Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέος χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νέος χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Δεκεμβρίου 2017

Στο νέο Λαγούμι του Κούνελου






Να που ήρθε ξανά λοιπόν εκείνη η μέρα του χρόνου που κάνουμε όλοι τον απολογισμό μας· σκεφτόμαστε τι πήγε σωστά, τι πήγε λάθος, βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά μες στο κεφάλι μας, κάνουμε πλάνα για το Νέο Χρόνο, ο οποίος στέκεται στο κατώφλι της πόρτας και με μωρουδίστικη φωνή μας λέει «να τα πω, φίλος;». «Να τα πεις, να τα πεις», του λέμε με χαμόγελο.

Κι αρχίζει να τα λέει και μας αρέσει το τραγούδι του και είναι σύμφωνο με τα πλάνα που καταστρώσαμε μες στο κεφάλι μας και λέμε «συνέχισε, πάρ’ το έτσι» - και η φωνή του σταδιακά αλλάζει, από μωρουδίστικη γίνεται παιδική, από παιδική βραχνιάζει, σπάει, γίνεται φωνή αγχωμένου εφήβου, μετά ενός ταλαίπωρου ενήλικα – και σκεφτόμαστε «ρε συ, αυτός τραγουδάει εντελώς φάλτσα!».

Και τελικά φτάνει να στέκεται στην πόρτα ένας Γέρος με γενειάδα – και μας ζητάει τον λογαριασμό της χρονιάς που πέρασε και μας φαίνεται πολύς. «Δε βαριέσαι – του χρόνου θα ‘ναι καλύτερα!»

Ας πιούμε, λοιπόν, στο νέο χρόνο – με την ευχή το τραγούδι του να φαλτσάρει όσο το δυνατόν λιγότερο!

Εγώ πάντως, για να το γιορτάσω, αποφάσισα, ως μια μικρή συμβολική κίνηση, να ανοίξω για τους φίλους αναγνώστες τις πόρτες του Λαγουμιού μου. Γιατί υπάρχει το διαδικτυακό λαγούμι από τη μία – εκείνο που γνωρίζετε μέσα από τα κείμενα που ανεβάζω – και υπάρχει το κυριολεκτικό λαγούμι από την άλλη. Σε αυτό το δεύτερο θα πάμε σήμερα, να ρίξετε μια ματιά, να χαζέψετε τα βιβλία και τα κάδρα και το δέντρο. Πρόκειται για μια μικρή, μα βολική φωλιά που γέμισα με όλα όσα αγαπώ – ώστε να περνούν όσο ομορφότερα γίνεται οι μοναχικές ώρες της παραμονής μου σε αυτό.

Θα σας ξεναγήσω λοιπόν στον πυρήνα αυτής της φωλιάς, που δεν είναι άλλος από το καθιστικό και τις τρεις βιβλιοθήκες της, θα σας πω δυο λόγια για ορισμένα αγαπημένα μου βιβλία, θα προϊδεάσω για κάποια μελλοντικά αφιερώματα, θα σας αποκαλύψω μια ιδιαίτερη νυχτερινή επισκέπτρια και, τέλος, θα σας προσκαλέσω για κρασί.

Να τα π(ι)ούμε; Πιες τα, χρόνε που έρχεσαι! Πιες και μέθυσε. Και χάρισε λίγη υγιή τρέλα στην καθημερινότητά μας.







Στα άδυτα



Εδώ και λίγους μήνες μετακόμισα σε αυτό το λαγούμι, κάπου στο ιστορικό αθηναϊκό κέντρο. Πρόκειται κυριολεκτικά για λαγούμι – χαμηλό, το μισό σκαμμένο στο έδαφος, το άλλο μισό στην επιφάνεια. Στην αρχή η εμπειρία ήταν παράξενη, όπως κάθε τι καινούργιο – τα πάντα χρειάζονται κάποιο χρόνο προσαρμογής.

