8 Ιανουαρίου 2015

Aπό το Θρησκευτικό Φανατισμό στο Μεσαίωνα της Καθημερινότητας


Art by Loïc Sécheresse


Ας μη ξεγελιόμαστε. Δε ζούμε όλοι στον ίδιο κόσμο και ας μας δίνεται η αίσθηση.

Δες τον πλανήτη μας αυτόν, πως αιωρείται μες στο διάστημα, σα μπαλάκι του τένις. Μα το παιχνίδι δεν είναι ίδιο για όλους. Άλλοι πιάνουν πρώτη θέση κι άλλοι παρακολουθούν το ματς σ’ αναμετάδοση μετά από χρόνια. Πολλά χρόνια, εκατοντάδες χρόνια, χιλιάδες μάλιστα, αν θέλουμε ν’ ακριβολογήσουμε. Αυτός ο κόσμος μοιάζει ίδιος για όλους – η ίδια Γη με τα βουνά, τις θάλασσες, τις χώρες και τις αρίφνητες της πολιτείες – μα η χρονολογία του διαφέρει. Κάποιοι προσπαθούν να ζούνε στο παρόν – άλλοι αιώνες πίσω.

Για τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές ο κόσμος συνιστά ένα αποκαλυπτικό πεδίο μάχης, με πρωτοστατούσες τις δυνάμεις της οργής τους. Προφήτες, ιερά βιβλία και κοσμικοί δαίμονες αντιπαλεύουν σ’ ένα γκραν-γκινιόλ, που φαντάζει βγαλμένο από τα έγκατα του Μεσαίωνα. Σχεδόν νιώθεις πως θα δεις τους σταυροφόρους να εξορμούν με λύσσα πάνω στους μουσουλμάνους, καταπάνω στα ματοβαμμένα άλογα τους και να παραδίδονται σε μια ανελέητη σφαγή στο όνομα της ιερής θρησκείας και των τίμιων συμβόλων – λες και ζούμε 1000 χρόνια πριν. Η καυτή έρημος μοιάζει λες και καταπίνει κάθε κατάκτηση του πνεύματος, κάθε πρόοδος, εξέλιξη και γνώση αποξεραίνεται σα πηγή υπό τον ήλιο.

Ζούμε εδώ και χρόνια σ’ ένα αληθινά «παγκόσμιο χωριό», όπως περιέγραψαν τον κόσμο της παγκοσμιοποίησης οι κοινωνιολόγοι. Το διαδίκτυο φαίνεται να μας ενώνει, η πληροφορία και ο λόγος διαδίδονται αστραπιαία από το ένα μέρος του πλανήτη στο άλλο, οι αποστάσεις έχουν μειωθεί πιο πολύ από ποτέ. Ο λόγος και η γνώση δεκάδων αιώνων έχουν συσσωρευτεί σαν πύργοι και περιμένουν να τους εξερευνήσουμε. Φιλοσοφία, λογοτεχνία, επιστήμες, τέχνες, βρίσκονται περισσότερο από ποτέ στη διάθεση μας. Μα μπρος στον φανατισμό των φονταμενταλιστών οι πύργοι κατεδαφίζονται μ’ ένα μόνο χτύπημα, λες και είναι χτισμένοι από άμμο – άμμος της ατελείωτης ερήμου. Οι τρομοκράτες αδιαφορούν για την εξέλιξη αιώνων – ο δικός τους κόσμος είναι ένα σύμπαν μίσους και αποκάλυψης, βγαλμένο από τον σκοτεινότερο Μεσαίωνα.



Art by Nate Beeler


Να ήταν οι μόνοι. Για τους εθνικιστές των δυτικών χωρών, ο κόσμος φαντάζει σαν προέκταση της χώρας τους, την οποία και υψώνουνε σε είδωλο και προσκυνάνε τελετουργικά – σαν οπαδούς κάποιας απόκρυφης θρησκείας. Υψώνουν το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό και βαδίζουν με στρατιωτικό βήμα, άβουλα όντα υποταγμένα στη θέληση του ηγέτη τους, ένας στρατός από μυρμήγκια που ξεχειλίζουν μίσος. Σαν το μωρό που κοιτάζει το είδωλο του στον καθρέπτη και φαντάζεται τον εαυτό του μεγάλο και τρανό, όμοια και κείνοι κατέχονται από ιδεοληψίες μεγαλείου, επειδή ακριβώς νιώθουν τόσο μικροί και αδύναμοι στο βάθος. Γιατί ο άνθρωπος που νιώθει καλά με τον εαυτό του τον βλέπει πάντα όπως είναι – με τα καλά και τα κακά του, χωρίς ανάγκη από οποιαδήποτε μεγέθυνση. 

Για τους φασίστες απανταχού της οικουμένης ο κόσμος είναι ένα πελώριο στρατόπεδο, χωρισμένο στους «δικούς μας» και στους «άλλους». Η γνώση, η επιστήμη και οι τέχνες δεν έχουν θέση εδώ, εκτός αν εξυπηρετούν τον ιερό αγώνα – αλλιώς ας καταλήξουν στην πυρά, σαν τα βιβλία που έκαιγαν μαζικά οι ναζί. Ή στην εξορία, σαν τα πλήθη που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, απλά γιατί ήθελαν να ζουν και να εκφράζονται ελεύθεροι. Οι αγώνες για την ελευθερία και την έκφραση, πόσους αιώνες πήραν – μα πόσους αιώνες πίσω βρίσκονται ακόμα!

Ο κόσμος μοιάζει ίδιος για όλους. Μα δεν είναι. Άλλοι ζούνε στο παρόν και δρέπουν τους καρπούς τόσων αιώνων και αγώνων. Αγώνες για την ελευθερία, τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη. Και άλλοι ζουν χίλια, ή δυο χιλιάδες χρόνια πριν.






Για τους μεγαλοεπιχειρηματίες ο κόσμος θα μπορούσε να είναι ένα προσοδοφόρο πεδίο επένδυσης, μια δεξαμενή άντλησης χρημάτων, μια αγελάδα ν’ αρμέξουνε τους πόρους της. Τι και αν η αγελάδα δε μπορεί να δίνει γάλα αιώνια, δεν έχει σημασία. Εμείς να ζήσουμε καλά και οι άλλοι ας ψοφήσουν. Κάθε λαός, χώρα ή πολιτισμός αντιμετωπίζονται στο μέτρο που μπορούν να παρέχουν κέρδη. Αριθμοί σ’ έναν κατάλογο προϋπολογισμού – όμοιοι με τους χιλιάδες των αριθμών που γυροφέρνουνε στις πόλεις, αναζητώντας μια δουλειά ή καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ο Μεσαίωνας δεν έχει μόνο θρησκευτική ή φασίζουσα μορφή. Υπάρχει και ο εργασιακός Μεσαίωνας. Η ποιοτική και αξιοπρεπής εργασία συνιστά υπερβολικά πρόσφατη κατάκτηση – καθόλου δεδομένη για πολλούς. Πόσο απέχουν τα σύγχρονα εργασιακά δεκάωρα, με τις μερικές συμβάσεις απασχόλησης και την αναλώσιμή τους εργασία, από τους δουλοπάροικους που καλλιεργούσαν τα χωράφια των βαρόνων, εκατοντάδες χρόνια πριν;

Ναι, κάποιοι προσπαθούν και ζούνε στον παρόντα χρόνο – άλλοι χίλια, δυο χιλιάδες χρόνια πριν. Ο κόσμος δεν είναι ίδιος για όλους.

