Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίτσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νίτσε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Νοεμβρίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα


Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11. Λογοτεχνία, ποίηση και τρέλα. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Περάστε, αγαπητοί! Περάστε στο όμορφο Λαγούμι μας, που άνοιξε ξανά τις πόρτες του για σας… Ένα πράγμα μόνο σας παρακαλώ: αφήστε τη λογική σας έξω, μη την πάρετε μαζί σας. Και μαζί με αυτήν πετάξτε στα σκουπίδια, για λίγο έστω, όλα όσα σας έχουν μάθει σε αυτόν τον κόσμο των ανθρώπων – που όσο λογικός πασχίζει να φαίνεται, τόσο παράλογος είναι στην ουσία του…

Τα σημερινά αποσπάσματα σχετίζονται με την τρέλα και την ποίηση. Και τον έρωτα. Και την ψευδαίσθηση. Και το μεθύσι. Όλες λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια…

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ – ο περίφημος εκείνος Γάλλος με τη μεγάλη μύτη – μας περιγράφει την εμπειρία του από το ταξίδι στη Σελήνη και τα έθιμα των Σεληνάνθρωπων, οι οποίοι κάνουν τις συναλλαγές τους με ποιήματα αντί για χρήματα… Ο Χ. Π. Λάβκραφτ μας παρουσιάζει μια κρυμμένη Πολιτεία πέρα και έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στο κλασικό του βιβλίο «Τα Βουνά της Τρέλας»… Ο Τριστάν Τζαρά γράφει, εν έτει 1918 και στη διάρκεια του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το Μανιφέστο του Νταντά… Μια γυναίκα εξομολογείται τον παράφορο έρωτά της σ’ ένα Τέρας, δια στόματος Βίκτορα Ουγκώ… Ο Τομ Ρόμπινς παίζει με τις λέξεις και αναπνέει ποίηση… Ο Έρασμος μας παρουσιάζει τη διαχρονική τρέλα του ανθρωπίνου είδους στο «Εγκώμιο της Τρέλας» του… Ο Φρίντριχ Νίτσε τονίζει πόσο αναγκαία είναι η τέχνη και, μαζί με αυτήν, η τρέλα… Ο Μπωντλαίρ μας καλεί να μεθύσουμε… Και, τέλος, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μας νανουρίζει σε κόσμους ψευδαίσθησης και τρελού, αλλοπρόσαλλου έρωτα, στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Διαβάστε μαζί μου. Και υποσχεθείτε μου πως κάτι θα αλλάξει μέσα σας μετά από αυτή την ανάγνωση… Υποσχεθείτε μου...



Συρανό ντε Μπερζεράκ – Ποιήματα αντί για χρήματα




Κολλάζ για το Ταξίδι στη Σελήνη του Συρανό ντε Μπερζεράκ - το φονικό κουνέλι




Ένας από τους παλαιότερους συγγραφείς που ισχυρίστηκαν πως είχαν ταξιδέψει στη Σελήνη, εν έτει 1657, ήταν ο Συρανό ντε Μπερζεράκ. Στη διάρκεια του ταξιδιού του συναντάει τους Σεληνάνθρωπους και γνωρίζει τα έθιμά τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που έκαναν εντύπωση στον συγγραφέα ήταν το τοπικό νόμισμα του πλανήτη: στη Σελήνη οι κάτοικοι δεν πληρώνουν με χρήματα, αλλά με… ποιήματα. Ας δούμε το απόσπασμα από το βιβλίο του:



«Μετά το γεύμα μου ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και κάνοντας χίλιες γκριμάτσες, που τις χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να δείξουν συμπάθεια, ο πανδοχέας πήρε ένα χαρτί. Τον ρώτησα αν ήταν κάποιο τσεκ ή γραμμάτιο για την πληρωμή. Απάντησε αρνητικά κι ότι τακτοποίησε την οφειλή μ' ένα ποίημα.

«Τι; Ποίημα;» έκανα. «Οι πανδοχείς έχουν την παραξενιά της ομοιοκαταληξίας;»

«Αυτό είναι το τοπικό νόμισμα», μου απάντησε, «και τα έξοδα που κάναμε εδώ κοστίσανε ένα εξάστιχο. Δεν ανησυχούσα μήπως δεν μου φτάσουν, γιατί ακόμα κι αν περνούσαμε μια εβδομάδα χλιδής, θα μας κόστιζε ένα σονέτο κι εγώ έχω τέσσερα επάνω μου, μαζί με δύο επιγράμματα, δύο ωδές κι ένα βουκολικό». […]

Ύστερα ρώτησα αν τους στίχους που χρησιμοποίησε σαν χρήμα μπορούσε να τους κοπιάρει κάποιος και να τους χρησιμοποιήσει ξανά. Μου απάντησε πως όχι και συνέχισε: «Όταν ένα ποίημα είναι έτοιμο, ο συγγραφέας το πηγαίνει στην κεντρική τράπεζα νομίσματος, όπου εδρεύει η επιτροπή των ποιητών. Εκεί, οι επίσημοι στιχουργοί θέτουν τα έργα σε δοκιμασία και, αν κριθούν καλής ποιότητας, τα διατιμούν όχι με το βάρος, αλλά με την ευφυΐα που περικλείουν. Έτσι, όποιος πεθαίνει από πείνα, πάει να πει πως είναι σκέτο βόδι, κι αυτοί που τρώνε πάντα καλά είναι οι ευφυείς».

Εκστατικός θαύμαζα τη δικαιοσύνη αυτού του τόπου».


Από το βιβλίο του Συρανό ντε Μπερζεράκ “Ταξίδι στη Σελήνη” [Cyrano de Bergerac, “L’Autre monde ou les états et empires de la Lune” – σε μτφ Ι.Λο Σκόκκο], δημοσιευμένο το 1657.

Σκεφτείτε λοιπόν, στη δική μας πραγματικότητα πλέον, να είχαμε ποιήματα, ή ενδεχομένως και τραγούδια, στη θέση των χρημάτων. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα ήταν οι ικανοί ποιητές. Και ο άνθρωπος που σκέφτεται δημιουργικά, ο άνθρωπος που συναισθάνεται βαθύτερα, θα άξιζε μια περιουσία ολόκληρη.

Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει σήμερα δηλαδή.




Χ.Π. Λάβκραφτ. Τα βουνά της τρέλας



Σύνθεση για τα Βουνά της Τρέλας του Χ.Π. Λάβκραφτ




«Όλες οι στιγμές εκείνης της πτήσης που κράτησε τέσσερις ώρες και μισή, είναι αποτυπωμένες με πυρωμένο σίδερο στη μνήμη μου, εξαιτίας της κρίσιμης σημασίας που είχαν για τη ζωή μου. Σημάδεψαν την απώλεια, στα πενήντα τέσσερα μου χρόνια, κάθε γαλήνης και κάθε ισορροπίας που διαθέτει ένα κανονικό μυαλό, χάρη στις παραδεδεγμένες ιδέες του για την περιβάλλουσα φύση και για τους φυσικούς νόμους. […]

Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε πέρα, μπροστά μας, το ανώμαλο περίγραμμα των μαγικών κώνων και πυραμίδων και οι φωνές του μας έστειλαν όλους στα παράθυρα της καμπίνας του μεγάλου αεροπλάνου. Παρά την ταχύτητά μας μεγάλωναν με αργό ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να βρίσκονταν σε άπειρη απόσταση και ότι φαίνονταν μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά σιγά-σιγά υψώθηκαν σκυθρωπά στον ουρανό της δύσης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διάφορες γυμνές, έρημες, μαυρωπές κορυφές και να νιώσουμε το ξύπνημα της αίσθησης του φανταστικού που προκαλούσε η θέα τους κάτω από το ερυθρωπό ανταρκτικό φως. Πίσω και πάνω τους ιρίδιζαν τα σύννεφα της χιονόσκονης ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη συνολική εντύπωση.

Το όλο θέαμα απέπνεε έναν επίμονο υπαινιγμό φοβερής μυστικότητας, γεννούσε μια προσμονή αποκάλυψης. Σαν να σημάδευαν οι γυμνοί, εφιαλτικοί εκείνοι πυργίσκοι τους πυλώνες μιας τρομερής πύλης που σε εισήγαγε σε απαγορευμένες σφαίρες ονείρου, σε περίπλοκες αβύσσους απόμακρου χρόνου, χώρου, πολυδιαστατικότητας. Δεν μου έφευγε η αίσθηση ότι ήταν πράγματα του κακού – βουνά παραφροσύνης, που οι πιο απόμακρες κορυφογραμμές τους ξανοίγονταν προς κάποιαν αβυσσαλέα, καταραμένη εσχατιά.

Το φόντο των ημιφώτεινων, περιδινούμενοι σύννεφων ήταν γεμάτο από άρρητες προρρήσεις μιας αόριστης, αιθέριας απεραντοσύνης, άγνωστης για τη γήινη αίσθηση του χώρου, φρικαλέα υπενθύμιση άπειρης απόστασης, ετερότητας, ερημιά που μιλούσε για τον απ’ αιώνων θάνατο αυτού του απάτητου και αβυθομέτρητου νότιου κόσμου».


Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Τα Βουνά της Τρέλας» [H.P. Lovecraft, “At the Mountains of Madness”]. Πρώτη έκδοση το 1936, σε μετάφραση: Β. Καλλιπολίτη.

Ένα μικρό απόσπασμα ενός απ' τα σημαντικότερα βιβλία τρόμου του 20ου αιώνα. Μικρό - μα παγωμένο και απόμακρο, ξεχειλίζοντας από εκείνη την αρχέγονη αίσθηση τρόμου που ο Λάβκραφτ ήξερε τόσο πετυχημένα να χειρίζεται.