Το σπίτι είναι παλιό – πάρα πολύ παλιό. Στην οροφή βλέπεις δοκάρια που παραπέμπουν σε καράβι. Οι τοίχοι αποκαλύπτουν την παλαιότητά τους. Η ηχομόνωση είναι κακή. Η κουζίνα και το μπάνιο είναι μαζί (λίγα πράγματα συγκρίνονται με την εμπειρία να κάνεις ντους και ταυτόχρονα να απλώνεις το χέρι για να ανακατέψεις το φαί στην κατσαρόλα!). Μα διέπεται από μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, λόγω ακριβώς της θέσης και της παλαιότητάς του – την οποία επεδίωξα να διανθίσω. Είναι γραφικό. Είναι σχετικά ζεστό. Και έχει αυτά τα πανέμορφα εσωτερικά παράθυρα.







Στην πορεία, γεμίζοντας το χώρο με όλα όσα αγαπώ, δημιούργησα εκείνη την απαραίτητη ατμόσφαιρα που μου είναι αναγκαία ώστε να απολαύσω τη διαμονή μου σ’ ένα σπίτι: ατμοσφαιρικός φωτισμός, κάδρα και αφίσες με παραπομπές σε αγαπημένα πράγματα, το ενυδρείο με τα ψάρια – και φυσικά βιβλία – όσο περισσότερα μπορούσα να μεταφέρω μαζί μου στο νέο σπίτι.

Κατόρθωσα να χωρέσω τρεις βιβλιοθήκες. Αρκετά ακόμα βιβλία είναι σκόρπια πάνω στο γραφείο και στο κομοδίνο. Τα υπόλοιπα έμειναν στο πατρικό. Η ιδιοκτήτρια είχε απορήσει, βλέποντάς με να μετακομίζω και να μεταφέρω μαζί μου σωρούς και σωρούς από κούτες με βιβλία – όχι ρούχα, όχι παπλώματα, μα βιβλία. «Τι τα κάνεις όλα αυτά; Εμένα μου αρκεί να διαβάσω ένα βιβλίο, όχι να το έχω στο χώρο μου».

Και πολύ καλά κάνεις, της είπα. Μεταξύ μας, το βρίσκω απόλυτα υγιές – να μοιράζεσαι, όχι να κατέχεις. Μα πώς να εξηγήσω τη χαρά να περιβάλλεσαι από βιβλία, όπου και αν κοιτάξεις. Είμαι σαν τον Σκρουτζ Μακ Ντακ. Εκείνος ήθελε τα λεφτά του για να κάνει βουτιές μέσα τους. Εγώ θέλω τα βιβλία για να με περιβάλλει η ατμόσφαιρά τους. Η λειτουργία τους είναι διπλή: όχι μόνο η εμπειρία της ανάγνωσης, μα και η αισθητική τους. Ένας χώρος γεμάτος βιβλία είναι ένας ζεστός χώρος – ακόμα και αν δεν έχεις θέρμανση το χειμώνα.








Μα τα βιβλία δεν ήταν αρκετά. Επιθυμούσα να γεμίσω τους τοίχους με εκείνα που αγαπώ – όσο περισσότερα χωρούσαν. Κακά τα ψέματα, φίλε αναγνώστη – βρίσκεσαι στην Κουνελοχώρα. Μια ματιά στον σχεδιασμό του Blog είναι αρκετή. Δες τις φιγούρες, δες το banner, δες πως μπλέκουν η μία με την άλλη. Πως θα μπορούσε το προσωπικό μου Λαγούμι να είναι διαφορετικό.

Έντυσα λοιπόν τους τοίχους με αγαπημένα εξώφυλλα αγαπημένων δίσκων, αφίσες από κινηματογραφικές ταινίες, παλιά γαλλικά poster, αγαπημένους μουσικούς της Jazz και παραπομπές σε λογοτεχνία και κόμικς.








Η γυναικεία παρουσία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει – είτε μιλάμε για το μνημειώδες body-painting με τα εξώφυλλα των Pink Floyd, είτε για το pin-up της δεκαετίας του 50. Κάπως έτσι η θερμοκρασία του χώρου ανεβαίνει λίγο παραπάνω – και οι νύχτες του χειμώνα γίνονται περισσότερο υποφερτές.






Κάνοντας κλικ πάνω στις εικόνες μπορείς, αγαπητέ αναγνώστη, να δεις με περισσότερες λεπτομέρειες τις εικόνες, τα κάδρα και τις παραπομπές – και να διαπιστώσεις τυχών κοινές αγάπες. Μα τι λέω – για να βρίσκεσαι εδώ μέσα και να διαβάζεις αυτό το κείμενο, αυτή τη στιγμή, είναι δεδομένο πως υπάρχουν.




