Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουλίου 2019

Ρόμπερτ Μπερνς: Ωδή σ' ένα Ποντίκι


Ωδή σ' ένα Ποντίκι, ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς, παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / To a Mouse, by Robert Burns





«Μικρό γυαλιστερό γυαλιστερό ζωάκι 
οπού φοβάσαι όλο και ζαρώνεις, 
μην τρέχεις να γλυτώσεις από μένα 
με βιάση τόση! 
Δε σε χτυπά το φτυάρι μου και δε μπορεί να σε σκοτώσει! 

Πολύ λυπάμαι πού οι άνθρωποι εχτροί 
γίναν σ’ όλα τα πλάσματα της φύσης, 
ώστε να σκέφτεσαι τόσο κακά γι’ αυτούς 
και να φοβάσαι εμένα πού ‘χω απ’ το χώμα γεννηθεί θνητός 
καθώς εσένα. 

Ξέρω, πώς κάθε τόσο, φτωχό, κλέβεις 
κανένα ψίχουλο, πρέπει να ζήσεις! 
Αν κάποιο στάχυ πού ‘πεοε μου πήρες 
σπουδαίο δεν είναι. 
Το στάχυ αυτό γούρι θα φέρει, κι’ άλλα 
στάχυα μεγάλα. 

Σου γκρέμισα το τοσοδούλι σου σπιτάκι 
τους παιχνιδότοιχούς του πήρ’ ο αέρας 
και δεν υπάρχουν χλωρά μούσκλα άλλο να χτίσεις• 
κι οι άνεμοι 
χίμηξαν κιόλας, παγεροί σε ζώνουν 
και σε δαγκώνουν. 

Είχες δει τα χωράφια γυμνά κι άδεια 
κι ένοιωθες να ‘ρχεται ο κακός χειμώνας• 
έλπιζες βολεμένο στο νοικοκυριό σου 
καλά να τον περνούσες. 
Μα τρακ! τ’ αλύπητο υνί σε μια στιγμούλα μόνη 
σε ξεσπιτώνει. 

Πόσον καιρό ροκάνιζες για να τον στήσεις 
κειό το μικρό σωρό τα καλαμοφυλλάκια. 
Τώρα σε διώξαν, και δε φτάνει ο πόνος 
μα δε θα 'χεις σπίτι 
σαν πάρει στα χωράφια και το στρώνει 
πάχνη και χιόνι. 

Μα, τυφλοπόντικα, δεν είσαι ο μόνος 
που δείχνει πώς η πρόνοια μάταιη είναι. 
Τα πι’ όμορφα σχέδια και ποντικών κι ανθρώπων 
συχνά σωροί συντρίμμια• 
κι η υπόσχεση αντί χαρές μας δίνει μόνο 
πλήξη και πόνο. 

Και πάλι, ω ποντικέ, από με πιο ευτυχισμένος είσαι! 
γιατί μονάχα τωρινά κακά σε βασανίζουν, 
ενώ εγώ, το μάτι αν στρέψω πίσω 
πληγές να στάζουν θ’ αντικρύσω. 
Κι’ αν μπρος κοιτάξω τρέμω για ό, τι 
μαντεύω να ’ρχεται κατόπι.» 


***


Scottish Highlands, πίνακας του Gustave Doré / Scottish Highlands, by Gustave Doré



“Wee, sleeket, cowran, tim’rous beastie, 
O, what a panic’s in thy breastie! 
Thou need na start awa sae hasty, 
Wi’ bickerin brattle! 
I wad be laith to rin an’ chase thee 
Wi’ murd’ring pattle! 


I’m truly sorry Man’s dominion 
Has broken Nature’s social union, 
An’ justifies that ill opinion, 
Which makes thee startle, 
At me, thy poor, earth-born companion, 
An’ fellow-mortal!


I doubt na, whyles, but thou may thieve; 
What then? poor beastie, thou maun live! 
A daimen-icker in a thrave 
’S a sma’ request: 
I’ll get a blessin wi’ the lave, 
An’ never miss ’t! 


Thy wee-bit housie, too, in ruin! 
It’s silly wa’s the win’s are strewin! 
An’ naething, now, to big a new ane, 
O’ foggage green! 
An’ bleak December’s winds ensuin, 
Baith snell an’ keen! 


Thou saw the fields laid bare an’ waste, 
An’ weary Winter comin fast, 
An’ cozie here, beneath the blast, 
Thou thought to dwell, 
Till crash! the cruel coulter past 
Out thro’ thy cell. 


That wee-bit heap o’ leaves an’ stibble 
Has cost thee monie a weary nibble! 
Now thou’s turn’d out, for a’ thy trouble, 
But house or hald, 
To thole the Winter’s sleety dribble, 
An’ cranreuch cauld! 


But Mousie, thou art no thy-lane, 
In proving foresight may be vain: 
The best laid schemes o’ Mice an’ Men 
Gang aft agley, 
An’ lea’e us nought but grief an’ pain, 
For promis’d joy! 


Still, thou art blest, compar’d wi’ me! 
The present only toucheth thee: 
But Och! I backward cast my e’e, 
On prospects drear! 
An’ forward tho’ I canna see, 
I guess an’ fear!” 


***



“Ωδή σ’ ένα Ποντίκι”, του ποιητή των highlands της Σκωτίας, Ρόμπερτ Μπερνς, [Robert Burns, “To a Mouse”]. Έτος καταγραφής, 1785. Λέγεται πως ο ποιητής κατέγραψε το τραγούδι ενώ είχε μόλις καταστρέψει, άθελά του, τη φωλιά του ποντικού – και κρατούσε ακόμα το άροτρο στο χέρι του. 


