20 Οκτωβρίου 2018

Γιασουνάρι Καβαμπάτα - Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς


Το κορίτσι στον δρόμο της φωτιάς, ένα διήγημα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα [Yasunari Kawabata]. Σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι




Ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα [ 川端 康成, Yasunari Kawabata ] υπήρξε ο πρώτος Ιάπωνας που βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Οι ιστορίες του μοιάζουν βγαλμένες από έναν άλλο κόσμο – έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Ο λόγος για την παλιά Ιαπωνία, την ποιητική Ιαπωνία, την Ιαπωνία πριν τον εκδυτικισμό. Η γραφή του συχνά μοιάζει παράξενη σε μας τους δυτικούς – που έχουμε τόσο εξοικειωθεί με τις λογοτεχνικές φόρμες της «πλοκής» και της «δράσης» και απορούμε αν διαβάζουμε σελίδες ολόκληρες με περιγραφές ενός ομιχλώδους τοπίου στα βουνά, ή με μια γκέισα που παίζει μουσική με το σαμισέν της.

Υπάρχουν λογοτέχνες που σε βυθίζουν στα άδυτα του κόσμου και της πραγματικότητας που ζεις· σου αποκαλύπτουν τις κρυφές πτυχές της και ξεδιπλώνουν τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής: είναι οι μεγάλοι λογοτέχνες της δυτικής παράδοσης. Μα υπάρχουν κι εκείνοι που σε μεταφέρουν σε άλλους κόσμους – όχι φανταστικούς, υπαρκτούς πέρα ως πέρα. Μα, για κάποιον λόγο, είχες ξεχάσει πως υπάρχουν αυτοί οι κόσμοι – ή πως έχουν υπάρξει μια φορά. Όπως έχεις ξεχάσει τη σημασία που μπορεί να έχει ο ήχος μιας πηγής σε κάποιο σκιερό δασάκι, ή η αχτίδα του φεγγαριού που μόλις ξεπροβάλλει απ’ τα σύννεφα και σκορπά ένα αχνό ασημένιο φως, τέτοιο που κάνει τα μάτια των ζώων να γυαλίζουν.

Ίσως ποτέ στην Δύση δεν εκτιμήσαμε αυτά τα πράγματα. Αυτά τα μικρά πράγματα, που τόσο μεγάλα αποκαλύπτονται στη διαχρονικότητά τους. Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να μελετήσουμε τους κλασικούς Ιάπωνες λογοτέχνες – ακόμα και αν καταλάβουμε τα μισά απ’ όσα γράφουν.

Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό διήγημα του Καβαμπάτα, με τίτλο «Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς». Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες της Παλάμης» [Palm-of-the-Hand Stories / 掌の小説 tenohira / tanagokoro no shōsetsu]. Το συγκεκριμένο διήγημα ανήκει στα παλαιότερα του συγγραφέα – γράφτηκε το 1924. Το θέμα του είναι ερωτικό. Μια ανάμνηση ονείρου, ρευστή, σχεδόν εξωπραγματική, από κείνες που προσπαθείς να συγκρατήσεις μόλις ξυπνάς ένα πρωί – κι ενώ το όνειρο αργοκυλά στις παλάμες σαν νερό και χάνεται, πέφτει στο έδαφος. Ή σαν την όμορφη ρευστή ομίχλη μιας αυγής που διαλύεται στο σκληρό φως του ήλιου.



Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς [1924]




«Μακριά αχνοφέγγει το νερό της λίμνης. Έχει το χρώμα βαλτωμένης πηγής σε παλιό κήπο ένα φεγγαρόλουστο βράδυ.

Το δάσος στην αντίπερα όχθη της λίμνης καίγεται σιωπηλά. Η φωτιά, όσο κοιτάζω, απλώνει. Πυρκαγιά στο δάσος.

Οι αντλίες της πυροσβεστικής, που τρέχουν πλάι στην όχθη σαν παιδικά παιχνίδια, καθρεφτίζονται πεντακάθαρα στην επιφάνεια του νερού.

Ατέλειωτα πλήθη ανθρώπων ανηφορίζουν τον λόφο μαυρίζοντας την πλαγιά.

Αποκτάω συνείδηση του εαυτού μου. Βρίσκομαι μέσα σε μια φωτεινή και άνυδρη άπνοια.

Το κομμάτι της πόλης στα πόδια του λόφου είναι μια θάλασσα φωτιάς.

Μια κοπέλα ξεκόβει επιδέξια απ' το ανθρώπινο πλήθος και μόνη της κατεβαίνει τον λόφο. Απ' όλους μόνο αυτή κατεβαίνει τον λόφο.

Μ' έναν τρόπο μυστηριώδη όλος αυτός ο κόσμος είναι βυθισμένος στη σιωπή.

Βλέποντας το κορίτσι να πηγαίνει κατευθείαν στη θάλασσα της φωτιάς με κυριεύει ένα ανυπόφορο συναίσθημα.

Εκείνη τη στιγμή, χωρίς λέξεις, αρχίζω μια πραγματική, καθαρή συνομιλία με την καρδιά της.

«Γιατί μόνη εσύ κατεβαίνεις τον λόφο; Για να πεθάνεις μες στη φωτιά;»

«Δεν θέλω να πεθάνω. Το σπίτι σου όμως βρίσκεται προς τα δυτικά. Γι' αυτό κι εγώ βαδίζω προς την ανατολή».

Η μορφή της μες στο οπτικό μου πεδίο, ένα σημαδάκι σκούρο μπροστά στις φλόγες, τρύπησε με οδύνη τα μάτια μου και ξύπνησα.

Απ' τις γωνίες των ματιών μου έτρεχαν δάκρυα.

Ήξερα ήδη πως είχε πει ότι δεν ήθελε να περπατήσει προς την πλευρά που βρισκόταν το σπίτι μου. Δεν πειράζει ό,τι και να σκεφτόταν. Απ' τη μεριά μου εγώ, μαστιγώνοντας τη λογική μου, είχα καταφέρει, επιφανειακά τουλάχιστον, να αποδεχτώ την ιδέα πως τα αισθήματά της για μένα είχαν κρυώσει, μέσα μου όμως, άσχετα με το τί αισθανόταν ή πραγματική κοπέλα, έτρεφα αυτάρεσκα την ιδέα πως κάπου στην καρδία της υπήρχε μια σταγόνα αγάπης για μένα. Αν και χλεύαζα αμείλικτα αυτόν μου τον εαυτό, μέσα μου, μυστικά, προσπαθούσα να τον κάνω να συνεχίσει να ζει.

Ένα όνειρο όμως σαν αυτό που είδα δεν έδειχνε πως στα κατάβαθα της ψυχής μου ακόμα κι εγώ ίδιος, τελικά, πίστευα πως εκείνη δεν είχε πια για μένα ούτε ένα ψίχουλο καλής θέλησης;

Το όνειρο είναι ό,τι αισθάνομαι. Τα δικά της αισθήματα μες στο όνειρο είναι αυτά που εγώ δημιούργησα γι' αυτήν. Είναι αισθήματα δικά μου. Στα όνειρα δεν υπάρχει ψεύτικη επίδειξη αισθημάτων ή προσποίηση.

Μ’ αυτή τη σκέψη μελαγχόλησα.»



Το διήγημα περιλαμβάνεται στις «Ιστορίες της Παλάμης» του Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Η μετάφραση είναι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Για την παρουσίαση, τη σύνθεση της εικόνας και την ψηφιοποίηση του κειμένου: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18.

14 Οκτωβρίου 2018

Οι 12 Ένορκοι. Μια κοινωνική ψυχολογική μελέτη



Οι 12 Ένορκοι (12 Angry Men). Ένα αφιέρωμα και μια μελέτη των κοινωνικών και ψυχολογικών προεκτάσεων της ταινίας. Από το φονικό κουνέλι



12 Angry Men. Η αντίληψη της πραγματικότητας, η επιρροή της μειονότητας, οι ψυχολογικοί τύποι, η δημοκρατία και ο ολοκληρωτισμός




«Θα έλεγε κανείς πως η φαντασιοκοπία δεσμοφυλάκων και δημίων διεύθυνε μέχρι τώρα την παιδεία του ανθρώπινου γένους!» - Φρίντριχ Νίτσε, «Χαραυγή»



Δεν χωράει αμφιβολία πως οι «12 Ένορκοι» [“12 Angry Men”, 1957], σε σκηνοθεσία Sidney Lumet και σενάριο του Reginald Rose, συγκαταλέγεται στις καλύτερες κινηματογραφικές ταινίες όλων των εποχών. Είναι μια σπουδή στην ανθρώπινη και κοινωνική ψυχολογία και ένα έργο που θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να διδάσκεται σε σχολεία και πανεπιστήμια. Είναι ένα από εκείνα τα φιλμ που φανερώνουν τη δύναμη του κινηματογράφου όχι μόνο ως μέσο ψυχαγωγίας και απόδρασης, αλλά ως μέσο ικανό να προβληματίσει και να θίξει διαχρονικά κοινωνικά και πανανθρώπινα ζητήματα.

Πρόκειται επίσης, φαινομενικά τουλάχιστον, για μια ταινία χαμηλού προφίλ: γυρισμένη σχεδόν εξ’ ολοκλήρου σε μια κλειστή αίθουσα δικαστηρίου, με ανύπαρκτη «δράση», δίνοντας αποκλειστική έμφαση στον διάλογο και στη σκιαγράφηση ανθρώπινων τύπων, οι 12 Ένορκοι στρέφουν περιφρονητικά την πλάτη στις δημοφιλείς υπερπαραγωγές της εποχής τους (πόσο μάλλον της δικής μας!) και ιχνηλατούν με μαεστρία τα ζενίθ και τα ναδίρ της ανθρώπινης ψυχής – και αυτό το τελευταίο είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη περιπέτεια και η μεγαλύτερη υπερπαραγωγή όλων.

Η υπόθεση είναι απλή: στο πέρας μιας δίκης ένας νεαρός κατηγορείται για τη δολοφονία του πατέρα του• μια ομάδα ετερόκλητων μεταξύ τους πολιτών, που απαρτίζουν το σώμα των Ενόρκων, συνέρχονται για να αποφασίσουν αν ο νεαρός είναι αθώος ή ένοχος• ομόφωνη απόφαση και των 12 Ενόρκων θα σημάνει την καταδίκη του νεαρού – και την μεταφορά του στην ηλεκτρική καρέκλα• κατά τα φαινόμενα και τη γνώμη της ισχυρής πλειοψηφίας, με 11 προς μία ψήφους, ο νεαρός είναι ένοχος• ένας μόνος ένορκος, τον ρόλο του οποίου υποδύεται ο Henry Fonda, αμφιβάλλει για την ενοχή του: δεν υποστηρίζει με βεβαιότητα πως ο νεαρός είναι «αθώος» - απλά οι ενδείξεις δεν τον έχουν πείσει και για το αντίθετο. Μόνος αυτός, κόντρα στο ρεύμα, επιθυμεί να συζητήσουν για την πιθανότητα της μη-ενοχής του. Έτσι λοιπόν, με κάποια απροθυμία (γιατί έχουν και δουλειές να κάνουν!) οι υπόλοιποι ένορκοι αναγκάζονται να κάνουν εκείνο που μοιάζει να είναι το δυσκολότερο πράγμα όλων: να συζητήσουν μεταξύ τους.

Ο νόμος είναι σαφής: χρειάζεται ομόφωνη απόφαση και των 12 ενόρκων προκειμένου να βγει η ετυμηγορία. Μόνο ο συγκεκριμένος ένορκος δείχνει να προβληματίζεται για την ευκολία με την οποία μια κοινωνία ολόκληρη καταδικάζει έναν άνθρωπο σε θάνατο. Και αν δεν είναι ένοχος τελικά; Αν υπάρχει μία πιθανότητα στις εκατό να καταδικάσουν έναν αθώο; Ποιος μπορεί να σηκώσει το βάρος της ευθύνης μιας τέτοιας απόφασης;



Οι 12 Ένορκοι
Οι 12 Ένορκοι στο δικαστήριο στην αρχή του έργου



Η ταινία δεν αποκαλύπτει αν ο νεαρός είναι αθώος ή ένοχος τελικά. Μα δεν είναι αυτό το θέμα της. Φαινομενικά, οι «12 Ένορκοι» αποκαλύπτουν τα όρια και τις τρύπες του συστήματος δικαιοσύνης. Επί της ουσίας όμως, το έργο αποκαλύπτει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς με βάση τους οποίους κρίνουμε την πραγματικότητα γύρω μας: τι είναι αληθινό, τι ψεύτικο, τι είναι σωστό και τι άδικο. Πως καταλήγουμε στην «αλήθεια» και πόσο εκείνη επηρεάζεται από ασυνείδητες σε μας ψυχολογικές διεργασίες, με κυρίαρχες την επιρροή της πλειοψηφίας («κάτι είναι αληθινό γιατί το υποστηρίζουν οι περισσότεροι») και την επιρροή του συναισθήματος («κάτι είναι αληθινό επειδή το νιώθω μέσα μου»).

