man's Land... a lone soldier during World War 1



Απόσπασμα από τη «Σύντομη Βιογραφία» του Έσσε [1924]



«Δεν έχω ξεχάσει ποτέ ένα μικρό βίωμα της πρώτης χρονιάς του πολέμου. Είχα επισκεφτεί ένα μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο ψάχνοντας να βρω μια δυνατότητα να προσαρμοστώ σαν εθελοντής μ’ ένα σημαντικό τρόπο στον αλλαγμένο κόσμο, πράγμα που τότε ακόμα μου φαινόταν δυνατό. Σ’ εκείνο το νοσοκομείο για τραυματίες γνώρισα μια γηραιά δεσποινίδα που άλλοτε ιδιώτευε κάτω από καλές συνθήκες και που τώρα πρόσφερε τις υπηρεσίες της σαν νοσοκόμα σ’ αυτό το νοσοκομείο. Μου διηγήθηκε με συγκινητικό ενθουσιασμό πόσο χαρούμενη και περήφανη ήταν για το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει αυτήν τη μεγαλειώδη εποχή. Το βρήκα κατανοητό, γιατί γι’ αυτήν την κυρία χρειάστηκε ο πόλεμος για να βγει από την άεργη και καθαρά εγωιστική γεροντοκορίστικη ζωή της και να ζήσει μια ενεργητική και με κάποια αξία ζωή. Ωστόσο, καθώς μου διηγιόταν την ευτυχία της σ’ ένα διάδρομο γεμάτο τυλιγμένους σε επιδέσμους και τσακισμένους στρατιώτες, ανάμεσα σε αίθουσες κατάμεστες από ακρωτηριασμένους και ετοιμοθάνατους, γύρισε η καρδιά μου ανάποδα. Όσο κι αν κατανοούσα τον ενθουσιασμό αυτής της θείτσας, δεν μπορούσα να τον συμμεριστώ, δεν μπορούσα να τον επιδοκιμάσω. Αν έπεφταν δέκα πληγωμένοι στο μερτικό κάθε τέτοιας ενθουσιασμένης νοσηλεύτριας, τότε η ευτυχία αυτών των κυριών ήταν κάπως ακριβοπληρωμένη.

Όχι, δεν μπορούσα να συμμεριστώ τη χαρά για τη μεγαλειώδη εποχή, υπέφερα αξιολύπητα από τον πόλεμο, από την αρχή του κιόλας, και αμυνόμουνα απελπισμένα επί χρόνια ενάντια σε μια δυστυχία που φαινόταν να είχε ξεσπάσει από έναν ανέφελο ουρανό, ενώ όλος ο κόσμος γύρω μου έκανε σαν να ήταν γεμάτος ενθουσιασμό ακριβώς γι’ αυτήν τη δυστυχία. Και όταν διάβαζα στις εφημερίδες τα άρθρα των ποιητών που ανακάλυπταν την ευλογία του πολέμου και τις εκκλήσεις των καθηγητών και όλα τα πολεμικά ποιήματα που έβγαιναν από τα σπουδαστήρια των διάσημων ποιητών, τότε ένιωθα ακόμα πιο άθλια.

Στα 1915, κάποια μέρα, μου ξέφυγε δημόσια η ομολογία αυτής της αθλιότητας και λόγια θλίψης για το ότι και οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι δεν ήξεραν να κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κηρύσσουν το μίσος, να διαδίδουν ψέματα και να εγκωμιάζουν τη μεγάλη δυστυχία. Η συνέπεια αυτής της μάλλον δειλά εκφρασμένης από μέρους μου κατηγορίας ήταν το να χαρακτηριστώ από τον Τύπο της πατρίδας μου προδότης —για μένα ένα καινούριο βίωμα, γιατί παρά τις πολλές και διάφορες επαφές μου με τον Τύπο, δεν είχα γνωρίσει ακόμα ποτέ μέχρι τότε την κατάσταση του αποδοκιμασμένου από την πλειοψηφία. Το άρθρο μ’ εκείνη την κατηγορία εναντίον μου ανατυπώθηκε από είκοσι εφημερίδες της πατρίδας μου, και απ’ όλους τους φίλους μου —που πίστευα ότι είχα πολλούς στον Τύπο— μόνο δύο τόλμησαν να πάρουν το μέρος μου. Παλιοί φίλοι μού έκαναν γνωστό ότι είχαν θρέψει ένα φίδι στον κόρφο τους και ότι η καρδιά τους δε χτυπάει πια παρά για τον Κάιζερ και την αυτοκρατορία και όχι για ένα διεφθαρμένο σαν εμένα.

Υβριστικά γράμματα από αγνώστους έφταναν με το τσουβάλι και βιβλιοπώλες μου ανακοίνωναν ότι ένας συγγραφέας με τόσο εκφυλισμένες απόψεις όπως εγώ δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς. Σε κάμποσα απ’ αυτά τα γράμματα έκανα τη γνωριμία μου μ’ ένα διακοσμητικό που τότε το έβλεπα για πρώτη φορά: μια τυπωμένη στρογγυλή σφραγίδα με τη φράση «Ο Θεός ας τιμωρήσει την Αγγλία». Θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γελάσει με την καρδιά μου γι’ αυτή την παρεξήγηση. Όμως δεν τα κατάφερα να κάνω κάτι τέτοιο.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ο γερμανικός επεκτατικός μιλιταρισμός, καρικατούρα του Κάιζερ, από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German nationalism during World War 1, a caricature



«Γράμματα Μίσους» [1921]



«Οι Γερμανοί φοιτητές είχαν ανέκαθεν συχνά πρωτότυπους και φαιδρούς τρόπους τους για να εκφράσουν όχι μόνο σεβασμό και θαυμασμό, αλλά και την περιφρόνηση τους και το μίσος τους. Αυτή η μερίδα του γερμανικού φοιτητόκοσμου που προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον να διασώσει τις παλιές παραδόσεις και είναι πολιτικά αντιδραστική και στο έπακρο εθνικιστική, μου στέλνει από διάφορα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα από τη Χάλε, κάθε λίγο και λιγάκι ένα γράμμα μίσους. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτά τα γράμματα, όσο κι αν συχνά είναι τόσο ενδιαφέροντα. Αλλά επειδή επαναλαμβάνονται από καιρό σε καιρό, σχεδόν στο ίδιο ύφος, και δείχνουν μια έντιμη και καλοπροαίρετη, θα έλεγα ενθουσιώδη μάλιστα, νοοτροπία, που ωστόσο στην κατεύθυνσή της είναι πέρα για πέρα επικίνδυνη και που κάνει να φοβάται κανείς άσχημες εξελίξεις για το μέλλον μας, πρέπει κάποτε να μιλήσω γι’ αυτά τα γράμματα.

Παίρνω για βάση το γράμμα ενός φοιτητή του πανεπιστημίου της Χάλε που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Ο συντάκτης του αισθάνεται την επιτακτική ανάγκη να μου γνωστοποιήσει ότι αυτός (και πολυάριθμοι ομοϊδεάτες του) δεν είναι ευχαριστημένος από εμένα, ότι πρέπει να μου επιρρίψει μομφή για την τρομερή παραγνώριση των καθηκόντων μου, ότι κι αυτός και οι φίλοι του με περιφρονούν βαθύτατα, ότι για εκείνον και τους συντρόφους του είμαι πεθαμένος και ενταφιασμένος, ότι το πολύ– πολύ είμαι γι’ αυτούς αντικείμενο χλεύης κλπ.

Θα αναφέρω εδώ μερικές φράσεις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές:

«Η Τέχνη σας είναι ένα νευρασθενικό–ασελγές ανασκάλευμα με ωραία λόγια, είναι μια ξελογιάστρα Σειρήνα επάνω από νωπούς γερμανικούς τάφους που δεν έχουν ακόμα κλείσει. Μισούμε αυτούς τους ποιητές —κι ας προσφέρουν εκατό φορές ώριμη τέχνη— που θέλουν τους άντρες να τους κάνουν γυναίκες, που θέλουν να μας ισοπεδώσουν και να μας διεθνοποιήσουν και να μας κάνουν ειρηνιστές. Είμαστε Γερμανοί και θέλουμε να μείνουμε αιώνια Γερμανοί. Είμαστε μαθητές ενός Σίλερ και ενός Φίχτε και ενός Καντ κι ενός Μπετόβεν κι ενός Βάγκνερ —μάλιστα δέκα φορές μαθητές ενός Ρίχαρντ Βάγκνερ που το βροντόηχο πάθος του θα το αγαπάμε στους αιώνες των αιώνων. Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε οι Γερμανοί ποιητές μας (αν έχετε γίνει ξένος, να μας αδειάσετε η γωνιά!), θέλουμε οι Γερμανοί ποιητές να βγάλουν από το λήθαργο το λαό μας και να τον οδηγήσουν πάλι στους ιερούς κήπους του γερμανικού ιδεαλισμού, της γερμανικής θρησκείας και της γερμανικής πίστης!»

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτά δεν είναι παρά ασκήσεις γραφής σαν αυτές που άλλοτε αισθηματικοί νεανίες έγραφαν στο γενεαλογικό τους βιβλίο, απλοϊκές εκφράσεις μιας νεανικής μέθης από ηχηρά λόγια. Όμως αυτό θα ήταν μια υπερβολικά αισιόδοξη αντίληψη. Πίσω από τέτοιες φράσεις κρύβεται κάτι περισσότερο —όχι απόψεις και γνώμες παρά ένα δυνατό, αρρωστημένο και μάλιστα με το παραπάνω νευρασθενικό πείσμα, μια ομολογία για τάσεις που στην περαιτέρω επενέργειά τους είναι εχθρικές για το πνεύμα και για τη ζωή.

Ήδη το ότι ένας φοιτητής αισθάνεται την ανάγκη ν’ ανακοινώσει σε έναν ποιητή: «Είστε νεκρός για μας, σας περιγελάμε!» αποτελεί μιαν αλλόκοτη ανάγκη. Αυτός ο φοιτητής διάβασε κάτι δικό μου που του φαίνεται νευρασθενικό και νοσηρό ή «αντιγερμανικό» ή «ξενικό», αλλά δεν αρκείται στο να βάλει στην άκρη αυτό το βιβλίο και ν’ αποστραφεί αυτόν το συγγραφέα. Όχι. Σ’ αυτόν το συγγραφέα διαισθάνθηκε κάτι, ένα δηλητήριο, ένα ξελόγιασμα, κάτι ανθρώπινο, κάτι διεθνές, κάτι ξενικό, κάτι υπερεθνικό, κάτι το οποίο ξεκινάει το ξελόγιασμα, επομένως κάτι που όσο πιο ξελογιαστικό είναι τόσο πιο έντονα πρέπει να καταπολεμηθεί και ν’ αφανιστεί! Το ότι ο «ξενοποιημένος», ειρηνιστής, αντιγερμανικός ποιητής είναι γι’ αυτόν —το φοιτητή— νεκρός, το ότι κανένας αξιοπρεπής νέος με πατριωτικό και σιλερικό φρόνημα δεν ακούει τέτοιους ποιητές, αυτό πρέπει να του το βροντοφωνάξει (και στον εαυτό του επίσης) και να του το διαλαλήσει με μια ύποπτη σπατάλη πάθους.