Κάποιες σειρές βιβλίων – και κάποιες ιδέες για μελλοντικά αφιερώματα




Η φάση με το Κουνέλι για μένα είναι σαν εκείνα τα κρασιά, που θέλουν το χρόνο τους για να τα απολαύσεις. Γράφω όποτε νιώθω και μόνο, δεν ακολουθώ κανόνες, προσπαθώ όσο γίνεται να μην εντάσσω τη δημιουργική αυτή ενασχόληση στους λοιπούς κανόνες που διέπουν τόσο την καθημερινότητά μας, όσο κι εκείνη άφθονων σελίδων του Διαδικτύου: ωράρια, πίεση, στερεότυπος λόγος, μαζικού περιεχομένου αναρτήσεις, εκείνη η καταραμένη αίσθηση πως χρειάζεται να γίνεσαι «αρεστός». Ποτέ δεν επεδίωξα να αναπροσαρμόσω το ύφος των γραπτών και το περιεχόμενο του Blog για να προσελκύσω περισσότερο κόσμο – γιατί αν είχα τέτοιο στόχο, το κοινό εδώ και στη Σελίδα του Facebook θα ήταν άλλο. Μα δεν με ενδιαφέρει εκείνο το «άλλο» κοινό – ξέρω καλά σε ποιους επιθυμώ να απευθύνομαι.

Γράφω όποτε μπορώ λοιπόν – και όποτε αισθάνομαι. Ναι, είναι άφθονα τα αφιερώματα που ξεκινώ και έχουν ημερομηνία λήξης που εκτείνεται στο Άπειρο – μα τι σημασία έχει. Όπως δεν έχει σημασία το γεγονός πως επιθυμώ να καταπιαστώ με ένα κάρο πράγματα, για τα οποία δεν έχω βρει ακόμα το χρόνο. Νέε χρόνε που έρχεσαι, απάλλαξέ με σε παρακαλώ από το μόνιμο άγχος πως πρέπει να τα «προλάβω» όλα! Κι εσύ, φίλε αναγνώστη – αν δεν το έκανες ακόμα, ρίξε μια ματιά στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μου, με τίτλο της «Οι Κλέφτες του Χρόνου». Θα καταλάβεις ακριβώς τι εννοώ.

Ας έχει λοιπόν. Στις ακόλουθες φωτογραφίες συγκέντρωσα ορισμένες σειρές βιβλίων, για τις οποίες επιθυμώ κάποια στιγμή μελλοντικά να γράψω – και να μοιραστώ την αξία τους με τους θαμώνες της Κουνελοχώρας. Προς το παρόν, θα περιοριστώ σε κάποιες σύντομες αναφορές.

Ξεκινώντας από βιβλία κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου, ένας από τους στόχους μου είναι να ολοκληρώσω την περίφημη σειρά των «Εποχών» του Eric Hobsbawm – του σημαντικότερου ίσως ιστορικού του αιώνα που μας πέρασε. Ο λόγος του είναι γλαφυρός, οι αναλύσεις του διεισδυτικές και η οπτική του πέρα από τοίχους και δόγματα.






Δύο φιλόσοφοι στις θάλασσες των οποίων σεργιάνιζα από μικρός (όχι δίχως φουρτούνες) είναι ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Φρίντριχ Νίτσε. Αμφότεροι περιλαμβάνονται στην ατζέντα εκείνων για τους οποίους επιθυμώ να γράψω πολλά και διάφορα. Αμφότεροι περιλαμβάνονται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό banner της Σελίδας. Δεν είναι τυχαίο.