Τελικά υπάρχει άραγε εκείνη η Αρχαία Πολιτεία - πιο αρχαία και από τα αρχαιότερα πλάσματα της γης -, θαμμένη κάτω από τους απάτητους πάγους του Νότου;...




Τριστάν Τζαρά – Μανιφέστο Νταντά



Νταντά - Kleine Dada Soiree των Theo van Doesburg και Kurt Schitters
Theo van Doesburg & Kurt Schitters, 1922.



«Κάθε προϊόν αηδίας που έχει την τάση να γίνει η άρνηση της οικογένειας, είναι Νταντά. Η διαμαρτυρία με τις γροθιές ολόκληρου του είναι σου και η καταστροφική δράση: ΝΤΑΝΤΑ. Η υιοθεσία όλων εκείνων των τρόπων συμπεριφοράς, που η σεξουαλική ντροπή, οι βολικοί συμβιβασμοί και η ευγένεια ανέκαθεν καταδίκαζαν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της λογικής, αυτού του χορού των ανίκανων να δημιουργήσουν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας αλλά και κάθε κοινωνικής εξίσωσης που θα επερχόταν σαν αποτέλεσμα αξιών που χαρακτηρίζουν υπηρέτες: ΝΤΑΝΤΑ.

Κάθε αντικείμενο, όλα τα αντικείμενα, τα συναισθήματα και οι ασάφειες, οι εμφανίσεις και το σοκ ακριβείας των παράλληλων γραμμών, να τα όπλα στη μάχη που δίνει το ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της μνήμης: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της αρχαιολογίας: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση των προφητών: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση του μέλλοντος: ΝΤΑΝΤΑ. Το εκλεπτυσμένο και χωρίς προκαταλήψεις πήδημα από την αρμονία σε μια άλλη σφαίρα [...] μ' αυτήν την ένταση μέσα στους θάμνους, ένταση απαλλαγμένη από τα έντομα των γαλαζοαίματων και χρυσωμένη με σώματα αρχαγγέλων, με την ψυχή του φορέα της.

Η ελευθερία: ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ - το ουρλιαχτό των συρρικνωμένων οδυνών, ο συνυφασμός των αντιθέσεων και όλων των αντιφάσεων, των γελοιοτήτων και των ασυνεπειών: Η ζωή.»


Από το περίφημο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» του Τριστάν Τζαρά [Tristan Tzara, “Le Manifeste DaDa”], σε μετάφραση Ανδρέα Κανελλίδη. Γεννημένο στην καρδιά του ιστορικού παραλογισμού, εν έτει 1918, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δίνοντας διέξοδο σε μια νέα τέχνη που πετούσε τον παραλογισμό της κοινωνίας των ανθρώπων στα σκουπίδια – επιλέγοντας, έναντι αυτής, την υγιή τρέλα της δημιουργίας… 

Κολλάζ: "Kleine Dada Soiree" των Theo van Doesburg και Kurt Schitters, του 1922.



Τομ Ρόμπινς – Αναπνέοντας ποίηση



Ο Τομ Ρόμπινς σχεδιασμένος από τον Ryan Sheffield - Tom Robbins by Ryan Sheffield
Tom Robbins by Ryan Sheffield



«Στη γλώσσα των Ινδιάνων Χάιντα, που ζούσαν στις βορειοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, το ρήμα «γράφω ποίηση» είναι ίδιο με το ρήμα «αναπνέω».

Αυτές οι εθνολογικές πληροφορίες άρεσαν πολύ στην Αμάντα, που αποφάσισε ότι στο εξής θα προσπαθούσε να ρυθμίζει κάθε ανάσα της σαν να έγραφε ένα ποίημα. Πραγματικά, κράτησε το λόγο της, και αυτός ο νέος τρόπος αναπνοής μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την προσωπική της γοητεία.

Μια φορά, ενώ ανάσαινε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στιχάκι, ρούφηξε ένα ζουζούνι που περνούσε εκείνη τη στιγμή πετώντας. «Τι απαίσια ομοιοκαταληξία», είπε η Αμάντα βήχοντας. «Μου φαίνεται ότι θα ξαναγυρίσω στην πρόζα».


Ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο του “Another Roadside Attraction” - το βιβλίο με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο [γνωστό στα ελληνικά ως «Αμάντα»]. Πρώτη έκδοση το 1971, μτφ: Γ. Μπαρουξής.



Ερωτική εξομολόγηση σ’ ένα τέρας






«Νιώθω ξεπεσμένη κοντά σου, τι ευτυχία! Να 'σαι υψηλότατη, τι ανούσιο πράγμα! Είμαι αυγούστα, πόσο με κουράζει αυτό! Ενώ σαν ξεπέφτεις, ξεκουράζεσαι. Έχω τόσο πολύ μπουχτίσει το σεβασμό, ώστε έχω ανάγκη την περιφρόνηση [...] Σ' αγαπώ όχι μόνο γιατί είσαι παραμορφωμένος, αλλά γιατί είσαι ένας τιποτένιος. Αγαπώ το τέρας, αγαπώ τον παλιάτσο. Ένας ταπεινός, βρομερός, χυδαίος, χονδροειδέστατος και φρικτός εραστής, που είναι εκτεθειμένος στο γέλιο πάνω σ’ εκείνο τον κύφωνα που τον ονομάζουν θέατρο, αυτό αποτελεί μια σοφία μοναδική. Είναι σαν να δαγκώνεις τον καρπό της αβύσσου.

Ένας εραστής ατιμωτικός είναι κάτι εξαίσιο. Να δαγκώνω το μήλο όχι του Παράδεισου, μα της κόλασης, να ποιος είναι ο δικός μου πειρασμός κι έχω αυτή την πείνα κι αυτή τη δίψα, είμαι μια Εύα κι εγώ. Η Εύα της αβύσσου. Κι εσύ, το πιθανότερο, χωρίς να το ξέρεις είσαι ένας δαίμονας. Κράτησα ως τώρα το κορμί μου για τη μάσκα του ονείρου. Είσαι κάποιο νευρόσπαστο, που ένα φάντασμα κρατά τα νήματά σου. Είσαι το όραμα του τρομερού γέλιου της κόλασης. Είσαι ο αφέντης που περίμενα. […]

Γκουινπλέιν, είμαι ο θρόνος κι εσύ είσαι το παλκοσένικο. Ας σταθούμε λοιπόν στο ίδιο επίπεδο. Αχ! Είμαι ευτυχισμένη, να που έπεσα χαμηλά. Θα ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει ως ποιο σημείο είμαι τιποτένια. Γονατίζω μπροστά σου, γιατί όσο πιο τιποτένιος γίνεσαι τόσο περισσότερο σέρνεσαι. Έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος. Εχθρικό, όμως ερπετό. Δράκοντας, όμως σκουλήκι. Ω: Είμαι έκφυλη σαν τις θεές [...]

Εσύ όμως δεν είσαι άσχημος, είσαι δύσμορφος. Ο άσχημος είναι ταπεινός, ο δύσμορφος είναι μεγάλος. Ο άσχημος είναι η γκριμάτσα του διαβόλου πίσω από την ομορφιά. [...]

…Σ' αγαπώ!» του φώναξε.

Και τον δάγκωσε καθώς του έδινε ένα φιλί.»


Βίκτωρ Ουγκώ, «Ο Άνθρωπος που Γελά» [Victor Hugo , “L'Homme qui rit”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα. Στην εικόνα σκηνή από την ταινία του 1928.

Και, ναι, ο «Άνθρωπος που γελά», με το μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο παραμορφωμένο πρόσωπό του, υπήρξε προπάτορας του γνωστού σε όλους Τζόκερ.




Έρασμος – Η τρέλα των ανθρώπων



Ο Έρασμος, σε πίνακα του Quinten Massys / Desiderius Erasmus by Quinten Massys,1517
Desiderius Erasmus by Quinten Massys, 1517



Αν η Τρέλα ήταν πρόσωπο και είχε φωνή, τι λόγια θα μας έλεγε, άραγε, για το είδος των ανθρώπων; Πιθανό να ήταν λόγια σαν αυτά που κατέγραψε, μιλώντας εξ ονόματός της, ο Έρασμος εν έτει 1509-11 στο κλασικό έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» [Desiderius Erasmus, “Moriae Encomium” / “In Praise of Folly”], από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα. Η μετάφραση είναι του Στρατή Τσίρκα και το πορτραίτο του Έρασμου του Quinten Massys [1517]. 



«Είναι απίστευτο πόσο χαίρονται, διασκεδάζουν και ξεκαρδίζονται ολοχρονίς οι αθάνατοι με τους κακόμοιρους τους ανθρώπους. Το πρωί, που δεν είναι πιωμένοι, το περνούν ακούοντας τα παράπονα και περιμένοντας τις προσευχές. Ύστερα, μόλις τσούξουν το νέκταρ και γίνουν τάπα, το ρίχνουν στο τσακίρ κέφι, και πού μυαλό για σοβαρή δουλειά. Πάνε και κάθονται όλοι μαζί στην πιο ψηλή κορφή τ’ ουρανού κι από κει σκύβοντας βλέπουν τα καμώματα των ανθρώπων. Δε βρίσκεται στον κόσμο θέαμα που να το γλεντούν περισσότερο. Θεούλη μου, τι θέαμα είναι τούτο! Τί ποικιλία από τρελούς και τί βαβυλωνία! [...]