Κάθε ένορκος συνιστά και έναν ψυχολογικό ανθρώπινο τύπο – δεν είναι τυχαίο που δεν μαθαίνουμε τα ονόματά τους, καθώς εδώ δεν έχουν σημασία τα ονόματα, μόνο οι τύποι, σαν εκείνους που συναντούμε σε κάθε εποχή και κάθε κοινωνία. Μεταξύ τους θα βρεις τον αισθηματία, τον επιπόλαιο, τον ανασφαλή, τον γνωστικό, τον σκεπτικιστή, τον ψυχρό ορθολογιστή, τον τραμπούκο και εκείνον που άγεται και φέρεται. Ο τρόπος με τον οποίο συζητούν μεταξύ τους και καταλήγουν σε συμπεράσματα μπορεί να παραλληλιστεί με κάθε κοινωνική διαδικασία εξαγωγής συμπερασμάτων, από τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ως την απόφαση πολιτικής ψήφου. Το σημαντικότερο είναι πως όλοι φέρουμε μέσα μας τον έναν ή τον άλλο τύπο, σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις – οι χαρακτήρες του έργου, λοιπόν, δεν είναι παρά μια αντανάκλαση της κοινωνίας μας και του εαυτού μας.

Εξίσου σημαντική στο έργο είναι η διαδικασία της επιρροής της μειονότητας πάνω σε μια πλειοψηφία – πώς η πρώτη, αργά αλλά σταθερά, ταρακουνά το στέρεο έδαφος στο οποίο πατάει η δεύτερη, πως διαβρώνει την αρχική της ψευδαίσθηση της απόλυτης γνώσης, πως σταδιακά συμβάλλει στο να αναδιαμορφώσει την άποψή της και να δει υπό άλλη οπτική γωνία τα πράγματα. Έτσι λοιπόν στο έργο βλέπουμε, σταδιακά και μέσα από έντονες διαπροσωπικές συγκρούσεις, την πλάστιγγα να γέρνει υπέρ του νεαρού: οι 11 προς μία ψήφοι γίνονται 10 προς 2, μετά 9 προς 3 – και ούτω καθεξής.

Με άλλα λόγια το έργο συνιστά μια ανεκτίμητη εμβάθυνση πάνω στην κοινωνική ανθρώπινη ψυχολογία.

Στο σημερινό μεγάλο αφιέρωμα θα επιδιώξω μια εμβάθυνση στις κύριες, κατά τη γνώμη μου, ψυχολογικές προεκτάσεις της ταινίας: 1) στη μελέτη των ψυχολογικών τύπων του έργου και τον τρόπο με τον οποίο φτάνουν να καταλήγουν σε συμπεράσματα, και 2) στη διαδικασία της επιρροής της μειονότητας πάνω στην πλειοψηφία. Τέλος θα κάνουμε μια αντιπαραβολή του ολοκληρωτισμού με τη δημοκρατία, όπως διαφαίνονται μέσα από τη συμπεριφορά των χαρακτήρων.



12 Angry Men. Η αφίσα της ταινίας



12 Angry Men: Οι ψυχολογικοί τύποι της ταινίας, η διαδικασία λήψης αποφάσεων και η αντίληψη της πραγματικότητας




12 Ένορκοι, 12 άνθρωποι σαν όλους εμάς – θα μπορούσαμε να ήμασταν κι εμείς ανάμεσά τους. Κι όμως, πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, ο κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά! Αν στην αρχή του έργου οι περισσότεροι δείχνουν να καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα, στην πορεία συνειδητοποιούμε πως διαφέρουν σημαντικά οι γνωστικές και ψυχολογικές διεργασίες μέσω των οποίων κατέληξε ο καθένας στο συμπέρασμα αυτό. Ο τρόπος σκέψης τους (ή ο τρόπος μη-σκέψης τους) ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας εκείνες τις διεργασίες που δρουν υπόγεια μέσα μας και καταλήγουν να διαμορφώσουν την οπτική γωνία μας πάνω στα πράγματα. Παντού και πάντα, σε κάθε κοινωνία, κάθε εποχή. Ελάχιστα φιλμ μπορούν να θεωρηθούν τόσο διαχρονικά όσο αφορά τη σκιαγράφηση της ανθρώπινης σκέψης, όσο αυτό.

Ας βάλουμε στην άκρη το θέμα του έργου (τη δικαστική απόφαση πάνω στην ενοχή ή μη του νεαρού) και ας επεκτείνουμε το σκεπτικό μας πάνω σε κάθε μορφή κοινωνικής συμπεριφοράς και κάθε διαμόρφωση κοινής γνώμης. Πώς καταλήγουμε, για παράδειγμα, στη διαμόρφωση πολιτικής άποψης και στην επιλογή εκλογικής συμπεριφοράς; Πως διαμορφώνουμε τη γνώμη μας πάνω σε ένα καταναλωτικό ζήτημα, ή πάνω σε ένα θέμα που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη; Πώς κρίνουμε την κοινωνία και τον εαυτό μας μέσα σε αυτήν, πώς καταλήγουμε σε αξίες πάνω στο «καλό» και το «κακό», το «σωστό» και το «λάθος», το «δίκαιο» και το «άδικο»;

Άραγε μας καθοδηγεί η λογική; Αν επιλέγουμε να ψηφίσουμε ένα κόμμα, για παράδειγμα, ή να αγοράσουμε ένα καταναλωτικό προϊόν, είναι επειδή ζυγίσαμε ορθολογικά τα υπέρ και τα κατά και καταλήξαμε στο σωστότερο, κατά τη γνώμη μας, συμπέρασμα; Αν μοιραζόμαστε μια άποψη πάνω σε ένα κοινωνικό ζήτημα (για παράδειγμα, τους αλλοδαπούς, το περιβάλλον, τα εργασιακά) συνιστά η άποψή μας αυτή αποτέλεσμα ορθολογικής επεξεργασίας και μόνο; Είναι ο ψυχρός ορθολογισμός ικανό εργαλείο, από μόνο του, για να εξηγήσει και να ερμηνεύσει τον κόσμο γύρω μας;

Και αν μας επηρεάζουν άφθονοι ακόμα παράγοντες, τους οποίους αγνοούμε; Μπορεί, για παράδειγμα, να είμαστε συναισθηματικά προκατειλημμένοι υπέρ της μίας ή της άλλης θέσης – και το συναίσθημά μας αυτό να καθοδηγεί την κρίση μας. Μπορεί πάλι να φέρουμε πίσω μας συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα – τέτοια που να διαμορφώνουν την εικόνα μας για τα πράγματα και την υποστήριξη συγκεκριμένων θέσεων έναντι άλλων. Μπορεί ενδεχομένως να καθοδηγούμαστε από τη γνώμη της πλειοψηφίας, ή κάποιων «σημαντικών άλλων» (συχνά με τη μορφή μιας «αυθεντίας») – στην περίπτωση αυτή βαπτίζουμε ως «άποψή μας» μια γνώμη που δεν είναι καν δική μας, μα τη λάβαμε ετοιμοπαράδοτη και την αποδεχτήκαμε τυφλά, δίχως κριτική και δίχως αναστοχασμό. Μπορεί, τέλος, η γνώμη της πλειοψηφίας να είναι αόρατη – να καλύπτεται πίσω από κοινωνικές διεργασίες όπως η διαφήμιση, το lifestyle, οι κυρίαρχες αξίες ή η πρέπουσα ηθική.



Robert Webber in 12 Angry Men
Οι 12 Ένορκοι, ένας εναντίον όλων



Δεν είναι λίγα τα πειράματα της Κοινωνικής Ψυχολογίας πάνω στο θέμα της επιρροής της Αυθεντίας ή της Πλειονότητας πάνω στη Μειονότητα. Πιθανό κάποια στιγμή μελλοντικά να επανέλθω στο Blog με κάποια παράθεση των σημαντικότερων από αυτά, μια που το θέμα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για μένα. Η ουσία αυτών των διεργασιών είναι πως αποκαλύπτει πόσο ασταθής και εύθραυστη είναι, επί της ουσίας, η «γνώση» μας πάνω στα πράγματα και τις καταστάσεις. Πείθουμε αυτάρεσκα τους εαυτούς μας πως «κατέχουμε την αλήθεια και τη γνώση», κρίνουμε αβίαστα το σωστό και το λάθος, γινόμαστε όλοι δικαστές μιας πραγματικότητας της οποίας, εν τέλει, δεν βλέπουμε παρά ένα μικρό κομμάτι.

Οι 12 Ένορκοι ανήκουν σε εκείνα τα έργα που σπάνε αυτό το κέλυφος της επίπλαστης πραγματικότητάς μας – που αποκαλύπτουν πως η «αλήθεια» μας για τον κόσμο όσο στηρίζεται σε «αντικειμενικά γεγονότα», άλλο τόσο στηρίζεται σε υπόγειες ψυχολογικές και γνωστικές διεργασίες – και πως οι μεν είναι αδιάσπαστες από τις δε. Με άλλα λόγια, η αλήθεια συνιστά μια κατασκευή.

Αυτό δεν συνηγορεί υπέρ μιας σχετικότητας τύπου «δεν υπάρχουν αλήθειες» και «όλα είναι το ίδιο», ούτε υπέρ μιας ισοπέδωσης των αξιών. Απλά συμβάλλει στο να μας προσγειώσει από την αλαζονική μας πεποίθηση πως «τα ξέρουμε όλα». Και φανερώνει πως, εν τέλει, είμαστε άνθρωποι και ως τέτοιοι, οι κρίσεις μας πάντα επηρεάζονται από το συναίσθημά μας και πως η οπτική γωνία μας για τα πράγματα είναι πάντα μια οπτική γωνία – και όχι μια «απόλυτη αλήθεια».

Άντε, λοιπόν, μετά, να στείλεις έναν άνθρωπο στην ηλεκτρική καρέκλα. Μπορεί και να είναι ένοχος – μπορεί, όπως λέει εξ’ αρχής ο πρωταγωνιστής του φιλμ, Χένρυ Φόντα. Μπορεί. Μα είμαστε σίγουροι γι’ αυτό; Είμαστε απολύτως βέβαιοι; – ή μήπως υπάρχει κάποιο ίχνος αμφιβολίας μέσα μας; Και αν υπάρχει αυτό το ελάχιστο ίχνος, γιατί να μη το θρέψουμε, γιατί να μην συζητήσουμε γι’ αυτό, γιατί να μην προβληματιστούμε γι’ αυτό, προτού πάρουμε την καταδικαστική απόφαση;

Ποιοι είναι, λοιπόν, οι ψυχολογικοί τύποι που συναντούμε στο φιλμ; Για να τους δούμε. Προσοχή – ίσως ανάμεσά τους δούμε κάτι από τον ίδιο τον εαυτό μας.



12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αστόχαστου και του επιπόλαιου - το φονικό κουνέλι



1 # Ο Αστόχαστος



Στην αρχή του έργου παρουσιάζεται μαζεμένος και η άποψή του μοιάζει να αντανακλά τυφλά εκείνη της πλειοψηφίας. Στο ερώτημα «γιατί είναι ένοχος;» απαντάει «απλά νομίζω πως είναι ένοχος» - μα αδυνατεί να στηρίξει την άποψή του με κάποιο επιχείρημα. «Απλά το νομίζει». Έτσι δείχνουν οι ενδείξεις, έτσι λέει το πλήθος – επομένως «νομίζει πως είναι ένοχος». Η άποψή του, επί της ουσίας, είναι μια μη-άποψη.

Είναι ωστόσο καλόκαρδος και ανοιχτός στην επικοινωνία. Ο νους του μοιάζει με δοχείο, έτοιμο να δεχτεί κάθε καινούργια γνώμη, αρκεί να έχει σοβαρά επιχειρήματα. Από αυτή την οπτική ο χαρακτήρας του ανήκει στους σημαντικότερους του έργου – δεν παρουσιάζεται δογματικός, μα ανοιχτόμυαλος, ικανός για επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων. Δίχως χαρακτήρες σαν αυτόν θα ήταν αδύνατο να λυγίσει ο σκληροπυρηνικός πυρήνας της πλειοψηφίας και να μάθει να σκέφτεται διαφορετικά.

Συμπέρασμα; Το πρώτο βήμα για την κατάρρευση του δογματισμού είναι η καλή καρδιά και η θέληση για διάλογο.


2 # O Επιπόλαιος



 Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας εξ’ αρχής δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον αθλητικό αγώνα, παρά για το αποτέλεσμα της δίκης. Μόνο του μέλημα είναι να τελειώνουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να μη χάσει το ματς. Περιφρονεί τον διάλογο, τον οποίο και θεωρεί «χάσιμο χρόνου» και ο μόνος τρόπος να αλλάξει άποψη είναι αν δει πως μπορεί να κερδίσει περισσότερο χρόνο για τον εαυτό του με αυτόν τον τρόπο.

Η κρίση του ποδηγετείται τυφλά από τις εγωιστικές του ενορμήσεις – και οι ενορμήσεις αυτές είναι κοινές και ευτελείς: ξεπουλάει εύκολα την τύχη ενός νέου ανθρώπου προκειμένου να χαρεί το πολυπόθητο ματς.

Ο Επιπόλαιος μοιάζει με τον τσαρλατάνο που χοροπηδάει ανέμελος στα ερείπια του ορθολογισμού μας. Ζει χωρίς αξίες, περιφρονεί τον διάλογο, γελάει στα μούτρα όσων προσπαθούν να κάνουν τη διαφορά. Αν ήταν περισσότερο μυαλωμένος θα τον λέγαμε κυνικό – μα εδώ δεν έχουμε μυαλό, μόνο αντανακλαστικά και εγωιστικά ένστικτα. Από πολλές απόψεις ο Επιπόλαιος ενσαρκώνει τον κυρίαρχο τύπο του πολιτισμού μας: βαθιά επιφανειακός και καθοδηγούμενος από τις μικρές, ταπεινές του απολαύσεις.