Για τα Μέσα Ενημέρωσης ο κόσμος συχνά είναι ένα σύμπαν ξέχειλο με δράματα και τραγωδίες, λιμούς και καταστροφές. Διαβάζοντας τους κεντρικούς τίτλους αρκετών εφημερίδων ή παρακολουθώντας τα κεντρικά δελτία των ειδήσεων νιώθεις σχεδόν πως η μεγάλη επιδημία της Πανώλης του 14ου αιώνα δεν πέρασε ακόμα. Επιδημίες, καταστροφολογίες, «τραγικά περιστατικά», χρεωκοπίες, κόμματα που θα σπείρουν τον όλεθρο, βουλευτές που ανταγωνίζονται στα παράθυρα οι μεν τους δε σαν άλλοι σταυροφόροι. Και οι μάζες παρακολουθούν, ρουφώντας άρτο και θεάματα, λες και βρίσκονται σε κάποια ρωμαϊκή αρένα.

Ο κόσμος των μαζικών ΜΜΕ είναι ένας κόσμος στο χείλος του γκρεμού, σε καθημερινή βάση – μα μόνο στις ώρες της υψηλής τηλεθέασης και με διάλειμμα για διαφημίσεις και ποπ κορν. Και αν στον κόσμο κάθε θάνατος συνοδεύεται και από μία γέννηση. Κάθε φρικαλέα πράξη και από μια πράξη καλοσύνης ή μια πράξη δημιουργίας – οι δεύτερες δεν έχουν νόημα ή ενδιαφέρον, καθώς δεν είναι εμπορικές. Ας προβάλλουμε τις πρώτες λοιπόν, συνέχεια, ασταμάτητα. Και ας κλείνεται ο κόσμος στην ασφάλεια των σπιτιών του – είναι ήσυχα εκεί, υπό το ζεστό φως της Τιβί.

Δε ζούμε στον ίδιο κόσμο όλοι και ας μας παρέχεται η ψευδαίσθηση αυτή. Όσο η Αποκάλυψη του Ιωάννη συνεχίζεται στις οθόνες μας μπροστά, οι εξελίξεις στις τέχνες και τις επιστήμες φαντάζουν σαν υποσημείωση σ’ ένα βιβλίο με φλόγες – όμοιο με ιερό βιβλίο φονταμενταλιστών φανατικών. Ποιος είπε πως ζούμε στο έτος 2015.






Ο κόσμος δεν είναι ίδιος για όλους, μα μια μερίδα πληθυσμού ζει στον κόσμο τον… δικό του. Ας ανεβάσουμε άλλη μια selfie στο facebook. Ας αγοράσουμε εκείνη την ακριβή, μοδάτη τσάντα των 2000 ευρώ. Τι χρώμα να βάψουμε τα μαλλιά μας; Θα πάμε απόψε στα μπουζούκια, πρώτο τραπέζι πίστα; Ας μοιραστούμε εκείνο το ηλίθιο βίντεο που είδαμε στο youtube. Ας χαραμίσουμε, κάθε μέρα που περνά, γεμίζοντας το κεφάλι μας με ένα κάρο ανουσιότητες. Ας ασχοληθούμε με την ομαδάρα – πόσα γκολ έβαλε ο θρύλος ή ο βάζελος; Πόσων τις μάνες γάμησε; Να πάρω ένα ακριβότερο αμάξι, μπας και εντυπωσιάσω το γκομενάκι; Να αγοράσω εκείνο το μίνι που είδα στη βιτρίνα; Να κάνω πλαστική στα βυζιά μου; Τι λένε για το νέο έτος τα ζώδια; Με ποιον κεράτωσε τη γυναίκα του ο τραγουδιστής; Μη με ανακατεύετε εμένα με πολιτική, δεν ασχολούμαι – αν και βλέπω τις ειδήσεις και φροντίζω να ενημερώνομαι.

Εκεί που ο πλούτος της γνώσης και οι κατακτήσεις της τέχνης και του πνεύματος παραχωρούν τη θέση τους σε ένα συνονθύλευμα ανουσιότητας και μια υπερπληθώρα αχρείαστων πληροφοριών, επιστρέφουμε σε έναν άλλο τύπου Μεσαίωνα. Ζούμε στον ίδιο κόσμο όλοι… μα κάποιοι, απλά, ζούνε στον κόσμο τους.






Επίμετρο


Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα στην Γαλλία και τον άδικο χαμό των ανθρώπων που με όπλο το πενάκι, τον λόγο και το σχέδιο, μας θυμίζουν πως ζούμε στο έτος 2015 – και πως έχουμε κατορθώσει πέντε πράγματα, σαν ανθρώπινη φυλή. Όπως την ελευθερία να εκφραζόμαστε και να ασκούμε κριτική – γιατί χωρίς ελευθερία κάθε έκφραση είναι αδύνατη. Σκοπός του κειμένου ήταν να δείξει πως καμιά κατάκτηση δεν είναι δεδομένη – και πως οι απειλές προέρχονται όχι μόνο από κάποιο μακρινό, θρησκευτικό κράτος, μα και από την ίδια την καθημερινότητά μας.

Γιατί ο κόσμος δεν είναι ίδιος για όλους. Στην πραγματικότητα υπάρχουν πολλοί κόσμοι, ο καθένας σε διαφορετική χρονολογία. Μα όσο κάποιοι προσπαθούν και ζούνε στο παρόν… Άλλοι μένουν στον Μεσαίωνα. Είναι στο χέρι μας να μην επιτρέψουμε στους δεύτερους να μας τραβήξουν πάλι πίσω.


''Je n'ai pas peur des représailles. Je n'ai pas de gosses, pas de femme, pas de voiture, pas de crédit. ça fait sûrement un peu pompeux, mais je préfère mourir debout que vivre à genoux."

''Δεν φοβάμαι τα αντίποινα. Δεν έχω παιδιά, σύζυγο, αυτοκίνητο, ούτε πιστωτικές κάρτες. Μπορεί να ακούγεται λίγο πομπώδες αλλά θα προτιμούσα να πεθάνω όρθιος παρα να ζω γονατιστός.''

Του Charb, εν έτει 2012 – ένας από τους καρικαρουρίστες που δολοφονήθηκαν στην τρομοκρατική επίθεση. 


Ο κόσμος σας δεν είναι και δικός μας κόσμος. "Je suis Charlie". 


4 Ιανουαρίου 2015

Η αλεπού, το λουλούδι και το αστέρι που γελά. Ξαναδιαβάζοντας τον Μικρό Πρίγκιπα.