Να ένας άντρας που ψοφά για μια τοσηδά γυναικούλα, κι όσο λιγότερο τον αγαπάει αυτή, τόσο το πάθος του κορώνει. Ο άλλος παντρεύεται όχι γυναίκα, μα προίκα. Τούτος κάνει το ρουφιάνο στη γυναίκα του, ο άλλος ζηλεύει τη δική του και την προσέχει όλος μάτια, σαν τον Άργο. [...] Αυτός μαζεύει όσα μπορεί για να τα ρίξει στην κοιλάθρα του, κι ας πεθάνει αύριο της πείνας. [...] Να ένας που ζει με θαλασσοδάνεια και θαρρεί πως είναι πλούσιος, ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό. Άλλος το νομίζει ευτύχημα να ζεί φτωχικά, για να κάνει πλούσιο τον κληρονόμο του. Τούτος για μια σταλιά κι όχι σίγουρο κέρδος αλωνίζει τις θάλασσες κιντυνεύοντας στους αγέρηδες και στα κύματα τη ζωή του, που κανένας θησαυρός δε θα μπορέσει να του την ξαναδώσει. Ο άλλος προτιμά να γυρέψει την τύχη του στον πόλεμο, παρά να ζήσει στο σπιτάκι του ήσυχος κι ασφαλισμένος. [...]

Είναι μερικοί, πλούσιοι μόνο από ελπίδες• τα ευχάριστα όνειρα που κάνουν μόνοι τους θαρρούν πως φτάνουν για την ευτυχία τους. Πολλοί ευχαριστιούνται να φαίνονται παραλήδες στον κόσμο, και σπίτι τους πεθαίνουν συστηματικά της πείνας. Τούτος βιάζεται να σπαταλήσει όσα έχει, ο άλλος θησαυρίζει αδίσταχτα και στοιβάζει. Ο ένας τρελαίνεται για πόστα και λαχανιάζει ψαρεύοντας ψήφους, ο άλλος καρφί δεν του καίγεται και χουζουρεύει στη γωνίτσα του πλάι στο τζάκι. Κάμποσοι βάζουν μπρος δίκες ατέλειωτες και συνερίζονται με πείσμα, ποιος θα πλουτίσει δικαστή που δίνει πρόθυμα τις αναβολές και συνένοχό του δικηγόρο, με τις στρεψοδικίες του. [...]

Κοντολογής, αν μπορούσατε να κοιτάξετε από το Φεγγάρι την αμέτρητη σύγχυση των ανθρώπων, θα νομίζατε πως βλέπετε σύννεφο μύγες και σκνίπες, να τσακώνονται, να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο, να στήνουν παγίδες, να κλέβουν, να παίζουν, να τσιλιπουρδίζουν, να γεννοβολούν, να πέφτουν και να πεθαίνουν. Και θα σας φαινόταν απίστευτο πόσες ταραχές, πόσες τραγωδίες ξεσηκώνει ένα τοσοδούλικο ζωύφιο, που προορίζεται σε λίγο να χαθεί.»



Νίτσε – Η αναγκαιότητα της τέχνης και της τρέλας




Ο Νίτσε σε χαρακτικό του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



«Αν δεν είχαμε καλοδεχτεί τις τέχνες κι αν δεν είχαμε επινοήσει αυτό το είδος της λατρείας του αναληθούς, τότε η κατανόηση της γενικής αναλήθειας και ψευδότητας, στην οποία μας οδηγεί η επιστήμη — η κατανόηση ότι η ψευδαίσθηση και η πλάνη είναι προϋποθέσεις της γιγνώσκουσας και αισθανόμενης ύπαρξης — θα 'ταν ανυπόφορη. Η εντιμότητα θα μας οδηγούσε στην αηδία και στην αυτοκτονία. Να όμως που υπάρχει μια αντιδύναμη κατά της εντιμότητάς μας, αντιδύναμη που μας βοηθάει να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες: είναι η τέχνη ως καλή θέληση για φαινομενικότητα.

Ως αισθητικό φαινόμενο η ύπαρξη είναι πάντα υποφερτή για μας και η τέχνη μας δίνει μάτια και χέρια και, πάνω απ' όλα, την καλή συνείδηση που χρειάζεται για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε τέτοιο φαινόμενο. Κάπου-κάπου πρέπει να ξεκουραζόμαστε από τον εαυτό μας κοιτάζοντάς τον από ψηλά, κοιτάζοντάς τον κάτω από ψηλά και, από μια καλλιτεχνική απόσταση, να τον περιγελούμε ή να τον κλαίμε. Πρέπει να ανακαλύπτουμε τόσο τον ήρωα όσο και τον γελωτοποιό που κρύβονται μέσα στο πάθος μας για γνώση• πρέπει κάπου-κάπου να απολαμβάνουμε την τρέλα μας προκειμένου να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη σοφία μας!

Επειδή ακριβώς είμαστε κατά βάθος βαριοί και σοβαροί άνθρωποι (περισσότερο βάρη παρά άνθρωποι) τίποτε δεν μας ωφελεί περισσότερο από τη σκούφια του τρελού: τη χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας — χρειαζόμαστε κάθε ζωηρή, κυμαινόμενη, χορευτική, κοροϊδευτική, παιδιάστικη και μακάρια τέχνη για να μη χάσουμε εκείνη την ελευθερία πάνω από τα πράγματα, την ελευθερία την οποία απαιτεί από μας το ιδανικό μας.

Και θα 'ταν ξανακύλισμα για μας (λόγω της ευερέθιστης εντιμότητάς μας) να πέφταμε εντελώς στην ηθική και να καταλήγαμε να γίνουμε ενάρετα τέρατα και σκιάχτρα για χάρη των υπεραυστηρών απαιτήσεων που θα είχαμε από τους εαυτούς μας. Πρέπει επίσης να μπορέσουμε να σταθούμε πάνω από την ηθική — κι όχι μόνο να σταθούμε, με την αγωνιώδη ακαμψία ενός ανθρώπου που κάθε στιγμή φοβάται μήπως γλιστρήσει και πέσει• πρέπει να μπορέσουμε να πετάξουμε πάνω από την ηθική και να παίξουμε! Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε δίχως την τέχνη και δίχως την τρέλα;

Και όσο συνεχίζετε να ντρέπεστε με κάποιον τρόπο για τον εαυτό σας, δεν ανήκετε σε μας!»



Φρίντριχ Νίτσε, από την «Χαρούμενη Επιστήμη» (Η Χαρούμενη Γνώση) [Friedrich Nietzsche, “Die fröhliche Wissenschaft” / The Gay Science or The Joyful Wisdom]. Πρώτη έκδοση 1882, μετάφραση: Λίλα Τρουλινου. Tο χαρακτικό είναι του Edvard Munch.



Μεθύστε μαζί με τον Μπωντλαίρ



Νύμφη που πίνει, πίνακας του Ferdinand Keller.
Art by Ferdinand Keller



«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: αυτό είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μην νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.

Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε».


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε". Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Η Μελαγχολία του Παρισιού" [Charles Baudelaire, “Le Spleen De Paris”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Η μετάφραση του Στέλιου Βαρβαρούση και ο πίνακας στην εικόνα του Ferdinand Keller.

Ας μεθύσουμε λοιπόν.....




Τρελοί, ποιητές και ερωτοχτυπημένοι



Σκηνή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ, πίνακας του Edwin Landseer [1851]
“Scene from A Midsummer Night's Dream”, Edwin Landseer [1851]



Άκουσα να λένε πως υπάρχει μια νύχτα, στη διάρκεια του μεσοκαλόκαιρου, που μια φορά στα τόσα κάτι μαγικό συμβαίνει – ζωντανεύουν, λέει, πανάρχαια πλάσματα του δάσους, η ομορφιά ερωτεύεται την ασχήμια, η λογική παθιάζεται με την τρέλα, οι άρχοντες γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί αποκτούν στέμμα φτιαγμένο από φυτά του δάσους. Και στη διάρκεια αυτής της νύχτας, λένε, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμα τα πιο τρελά σου όνειρα. Ή όπως λέει ο ποιητής:



«Μόνον οι ερωτοχτυπημένοι κι οι τρελοί,

που βράζουν τα μυαλά τους, βλέπουν τέτοια ονείρατα

κι ίσκιους που δεν τους νιώθει η λογική. Οι τρελοί,

οι ερωτεμένοι κι οι ποιητές γιομάτοι είν’ όλοι

φαντασία. Ο ένας βλέπει τόσους διαβόλους

που ούτε η κόλαση η πλατιά δεν τους χωράει.

Ο χτυπημένος απ’ τον έρωτα τρελός κι αυτός

θαρρεί πως βλέπει της Ελένης ομορφιά

σε μούτρο αράπη. Του ποιητή το μάτι βόσκοντας

σε μια άλλη τρέλα ωραία πηδάει από τη γη

στον ουρανό κι από τον ουρανό στη γη

κι ό,τι μορφές από άγνωστα μας πλάθει η φαντασία,

η πένα του ποιητή σε σκήμα τις τορνεύει

και στο αιθέριο τίποτα του δίνει θέση

να στέκει κι όνομα. Έχει τέτοια η φαντασία

εξαίσια χάρη• αρκεί να νιώσει μόνο μια χαρά και βλέπει όποιον φέρνει τη χαρά• ή τη νύχτα,

σαν της περάσει κάποιος φόβος, πόσο είν’ εύκολο να πάρει κούτσουρο γι’ αρκούδα!»





[Κι ενώ ξημερώνει, κάπου στην καρδιά του δάσους....]




ΟΜΠΕΡΟΝ: Ξύπνα, Τιτάνια μου, γλυκιά βασίλισσά μου!