12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αερολόγου και του ευμετάβλητου - το φονικό κουνέλι



3 # Ο Αερολόγος 



Θα πουλήσει τσαμπουκά, θα ορθώσει το ανάστημά του, θα προσβάλλει τον συνομιλητή του, θα υψώσει περισσότερο από όλους τους άλλους τη φωνή του – μα από επιχειρήματα; Μηδέν. Κοπανιστός αέρας.

Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό;

Ω, πόσοι αερολόγοι υπάρχουν γύρω μας! Και για κάποιο λόγο όλοι έχουν ανάγκη να υψώσουν τη φωνή τους – με τον ίδιο τρόπο που υψώνει τη φωνή του ο ανασφαλής έφηβος, προκειμένου να ακουστεί μες στην παρέα, προκειμένου να αισθανθεί πως είναι «κάποιος». Ό,τι λείπει σε επιχειρηματολογία προσπαθούν να το αναπληρώσουν με τη φωνή. Αυτή είναι η μαγκιά τους. Κάποιοι θα ψαρώσουν, που θα πάει. Εκεί που η δύναμη υποκαθιστά τη λογική.

Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσεις τον Αερολόγο και τον τσαμπουκά του; Πολύ απλά – να τον αγνοήσεις.


4 # Ο Ευμετάβλητος 



Είναι διαφημιστής στο επάγγελμα – και το επάγγελμα ταιριάζει γάντι στον τύπο του, που δείχνει να άγεται και να φέρεται, σαν τον αέρα – δίχως ουσία, σκορπώντας χαμόγελα αριστερά και δεξιά, φιλικός μα κενός στο βάθος. Είναι ο κοσμικός τύπος, εκείνος που θα κοινωνικοποιείται στα πάρτι, αυτός που θα κερδίσει με το γοητευτικό του χαμόγελο και τα αστεία του γυναίκες και άντρες – μα αν γυρέψεις κριτική σκέψη, δύσκολα θα την βρεις.

Ο Ευμετάβλητος αδυνατεί να κάνει από μόνος του διαφορά. Έχει υπερβολικά μεγάλη ανάγκη την αποδοχή των άλλων για να πάει κόντρα στο ρεύμα. Μα αν το ρεύμα αλλάξει, τότε θα προσαρτηθεί κι αυτός με τη σειρά του πάνω του – δεν θέλει να χάσει την αποδοχή και την αγάπη του κόσμου.

Όπου φυσάει ο άνεμος – εκεί θα συναντήσεις και άφθονους τύπους σαν αυτόν. Δίχως γνώμη – μα με λαμπρά χαμόγελα.




12 Ένορκοι: Οι ψυχολογικοί τύποι του αισθηματία και του τεχνοκράτη - το φονικό κουνέλι



5 # Ο Αισθηματίας 



Ο βασικός αντίπαλος του πρωταγωνιστή και ο τελευταίος που αλλάζει γνώμη. Από πολλές απόψεις ο αισθηματίας συνιστά τον κυρίαρχο τύπο του φιλμ, εκείνον που ενσαρκώνει το μεγάλο αντίπαλο δέος κάθε απόπειράς μας να εξιχνιάσουμε την πραγματικότητα γύρω μας: ο λόγος για το Συναίσθημα, που όσο φωτίζει τις ζωές μας, άλλο τόσο κατορθώνει να συσκοτίσει συχνά τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

Ο Αισθηματίας καταλήγει σε παθιασμένα συμπεράσματα για τα οποία δεν έχει καμία αμφιβολία – το συναίσθημά του, βλέπετε, είναι τόσο ισχυρό που τον πείθει για την ορθότητα της κρίσης του. Πίσω από το συναίσθημά του κρύβονται συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα, τα οποία εσκεμμένα όμως αποφεύγει να θίξει. Θέλει να νομίζει πως η ορθότητα της άποψής του στηρίζεται στη λογική, ενώ στην ουσία συνιστά προϊόν σημαντικών ψυχολογικών βιωμάτων. Είναι εκείνο που στην Ψυχολογία ονομάζουμε «εκλογίκευση»: να αποκρύβεις και από τον ίδιο τον εαυτό σου τις ψυχολογικές αιτίες των αποφάσεών σου και να τις ντύνεις με ορθολογικά, τάχα, επιχειρήματα.

Ο Αισθηματίας συνιστά το κλειδί του έργου, κατά τη γνώμη μου, και τον σημαντικότερο από τους 12 Ενόρκους, και ο λόγος είναι επειδή όλοι μας φέρουμε έναν τέτοιο μέσα μας. Είναι αδύνατο να βγάλουμε τα προσωπικά βιώματα από την κρίση μας και να δούμε τον κόσμο με ψυχρά, απογυμνωμένα από το συναίσθημα, μάτια.

Μα εκείνο που είναι εφικτό, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, είναι να αναγνωρίσουμε τον ρόλο που παίζει αυτό το συναίσθημα και το προσωπικό βίωμα στην κρίση μας – αναγνωρίζοντάς το, αν μη τι άλλο, ίσως γίνουμε λιγότερο δογματικοί και απόλυτοι στην κρίση μας.


6 # Ο Τεχνοκράτης



Στον αντίποδα του Αισθηματία, στους μηχανισμούς εκφοράς συμπερασμάτων και όχι στο συμπέρασμα καθ’ εαυτό, συναντούμε τον Τεχνοκράτη. Αν ο Αισθηματίας κινείται με βάση το συναίσθημα και το προσωπικό βίωμα, ο Τεχνοκράτης θέλει να υπολογίζει τα πάντα σαν μηχανή – δίχως συναίσθημα, ψυχρά, αντλώντας από τα δεδομένα και μόνο, καταλήγοντας σε συμπεράσματα απογυμνωμένα από κάθε περιττό συναισθηματισμό.

Μα ο κίνδυνος εδώ είναι εξίσου μεγάλος: διώχνοντας κάθε συναισθηματισμό κινδυνεύεις να απολέσεις εξίσου κάθε ανθρώπινο στοιχείο μέσα σου. Ο Τεχνοκράτης κρύβεται πίσω από τη μαθηματική αλήθεια του «2 + 2 = 4» προσπερνώντας το γεγονός πως η πραγματικότητα δεν είναι μόνο γεγονότα – μα και ερμηνείες. Και οι ερμηνείες συνδέονται με αξίες και προσωπικές κρίσεις.

Από πολλές απόψεις ο Τεχνοκράτης φανερώνει τους κινδύνους του ακραίου ορθολογισμού – όταν ο ορθολογισμός μετατρέπεται σε εργαλείο, απογυμνωμένο από κάθε αξία, τότε ο κόσμος μας κινδυνεύει να χάσει την ίδια την ανθρωπιά του. Ουσιαστικά εδώ έχουμε τον Ιδανικό Γραφειοκράτη, για τον οποίο μίλησε ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ [Max Weber]. Ψυχρός και αφοσιωμένος στο καθήκον, όλα με σκοπό να τσουλήσει αποτελεσματικότερα η Μηχανή. Ιδανικός για ένα κοινωνικό σύστημα που γυρεύει ανθρώπους-ρομπότ, απογυμνωμένους από συναίσθημα, αφοσιωμένους στο καθήκον.

Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως στις πλάτες και στα επιχειρήματα του Τεχνοκράτη στηρίζονται οι αισθηματίες, οι επιπόλαιοι και οι τραμπούκοι του έργου. Αμφότερος ο Αισθηματίας, ο Ευμετάβλητος και ο Αερολόγος πιάνονται από κάθε επιχείρημά του, κρέμονται κυριολεκτικά απ’ τα χείλη του, επιβραβεύοντάς τον για εκείνο που είναι αδύνατο να κάνουν οι ίδιοι: να σκεφτούν ορθολογικά. Ο Τεχνοκράτης, λοιπόν, γίνεται η φωνή τους, το Ευαγγέλιό τους.

Αν τροχοί ενός ολοκληρωτικού κοινωνικού συστήματος είναι οι αισθηματίες και οι αερολόγοι, τότε οι τεχνοκράτες συνιστούν την κεφαλή και την δικαιολογία του.

Ο καλύτερος – και μοναδικός – τρόπος να λυγίσεις τον Τεχνοκράτη είναι να του επιτεθείς με τα ίδια του τα όπλα. Με σοβαρά και ορθολογικά επιχειρήματα, ικανά να χαράξουν μια ρωγμή στον φαινομενικά αψεγάδιαστο τοίχο του ορθολογισμού του. Μια τόσο δα ρωγμή αρκεί.




12 Ένορκοι: Η κοινή γνώμη και ο σκεπτικιστής - το φονικό κουνέλι



# 7-11 Η Κοινή Γνώμη



Οι υπόλοιποι χαρακτήρες του έργου ενσαρκώνουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, την «κοινή γνώμη». Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι πως κατέληξαν σ’ ένα συμπέρασμα δίχως να το έχουν σκεφτεί από διαφορετικές οπτικές γωνίες – μα όλοι τους, λίγο πολύ, είναι πρόθυμοι να συζητήσουν το θέμα. Είναι εκείνοι που συμβάλλουν στο να γύρει, σταδιακά, η πλάστιγγα υπέρ του κατηγορούμενου.

Παρέα με τον συμπαθέστατο Αστόχαστο, για τον οποίο ήδη μιλήσαμε, έχουμε ακόμα τον Ηλικιωμένο (ο πρώτος σοφός, που αρνείται να καθοδηγηθεί τυφλά από τους άλλους), τον Μετανάστη (θέλοντας να προσαρμοστεί μεν στην αμερικανική πραγματικότητα, μα χωρίς να ξεχνάει την διαφορετικότητά του), τον Εργάτη (που καθοδηγείται από την πλειοψηφία στην αρχή, μα έχει στέρεες αρχές και δεν αρνείται τον διάλογο), τον Μεγαλωμένο σε Σκληρό Περιβάλλον (που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι σε θέματα διακρίσεων), και, τέλος, τον Συντονιστή (που μοιάζει με εκείνους τους δημοσιογράφους που καλύπτουν ένα ρεπορτάζ, δίχως ισχυρή προσωπική άποψη μα πρόθυμος να κατανοήσει την πραγματικότητα αν δει πως γέρνει σε βάρος της μίας ή της άλλης πλευράς).

Τέλος, μένει ένας ένορκος, ένας ανθρώπινος τύπος, που συμβάλλει καθοριστικά στη μεταστροφή αυτής της κοινής γνώμης.


12 # Ο Σκεπτικιστής



Πρόκειται για τον καταλύτη του έργου. Σκοπός του Σκεπτικιστή δεν είναι η απόρριψη της αλήθειας, μα η θραύση του δογματισμού. Επειδή ακριβώς αγαπάει την αλήθεια και την έρευνα, αρνείται τα ψευτοεπιχειρήματα των συνομιλητών του – και, μόνος του αρχικά, παλεύει να αγωνιστεί ενάντια σε όλους τους άλλους, με σκοπό να τους εμφυσήσει κάτι από τον προβληματισμό του.

Ο Σκεπτικιστής ενσαρκώνει το πνεύμα της Επιστήμης. Όχι της ψυχρής, εργαλειακής επιστήμης (αυτή θα λέγαμε πως την ενσαρκώνει ο Τεχνοκράτης) – μα της άλλης, εκείνης που εξακολουθεί ν’ αμφισβητεί και ν’ αμφιβάλλει, ακόμα και για τα ίδια της τα ευρήματα, εκείνης που δεν αρκείται σε δόγματα που γυρεύει πάντα να σκάψει λίγο βαθύτερα, να επεκταθεί λίγο παραπέρα. Ο σκεπτικισμός της είναι υγιής σκεπτικισμός – δεν επιδιώκει την κατάρρευση της γνώσης, μα τον εμπλουτισμό της. Είναι στη φύση του Σκεπτικιστή να αμφιβάλλει, όπως είναι στη φύση του και να συνδιαλέγεται, να επικοινωνεί. Δεν θα μπορούσε ποτέ να αποδεχτεί τυφλά κάποια «αλήθεια» δίχως να την εξετάσει από πολλαπλές οπτικές γωνίες. Και θα αρνούνταν κάθε μορφή δόγματος – μια που τα δόγματα δεν επιτρέπουν περαιτέρω έρευνα και περαιτέρω αναστοχασμό. Η φράση-κλειδί του, όπως ακούμε να λέει ο Χένρι Φόντα στην αρχή του έργου, είναι: “it’s possible”. Είναι πιθανό – μα όχι βέβαιο.

Αυτή η σπίθα της αμφιβολίας πυροδοτεί το φιλμ. Αυτή η σπίθα της αμφιβολίας, πάντα ταπεινή στο βάθος, γνωρίζοντας τα όριά της, είναι η ελπίδα μας απέναντι σε κάθε μορφή φανατισμού και προσκόλλησης σε τυφλές αλήθειες.



Οι 12 Ένορκοι της ταινίας
Lee J. Cobb in Twelve Angry Men
Σκηνή από τους 12 Ένορκους



Η επιρροή της μειονότητας σε μια πλειοψηφία και οι διεργασίες της κοινωνικής αλλαγής




Γίνεται μια σπίθα να πυροδοτήσει ολόκληρη πυρκαγιά; Ασφαλώς και γίνεται – στην πραγματικότητα δεν υπάρχει φωτιά που να μην έχει ξεκινήσει από μια σπίθα μόνο.

