Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιαπωνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6 Νοεμβρίου 2018

Χαρούκι Μουρακάμι : Πως ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη είδα το 100% κορίτσι


Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι. Σχεδιασμός εικόνας: το φονικό κουνέλι




«Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ζούσαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι δεκαοχτώ χρονών και το κορίτσι δεκαέξι. Το αγόρι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο, και το κορίτσι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο. Ένα μοναχικό και συνηθισμένο αγόρι κι ένα μοναχικό και συνηθισμένο κορίτσι, σαν αυτά που υπάρχουν παντού. Ωστόσο πιστεύουν ακράδαντα πως κάπου σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχει ένα κορίτσι ή ένα αγόρι, που τους ταιριάζει 100%. Ναι, πιστεύουν σ' ένα θαύμα. Κι αυτό το θαύμα ήρθε.

Μια μέρα οι δυο τους συναντιούνται τυχαία στη γωνία κάποιου δρόμου.

«Απίστευτο» λέει το αγόρι στο κορίτσι, «σ' έψαχνα παντού! Είτε το πιστεύεις είτε όχι, είσαι για μένα το 100% κορίτσι».

Και το κορίτσι απαντάει: «Κι εσύ είσαι για μένα το 100% αγόρι. Ακριβώς όπως το είχα φανταστεί. Είναι σαν όνειρο».

Οι δυο τους κάθονται σ' ένα παγκάκι του πάρκου, κρατιούνται απ' το χέρι και μιλάνε συνέχεια, χωρίς να βαριούνται. Δεν είναι πια μόνοι. Βρήκαν το 100% ταίρι τους κι αυτό τους βρήκε επίσης. Το να βρεις το 100% ταίρι σου και να σε βρει και κείνο, είναι κάτι εντελώς ασυνήθιστο, ένα θαύμα του κόσμου.

Αλλά τις καρδιές τους τις σκιάζει μια μικρή, πολύ μικρή αμφιβολία. Είναι δυνατόν το όνειρό τους να εκπληρώθηκε τόσο απλά; Σ' ένα διάλειμμα της συζήτησης, λέει το αγόρι:

«Ας κάνουμε μια δοκιμή. Αν είμαστε 100% φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, σίγουρα κάπου κάποτε θα ξανασυναντηθούμε. Την επόμενη φορά θα ξέρουμε πως είμαστε 100% προορισμένοι ο ένας για τον άλλο, και θα παντρευτούμε αμέσως. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ» απάντησε το κορίτσι.

Κι έτσι χώρισαν. Ο ένας στη Δύση κι ο άλλη στην Ανατολή. Στην πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς περιττό να βάλουν τη μοίρα τους σε δοκιμασία. Δεν έπρεπε να το κάνουν. Ήταν προορισμένοι 100% ο ένας για τον άλλο. Η αγάπη τους ήταν ένα θαύμα. Επειδή όμως ήταν ακόμα πολύ νέοι, δεν μπορούσαν να το ξέρουν. Κι έτσι παρασύρθηκαν από το αδιάκοπο, ανελέητο κύμα της μοίρας.

Μια μέρα του χειμώνα, αρρώστησαν κι οι δύο από μια επιδημία γρίπης, που ήταν εκείνη τη χρονιά σε έξαρση. Για πολλές βδομάδες πάλευαν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κι όταν πια έγιναν καλά, όλη η προηγούμενη ζωή τους είχε σβηστεί από τη μνήμη τους. Πώς να το πω, όταν ξύπνησαν και πάλι, τα κεφάλια τους είχαν εντελώς αδειάσει, σαν τον κουμπαρά του νεαρού Ντ. Χ. Λώρενς.

Όμως, επειδή αυτός ήταν ένα έξυπνο και καρτερικό αγόρι, κι εκείνη ένα έξυπνο και καρτερικό κορίτσι, δούλεψαν σκληρά, ξαναπόκτησαν συνείδηση και αισθήματα κι επέστρεψαν με επιτυχία στην κοινωνία. Ναι, μα το Θεό, ήταν πραγματικά σωστοί πολίτες. Ήξεραν σε ποιους σταθμούς έπρεπε να κατέβουν στο μετρό και πως να στείλουν ένα γράμμα εξπρές στο ταχυδρομείο. Αγαπούσαν κιόλας, πότε 75%, πότε 85%.

Το αγόρι είχε γίνει πια 32 χρονών και το κορίτσι 30 χρονών. Τα χρόνια είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβουν.