ΤΙΤΑΝΙΑ: Καλέ μου! τί’ ταν τούτη η υπνοφαντασία μου!

Είδα πως τάχα είχα αγαπήσει ένα γαϊδούρι.»



Τα αποσπάσματα από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σάιξπηρ [William Shakespeare, “A Midsummer Night's Dream”] σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Πρώτη έκδοση: 1595-96. Πίνακας: “Scene from A Midsummer Night's Dream” του Edwin Landseer [1851].


Σε αναμονή αυτής της νύχτας, το λοιπόν. Προσοχή μόνο, γιατί διαρκεί για λίγες μόνο ώρες – μπορεί και να τη χάσουμε. Μα αν συμβεί αυτό, υπάρχει πάντα και Του Χρόνου...

Τι μένει, λοιπόν, όταν το όνειρο έχει πια χαθεί; Νομίζω το μόνο που μένει είναι να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Αν όχι με έρωτα, με μεθύσι. Και αν όχι με μεθύσι, με ποίηση. Και τέχνη.

Τι άλλο μας μένει λοιπόν;…



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ


© Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος 2018.

18 Μαρτίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #9... Ο χορός των εφτά πέπλων






«Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»... Πωλ Γκωγκέν


Όλοι αναζητούμε κάποια μορφή απόδρασης. Όσο προσκολλημένοι και αν είμαστε στην πραγματικότητα του κόσμου που ζούμε, άλλο τόσο ρίχνουμε κλεφτές ματιές σε εκείνα που μπορούν να μας ταξιδέψουν σε κάποια άλλη μορφή πραγματικότητας. Θες γιατί ο πολιτισμός που έχουμε χτίσει ενίοτε μας πνίγει κάτω από το σωρό των καταναλωτικών αγαθών και τα ασφυκτικά όρια της καθημερινής ρουτίνας; Θες γιατί είμαστε λιγότερο ή περισσότερο φαντασιόπληκτοι, προσπαθώντας να υποκαταστήσουμε με τη φαντασία μας (όση μας έχει μείνει) εκείνα που μας λείπουν από την πραγματική ζωή; (ή αδυνατούμε να διεκδικήσουμε;) Θες απλά γιατί είναι η φύση της ύπαρξης να επιζητά μονίμως το κάτι παραπάνω – είναι ατελής και ανολοκλήρωτη γιατί μονάχα έτσι μπορεί να προχωρήσει και να θέσει στόχους που υπερβαίνουν το παρόν;

Η ουσία είναι πως η απόδραση συνιστά μέρος της καθημερινότητάς μας. Μας τρέφει, μας αναζωογονεί και – ενίοτε – μας υπνωτίζει. Μέσω της διέγερσης της φαντασίας είναι ικανή να μας ωθήσει να οραματιστούμε ένα καλύτερο παρόν (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, με τους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα), είτε να μας βυθίσει σε μια χοάνη αποχαύνωσης (όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας). Σας άλλη Σαλώμη, χορεύει εμπρός μας τον Χορό των Εφτά Πέπλων – και μεις απομένουμε να τη θαυμάζουμε με ανοιχτό το στόμα, ξεχνώντας κάθε πραγματικότητα, παραδομένοι στη δίνη της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Έτσι θα χορέψουμε και μεις στο σημερινό «Λαγούμι της Λογοτεχνίας». Εφτά πέπλα, εφτά αποδράσεις. Κάθε πέπλος που φεύγει θα μας πηγαίνει όλο και πιο κοντά στην πηγή – και θα μας αποκαλύψει κάποιες κρυφές αλήθειες… Θα αναβιώσουμε μια παιδική εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη, όταν χόρευε μπρος του μια ανατολίτισσα – και η ψυχή του έμοιαζε να παίζει με το θάνατο. Θα πιούμε το μεθυστικό πιοτό από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Θα ταξιδέψουμε παρέα με τον Πωλ Γκωγκέν στα νησιά του Ειρηνικού, αναζητώντας (μάταια;) να ξεφύγουμε από τον σύγχρονο πολιτισμό. Θα μιλήσουμε για τη μυστήρια εκείνη φυλή των «Nacirema» - και θα διερωτηθούμε για τη σχετικότητα των αξιών ανάμεσα στους πολιτισμούς του κόσμου και κατά πόσο όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Θα αγγίξουμε τις απαρχές της ιστορίας της λογοτεχνίας, με το σουμεριακό «Έπος του Γκίλγκαμες» - γραμμένο πριν χιλιάδες χρόνια. Λίγο πριν την αφαίρεση του τελευταίου πέπλου, θα διερωτηθούμε, παρέα με τον Φρίντριχ Νίτσε, για τη σημασία της αλήθειας και της πλάνης…

Όσο αφορά το τελευταίο πέπλο; Αυτό το φύλαξα για τον «Σιντάρτα» του Χέρμαν Έσσε – και την αποκάλυψη μιας αλήθειας πέρα από το χρόνο, πέρα από την πολλαπλότητα των οπτικών γωνιών, πέρα από το καλό και το κακό…

Ας θέλετε να παρακολουθήσετε μαζί μου αυτόν τον ιδιαίτερο Χορό των Εφτά Πέπλων, ως τη μεγάλη αποκάλυψη του τέλους… δεν έχετε παρά να συνεχίσετε την ανάγνωση.



1ο Πέπλο: Η αφύπνιση του αισθησιασμού






«Βαστούσε ο κατακλυσμός όλη τη μέρα, είχε πλακώσει η νύχτα, σκοτείνιασε έξω ο κόσμος, ουρανός και γης έσμιξαν, έγιναν κι οι δύο λάσπη. Άναψαν κι άλλα λυχνάρια, τραβήχτηκαν όλοι κατά τον τοίχο, αναμέρισαν τα σκαμνιά και τα τραπέζια, να κάμουν τόπο, οι νέοι κι οι νιές κι οι γέροι θα χορέψουν (...)

Και πήγαινε μπροστά μια γυναίκα χλωμή, λιγνή, μια σαρανταριά χρονών, με χείλια πορτοκαλιά, γιατί τα χε τρίψει με καρυδόφυλλο, και τα κορακάτα μαλλιά της γυαλοκοπούσαν, αλειμμένα με δαφνόλαδο. Στράφηκα, την είδα και τρόμαξα. Γιατί γύρα τα μάτια της είχαν δύο σκούρους, γαλάζιους κύκλους και μέσα βαθιά έλαμπαν, όχι έλαμπαν, έκαιγαν τα δυό θεοσκότεινα μάτια. Μια στιγμή μου φάνηκε πως με κοίταξε. Πιάστηκα απ' την ποδιά της μάνας μου, ήθελε να με αρπάξει η γυναίκα αυτή, μου φάνηκε, να με πάρει να φύγουμε...

- Γειά σου Σουρμελίνα!, ακούστηκε ένας γέρος βαρβάτος με γένια τραγίσια, πετάχτηκε μπροστά της, έβγαλε το μαύρο κεφαλομάντιλο, έδωκε τη μιάν άκρα στη γυναίκα, πήρε αυτός την άλλη και ρίχτηκαν κι οι δυό αλλοπαρμένοι, με το κεφάλι αψηλά, με το κορμί λαμπάδα, στον χορό.

Η γυναίκα φορούσε ξύλινα τσόκαρα, τα χτυπούσε στο σανιδένιο πάτωμα, τ' αντιχτυπούσε με δύναμη κι όλο το σπίτι κουνιόταν. Λύθηκε η άσπρη μπολίδα της, φάνηκαν τα χρυσά φλουριά που στόλιζαν το λαιμό της, έπαιζαν τα ρουθούνια της, μυρίζουνταν τον αέρα, λάχνιζαν τα χνότα γύρω της των αντρών, λύγιζε, στρούφιζε, έκανε να πέσει στον άντρα μπροστά της, μα μονομιάς, μ' ένα λύγισμα των γοφιών της, αφανίζουνταν από μπρος του. (...) Κι ο κόσμος βούλιαξε κι απόμεινε μονάχα απάνω στο χάος η γυναίκα αυτή, η Σουρμελίνα, που χόρευε.

Είχε αγριέψει το πρόσωπο του γέρου, κατακοκκίνησε, κοίταζε τη γυναίκα, τα χείλια του έτρεμαν κι έλεγα τώρα θα της χυθεί να την κάμει κομμάτια. Θα το ψυχανεμίστηκε ο λυράρης, κι απότομα στάθηκε το δοξάρι. Κόπηκε ο χορός, απόμειναν οι δυο χορευταράδες με το πόδι ανάερα, ακίνητοι. Έτρεχε κρουνός ο ιδρώτας απάνω τους, έτρεξαν οι άντρες, πήραν τον γέρο και τον έτριβαν με ρακή, κι οι γυναίκες τριγύρισαν τη Σουρμελίνα, να μη βλέπουν οι άντρες. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους, δεν ήμουν ακόμα άντρας, με αφήκαν. Της άνοιξαν το μπολκάκι, της έριχναν ανθόνερο στο λαιμό, στις αμασκάλες και στα μελίγγια. Κι αυτή είχε κλειστά τα μάτια και χαμογελούσε. […]

Χορός και Σουρμελίνα και τρόμος έσμιξαν από τότε μέσα μου, έγιναν ένα. Χορός, γυναίκα και θάνατος. Ύστερα από σαράντα χρόνια στην Τιφλίδα, στην αψηλή ταράτσα του ξενοδοχείου "Οριέντ", μια Ιντιάνα σηκώθηκε να χορέψει. Έλαμπαν τ' άστρα από πάνω της, αφώτιστη η ταράτσα και γύρα μια δεκαριά άντρες και δεν έβλεπες παρά τις μικρές, κόκκινες φωτίτσες από τα τσιγάρα τους. Φορτωμένη βραχιόλια, σκουλαρίκια, πετράδια, χρυσούς χαλκάδες στους αστραγάλους της, η γυναίκα χόρευε αργά, με μια τρομάρα μυστικιά, θαρρείς και χόρευε στην άκρα του γκρεμού ή του Θεού, κι έπαιζε μαζί του, ζύγωνε, τον προκαλούσε, αλάργαινε κι έτρεμε σύγκορμη, μην πέσει.