Ξαναδιαβάζοντας τον «Μικρό Πρίγκιπα» λοιπόν. Μεταξύ μας, είναι κάτι εύκολο. Πρόκειται για ένα βιβλίο μικρό σε έκταση, από εκείνα που μπορεί κάποιος να διαβάζει επανειλημμένα, ξανά και ξανά – μα για κάποιο λόγο, κάθε φορά θα φαίνεται ελαφρώς διαφορετική από την προηγούμενη. Μπορεί να αισθάνεσαι χαρούμενος και να διαβάσεις τον «Μικρό Πρίγκιπα». Μπορεί να είσαι θλιμμένος. Μπορεί να αισθάνεσαι θυμό. Μπορεί απλά να θέλεις να περάσεις την ώρα σου – μα ανεξαρτήτως της διάθεσης που έχεις, το θαυματουργό αυτό βιβλιαράκι θα κατορθώνει πάντα να μιλήσει μέσα σου.

Πρόκειται για το δημοφιλέστερο μυθιστόρημα της γαλλικής γλώσσας του 20ου αιώνα. Συγκαταλέγεται στα κλασικότερα βιβλία που γράφτηκαν ποτέ. Οι διασκευές που γνώρισε και γνωρίζει παγκοσμίως (στην οθόνη, σε παιχνίδια, σε θέατρο και αλλού) είναι ατελείωτες. Είναι επίσης ένα βιβλίο που, θαρρώ, το έχουμε όλοι μας διαβάσει – ή σχεδόν όλοι. Εξ’ ου και το «ξαναδιαβάζοντας» στον τίτλο. Μια φορά δεν είναι αρκετή, ούτε δύο, ούτε τρεις. Το βιβλιαράκι αυτό θα έπρεπε να αναγιγνώσκεται ως μέρος της διεθνούς παράδοσης, κυριολεκτικά. Να μοιράζεται δωρεάν σε όλα τα σχολεία, παντού στον κόσμο, κατά την περίοδο των Χριστουγέννων ή τις πρώτες μέρες του Νέου Έτους – μα να μην συνιστά μέρος της εξεταστέας ύλης ασφαλώς, καθώς θα κατέστρεφε πλήρως το νόημα και την ουσία του. Να διαβάζεται ελεύθερα, να απορροφάται από τις αισθήσεις μας όπως το άρωμα ενός λουλουδιού.

Προσωπικά αισθάνομαι τυχερός που διάβασα το βιβλίο πρώτη φορά στην έκτη δημοτικού, μετά από παρότρυνση του δασκάλου μας. Ήταν ένα από τα δύο βιβλία που μας είχε πει να αγοράσουμε τον καιρό εκείνο – το άλλο ήταν τα «Παλάτια της Κνωσού» του Καζαντζάκη. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτόν τον δάσκαλο μου – τον κύριο Χρήστο, τη θέληση του να μεταλαμπαδεύσει σε μας όχι αποστειρωμένες γνώσεις, τέτοιες που σε λίγα χρόνια θα ξεχνούσαμε ούτως ή άλλως, τόσο χαρακτηριστικές του εκπαιδευτικού μας συστήματος – μα κάτι περισσότερο διαχρονικό και ουσιώδες.






Και αν μεγαλώνοντας τοποθετούσαμε το μικρό αυτό βιβλίο στο ράφι, αδιαφορώντας πλέον για τα μηνύματα και το περιεχόμενο του, θα είχαμε κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος. Ο «Μικρός Πρίγκιπας», βλέπετε, ανήκει σε εκείνα τα έργα που απευθύνονται ακόμα περισσότερο στους ενήλικες, παρά στα παιδιά. Και ο λόγος είναι απλός: τα παιδιά θα κατανοήσουν ούτως ή άλλως τη γλώσσα του. Οι ενήλικες όμως όχι – θα χρειαστεί να εμβαθύνουν στα σκονισμένα συρτάρια της απολεσθείσας φαντασίας τους, να αναμοχλεύσουν την απλή αλήθεια που ξέχασαν κοιτάζοντας το δάχτυλο που στρέφει προς τον ουρανό – μα όχι τον ουρανό τον ίδιο. Οι ενήλικες έχασαν το νόημα και περιπλανώνται άσκοπα στην έρημο – όπως ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, μα όχι από ατύχημα. Συχνά χτίζουν κάστρα στην άμμο και οχυρώνονται πίσω από τα τείχη τους.

Μα αν πλησίαζε ο μικρός πρίγκιπας σίγουρα θα απορούσε. Ποιο το νόημα να χτίζεις κάστρα σε μια έρημο, αντί ν’ αναζητήσεις μια δροσερή πηγή νερού, να ανακουφίσεις τη δίψα σου και ν’ απολαύσεις τη δροσιά.

Συγγραφέας του «Μικρού Πρίγκιπα» ήταν ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ. Ήταν πιλότος ο ίδιος και η αφήγησή του προσλαμβάνει σχεδόν αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το ατύχημα και την προσγείωση του αεροπλάνου του καταμεσής της Σαχάρας, και την ακόλουθη προσπάθεια του να το επισκευάσει και να βρει νερό. Τότε είναι που συναντάει τον μικρό πρίγκιπα, ο οποίος είχε προσγειωθεί στη Γη μέσω ενός αστεροειδή, αναζητώντας κάποια μορφή ζωής. Ο συγγραφέας μας δίνει την εντύπωση πως είχε όντως γνωρίσει έναν τέτοιο πρίγκιπα και πως η αφήγηση του, όσο εξωπραγματική και αν ακούγεται, είναι βαθιά αληθινή. Σε ένα επίπεδο πρόκειται ασφαλώς για μυθιστορία. Μα σε ένα άλλο επίπεδο ο μικρός πρίγκιπας υπάρχει – αρκεί κανείς να «κοιτάξει τον ουρανό τη νύχτα και να βλέπει τα αστέρια που γελούν».






Η περιπλάνηση στην έρημο



Η εμπειρία του ατυχήματος στην έρημο είναι βγαλμένη από αληθινό περιστατικό στη ζωή του συγγραφέα, λίγα χρόνια πριν. Ήταν Δεκέμβριος του 1935 όταν ο Σαιντ-Εξυπερύ, παρέα με έναν φίλο του και βοηθό πιλότου, γκρεμίστηκαν με το αεροπλάνο τους στην έρημο Σαχάρα. Συμμετείχαν σ’ έναν αεροπορικό αγώνα δρόμου, με προορισμό τη Σαϊγκόν, από εκείνους που είχαν έπαθλο και ήταν δημοφιλείς τον καιρό εκείνο. 

Όμως το αεροπλάνο τους τσακίστηκε και αν οι ίδιοι σώθηκαν, είχαν πλέον απομείνει μόνοι μες στην ερημιά. Τα τρόφιμα ίσα που επαρκούσαν για μια μέρα – λίγο κρασί, ένα θέρμος με καφέ, λίγα σταφύλια και ένα μοναδικό πορτοκάλι. Η δοκιμασία που ακολούθησε ήταν κυριολεκτικά μυθιστορηματική. Οι περιπλανώμενοι άρχισαν να βλέπουν οφθαλμαπάτες, από εκείνες που επιφέρει ο καυτερός, αφρικανικός ήλιος και τα αρίφνητα, χρυσαφιά βουνά της άμμου, που απλώνονταν μέχρι τον ορίζοντα. Μια αφιλόξενη θάλασσα αμμόλοφων και δυο εγκαταλελειμμένοι ταξιδιώτες βυθισμένοι μέσα της, σα κάκτοι σε γυμνό ορίζοντα. Η μία μέρα παραχώρησε τη θέση της στην άλλη και οι άτυχοι περιπλανώμενοι αφυδατώθηκαν. Κάθε ελπίδα φαινόταν πια να χάνεται.