Κι ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη, το αγόρι πάει από τη Δύση στην Ανατολή από έναν μικρό παράπλευρο δρόμο στο Χαραγιούκου, για να πιει έναν καφέ, και το κορίτσι, πηγαίνοντας ν' αγοράσει γραμματόσημα για ένα γράμμα εξπρές, παίρνει τον ίδιο δρόμο από την Ανατολή στη Δύση. Στα μισά του δρόμου διασταυρώνονται. Για μια στιγμή αστράφτει στις καρδιές τους η αδύναμη λάμψη της χαμένης μνήμης. Το στήθος τους βροντοκοπάει. Και ξέρουν.

Αυτή είναι για μένα το 100% κορίτσι.

Αυτός είναι για μένα το 100% αγόρι.

Όμως η λάμψη της ανάμνησης είναι πολύ αδύναμη, η γλώσσα τους δεν έχει πια τη διαύγεια που είχε πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Κι οι δυο τους, χωρίς να πουν λέξη, περνούν ο ένας δίπλα στον άλλο και χάνονται μέσα στο πλήθος. Για πάντα.

Θλιβερή ιστορία, δε νομίζεις;»



Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι [Haruki Murakami - 村上 春樹] σε μετάφραση Αντώνη Μπίκου. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του Μουρακάμι με τίτλο «Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται» [“The Elephant Vanishes” / 象の消滅 Zō no shōmetsu], γραμμένα μεταξύ 1980 και 1991.

Για τον σχεδιασμό της εικόνας και την ψηφιοποίηση του κειμένου: Το φονικό κουνέλι, Νοέμβρης 18.


20 Οκτωβρίου 2018

Γιασουνάρι Καβαμπάτα - Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς


Το κορίτσι στον δρόμο της φωτιάς, ένα διήγημα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα [Yasunari Kawabata]. Σύνθεση εικόνας από το φονικό κουνέλι




Ο Γιασουνάρι Καβαμπάτα [ 川端 康成, Yasunari Kawabata ] υπήρξε ο πρώτος Ιάπωνας που βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας. Οι ιστορίες του μοιάζουν βγαλμένες από έναν άλλο κόσμο – έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Ο λόγος για την παλιά Ιαπωνία, την ποιητική Ιαπωνία, την Ιαπωνία πριν τον εκδυτικισμό. Η γραφή του συχνά μοιάζει παράξενη σε μας τους δυτικούς – που έχουμε τόσο εξοικειωθεί με τις λογοτεχνικές φόρμες της «πλοκής» και της «δράσης» και απορούμε αν διαβάζουμε σελίδες ολόκληρες με περιγραφές ενός ομιχλώδους τοπίου στα βουνά, ή με μια γκέισα που παίζει μουσική με το σαμισέν της.

Υπάρχουν λογοτέχνες που σε βυθίζουν στα άδυτα του κόσμου και της πραγματικότητας που ζεις· σου αποκαλύπτουν τις κρυφές πτυχές της και ξεδιπλώνουν τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής: είναι οι μεγάλοι λογοτέχνες της δυτικής παράδοσης. Μα υπάρχουν κι εκείνοι που σε μεταφέρουν σε άλλους κόσμους – όχι φανταστικούς, υπαρκτούς πέρα ως πέρα. Μα, για κάποιον λόγο, είχες ξεχάσει πως υπάρχουν αυτοί οι κόσμοι – ή πως έχουν υπάρξει μια φορά. Όπως έχεις ξεχάσει τη σημασία που μπορεί να έχει ο ήχος μιας πηγής σε κάποιο σκιερό δασάκι, ή η αχτίδα του φεγγαριού που μόλις ξεπροβάλλει απ’ τα σύννεφα και σκορπά ένα αχνό ασημένιο φως, τέτοιο που κάνει τα μάτια των ζώων να γυαλίζουν.

Ίσως ποτέ στην Δύση δεν εκτιμήσαμε αυτά τα πράγματα. Αυτά τα μικρά πράγματα, που τόσο μεγάλα αποκαλύπτονται στη διαχρονικότητά τους. Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να μελετήσουμε τους κλασικούς Ιάπωνες λογοτέχνες – ακόμα και αν καταλάβουμε τα μισά απ’ όσα γράφουν.

Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό διήγημα του Καβαμπάτα, με τίτλο «Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς». Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες της Παλάμης» [Palm-of-the-Hand Stories / 掌の小説 tenohira / tanagokoro no shōsetsu]. Το συγκεκριμένο διήγημα ανήκει στα παλαιότερα του συγγραφέα – γράφτηκε το 1924. Το θέμα του είναι ερωτικό. Μια ανάμνηση ονείρου, ρευστή, σχεδόν εξωπραγματική, από κείνες που προσπαθείς να συγκρατήσεις μόλις ξυπνάς ένα πρωί – κι ενώ το όνειρο αργοκυλά στις παλάμες σαν νερό και χάνεται, πέφτει στο έδαφος. Ή σαν την όμορφη ρευστή ομίχλη μιας αυγής που διαλύεται στο σκληρό φως του ήλιου.