Κάποτε απόμενε ασάλευτη και μονάχα τα μπράτσα της, σαν δυο φίδια, τυλίγουνταν και ξετυλίγουνταν κι έσμιγαν ερωτικά στον αέρα. Οι κόκκινες φωτίτσες έσβησαν, απόμειναν μονάχα σε όλη την απέραντη νύχτα η γυναίκα ετούτη που χόρευε κι από πάνω της τ' άστρα. Χόρευαν κι αυτά μαζί της, ακίνητα. Κρατούσαμε όλοι την ανάσα.

Κι άξαφνα με κυρίεψε τρόμος. Δεν ήταν ετούτη μια γυναίκα που χόρευε στην άκρα του γκρεμού, ήταν η ίδια η ψυχή μας που ερωτοτροπούσε κι έπαιζε με το θάνατο.»


Νίκου Καζαντζάκη. Από την "Αναφορά στον Γκρέκο". Ο πίνακας στην εικόνα είναι ο "Χορός των Εφτά Πέπλων" του Gaston Bussière (1925).



2ο Πέπλο: Οι επίγειες απολαύσεις






«Πίνε, πίνε το γλυκό πιοτό: πίνε ελεύθερα και με καλή καρδιά.

Πίνε το θεϊκό πιοτό που γιατρεύει κάθε λύπη και πόνο.

Μην αδειάζεις το ποτήρι, παρά με ένα φίλο μπιστικό, μ' ένα φίλο που έχει ευγενικιά καρδιά και μεγάλη αξία.

Μη δέχεσαι το ποτήρι, παρά από ένα χέρι αγαπητό σαν το δικό σου: το ποτήρι θυμίζει τις χάρες εκείνης που το προσφέρει, κι εκείνη που το προσφέρει θυμίζει τις γλύκες του κρασιού.

Καθώς ο αέρας που περνά απάνω από τα μυροβόλα λουλούδια φέρνει μιάν ευωδιά μεθυστική και γλυκιά, έτσι και τούτο το πιοτό, και γλυκό κρασί, ερχόμενο από τα μοσχομυρισμένα σου χεράκια, μου φέρνει μαζί του της σάρκας σου το μύρο και των χειλιών σου τη γλύκα.»



Από τις "Χίλιες και μια Νύχτες" και την "Ιστορία του Βαστάζου και των Τριών Κυράδων της Βαγδάτης" – γραμμένη στα βάθη του Μεσαίωνα. Η μετάφραση του Κ. Τρικογλίδη. Η εικονογράφηση στην εικόνα του Γάλλου Léon Carré.

Γιατί ποια μορφή απόδρασης είναι διαχρονικότερη, από την απόδραση και τη λησμονιά της τέρψης.



3ο Πέπλο: Αναζήτηση ενός άλλου πολιτισμού






Από τα κείμενα που έγραψε ο Πωλ Γκωγκέν, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.



«Τα Σκανδιναβικά σου μπλε μάτια κοίταξαν με προσοχή τους πίνακες που κρέμονταν στον τοίχο. Tότε ένιωσα την διέγερση της επανάστασης – μια πλήρη σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό σου και στον βαρβαρισμό μου. Τον πολιτισμό, από τον οποίο υποφέρεις. Τον βαρβαρισμό, ο οποίος, για μένα είναι μια αναζωογόνηση.»


***


«Φεύγω προκειμένου να βρω ειρήνη και ησυχία, να απαλλαγώ από τις επιδράσεις του πολιτισμού. Θέλω μόνο να κάνω απλή, πολύ απλή τέχνη και προκειμένου να τα καταφέρω, θα χρειαστεί να αφήσω τον εαυτό μου να απορροφηθεί από την παρθένα φύση, να μην βλέπω κανέναν παρά μόνο ιθαγενείς, να ζω τη δική τους ζωή, με καμία άλλη σκέψη στο νου πέρα από το απεικονίσω τα σχήματα που θα πάρουν μορφή μες στο μυαλό μου - με τον τρόπο ενός παιδιού..."


***


«Η ζωή στο νησί σύντομα έγινε δυσβάσταχτη.

Ήταν η Ευρώπη, εκείνη η Ευρώπη από την οποία επιθυμούσα να απαλλαγώ. Και αυτό υπό τις εκνευριστικές συνθήκες του αποικιακού σνομπισμού και τη μίμηση, γκροτέσκα συχνά στα πρόθυρα της καρικατούρας, των εθίμων μας, της μόδας, των διαστροφών και των παραλογισμών του πολιτισμού...

Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»...


***


Λόγια για την απόδραση από τον πολιτισμό και την αναζήτηση ενός καταφυγίου σ' έναν άλλο κόσμο, πέρα από τις επιδράσεις της Δύσης – έναν κόσμο που πλέον δεν υπάρχει, μα, όπως θα διαπίστωνε ο ίδιος ο Γκωγκέν, και τότε ακόμα είχε αρχίσει να χάνεται. Σήμερα οι ιθαγενείς στα νησιά φοράνε t-shirts, πίνουν και τρώνε στις γνωστές αλυσίδες και στέλνουν μηνύματα σε Ipad.

Και εμείς βλέπουμε τα έργα του Γκωγκέν εδώ, στην οθόνη του υπολογιστή μας. Το έργο της εικόνας είναι η "Arearea" του 1892.



4ο Πέπλο: Η σχετικότητα






Υπήρχε από παλιά η τάση να αντιμετωπίζουμε ως "αξιοπερίεργες" τις συνήθειες και τα έθιμα διαφορετικών λαών και πολιτισμών από τους δικούς μας - σε αντίθεση με τον δικό μας πολιτισμό και την δική μας κουλτούρα, που θεωρούμε "φυσιολογικά". Εν έτει 1956, ο ανθρωπολόγος Horace Miner παρουσίασε μια περίφημη μελέτη σχετικά με τις αντιλήψεις και τις περίεργες σωματικές τελετουργίες μιας φυλής, των Nacirema... Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κοινωνιολογία» του Anthony Giddens.


«Η βασική αντίληψη που φαίνεται να διατρέχει ολόκληρο το σύστημα των Nacirema μοιάζει να είναι ότι το ανθρώπινο σώμα είναι άσχημο, και ότι η φυσική του τάση είναι η εξασθένιση του και η αρρώστια. Όντας φυλακισμένος σε ένα τέτοιο σώμα, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη ελπίδα από το να απομακρύνει τα χαρακτηριστικά αυτά με την χρήση των ισχυρών επιδράσεων του τελετουργικού και της τελετής... Κάθε νοικοκυριό διαθέτει ένα ή περισσότερα ιερά αφιερωμένα σε αυτόν τον σκοπό. [...]

Το κεντρικό σημείο ενός τέτοιου ιερού είναι ένα εντοιχισμένο κουτί ή ερμάριο, στο οποίο φυλάγονται τα διάφορα φυλαχτά ή μαγικά καταπότια, χωρίς τα οποία κανένας ιθαγενής δεν πιστεύει ότι μπορεί να επιβιώσει. Τα παρασκευάσματα αυτά τα προμηθεύονται από διάφορους εξειδικευμένους θεραπευτές. Οι πιο ισχυροί από αυτούς είναι οι γιατροί, η βοήθεια των οποίων πρέπει να ανταμειφθεί με σημαντικά δώρα. Καθορίζουν τα συστατικά τους και τα γράφουν σε μια αρχαία και μυστική γλώσσα. Την γλώσσα αυτή την γνωρίζουν μόνο οι γιατροί και οι παρασκευαστές, οι οποίοι, αμειβόμενοι με πρόσθετα δώρα, παρασκευάζουν τα απαιτούμενα φυλαχτά. [...]

Οι Nacirema έχουν έναν παθολογικό σχεδόν φόβο και μια έλξη για το στόμα, η κατάσταση του οποίου θεωρείται ότι ασκεί υπερφυσικές επιδράσεις σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Οι ιθαγενείς πιστεύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα τελετουργικά του στόματος, θα έπεφταν τα δόντια τους, θα μάτωναν τα ούλα τους, θα μάζευαν τα σαγόνια τους, οι φίλοι τους θα τους εγκατέλειπαν και οι εραστές τους θα τους απόδιωχναν. Πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των στοματικών και των ηθικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει, παραδείγματος χάρη, μια τελετουργική πλύση του στόματος για τα παιδιά, που πιστεύεται ότι βελτιώνει την ηθική τους υπόσταση.

Οι καθημερινές τελετουργίες που κάνουν όλοι περιλαμβάνουν και μια στοματική τελετουργία. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο σχολαστικοί για την φροντίδα του στόματος, το τελετουργικό αυτό συνεπάγεται κάποιες πρακτικές που μοιάζουν αηδιαστικές στον αμύητο. Μου αναφέρθηκε ότι το τελετουργικό συνίσταται στην εισαγωγή στο στόμα ενός μικρού μάτσου γουρουνότριχες και στην μετακίνησή του μέσα στο στόμα με εξαιρετικά τυποποιημένες κινήσεις.» [Miner, 1956]


***


Αυτή ήταν η περιγραφή της αξιοπερίεργης τελετουργίας της φυλής των Nacirema.