O Σαιντ-Εξυπερύ στην έρημο, το 1935


Για καλή τους τύχη όμως έτυχε να τους δει ένας βεδουίνος της ερήμου, ενώ τη διέσχιζε πάνω στην καμήλα του. Ήταν η τέταρτη μέρα της περιπλάνησής τους. Ο βεδουίνος τους πρόσεξε, ενώ βρίσκονταν στα πρόθυρα της ολικής κατάρρευσης. Τους περιμάζεψε και τους συνέφερε, μέσω μιας τοπικής θεραπευτικής διαδικασίας παροχής νερού. Κάπως έτσι οι ταξιδιώτες σώθηκαν – και ο Σαιντ-Εξυπερύ άντλησε την έμπνευση που θα τον οδηγούσε να περιγράψει ένα αντίστοιχο περιστατικό, λίγα χρόνια μετά, στο βιβλίο του. 

Ποιος ξέρει. Ίσως ο βεδουίνος φάνταζε σαν κάποιος Πρίγκιπας από έναν άλλο, μακρινό πλανήτη, στα μάτια του… Ίσως πάλι μεταξύ των ψευδαισθήσεων που είχαν κατακλύσει την όραση του τις φοβερές εκείνες μέρες να ήταν και εκείνη η χαριτωμένη αλεπού που είχε αντικρίσει παλιότερα, ενώ εργαζόταν ως ταχυδρομικός πιλότος και έκανε πτήσεις πάνω απ’ τη Σαχάρα. Ήταν μια Φενέκ, από εκείνες τις χαρακτηριστικές αλεπούδες της ερήμου με τα μεγάλα αυτιά – σαν αυτή που βλέπουμε στην εικόνα. Ο Σαιντ-Εξυπερύ την είχε θαυμάσει και είχε μάλιστα στείλει ένα γράμμα στην αδερφή του, λέγοντας πως θα επιθυμούσε να αναθρέψει μία τέτοια, όμορφη και ιδιαίτερη αλεπού.



Photograph by Francisco Mingorance. Source


Ο βεδουίνος, η αλεπού, η έρημος… Τα υλικά όλα ήταν εκεί. Μα το στοιχείο εκείνο που τα έδεσε μεταξύ τους και συνέβαλε στη δημιουργία του «Μικρού Πρίγκιπα» ήταν η εντύπωση που είχε αποκομίσει ο συγγραφέας, στα χρόνια της ζωής του, από τον κόσμο που τον περιέβαλλε. Όχι τον φυσικό κόσμο αυτή τη φορά, με τα αχανή, επικίνδυνα (μα και όμορφα) τοπία του, ή τα ζώα που τον κατοικούν… μα από τους ανθρώπους – τις κοινωνίες που έχουν χτίσει, τις ζωές που διάγουν, τις αντιλήψεις που τους κυβερνούν και σαν άνεμος στην έρημο τους «φυσούν εδώ κι εκεί». Σε ένα ταξίδι στο τρένο, λίγους μήνες πριν το ατύχημα στην έρημο, κι ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Ρωσία, ο Σαιντ-Εξυπερύ παρατήρησε κάποιες οικογένειες φτωχών Πολωνών, ενώ επέστρεφαν στην πατρίδα τους. Είχε γράψει τότε:

“Κάθισα αντικρίζοντας απέναντι μου ένα ζευγάρι που κοιμόταν. Ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα ένα παιδί είχε καταχωνιαστεί και το είχε πάρει ο ύπνος. Γύρισε στον ύπνο του και στο αχνό φως της λάμπας πρόσεξα το πρόσωπό του. Τι αξιαγάπητο πρόσωπο! Ένα χρυσαφένιο φρούτο είχε γεννηθεί από τους δύο αυτούς χωριάτες… Αυτό είναι πρόσωπο μουσικού, είπα στον εαυτό μου. Αυτό είναι το παιδί Μότσαρτ. Αυτή είναι μια ζωή γεμάτη όμορφες ελπίδες. Οι μικροί πρίγκιπες των θρύλων δε διαφέρουν και πολύ από αυτό. Αν προστατεύεται, αν του παρέχεται ζεστασιά, αν καλλιεργείται, τι δε θα μπορούσε να γίνει αυτό το παιδί μεγαλώνοντας; Όταν από κάποια μετάλλαξη ένα νέο τριαντάφυλλο ξεφυτρώνει σ’ έναν κήπο, όλοι οι κηπουροί χαίρονται. Ξεχωρίζουν αυτό το τριαντάφυλλο, το περιποιούνται και το ανατρέφουν. Μα για τους ανθρώπους δεν υπάρχει κηπουρός. Ο μικρός αυτός Μότσαρτ θα διαμορφωθεί όπως όλοι οι υπόλοιποι, από την κοινή μηχανή τυποποίησης… Ο μικρός αυτός Μότσαρτ είναι καταδικασμένος”. ("A Sense of Life: En Route to the U.S.S.R").






Ο κόσμος των ενηλίκων



O κόσμος που έχτισαν οι άνθρωποι. Ο κόσμος της σφραγίδας και της τυποποίησης. Ο κόσμος των ενηλίκων, των οποίων η φαντασία αφυδατώθηκε όπως ο περιπλανώμενος στην έρημο. Για τον κόσμο αυτόν μιλάει ο «Μικρός Πρίγκιπας» - γι’ αυτόν τον λόγο συνιστά πρώτα απ’ όλα, ένα βιβλίο για μεγάλους, γραμμένο όμως σε γλώσσα παιδική.

Το βιβλίο διανθίζεται με τις απλές, μα όμορφες εικονογραφήσεις του συγγραφέα – απαραίτητες για την πλοκή και κατανόηση του. Ο συγγραφέας μάλιστα συχνά απολογείται, εξηγώντας στον αναγνώστη πως οι εικόνες του δεν είναι πολύ καλές – τον είχαν, βλέπετε, αποθαρρύνει μικρό από το να συνεχίσει σε αυτόν τον δρόμο και δεν καταλάβαιναν το νόημα των έργων του – στη παιδική του φαντασία ήταν ολοφάνερο πως το σχέδιο εκείνο που μοιάζει με καπέλο αναπαριστά στην πραγματικότητα έναν πελώριο βόα που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα. Μα οι ενήλικες έβλεπαν απλά ένα καπέλο. 

«Οι μεγάλοι άνθρωποι με συμβούλεψαν ν’ αφήσω κατά μέρος τα σχέδια του φιδιού βόα, είτε κουκουλωμένου, είτε ξέσκεπου και να ασχοληθώ καλύτερα με τη γεωγραφία, την ιστορία, την αριθμητική και τη γραμματική. Είχα απελπιστεί με την αποτυχία του σχεδίου μου νο.1 και του σχεδίου μου νο.2. Αν τους αφήσεις μόνους χωρίς να τους εξηγήσεις, οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα και είναι πολύ κουραστικό για τα παιδιά να κάθονται κάθε λίγο και λιγάκι και να τους δίνουν εξηγήσεις για ό,τι κάνουν».