Η κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα αντανακλούν τη φυσική πραγματικότητα. Κάθε κοινωνικό γεγονός ξεκινάει από ένα μικρό, φαινομενικά, περιστατικό, κάθε ιστορικό συμβάν πηγάζει από μια αφορμή. Είναι δύσκολο, ως αδύνατο, να κατανοήσουμε σε βάθος τη μακρά (ατελείωτη!) εκείνη αλυσίδα των γεγονότων, πώς επηρεάζει το ένα το άλλο, πώς καταλήγει το ένα να επιδρά πάνω στο άλλο και όλα μαζί να διαμορφώνουν την πορεία των πραγμάτων. Τείνουμε να ερμηνεύουμε τον κόσμο και τα γεγονότα με μονόπλευρες αντιλήψεις πάνω στις «αιτίες» και τα «αποτελέσματα», μα η πραγματικότητα είναι πάντα περισσότερο σύνθετη από αυτό.

Να γιατί λοιπόν ένα φαινομενικά μικρό και ασήμαντο γεγονός μπορεί να έχει καταλυτική επίδραση στη συνέχεια – χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα έχει καταλυτική επίδραση ούτως ή άλλως. Μα υπάρχει μια πιθανότητα να συμβεί. Κόντρα στην αποκαρδιωτική εκείνη αίσθηση της ασημαντότητας που νιώθουμε όταν αντιλαμβανόμαστε τη μικρότητα του εαυτού μας σε μια μαζική και ξένη απέναντί μας κοινωνία, υπάρχει πάντα εκείνο το «κάτι» που μας υπενθυμίζει πως τα πράγματα ίσως να μην είναι τόσο σκούρα όσο νομίζουμε: ίσως και να μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει τη διαφορά κάποιες φορές. Ίσως μπορεί να γύρει η πλάστιγγα. Ίσως μπορεί να αλλάξει κάτι γύρω μας. Ίσως. Υπάρχει μια μικρή, μπορεί ελάχιστη, πιθανότητα – μα υπάρχει.

Αρκεί να δούμε την Ιστορία ως τώρα για να το επιβεβαιώσουμε αυτό: όλα αλλάζουν. Ίσως όχι με τον ρυθμό που θέλουμε και ίσως όχι προς την κατεύθυνση που θέλουμε. Μα αλλάζουν. Εδώ μια πεταλούδα σηκώνει τα φτερά της και ξεσπά τυφώνας στην άλλη πλευρά του κόσμου και νομίζετε πως οι πράξεις μας είναι τόσο, πια, ασήμαντες;



12 Ένορκοι κατά τη διαδικασία της ψήφου
Αλλαγή και μειονότητα, από τους 12 Ένορκους



Το πρώτο βήμα για να αλλάξει μια γενική κοινωνική κατεύθυνση – η κατεύθυνση της πλειοψηφίας – είναι να αλλάξει μια μειονότητα ανθρώπων. Κάθε αλλαγή πάντα ξεκινάει από τους λίγους και επηρεάζει στην πορεία τους πολλούς – τα παραδείγματα είναι άφθονα αν δούμε τις ιστορικές αλλαγές. Αυτό δεν σημαίνει πως αλλαγή της μειονότητας συνεπάγεται, αυτόματα, αλλαγή και της γενικής πορείας των πραγμάτων! Η μειονότητα μπορεί να μείνει τέτοια που είναι: μια μειονότητα και να μην αλλάξει τίποτα απολύτως. Είναι εκείνο που θα ονομάζαμε, με κοινωνιολογικούς όρους, Ενσωμάτωση, ή Αφομοίωση. Ο σύγχρονος καπιταλισμός ξεχειλίζει με τέτοια παραδείγματα – από πολλές απόψεις μάλιστα, τέτοιες μειονότητες που πάνε «κόντρα στο ρεύμα» χρησιμεύουν και ως τροφή του συστήματος, ως αέρας ανάμεσα στα γρανάζια του – αναγκαίες για να μπορεί το σύστημα να ελίσσεται δίχως να ασφυκτιά, να ενσωματώνει τη διαφορετικότητα και με αυτόν τον τρόπο να εμπλουτίζεται το ίδιο.

Μα μια μειονότητα μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα γύρω της, όπως έχουν δείξει άφθονες μελέτες της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Σκοπός του παρόντος κειμένου, βέβαια, δεν είναι να εξαντλήσω αυτό το πελώριο θέμα – θα ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο. Ίσα να θίξω κάποιες πτυχές του, με αφορμή πάντα το “12 Angry Men”.

Πώς επηρεάζει ο ήρωας και πρωταγωνιστής της ταινίας μας τους υπόλοιπους ένορκους; Το πρώτο βήμα είναι εκείνη η σπίθα του σκεπτικισμού, που ήδη αναφέραμε. Δίχως αυτόν δεν θα είχε γίνει τίποτα εξ’ αρχής. Κάθε αλλαγή χρειάζεται να πυροδοτηθεί από μια αντίστοιχη σπίθα. Αυτή η σπίθα με τη σειρά της μπορεί να γίνει λόγος, μπορεί να γίνει σκέψη, μπορεί να γίνει πράξη. Μα όλα ξεκινούν από αυτή τη σπίθα.

Δεύτερο βήμα στην επιρροή της μειονότητας είναι η σταθερότητα της άποψης. Σταθερότητα όχι με την έννοια του δογματισμού, μα με την έννοια της υγιούς αμφισβήτησης. Αν ο ήρωάς μας έδειχνε να μην έχει επιχειρήματα και ήταν ανασφαλής σαν τους άλλους, δεν θα είχε γίνει τίποτα. Κανείς δεν θα τον έπαιρνε στα σοβαρά. Μα εκείνος έχει λόγο, έχει άποψη και έχει διάθεση να τη μοιραστεί. Δεν κρύβεται, δεν φοβάται, δεν διστάζει. Έχω τις αμφιβολίες μου, εκφράζει, και έχει επιχειρήματα για να τις στηρίξει. Δεν είναι ο λόγος ενός κενού αμφισβητία, που αμφισβητεί τυφλά για να «πάει κόντρα στο σύστημα» - μα ενός υγιούς σκεπτικιστή που θέλει να επικρατήσει η αλήθεια.

Κι εδώ ερχόμαστε στο αμέσως ακόλουθο βήμα: το σθένος. Γιατί χρειάζεται θάρρος να ορθώσεις τη διαφορετικότητά σου και να την υπερασπίσεις με επιχειρήματα. Πολλοί θα δίσταζαν να το κάνουν. Όχι όμως ο πρωταγωνιστής μας. Ο φόβος και η σιωπή είναι το όπλο κάθε ολοκληρωτισμού. Το να μιλάς όμως, να υψώνεις τη φωνή σου και να ορθώνεις το ανάστημά σου – αυτό είναι η πνοή της ελευθερίας.



Ο Χένρυ Φόντα στους 12 Ένορκους
12 Angry Men, δημοκρατία και ολοκληρωτισμός




Είναι όμως αρκετά αυτά; Πόσες ηρωικές πράξεις ανθρώπων έγιναν και έφυγαν, δίχως αντίκρισμα; Δυστυχώς δεν αρκεί να κάνεις μόνος σου τη διαφορά – χρειάζεσαι και συνοδοιπόρους στο δρόμο σου. Όπως εξάλλου ομολογεί ο Χένρι Φόντα στην αρχή του έργου: «θα εκθέσω τα επιχειρήματά μου – μα αν ψηφίσουμε και εξακολουθείτε να έχετε άλλη άποψη από μένα, θα παραδώσω τα όπλα, δεν θα επιμείνω άλλο».

Ευτυχώς, όμως, στην περίπτωση της ταινίας, θα βρεθούν εκείνοι οι συνοδοιπόροι που θα κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα, πάνω που πάει να σβήσει. Και σταδιακά η γνώμη της μειονότητας (ενός ανθρώπου αρχικά) αρχίζει και εξαπλώνεται – αργά μα σταθερά μετατρέπεται στη γνώμη των πολλών.

Πρόκειται για μια αργή και επίμοχθη διαδικασία, γεμάτη συγκρούσεις και πισωγυρίσματα. Καμία αλλαγή της προκοπής δεν ακολουθεί εντελώς ευθεία γραμμή, και όσες επεδίωξαν να το κάνουν έφαγαν τα μούτρα τους. Μα η φωτιά εξαπλώνεται, λίγο προς λίγο – οι σπόροι έχουν φυτευτεί.



Επίλογος. Δημοκρατία και διάλογος εναντίον ολοκληρωτισμού




Όπλα της μειονότητας στην ταινία είναι ο διάλογος, η επιχειρηματολογία, η ελεύθερη άποψη, η έρευνα, η αμφισβήτηση, η ευαισθησία – αντίπαλοί τους είναι ο δογματισμός, ο φανατισμός, η προκατάληψη, η αδιαφορία, η στενομυαλιά, ο τσαμπουκάς, η χλεύη. Με άλλα λόγια έχουμε μια κλασική σύγκρουση του υγιούς πνεύματος της δημοκρατίας από τη μία, με το πνεύμα του ολοκληρωτισμού από την άλλη. Ας μην κάνουμε παραλληλισμούς με την «δημοκρατία» σαν καθεστώς, όπως ισχύει στην εποχή μας. Εδώ αναφέρομαι στην υγιή δημοκρατία, σαν άποψη, σαν στάση ζωής – κατά πόσο υφίσταται αυτό και σε τι βαθμό υφίσταται στον κόσμο που ζούμε είναι άλλο θέμα.

Μα σάμπως αυτό δεν είναι και το σημαντικότερο μήνυμα του έργου; Δεν έχει σημασία αν μια πλειοψηφία άγεται και φέρεται. Αρκεί να υπάρχουν λίγοι που κάνουν τη διαφορά – που έχουν το θάρρος να σκεφτούν και να ορθώσουν το ανάστημά τους. Ίσως αυτοί οι λίγοι να αρκούν τελικά. Ίσως να μην χρειάζεται να αλλάξουν οι πολλοί – αρκεί να υπάρχουν αυτοί οι λίγοι.


Γιατί, σε τελική ανάλυση, κάθε φωτιά ξεκινάει από μια τόσο δα σπίθα.


© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Οκτώβρης του 18. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή-αναδημοσίευση του συνολικού κειμένου σε άλλες ιστοσελίδες ή ιστότοπους.


Ταινία 12 Ένορκοι, μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι

11 Οκτωβρίου 2018

Χένρι Μίλερ: Ο εφιάλτης της Αμερικής



Ο Χένρι Μίλερ και η Αμερική. Αποσπάσματα από τον Τροπικό του Αιγόκερω



Αποσπάσματα από τον «Τροπικό του Αιγόκερω» του Χένρι Μίλερ



Η αποξένωση της Αμερικής



«Περιπλανήθηκα στους δρόμους πολλών χωρών του κόσμου, πουθενά όμως δεν ένιωθα τόσο ξεπεσμένος και ταπεινωμένος, όσο στην Αμερική. Όλοι μαζί αυτοί οι δρόμοι της Αμερικής μου φέρνουν στο νου μου την εικόνα μιας τεράστιας καταβόθρας, μιας καταβόθρας του πνεύματος, που απορροφά και διοχετεύει τα πάντα στο βασίλειο του αιώνιου σκατού. Και πάνω απ’ αυτή την καταβόθρα, το πνεύμα της δουλειάς, πλέκει κι απλώνει ένα μαγικό υφάδι: Παλάτια κι εργοστάσια φυτρώνουν το ένα δίπλα στ’ άλλο, εργοστάσια πολεμοφοδίων και χαλυβουργεία και σανατόρια και φυλακές και φρενοκομεία. Ολόκληρη η ήπειρος είναι ένας εφιάλτης που παράγει όσο γίνεται μεγαλύτερη αθλιότητα για όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.

Κι εγώ ήμουν ένας, ένα μοναχικό ον μέσα στο μεγαλύτερο γλεντοκόπι του πλούτου και της ευτυχίας, — (μιας ευτυχίας και ενός πλούτου στατιστικά εξακριβωμένων) — χωρίς όμως να συναντήσω ποτέ μου έναν άνθρωπο που να ’ναι πραγματικά πλούσιος και πραγματικά ευτυχισμένος. Αλλά τουλάχιστον, εγώ ήξερα πως ήμουν δυστυχισμένος, φτωχός, παράταιρος και παράτονος. Αυτή ήταν τουλάχιστον η μοναδική μου παρηγοριά, η μοναδική μου χαρά.

Δεν μπορώ να σκεφτώ ούτε έναν αμερικάνικο δρόμο, ούτε έναν κάτοικο αυτών των δρόμων, ικανό να οδηγήσει κάποιον στην ανακάλυψη του εαυτού του».



Η κενότητα της Νέας Υόρκης




«Οποιοσδήποτε έχει αγαπήσει πάρα πολύ, κι αυτό είναι τερατώδες, και πεθαίνει απ’ τη δυστυχία αυτού του έρωτα, όταν ξαναγεννιέται, δεν ξέρει τίποτα ούτε από αγάπη, ούτε από μίσος. Το μόνο που ξέρει είναι να τ’ απολαμβάνει. Κι αυτή χαρά της ζωής, επειδή έχει επιτευχθεί μ’ αφύσικο τρόπο, είναι ένα δηλητήριο που καταλήγει να φαρμακώσει ολόκληρο τον κόσμο. Ό,τι δημιουργείται πέρα απ’ τα κανονικά όρια της ανθρώπινης οδύνης, ενεργεί σαν μπούμεραγκ και φέρνει μαζί του την καταστροφή.