Ο Χέρναν Έσσε στο γραφείο με τα βιβλία του / Hermann Hesse and his books




Φυσικά, δεν έχω σκοπό να απαντήσω εδώ σ’ ένα γράμμα σαν αυτό και σε κάμποσα άλλα παρόμοια που έλαβα. Δε μ’ ενδιαφέρει το αν μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες φοιτητές με διαβάζουν ή όχι, με εγκρίνουν ή όχι. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα για μένα. Αλλά με ενδιαφέρει, σαν σύμπτωμα των καιρών, η αντίδραση Γερμανών φοιτητών απέναντι στα κείμενα ειρηνιστών συγγραφέων, η αντίδρασή τους απέναντι στις προσπάθειες αυτών των συγγραφέων για αποβαρβαροποίηση και ανθρωπιά. Ενδιαφέρουσα είναι προπαντός η φράση: «Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε». Δηλαδή, κατά τη γνώμη αυτών των φοιτητών ένας συγγραφέας δεν είναι ένα πλάσμα που εκφράζει ό,τι νιώθει μέσα του σαν ανάγκη —κι αυτό το κάνει τόσο πιο τέλεια και τόσο πιο επάξια όσο πιο σίγουρα και πιο αλάθευτα βιώνει και απεικονίζει την ύπαρξή του, τα πιστεύω του, την αλήθεια του. Γι’ αυτούς ο συγγραφέας είναι ένας δημόσιος υπηρέτης που πρέπει να παίρνει διαταγές από φοιτητές για το τι πρέπει να λέει και να κάνει. Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει πίσω όταν το παλικαράκι προχωρεί εναντίον του με το ξίφος βγαλμένο απ’ τη θήκη. Αγόρι μου, πόσο προδόθηκες!

Όμως ακόμα πιο αποκαλυπτική για τη σπασμωδικότητα και την επικίνδυνη στενοκεφαλιά του συντάκτη του γράμματος είναι το ποιους αναγνωρίζει ως μεγάλες και ηγετικές μορφές. Ο επιστολογράφος μου είναι φοιτητής της Ιατρικής και κατά πάσα πιθανότητα έκανε μερικά χρόνια στον πόλεμο και καθώς —όπως προς τιμήν του, υποθέτω— ασφαλώς και αφιερώνει πολλή επιμέλεια στις σπουδές του, δεν μπορεί να μας πείσει ότι σαν φοιτητής έχει ήδη μελετήσει εμπεριστατωμένα τους λόγιους που αναφέρει. Αντίθετα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τις γνώσεις του για τη γερμανική ιστορία και τις γερμανικές μεγαλοφυΐες τις χρωστάει σε μερικές διαλέξεις περί πανγερμανισμού ή στο διάβασμα κάποιου με σχετικό πνεύμα κειμένου του Τσάμπερλεν, του Ρόρμπαχ ή, στην καλύτερη περίπτωση, του Νάουμαν. Μερικά ονόματα που ανήκουν κι αυτά στο πρόγραμμα τα έχει ξεχάσει, όπως τα ονόματα Λούθηρος και Χέγκελ. Όμως και χωρίς αυτά τα ονόματα το πρόγραμμα είναι κατανοητό.

Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι το όνομα Μπετόβεν. Γιατί στην απαρίθμηση των Γερμανών μουσουργών δε θα τον έβαζα στην πρώτη–πρώτη θέση, ωστόσο είναι για μένα πάρα πολύ ιερός για να βλέπω τ’ όνομά του ν’ αναφέρεται σ’ αυτή την ευτελή υπόθεση. Ας τον αφήσουμε στην άκρη ή μάλλον ας πούμε σ’ αυτόν το φοιτητή ότι ανάμεσα σε όλα τα ιερά ονόματα που ανέφερε υπάρχει ένα και μόνο που είναι αξιοσέβαστο και σε μένα και στους ομοϊδεάτες μου: Μπετόβεν. Ασφαλώς είναι άσχημο το ότι δε βρίσκονται δίπλα στο δικό του όνομα ούτε ο Μότσαρτ, ούτε ο Μπαχ, ούτε ο Γκλουκ παρά αποκλειστικά και μόνο ο Βάγκνερ. Όμως στο κάτω–κάτω της γραφής η μουσική είναι υπόθεση του καθενός και γιατί να μη βρίσκει χαρά ο νεαρός επιστολογράφος μόνο στο «Λόεγκριν» ή στην ουβερτούρα του «Ριέντσι»;




Εθνικισμός και μιλιταρισμός - ένα καρτούν / Nationalism and militarism... a cartoon
Ο γερμανικός επεκτατισμός, σκίτσο από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German imperialism during WWI
Γερμανοί στρατιώτες με σημαίες, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / German soldiers marching with flags during World War I



Αλλά το ότι από τους μεγάλους Γερμανούς ποιητές δε γνωρίζει και δεν αναφέρει ούτε έναν, το ότι κανένας απ’ όλους τους βαθυστόχαστους, συνεπείς με τον εαυτό τους, δυσκολοπροσάρμοστους —και γι’ αυτό μοναχικούς— Γερμανούς δεν του ήρθε στο νου τη στιγμή που ήθελε να ονοματίσει τα άγια των αγίων του, αυτό είναι κακό. Δηλαδή, για αυτού του είδους τους Γερμανούς φοιτητές υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που εκπροσωπείται αποκλειστικά και αστραποβόλα μόνο από τον Σίλερ, τον Καντ και τον Φίχτε! Κανένας Γκαίτε, κανένας Χέλντερλιν, κανένας Ζαν Πολ, κανένας Νίτσε! Φοβάμαι ότι ο επιστολογράφος δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Έχω το αίσθημα ότι κατά βάθος είναι πιο κοντινά στην καρδιά του ονόματα όπως του Σάρνχορστ, του Ρόον, του Μπλίχερ κλπ. Φοβάμαι ότι σχετικά με τον Σίλερ εννοεί λιγότερο την επαναστατική πλευρά του απ’ όσο τη διακοσμητική και ότι από τον Καντ διάβασε την «Κριτική του καθαρού λόγου» λιγότερο προσεχτικά απ’ όσο μελέτησε την πρακτική του. Ίσως όμως τον Καντ να τον γνωρίζει μόνο από εκείνη τη γνωστή περικοπή του Στερνχίμελ.

Όλα τα από τον επιστολογράφο τιμώμενα γερμανικά ονόματα ανήκουν —για να μιλήσω ανοιχτά— για μένα στους διακοσμητικούς Μεγάλους. Για δυο ποιήματα του Χέλντερλιν θα έδινα ολόκληρο τον Σίλερ και τον Φίχτε μαζί. Κι όσο για τον Καντ, παρά το γιγάντιο έργο του, δεν είχε στο γερμανικό πνεύμα καμιά καθαρή και ευεργετική επίδραση. Τουλάχιστον η ανελέητα κριτική σκέψη του και η καθαρότητα της μεθόδου του δεν έγιναν γενικά ισχύον πρότυπο για τους κατοπινούς απ’ αυτόν φιλοσόφους και καθηγητές της Γερμανίας. Πρότυπο έγινε μοναχά η μεταγενέστερη κλίση του προς την ηθική της αυθαιρεσίας και του Κράτους και η δουλικότητά του απέναντι στους ηγεμόνες της χώρας.

Κοντολογίς, η με τόση ορμητικότητα εκθειαζόμενη από τον επιστολογράφο μας γνωστή γερμανική Πίστη δε μου παρουσιάζεται σε τίποτα διαφορετική από εκείνη την πίστη του κατά μέσον όρο μορφωμένου Γερμανού περασμένης εποχής, αυτήν τη βολική, εξαρτημένη πίστη του αστού σε κάθε ομαδικό ιδανικό, αυτή την πίστη που ενάντιά της πολέμησε και διαμαρτυρήθηκε ο Γκαίτε τόσο συχνά, αυτή την πίστη που επάνω της συντρίφτηκε ο Χέλντερλιν, που ο Ζαν Πολ την ειρωνεύτηκε και που ο Νίτσε την κατήγγειλε τόσο μανιασμένα και τη στηλίτευσε. Αυτό το πνεύμα είναι εκείνο που επικρατεί όταν πρόκειται να εγκαινιαστεί μια «μεγάλη εποχή» με λάβαρα που κυματίζουν και με κλαγγές όπλων ή με πράξεις που προκαλούν παγκόσμια κατακραυγή του είδους εκείνης των 93.

[* Οι 93: διαμαρτυρία επιφανών Γερμανών λογίων το φθινόπωρο του 1914 για τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο]

Είναι το πνεύμα που φοβάται τον ίδιο τον εαυτό του και που κάθε προσπάθεια για απομάκρυνση από τη συνηθισμένη σημαία τη θεωρεί ευθύς αμέσως σατανική, όμως κρύβει αυτή την εσώψυχη δειλία του πίσω απ’ το θόρυβο σπαθιών. Το ότι αυτό το πνεύμα μπορεί να θεωρηθεί γερμανικό πνεύμα, το ότι αυτό το πνεύμα υποστηρίχτηκε από το καθεστώς από τα 1870 και ύστερα και διασαλπίστηκε σ’ όλον τον κόσμο, αυτό το πνεύμα που εμείς οι άλλοι δεν το αγαπάμε και το θεωρούμε φόβητρο, σκιάχτρο, μας έκανε να γίνουμε διεθνιστές και ειρηνιστές. Γιατί εκείνο το γερμανικό ψευδεπίγραφο πνεύμα —για να το πω καθαρά όπως είναι— είναι εκείνο στο οποίο ο κόσμος επιρρίπτει, δίκαια, τη μομφή για τον πόλεμο. Όποιος παραδέχεται αυτό το πνεύμα έχει μεγάλο μερίδιο στην ενοχή.



Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός και ανταγωνισμός στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, χάρτης εποχής / Map illustrating the era of World War I and the tensions between the nations



Για να βρει κανείς το δρόμο της εξόδου από την ύπνωση που του δημιούργησε η εξουσία και από εκείνο τον ιδεαλισμό της διπλής αλήθειας δε χρειάζεται, όπως νομίζει εκείνος ο επιστολογράφος, να αρνηθεί τη γερμανική υπόστασή του. Δε χρειάζεται παρά να διεθνικοποιηθεί κανείς όσο είναι αναγκαίο για να διδαχτεί από αλλοδαπούς όπως ο Ιησούς, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ.

Κατά τ’ άλλα, την αντίληψη που προπαγανδίζω εγώ και που ο επιστολογράφος τη θεωρεί αντιγερμανική και αντιανδρική μπορεί κανείς να τη βρει επιβεβαιωμένη και από πολυάριθμους Γερμανούς άντρες που υπήρξαν οι κήρυκές της και οι μάρτυρές της. Μόνο που πρέπει να κάνει κανείς μερικά βήματα που οι άλλες μελέτες του δεν άφησαν ακόμα χρόνο στον επιστολογράφο να κάνει: πρέπει να γυρίσει κανείς κάπως πίσω στο γερμανικό παρελθόν και όχι να μείνει μόνο μέχρι την κλασική–ιδεαλιστική εποχή κατά την οποία αξιοσέβαστοι και εν μέρει ιδιοφυείς άντρες έβαλαν το θεμέλιο που πάνω του χτίστηκε αυτό που σήμερα έχει εκφυλιστεί κι έχει παλιώσει σαν επίσημη–γερμανική κρατική νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου. Πρέπει να αναζητήσει κανείς στο παρελθόν μια παλιότερη, αλλοτινή Γερμανία των μεσαιωνικών καθεδρικών ναών και της ποίησης. Και στην πιο όψιμη Γερμανία πρέπει κανείς να γνωρίσει και να αναγνωρίσει δίπλα στον Βάγκνερ και τον Μπαχ και οπωσδήποτε τον Μότσαρτ, δίπλα στον Καντ και τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, δίπλα στον Σίλερ και τον Γκαίτε, τον Χέντερλιν και τον Ζαν Πολ. Τότε μπορεί κανείς να μείνει άντρας και Γερμανός και ταυτόχρονα να διαπνέεται από τις σκέψεις της ανθρώπινης αγάπης και της ανθρώπινης λογικής και να βοηθήσει στην πραγμάτωση αυτών των σκέψεων.

Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατό με τη νοοτροπία εκείνου του επιστολογράφου μου, με το μονόπλευρο, ιδεαλιστικό–ιδεολογικό Γερμανισμό που δε γνωρίζει παρά μόνο τον Καντ, τον Σίλερ, τον Φίχτε, τον Βάγκνερ. Αυτός ο μονόπλευρος πεισματικός Γερμανισμός, που διδάχτηκε από πολλούς άμβωνες και καθέδρες και που δε φαίνεται να κατέρρευσε μαζί με την κατάρρευση που επέφερε ο πόλεμος, πρέπει να δώσει τη θέση του σ’ έναν απεριόριστα πλατύτερο και ελαστικότερο Γερμανισμό, αν δε θέλουμε να μείνει η Γερμανία αιώνια ανάμεσα στους λαούς του κόσμου μοναχική, οργισμένη και γκρινιάρα.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ένα απόσπασμα από τον «Λύκο της Στέπας» [1927]



«Συναντηθήκαμε το επόμενο απόγευμα σ’ ένα καφέ. Η Ερμίν είχε φτάσει πριν από μένα, έπινε τσάι και, καθώς πλησίαζα, μου έδειξε χαμογελώντας τ’ όνομά μου που το ‘χε βρει σε μια εφημερίδα. Ήταν μια από τις αντιδραστικές σοβινιστικές φυλλάδες της περιοχής μου όπου, από καιρό σε καιρό, δημοσιεύονταν υβριστικά και βίαια σχόλια εναντίον μου. Στο διάστημα του πολέμου είχα εκφράσει την αντίθεσή μου γι’ αυτόν και μετά, από καιρό σε καιρό, είχα συστήσει ηρεμία, υπομονή, ανθρωπισμό και αυτοκριτική· είχα ακόμα εναντιωθεί στον εθνικιστικό σωβινισμό που από μέρα σε μέρα γινόταν ολοένα και πιο φανερός, πιο παράλογος και πιο ασυγκράτητος. Σ’ αυτή εδώ, λοιπόν, υπήρχε μια άλλη επίθεση αυτού του είδους, κακογραμμένη – ολοφάνερο πως η μισή δουλειά είχε γίνει από τον ίδιο τον εκδότη κι η άλλη μισή ήταν κλεμμένη από φύλλα που είχαν παρόμοιες τάσεις με το δικό του. Είναι πασίγνωστο πως κανείς δε γράφει χειρότερα απ’ αυτούς τους υποστηρικτές των σαραβαλιασμένων ιδεολογιών, κανείς δεν ασκεί το επάγγελμά του με τόσο λίγη αξιοπρέπεια και ευσυνειδησία.

Η Ερμίν είχε διαβάσει το άρθρο που την πληροφορούσε ότι ο Χάρυ Χάλερ ήταν ένα βρωμερό σκουλήκι κι ένας άνθρωπος που είχε προδώσει την πατρίδα του και ήταν αυτονόητο πως κανένα καλό δεν μπορούσε να προκύψει για τη χώρα όσο θα ανέχεται τέτοια πρόσωπα και τέτοιες ιδεολογίες, που έκαναν τη νεολαία να στρέφεται σε συναισθηματικές αντιλήψεις περί ανθρωπισμού αντί για την ένοπλη εκδίκηση κατά του προαιώνιου εχθρού.

«Εσυ είσαι αυτός;» ρώτησε η Ερμίν δείχνοντας τ’ όνομά μου. «Λοιπόν, κατάφερες να κάνεις αρκετούς εχθρούς και κανένα λάθος. Σε ενοχλεί;»

Διάβασα μερικές γραμμές. Δεν υπήρχε ούτε μία αράδα δίχως εκείνες τις στερεότυπες βρισιές, που χρόνια τώρα τυμπάνιζαν στ’ αυτιά μου μέχρι που αηδίασα πέρα για πέρα μαζί τους.



Αμερικανοί στρατιώτες εν έτει 1919 / American soldiers in 1919




«Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.

Και για να ξέρεις, Ερμίν, μ’ όλο που παρόμοια άρθρα δε μ’ ενοχλούν πια, πολύ συχνά μου προκαλούν θλίψη. Δύο τρίτα από τους συμπατριώτες μου διαβάζουν αυτό το είδος των εφημερίδων. Διαβάζουν πράγματα γραμμένα σ’ αυτό τον τόνο κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Και κάθε μέρα αυτά τα πράγματα τους ερεθίζουν, τους παρακινούν και τους χειραγωγούν, τους ληστεύουν τη ψυχική τους ηρεμία και τα καλύτερά τους αισθήματα και ο τελικός στόχος όλων αυτών είναι να ξαναγίνει πόλεμος, ο επόμενος πόλεμος που πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά και που θα είναι πολύ πιο φριχτός από τον προηγούμενο. Όλ’ αυτά είναι απλά και ξεκάθαρα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τα καταλάβει και να φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα μετά από ενός λεπτού σκέψη. Κανείς, όμως, δε θέλει να το κάνει. Κανείς δε θέλει ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο, κανείς δε θέλει ν’ απαλλάξει τον εαυτό του και τα παιδιά του από το επόμενο ολοκαύτωμα, αν αυτό είναι το τίμημα.

Βλέπεις, το να σκεφτεί ένα λεπτό, να εξετάσει τον εαυτό του για λίγο και να τον ρωτήσει ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης του για τη σύγχυση και για την κακοβουλία του κόσμου, κανείς δε θέλει να το κάνει. Κι έτσι, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον επόμενο πόλεμο, που χιλιάδες και χιλιάδες τον σπρώχνουν όλο και πιο μπροστά μέρα με τη μέρα. Από την ημέρα που το κατάλαβα αυτό, μ’ έχει παραλύσει και μ’ έχει φέρει σε απόγνωση. Δε μου ‘χει απομείνει πια ούτε πατρίδα ούτε ιδανικά. Αυτά δεν είναι παρά στολίδια για τους αξιότιμους κυρίους που θα εγκαινιάσουν την επόμενη ανθρωποσφαγή. Δεν έχει κανένα νόημα πια να σκέφτεσαι, να λες ή να γράφεις οτιδήποτε ανθρωπιστικό, να σκοτίζεις το μυαλό σου με σκέψεις καλής προαίρεσης, αφού για τους δυο τρεις ανθρώπους που το κάνουν υπάρχουν χιλιάδες εφημερίδες, περιοδικά, λόγοι, ομιλίες, δημόσιες και ιδιωτικές συγκεντρώσεις που έχουν για καθημερινή τους έγνοια να κάνουν το αντίθετο και το πετυχαίνουν.»


Hermann Hesse, “Der Steppenwolf”, Μετάφραση: Γ. Κωστόπουλου.


Για την επιλογή των κειμένων, την εισαγωγή και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας, το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 2019.




Κατεστραμμένη γη, τα ερείπια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / No Man's Land during WWI

28 Μαρτίου 2019

1984: Η αναγκαιότητα του πολέμου για την κοινωνική ιεραρχία


Ένα απόσπασμα από το 1984 του Τζορτζ Όργουελ... Η αναγκαιότητα του πολέμου για την κοινωνική ιεραρχία




Ένα απόσπασμα από το "1984" του Τζόρτζ Όργουελ




«Αφότου εμφανίστηκε για πρώτη φορά η μηχανή, έγινε φανερό σε όλους τους σκεπτόμενους ανθρώπους ότι η ανάγκη του ανθρώπινου μόχθου και, κατά συνέπεια, σε μεγάλο βαθμό, της ανθρώπινης ανισότητας, είχε εκλείψει. Αν η μηχανή χρησιμοποιόταν γι' αυτόν το σκοπό, η πείνα, η υπερεργασία, ο αναλφαβητισμός και η αρρώστια θα εξαφανίζονταν μέσα σε λίγες γενεές. Πραγματικά, χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί με τέτοια πρόθεση, με το να παράγει πλούτη που μερικές φορές ήταν αδύνατο να μη μοιραστούν, η μηχανή, με ένα είδος αυτόματης διαδικασίας, ανέβασε πολύ το βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου, για μια περίοδο πενήντα χρόνων στο τέλος του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα.

Αλλά ήταν επίσης φανερό πως μια γενική αύξηση του πλούτου απειλούσε με καταστροφή — γιατί πραγματικά με μια έννοια ήταν καταστροφή — μια κοινωνία ιεραρχική. Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα δούλευαν λίγο, όπου ο καθένας θα είχε αρκετή τροφή, θα ζούσε σε σπίτι με λουτρό και ψυγείο, θα είχε δικό του αυτοκίνητο ή ακόμα και αεροπλάνο, η πιο φανερή και ίσως η πιο σημαντική μορφή της ανισότητας θα είχε κιόλας εξαφανιστεί. Αν γενικευόταν, ο πλούτος δεν θα παρείχε καμιά διάκριση.

Αναμφίβολα, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια κοινωνία όπου ο πλούτος, με την έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας και της πολυτέλειας θα μοιραζόταν ίσα, ενώ η δύναμη θα έμενε στα χέρια μιας μικρής προνομιούχας τάξης. Αλλά, στην πράξη μια τέτοια κοινωνία δε θα μπορούσε να παραμείνει σταθερή για πολύ. Γιατί, αν όλοι απολάμβαναν με τον ίδιο τρόπο τις ανέσεις και την ασφάλεια, η αποβλακωμένη από τη φτώχεια μεγάλη μάζα των ανθρώπων θα μπορούσε να μορφωθεί και να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό της• και όταν γινόταν αυτό, αργά ή γρήγορα αυτή η μάζα θα καταλάβαινε ότι η προνομιούχα μειοψηφία δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης και θα την έβγαζε από τη μέση.

Με λίγα λόγια, μια ιεραρχική κοινωνία δεν μπορούσε να σταθεί παρά μόνο βασισμένη στη φτώχεια και στην άγνοια. Η επιστροφή στο αγροτικό παρελθόν δεν ήταν λύση. […] Ούτε η διατήρηση των μαζών στη φτώχεια, με τον περιορισμό της παραγωγής αγαθών, ήταν ικανοποιητική λύση. […] Το πρόβλημα ήταν πως να συνεχιστεί η βιομηχανική παραγωγή χωρίς να αυξηθεί ο παγκόσμιος πλούτος. Τα προϊόντα έπρεπε να παράγονται, αλλά να μη διανέμονται.

Στην πράξη, ο μόνος τρόπος για να το πετύχουν αυτό, ήταν να κάνουν συνεχώς πόλεμο.

Ο πόλεμος κατ’ ουσίαν είναι η καταστροφή, όχι απαραίτητα της ανθρώπινης ζωής, αλλά των προϊόντων του ανθρώπινου μόχθου. Ο πόλεμος είναι ο τρόπος με τον οποίον μπορούν να καταστραφούν, να διαλυθούν στη στρατόσφαιρα ή να βυθιστούν στα βάθη της θάλασσας υλικά, που αλλιώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να κάνουν τις μάζες να ζουν πιο άνετα και κατά συνέπεια να σκέφτονται περισσότερο απ' όσο είναι επιθυμητό. Ακόμα και όταν δεν καταστρέφεται το πολεμικό υλικό, η παραγωγή του είναι ένας εύκολος τρόπος να ξοδεύεται η εργατική δύναμη, χωρίς να δημιουργεί κάτι που να μπορεί να καταναλωθεί. Ένα Πλωτό Οχυρό, επί παραδείγματι, έχει δεσμεύσει για την κατασκευή του εργατικό δυναμικό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να κατασκευαστούν μερικές εκατοντάδες φορτηγά πλοία. Η τελική του κατάληξη είναι να κριθεί απαρχαιωμένο και να το στείλουν στα παλιοσίδερα, χωρίς να προσφέρει υλικό όφελος σε κανέναν, ενώ στη συνέχεια, με ακόμα μεγαλύτερη απασχόληση ενός τεράστιου εργατικού δυναμικού, αρχίζει η κατασκευή ενός άλλου Πλωτού Οχυρού.