Ας δοκιμάσουμε τώρα να γράψουμε το όνομα στα αγγλικά: Nacirema... και να το αντιστρέψουμε.

Nacirema > American

Η περιγραφή που διαβάσατε δεν είναι άλλη από την καθημερινή συνήθεια του πλυσίματος των δοντιών, στις σύγχρονες κοινωνίες μας. Και αφορά όλους εμάς, τους "δυτικούς"... από τα μάτια ενός τρίτου. Γιατί όπως εμάς μας φαίνονται συχνά παράδοξες και "αφύσικες" οι συνήθειες και πρακτικές διαφορετικών λαών και πολιτισμών... το ίδιο φαντάζουν και οι δικές μας πρακτικές σε αυτούς.



5ο Πέπλο: Η μεταμόρφωση του έρωτα






Ας μετακινηθούμε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν. Πολύ πριν την ρωμαϊκή εποχή, πολύ πριν τα έπη του Ομήρου, πολύ πριν τις ιστορίες της Βίβλου. Ας ταξιδέψουμε στην αρχαία Μεσοποταμία, στις ερήμους και στις αχανείς πεδιάδες της. Εκεί ζούσε ένας αγριάνθρωπος. Ονομαζόταν Ενκιντού. Η γλώσσα του ήταν εκείνη των ζώων, το ίδιο και οι συνήθειες του.

Ώσπου τον προσέγγισε μια πόρνη, ιέρεια της θεάς Ιστάρ - η Σάμχατ. Η Σάμχατ θέλησε να κάνει το ζώο άνθρωπο. Θέλησε να του χαρίσει τον έρωτά της. Έτσι λοιπόν:


«Τα άγρια ζώα ήρθανε να ξεδιψάσουν στο νερό.
Τότε ο Ενκιντού, ο γεννημένος στα βουνά,
Που τρέφεται με τα ζαρκάδια αντάμα χόρτα,
Σίμωσε στην ποτίστρα, για να πιεί αντάμα με τ' αγρίμια,
Με τ' άγρια ζώα στο νερό τη δίψα του να σβήσει.
Η Σάμχατ κοίταξε τον άξεστο,
Τον αγριάνθρωπο από τα βάθη της ερήμου,

"Νάτος, Σάμχατ! Γύμνωσε τα στήθη σου,
Τα σκέλια σου άνοιξε και άσ' τονε τα κάλλη σου ν' αδράξει.
Μην τραβηχτείς! Δέξου το πάθος του!
Όταν σε δει κοντά σου θά' ρθει.
Το ρούχο σου άνοιξε και απάνω σου άσ' τονε να ξαπλώσει.
Κάνε στον άμαθο ό,τι οι γυναίκες κάνουν.
Τ' αγρίμια που μεγάλωσαν στην έρημο μαζί του
θα τον απαρνηθούν.
Τον έρωτά του σε σένα θα χαρίσει!" [...]

Για έξι μέρες κι εφτά νύχτες ο Ενκιντού ξεσηκωμένος
Πλάγιαζε με τη Σάμχατ.
Κι όταν τα θέλγητρά της χόρτασε,
Κίνησε για τ' αγρίμια του στην έρημο.
Μα τα ζαρκάδια έφυγαν, τον Ενκιντού σαν είδαν,
Μακριά του φύγανε τ' αγρίμια της ερήμου.
Κατάπληκτος ο Ενκιντού τέντωσε το κορμί του,
Κοκάλωσαν τα γόνατα, τ' αγρίμια του είχαν φύγει.
Κατάκοπος ο Ενκιντού σιγάνεψε το βήμα του
- σαν πριν να τρέξει δεν μπορούσε.

Είχε όμως τώρα ωριμάσει και γνώση απόκτησε πλατειά.
Γυρίζει πίσω, κάθεται στα πόδια μπρος της πόρνης.
Το βλέμμα του σ' αυτήν σηκώνει,
Τ' αυτιά του τεντωμένα, καθώς μιλά η πόρνη
Και λέει σ' αυτόν, τον Ενκιντού:
Ενκιντού, είσαι σοφός, θεός μου μοιάζεις!"



***



Από το "Έπος του Γκίλγκαμες", σε μετάφραση της Aύρα Ward. Το παλαιότερο έπος στην ιστορία της ανθρωπότητας, με ρίζες ως την εποχή των αρχαίων Σουμερίων, πάνω από 2000 χρόνια π.χ.

Συνοψίζοντας το απόσπασμα που διαβάσατε με δυο προτάσεις: Ο άντρας στην αρχική μορφή του ήταν ίδιος με ζώο. Μια γυναίκα όμως, μια ιερόδουλη, του έμαθε τον έρωτα - και έγινε άνθρωπος και "γνώση απόκτησε πλατειά".



6ο Πέπλο: Η αναγκαιότητα της πλάνης;






«Τώρα σου φαίνεται πλάνη κάτι που άλλοτε το αγαπούσες ως αλήθεια ή πιθανότητα. Το πετάς μακριά σου κι έχεις την ψευδαίσθηση ότι το λογικό σου κέρδισε μια νίκη. Ίσως όμως αυτή η πλάνη να ήταν απαραίτητη για σένα τότε, τότε που ήσουν ακόμα διαφορετικός άνθρωπος – όπως είναι όλες οι τωρινές σου "αλήθειες", κάτι σαν δέρμα, που σου έκρυβε και σου κάλυπτε πολλά που δεν έπρεπε να δεις ακόμη.

Η καινούργια σου ζωή κι όχι το λογικό σου σκότωσε αυτή τη γνώμη για λογαριασμό σου: ΔΕΝ ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΠΙΑ, και τώρα καταρρέει, και το α-λογο βγαίνει έρποντας σαν σκουλήκι από μέσα της στο φως. Όταν ασκούμε κριτική, αυτό δεν είναι αυθαίρετο και απρόσωπο γεγονός – είναι, τουλάχιστον πολύ συχνά, απόδειξη πως υπάρχουν μέσα μας ζωτικές δυνάμεις έτοιμες να κάνουν το φλοιό τους να σκάσει.

Αρνούμαστε και πρέπει να αρνούμαστε, επειδή κάτι μέσα μας ΘΕΛΕΙ να ζήσει και να επιβεβαιωθεί – κάτι που ίσως δεν το ξέρουμε, ή δεν το βλέπουμε ακόμη!»


Φρίντριχ Νίτσε. Από την "Χαρούμενη Επιστήμη". Πρώτη έκδοση το 1882.



7ο Πέπλο: Πέρα από τις αυταπάτες






«O Γκοβίντα είπε: "Σε πιστεύω πως δεν ακολούθησες κανέναν δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μία διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές θα μου έδινες μεγάλη χαρά".

Ο Σιντάρτα είπε: "Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα, που και που. Ένιωσα κάποτε, για μια ώρα ή για μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ήταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα: Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα".

"Αστειεύεσαι;", ρώτησε ο Γκοβίντα.

"Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτός ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.

Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.

Όταν ο φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.

Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και την μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό".»



Από το "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Μετάφραση: Μ. Παξινού. Πρώτη έκδοση το 1922.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)










Dance of the Seven Veils by Otto Pilny

22 Ιανουαρίου 2017

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #7: "We' re All Mad Here"






Το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει ξανά μετά από καιρό τις δρύινές του πόρτες. Και, για δες, η κατάσταση στο εσωτερικό του είναι χαοτική: σωροί από βιβλία, μπερδεμένες σημειώσεις, πεταμένα χαρτιά, διάδρομοι που ξεκινούν από παντού για να καταλήξουν κάπου και πόρτες που ανοίγουν κάπου για να καταλήξουν πουθενά.

Μα δεν παύει να είναι ένας κόσμος γνώριμος και οικείος σε σένα. Είναι το καταφύγιό σου, σε τελική ανάλυση. Όσο χαώδες και αν είναι, δείχνει πάντα γαλήνιο και περιποιημένο συγκριτικά με το χάος του εξωτερικού κόσμου…


Αυτού του τρελού κόσμου που τυχαίνει και βρισκόμαστε…



Είμαστε όλοι τρελοί εδώ






«"Μπορείς να μου πεις, σε παρακαλώ, ποιόν δρόμο θα έπρεπε να πάρω από εδώ;"

"Aυτό εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, προς τα που θέλεις να πας", είπε η Γάτα.

"Δε με νοιάζει τόσο -", έκανε η Αλίκη.

"Τότε δεν έχει καμία σημασία ποιόν δρόμο να πάρεις", είπε η Γάτα. […]

"Mα δε θέλω να πάω ανάμεσα σε τρελούς!"

"Α, δε μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό", έκανε η Γάτα. "Είμαστε όλοι τρελοί εδώ. Εγώ είμαι τρελή. Εσύ είσαι τρελή".

"Που το ξέρεις ότι είμαι τρελή;", ρώτησε η Αλίκη.

"Για να ξεκινήσουμε", είπε η Γάτα. "Ένας σκύλος δεν είναι τρελός. Το δέχεσαι αυτό;"

"Yποθέτω", αποκρίθηκε η Αλίκη.

"Ε λοιπόν", συνέχισε η Γάτα, "ένας σκύλος γρυλίζει όταν θυμώνει και κουνάει την ουρά του όταν είναι ικανοποιημένος. Εγώ από την άλλη γρυλίζω όταν είμαι ικανοποιημένη και κουνάω την ουρά μου όταν θυμώνω. Επομένως, είμαι τρελή".