Χοντρό βιβλίο δε σημαίνει απαραίτητα καλύτερο βιβλίο – κάποιες φορές το μικρό περιλαμβάνει μεγαλύτερη ισχύ, ενώ όλοι γνωρίζουμε (σε βαθμό υπερβολής, θα έλεγα πλέον, όσο αφορά τα κοινωνικά δίκτυα) τη δύναμη της μεμονωμένης φράσης και του συντομευμένου κειμένου. Όπως και να ‘χει πάντως – τα ακόλουθα είναι ορισμένα από τα μεγαλύτερα σε όγκο μυθιστορήματα της συλλογής μου. Και στην περίπτωσή τους – ναι, πρόκειται για κορυφαία έργα. Διακρίνουμε τον Οδυσσέα του Τζόυς, την πεντάτομη έκδοση των Άθλιων, τις Χίλιες και Μια Νύχτες σε εφτά τόμους, τον Μόμπι-Ντικ, τον Ζοφερό Οίκο του Ντίκενς, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών (ξέχασα να συμπεριλάβω τα Χάρι Πόττερ), το Όνομα του Ρόδου, την Αδηφαγία, τα Παιδιά του Μεσονυχτίου, τα Άπαντα του Λούις Κάρολ, το Κουρδιστό Πουλί, το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, τον Δόκτωρ Φαούστους, την Ιστορία του Γκέντζι και τον Πόλεμο και Ειρήνη.

Κάποια τα έχω διαβάσει. Κάποια όχι.

Μένει το Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο, θαρρώ, για να συμπληρωθεί η λίστα των Τιτάνων του Όγκου.






Να και ορισμένοι αγαπημένοι και κλασικοί τίτλοι Επιστημονικής Φαντασίας. Ένα ακόμα θέμα με το οποίο θα ήθελα πολύ να καταπιαστώ μελλοντικά. Διακρίνουμε την τριλογία Θεμέλιο του Ισαάκ Ασίμοφ, τον Αναρχικό των Δύο Κόσμων της Λε Γκεν, τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Χάξλεϊ, τα Χρονικά του Άρη και το Φάρεναϊτ 451 του Μπράντμπερι, τον Νευρομάντη του Γκίμπσον, μια συλλογή με κλασικές ιστορίες του Γουέλς, το Ηλεκτρικό Πρόβατο, το Ubik και τον Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο του Ντικ, το Childhood’s End του Κλαρκ, το Παιχνίδι του Έντερ του Orson Scott Card, το Solaris του Lem, το Stranger in a Strange Land του Heinlein, το Έρεβον του Μπάτλερ, τη σειρά του Hitchhiker’s Guide to the Galaxy του Douglas Adams…… βαθιά ανάσα.







Να και ο Νίκος Καζαντζάκης. Έχω γράψει ήδη γι’ αυτόν αρκετά. Μα μένουν πολλά ακόμα.








Ας μετακινηθούμε και στο χώρο των κόμικς. Μακάρι μέσα στη χρονιά να μπορέσω να καταπιαστώ με τον αγαπημένο μου συγγραφέα όλων των δημιουργών της Ενάτης Τέχνης – τον Alan Moore.








Να και η σειρά που άλλαξε και αλλάζει τα φώτα της μαζικής αμερικανικής κουλτούρας εδώ και 60 σχεδόν χρόνια – και, ταυτόχρονα, αλλάζει τα μυαλά των αναγνωστών του. Ο λόγος φυσικά για το MAD.








Κλείνω με το "Ποντίκι από το οποίο άρχισαν όλα" και τα άπαντα του δημιουργού που καθιέρωσε τον σχεδιασμό του στα αμερικανικά στριπ της δεκαετίας του 30, του 40 και του 50 – τον Floyd Gottfredson.








Αυτές είναι κάποιες από τις σειρές για τις οποίες θα μιλήσουμε ξανά μελλοντικά. Και στις οποίες γυρνώ ξανά και ξανά, νιώθοντας πως ανταμώνω κάποιον παλιό φίλο.




Μια νυχτερινή επισκέπτης




Και επιστρέφουμε σε εκείνα που καθιστούν όμορφη τη μοναχική διαμονή σ’ ένα σπίτι. Βιβλία, μουσική, ταινίες, διακόσμηση του χώρου τέτοια που να ταιριάζει με τα γούστα σου… καλά όλα αυτά, μα παραμένεις εσύ και τα πράγματά σου.

Μέχρι μια μικροσκοπική χνουδωτή ύπαρξη να σου νιαουρίσει έξω από την πόρτα.