Τη νύχτα οι δρόμοι της Νέας Υόρκης αντικαθρεφτίζουν τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού: το χιόνι έχει σκεπάσει τη γη και η σιωπή είναι απόλυτη, ξεπετιέται απ’ τα φριχτά κτίρια της Νέας Υόρκης μια μουσική που φανερώνει τόση σκυθρωπή απόγνωση και χρεοκοπία, ώστε ανατριχιάζεις ολόκληρος. Καμιά πέτρα δεν έχει χτιστεί πάνω στην άλλη με αγάπη ή με σεβασμό. Κανένας απ’ αυτούς τους δρόμους δε χαράχτηκε για το χορό ή για τη χαρά. Το καθετί έχει προστεθεί δίπλα στο άλλο, σ’ ένα τρελό ανακάτεμα, με μοναδικό σκοπό το γέμισμα της κοιλιάς. Κι οι δρόμοι μυρίζουν αδειανές κοιλιές, κοιλιές γεμάτες και κοιλιές μισογεμάτες. Οι δρόμοι πλημμυρίζουν απ’ τη μυρωδιά μιας πείνας που δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Μυρίζουν την αχόρταγη κοιλιά. Έχουν τη μυρωδιά των δημιουργημάτων της αδειανής κοιλιάς, που ‘ναι τιποτένια και κενά.»




Ουρανοξύστες στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 40, LIFE magazine
Αμερική. Από τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 40
Photo source



Ο τωρινός κόσμος όπως θα φαίνεται σ’ ένα παιδί στο μέλλον




«Μια νύχτα κοίταζα απ' την κορφή του Εμπάιρ Σταίητ Μπίλντιγκ την πόλη που ήξερα από κάτω: αυτά ήταν, στην πραγματική τους προοπτική, τα ανθρώπινα μερμήγκια, που μαζί τους είχα συρθεί, οι ανθρώπινες ψείρες, που μαζί τους είχα παλέψει. Προχωρούσαν με την ταχύτητα των σαλιγκαριών, εκπληρώνοντας ο καθένας τους τη μικροσκοπική του μοίρα. Μέσα στην άκαρπη απόγνωσή τους, είχαν γεννήσει αυτό το γιγάντιο οικοδόμημα, που ‘ταν η περηφάνια και το καμάρι τους. Κι απ’ την κορφή αυτού του κολοσσιαίου οικοδομήματος είχαν κρεμάσει μια σειρά από κλουβιά, όπου τα φυλακισμένα καναρίνια τιτίβιζαν το χωρίς νόημα κελάηδημά τους. Και στην πιο ψηλή κορφή των φιλοδοξιών τους είχαν κρεμάσει αυτά τα μικρά όντα, μικροσκοπικά σαν στιγμές, που τιτίβιζαν, τιτίβιζαν ως την τελευταία τους πνοή, το τραγούδι του έρωτά τους γι’ αυτήν την αγαπημένη μικροζωούλα.

Μέσα στα εκατό επόμενα χρόνια, είπα μέσα μου, θα κλείσουν ίσως μέσα σε κλουβιά και ανθρώπινα όντα, εύθυμα, τρελά όντα, που θα τραγουδούν το μελλοντικό κόσμο. Ίσως να κατασκευάσουν μια ράτσα κελαηδιστών, που θα τιτιβίζουν, ενώ οι άλλοι θα δουλεύουν. Ίσως σε κάθε κλουβί να βρίσκεται κι από ένας ποιητής ή μουσικός, για να μπορεί η αποκάτω ζωή να κυλάει ανεμπόδιστη, χωνευμένη μέσα στην πέτρα, χωνευμένη μέσα στο δάσος, στριγγλιάρικη σαν ένα χάος από σχισμές και τριγμούς, από μηδαμινότητα και κενό.

Κι ίσως σε χίλια χρόνια, μπορεί να ‘χουν όλοι τους, εργάτες και ποιητές παραφρονήσει, κι όλα να ‘χουν ξαναγίνει ερείπια, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν τόσες και τόσες φορές. Και σε άλλα χίλια χρόνια, ή και σε πέντε, σε δέκα χιλιάδες χρόνια, στο μέρος ακριβώς όπου στέκομαι και κοιτάζω τη σκηνή, ένα μικρό αγόρι μπορεί ν' ανοίξει ένα βιβλίο γραμμένο σε μια γλώσσα που ακόμα δεν έχει ακουστεί και που θα διαβάσει γι’ αυτή τη ζωή που περνάει τώρα, μια ζωή που ο άνθρωπος που έγραψε αυτό το βιβλίο ποτέ του δε θα την έχει γνωρίσει απ' την προσωπική του πείρα, μια ζωή που ο ρυθμός και η μορφή της θα περιγράφονται μόνο υποθετικά, με μίαν αρχή και μ’ ένα τέλος. Και το παιδί, ξανακλείνοντας το βιβλίο, θα σκέφτεται μέσα του: «Τι θαυμάσια ράτσα να 'ταν αυτοί οι Αμερικάνοι, τι θαυμάσια ζωή ζούσαν σ' αυτή την ήπειρο, που τώρα είναι ακατοίκητη!»

Αλλά καμιά μελλοντική φυλή, εκτός ίσως απ' τη φυλή των τυφλών ποιητών, δε θα ‘ναι ικανή ποτέ της να φανταστεί τη χύτρα που ‘βραζε το χάος, μέσα στο οποίο χωνεύτηκε η μελλοντική αυτή ιστορία.»



Πλήθος στην Αμερική, Νέας Υόρκη, της δεκαετίας του 40



Η τρέλα της πόλης



«Και πάλι η νύχτα, η ανυπολόγιστα μηχανοποιημένη, γυμνή, εχθρική, παγερή, χωρίς καταφύγιο και εγκαρδιότητα νύχτα της Νέας Υόρκης. Τεράστια παγωμένη μοναξιά του αμέτρητου πλήθους, κρύα, σπαταλημένη σε ηλεκτρικές φωταψίες, φωτιά καταθλιπτική χωρίς νόημα, τελειότητα των γυναικών, που οδηγημένες απ' αυτήν, έχουν ξεπεράσει το σεξ, φτάνοντας στην ίδια του την άρνηση, σ' αυτή την άρνηση που ‘ναι όμοια με τον ηλεκτρισμό, όμοια με την ουδετερότητα του αρσενικού, όμοια με τους άσκοπα περιστρεφόμενους πλανήτες, τα προγράμματα ειρήνης και τις ερωτικές ραδιοφωνικές εκπομπές.

Το να 'χεις λεφτά στην τσέπη σου, ενώ βρίσκεσαι στο κέντρο της λευκής ουδέτερης ενέργειας, το να περπατάς στείρος, χωρίς σκοπό, στους λαμπρά φωταγωγημένους δρόμους, το να σκέφτεσαι φωναχτά, ολότελα μόνος σου, στα πρόθυρα της τρέλας, το να 'σαι ένα κομμάτι μιας πόλης, μιας απέραντης πόλης, το ν’ ανήκεις ολοκληρωτικά στη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, κι όμως να νιώθεις ολότελα χωρισμένος απ' αυτήν, είναι σαν να 'χεις μεταμορφωθεί εσύ ο ίδιος σε μια πόλη, σ' έναν κόσμο νεκρών λιθαριών, σπαταλημένων φώτων, ακατανόητης κίνησης, ανυπολόγιστων και άπιαστων πραγμάτων και μυστικής τελειότητας κάποιας απόλυτης άρνησης.

Το να περπατάς μέσα στο νυχτερινό πλήθος έχοντας λεφτά στην τσέπη σου, προστατευμένος απ' αυτά, νανουρισμένος απ' αυτά, βαριεστημένος απ' αυτά, μ' έναν ολόκληρο κόσμο γύρω σου που δεν αντιπροσωπεύει τίποτ' άλλο από λεφτά, που δε ζει παρά για τα λεφτά, που γι' αυτόν δεν ‘χει τίποτα έξω απ' τα λεφτά, τα λεφτά, τα λεφτά, αυτά τα ολοένα πολλά λεφτά, ή λίγα λεφτά και πάντα, ανεξάρτητα αν έχεις ή δεν έχεις, να λογαριάζεις μόνο τα λεφτά και τον τρόπο που θα φέρουν κι άλλα λεφτά. Τι είναι όμως εκείνο που κάνει το χρήμα να φτιάχνει χρήμα;

Στο νυχτερινό κέντρο πάλι ο ίδιος ρυθμός των χρημάτων, το ερωτικό ρίγος που σκορπίζεται απ' το ραδιόφωνο, η απρόσωπη, πεζή επαφή του πλήθους, η απελπισία που σ' αγγίζει ως το κόκαλο, η πλήξη, η απογοήτευση ενώ βρίσκεσαι καταμεσής της πιο τέλειας μηχανοποιημένης τελειότητας, ο χορός χωρίς ευχαρίστηση, η απόλυτη μοναξιά, σχεδόν απάνθρωπος μόνο και μόνο γιατί ‘σαι άνθρωπος. Αν υπήρχε ζωή στο φεγγάρι δεν θα μπορούσε να μοιάζει παρά μ’ αυτήν εδώ γύρω, την σχεδόν τέλεια, τη στερημένη εντελώς από χαρά. Αν η προσπάθεια να ξεφύγεις απ’ τον ήλιο σημαίνει να φτάσεις στην παγωμένη ηλιθιότητα, τότε έχουμε πετύχει τον σκοπό μας και η ζωή δεν είναι πια παρά η κρύα φεγγαρίσια αντανάκλαση του ήλιου. Κι αυτό είναι ο χορός της παγωμένης ζωής, που σαλεύει μες στο κοίλωμα του ατόμου, κι όσο περισσότερο χορεύεις, τόσο περισσότερο παγώνεις.

Έτσι παραδομένοι σ’ έναν παγωμένο ξέφρενο ρυθμό χορεύουμε σε μακρά και βραχέα κύματα, μες στην κούπα του τίποτα, αποτιμώντας κάθε γουλιά ηδονής σε δολάρια και σεντς. Περιπλανιόμαστε απ ’το ’να τέλειο θηλυκό στο άλλο, ψάχνοντας ν' ανακαλύψουμε το πρώτο του σημείο, αυτά όμως τα θηλυκά είναι όλα πρώτα κι αδιαπέραστα, οχυρωμένα πίσω απ’ την αναμάρτητη ψυχρή τους σκληρότητα. Αυτό είναι η παγερή λευκή παρθενία της λογικής του έρωτα, το όριο της άμπωτης, το σύνορο της απόλυτης κενότητας.

Και σε τούτο το σύνορο της παρθενικής λογικής της τελειότητας χορεύω το χορό της δοσμένης στη λευκή απελπισία ψυχής μου, εγώ, ο στερνός λευκός άνθρωπος, που αφανίζω τη στερνή μου συγκίνηση, εγώ ο γορίλας της απελπισίας που χτυπώ το στήθος μου με τις άσπιλες γαντοφορεμένες μου γροθιές. Ναι, είμαι ο γορίλας που νιώθει να μεγαλώνουν φτερά στη ράχη του, ένας γορίλας χαμένος στη μέση ενός μεταξωτού κενού. Μαζί τους μεγαλώνει κι η νύχτα σαν ηλεκτρικό φυτό, σπέρνοντας κάτασπρα ζεστά μπουμπούκια μέσα στο μαύρο βελούδινο διάστημα. Κι είμαι εγώ αυτό το παγωμένο διάστημα, που μέσα του σκάζουν πυρετικά τα λευκά ζεστά μπουμπούκια, κι είμαι εγώ ο αστερίας που κολυμπά στην παγωμένη δροσιά του φεγγαριού. Αποτελώ το σπέρμα ενός νέου παραλογισμού, ένα εκτόπισμα που μεταχειρίζεται μια κατανοητή γλώσσα, ένας στεναγμός μπηγμένος σαν θραύσμα στην εγρήγορση της ψυχής. Χορεύω τον υγιή και χαριτωμένο χορό του αγγελικού γορίλα. Ολόγυρά μου βρίσκονται τ’ αδέρφια μου, παράλογοι, δαιμονικοί γορίλες. Χορεύουμε μες στην άδεια κούπα του τίποτα, όλοι μαζί, κι όμως ξέχωροι ο ένας απ' τον άλλον, όπως τ' αστέρια.

Τώρα πια όλα είναι ξεκάθαρα για μένα. Η σωτηρία δε βρίσκεται στη λογική. Η ίδια η πόλη είναι η υψηλότερη μορφή της τρέλας και κάθε κομμάτι της, ζωντανό ή άψυχο, η έκφραση αυτής της τρέλας.»



Σκηνή από την ταινία Γυμνή Πόλη, του Ζυλ Ντασέν
Σκηνή από την ταινία Γυμνή Πόλη, του Ζυλ Ντασέν



Επίμετρο – Η Αμερική του Χένρι Μίλερ




Ήταν 1939 όταν ο Χένρι Μίλερ [Henry Miller] εξέδωσε τον δεύτερο από τους περίφημους «Τροπικούς» του – ο λόγος για τον «Τροπικό του Αιγόκερω [“Tropic of Capricorn”], από τον οποίο προέρχονται και τα αποσπάσματα που διαβάσατε. Με αυτό το βιβλίο ο – αυτοεξόριστος την εποχή εκείνη στην Ευρώπη – Μίλερ, λύνει τους λογαριασμούς του με την πατρίδα του, την Αμερική. Και όχι μόνο με την Αμερική• με τον «Τροπικό του Αιγόκερω» ο Μίλερ λύνει τους λογαριασμούς του με ολάκερο τον σύγχρονο καπιταλιστικό πολιτισμό της εποχής του και την κοιτίδα του, την υπέρλαμπρη (στα μάτια των ξένων) Νέα Υόρκη. Όσο ο υπόλοιπος κόσμος πάσχιζε να βιομηχανοποιηθεί και να ενταχθεί στο σύγχρονο δυτικό μοντέλο ανάπτυξης, ο Μίλερ έστρεφε με αηδία του βλέμμα του από μια κοινωνία που έμοιαζε στα μάτια του ολοένα και ρηχότερη, ολοένα και πιο ξένη.