Κατά κανόνα, ο πόλεμος είναι πάντα οργανωμένος έτσι ώστε να καταβροχθίζει το πλεόνασμα που θα μπορούσε να υπάρχει αφού καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες του πληθυσμού. Στην πράξη, υπολογίζουν τις απαραίτητες υλικές ανάγκες του πληθυσμού πάντα κάτω από το πραγματικό τους επίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χρόνια έλλειψη του μισού των απαραίτητων για τη ζωή αγαθών, όμως αυτό θεωρείται πλεονέκτημα. Κρατούν όλον τον κόσμο, ακόμα και τις προνομιούχες τάξεις, κοντά στα όρια της φτώχειας, κατόπιν εσκεμμένης πολιτικής. Η γενική στέρηση αυξάνει τη σπουδαιότητα των μικρών προνομίων και έτσι μεγεθύνει τη διάκριση μεταξύ των ομάδων. Κατά τα πρότυπα των αρχών του εικοστού αιώνα, ακόμα και τα μέλη του Εσωτερικού Κόμματος ζουν με αυστηρό τρόπο ζωής που κυριαρχείται από την εργασία.

Εν τω μεταξύ, οι μικρές πολυτέλειες που απολαμβάνουν — το μεγάλο τους καλοεπιπλωμένο διαμέρισμα, το καλύτερο ύφασμα των ρούχων τους, η καλύτερη ποιότητα της τροφής, του καπνού και του ποτού, οι δυο τρεις υπηρέτες τους, το ιδιωτικό αυτοκίνητο ή το ελικόπτερο, τους εντάσσουν σ' έναν κόσμο διαφορετικό από ένα μέλος του Εξωτερικού Κόμματος. Και τα μέλη του Εξωτερικού Κόμματος έχουν παρόμοια πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τις απόκληρες μάζες που ονομάζουμε «προλεταριάτο». […]

Την ίδια στιγμή, η συναίσθηση της εμπόλεμης κατάστασης, και, κατά συνέπεια, του κινδύνου, κάνει ώστε η παράδοση όλης της εξουσίας σε μια μικρή κάστα να φαίνεται σαν κατάσταση φυσική και αναπόφευκτη για την επιβίωση. […] Δεν έχει σημασία αν γίνεται πραγματικά πόλεμος και, αφού δεν είναι δυνατόν να υπάρξει καμιά αποφασιστική νίκη, δεν έχει σημασία η καλή ή κακή έκβαση του πολέμου. Το απαραίτητο είναι να υπάρχει η εμπόλεμη κατάσταση.

Ο πόλεμος είναι τώρα καθαρά εσωτερική υπόθεση. Στο παρελθόν, οι ιθύνουσες ομάδες όλων των χωρών, παρ' όλο που μπορούσαν να αναγνωρίσουν το κοινό τους συμφέρον και επομένως να περιορίσουν την καταστροφικότητα του πολέμου, μάχονταν μεταξύ τους, και ο νικητής λεηλατούσε τον νικημένο. Σήμερα, δεν μάχονται καθόλου μεταξύ τους. Ο πόλεμος διεξάγεται από κάθε άρχουσα τάξη εναντίον των υποτελών της και ο αντικειμενικός σκοπός του δεν είναι η εδαφική κατάκτηση ή η άμυνα, αλλά το να διατηρηθεί άθικτη η κοινωνική δομή.

Η ίδια η λέξη «πόλεμος», επομένως, είναι λάθος. Ίσως θα ήταν σωστό αν λέγαμε πως, με το να είναι συνεχής, ο πόλεμος έπαψε να υπάρχει. Η ιδιαίτερη πίεση που ασκούσε στους ανθρώπους από τη Νεολιθική εποχή μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, εξαφανίστηκε και αντικαταστάθηκε από κάτι εντελώς διαφορετικό.

Το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο, αν τα τρία υπερ-κράτη, αντί να μάχονται μεταξύ τους, συμφωνούσαν να ζουν σε διαρκή ειρήνη, το καθένα απαραβίαστο μέσα στα σύνορά του. Σ’ αυτή την περίπτωση, το καθένα θα ήταν και πάλι ένας κλειστός κόσμος απαλλαγμένος για πάντα από την επιρροή εξωτερικού κινδύνου. Μια ειρήνη πραγματικά διαρκής θα ήταν ό,τι είναι ένας διαρκής πόλεμος. Αυτό —μολονότι η μεγάλη πλειοψηφία του Κόμματος το καταλαβαίνει μόνο στη στενότερή του έννοια — είναι το βαθύτερο νόημα του συνθήματος του Κόμματος "Ο Πόλεμος Είναι Ειρήνη".»



Ένα απόσπασμα από το “1984” του Τζορτζ Όργουελ [George Orwell, “Nineteen Eighty-Four”]. Ημερομηνία πρώτης έκδοσης: 1949. Μετάφραση: Νίνα Μπάρτη.



Ο Τζορτζ Όργουελ στη γραφομηχανή του / George Orwell

28 Οκτωβρίου 2018

Οι Σειρήνες του Πολέμου... Του Νίκου Καζαντζάκη


Νίκος Καζαντζάκης, οι σειρήνες του πολέμου. Από το Ταξιδεύοντας: Αγγλία. Σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από το «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη



Τον καιρό που ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εν έτει 1939, ο Νίκος Καζαντζάκης βρισκόταν στην Αγγλία. Έζησε από πρώτο χέρι την σιωπηλή, μα αποφασιστική προετοιμασία του αναπόφευκτου αμυντικού πολέμου ενάντια στην επέλαση των φασιστικών δυνάμεων του Άξονα. Είδε τις σκυθρωπές βρετανικές πολιτείες να ντύνονται στα γκρίζα και να καλούν τους πολίτες στην υπεράσπιση της πατρίδας τους. Και όταν πέρασαν τα πρώτα εχθρικά αεροπλάνα πάνω από την πόλη διέσχισε από νωρίς, μαζί με τους βρετανούς πολίτες, τη λεπτή εκείνη αόρατη γραμμή που χωρίζει τον κόσμο της ειρήνης από τον κόσμο του πολέμου: η πραγματικότητα που γνώριζε ως τότε είχε τελειώσει• τίποτα δεν ήταν πλέον δεδομένο• η ζωή μπορούσε να τελειώσει από στιγμή σε στιγμή, με την αιφνίδια έκρηξη μιας βόμβας καταμεσής της πόλης.

Μια τέτοια εμπειρία μας περιγράφει στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Ταξιδεύοντας: Αγγλία». Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα όταν άκουσε ξαφνικά τον ήχο της σειρήνας: προειδοποίηση πως επέρχεται εχθρική εισβολή και παρακίνηση για αναζήτηση καταφυγίου από τυχών ρίψη αεροπορικών πυρών. Το καταφύγιο στην προκειμένη περίπτωση ήταν μια όμορφη γοτθική εκκλησία – «καλό επιτάφιο μνημείο», όπως τη χαρακτήρισε με μαύρο χιούμορ ο ίδιος. Εκεί, στο σκοτάδι, φορώντας μάσκες, έχοντας βουλώσει τα αυτιά τους με βαμβάκια και έχοντας ανάψει κάτι ζοφερά κεριά, ο Καζαντζάκης θα περιμένει στωικά το αναπόφευκτο, παρέα με μερικές δεκάδες ακόμα βρετανούς πολίτες, άντρες και γυναίκες.

Πώς αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο ενός θανάτου και την πιθανότητα να θαφτεί εκεί, στα βάθη της βρετανικής γης, από τη ρίψη μιας βόμβας; Με καρτερία, σθένος και ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την Ιστορία: «Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!»

Μα του έλειπε, εκεί στο άδυτο, ο Δάντης και το «Καθαρτήριό» του – το βιβλίο που τον συντρόφευε, μεταξύ άλλων, τον καιρό εκείνον στην Αγγλία. Πόσο θα ήθελε, γράφει, να διάβαζε κάποιους στίχους του εκείνη την ώρα!

Δυστυχώς για τον υπόλοιπο κόσμο, ο πόλεμος βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Μα η πρώιμη εκείνη εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη φανερώνει μια πτυχή του που συχνά προσπερνάμε: όχι εκείνη των πολεμιστών στη μάχη, μα του άμαχου πλήθους, του λαού που αποζητά καταφύγια στις πόλεις – εκείνων που παραδίδονται περισσότερο από όλους ίσως στο αναπόφευκτο και το μοιραίο.

Ας παραδώσουμε την σκυτάλη στον Νίκο Καζαντζάκη και στην αφήγησή του.



Οι σειρήνες του πολέμου, του Νίκου Καζαντζάκη




«Στις 3 του Σετέμπρη, κατά το μεσημέρι, περπατούσα στη Λόντρα, γύριζα από το Γκόρντον σκουαίρ. Απαλή, γαλήνια μέρα, ήλιος Έλληνας, ζέστη γλυκιά, τα δέντρα έλαμπαν όλο φως, αλαφριά κιτρινισμένα• είχαν ξουρίσει, τώρα να, τη χλόη στο πάρκο κι ο αγέρας μύριζε χορτάρι και χωματίλα. Μυρωδιά που παρηγορούσε και δρόσιζε τα σπλάχνα. Μια γοτθική εκκλησία από γκρίζα πέτρα υψώθηκε ξαφνικά μπροστά μου. Απλή, λυγερή, περήφανη, καμωμένη, θαρρείς, από ένα πανύψηλο πέτρινο βέλος που χιμούσε στον ουρανό, μυτερό σαν αλεξικέραυνο.

Στάθηκα και καμάρωνα τον αγαπημένο ρυθμό που έδωκε την πιο τέλεια, για μένα, φόρμα στη θρησκευτικήν αρχιτεχτονική. Όχι πια η ισιόγραμμη τετράγωνη λογική του ελληνικού ρυθμού, που βάνει ανθρώπινη τάξη στο υπεράνθρωπο μυστήριο, ισορροπώντας τη λαχτάρα, εγκαινιάζοντας λογική συνεννόηση του ανθρώπου με το Θεό. Μα κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στη γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε «Θεό».

Τέτοια, συλλογίζουμουν, πρέπει να ‘ναι κι η προσευχή. Τέτοια φόρμα ταιριάζει στην ψυχή του αληθινού ανθρώπου. Να καταβροχθίζει όλο το σώμα ανθρώπινες χαρές και πίκρες και λαχτάρες και να τις ρίχνει σα βέλος στο άφταστο, χιμαιρικό, απάνθρωπο ύψος. Ορμή και περηφάνια, κραυγή που χάνεται μέσα στο φως, λόγχη που στέκεται, έρημη, και περιμένει.

Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν να ουρλιάζουν οι πρώτες πρώτες στη Λόντρα σειρήνες του κιντύνου. Μέρες τώρα, σε όλη την απέραντη πολιτεία μεγάλα τοιχοκολλήματα ειδοποιούσαν τους κακόμοιρους ανθρώπους και τους μάθαιναν να ξεχωρίζουν τα διάφορα συνθήματα του κιντύνου: Οι σειρήνες αναγγέλνουν τα εχτρικά αεροπλάνα που ζυγώνουν, τροκάνες τα δηλητηριώδη αέρια και τις αρρώστιες που ο σύγχρονος επιστήμονας βάρβαρος έμαθε τους ανθρώπους να ρίχνουν και ν’ αφανίζουν τις πολιτείες.

Ο αγέρας μεμιάς γιόμωσε αόρατη, τρομαχτική παρουσία. Κοίταξα μεμιάς γύρα μου: οι διαβάτες μια στιγμή σταμάτησαν μαρμαρωμένοι, τρούλωσαν τ’ αυτιά. Τα πρόσωπα είχαν αλαφριά κιτρινίσει, οι πόρτες άνοιξαν, άντρες και γυναίκες πρόβαλαν, κοίταξαν τον ουρανό και ξανάκλεισαν τις πόρτες με δύναμη. Άλλοι έτρεχαν στα σπίτια τους να πάρουν τις μάσκες τους. Μαύρα ζωγραφισμένα χέρια στους τοίχους έδειχναν κοντά στο Γκόρντον σκουαίρ όλα κατά την ίδια γραμμή• κι αποκάτω η λέξη: Shelter, καταφύγιο.