Η περιοχή ξεχειλίζει γάτες. Κάποιες τις έχω γνωρίσει – με ορισμένες έχουμε εξοικειωθεί. Αργά τα βράδια, στην ηρεμία, όταν ο δρόμος μας ανήκει, τους φωνάζω – και αν γυρίζουν εκεί κοντά με ακούν και έρχονται.






Μία ανάμεσά τους έχει μετατραπεί σε τακτικό θαμώνα του σπιτιού. Έρχεται κάποια βράδια, κάθεται μερικές ώρες, απολαμβάνει τη ζεστασιά και τα σκεπάσματα, γίνεται συνοδοιπόρος των οικιακών μου περιπλανήσεων – και μετά αποχωρεί, βγαίνει έξω, κάνει τα δικά της. 

Στην αρχή φοβόταν να περάσει στο Λαγούμι – πρόκειται για έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από εκείνο που είχε συνηθίσει. Μα λίγο λίγο έμαθε. Προσπαθώ να μην την περιορίσω – όποτε θέλει να βγει, της ανοίγω. Μα εκείνες οι λίγες ώρες, προς το παρόν αρκούν.








Με χαροποιεί η παρουσία της. Γιατί πάντα είναι καλύτερο να μοιράζεσαι όσα αγαπάς. Το νου σου, μικρή, να προσέχεις εκεί έξω.

Κάπου παραπέρα το βιβλίο “I Am A Cat” του Natsume Sōseki, με εκείνη τη γάτα που κουλουριάζει στο εξώφυλλο, μοιάζει να μιλάει με τον τίτλο του και μόνο.






Και λίγο παραπέρα στέκει το πορτραίτο της Φατσούλας. Η απώλεια αυτής της γατούλας, με την οποία είχα μάθει να ζω για μια δεκαετία, στάθηκε η πιο επώδυνη προσωπική εμπειρία της χρονιάς που φεύγει. Ήταν όμως και το καταλυτικό γεγονός που συνέβαλε ώστε να μετακομίσω στο νέο αυτό Λαγούμι. Έτσι πάει – κάποιες φορές η απώλεια γίνεται αφορμή να προχωρήσεις. Ο σπόρος φυτρώνει στο χώμα που δέχτηκε εκείνο που έχει φύγει. Ο θάνατος και η ζωή συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Επισκέπτες είμαστε όλοι, Ψιψίνα. Έτσι νιώθω κι εγώ σ’ αυτό το σπίτι, που νοικιάζω, που δεν μου ανήκει περισσότερο απ’ ότι ανήκει σε σένα, που περνάς εδώ τα βράδια. Μα και να μου ανήκε – πάλι επισκέπτης θα ήμουν. Ταξιδιώτης. Αυτό είμαστε όλοι. Ταξιδεύουμε στο μεγάλο εκείνο σκάφος της ζωής – κάποιες φορές αφοσιωνόμαστε τόσο στο εσωτερικό του, στις μικρές, καθημερινές ενασχολήσεις του, που ξεχνάμε να κοιτάξουμε έξω απ’ το παράθυρο – πέρα, στην αχανή απεραντοσύνη και στα απειράριθμα αστέρια της.

Κάποιες φορές μου φάνηκε πως είδα των φως των άστρων να καθρεφτίζεται στα μάτια μιας γατούλας.







Χαρούμενη νέα χρονιά, το λοιπόν




Ήταν μια μικρή, ψηφιακή περιπλάνηση στο Λαγούμι μου και ένα μοίρασμα κάποιων αγαπημένων πραγμάτων, άψυχων και έμψυχων (αν και, αν το καλοσκεφτούμε, δεν υπάρχουν άψυχα πράγματα, όσο τα επενδύουμε με νόημα και σημασία). Προσπάθησα να είμαι καλός οικοδεσπότης. Μα είστε όλοι ευπρόσδεκτοι να περάσετε, να τα πούμε και ζωντανά και να σας κεράσω κάποιο εκλεκτό ρόφημα – διαδικτυακώς το τελευταίο δεν γίνεται (η μέρα που θα κάνουμε share όχι μόνο αναρτήσεις και φωτογραφίες, μα και αληθινά κρασιά μέσω διαδικτύου, θα είναι μια ευτυχισμένη μέρα για την ανθρωπότητα).