Γιασουνάρι Καβαμπάτα – Το Κορίτσι στον Δρόμο της Φωτιάς [1924]




«Μακριά αχνοφέγγει το νερό της λίμνης. Έχει το χρώμα βαλτωμένης πηγής σε παλιό κήπο ένα φεγγαρόλουστο βράδυ.

Το δάσος στην αντίπερα όχθη της λίμνης καίγεται σιωπηλά. Η φωτιά, όσο κοιτάζω, απλώνει. Πυρκαγιά στο δάσος.

Οι αντλίες της πυροσβεστικής, που τρέχουν πλάι στην όχθη σαν παιδικά παιχνίδια, καθρεφτίζονται πεντακάθαρα στην επιφάνεια του νερού.

Ατέλειωτα πλήθη ανθρώπων ανηφορίζουν τον λόφο μαυρίζοντας την πλαγιά.

Αποκτάω συνείδηση του εαυτού μου. Βρίσκομαι μέσα σε μια φωτεινή και άνυδρη άπνοια.

Το κομμάτι της πόλης στα πόδια του λόφου είναι μια θάλασσα φωτιάς.

Μια κοπέλα ξεκόβει επιδέξια απ' το ανθρώπινο πλήθος και μόνη της κατεβαίνει τον λόφο. Απ' όλους μόνο αυτή κατεβαίνει τον λόφο.

Μ' έναν τρόπο μυστηριώδη όλος αυτός ο κόσμος είναι βυθισμένος στη σιωπή.

Βλέποντας το κορίτσι να πηγαίνει κατευθείαν στη θάλασσα της φωτιάς με κυριεύει ένα ανυπόφορο συναίσθημα.

Εκείνη τη στιγμή, χωρίς λέξεις, αρχίζω μια πραγματική, καθαρή συνομιλία με την καρδιά της.

«Γιατί μόνη εσύ κατεβαίνεις τον λόφο; Για να πεθάνεις μες στη φωτιά;»

«Δεν θέλω να πεθάνω. Το σπίτι σου όμως βρίσκεται προς τα δυτικά. Γι' αυτό κι εγώ βαδίζω προς την ανατολή».

Η μορφή της μες στο οπτικό μου πεδίο, ένα σημαδάκι σκούρο μπροστά στις φλόγες, τρύπησε με οδύνη τα μάτια μου και ξύπνησα.

Απ' τις γωνίες των ματιών μου έτρεχαν δάκρυα.

Ήξερα ήδη πως είχε πει ότι δεν ήθελε να περπατήσει προς την πλευρά που βρισκόταν το σπίτι μου. Δεν πειράζει ό,τι και να σκεφτόταν. Απ' τη μεριά μου εγώ, μαστιγώνοντας τη λογική μου, είχα καταφέρει, επιφανειακά τουλάχιστον, να αποδεχτώ την ιδέα πως τα αισθήματά της για μένα είχαν κρυώσει, μέσα μου όμως, άσχετα με το τί αισθανόταν ή πραγματική κοπέλα, έτρεφα αυτάρεσκα την ιδέα πως κάπου στην καρδία της υπήρχε μια σταγόνα αγάπης για μένα. Αν και χλεύαζα αμείλικτα αυτόν μου τον εαυτό, μέσα μου, μυστικά, προσπαθούσα να τον κάνω να συνεχίσει να ζει.

Ένα όνειρο όμως σαν αυτό που είδα δεν έδειχνε πως στα κατάβαθα της ψυχής μου ακόμα κι εγώ ίδιος, τελικά, πίστευα πως εκείνη δεν είχε πια για μένα ούτε ένα ψίχουλο καλής θέλησης;

Το όνειρο είναι ό,τι αισθάνομαι. Τα δικά της αισθήματα μες στο όνειρο είναι αυτά που εγώ δημιούργησα γι' αυτήν. Είναι αισθήματα δικά μου. Στα όνειρα δεν υπάρχει ψεύτικη επίδειξη αισθημάτων ή προσποίηση.

Μ’ αυτή τη σκέψη μελαγχόλησα.»



Το διήγημα περιλαμβάνεται στις «Ιστορίες της Παλάμης» του Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Η μετάφραση είναι του Παναγιώτη Ευαγγελίδη.

Για την παρουσίαση, τη σύνθεση της εικόνας και την ψηφιοποίηση του κειμένου: Το φονικό κουνέλι, Οκτώβρης 18.