Αν η Αμερική ήταν το σύμβολο του μοντερνισμού και η Νέα Υόρκη το έμβλημα του διεθνούς κοινωνικού πλούτου, μια πόλη στους υπέρλαμπρους προβολείς της οποίας ο κόσμος άπλωνε με λαχτάρα το βλέμμα του προκειμένου ν’ αντλήσει όνειρα και ελπίδες, ο Μίλερ δεν έβλεπε πλούτο – παρά φτώχεια, φτώχεια και απομόνωση. Η φτώχεια του αχανούς έρημου πλήθους σε αναζήτηση του δολαρίου.

Και αυτός, ο «στερνός λευκός άνθρωπος», έμοιαζε να κάνει βουτιές σε μια θάλασσα κενότητας, πάντα ρηχή, πάντα παγωμένη. Ένας ξένος στην πατρίδα του – και στον κόσμο που πάσχιζε και πασχίζει να τη μιμηθεί.

Έτσι και έφυγε λοιπόν. Μετέβη στο Παρίσι και άνοιξε ένα νέο, περιπετειώδες κεφάλαιο της ζωής του. Και η Αμερική συνέχισε τον δρόμο της χωρίς αυτόν – και ο κόσμος βρέθηκε μπλεγμένος γι’ άλλη μια φορά στις δαγκάνες ενός παγκοσμίου πολέμου και αναστέναξε – αχ, να μπορούσα να γίνω σαν την Αμερική!

Οι δεκαετίες που θα ακολουθούσαν θα επιβεβαίωναν αυτή την επιθυμία του.


Τα αποσπάσματα από τον «Τροπικό του Αιγόκερω» είναι σε μετάφραση του Βαγγέλη Κατσάνη. Μπορείτε να διαβάσετε πλούσιο αφιέρωμά μου στον «Τροπικό του Αιγόκερω» στον ακόλουθο σύνδεσμο:

Επιστροφή στον Τροπικό του Αιγόκερω

Για την ψηφιοποίηση, τον σχεδιασμό της εικόνας και το επίμετρο: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



Μόνος στο πλήθος. Από την ταινία "The Crowd" του King Vidor
Μόνος στο πλήθος. Από την ταινία "The Crowd" του King Vidor

9 Οκτωβρίου 2018

Αποξένωση ενός ζευγαριού σε μια κοινωνία του μέλλοντος. Aπό το "Φαρενάιτ 451" του Ρέι Μπράντμπερι



Φαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι: Ένα απόσπασμα με θέμα την αποξένωση ενός παντρεμένου ζεύγους



Κάποτε στο μέλλον. Απόσπασμα από το "Φαρενάιτ 451" του Ρέι Μπράντμπερι




«Έπεσε στο κρεβάτι και η γυναίκα του αναφώνησε, ξαφνιασμένη. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος κάπου πολύ μακριά της στο δωμάτιο, σε ένα χειμερινό νησί που χωριζόταν από μια άδεια θάλασσα. Εκείνη του μιλούσε πολλή ώρα – όπως τουλάχιστον του φάνηκε – και του μιλούσε γι’ αυτό και το άλλο, αλλά όλα ήταν απλώς λέξεις, σαν τις λέξεις που είχε ακούσει κάποτε από ένα νήπιο σε κάποιο φιλικό σπίτι, ένα δίχρονο παιδί να σχηματίζει προτάσεις, να μιλάει τη δική του γλώσσα, να φτιάχνει ωραίους ήχους στον αέρα. […]

Δεν υπήρχε ένα παλιό ανέκδοτο για μία γυναίκα που μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο, ώσπου κάποια στιγμή ο απελπισμένος σύζυγός της πήγε σε ένα κοντινό μαγαζί και της τηλεφώνησε για να τη ρωτήσει τί φαγητό είχαν; […]

Και ξαφνικά του φάνηκε τόσο ξένη, που δυσκολευόταν να πιστέψει ότι την ήξερε καν. Βρισκόταν σε ένα ξένο σπίτι, όπως στο άλλο ανέκδοτο που είχε ακούσει να λένε, για έναν ευυπόληπτο κύριο, ο οποίος γύρισε σπίτι μεθυσμένος πολύ αργά τη νύχτα, έβαλε το κλειδί σε λάθος πόρτα, μπήκε σε λάθος δωμάτιο, κοιμήθηκε στο ίδιο κρεβάτι με μια άγνωστη, σηκώθηκε το πρωί, πήγε στη δουλειά του και κάνεις από τους δυο τους δεν κατάλαβε τελικά τίποτα.

«Μίλι...;» ψιθύρισε.

«Τι; »

«Συγγνώμη που σε ανησυχώ. Θα ήθελα απλώς να σε ρωτήσω... »

«Ναι;»

«Πότε συναντηθήκαμε; Και που;»

«Πότε συναντηθήκαμε για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε.

«Εννοώ... για πρώτη φορά ».

Ο Μόνταγκ την αισθανόταν τώρα συνοφρυωμένη, μέσα στο σκοτάδι. Ανέλαβε να διασαφηνίσει. «Η πρώτη φορά που γνωριστήκαμε, που ήταν και πότε; »

«Έ, να, ήταν...»

Σταμάτησε.

«Δεν ξέρω » του είπε.

Ο Μόνταγκ πάγωσε.

«Δεν μπορείς να θυμηθείς;»

«Έχει περάσει τόσος καιρός ».

«Μόλις δέκα χρόνια, όλα κι όλα, μόλις δέκα!»

«Μην εκνευρίζεσαι. Προσπαθώ να σκεφτώ». Η Μίλντρεντ γέλασε με ένα περίεργο πνιχτό γέλιο που γινόταν ολοένα πιο οξύ. «Τι αστείο! Είναι αστείο να μην μπορείς να θυμηθείς που ή πότε γνώρισες τον άντρα ή τη γυναίκα σου».

Ο Μόνταγκ, ξαπλωμένος, έτριβε αργά τα μάτια του, το μέτωπό του, τον αυχένα του. Έπιασε και με τα δύο χέρια το κεφάλι του, πάνω από τα μάτια, ασκώντας μία συνεχή πίεση σαν να προσπαθούσε να επαναφέρει διά της βίας τη μνήμη στη θέση της. Ξαφνικά, το πιο σημαντικό πράγμα γι' αυτόν στον κόσμο ήταν να θυμηθεί που είχε γνωρίσει τη Μίλντρεντ.

«Δεν έχει σημασία». Η Μίλντρεντ είχε ήδη σηκωθεί κι ήταν στο μπάνιο, ενώ ο Μόνταγκ άκουγε το νερό να τρέχει κι εκείνη να καταπίνει.

«Έτσι νομίζω κι εγώ» της είπε.»


*** 


Απόσπασμα από το βιβλίο του Ρέι Μπράντμπερι, «Φαρενάιτ 451» [Ray Bradbury, “Fahrenheit 451”].

Το «Φαρενάιτ 451» εκδόθηκε πρώτη φορά το 1953 και ανήκει στα κλασικά έργα της Επιστημονικής Φαντασίας. Όπως συμβαίνει συχνά με τους τίτλους της Επιστημονικής Φαντασίας, περιγράφεται μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας είναι η αυξανόμενη αποξένωση και απομόνωση των ανθρώπων. Άνθρωποι που φτάνουν να αγνοούν την επικοινωνία και να μην γνωρίζονται ούτε στο ελάχιστο μεταξύ τους, ακόμα και αν είναι παντρεμένοι χρόνια – όπως το ζεύγος του βιβλίου. Πώς υποκαθιστούν αυτή την έλλειψη ουσιαστικής επαφής; Πως αλλιώς. Παραδίδοντας τον εαυτό τους σε μικρές, εξατομικευμένες απολαύσεις, όπως η τηλεόραση, τα ναρκωτικά χάπια και τα διεγερτικά. Όσο λιγότερο σκέφτεται κανείς, τόσο το καλύτερο. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η εχθρότητα αυτής της οργανωμένης κοινωνίας απέναντι στα βιβλία – τα οποία αναζητούν και καίνε σε μαζικές πυρκαγιές.

Και αν όμως δεν γνωρίζαμε πως το απόσπασμα που διαβάσαμε αναφέρεται σε μια κοινωνία του μέλλοντος; Σάμπως απέχει πολύ το παντρεμένο ζευγάρι που είδαμε από πλήθος ανθρώπων της εποχής μας;

Η μετάφραση του «Φαρενάιτ 451» είναι του Βασίλη Δουβιτσα [εκδ. Άγρα].

Για την ψηφιοποίηση του κειμένου και την επεξεργασία της εικόνας: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18.



~

7 Οκτωβρίου 2018

Η σημασία της ερωτικής αποτυχίας



Η σημασία της ερωτικής αποτυχίας - ένα κείμενο από το φονικό κουνέλι




«Θες να μάθεις να πετάς; Μάθε πρώτα να πέφτεις!»



Ζούμε σ’ έναν πολιτισμό που εκθειάζει την ατομική επιτυχία• υπνωτισμένοι από τον μύθο του «αμερικανικού ονείρου» τραβάμε για την τύχη μας προσπαθώντας να ανελιχθούμε ολοένα και ψηλότερα, να χτίσουμε ένα όνομα, να αποκτήσουμε κέρδη και δύναμη και φήμη – ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι σε βάρος ο ένας του άλλου. Και φυσικά σ’ έναν πολιτισμό όπως αυτός ο έρωτας τείνει να μετατραπεί ο ίδιος σε δείκτη μέτρησης της δύναμης: οι επιτυχίες στον έρωτα μοιάζουν σαν σφραγίδες σε συστατική επιστολή, από κείνες που συγκεντρώνεις για να εμπλουτίσεις το βιογραφικό σου. Όσο περισσότερες επιτυχίες έχεις να επιδείξεις, τόσο περισσότερο είσαι «κάποιος», τόσο περισσότερο «μετράς».

Αρκεί να μελετήσουμε τη θεματολογία όλων εκείνων των “lifestyle” περιοδικών για να επιβεβαιώσουμε πως η ερωτική επιτυχία ταυτίζεται με το κοινωνικό status: «Συμβουλές για να γίνετε φοβερός εραστής», «Τι χρειάζεται να γνωρίζει ένας άντρας», «Πώς να τον εντυπωσιάσετε στο κρεβάτι», «Τι πρέπει να αποφεύγετε στην πρώτη έξοδο» και άλλα. Μοιάζει λες και το πεδίο του έρωτα έχει μετατραπεί σ’ ένα πελώριο σύστημα Εξετάσεων – όπου μια χούφτα «ειδικοί» αναλαμβάνουν τον ρόλο της Καθοδήγησης κι εσύ πασχίζεις να μελετήσεις όλες τις οδηγίες, μπας και πάρεις καλό βαθμό και περάσεις στο Πανεπιστήμιο.

Παράλληλα η ερωτική αποτυχία ή η απώλεια αντιμετωπίζεται λες και ήρθε το τέλος του κόσμου. Ο χωρισμός χρίζει την ανάγκη «συμβουλών», μη πω και θεραπείας, ώστε να μπορέσεις να τον «ξεπεράσεις», ενώ η ερωτική απόρριψη (η χυλόπιτα, κοινώς) μοιάζει λες και έμεινες μετεξεταστέος στην τάξη – και ντρέπεσαι γι’ αυτό, προσπαθώντας να αποκρύψεις τον βαθμό απ’ τους γνωστούς και φίλους σου. Γιατί ποιος θέλει να είναι «αποτυχημένος» σε μια κοινωνία που θέλει μονίμως να σε βλέπει με το χαμόγελο καρφιτσωμένο στα χείλη – σαν κακή εκδοχή του Τζόκερ. Με τι μούτρα θα βγεις στα κοινωνικά δίκτυα, αν δεν ανεβάζεις φωτογραφίες αγκαλιά με τον δεσμό σου; Πως θα παρουσιαστείς σ’ ένα πιθανό καινούργιο φλερτ, αν δεν κουβαλάς πίσω σου μια προϊστορία άφθονων ερωτικών κατακτήσεων – μοιάζει με εκείνες τις θέσεις εργασίας που ζητούν «προϋπηρεσία», αγνοώντας το απλό γεγονός πως πάντα, όλοι, χρειάζεται να ξεκινήσουν από το μηδέν.



Μοιάζει λες και το πεδίο του έρωτα έχει μετατραπεί σ’ ένα πελώριο σύστημα Εξετάσεων – όπου μια χούφτα «ειδικοί» αναλαμβάνουν τον ρόλο της Καθοδήγησης.



Και όπως συμβαίνει στο «αμερικανικό όνειρο», αμφότερες η «επιτυχία» και η «αποτυχία» στον ερωτικό τομέα χρεώνονται σε ΣΕΝΑ – στην ικανότητά σου, στην εμπειρία σου, στο ακατανίκητό σου σεξ-απίλ. Όχι στην τύχη, όχι στις συγκυρίες, όχι στις κοινωνικές νόρμες, όχι σε παράγοντες που υπερβαίνουν απολύτως τον έλεγχό σου – όχι, σε σένα και μόνο. Είσαι υπεύθυνος για τις επιτυχίες σου όπως και για τις αποτυχίες σου. Η ερωτική επιτυχία χρίζει επαίνων, σα να βρήκες μια καλή δουλειά ή να έχεις πάρεις προαγωγή. Η ερωτική αποτυχία από την άλλη… σηκώνει κάποιες παρήγορες συμβουλές ή συγκαταβατικά βλέμματα, μα ως εκεί. Καλύτερα να μην την προβάλλουμε και τόσο – μη μας πούνε και χαμένους σε τελική ανάλυση.