Εύχομαι καλή χρονιά, με υγεία, υγεία, υγεία και αγάπη. Και όμορφες στιγμές. Και να μάθουμε να δίνουμε αξία σε εκείνα που πραγματικά αξίζουν και μόνο. Τα λέμε!




31 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές για το νέο χρόνο






"Εύχομαι στο νέο χρόνο που έρχεται να κάνεις λάθη. Γιατί αν κάνεις λάθη, τότε κάνεις καινούργια πράγματα, προσπαθείς καινούργια πράγματα, μαθαίνεις, ζεις, σπρώχνεις τον εαυτό σου, αλλάζεις τον κόσμο σου. Κάνεις πράγματα που δεν έκανες ξανά, μα πιο σημαντικό όλων - κάνεις κάτι".


Neil Gaiman

***


Έτσι, με αυτή την ενδιαφέρουσα κουβέντα του Νιλ Γκέιμαν σκέφτηκα να αποχαιρετήσω μαζί σας το νέο χρόνο και να καλωσορίσω τον καινούργιο.

Δεν ξέρω αν είναι πάντα καλό να κάνουμε λάθη - πόσο μάλλον να τα επαναλαμβάνουμε. Ξέρω όμως πως χωρίς αυτά δεν γίνεται να μάθουμε ποτέ. Χωρίς τα λάθη δεν προχωρούμε, παρά μένουμε συνέχεια στάσιμοι. Και το ζητούμενο είναι να κάνουμε ένα βήμα προς τα μπρος. Αν το κάνουμε δίχως λάθη, τόσο το καλύτερο βέβαια... μα η προοπτική του λάθους δεν θα έπρεπε να μας φοβίσει απ' το να προχωρήσουμε. Ο φόβος ποτέ δεν είναι καλός οδηγός.

Νομίζω λοιπόν πως συμφωνώ με τον αγαπητό κύριο Γκέιμαν.

Καλή χρονιά να ευχηθώ σε όλους, παιδιά. Ας είναι το 2016 λίγο καλύτερο από το 15 - σε όποιο επίπεδο επιθυμούμε. Αν εξαρτάται από μας, ας κάνουμε μια μικρή προσπάθεια γι' αυτό. Και αν δεν εξαρτάται... ε, ας μας χαμογελάσει λίγο περισσότερο η τύχη - αρκεί να μη βασιζόμαστε μονάχα πάνω της, γιατί ως γνωστόν έχει τα μάτια της κλειστά.

Συνήθως τέτοιες μέρες σκεφτόμαστε όλα εκείνα που θέλουμε να αλλάξουμε... μα εγώ θα έλεγα να σκεφτούμε και αυτά που θέλουμε να μείνουν ίδια. Που ήδη διαθέτουμε και χρειάζεται να εκτιμήσουμε - γιατί μερικές φορές δεν εκτιμούμε όσο έπρεπε εκείνα που διαθέτουμε.

Όσο αφορά εμάς εδώ, στη σελίδα... πιστεύω πως θα πούμε πολλά όμορφα πράγματα μέσα στο 2016. Ίσως να μη τα λέμε συνεχώς ή κάθε μέρα (ο χρόνος δεν επαρκεί γι' αυτό, αλίμονο!)... μα να είστε βέβαιοι πως όποτε αυτό το Λαγούμι ανοίγει τις πόρτες του στον κόσμο, θα φοράει πάντα τα καλά του. H ποσότητα και η ποιότητα είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα - συχνά μάλιστα βρίσκονται σε αντίθεση η μία με την άλλη.



Να είστε καλά, φίλοι μου! Καλή χρονιά σε όλους!!!


1 Ιανουαρίου 2015

Καλή Χρονιά, από τον Κούνελο και την παλιοπαρέα






Ό,τι λέει ο τίτλος και η εικόνα.  Μια "παλιοπαρέα" στην οποία συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο Νίτσε και ο Μικρός Πρίγκιπας, ο Πόε και η Μπίλυ Χόλιντεϊ, ο Εμπειρίκος και ο Woody απ' το Toy Story, ο Σαίξπηρ και ο Τομ Γουέιτς.