Έτσι λοιπόν ο συγγραφέας έβαλε, από παιδί κιόλας, στην άκρη τις καλλιτεχνικές του κλίσεις και καταπιάστηκε με άλλα, «σοβαρότερα» πράγματα. Γι’ αυτό και οι ζωγραφιές του μοιάζουν σαν μικρού παιδιού – ήταν οι ίδιες που έκανε μικρός, στο επίπεδο που είχε κατορθώσει να τις προχωρήσει. Μεγαλώνοντας έγινε λοιπόν πιλότος, όπως μας εξηγεί. Και αν γνώριζε κάποιον άλλο ενήλικα και του έδειχνε το σχέδιο του με τον ελέφαντα και τον βόα, εκείνος πάντα απαντούσε πως έβλεπε «ένα καπέλο». «Λοιπόν δεν του μιλούσα πια μήτε για το φίδι βόα, μήτε για τα Παρθένα Δάση, μήτε για άστρα. Πήγαινα με τα νερά του. Του έλεγα έξαφνα για μπριτζ, για γκολφ, για πολιτική και για γραβάτες. Και ο μεγάλος άνθρωπος έμενε πολύ ευχαριστημένος που γνώρισε επιτέλους κάποιον τόσο λογικό σαν την αφεντιά μου».






Τη μέρα όμως που προσγειώθηκε το αεροπλάνο του στην έρημο και συνάντησε τον Μικρό Πρίγκιπα, το παιδί κατάλαβε αμέσως πως η ζωγραφιά αναπαριστούσε έναν βόα που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα. Και όταν ο συγγραφέας του πρότεινε να του ζωγραφίσει ένα κουτί με ένα αρνί στο εσωτερικό του, ο μικρός πρίγκιπας ζήτησε να πάρει το κουτί αυτό – με το αρνί – στον πλανήτη του, προκειμένου να του κάνει παρέα…

Ο πλανήτης του μικρού πρίγκιπα ήταν ένας μικροσκοπικός αστεροειδής, σε μέγεθος ενός σπιτιού, τον οποίο ο συγγραφέας ονόμασε Β612 – θυμίζοντας όνομα κάποιου αεροπλάνου. Μα όπως μας εξηγεί “Αν σας μίλησα λεπτομερειακά για τον αστεροειδή Β612 και σας εμπιστεύτηκα τον αριθμό του, το ‘κανα εξαιτίας των μεγάλων ανθρώπων. Οι μεγάλοι άνθρωποι αγαπούν τους αριθμούς. Όταν τους μιλάς, ας πούμε, για έναν καινούργιο φίλο που έκανες, δε σας ρωτούν ποτέ το ουσιώδες, που θα μπορούσε να σας αφορά. Δε σας λένε ποτέ: «Ποιος είναι ο τόνος της φωνής του; Ποια είναι τα παιχνίδια που προτιμά; Αν μαζεύει πεταλούδες». Σας ρωτούν: «Πόσο χρονών είναι; Πόσα αδέρφια έχει; Ποιο είναι το βάρος του; Τι λεφτά κερδίζει ο πατέρας του;» Και έτσι νομίζουν πως τον γνώρισαν.

“Αν πείτε στους μεγάλους: «Είδα ένα ωραίο σπίτι ντυμένο με τριανταφυλλιά τούβλα και με γεράνι στα παράθυρα και με περιστέρια στη σκεπή» θα τους είναι αδύνατο να φανταστούν αυτό το σπίτι. Πρέπει να τους πείτε: «Είδα ένα σπίτι που αξίζει εκατό χιλιάδες φράγκα». Αμέσως θα φωνάξουν: «Πόσο πρέπει να είναι ωραίο!»






Οι πλανήτες



Aυτός είναι ο κόσμος των ενηλίκων – που όλα τα μετράνε και τα υπολογίζουν, τα πολλαπλασιάζουν και τα διαιρούν. Με τον κόσμο αυτό έρχεται σε επαφή ο Μικρός Πρίγκιπας, κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεων του. Το έργο σκιαγραφεί με έναν χαρακτηριστικό, βαθιά αληθινό μέσα στην απλότητά του, τις φιγούρες της κοινωνίας των ανθρώπων, ενώ παράλληλα εντάσσει και στοιχεία που παραπέμπουν στη σκληρή πραγματικότητα της εποχής που γράφτηκε – θεωρείται πως τα δέντρα Μπαομπάμπ που απειλούν να πνίξουν με τις ρίζες τους τον μικροσκοπικό πλανήτη του πρίγκιπα είναι αλληγορική έκφραση του ναζισμού, τις δυνάμεις του οποίου και πολεμούσε ο συγγραφέας.







Από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές του βιβλίου είναι οι πλανήτες/αστεροειδείς που επισκέπτεται ο μικρός πρίγκιπας και οι διάλογοι που ανταλλάσσει με τους μοναδικούς κατοίκους αυτών των μικροσκοπικών πλανητών – κάθε κάτοικος και μια αλληγορική φιγούρα της κοινωνικής πραγματικότητάς μας.

Έτσι λοιπόν συναντά αρχικά έναν Βασιλιά, μεγάλο στην κενοδοξία του, βασιλεύοντας στο τίποτα – μα ο ίδιος θεωρεί πως εξουσιάζει τα αστέρια και τα φαινόμενα της φύσης. Σύντομα όμως διαπιστώνει πως η εξουσία του δεν έχει κανένα νόημα απολύτως, αν δεν έχει υπηκόους πρόθυμους να τον υπακούσουν, ενώ τα ωραιότερα φαινόμενα της φύσης (όπως ένα ηλιοβασίλεμα) δεν εξαρτώνται καθόλου από τη δική του θέληση. 

Ωστόσο συνεχίζει να μοιράζει διαταγές και σχεδόν παρακαλεί τον μικρό πρίγκιπα να τον υπακούσει – χαρίζοντας του ως αντάλλαγμα τίτλους και τιμές.






Ο δεύτερος πλανήτης κατοικείται από έναν «κουφιοκεφαλάκη». Πρόκειται για έναν τύπο που επιζητά την προσοχή και τον θαυμασμό των άλλων και γυρεύει συνέχεια να τον χειροκροτούν. «Οι κουφιοκεφαλάκηδες δεν ακούνε παρά μόνο αυτούς που τους παινεύουνε».

Και από τον χαμογελαστό, μα κούφιο άνθρωπο, ο μικρός πρίγκιπας συναντά, στον τρίτο κατά σειρά πλανήτη, έναν άνθρωπο σκυθρωπό και παρηκμασμένο, ριγμένο στην (α)διέξοδο του ποτού. “Γιατί πίνεις”, τον ρωτά. 

“Για να ξεχάσω”, απαντά εκείνος. 

“Να ξεχάσεις τι;”, ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας, που κιόλας άρχισε να τον λυπάται. 

“Να ξεχάσω πως ντρέπομαι”, εκμυστηρεύτηκε ο μπεκρής, κατεβάζοντας το κεφάλι του. 

Tι πράγμα ντρέπεσαι;”, ρώτησε να μάθει ο μικρός πρίγκιπας, που ήθελε να τον βοηθήσει.

“Ντρέπομαι που πίνω!”, συμπλήρωσε ο μπεκρής που ξανακλείστηκε οριστικά στη σιωπή”.