Η θέση που υποστηρίζω σε αυτό το κείμενο είναι η αντίθετη: πως αμφότερες η «επιτυχία» και η «αποτυχία» στηρίζονται σε παράγοντες που συχνά υπερβαίνουν τον έλεγχό μας – άρα δεν είμαστε τόσο «υπεύθυνοι» γι’ αυτές όσο νομίζουμε. Και, κατά δεύτερον, πως η «αποτυχία» στον ερωτικό τομέα δεν είναι τόσο «αποτυχία» όσο νομίζουμε – ή όσο μας κάνουν να νομίζουμε.



Οι κοινωνικές νόρμες της ερωτικής επιτυχίας




Μια κοινωνία που δίνει μονόπλευρη έμφαση στην ατομικότητα, τείνει να υπερεκτιμά τον ρόλο του «προσωπικού ελέγχου» που ασκούμε στα πράγματα και τις καταστάσεις. Σχεδόν ψυχαναγκαστικά, θα λέγαμε, νομίζεις πως τα πάντα εξαρτώνται από σένα τον ίδιο – από όσα κάνεις, ή, ακόμα χειρότερα, από όσα ΔΕΝ κάνεις, και εν τέλει καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα.

Αν κάτι δεν πάει καλά στην ερωτική σου ζωή, μάλλον κάτι «κάνεις λάθος», σωστά; Μάλλον δεν διάβασες σωστά τις οδηγίες. Ίσως χρειάζεται να «αλλάξεις» ορισμένες συμπεριφορές – τον τρόπο που επιλέγεις να επικοινωνήσεις, τον κόσμο που προσεγγίζεις τον κόσμο, τα ενδιαφέροντά σου ή την εξωτερική σου εμφάνιση. Μήπως αν έβαφες με άλλο χρώμα τα μαλλιά σου; (αν είσαι γυναίκα). Εννοείται τα παραπανίσια κιλά πρέπει να φύγουν. Αν κόψω το μακρύ μαλλί (αν είσαι άντρας), πόσοι άντρες έχουν μακρύ μαλλί σήμερα. Μήπως να φορέσω άλλα ρούχα; Μπα, μάλλον φταίνε τα μέρη που συχνάζω, ή τα ενδιαφέροντά μου. Κι ένα αμάξι δεν θα έβλαπτε. Ίσως πάλι είναι ο τρόπος προσέγγισης – πρέπει να αναπροσαρμόσω το στυλ που φλερτάρω, να κάνω «κινήσεις» με διαφορετικό τρόπο, να την προσεγγίζω αλλιώς. Μπα, ό,τι και να λέμε, το χρήμα είναι, πρέπει να μαζέψω λεφτά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.

Σε περίπτωση, πάλι, που διανύεις μια φάση χωρισμού, και εφόσον είσαι εσύ εκείνος/η που βιώνει την εγκατάλειψη, τότε τα βάφεις μαύρα. Τι έκανα λάθος; Γιατί με άφησε; Μήπως έπρεπε να είχα διαφορετική στάση; Μήπως δεν έπρεπε να είχα πει αυτό ή εκείνο; Είμαι λοιπόν καταδικασμένος να ζω μόνος/η;

Ο κοινός παρονομαστής όλων αυτών είναι πως τα πάντα «πρέπει» να ξεκινούν και να τελειώνουν σε σένα και μόνο. Κάτι «έκανες λάθος», γι’ αυτό και δεν εξελίχθηκαν τα πράγματα όπως έπρεπε. Ακόμα χειρότερα: ΕΙΣΑΙ λάθος ο ίδιος ή η ίδια! Η εμφάνισή σου είναι λάθος, ο χαρακτήρας σου είναι λάθος, τα γούστα σου είναι λάθος! Λυπάμαι, φίλε μου, μα στην χώρα των Κινέζων πρέπει να ομιλείς κινέζικα για να τα βγάλεις πέρα – ακόμα καλύτερα, να γίνεις ο ίδιος Κινέζος, σαν τους άλλους. Αλλιώς ξέχασε το πολύτιμό σου τρόπαιο και κάτσε στη μοναξιά σου να μαραζώσεις.

Μα αν η ερωτική σου ζωή είναι επιτυχημένη – ε ρε γλέντια! Δεν έχεις να ντραπείς το παραμικρό, είσαι αξιοζήλευτος/η! Φυσικά αν έχεις επιτυχίες στον ερωτικό τομέα, αυτές οφείλονται εξίσου και πρωτίστως σε ΣΕΝΑ και στις μοναδικές σου ικανότητες – στην ασυναγώνιστη εμφάνισή σου, στο μοναδικό σου λέγειν, σε αυτό το φοβερό σου στυλ, στα κόλπα που γνωρίζεις στο κρεβάτι, στην ικανότητά σου να εξυψώνεις το/τη σύντροφό σου και να τον/την κάνεις να αισθάνεται μοναδικός/η! Εξ’ άλλου η αυτοπεποίθηση μοιάζει με εκείνα τα αρώματα που μαγνητίζουν τον κόσμο από μακριά – έχε πίστη στον εαυτό σου, σε ΣΕΝΑ, και όλοι οι δρόμοι θα ανοίξουν ως δια μαγείας!

Ε, λοιπόν… αρχίδια, αγαπητοί. Αρχίδια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη. Λυπάμαι που καταρρίπτω τους μύθους σας, μα αυτά τα ροζ συννεφάκια μοιάζουν με νέφη που παρεμποδίζουν τον δρόμο μου – και μου προκαλούν ασταμάτητο βήχα. Επιτρέψτε μου λοιπόν να τα απομακρύνω από μπροστά μου. Και αν ο δρόμος δείχνει λίγο άδειος κι έρημος δίχως σύννεφα… τον προτιμώ έτσι. Σε τελική ανάλυση, αν έχω σύννεφα, προτιμώ να είναι δικής μου παραγωγής και όχι ετοιμοπαράδοτα από κάποια εξωτερική πηγή.

Αλήθεια, πόσο «επιλέγουμε» οι ίδιοι τη συμπεριφορά μας; Ακόμα περισσότερο, πόσο «επιλέγουμε» αυτό που είμαστε; Επιλέγουμε μήπως την εμφάνισή μας; Ναι – θα πει κάποιος. Επιλέγουμε αν θα κάνουμε μια δίαιτα, αν θα αλλάξουμε το μαλλί μας, αν θα φορέσουμε άλλα ρούχα, ακόμα και αν αποφασίσουμε να αλλάξουμε το σχήμα της μύτης μας. Επιλέγουμε αν θα φερθούμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αν θα συχνάζουμε σε εκείνα ή τα άλλα μέρη, αν θα προσεγγίζουμε έτσι ή αλλιώς την/τον σύντροφό μας. Και θα συμφωνήσω – ναι, εν μέρει τα επιλέγουμε όλα αυτά. Ας πούμε ότι τα επιλέγουμε, ως έναν βαθμό.

Μα επιλέγουμε εξίσου την επίδραση που θα έχουν όλα αυτά στο άτομο πάνω στο οποίο στοχεύουμε; Επιλέγουμε τα γούστα του ανθρώπου με τον οποίο φλερτάρουμε; Επιλέγουμε τις αντιδράσεις του/της συντρόφου μας σε κάποια συμπεριφορά μας; Τον τρόπο που εκείνος ή εκείνη θα ερμηνεύσει τις κινήσεις μας; Ακόμα και την επίδραση εκείνης της μίας, της φαινομενικά ασήμαντής μας κίνησης;

Μπορεί να σου πουν 100 γυναίκες πως προτιμούν ο άντρας να είναι «ορμητικός» και «αποφασιστικός» και «χύμα» και εσύ να την πέσεις με αυτόν τον τρόπο σε εκείνη τη ΜΙΑ που την προσελκύουν οι ντροπαλοί και μαζεμένοι άντρες. Μπορεί να χάσεις όλα εκείνα τα παραπανίσια κιλά και να γνωρίσεις εκείνον τον ΕΝΑΝ άντρα που του αρέσουν οι παχουλές. Μπορεί να είσαι τρυφερός και συγκαταβατικός στη διάρκεια μιας σχέσης και να πέσεις πάνω στη ΜΙΑ γυναίκα που τη βρίσκει με τους αγριάνθρωπους.

Μα γι’ αυτόν τον ΕΝΑ ή γι’ αυτήν τη ΜΙΑ… πες μου, δεν θα πέταγες στον κάλαθο των αχρήστων όλες εκείνες τις «συμβουλές», όλα τα lifestyle, όλες τις κυρίαρχες κοινωνικές τάσεις; Δες λοιπόν, πάσχισες τόσο καιρό να γίνεις σαν τους άλλους… και έπεσες πάνω στο ένα και μοναδικό πρόσωπο που δεν σε θέλει έτσι!

Γιατί στον έρωτα, αγαπητοί, δεν χωράνε υπολογισμοί και βολικά καλούπια! Σαν τον δραπέτη απ’ το κλουβί, πάντα θα βρίσκει τρόπο να σπάει το κέλυφος κάθε κοινωνικού καταναγκασμού, κάθε επικρατούσας νόρμας, κάθε «πρέπει» - τα «θέλω» του είναι πάντα ισχυρότερα! Ο έρωτας δεν προσαρμόζεται στις γαμημένες σας στατιστικές και στα γαμημένα τετράγωνα κουτιά σας. Εδώ δεν έχουμε συστατικές επιστολές και «100 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν». Εδώ δεν μετράει πάντα η γνώμη της πλειοψηφίας, ούτε οι συμβουλές των «ειδικών». Και αν εκατό «ειδικοί» με προτρέψουν να αλλάξω εκείνο το χαρακτηριστικό πάνω μου που «απωθεί» τις γυναίκες και τύχει να συναντήσω εκείνη τη ΜΙΑ, τη ΜΟΝΑΔΙΚΗ που της αρέσει ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ το χαρακτηριστικό; Και αν αυτή η μία είναι η γυναίκα της ζωής μου; Τι θα μου πουν μετά οι συμβουλές σας, τι θα κάνει για μένα η κοινή σας γνώμη;



 Γιατί στον έρωτα, αγαπητοί, δεν χωράνε υπολογισμοί και βολικά καλούπια!



Νομίζεις πως έχεις τον έλεγχο, πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν σε σένα. Μωρέ, σάμπως και αυτή την εμφάνισή σου την επέλεξες ο ίδιος/η ίδια; Αν είσαι γυναίκα και οι άντρες σε γουστάρουν επειδή έχεις ωραία μούρη, είναι λόγος αυτός να ψωνίζεσαι και να χρεώνεις την επιτυχία στον «εαυτό σου»; Μα δεν κίνησες ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι! Αν είσαι άντρας και προσελκύεις τα θηλυκά επειδή ξεχειλίζεις «αυτοπεποίθηση», σάμπως επέλεξες ο ίδιος αυτή την αυτοπεποίθησή σου; Ξύπνησες ένα ωραίο πρωινό και είπες «λοιπόν, τώρα θα νιώθω καλά με τον εαυτό μου!» και, ως δια μαγείας, άλλαξαν τα πάντα;

Αυτό είναι το «αμερικανικό όνειρο» μεταφρασμένο στη γλώσσα του έρωτα, αγαπητοί! Εκεί που νομίζουμε πως τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν σε μας – πως ασκούμε έλεγχο σε όλα όσα επηρεάζουν τη ζωή μας. Αν επιτυγχάνουμε, είναι επειδή ΕΜΕΙΣ το θέλαμε και το αποφασίσαμε. Αν αποτυγχάνουμε, είναι πάλι επειδή ΕΜΕΙΣ κάτι δεν κάναμε «σωστά».

Θα το ξαναπώ. Αρχίδια πασπαλισμένα με χρυσόσκονη.

Εδώ, ρε, η κοινωνία η ίδια σε καθημερινή βάση επιβεβαιώνει πως το «αμερικανικό όνειρο» είναι ένας μύθος και μισός – ένας μύθος που χτίστηκε ίσα για να δίνει την ψευδαίσθηση πως είμαστε κάποιοι, ίσα για να ανυψώνει το Εγώ μας. Αν δεν κατορθώνεις να βρεις μια καλή δουλειά ή αν είσαι καιρό άνεργος, δεν «φταις» εσύ, μα οι κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων έχεις ριχτεί. Αν αισθάνεσαι μοναξιά, δεν «φταις» εσύ, μα η κοινωνία που επιβάλλει συγκεκριμένες νόρμες και αναγκάζει τον κόσμο να ζει κλειδαμπαρωμένος στα σπιρτόκουτα-διαμερίσματά του, παρέα με τις εικονικές του απολαύσεις. Είναι αξιοπερίεργο πως μια κοινωνία που τα πάντα είναι αλληλένδετα σε αυτήν δίνει τόση έμφαση στον ατομικό έλεγχο.