Ωραία η στιγμή, γιομάτη ήσυχο, αθόρυβο πανικό. Ένας νέος που κρατούσε χεραγκαλιά μια νέα, στράφηκε, την κοίταξε και χαμογέλασε για να της δώσει θάρρος. Ένας πόλισμαν στο σταυροδρόμι, ήσυχος, άπλωσε το χέρι κι έδειχνε. Οι διαβάτες υπάκουγαν στη βουβή κίνηση κι έτρεχαν, όσο μπορούσαν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, στο καταφύγιο.

Ήταν η πρώτη συγκίνηση, η πρώτη «επιφοίτηση» που έκαναν οι μοντέρνοι ατσαλένιοι άγγελοι της Αποκάλυψης. Είχαμε πέντε λεφτά στη διάθεσή μας και δεν ήθελα να τα χάσω. Μια άγρια απάνθρωπη περιέργεια με κρατούσε ακίνητο. Τούτη είναι, έλεγα με το νου μου, η πρώτη κραυγή, ο πρώτος επιθανάτιος ρόγχος του βιομηχανικού πολιτισμού. Δόθηκε το σύνθημα της καταστροφής. Το ανθρώπινο μυαλό που δημιούργησε όλα αυτά τα μαγικά θάματα, χωρίς ηθική πίστη κι ανθρώπινη γλύκα, σηκώνει τώρα, σαν το σκορπιό, την ουρά του, ξεχειλισμένη δηλητήριο, και την μπήγει στο στήθος του.

Ποτέ ως τώρα, συλλογίζουμουν, δεν έζησα μιαν τόσο παγκόσμια κρίσιμη στιγμή. Ας τη χαρώ ως το τέλος!

— Εμπρός! Εμπρός! μου φώναξε ο πόλισμαν. Που είναι η μάσκα σας;

Μ’ έσπρωξε ν’ ακολουθήσω τους επίλοιπους διαβάτες. Από μαύρο χέρι σε μαύρο χέρι φτάσαμε στο καταφύγιο. Ήταν η γοτθική εκκλησία.

Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα μια στιγμή το περήφανο βέλος στον ουρανό. Όλες οι πέτρες αποκορυφώνουνταν σε μια μυτερή αιχμή. «Καλό επιτάφιο μνημείο», είπα από μέσα μου, «και μου αρέσει. Ας κατεβούμε!»




Καταφυγή σε βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου

Βομβαρδιστικά αεροπλάνα στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο

Μέσα σ' ένα βρετανικό καταφύγιο, στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου




Μπήκαμε μέσα από την τοξωτή πόρτα. Ο πάστορας μας υποδέχουνταν χλωμά χαμογελώντας. Κατεβήκαμε μια στενή πέτρινη σκάλα κι ύστερα άλλη, μπήκαμε σε θολωτό υπόγειο. Δυο τρία εικονίσματα κρέμουνταν στους τοίχους. Η Παναγία με το μωρό της. Πιο πέρα ένας Χριστός ροδοκόκκινος και χαρούμενος, θρανία δεξιά κι αριστερά και καθίσαμε. Στη γωνιά πρόχειρος σταθμός για τις πρώτες βοήθειες: μπαμπάκια, γάζες, μποτίλιες, μποτιλάκια.

Δυο τρεις νέοι μπροστά μου με τις μάσκες στο χέρι• μια κομψευόμενη είχε κάνει μεταξωτή θήκη για τη μάσκα της, αρμονισμένη με το χρώμα της ζακέτας της. Μια άλλη κοπέλα κρατούσε σφιχτά το χέρι ενός νέου με χακί και δε μιλούσε.

— Είναι νιόνυφοι, άκουσα να μουρμουρίζουν δίπλα μου• περνούν έτσι το «μήνα του μέλιτος»...

Μια στρουμπουλή γυναικούλα έβγαλε ένα μήλο κι άρχισε να το τρώει βιαστικά βιαστικά, σα να φοβόταν μη δεν προφτάσει.

Μια νοικοκυρά ροδομάγουλη, ντυμένη κάτασπρα, μ’ ένα κόκκινο σταυρό ραμμένο στο μανίκι της, ξεκόλλησε από τη γωνιά και μας μοίρασε μπαμπάκι.

— Για τ’ αυτιά, είπε, να μην ακούτε.

Μέθοδο στρουθοκαμήλας, παναιώνια. Ο πάστορας στάθηκε ανάμεσα στις δυο σειρές τα θρανία κι είπε μερικά λόγια για Θεό και θεία Πρόνοια και Παράδεισο.

Ύστερα έφερε ένα φωνόγραφο, τον τοποθέτησε στο τραπέζι, έβγαλε μερικές πλάκες.

— Τί μουσική προτιμάτε; ρώτησε.

Οι περισσότεροι διάλεξαν κάποιο αλαφρό αισθηματικό τραγούδι, ένα είδος Τιπερέρυ. Η μουσική άρχισε. Μέσα από τα φραμένα αυτιά έφταναν στην ψυχή, σαν από άλλον όχτο, γλυκές αισθηματικές νότες για έρωτα και χωρισμό.

Ένας δίπλα μου με ρώτησε από που είμαι. Μιλήσαμε φωναχτά για την Ελλάδα και την μπλάβη θάλασσα... Ήξερε και τον κλασικό στίχο του Ομήρου κι άρχισε να μου τον απαγγέλνει περήφανος, με την ερασμιακή προφορά του: «Μένιν άεϊντε, τεά...»

Έπειτα σιωπή. Μας μοίρασαν άσπρα κεριά, το ηλεχτρικό έσβησε. Ήμασταν μια πενηνταριά, άντρες, γυναίκες. Πέντ’ έξι τρόμαξαν μες στο σκοτάδι κι άναψαν τα κεράκια τους. Το θέαμα έγινε όπως έπρεπε να γίνει, μακάβριο. Ένας γέρος έβγαλε τότε την εφημερίδα του κι άρχισε να διαβάζει• μα τα μάτια του ήταν ακίνητα. Όσοι είχαν μάσκες τις έβαλαν• οι γυναίκες έβγαλαν παραμάνες από τα τσαντάκια τους κι άρχισαν με στοργή να εφαρμόζουν στερεά τις μάσκες στους άγνωστους γύρα τους άντρες. Σα μητέρες. Ως την τελευταία στιγμή εχτελούσαν πιστά το γυναικείο χρέος τους.

Να ‘χετε καθένας τ’ όνομά σας γραμμένο σ’ ένα χαρτί στην τσέπη σας, φώναξε ο πάστορας, που στέκουνταν πάντα όρθιος ανάμεσα στα θρανία. Τ’ όνομα και τη διεύθυνσή σας.

— Γιατί; ρώτησε μια κοπέλα.

Μα κανένας δεν της αποκρίθηκε. Κι αυτή κοκκίνισε που μια στιγμή δεν είχε καταλάβει.

— Ωλ ράιτ, είπε, έβγαλε από το τσαντάκι της ένα χαρτί κι έγραψε.

Ο πάστορας άνοιξε το μικρό ευαγγελιάκι του κι άρχισε να διαβάζει, αμίλητος. Κοίταζα στο αγνό φως των κεριών το πρόσωπό του, καλοθρεμμένο, καλοξουρισμένο, το κάτασπρο κολλάρο του, την ολοκάθαρη φαλάκρα του που γυάλιζε σαν πολύτιμο λείο φίλντισι.

Λυπήθηκα που δεν είχα κι εγώ μαζί μου το μικρό Ντάντε μου να διαβάσω από τα στερνά τραγούδια του Πουργατόριου, που τόσο μου αρέσουν. «Δεν πειράζει», είπα. «Φτάνει που θυμούμαι την ουσία τους. Την ανοιξιάτικη τρυφερότητά τους, τη Λουκία ανάμεσα στα λουλούδια και τα κάτασπρα γυναίκεια ποδάρια που κινούνται χορευτά απάνω στην πράσινη χλόη. Κι αν είναι εδώ να τελειώσει το σεριάνι μου απάνω στον κόσμο, καλά τελειώνει.»

Ένιωθα όλο μου το στήθος γιομάτο αρμονία.

Πέρασαν πέντ’ έξι λεφτά. Οι περισσότεροι είχαμε βγάλει τα μπαμπάκια από τ’ αυτιά μας και προσπαθούσαμε ν’ ακούσουμε τί γίνεται απάνω στην επιφάνεια της γης. Τίποτα. Ησυχία. Σα να ‘μασταν μέσα σε τάφο. Άξαφνα η πόρτα άνοιξε. Ένας κοντόχοντρος ξανθομάλλης φάνηκε με το πρόσωπο χαρούμενο:

—Raiders passed! είπε. Έφυγαν τ’ αεροπλάνα!

Σηκωθήκαμε σα ν’ αναστηθήκαμε. Βγήκαμε γρήγορα “a rivedere de stele”. Τα χείλια ήτανε ακόμα λίγο στεγνά, οι λαιμοί λίγο σφιμένοι...»



Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» του Νίκου Καζαντζάκη.

© Για την ψηφιοποίηση, την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



Ο καθεδρικός του Αγίου Παύλου στην Αγγλία, στη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής το 1940

1 Απριλίου 2018

Απόδραση από το Μαουτχάουζεν... του Ιάκωβου Καμπανέλλη





«Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ... Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.»



Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε σε βάθος τι σημαίνει ο ναζισμός, τι σημαίνει o πόλεμος, τι σημαίνουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης… γιατί δεν ήμασταν εκεί. Η γενιά μας και η γενιά των γονιών μας δεν έζησαν τη φρίκη παρά μέσω των αφηγήσεων εκείνων που την έζησαν – διαμεσολαβημένος τρόμος, μεταμφιεσμένο θέαμα, συχνά μέσα από κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές οθόνες. Και όταν μάλιστα βλέπεις ν’ αναβιώνουν μορφές του ναζισμού στη σημερινή εποχή και σε λαούς όπως ο δικός μας, που τόσο υπέφεραν, είναι ν’ απορείς: τόσο αδύναμα βαστάει η μνήμη;

Κάποιοι, όμως, ήταν εκεί. Όχι μόνο έζησαν, μα βγήκαν ζωντανοί μέσα απ’ τη φωτιά. Είδαν με τα μάτια τους και κατέγραψαν τη φρίκη.

Τη φρίκη των πτωμάτων που συσσωρεύονταν στα φορτηγά, έτοιμα να ριχτούν στους φούρνους• τη φρίκη των ανθρώπων που μετατρέπονταν σε παιχνίδια στις πιο αποτρόπαιες σαδιστικές ορέξεις, μόνο για να εξοντωθούν όταν είχαν πάψει πια να «διασκεδάζουν»• τη φρίκη να μη γνωρίζεις τι σου επιφυλάσσει η επόμενη μέρα, η επόμενη ώρα, το επόμενο λεπτό, και να εξαρτιέται η ζωή σου όλη από κάποιο παραστράτημα, κάποιο λάθος βλέμμα, κάποια κουβέντα που ξέφυγε• τη φρίκη ενός συνένοχου λαού που προσκυνούσε ευλαβικά τον Μεγάλο Αρχηγό, έτοιμος να σκοτωθεί σε ένα και μοναδικό πρόσταγμα των ανωτέρων του, έτοιμος να σκοτώσει για την τιμή και δόξα του έθνους και της εκλεκτής φυλής.

Μα όχι, αυτή η φρίκη στην οποία αναφέρομαι δεν αφορά το ναζισμό και μόνο. Δεν αφορά τον πόλεμο και μόνο… Όχι. Αφορά τις εσχατιές του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν διαιρεί τον κόσμο σε ανώτερους και κατώτερους… Μα δεν έχουμε να κάνουμε με γουρούνια και πρόβατα εδώ. Οι ναζί ήταν άνθρωποι, το ίδιο και τα θύματά τους.