Ο τέταρτος πλανήτης ήταν εκείνος του επιχειρηματία – ενός ανθρώπου χαμένου στους λογαριασμούς. Ο επιχειρηματίας είναι περήφανος για τον εαυτό του, καθώς «κατέχει», όπως μας λέει, τα αστέρια. Σε αντίθεση με τον βασιλιά που «απλά» τα εξουσιάζει, εκείνος είναι ο νόμιμός τους ιδιοκτήτης. 

“Και σε τι χρησιμεύει να κατέχεις τα άστρα;”, τον ρώτησε απορημένος ο μικρός πρίγκιπας. 

“Μα χρησιμεύει να είμαι πλούσιος”, απάντησε ο επιχειρηματίας. 

“Και σε τι χρησιμεύει να είσαι πλούσιος;”. 

Και ο επιχειρηματίας απαντά, θεωρώντας την απάντηση του ως το λογικότερο πράγμα του κόσμου: “Να αγοράσω άλλα αστέρια, αν μπορούσα από κάποιον να τα προμηθευτώ”.






Στη συνέχεια ο επιχειρηματίας εξηγεί πως αξιοποιεί τα αστέρια διαχειρίζοντας τα. Τα τοποθετεί στην Τράπεζα, γράφοντας σ’ ένα μικρό χαρτί τον αριθμό τους και μετά κλειδώνει το μικροσκοπικό αυτό χαρτί μέσα στο συρτάρι… Και όπως μας εξηγεί, πρόκειται για “κάτι δύσκολο. Μα εγώ είμαι σοβαρός άνθρωπος.

H φιγούρα του πέμπτου, κατά σειρά, πλανήτη, είναι η «περισσότερο αδικημένη», σύμφωνα με τον μικρό πρίγκιπα. Κάτοικος του είναι ένας φανοκόρος, ρόλος του οποίου είναι να ανάβει και να σβήνει το ένα και μοναδικό φανάρι που δεσπόζει πάνω του – μα καθώς ο πλανήτης περιστρέφεται γρήγορα γύρω από τον ήλιο, οι εναλλαγές της μέρας και της νύχτας είναι συνεχείς – και ο φανοκόρος πρέπει να δουλεύει ασταμάτητα, όλη μέρα κι όλη νύχτα. Για ποιον λόγο εργάζεται τόσο πολύ, ούτε ο ίδιος ξέρει – απλά κάνει εκείνο που θεωρεί πως είναι το σωστό, συνέχεια, σαν άλλος Σίσυφος που σπρώχνει αιωνίως τον βράχο πάνω στο βουνό. Ούτε στιγμή δεν άφησε στην άκρη τη δουλειά του, να απολαύσει λίγο κάποιο από τα ατελείωτα ηλιοβασιλέματα που σκορπίζουν γύρω τους φως και ζεστασιά. Μόνο εργάζεται και αναλογίζεται πόσο όμορφα θα ήταν αν κάποτε μπορούσε να ξεκουραστεί για λίγο.






To λουλούδι και o μοναχικός πλανήτης



Ο έκτος πλανήτης, μεγαλύτερος σε μέγεθος από τους προηγούμενους, κατοικείται από έναν γεωγράφο. Ρόλος του να καταγράφει τις τοπογραφικές λεπτομέρειες κάθε τόπου, με σκοπό τη μελέτη και την έρευνα. Όλα καλά ως εδώ. Μα κάποια στιγμή ρωτάει τον μικρό πρίγκιπα να του περιγράψει τον πλανήτη του… “Ω, στον πλανήτη μου”, είπε ο μικρός πρίγκιπας, “δεν έχει πολλά ενδιαφέροντα. Υπάρχουν τρία ηφαίστεια. Δύο βρίσκονται σε δράση και ένα είναι σβησμένο”. Και συμπληρώνει μετά: “Έχω και ένα λουλούδι”. Μα ο γεωγράφος αποκρίνεται: “Δεν κρατάμε σημειώσεις για λουλούδια”. O μικρός πρίγκιπας εκπλήσσεται. “Γιατί; Είναι το ωραιότερο!”.

Μα ο γεωγράφος εξηγεί πως τα λουλούδια είναι «εφήμερα».

Τότε ο μικρός πρίγκιπας αρχίζει και αναλογίζεται το θέμα της θνητότητας και της σχέσης που είχε αναπτύξει με το ένα και μοναδικό λουλούδι του, εκεί, πίσω στον πλανήτη από τον οποίο ξεκίνησε το ταξίδι. Ένα λουλούδι που μας περιγράφει στην αρχή της αφήγησής του, ντυμένο με κατακόκκινα πέταλα, αρκετά ματαιόδοξο με την εμφάνιση του και μάλλον απαιτητικό, μα ταυτόχρονα εύθραυστο και ευαίσθητο. Το μοναδικό του όπλο απέναντι στον κόσμο που τυχόν το απειλεί είναι τα τέσσερα αγκάθια του. Μα το λουλούδι εξοπλίζεται με θάρρος τη στιγμή που ο μικρός πρίγκιπας αποφασίζει να ξεκινήσει το ταξίδι του και τον ωθεί να ακολουθήσει τον δρόμο του και να μην ανησυχεί για τη δική του τύχη. “Πρέπει να υπομείνω δυο τρεις κάμπιες, αν είναι να μου έρθουν πεταλούδες”, λέει χαρακτηριστικά.






Και έτσι ο μικρός πρίγκιπας αφήνει το λουλούδι πίσω του, φέροντας το πάντα όμως στις αποσκευές της σκέψης του. Και όταν κάποια στιγμή, έχοντας φτάσει πια στη Γη, βλέπει έναν κήπο κατάφυτο με λουλούδια σαν αυτό, όμοια και απαράλλαχτα με το δικό του, βυθίζεται σε απόγνωση. Τι ξεχωρίζει το δικό του λουλούδι από όλα τα υπόλοιπα που υπάρχουν τελικά, σε έναν κόσμο αχανή και ατελείωτο;

Η ιστορία με το λουλούδι συμβολίζει τη σχέση με τους ανθρώπους της ζωής μας. Όντας τριαντάφυλλο, εξάλλου, λέγεται πως ο Σαιντ-Εξυπερύ άντλησε την έμπνευση του από τη γυναίκα του – οι προστριβές και η αλαζονική στάση του λουλουδιού στην αρχή της ιστορίας, που απαιτούσε να το φροντίζουν και θεωρούσε τον εαυτό του σπουδαίο και ιδιαίτερο, θα μπορούσαν να είναι βγαλμένες από κάποια ερωτική ιστορία. Το ίδιο όμως θα μπορούσε να είναι βγαλμένη και η συνέχεια. Όταν ο μικρός πρίγκιπας μπαρκάρει στο διαστημικό του σκάφος (εκείνου ενός σμήνους πουλιών), ξεκινώντας το ταξίδι του, το λουλούδι αναγνωρίζει τα σφάλματά του. Ωστόσο δεν παρεμποδίζει τον μικρό πρίγκιπα από το να πάρει τον δρόμο του. «Πήγαινε εσύ… Εγώ μπορώ να τα καταφέρω και μόνη μου. Μην ανησυχείς για μένα», φαίνεται να του λέει ευγενικά.