Γιατί όλα γίνονται, κύριοι - (και σαν πέσεις στη φωλιά του κούνελου θα το διαπιστώσεις).

Καλή χρονιά σε όλους! Υγεία, αγάπη, φαντασία, δημιουργικό πνεύμα και κάποια υγιή διάθεση ανατροπής – χρειάζεται.

Η νέα χρονιά απλώνεται, σα λευκός πίνακας, μπροστά μας – εκεί είναι τα χρώματα, εκεί είναι η παλέτα. Ας ζωγραφίσουμε λοιπόν.

Aκολουθεί μια ιστορία, γραμμένη παραμονή Πρωτοχρονιάς.


***


Συναντά ο Γέρο-Χρόνος το Μωρό-Χρόνο. Ρυτιδιασμένος αυτός και σκονισμένος, ίσα που μπορεί και περπατά με τη μαγκούρα του. Το μωρό με τη σειρά του είναι γελαστό και τα μάτια του λάμπουν. "Ήρθες λοιπόν να μου παραδώσεις τη σκυτάλη! Καιρός ήταν!", λέει το μωρό.

Ο Γέρο-Χρόνος κάθεται, με εμφανή τα σημάδια της κόπωσης. "Όχι ακόμα μικρέ... μου μένουν ακόμα λίγες ώρες... Και θα μάθεις, σαν μεγαλώσεις, πως κάθε ώρα είναι σημαντική".

Το μωρό γελάει και λέει: "Καλά, άσε τις σοφίες. Δε βλέπεις πως ο κόσμος βιάζεται ν' ακούσει εμένα, σαν γεννιέμαι; Να με ακούσει να σκορπώ το γέλιο μου; Αρκετά με τις διδαχές! Τι κατάλαβες, πες μου. Ορίστε, φεύγεις και τόσος κόσμος ούτε να σε δει ξανά δε θέλει. Γι' αυτό σου λέω... δώσε μου τη σκυτάλη και μη χρονοτριβείς".

Μα ο Γέρο-Χρόνος τρίβει τη γενειάδα του. "Υπάρχουν εκείνοι που δε θέλουν να με δουν, το ξέρω... Μα υπάρχουν κι άλλοι που θα με θυμούνται με εκτίμηση, για τα (όποια) καλά τους έφερα... Θέλω να σε δω και σένα, σ' έναν χρόνο τι θα λες!"

Το μωρό τον κοιτάζει με προσοχή.

Ο Γέρος συνεχίζει: "Μεταξύ μας... Κακώς τα φορτώνουν όλα πάνω μου. Τα καλά και τα κακά. Εγώ δεν είμαι παρά ένας αχθοφόρος - ένας κουβαλητής. Δεν καθορίζω τι θα γίνει... Δεν είμαι εγώ αυτός που επιλέγω..."

Το μωρό χαμογελά. "Καταλαβαίνω τι λες. Σε ευχαριστώ". 

Και δίνουνε τα χέρια.




30 Δεκεμβρίου 2014

Η Πηγή της Νιότης





Καθώς ο χρόνος φεύγει, παίρνοντας μαζί του προσδοκίες, επιθυμίες και υποσχέσεις (για να μας τις επιστρέψει τη χρονιά που έρχεται, σαν άλλος ταχυδρόμος – ένα παλιό γράμμα με καινούργιο γραμματόσημο), τι θα λέγατε να μιλήσουμε για έναν από τους μακροβιότερους μύθους στην ιστορία; Ο λόγος για την θρυλική Πηγή της Νιότης, μα και της απεικόνισής της σε ένα ξακουστό έργο των καιρών του: Την "Πηγή της Νιότης" του Λούκας Κράναχ του Πρεσβύτερου (Lucas Cranach the Elder), έργο που χρονολογείται από το 1536.

Ο μύθος μιας χαμένης, μυστικής πηγής, από την οποία αναβλύζει νερό ικανό να χαρίσει όχι μόνο τη δροσιά μα και τα νιάτα του στον κόσμο, υπάρχει ήδη από τον καιρό του Ηροδότου... Καθ' όλη τη διάρκεια του Μεσαίωνα έξαπτε τη φαντασία των περιηγητών σε ανατολή και δύση, ενώ οι θρύλοι έφτασαν στο αποκορύφωμα τους στα χρόνια των Εξερευνήσεων, κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα - όταν και είχε θεωρηθεί πως μια πηγή τέτοια υπάρχει όντως στη Νέα Γη της Φλόριντα, στην αμερικανική ήπειρο...