Ένας απ’ τους συγγραφείς που επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ο δικός μας, Ιάκωβος Καμπανέλλης, «ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου». Έχοντας ζήσει αιχμάλωτος τρία χρόνια, απ’ το 1942 ως το 1945, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, κατέγραψε σε ένα χρονικό τις εμπειρίες του – τις δικές του και εκείνων που έζησαν μαζί – που έμελλε να γίνει το ομότιτλο έργο (το μοναδικό του πεζογράφημα) και να εκδοθεί πρώτη φορά το 1963. Τρία χρόνια μετά ο Μίκης Θεοδωράκης θα αφιέρωνε στο «Μαουτχάουζεν» έναν απ’ τους σημαντικότερούς του δίσκους – λίγο πριν την εμφάνιση της Χούντας.

Από το «Μαουτχάουζεν», δια στόματος Καμπανέλλη, επέλεξα να σας παρουσιάσω σήμερα ένα από τα δυνατότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαιά του. Το θέμα του είναι η μαζική απόδραση πεντακοσίων περίπου Ρώσων αιχμαλώτων – και τα επακόλουθά της. Διαβάζοντας το απόσπασμα (και το βιβλίο, στο σύνολό του), θα χρειαστεί να επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά στον εαυτό μας, ένα πράγμα – ένα πράγμα και μόνο:

Αυτά που διαβάζω συνέβησαν πραγματικά. Δεν είναι φανταστικά. Όλα αυτά που διαβάζω… είναι αληθινά.

Και να μην το ξεχνάμε αυτό.



Η πιο μεγάλη απόδραση



«Ανασηκώθηκα και κάθισα στο κρεβάτι. Ύστερα από τόσο καιρό στο Μαουτχάουζεν, η ελευθερία μέσα σου δεν είναι εύκολη κατάσταση. Θ' αργήσει να 'ρθει. Εκτός κι αν πάθεις αμνησία. Αλλιώς;...

Είναι πια Ιούνιος κι όμως ονειρεύτηκα πως χιόνιζε πάλι. Δεν είναι τυχαίο. Οι Ρώσοι δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί που μαζεύουν πληροφορίες για τη «μεγάλη απόδραση», ήρθαν και σήμερα στο Μαουτχάουζεν. Απ’ όσα λέγανε, επιβεβαιώθηκε πως πράγματι κάπου ογδόντα ρώσοι δραπέτες τα είχαν καταφέρει να πάνε μέχρι κι εκατό χιλιόμετρα μακριά. Εκεί τους βρήκαν και τους «καθάρισαν» χωροφύλακες και οπλισμένοι πολίτες. Στα χωράφια και στα λιβάδια του Βάρτσμπεργκ, του Πρεγκάρτεν, του Σβέρτμπεργκ, του Πέργκ, του Γκαλλνοϊκίρχεν. Την είπανε «η μεγάλη απόδραση», αλλά θα μπορούσε να ονοματιστεί κι αλλιώς: «η μεγάλη σφαγή», «η μεγάλη απόγνωση».

Μόνο πέντε μήνες έχουν περάσει από τότε. Και η θρυλική, τώρα, παράγκα αριθμός 20 είναι λίγες μόνο παράγκες πιο πέρα. Τώρα είναι άδεια. Άδειασε στις 5 Μαΐου και κανείς δε θέλησε να την κατοικήσει πια. Έμεινε σαν ιερός αλλά και ξορκισμένος τόπος. Και τα δυο μαζί. Άμα περνάς νύχτα από κει, νιώθεις και δέος και φόβο. Το ίδιο, όπως στη σκάλα που ανηφορίζει από το βαθύ τεράστιο λάκκο του λατομείου.

Στην 20 οι Ές-Ές χώνανε όσους ήταν «υπό εκκαθάρισιν», ακολουθώντας την «οδηγία κούγκελ». Κούγκελ στα γερμανικά σημαίνει σφαίρα, κι όπως και όλες οι προηγούμενες παρεμφερείς οδηγίες, είχε σταλεί και αυτή απ' το Βερολίνο. «Άους Μπερλίν.» Την πόλη που, όταν οι Ές-'Ες αξιωματικοί λέγανε τ’ όνομά της, πάθαιναν κάτι σαν έκσταση. Νιώθανε να επικοινωνούν με τις ανώτερες δυνάμεις και τις θεότητες του ναζισμού. Η «οδηγία σφαίρα» ήταν περίπτωση τέτοιας επικοινωνίας, εντελώς ξεχωριστή και τιμητική. Όχι μόνο συνιστούσε «την με όλα τα μέσα μαζική και σε ταχύ ρυθμό εξόντωση των Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου», κάτι που όλοι οι Ές-Ές του Μαουτχάουζεν επίσης το ήθελαν, αλλά επιπλέον:

α) Ήταν πρότασις του επικεφαλής στην Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ στρατάρχη Κάιτελ.

β) Την είχε ασπασθεί ο Ές-Ές ράιχσφύρερ Χίμμλερ.

γ) Έφερε την υπογραφή του υπαρχηγού των Ές-Ές γκρουπενφύρερ Καλτενμπρούννερ.

δ) Για την οδηγία συμφωνούσε και ο ίδιος ο Φύρερ.

Ο Σνάιντερ που είχε δει το έγγραφο στα χαρτιά των ανακριτών, έλεγε «αυτό είναι ένα σπάνιο ιστορικό στοιχείο, πρέπει να μπει σε μουσείο». Για την «οδηγία» εμείς είχαμε, φυσικά, αγνοία. Βλέπαμε όμως ότι στην απομονωμένη με συρματόπλεγμα παράγκα αριθμός 20, κάτι άλλο άρχισε να γίνεται. Σαν να την γέμιζαν με ζωντανούς και να την άδειαζαν από ισάριθμους νεκρούς κάθε μία δυο βδομάδες. Η αρχή έγινε το περασμένο φθινόπωρο.

Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ. Η πιο σκληρή χιονιά ήρθε κατά το τέλος Ιανουαρίου και κράτησε μέρες. Όταν σταμάτησε να πέφτει αυτός ο υγρός, άσπρος, μπαμπακερός και ύπουλος εχθρός μας, ήταν 2 Φεβρουαρίου. Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.

«Ναι, αλλά τι θα γίνει άμα ζεστάνει ο καιρός; Το κρεματόριουμ δεν επαρκεί πια, πρέπει να επεκταθεί», τόνιζε με ύφος αδικημένου ο τεχνικός υπεύθυνος για την «καύση» Ές- Ές σαρφύρερ Χάνς Κάμμλερ. Αλλά η φιλοδοξία του για επέκταση σκόνταφτε στη δήλωση του Τσιράις, «δεν υπάρχει πετρέλαιο γι’ άλλους φούρνους. Κάνε υπομονή, Χάνς, η τελική νίκη είναι κοντά και τότε θα ‘χεις όσες προεκτάσεις και πετρέλαιο θέλεις». Ακόμα και ο Κάμμλερ απορούσε: «μα τότε δε θα χρειάζονται πια...». Ο κύριος διοικητής απαντούσε λακωνικά «αντιθέτως» και έκλεινε τη συζήτηση μ' ένα πονηρό χαμόγελο, δίνοντας στους παρευρισκόμενους αξιωματικούς να φανταστούν πως «ίσως να ξέρει πράγματα, για τα οποία δεν μπορεί τώρα να πει περισσότερα».


Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. 


Το χιόνι σταμάτησε να πέφτει, όταν κάναμε παράταξη για το βραδινό προσκλητήριο. Είχε στολίσει με γιρλάντες ακόμα και τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Σταθήκαμε μία ολόκληρη ώρα ακίνητοι, με τα πόδια χωμένα στο χιόνι μέχρι τις γάμπες, γιατί κάποιο εξωτερικό συνεργείο καθυστέρησε στο γυρισμό. Ύστερα, άρχισε να φυσά παγωμένος αέρας που έφερνε πόνο σ' όλο το σώμα. Δύσκολα τον ανέπνεες, οι μύξες στέκανε παγωμένες στην άκρη της μύτης. Όταν τέλειωσε το προσκλητήριο, το απάνω στρώμα του χιονιού είχε αρχίσει κιόλας να κρουσταλλιάζει. Χωθήκαμε τρέχοντας στις παράγκες μας. Τί ευτυχία! Ναι, ευτυχία, αφού όλα εδώ ήταν έως παραλογισμού σχετικά. Με τον αέρα που είχε πάρει, ο ουρανός καθάρισε, πλημμύρισε άστρα, υπόσχεση από ψηλά πως «αύριο θα ‘χουμε ήλιο». Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. Αλλά εμείς που τη βολεύαμε με τέτοια ψίχουλα παρηγοριάς ήμασταν έξω απ’ την «οδηγία κούγκελ».






Θα πρέπει να κοντεύανε μεσάνυχτα. Μας ξυπνήσανε ντουφεκιές που πέφτανε κατά τη μεριά του δεύτερου φράχτη, εκεί που ήταν τα περάσματα για το δάσος. Οι σειρήνες σήμαναν συναγερμό της φρουράς. Ακούσαμε και τα πολυβόλα στους πέτρινους πύργους να ρίχνουν. Ποδοβολητά από μπότες κύκλωναν τις παράγκες. Σταμάτησαν με τ’ αυτόματα αντίκρυ στα παράθυρα. «Όλοι στα κρεβάτια», φώναζαν. «Μη σαλέψει κανείς.»

Μείναμε στα κρεβάτια ασάλευτοι κι άγρυπνοι. Κάθε τόσο κάποιος δεν άντεχε και ρωτούσε: «Τί τρέχει;... Εσείς που είστε κοντά στα παράθυρα... Τί τρέχει;...» Η απάντηση ερχόταν απ' έξω κομμάτι κομμάτι. Οι προβολείς απ’ τους πύργους ανασηκώθηκαν κι άρχισαν να χτενίζουν μπρος πίσω το δάσος. Μοτοσικλέτες ακούστηκαν να τρέχουν στον περιφερειακό δρόμο, κάνοντας συνέχεια τον ίδιο γύρο. Φορτηγά αυτοκίνητα ανέβαιναν μουγκρίζοντας απ’ τη στρατώνα. Μια φωνή, που δεν καταλαβαίναμε τί έλεγε, έδινε διαταγές με τηλεβόα. Τ’ αυτοκίνητα πήγαν και στάθηκαν έξω από το φράχτη του δάσους. Άφησαν τα μεγάλα τους φώτα αναμμένα και μαζί με τους προβολείς των πύργων κάμανε ένα μακρύ φράχτη από φως. Και τίποτα άλλο.

Από δω και πέρα, ό,τι ακούγαμε, ήταν κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια φωνή:

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς».

Πήγε μία η ώρα!

Πήγε δύο.

Πήγε τρεις.

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς.»

Πήγε τέσσερις.

Πήγε πέντε η ώρα.

Πήγε έξι. Άρχισε να φωτίζει.


Η καμπάνα δε χτύπησε εγερτήριο. Οι Ές-Ές που είχαν κυκλώσει τις παράγκες, είπαν για τελευταία φορά «να μη σαλέψει κανείς», μπήκαν βιαστικά στη γραμμή και φύγαν. Θα ήταν εφτά η ώρα, όταν στο δάσος ξανάρχισαν οι ντουφεκιές. Αραιές όμως, έτσι σα να είχαν έρθει κυνηγοί στο δάσος. Κάπου κάπου ακούγαμε γαβγίσματα, γέλια η ένα ξεφωνητό που μας ανατρίχιαζε. Αρχίσαμε να μαντεύουμε τί θα ‘χε γίνει τη νύχτα. Αλλά μόνο να μαντεύουμε. Ακόμα δεν ξέραμε τίποτα.

Ήρθε διαταγή να σηκωθούμε απ' τα κρεβάτια και να παραταχτούμε αμέσως στην πλατεία. Ό,τι είχαμε μαντέψει, άρχισε να βγαίνει αληθινό. Τα νέα τα φέρανε αυτοί που μένανε στις απάνω παράγκες κοντά στην 20. Στο μεταξύ είχαμε παραταχτεί στην πλατεία. Η πύλη άνοιξε κι ένα φορτηγό αυτοκίνητο μ’ ανατρεπόμενη καρότσα, απ' αυτά που κουβάλαγαν πέτρα στο χωριό, πέρασε αργά από μπροστά μας. Στην καρότσα είχαν φορτώσει ίσα με σαράντα ντουφεκισμένους. Μερικοί δεν είχαν τελειώσει και σάλευαν. Απ’ τ’ αυτοκίνητο έτρεχε αίμα.

Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. Ένας έμπλεξε ή γραπώθηκε σε κανένα σιδερικό και δεν έπεφτε. Ο οδηγός έκανε ένα ανεβοκατέβασμα με τράνταγμα κι έπεσε κι αυτός. Το αυτοκίνητο ξαναπέρασε μπροστά μας κι έφυγε για έξω. Το αίμα που έσταζε απ’ την καρότσα, άφηνε πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι μία ροδαλή γραμμή.


Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. 


Οι αραιές ντουφεκιές, οι μακρινές φωνές και τα γαβγίσματα ακούγονταν ως το μεσημέρι. Κι ως εκείνη την ώρα, πάνω από δέκα τέτοια φορτία πέρασαν από μπροστά μας, κάμανε τη μανούβρα τους κι άδειασαν ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας.

Ένα τελευταίο φορτίο ήρθε αργά το απόγεμα. Είδαμε το χέρι ενός να βγαίνει πάνω απ’ τους νεκρούς που τον πλάκωναν και να γυρεύει βοήθεια.

Σιγά σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν και πληροφορίες. Αν και οι πιο πολλές, εκείνη την ώρα, ήταν σκέτες εικασίες, όλες τελικά αποδείχτηκαν αληθινές, ακόμα και σε λεπτομέρειες. Οι τετρακόσιοι ενενήντα μελλοθάνατοι της παράγκας αριθμός 20 είχαν αποφασίσει ομαδική απόδραση. Ήταν που ήταν χαμένοι. Έ, λοιπόν, όσοι γλιτώσουν. Μέσα στην παράγκα ήταν τρεις επιστάτες. Όταν η καμπάνα χτύπησε σιωπητήριο και τα φώτα σβήσανε, οι κρατούμενοι πιάστηκαν χέρι χέρι από κρεβάτι σε κρεβάτι και δίνανε ο ένας στον άλλον σιωπηλά σινιάλα.

Δόθηκε το σινιάλο πως οι επιστάτες κοιμήθηκαν. Τρεις ομάδες κρατούμενοι ρίχτηκαν και τους καθάρισαν, πριν προλάβουν να βγάλουν άχνα. Ύστερα όλοι μαζί άρχισαν τη μιλημένη δουλειά. Βγάλαν τα στρώματα απ’ τα κρεβάτια, τις σανίδες, τυλίξανε τα στρωσίδια σε μπόγους και τα συγκεντρώσανε κοντά στις πόρτες. Οι εκατό που θα βγαίνανε πρώτοι, κάμανε τα σακάκια τους ποδιές και βάλανε μέσα τα ξυλοπάπουτσα. Η παράγκα τους έβλεπε προς το δάσος. Αλλά είχε μπροστά έναν τοίχο τρία μέτρα ψηλό και στη ράχη ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα. Λίγα μέτρα πέρα απ' τον τοίχο, ήταν δυο ξύλινοι πύργοι με πολυβόλα. Εκατό μέτρα πιο μακριά ήταν ο πρώτος εξωτερικός φράχτης προς τη μεριά του δάσους, καμωμένος από πυκνό συρματόπλεγμα με σκοπιές κάθε εξήντα μέτρα. Ίσα μ’ ένα χιλιόμετρο πέρα, μέσα στο δάσος, ήταν κι άλλος φράχτης. Αυτός δεν είχε σκοπιές. Κι έπειτα άρχιζαν τα χωράφια, τα περιβόλια, τα χωριά, τα αγροτόσπιτα, οι εξοχικές μπιραρίες, τα πανδοχεία, οι δημοσιές, τα μονοπάτια, οι διαβάτες, οι ξωμάχοι, οι παπάδες, τα παιδιά που πάνε σχολείο, οι ποδηλάτες ταχυδρόμοι, οι ελεύθεροι πολίτες, οι άνθρωποι χωρίς στολή, οι ελεύθεροι άνθρωποι, η ελεύθερη χώρα.

Οι κρατούμενοι της παράγκας αριθμός 20 άφησαν το σκοπό που παράλαβε στις δώδεκα να βαρεθεί λιγάκι. Και μόλις τον είδαν ν' ακουμπά στο παραπέτο του πολυβολείου, οι εκατό με τα ξυλοπάπουτσα όρμησαν έξω. Βροχή τα βαριά ξυλοπάπουτσα σφεντονίστηκαν κατά τον πύργο κι ο φρουρός χτυπημένος απανωτά, κατάμουτρα, κρεμάστηκε λιπόθυμος στο παραπέτο. Με τα στρώματα, τις σανίδες, τους μπόγους, τα στρωσίδια κι ό,τι άλλο μπορούσαν να κουβαλήσουν, άρχιζαν τώρα να βγαίνουν όλοι και να τρέχουν προς τον τοίχο. Οι πέρα σκοπιές ακούσανε το σαματά, αλλά δεν καταλάβανε τί γίνεται.

Οι κρατούμενοι ρίχναν τα κουβαλημένα στα πόδια του τοίχου, φεύγανε τρέχοντας και φέρνανε κι άλλα, κι άλλα. Ο σωρός έφτασε ως τη ράχη του τοίχου. Άρχισαν τώρα να γεφυρώνουν με στρώματα το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα.

Οι σκοποί είδαν επιτέλους τί γίνεται κι άρχισαν να πυροβολούν. Τότε οι κρατούμενοι χύθηκαν όλοι μαζί για να βγουν. Πολλοί μένανε κάτω και πάνω τους πατούσαν και περνούσαν οι πιο γεροί. Πολλοί απ' όσους ανέβαιναν ως πάνω σπρώχνονταν στα πλάγια απ’ το συνωστισμό, πέφτανε πάνω στα αγεφύρωτα ηλεκτροφόρα και πέθαιναν σπαρταρώντας πάνω στα σύρματα. Οι πρώτοι που τα κατάφερναν να πηδήσουν έξω, μέναν στον τόπο απ’ τις σφαίρες που ρίχναν οι κοντινές σκοπιές. Απ’ τις άλλες που ήταν εξήντα μέτρα μακριά η καθεμιά, κανείς στρατιώτης δεν έτρεξε προς τα δω, θες από φόβο, θες γιατί ο Γερμανός δεν αφήνει ποτέ το πόστο του, αν δεν έχει διαταγή.

Έτσι οι σφαίρες τους που έρχονταν από εξήντα, από εκατόν είκοσι, από εκατόν ογδόντα μέτρα μακριά, δεν κάνανε μεγάλη ζημιά. Οι κρατούμενοι πέσανε πολλοί μαζί πάνω στους κοντινούς σκοπούς που ανάμεσά τους ήταν το ανοιχτό πέρασμα προς το δάσος, τους αχρηστέψανε και τους πήρανε τα όπλα. Όλ' αυτά γίνανε μέσα σε λίγα λεπτά και παρ' όλη την αταξία και το κακό, κοντά τετρακόσιοι κρατούμενοι τρέχανε τώρα μέσα στο σκοτεινό κι αφύλαχτο δάσος.



Ρώσος αιχμάλωτος στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Death of a soviet prisoner.



Το μήνυμα όμως της απόδρασης είχε κιόλας φτάσει στον Ές-Ές αξιωματικό ασφαλείας. Σήμανε συναγερμό. Ές-Ές στρατιώτες κυκλώσανε τις παράγκες. Νόμιζαν πως ολόκληρο το Μαουτχάουζεν «άδειαζε». Ταυτόχρονα, οι μοτοσικλετιστές και τ’ αυτοκίνητα της φρουράς κυκλώνανε τον περιφερειακό δρόμο και το δάσος. Όταν εξακριβώσανε πως οι φυγάδες είχαν σκορπίσει, αναπτύχθηκαν στην πέρα μεριά και κάνανε το φωτεινό φράχτη. Οι κρατούμενοι εξαντλημένοι αποκαμωμένοι, φοβισμένοι, ίσως για πρώτη φορά, κρυφτήκανε όπου κι όπως ήταν δυνατόν, για να μην τους βρίσκουν οι προβολείς. Οι Ές-Ές στρατιώτες κι οι υπαξιωματικοί με τα όπλα έτοιμα, περιμένανε να ξημερώσει. Με το πρώτο φως ξεκίνησαν για κει και οι ανώτεροι αξιωματικοί. Ήτανε κι αυτοί ταραγμένοι κι ανήσυχοι όσο ποτέ. Αυτό που έγινε ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί. Μια μαζική απόδραση χωρίς προηγούμενο και συνάμα, ο εξευτελισμός μιας «οδηγίας» χωρίς προηγούμενο. Τρέμανε για το πως θ’ αντιδρούσε το Βερολίνο. Είπανε στους στρατιώτες να σκοτώνουν φυγάδες μόνο σε περίπτωση που δε βρισκόταν αξιωματικός εκεί κοντά. Έπρεπε τώρα να αποδείξουν στο Βερολίνο πως οι αξιωματικοί του Μαουτχάουζεν ήταν εις θέσιν να διορθώσουν εις το ακέραιον το λάθος τους. Και το κυνήγι άρχισε.



Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. 


Οι φυγάδες, όσο δεν είχαν μπορέσει ν’ απομακρυνθούν, κι ήταν οι περισσότεροι αυτοί, προσπάθησαν να κρυφτούν στις ρηχές ρεματιές του λόφου, στις συστάδες των θάμνων, σε λάκκους για σκουπίδια. Κάποιοι σκαρφαλώσανε σε βελανιδιές που το φύλλωμά τους ήταν πυκνό. Μάταιες προσπάθειες, βέβαια, που τις έκανε ακόμα πιο μάταιες το χιόνι που πάνω του είχαν αποτυπωθεί τα πάντα. Οι πατημασιές τους, η πορεία τους, οι δυσκολίες τους, οι αναζητήσεις, όλες τους οι σκέψεις και οι κινήσεις. Μέχρι το απομεσήμερο, είχαν «καθαρίσει» τους φυγάδες που παγιδεύτηκαν στην περικυκλωμένη περιοχή. Συνεχίσανε το κυνήγι οι μισοί, ενισχυμένοι από τη χωροφυλακή και εθελοντές πολίτες, και οι άλλοι γύρισαν πίσω για να μη μείνει το στρατόπεδο αφύλαχτο. Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. Αλλά επιπλέον τους περίμενε εκεί ο διοικητής. Έδωσε θερμά συγχαρητήρια σε όλους και ιδιαίτερα στον ομπερστούρμφυρερ Σπατσενέγκερ. Επιπλέον, του υποσχέθηκε μισή ντουζίνα μπουκάλια κρασί από την προσωπική του κάβα και τη διάκριση να πάει αυτός στο Βερολίνο, για αναφορά στον Καλτενμπρούννερ, ευθύς μόλις εξοντωθεί κι ο τελευταίος φυγάδας. 

Ο Σπατσενέγκερ ήταν ένας σκέτος «φόβος και τρόμος», γνωστός συν τοις άλλοις για την αδυναμία του στους ανθρωποφάγους σκύλους. Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. Τα επιδειχτικά συγχαρητήρια από το διοικητή στον Σπατσενέγκερ είχαν δυο λόγους: να παινέσει τον «φόβο και τρόμο» για τα είκοσι οχτώ κεφάλια και ταυτόχρονα να μειώσει τον υποδιοικητή Μπαχμάγερ που βασική του αρμοδιότητα ήταν η ασφαλής φρούρηση των κρατουμένων. Και πολύ θα χαιρόταν, αν η απόδραση γινόταν αφορμή να τον μεταθέσουν.


Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. 


Τη νύχτα, κάθε μία ώρα, μας βγάζανε έξω απ' τις παράγκες, χωρίς παπούτσια και χωρίς ρούχα. Το πρωί δε μας δώσανε το μαυροζούμι, τον ψευδοκαφέ. Δεν είχε ούτε γεύση ούτε μυρουδιά, όμως ήταν ζεστός. Εκτός που βάζαμε κάτι ζεστό μέσα μας, κολλούσαμε τα χέρια μας στα καζάνια και τα ζεσταίναμε.