***


Από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ["Alice's Adventures In Wonderland"] του Lewis Carroll. Ένα βιβλίο για ενήλικες μεταμφιεσμένο σε βιβλίο για παιδιά. Η εικονογράφηση στην εικόνα του John Tenniel, από την πρώτη έκδοση του βιβλίου, το 1865.



Who watches the Watchmen?






Η πόλη σε χάος. Δρόμοι ξέχειλοι με διαδηλωτές, καπνοί πνίγουν τις φωνές τους. Γιατί αυτές οι διαδηλώσεις; Γιατί ο κόσμος αντιδρά; Θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένοι. Τα καλύτερα βρίσκονται μπροστά μας. Λίγη υπομονή χρειάζεται μονάχα. Εξάλλου, κανείς δεν είναι τέλειος.

Δες τους. Άκου πως φωνάζουν. Θα λεγε κανείς πως μας μισούν. Ποιους, εμάς... που τόσα έχουμε προσφέρει για το καλό αυτού του τόπου. Αγνώμονες μάζες... Αν δε καταλαβαίνουν με το καλό, θα τους δείξουμε την άλλη πλευρά του φεγγαριού... Δες τους. Δες τους πως σκορπίζουν μπροστά στα χημικά μας. Έτσι, φύγετε, τρέξτε σαν τις κότες!

....Ο δρόμος άδειασε. Ένα ψοφίμι από τσιμέντο που ζέχνει καπνό. Τα καταφέραμε και πάλι. Οι μάζες δε γνωρίζουν πως ό,τι κάνουμε, το κάνουμε για το καλό τους. Ο κόσμος δεν ξέρει. Εμείς όμως ξέρουμε τι είναι καλό γι' αυτόν. Είμαστε οι προστάτες του, σε τελική ανάλυση.

Δρόμος που αναβρύζει αντίλαλους φωνών. Σε άδεια πεζοδρόμια και μυστικές γωνίες. Στοιχειωμένο πεδίο μάχης. Πολεμήσαμε τον κόσμο. Το κάναμε για το καλό του. Τον προστατεύουμε.

Σιωπή, διαπεραστική σαν ουρλιαχτό.

Ένα ερώτημα ξεπετάγεται στη στιγμή. Ενοχλητικό... Τους προστατεύουμε, ναι...

Μα από ποιόν;


***


Αφήγησή μου βασισμένη στο "Watchmen" του Alan Moore και στο απόσπασμα που βλέπετε στην εικόνα.



Ο φόβος της ελευθερίας






«Δεν υπάρχει έγνοια πιο βασανιστική και πιο συνεχής για τον άνθρωπο, όταν μείνει ελεύθερος, από το να βρει το γρηγορότερο κάποιον να προσκυνήσει.

Αλλά ο άνθρωπος γυρεύει να προσκυνήσει κάποιον που είναι κιόλας αναμφισβήτητος, τόσο αναμφισβήτητος που όλοι οι άνθρωποι θα συμφωνήσουν αμέσως να τον προσκυνήσουν όλοι μαζί. Γιατί η έγνοια που βασανίζει αυτά τα αξιολύπητα πλάσματα δεν είναι μονάχα να βρουν κάτι που να το προσκυνήσω εγώ ή κάποιος άλλος, αλλά να βρουν κάτι που θα το πιστέψουν όλοι και που θα το προσκυνήσουν, αλλά που θα το προσκυνήσουν οπωσδήποτε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.

Αυτή λοιπόν, η ανάγκη της γενικής λατρείας, είναι το κυριότερο μαρτύριο του κάθε ανθρώπου χωριστά, όπως και ολόκληρης της ανθρωπότητας από την αρχή του κόσμου. Εξαιτίας της γενικής λατρείας εξολόθρευαν ο ένας τον άλλον με το σπαθί. Δημιούργησαν θεούς και φώναζαν ο ένας στον άλλον: "Παρατήστε τους θεούς σας και ελάτε να προσκυνήσετε τους δικούς μας, ειδεμή θα πεθάνετε και σεις και οι θεοί σας!" Κι αυτό θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, ακόμα και τότε, όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι θεοί στον κόσμο: και τότε ακόμα θα πέσουν γονατιστοί μπροστά σε είδωλα. [...]

Σου λέω πως ο άνθρωπος δεν έχει πιο βασανιστική έγνοια, όταν βρεθεί ελεύθερος, από το να βρει εκείνον, στον οποίο θα παραδώσει πιο γρήγορα το δώρο της ελευθερίας, που μ' αυτό γεννιέται αυτό το δύστυχο πλάσμα...»


***


Ένα μικρό απόσπασμα από τον ξακουστό μονόλογο του Μέγα Ιεροεξεταστή , όπως αποτυπώθηκε στους "Αδερφούς Καραμαζόφ" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [μετάφραση, Κ. Σίνου]. Στην εικόνα το πορτραίτο του πάπα Ιννοκέντιου του 10ου, από τον Ντιέγκο Βελάσκεθ.



Περί Ηρώων – του Νίκου Τσιφόρου






«Η βιολογία λέει ότι ο άντρας είναι από τη φύση του «πολεμιστής, εραστής και κυνηγός». Στα πολύ παλιά χρόνια και οι τρεις αυτές ιδιότητες δεν γινόντουσαν με το μυαλό, αλλά με τα αντίστοιχα όργανα του σώματος και της ψυχής. Ο αληθινός άντρας ήταν εκείνος που μπορούσε να αντιμετωπίζει τον εχθρό, γερός πολεμιστής που μπορούσε να προμηθεύεται την τροφή τη δική του και των εξαρτωμένων του, γερός κυνηγός που μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται στον έρωτα σαν γερός εραστής.

Σήμερα ακόμα, τα κοριτσάκια ανάμεσα στα 13 και στα 18 χρόνια τους, κατά κανόνα, έλκονται από τον «ωραίον και δυνατόν» άντρα, κι όχι από τον διανοητικό, αλλά αδύνατον σε σωματική ανάπτυξη άρρενα. Οι αθλητές, οι πρωταγωνιστές, οι επιφανειακές διασημότητες, τραβάνε το ένστικτο που ξυπνάει κι ακόμα και οι ώριμες γυναίκες, με λιγότερη πνευματική ανάπτυξη, προτιμάνε έναν γερό κι όμορφο άντρα από έναν δυνατό στο μυαλό.

Το ίδιο γίνεται και με τους λαούς, στο σύνολο, που σαν ομαδική ψυχολογία, είναι «ψυχολογία ενστίκτου», όπως λέει ο Ντε Μπον. Θεοποιούνε τους δυνατούς, τους ηρωικούς, τους πολεμιστές τους, αυτοί είναι που «τους χτυπάνε στο μάτι κατευθείαν», τον Κανάρη που ανατινάζει με το μπουρλότο του την Τουρκική ναυαρχίδα, τον κάνει θεό, τον Φούλτωνα που την ίδια εποχή ανακαλύπτει με το μυαλό το καράβι με τον ατμό ούτε τον καλοξέρει ο απλοϊκός άνθρωπος.

Έτσι, ήρωας είναι ο μεγαλοπρεπής, ο ρωμαλέος κι ο ωραίος και δεν είναι ο πνευματικός που στην πραγματικότητα αυτός εξυψώνει και εξελίσσει την ανθρωπότητα.

Στην πραγματικότητα όμως και με την εξέλιξη, την κοινωνία την παίρνουνε στα χέρια τους οι άνθρωποι με το μυαλό, σε καλή ή κακή χρήση. Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος ήτανε ένας βασιλιάς-ήρωας και τον καμαρώνανε όλοι για τα μεγάλα του κατορθώματα, ο αδερφός του Ιωάννης ο Ακτήμων ήτανε ένας βασιλιάς-μυαλό, που έφτιασε τη Μάγκνα Κάρτα κι’ έδωσε δικαιώματα στους δούλους, μέχρι τότε καλλιεργητές, όμως δεν τον χωνέψανε γιατί η λάμψη του ηλίθιου ήρωα αδερφού του σκότισε τη δική του, σοφή ενέργεια. Οι λαοί προτιμάνε να θεοποιούνε τους κούφιους ήρωες και να αδικούνε, μέσα στην αφάνεια ή την λησμονιά, τους ευεργέτες τους. Οι λαοί θαμπώνονται από τα φανταχτερά λιλιά και αγνοούνε το σκούρο φόρεμα ενός σοβαρού και ωφέλιμου πολιτικού. Σήμερα ακόμα, οι μεγάλοι, οι ηγεμόνες, οι παπάδες, οι ξέρω γω τι, το γνωρίζουνε τούτο το μυστικό και παρουσιάζονται στο λαό χρυσοφορεμένοι και μεγαλοπρεπείς για να κάνουν εντύπωση. [...]

Οι ήρωες είναι ένα είδος προγόνων που κάνανε μεγάλα κατορθώματα. Τούτα τα κατορθώματα περάσανε από στόμα σε στόμα, μείνανε, γίνανε παραμύθια, στο τέλος καταντήσανε να φτιάξουνε τον ήρωα-πρόγονο, ένα είδος μικρού θεού και να τον αφήσουνε στην ανθρώπινη μνήμη μ’ αυτή τη μορφή. Από κει και πέρα ο ήρωας καταντάει να είναι το «θύμα» του ίδιου του λαού του κι επειδή πολλές φορές τυχαίνει να είναι ένας ασυλλόγιστος παλικαράς, που κάνει τρέλες, ή ένα «τυχαίο κατόρθωμα», έφτασε να χαρακτηρίζεται σαν κοινό κορόιδο, που παραδίνει την πράξη του στον κοινό θαυμασμό και στην εκμετάλλευση των επιτηδείων, γιατί στο τέλος αυτουνού του δίνουνε ένα παράσημο και μια σύνταξη πείνας, την πράξη όμως «κοινής ωφελείας» που έκανε, την εκμεταλλεύονται προς όφελος τους οι έξυπνοι και τον ρίχνουνε κανονικά, σε σημείο που να υπάρχουνε ήρωες καρπαζωνόμενοι και στο τέλος καταντάει να μη ξέρεις αν ο ήρωας είναι ήρωας.