Και φυσικά εκείνος ο γελοίος οπτιμιστικός μύθος της «ατομικής θέλησης». «Αρκεί να θέλεις κάτι πραγματικά για να το αποκτήσεις». Σα να λέμε, δεν ήθελες κάτι κατά βάθος, γι’ αυτό και δεν το απέκτησες. Το αποκαλώ και «Μύθος του Κοέλιο». Προσθέστε μερικές τρούφες στη χρυσόσκονη που ανέφερα πριν.




Είναι αξιοπερίεργο πως μια κοινωνία που τα πάντα είναι αλληλένδετα σε αυτήν δίνει τόση έμφαση στον ατομικό έλεγχο.



Συμπέρασμα: δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν όλα σε σένα, ούτε στην κοινωνία, ούτε στον έρωτα. Δεν υπάρχουν μονόπλευρες αιτίες και αποτελέσματα, ούτε μπορούμε να μαθηματικοποιήσουμε τις αντιδράσεις των άλλων στις πράξεις μας και να εξάγουμε μόνιμα συμπεράσματα από αυτές.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχεις επιλογές – δεν δίνω άφεση στην παθητικότητα και στη ματαιότητα. Επιλογές πάντα υπάρχουν και διαφοροποιείται αισθητά ο δραστήριος από εκείνον που τα περιμένει όλα έτοιμα και σερβιρισμένα στο πιάτο του. Μα τίποτα μόνιμο και βέβαιο δεν μπορεί να βγει από αυτές τις επιλογές. Ίσως εδώ εδράζεται η γενναιότητα, κατά τη γνώμη μου: να επιλέγεις, να μη στέκεσαι παθητικός, να μην υπομένεις τη μοίρα σου… μα ταυτόχρονα να γνωρίζεις πως οι επιλογές σου αυτές δεν σου εξασφαλίζουν καμία βεβαιότητα, καμία σιγουριά, πως είναι αδύνατο να προκαθορίσεις τις αντιδράσεις του άλλου της άλλης – και προχωράς παρόλ’ αυτά.

Πώς προχωράς; Πώς αλλιώς. Επιλέγοντας να είσαι ο εαυτός σου, αδερφέ μου. Απλά και όμορφα – και όπως τα φέρει η τύχη ή η μοίρα, για την οποία δεν μπορείς να προκαθορίσεις το παραμικρό. Να είσαι ο εαυτός σου. «Γιατί όλοι οι άλλοι ρόλοι είναι πιασμένοι», όπως είχε πει ο Όσκαρ Ουάιλντ.



Πώς προχωράς; Πώς αλλιώς. Επιλέγοντας να είσαι ο εαυτός σου



Η αποτυχία δεν είναι πάντα αποτυχία



Τελικά, ποιος βαπτίζει με τίτλους τις πράξεις της ζωής μας; «Επιτυχία», «αποτυχία» - ποιος έδωσε αυτά τα ονόματα, τα εμποτισμένα με αξίες;

Φέρνω στο νου μου μια παρέα, σ’ ένα μπαρ. Ανάμεσά τους είναι ένα ζευγάρι – το ζευγάρι φιλιέται, αγκαλιάζεται, χουφτώνεται, αδιαφορώντας πλήρως για την υπόλοιπη παρέα τους, που στέκεται και τους παρατηρεί δίχως να έχουν κάποιο θέμα να συζητήσουν. Μια σκηνή σαν αυτή είναι αρκετή για να αποκαλύψει τον αχαλίνωτο εγωκεντρισμό που περικλείεται σ’ ένα ερωτικό ζευγάρι. Είναι αυτό «επιτυχία»;

Φέρνω στο νου μου ένα ερωτικό ζευγάρι – στα μάτια του κόσμου δείχνουν ιδανικοί, όμορφοι, πετυχημένοι. Μα η σχέση τους πασχίζει από έλλειψη επικοινωνίας και συχνούς τσακωμούς. Μα αν τους ρωτήσεις τι φταίει, αδυνατούν να δώσουν μια συγκεκριμένη εξήγηση, πέρα από το να τα ρίχνουν ο ένας στον άλλον. Μα δεν θέλουν να χωρίσουν – φοβούνται τον χωρισμό και τη μοναξιά. Και έτσι συνεχίζουν ν’ αναλώνονται, ο ένας με τον άλλον, ανίκανοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, και ανίκανοι να επικοινωνήσουν με τον εαυτό τους. Σάμπως γνώρισαν και ποτέ τον εαυτό τους, σάμπως ξέρουν τι θέλουν; Είναι αυτό «επιτυχία»;

Φέρνω στο νου μου ένα νεαρό αγόρι, στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας – τότε που ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει και όλοι καταλήγουν να μοιάζουν σαν σταγόνες ο ένας με τον άλλον. Σε αντίθεση με τους δημοφιλείς συμμαθητές του, που έχουν ήδη μπαρκάρει στις θάλασσες του έρωτα και έχουν προσαράξει τα καράβια τους στις ωραίες της τάξης, εκείνος είναι μόνος. Και αισθάνεται άσχημα γι’ αυτό. Οι κοπέλες δεν του ρίχνουν δεύτερη ματιά και αγνοεί πως είναι να φιλάς, ή να βγαίνεις με ένα κορίτσι της επιλογής σου. Μα στη μοναξιά του στρέφεται σε έναν καλό φίλο: τα βιβλία. Μεγαλώνοντας καταλήγει να αποκτήσει γνώσεις και πνεύμα και στέρεους φίλους, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των «δημοφιλών» της τάξης του, που έμειναν στα ίδια – αμάξια και τιβί, εργασία και χαρά. Ποιος είναι, λοιπόν, ο πετυχημένος και ποιος ο αποτυχημένος;

Μια κοινωνία που μοναδικό κριτήριό της είναι το χρήμα, θα σου πει: πετυχημένος είναι αυτός με τα λεφτά. Μα άσ’ τη να μιλάει. Έχουμε δει πίσω από τους μύθους της.

Σκέψου πού θα ήταν η τέχνη, η λογοτεχνία, η μουσική, όλα όσα αγαπάμε και μας ευφραίνουν τις καρδιές, δίχως τις ερωτικές απογοητεύσεις. Φαντάζεσαι μια παγκόσμια τέχνη που θα μιλάει μόνο για επιτυχίες; Μια τέχνη στην οποία θα απουσιάζει ο καημός, η λαχτάρα, η απώλεια, η μοναξιά, το πάθος του ανεκπλήρωτου; Τι θα έμενε, λοιπόν, από τις τέχνες μας δίχως την ερωτική «αποτυχία» και την ικανότητα να ταυτιστούμε με αυτήν; Απαντήστε μου σε αυτό, αν μπορείτε, εσείς, οι κήρυκες του lifestyle και των πρωτοσέλιδων «συμβουλών».

Και αν ο ίδιος γνώριζες μόνο επιτυχίες, για πες μου – τι θα είχες οικοδομήσει μέσα στα θεμέλια της καρδιάς σου; Ξεχνάς πως κάθε οικοδομή για να ανυψωθεί χρειάζεται βάσεις; Και πως οι βάσεις μπήγονται βαθιά μέσα στο χώμα, στη λάσπη – στα σκατά; Ναι, αγαπητέ, στα σκατά! Τι θα κάνεις όταν έρθουν τα δύσκολα, αν έχεις μάθει μια ζωή να παίρνεις αυτό που θες δίχως προσπάθεια, δίχως αποτυχία, δίχως να νιώσεις μια στιγμή μονάχος ή μονάχη σου;

Η ερωτική επιτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά σε ένα άλλο πρόσωπο. Μα η ερωτική αποτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά στον εαυτό σου.

Και τα δύο είναι αναγκαία – γι’ αυτό και οι λέξεις «επιτυχία» και «αποτυχία» είναι παραπλανητικές, με τον ίδιο τρόπο που ένα Μετεωρολογικό Δελτίο είναι παραπλανητικό όταν λέει «θα έχουμε κακοκαιρία αύριο» και βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα. Λες και δεν είναι φυσικό να έχει «κακοκαιρία» τον χειμώνα.




Η ερωτική επιτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά σε ένα άλλο πρόσωπο. Μα η ερωτική αποτυχία είναι αναγκαία για να σε φέρει κοντά στον εαυτό σου.



Είναι αναγκαία η επιτυχία – γιατί ζωή δίχως έρωτα είναι πάντα φτωχότερη, και γιατί ο έρωτας συνιστά μια δύναμη που κινεί τα πάντα γύρω μας. Μα είναι αναγκαία και η, κακώς ονομαζόμενη, «αποτυχία»… Και λέγοντας «αποτυχία» δεν εννοώ το να επιλέγεις να είσαι μόνος σου. Εννοώ να βιώνεις την απόρριψη, την απώλεια, την απόκρουση, το φτύσιμο, την αδιαφορία, τον χωρισμό, την απομάκρυνση, τη μοναξιά! Να τα βιώνεις στο πετσί σου! Τόσο όσο χρειάζεται για να χαλυβδώσουν εκείνο το «κάτι» μέσα σου.

Μα υπάρχει κι ένας ακόμα λόγος που θεωρώ αναγκαία την απόκρουση, την απομάκρυνση, τη μοναξιά: για να εκτιμήσεις καλύτερα το ποθητό, όταν τύχει και έρθει σε σένα. Σαν τον άνθρωπο που επέστρεψε σπίτι του, μετά από ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι, και απολαμβάνει ένα ζεστό γεύμα. Πόσο εύγευστο είναι αυτό το γεύμα, πόσο υπέροχο! Άραγε θα το απολάμβανες το ίδιο αν δεν το είχες στερηθεί καθόλου;

Τι είναι, λοιπόν, επιτυχία. Τι είναι αποτυχία. Για πες μου.



© Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18



~

6 Οκτωβρίου 2018

1.282 Λογοτεχνικά Αποσπάσματα (ως τώρα)


Μέρος από τη λίστα του Κούνελου με τα υποψήφια προς ανάρτηση συγκεντρωμένα λογοτεχνικά αποσπάσματα




Αυτή εδώ η παράξενη εικόνα παρουσιάζει μέρος από μια καταγεγραμμένη λίστα σε Εξέλ - είναι μια μεγάλη, πολύ μεγάλη λίστα, γεμάτη ονόματα και αριθμούς και χρώματα. Και αυτή η πολύ σημαντική λίστα συνιστά ένα μέρος από εκείνα με τα οποία απασχολούνταν ο υπογράφων Κούνελος τους τελευταίους δύο μήνες, καταχωνιασμένος στο Λαγούμι του.

Εδώ είναι καταγεγραμμένα όλα τα λογοτεχνικά αποσπάσματα που έχω συγκεντρώσει μέχρι σήμερα, μεταφέροντάς τα λέξη προς λέξη μέσα από τα βιβλία τους, ταξινομημένα ανά συγγραφέα, τίτλο βιβλίου, τίτλο αποσπάσματος και σειρά κατάταξης. Όλα μαζί τα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί σε ένα μεγαααλο αρχείο Word. Τα μικρότερα σε έκταση καταλαμβάνουν μία-δυο παραγράφους και τα μεγαλύτερα καλύπτουν άφθονες σελίδες.

Για πόσα αποσπάσματα μιλάμε συνολικά; Λοιπόν, έχουν καταγραφεί ως τώρα... 1.282 λογοτεχνικά αποσπάσματα, που καλύπτουν 1.721 σελίδες Word και αριθμούν 519.342 λέξεις. ΚΑΘΕ ΕΝΑ από αυτά τα αποσπάσματα αντιστοιχεί σε μια πιθανή ανάρτηση, εδώ ή στη σελίδα του Facebook. Τα 1.282 αποσπάσματα, λοιπόν, ισοδυναμούν με 1.282 πιθανές αναρτήσεις!

Αν λοιπόν ανεβάζω ένα κείμενο ανά τρεις ημέρες, τότε (χμ, μέθοδος των τριών), το σύνολο αυτών των αποσπασμάτων θέλει 3.846 μέρες εκ μέρους μου για να το μοιραστώ! Αν λοιπόν ένας χρόνος περιλαμβάνει 364 μέρες, οι 3.846 μέρες αντιστοιχούν σε (ωχ, ωχ)... δέκα χρόνια και μισό!

Με λίγα λόγια, αγαπητοί, έχω συγκεντρώσει βιβλιογραφικό υλικό για την... επόμενη ΔΕΚΑΕΤΙΑ! Και αυτό μένοντας μόνο στο κομμάτι που αφορά λογοτεχνικά αποσπάσματα... σκέψου εδώ να συμπεριλάβουμε άλλου τύπου κείμενα, σαν αυτά που ανεβάζω, με θέματα κινηματογράφου, μουσικής, αφιερώματα ή κείμενα δικά μου. Για να μην αναφέρω τα αποσπάσματα από νεότερα βιβλία που θα έχω διαβάσει στο μεταξύ. Και αν μάλιστα είμαι ενεργός όχι 12 μήνες το χρόνο (που ποτέ δεν συμβαίνει), μα 9 ή 10, τότε μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως έχω συγκεντρώσει υλικό για 15-20 χρόνια τουλάχιστον!

Καλά να είμαστε, με άλλα λόγια, και από υλικό για διαδικτυακές κουβέντες έχουμε άφθονο...!

Μην ανησυχείτε πάντως - τα έχω κάνει back up όλα αυτά. Δεν παίζουμε με κάτι τέτοια!

Το τελικό συμπέρασμα είναι πως... ήρθε ο καιρός να αρχίσουμε πάλι να τα λέμε εδώ μέσα. Σα να αρχίζει να πέφτει και η θερμοκρασία, επομένως, ναι - είναι η ώρα που ο κούνελος ξεμυτίζει πάλι απ' το λαγούμι του!


~