Στο προσκλητήριο ανακοινώθηκε πως ούτε και σήμερα θα βγουν για δουλειά τα εξωτερικά συνεργεία. Θα σταθούν όλοι όρθιοι στην πλατεία ως το μεσημέρι. Δε θα μοιραστεί η μεσημεριανή σούπα, ούτε η βραδινή ξηρά τροφή.

Το απομεσήμερο ακούγονταν πυροβολισμοί απ’ τη μεριά της φυλακής. Μάθαμε ότι σκότωσαν όσους είχαν στα κελιά για να τα αδειάσουν και να συγκεντρώσουν στη φυλακή τους ρώσους αιχμαλώτους, ώσπου να ξαναφτιάξουν τους φράχτες στην παράγκα αριθμός 20.

Στο βραδινό προσκλητήριο είδαμε να περνάνε μπροστά μας σουρνάμενοι οι υπόλοιποι από τη «στράφ-κομπανί», «συνεργείο τιμωρημένων». Δεν ήταν ούτε πενήντα, απ' τους διακόσιους που είχαμε δει το πρωί. Γι’ αυτό, ως φαίνεται, τους πήγαν και σήμερα στο λατομείο.

—      Πώς και τους βγάλανε αυτούς;

—      Για να δούμε πόσοι θα γυρίσουν...

Την άλλη μέρα, τους οδηγούς των φορτηγών που κουβάλησαν τους νεκρούς φυγάδες, τους σκότωσαν πίσω απ' τα λουτρά με μία σφαίρα στο κούτελο. Πάνω απ' τα πτώματα στήσανε μία επιγραφή σε χαρτόνι: «Είναι κακό να βλέπεις, αλλά χειρότερο να λες ό,τι βλέπεις». Κάποιος τρελός κάτι θα ξεστόμισε.

Την παράλλη, όλα τα συνεργεία βγήκαν για δουλειά. Όμως, αυτό που έγινε στα εξωτερικά συνεργεία, ήταν σωστό μακελειό. Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. Ο ένας έλεγε «πήγαινε», ο άλλος σκότωνε. Άλλους τους σκότωσαν, επειδή απλά και μόνο μίλησαν μεταξύ τους.


Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. 


Όσο περνούσαν οι μέρες, μαθαίναμε για την απόδραση κι άλλα. Τα νέα τα φέρνανε οι Α' και Β' «καμαριέρες». Οι Α' ήταν κρατούμενοι, κυρίως Γερμανοί, τσιγγάνοι και ομοφυλόφιλοι, που δουλεύανε μάγειροι, σερβιτόροι, λαντζιέρηδες, καθαριστές στα εστιατόρια και στις καντίνες των Ές- Ές. Οι Β' ήταν υπηρέτες στην παράγκα που μένανε οι επιστάτες. Πηγαίνανε μετά το βραδινό προσκλητήριο στην παράγκα τους και για λίγο φαΐ, ψωμί, κανένα τσιγάρο, τους πλένανε τα ρούχα, τους μαγειρεύανε, σκουπίζανε και σφουγγαρίζανε το πάτωμα. Από συγκολλημένα μισόλογα που είχαν ακούσει οι καμαριέρες απ’ τους Ές-Ές και τους επιστάτες, βγήκε μία σπουδαία πληροφορία... Φαίνεται πως ογδόντα τουλάχιστον φυγάδες είχαν περάσει όλους τους φράχτες του Μαουτχάουζεν και τον κλοιό με προβολείς και περιπολίες κι είχαν σκορπίσει στην «ελεύθερη» χώρα. Αυτό έγινε στο διάστημα που οι Ές-Ές νομίζανε πως είχαν περικυκλώσει τους πάντες και περιμένανε το φως της μέρας, για να πιάσουν δουλειά.



Πάνω: Επιζήσαντες μετρούν τα πτώματα στο Μαουτχάουζεν. Survivors counting the corpses of prisoners killed in the Mauthausen concentration camp. Κάτω: Νεκρός του Μαουτχάουζεν στο χιόνι. Mauthausen inmate lies dead in the snow


Όταν διαπιστώσανε το λάθος τους, οι φυγάδες που σκοτώσανε στον κλοιό ήταν κάπου τριακόσιοι πενήντα, άρα έλειπαν καμιά εκατοσταριά, ο διοικητής ζήτησε τη συνδρομή του γκαουλάιτερ Άουγκουστ Άϊγκρούμπερ. Ο γκαουλάιτερ του Ομπερντόναου, με έδρα το Λίντς, ήταν ο κομματικός και διοικητικός περιφερειάρχης στον Άνω Δούναβη. Αφού κατσάδιασε τον Τσιράις, που άλλα του έλεγε τη νύχτα και άλλα τώρα, κινητοποίησε τις μονάδες της χωροφυλακής και της χιτλερικής νεολαίας. Διέταξε τους δημάρχους σε πόλεις και χωριά να οπλίσουν όλους τους ικανούς πολίτες, γυναίκες κι άντρες και να λάβουν μέρος στη δίωξη, στη σύλληψη, στην επί τόπου εκτέλεση.

Το μήνυμα του γκαουλάιτερ ειδοποιούσε ότι «άγνωστος αριθμός ειδεχθών κακούργων και εχθρών της γερμανικής πατρίδας, του Ράιχ και του Φύρερ, δραπέτευσαν τη νύχτα από... είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι για τον πληθυσμό και υπάρχουν πληροφορίες πως κατευθύνονται βορειοδυτικά προς την περιοχή που κατοικούν Τσέχοι». Ειδοποιούσε ακόμα ότι αρκετοί απ’ τους ειδεχθείς κακούργους είχαν τουφέκια και πιστόλια. Αυτό ήταν ψέμα. Τα τρία όλα κι όλα τουφέκια που οι δραπέτες πήραν απ' τους χτυπημένους Ές-Ές στρατιώτες βρέθηκαν στο δάσος, ευθύς μόλις άρχισε η καταδίωξη. Όμως το ψέμα επέτρεπε στον Αϊγκρούμπερ τη σύσταση «κάθε πατριώτης και υπεύθυνος πολίτης να πυροβολεί οτιδήποτε κινείται ύποπτα και να εκτελεί χωρίς δισταγμό, κυρίως για την προσωπική του ασφάλεια, κάθε κτήνος...». Οπλίστηκαν πολλοί και με μεγάλη προθυμία. Πήγαν μαζί και πολλοί που δεν είχαν όπλο, αλλά είχαν τσεκούρια, ρόπαλα, μαχαίρια. Ήθελαν οι άνθρωποι να κάνουν κι αυτοί κάτι καλό για τη γερμανική πατρίδα και το Φύρερ.

Έτσι, το ανθρωποκυνήγι που άρχισε στα όρια του Μαουτχάουζεν, απλώθηκε ως τα παλιά σύνορα με την Τσεχοσλοβακία. Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους. Ένα αγόρι της χιτλερικής νεολαίας, μόνο αυτό, σκότωσε τρεις πολίτες. Ένας ταχυδρομικός διανομέας σκότωσε το δήμαρχο του διπλανού χωρίου. Συνολικά, τέσσερις άντρες και μία γυναίκα, κυνηγός και αυτή, ήταν τα θύματα της αλληλοσφαγής τους στο βωμό της μανίας τους να έχουν να πουν «εγώ σκότωσα έναν απ’ το Μαουτχάουζεν». «Θεία Δίκη», θα το ‘λεγε ο κύριος Βαγγέλης. «Αλλά γιατί, Θεέ μου, τόση οικονομά; Θα πείραζε αν ήταν πενήντα αντί πέντε; Δε βλέπεις τί γίνεται στη μεριά μας;»


Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους.


Αυτό μας το είπαν οι Ρώσοι δημοσιογράφοι που είχαν πάει μαζί με αμερικάνους στρατιωτικούς ανακριτές στο Σβάρτσμπεργκ... Ένας φυγάδας, τέλεια εξαντλημένος πια, και ξεγελασμένος ποιος ξέρει από τί, τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα σ’ ένα αγροτόσπιτο. Ο αγρότης ιδιοκτήτης κι η γυναίκα του άνοιξαν την πόρτα. Ο φυγάδας, με νοήματα παρακάλεσε για ψωμί και τίποτα κουρέλια να τυλίξει τα πόδια του. Και ενώ θα μπορούσαν, εάν νομίζανε πως κινδυνεύουν να τον φοβερίσουν και να κλείσουν την πόρτα, αυτοί αντίθετα τον καλέσανε μέσα. Τον βάλανε να καθίσει στο τραπέζι, ακούμπησαν κοντά ένα πιάτο φαΐ, ψωμί, κουτάλι, μία κούπα μηλόκρασο... Κι όταν με δάκρυα ευγνωμοσύνης άρχισε να τρώει, του ρίχτηκαν κι οι δυο με μαχαίρια και με τέτοια λύσσα, που το κεφάλι του κρέμασε στο πλάι, σαν του σφαγμένου αρνιού.

Μπορεί να σφάχτηκαν κι άλλοι κάνοντας το ίδιο λάθος. Όμως, Θεέ και Κύριε, γιατί να 'ναι λάθος; Είδε ένα σπίτι, κι είναι ωραία τα σπίτια στα αυστριακά χωριά, με κεντητά κουρτινάκια στα παράθυρα, με καλομπογιαντισμένη πόρτα. Με απλωμένα ρούχα στην αυλή, με κούνια από σκοινί στο κλαδί της φλαμουριάς, για να παίζουνε τα παιδιά. Γιατί να μη ζητήσει λίγο ψωμί και κουρέλια; Που είναι το λάθος;...

Από τη μεγάλη απόδραση, απόγνωση, σφαγή, μόνο για έναν μάθαμε ότι στα σίγουρα διέφυγε. Ο στρατιώτης Σεμιόν Στσακώβ. Για δώδεκα άλλους δε μαθεύτηκε ποτέ τί απόγιναν. Ο Γιοζέ Μπαλλίνα, που δούλευε κι αυτός στην Πολιτική Διεύθυνση, το 'χε βάλει τάμα να βρει την καρτέλα του Σεμιόν και άμα τελικά τη βρήκε, έλεγε συγκινημένος έως δακρύων για το «συντροφάκι» Σεμιόν: «σκέψου, μι κάγο δίος, είναι μονάχα είκοσι χρονών, κοντός, μαυρομάλλης, μαυρομάτης, τ’ αριστερό του χεράκι κομμένο απ' τον καρπό». Φανατικός κομμουνιστής και μαζί φανατικός καθολικός, όπως και άλλοι «εσπανιόλες ρόχος» του Μαουτχάουζεν, χάραξε τ’ όνομα του Στσακώβ σ’ ένα σανίδι του κρεβατιού του και το στόλισε μ' ένα σταυρό κι ένα σφυροδρέπανο. «Να τον φυλάνε και τα δύο» είπε, «το ένα δε φτάνει... εμείς γι' αυτό τα κάναμε σκατά στην Ισπανία».

Ο φίλος του Καζιμίρ Κλεμέντες έφριξε άμα το είδε, «πάει, αυτουνού του ‘στριψε τελείως». Πήρε το σανίδι και το 'καψε στη σόμπα, κάνοντας ότι ψήνει δυο κλεμμένες πατάτες. Κλεμέντες και Μπαλλίνα είχαν πλάι πλάι πολεμήσει στο Τερουέλ τους «κοχόνες και μιέρδας φασίστες του χιτλερίσιμο του Φράνκο».



Από το βιβλίο "Μαουτχάουζεν" του Ιάκωβου Καμπανέλλη [εκδ.Κέδρος]. Πρώτη έκδοση το 1963. Για τη μεταφορά και την εισαγωγή, το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18.




Αιχμάλωτοι του Μαουτχάουζεν μετά την απελευθέρωση. Prisoners mill about at Mauthausen after liberation