το "τριαντάφυλλο" στην προσωπική ζωή του Σαιντ-Εξυπερύ - η γυναίκα του


Μα καθώς ο μικρός πρίγκιπας προσγειώνεται στη Γη, συνειδητοποιεί πως το λουλούδι του είναι ένα, καταμεσής ενός κόσμου γεμάτου με λουλούδια σαν αυτό. Λουλούδια που έρχονται και φεύγουν στο άψε σβήσε, σαν μια φλόγα, σε αντίθεση με τα βουνά και τις κοιλάδες που σημειώνει ο γεωγράφος – τα δεύτερα αλλάζουν και χάνονται επίσης, μα σε διάστημα εκατομμυρίων χρόνων. Τι καθιστά λοιπόν το λουλούδι αυτό ξεχωριστό, σε έναν κόσμο που μοιάζει μόνος και έρημος στο διάστημα – σαν το τοπίο που προσγειώθηκε ο συγγραφέας…;

O μικρός πρίγκιπας ανέβηκε σ’ ένα ψηλό βουνό… Τα μοναδικά βουνά που ποτέ του γνώρισε ήταν τα τρία ηφαίστεια που του ερχόντουσαν ίσαμε το γόνατο. Και χρησιμοποίησε το σβησμένο ηφαίστειο σαν είδος σκαμνάκι.

Από ένα τόσο ψηλό βουνό στην κορφή, θα μπορέσω να κοιτάξω ολάκερο τον πλανήτη και όλους τους ανθρώπους… Μα δεν τα κατάφερε να κοιτάξει παρά τις γωνιές των βράχων καλά τροχισμένες.

«Καλημέρα», είπε στην τύχη.

«Καλημέρα… καλημέρα… καλημέρα… αποκρίθηκε η ηχώ.

«Ποιοι είστε;», είπε ο μικρός πρίγκιπας.

«Ποιοι είστε… ποιοι είστε… ποιοι είστε…», αποκρίθηκε η ηχώ.

«Να είστε οι φίλοι μου, είμαι μόνος», ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας.

«Είμαι μόνος… είμαι μόνος… είμαι μόνος…» αποκρίθηκε η ηχώ.

Τι παράξενος πλανήτης! σκέφτηκε ο μικρός πρίγκιπας. Ολάκερος είναι ξερός, γιομάτος γωνιές από βράχους αρμυρούτσικους. Και οι άνθρωποι δεν έχουν φαντασία. Ξαναλένε ό,τι ακούσανε. Στον πλανήτη μου είχα ένα λουλούδι! Μιλούσε πάντα πρώτο αυτό. Δεν ήταν καμιά ανάγκη να μιλώ πρώτος εγώ και οι άλλοι να μου αποκρίνονται με τα ίδια λόγια”.






Η αλεπού



Ενώ περιφέρεται μόνος στον παράξενο αυτό κόσμο και έχοντας πλέον διαπιστώσει πως το λουλούδι του μοιάζει με όλα τα υπόλοιπα, που σαν ηχώ επαναλαμβάνουν το μονότονό τους μήνυμα παντού, ο μικρός πρίγκιπας γνωρίζει την αλεπού. Πρόκειται για μια Φενέκ – εκείνες τις αλεπούδες που θαύμαζε ο Σαιντ-Εξυπερύ. Η γνωριμία του με την αλεπού θα απέβαινε κομβική για τον μικρό πρίγκιπα και από πολλές απόψεις, θα λέγαμε, συνιστά το πυρήνα του έργου.

Η αλεπού πλησιάζει με επιφύλαξη τον μικρό πρίγκιπα και του ζητάει να την εξημερώσει. «Δεν γνωρίζεις παρά τα πράγματα που εξημερώνεις», του λέει χαρακτηριστικά. Τονίζει πως η διαδικασία αυτή χρειάζεται τον χρόνο και την προσοχή της, ενώ είναι πάντα αμοιβαία – μα από τη στιγμή που έχει πια γίνει και έχει εξημερωθεί, «είναι πια υπεύθυνος για εκείνη». Η αγάπη συνεπάγεται φροντίδα και ευθύνη για το πρόσωπο που αγαπάμε. Μα όταν αγαπάμε κάποιον συνειδητοποιούμε πως είναι πια μοναδικός για μας. Το λουλούδι του μικρού πρίγκιπα μπορεί να μοιάζει, εξωτερικά, με όλα τα υπόλοιπα… μα στην καρδιά του μικρού πρίγκιπα κατέχει μοναδική θέση – είναι το επίκεντρο της αγάπης του. Κανένα άλλο δεν υπάρχει σαν αυτό στον κόσμο όλο, στο Σύμπαν ολάκερο. Είναι μοναδικό.






Και ο μικρός πρίγκιπας συνειδητοποιεί την αλήθεια του λόγου της αλεπούς. Πλησιάζει τα λουλούδια, που έμοιαζαν στο δικό του, και τους λέει:

“Δε μοιάζετε διόλου στο τριαντάφυλλό μου, δεν είστε ακόμα τίποτα”, τους είπε. “Κανένας δε σας εξημέρωσε και σεις δεν εξημερώσατε κανέναν. Είστε καθώς ήταν η αλεπού μου. Ήταν μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες. Μα την έκανα φίλη μου και είναι τώρα μοναδική στον κόσμο”.

Και τα τριαντάφυλλα πολύ τους παραξενοφάνηκε.

“Είστε όμορφα, μα είστε άδεια”, τους είπε ακόμα. “Δε θα πέθαινε ποτέ κανείς για χάρη σας. Το ίδιο με το δικό μου τριαντάφυλλο, που ένας διαβατικός θα το έπαιρνε όμοιό σας. Μα εκείνο μονο του είναι πολύ πιο σπουδαίο από όλα σας μαζί, αφού είναι αυτό που μονάχα εγώ το πότισα. Αφού είναι αυτό που εγώ έβαλα κάτω από τον γυάλινο γλόμπο. Αφού είναι αυτό που προφύλαξα από τον άνεμο με το παραβάν. Αφού είναι αυτό που του σκότωσα όλες τις κάμπιες του (εκτός από τις δύο ή τρεις που χρειάζονται για να βγουν οι πεταλούδες). Αφού είναι αυτό που άκουσα να παραπονιέται για τη σιωπή μου, ή να περηφανεύεται για τη συντροφιά μου, ή καμιά φορά και να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου”.


Έτσι ο μικρός πρίγκιπας αποχαιρετά την αλεπού, με τη σειρά της. Μα λίγο πριν αποχωριστούν, η φίλη του η αλεπού του εμπιστεύεται το μυστικό της – που είναι μάλλον και η διασημότερη στιγμή του βιβλίου:

“Αυτό είναι το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Να βλέπεις καλύτερα με την καρδιά. Ω! Aυτό που είναι πραγματικό δεν το βλέπεις με τα μάτια”.







Ο έμπορος του χρόνου



Το τελευταίο μέρος της περιπλάνησής του φέρνει σε επαφή τον μικρό πρίγκιπα με ακόμα ορισμένους ιδιόμορφους κατοίκους του πλανήτη, τον οποίο όσο και εξερευνούσε, τόσο πιο παράξενος του φαινόταν… Ένας κλειδούχος της γραμμής των τρένων του εξηγεί πως οι επιβάτες γυρίζουν αδιάκοπα εδώ κι εκεί, μα σπάνια κοιτάζουν έξω απ’ το παράθυρο, όπως τα παιδιά, απολαμβάνοντας τη θέα… Ακόμα πιο αξιοπερίεργη είναι η συνάντηση του μ’ έναν έμπορο.