Όσοι ήρωες ξεπεράσανε τούτον τον σκόπελο και μπήκανε στην αθανασία, σημαίνει ότι «υπήρχε κοινό συμφέρον να τον ξεπεράσουνε και δεν ήτανε κατόρθωμα δικό τους, αλλά κατόρθωμα εκείνων που τους δώσανε το χέρι σε τούτο το ξεπέρασμα». Ένα σωρό παραμύθια πλέκονται γύρω από τον δράστη μιας ηρωικής πράξης, που οι έξυπνοι την στρέφουνε απάνω τους, την οικειοποιούνται και σύμφωνα με το συμφέρον τους την παραδίνουνε να γίνει παραμύθι, θρύλος, παράδοση...»


***


Nίκου Τσιφόρου, από την "Ελληνική Μυθολογία".



Η εξουσία του ψέματος






Σε έναν κόσμο που είναι τόσο μακρινός όσο τα όρια της φαντασίας μας (άρα η απόστασή του είναι διαφορετική για τον καθένα), ένα αγόρι συναντάει έναν επικίνδυνο, μαύρο λύκο. Το αγόρι ονομάζεται Ατρέγιου. Ο λύκος ονομάζεται Γκμορκ. Κι εγώ, δίχως άλλη χρονοτριβή, παραδίδω τη σκυτάλη στο συγγραφέα του βιβλίου:


«Γκμορκ», τραύλισε ο Ατρέγιου και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα χείλη του που 'τρεμαν, «μπορείς να μου φανερώσεις τον δρόμο που τραβάει για τον Κόσμο των Ανθρώπων;»

Στα μάτια του Γκμορκ άναψε μια μικρή, πράσινη σπίθα.΄Ηταν σα να γελούσε μέσα του.

«Για σένα και τους δικούς σου ο δρόμος που σε βγάζει εκεί είναι πολύ απλός. Υπάρχει όμως μία και μόνη δυσκολία: δε θα μπορέσετε να γυρίσετε πίσω ποτέ. Πρέπει να μείνετε εκεί για πάντα. Το θες αυτό;»

«Τι πρέπει να κάνω;», ρώτησε αποφασιστικά ο Ατρέγιου.

«Αυτό που 'κάναν εδώ όλοι οι άλλοι πριν από σένα, γιόκα μου. Πρέπει να πηδήξεις στο Τίποτα. [...] Και όταν μπεις πια στον Κόσμο των Ανθρώπων, δε 'θα σαι αυτό που είσαι εδώ. Αυτό ακριβώς είναι το μυστικό που δεν μπορεί να ξέρει κανένας σας στην χώρα της Ονειροφαντασίας».

Ο Ατρέγιου έμεινε ακίνητος, με κρεμασμένα χέρια.

«Και τι θα είμαι εκεί;», ρώτησε. «Πες μου το μυστικό». […]

Έπειτα από μια στιγμή σιωπής, ο Γκμορκ εξακολούθησε:

«Με ρωτάς τι θα είσαι εκεί; Και τι είσαι εδώ; Τι είσαστε λοιπόν όλοι εσείς οι κάτοικοι της Ονειροφαντασίας; Όνειρα είστε, γεννήματα της ποιητικής φαντασίας, πρόσωπα της ιστορίας χωρίς τέλος! Μήπως περνάς τον εαυτό σου για πραγματικό, γιόκα μου; Καλά, στον δικό σου τον κόσμο είσαι. Όταν όμως περάσεις μέσα από το Τίποτα δε θα 'σαι πια. Τότε θα 'χεις γίνει αγνώριστος, θα βρίσκεσαι σ' έναν άλλο κόσμο. Αυταπάτες και τύφλωση κουβαλάτε στον Κόσμο των Ανθρώπων. Για μάντεψε, γιόκα μου, τι γίνονται όλοι οι κάτοικοι της Στοιχειωμένης Πόλης, που πήδησαν στο Τίποτα;»

«Δεν ξέρω», ψιθύρισε ο Ατρέγιου.

«Γίνονται φαντασιώσεις στα κεφάλια των ανθρώπων: Παραστάσεις του φόβου, εκεί που στην αλήθεια δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθούν. Επιθυμίες για πράγματα που τους αρρωσταίνουν. Ιδέες της απελπισίας, εκεί που δεν υπάρχει λόγος ν' απελπίζονται».

«Έτσι γινόμαστε όλοι;», ρώτησε τρομαγμένος ο Ατρέγιου.

«Όχι», απάντησε ο Γκμορκ. «Υπάρχουν ειδών ειδών φαντασιώσεις και αυταπάτες. Ανάλογα με το τι είστε εδώ, ωραίοι ή άσχημοι, έξυπνοι ή κουτοί, γίνεστε ένα ψέμα ωραίο ή άσχημο, έξυπνο ή κουτό». […]

Ο Γκμορκ εξακολούθησε:

«Γι' αυτό οι άνθρωποι μισούν και φοβούνται την Ονειροφαντασία και ό,τι προέρχεται απ' αυτή. Και θέλουν να την καταστρέψουν, χωρίς να ξέρουν πως έτσι ίσα ίσα πληθαίνουν τον χείμαρρο της ψευτιάς, που αδιάκοπα πλημμυρίζει τον κόσμο τους, αυτόν τον χείμαρρο που 'χει γίνει απ' τα αγνώριστα πλάσματα της Ονειροφαντασίας, που ζουν εκεί μια ψεύτικη ζωή ζωντανών πτωμάτων και φαρμακώνουν τις ανθρώπινες ψυχές με μια μυρωδιά σαπίλας που αναδίνουν. [...]

Και εσείς πια με τη σειρά σας, θα τους εξουσιάζετε. Και τίποτα δε δίνει μεγαλύτερη εξουσία πάνω στους ανθρώπους, από το ψέμα. Γιατί οι άνθρωποι, γιε μου, ζουν όλο με φαντασιώσεις. Κι αυτές μπορεί να τις κατευθύνει κανείς. Αυτή η δύναμη είναι η μόνη που λογαριάζεται. Γι' αυτό κι εγώ στεκόμουν στο πλευρό της εξουσίας και την υπηρετούσα, για να μπορώ να 'χω το μερίδιό μου».

«Εγώ δε θέλω να παίρνω μέρος στην εξουσία», φώναξε ο Ατρέγιου.

«Σώπα, σώπα, ανόητο παιδί», γρύλισε ο Λύκος. «Μόλις έρθει η σειρά σου να πηδήξεις μες στο Τίποτα θα γίνεις κι εσύ ένας άβουλος κι αγνώριστος υπηρέτης της εξουσίας. Ποιος ξέρει σε τι θα την ωφελήσεις! Ίσως με τη βοήθειά σου θα καταφέρουν να παρακινήσουν τους ανθρώπους ν' αγοράσουν πράγματα που δεν τους είναι χρήσιμα, ή να μισούν κάτι που δεν το ξέρουν. Να πιστεύουν σ' ότι τους μεταβάλλει σε πειθήνια όργανα, ή ν' αμφιβάλλουν για κάτι που θα μπορούσε να τους σώσει. Με σας, μικροί υπήκοοι της Ονειροφαντασίας, γίνονται στον Κόσμο των Ανθρώπων μεγάλες δουλειές, ξεσπούν πόλεμοι, ή θεμελιώνονται αυτοκρατορίες...»


***


Ήταν ένα απόσπασμα από την "Ιστορία Χωρίς Τέλος" του Γερμανού συγγραφέα Μίχαελ Έντε [“Die unendliche Geschichte” - “The Neverending Story”, σε μετάφραση Ρ. Καρθαίου, Λ. Λάμπρου]. Πρώτη δημοσίευση το 1979. Ένα βιβλίο στο οποίο θα επανέλθω σίγουρα κάποια στιγμή, μέσα από τα λαγούμια της Κουνελοχώρας.



Υποκατάστατο μιας παλιάς συνήθειας






«H πρώτη σκέψη της ημέρας.

Ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσεις καλά τη μέρα σου, είναι να σκεφτείς, αμέσως μόλις ξυπνήσεις, αν μπορείς να δώσεις χαρά σ' έναν τουλάχιστον άνθρωπο αυτή τη μέρα.

Αν αυτή η πρακτική μπορούσε να γίνει υποκατάστατο της θρησκευτικής συνήθειας της προσευχής, οι συνάνθρωποι μας θα είχαν όφελος απ' αυτή την αλλαγή».


***


Φρήντριχ Νίτσε, Από το "Ανθρώπινο, Πάρα Πολύ Ανθρώπινο" (μετάφραση Ζ.Σαρίκα). Πρώτη έκδοση το1878.



Μια θεραπευτική διέξοδος. Το βυζί και το γάλα



«Πεινάς για να μάθεις,
πεινάς για να μεγαλώσεις,
πεινάς για να γνωρίσεις,
πεινάς για να πετάξεις...
Μπορεί σήμερα
εγώ να είμαι το βυζί
που σου δίνει γάλα,
που καταλαγιάζει την πείνα σου...
Μην ξεχνάς, όμως:
δεν είναι το βυζί
που σε τρέφει.
Είναι το γάλα!»


Χόρχε Μπουκάι. Αργεντινός συγγραφέας και ψυχοθεραπευτής.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)