***


Μα αν οι εξερευνητές δεν είχαν κατορθώσει να εντοπίσουν την πηγή, ο Λούκας Κράναχ με το έργο του αυτό έδωσε μορφή στη φαντασία του κόσμου. Η πηγή παρουσιάζεται εντός μιας χώρας άγνωστης, σε σκηνικό που παραπέμπει σ' έναν τόπο μακρινό κι εξωτικό. Αριστερά παρατηρούμε τους περιπλανητές, γριές γυναίκες υποβασταζόμενες ή μεταφερόμενες σε κάρα. Ένας γιατρός τις εξετάζει και τους επιτρέπει να βουτήξουν στην πηγή.








Εκείνες γδύνονται και το ρυτιδιασμένο σώμα τους αγγίζει το νερό. Τα νερά του αγκαλιάζουν το ταλαιπωρημένο τους κορμί. Όσο κολυμπούν, τόσο επέρχεται η μεταμόρφωση... Τα σημάδια της ηλικίας σταδιακά υποχωρούν και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό: στα δεξιά της πηγής οι γυναίκες βγαίνουν νέες και όμορφες ξανά. Αναγεννημένες πάλι, με σώματα που αποπνέουν χάρη κι έρωτα. 

Ένας νεαρός τους βοηθάει να βγουν και τους δείχνει την είσοδο μιας σκηνής, στην οποία μπορούν να πάρουν ρούχα – η παλιά γκαρνταρόμπα πλέον δεν τους κάνει. Όλα είναι τέλεια οργανωμένα και το σκηνικό θυμίζει κάποια μαγική, ιδεατή Κλινική… Από εκείνες στις οποίες δεν πληρώνεις για να πας.

Στο βάθος δεξιά βλέπουμε τις νέες και τους νέους να πίνουν, να τρώνε, να φλερτάρουν και να γλεντούν, έχοντας πια αναζωογονηθεί – όχι μόνο στο σώμα, μα κυρίως, στο πνεύμα. Τα αγάλματα της Αφροδίτης και του Έρωτα που δεσπόζουν, εξάλλου, στο κέντρο της Πηγής μας κάνουν να αναλογιστούμε πως, τελικά, η ουσία του μύθου της Νεότητας δεν βρίσκεται σε κάποια μαγικά νερά… μα στον έρωτα, που όλα τα τρυπάει με το βέλος του… ακόμα και το σκληρό καβούκι της μεγάλης ηλικίας.





***


Υποχωρεί λοιπόν ο χρόνος, βουτώντας στην πηγή ο ίδιος… Τα γένια του υποχωρούν, οι άσπρες τρίχες πέφτουν, η όραση του βελτιώνεται, τα μάγουλα ροδίζουν πάλι – και γίνεται ξανά μωρό. Ο Δεκέμβρης παραχωρεί τη θέση του στον Γενάρη – ένας κύκλος είναι όλα και εμείς γυρίζουμε μαζί του. Η απογοήτευση δίνει τη θέση στην ελπίδα, τη χαρά και πάλι πίσω.


Και εμείς μεγαλώνουμε… Και σκεφτόμαστε: που να βρίσκεται καταχωνιασμένη η Πηγή της Νιότης; Σε κάποιον τόπο μακρινό και ακόμα ανεξερεύνητο; Ή μήπως εδράζεται στη φαντασία μας, στη θέληση μας ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, στην ανεξάντλητη διάθεση για εξερεύνηση και γνώση; Στις επίγειες απολαύσεις και στη δύναμη του έρωτα – που όλα τα διαπερνά με το κοφτερό του βέλος; Σε ορισμένες μικρές στιγμές, όταν γινόμαστε ξανά μικροί και ανάλαφροι σα φτερά στον άνεμο;


Να είσαι νέος είναι ένα – Μα να έχεις παράλληλα τις γνώσεις και το μυαλό, που αποκτάς (ενίοτε) μεγαλώνοντας – αυτό θα ήταν το ιδανικό!