“Καλημέρα”, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

“Καλημέρα”, είπε ο έμπορος.

Ήταν ένας έμπορος που πουλούσε τελειοποιημένα καταπότια, που καταλαγιάζουν τη δίψα. Καταπίνεις ένα τη βδομάδα και δε θέλεις πια να ξαναπιείς.

“Γιατί τα πουλάς αυτά;”, είπε ο μικρός πρίγκιπας.

“Είναι μεγάλη οικονομία χρόνου”, είπε ο έμπορος. “Οι ειδικοί κάνανε τους υπολογισμούς τους. Εξοικονομούν πενήντα τρία λεπτά τη βδομάδα.

“Και τι τα κάνουν αυτά τα πενήντα τρία λεπτά τη βδομάδα;”

“Τα κάνουν ό,τι θέλουν”, είπε ο έμπορος.

“Αν είχα”, λέει ο μικρός πρίγκιπας, “πενήντα τρία λεπτά να ξοδέψω, θα πήγαινα ήσυχα-ήσυχα σε μια πηγή να ξεδιψάσω…”



Source


Ψηλά στ' αστέρια



Και ερχόμαστε πάλι στην αρχή της ιστορίας. Όταν ο μικρός πρίγκιπας συνάντησε τον συγγραφέα και του αφηγήθηκε την ιστορία του. Και όταν πέρασαν οι μέρες και ο πιλότος κατόρθωσε να επισκευάσει πια το αεροπλάνο του, ο μικρός πρίγκιπας του είπε πως είχε έρθει πια η ώρα για να επιστρέψει στον πλανήτη του. Θα άφηνε ένα φίδι να τον δαγκώσει μα αυτό δεν θα έπρεπε να στεναχωρήσει τον πιλότο. «Θα μοιάζω με πεθαμένος, μα δεν θα είναι αλήθεια», του είπε. Το δάγκωμα του φιδιού θα ήταν απλά το όχημα μέσω του οποίου θα ταξίδευε και θα γυρνούσε πάλι σπίτι του, στ’ αστέρια.

Βλέποντας όμως τον νεοαποκτηθέντα φίλο του στεναχωρημένο, ο μικρός πρίγκιπας του λέει πως θα βρίσκεται εκεί ψηλά και το κουδούνισμα των αστεριών θα απηχεί το γέλιο του. Μα καθώς το δικό του αστέρι θα είναι ένα ανάμεσα σε άπειρα άλλα και δε θα μπορεί να το ξεχωρίσει, τον παρακινεί να αγαπάει όλα τα αστέρια μαζί. «Καπού εκεί βρίσκεται και το δικό μου». Αγαπώντας όλα τα αστέρια, αγαπάς και το δικό μου μαζί.

Και έτσι ο μικρός πρίγκιπας «έπεσε μαλακά, όπως πέφτει ένα δέντρο».


Έναν χρόνο μετά θα έπεφτε και ο δημιουργός του. Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια μιας πτήσης του πάνω απ’ τη Μεσόγειο, κατά τη διάρκεια του Ιουλίου του 1944. Κανένα σήμα ζωής δεν έδωσε ξανά. Μα θα άφηνε πίσω του μια πολύ μεγάλη κληρονομιά, το τραγούδι της οποίας θα αντηχεί για πάντα.

Ήταν το τραγούδι των αστεριών – είναι το γέλιο του Μικρού Πρίγκιπα, ο οποίος σίγουρα βρήκε έναν ακόμα συγκάτοικο, εκεί στον πλανήτη του ψηλά.



artwork © Alex Markoulakis

1 Ιανουαρίου 2015

Καλή Χρονιά, από τον Κούνελο και την παλιοπαρέα






Ό,τι λέει ο τίτλος και η εικόνα.  Μια "παλιοπαρέα" στην οποία συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο Νίτσε και ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Πόε και η Μπίλυ Χόλιντεϊ, ο Εμπειρίκος και ο Woody απ' το Toy Story, ο Σαίξπηρ και ο Τομ Γουέιτς.

Γιατί όλα γίνονται, κύριοι - (και σαν πέσεις στη φωλιά του κούνελου θα το διαπιστώσεις).

Καλή χρονιά σε όλους! Υγεία, αγάπη, φαντασία, δημιουργικό πνεύμα και κάποια υγιή διάθεση ανατροπής – χρειάζεται.

Η νέα χρονιά απλώνεται, σα λευκός πίνακας, μπροστά μας – εκεί είναι τα χρώματα, εκεί είναι η παλέτα. Ας ζωγραφίσουμε λοιπόν.

Aκολουθεί μια ιστορία, γραμμένη παραμονή Πρωτοχρονιάς.


***


Συναντά ο Γέρο-Χρόνος το Μωρό-Χρόνο. Ρυτιδιασμένος αυτός και σκονισμένος, ίσα που μπορεί και περπατά με τη μαγκούρα του. Το μωρό με τη σειρά του είναι γελαστό και τα μάτια του λάμπουν. "Ήρθες λοιπόν να μου παραδώσεις τη σκυτάλη! Καιρός ήταν!", λέει το μωρό.

Ο Γέρο-Χρόνος κάθεται, με εμφανή τα σημάδια της κόπωσης. "Όχι ακόμα μικρέ... μου μένουν ακόμα λίγες ώρες... Και θα μάθεις, σαν μεγαλώσεις, πως κάθε ώρα είναι σημαντική".

Το μωρό γελάει και λέει: "Καλά, άσε τις σοφίες. Δε βλέπεις πως ο κόσμος βιάζεται ν' ακούσει εμένα, σαν γεννιέμαι; Να με ακούσει να σκορπώ το γέλιο μου; Αρκετά με τις διδαχές! Τι κατάλαβες, πες μου. Ορίστε, φεύγεις και τόσος κόσμος ούτε να σε δει ξανά δε θέλει. Γι' αυτό σου λέω... δώσε μου τη σκυτάλη και μη χρονοτριβείς".

Μα ο Γέρο-Χρόνος τρίβει τη γενειάδα του. "Υπάρχουν εκείνοι που δε θέλουν να με δουν, το ξέρω... Μα υπάρχουν κι άλλοι που θα με θυμούνται με εκτίμηση, για τα (όποια) καλά τους έφερα... Θέλω να σε δω και σένα, σ' έναν χρόνο τι θα λες!"

Το μωρό τον κοιτάζει με προσοχή.

Ο Γέρος συνεχίζει: "Μεταξύ μας... Κακώς τα φορτώνουν όλα πάνω μου. Τα καλά και τα κακά. Εγώ δεν είμαι παρά ένας αχθοφόρος - ένας κουβαλητής. Δεν καθορίζω τι θα γίνει... Δεν είμαι εγώ αυτός που επιλέγω..."

Το μωρό χαμογελά. "Καταλαβαίνω τι λες. Σε ευχαριστώ". 

Και δίνουνε τα χέρια.