Η μετάφραση είναι της Ρίτας Μπούμη Παπά. Πίνακας: “Scottish Highlands” του Gustave Doré, 1875.





11 Νοεμβρίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα


Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11. Λογοτεχνία, ποίηση και τρέλα. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Περάστε, αγαπητοί! Περάστε στο όμορφο Λαγούμι μας, που άνοιξε ξανά τις πόρτες του για σας… Ένα πράγμα μόνο σας παρακαλώ: αφήστε τη λογική σας έξω, μη την πάρετε μαζί σας. Και μαζί με αυτήν πετάξτε στα σκουπίδια, για λίγο έστω, όλα όσα σας έχουν μάθει σε αυτόν τον κόσμο των ανθρώπων – που όσο λογικός πασχίζει να φαίνεται, τόσο παράλογος είναι στην ουσία του…

Τα σημερινά αποσπάσματα σχετίζονται με την τρέλα και την ποίηση. Και τον έρωτα. Και την ψευδαίσθηση. Και το μεθύσι. Όλες λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια…

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ – ο περίφημος εκείνος Γάλλος με τη μεγάλη μύτη – μας περιγράφει την εμπειρία του από το ταξίδι στη Σελήνη και τα έθιμα των Σεληνάνθρωπων, οι οποίοι κάνουν τις συναλλαγές τους με ποιήματα αντί για χρήματα… Ο Χ. Π. Λάβκραφτ μας παρουσιάζει μια κρυμμένη Πολιτεία πέρα και έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στο κλασικό του βιβλίο «Τα Βουνά της Τρέλας»… Ο Τριστάν Τζαρά γράφει, εν έτει 1918 και στη διάρκεια του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το Μανιφέστο του Νταντά… Μια γυναίκα εξομολογείται τον παράφορο έρωτά της σ’ ένα Τέρας, δια στόματος Βίκτορα Ουγκώ… Ο Τομ Ρόμπινς παίζει με τις λέξεις και αναπνέει ποίηση… Ο Έρασμος μας παρουσιάζει τη διαχρονική τρέλα του ανθρωπίνου είδους στο «Εγκώμιο της Τρέλας» του… Ο Φρίντριχ Νίτσε τονίζει πόσο αναγκαία είναι η τέχνη και, μαζί με αυτήν, η τρέλα… Ο Μπωντλαίρ μας καλεί να μεθύσουμε… Και, τέλος, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μας νανουρίζει σε κόσμους ψευδαίσθησης και τρελού, αλλοπρόσαλλου έρωτα, στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Διαβάστε μαζί μου. Και υποσχεθείτε μου πως κάτι θα αλλάξει μέσα σας μετά από αυτή την ανάγνωση… Υποσχεθείτε μου...



Συρανό ντε Μπερζεράκ – Ποιήματα αντί για χρήματα




Κολλάζ για το Ταξίδι στη Σελήνη του Συρανό ντε Μπερζεράκ - το φονικό κουνέλι




Ένας από τους παλαιότερους συγγραφείς που ισχυρίστηκαν πως είχαν ταξιδέψει στη Σελήνη, εν έτει 1657, ήταν ο Συρανό ντε Μπερζεράκ. Στη διάρκεια του ταξιδιού του συναντάει τους Σεληνάνθρωπους και γνωρίζει τα έθιμά τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που έκαναν εντύπωση στον συγγραφέα ήταν το τοπικό νόμισμα του πλανήτη: στη Σελήνη οι κάτοικοι δεν πληρώνουν με χρήματα, αλλά με… ποιήματα. Ας δούμε το απόσπασμα από το βιβλίο του:



«Μετά το γεύμα μου ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και κάνοντας χίλιες γκριμάτσες, που τις χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να δείξουν συμπάθεια, ο πανδοχέας πήρε ένα χαρτί. Τον ρώτησα αν ήταν κάποιο τσεκ ή γραμμάτιο για την πληρωμή. Απάντησε αρνητικά κι ότι τακτοποίησε την οφειλή μ' ένα ποίημα.

«Τι; Ποίημα;» έκανα. «Οι πανδοχείς έχουν την παραξενιά της ομοιοκαταληξίας;»

«Αυτό είναι το τοπικό νόμισμα», μου απάντησε, «και τα έξοδα που κάναμε εδώ κοστίσανε ένα εξάστιχο. Δεν ανησυχούσα μήπως δεν μου φτάσουν, γιατί ακόμα κι αν περνούσαμε μια εβδομάδα χλιδής, θα μας κόστιζε ένα σονέτο κι εγώ έχω τέσσερα επάνω μου, μαζί με δύο επιγράμματα, δύο ωδές κι ένα βουκολικό». […]

Ύστερα ρώτησα αν τους στίχους που χρησιμοποίησε σαν χρήμα μπορούσε να τους κοπιάρει κάποιος και να τους χρησιμοποιήσει ξανά. Μου απάντησε πως όχι και συνέχισε: «Όταν ένα ποίημα είναι έτοιμο, ο συγγραφέας το πηγαίνει στην κεντρική τράπεζα νομίσματος, όπου εδρεύει η επιτροπή των ποιητών. Εκεί, οι επίσημοι στιχουργοί θέτουν τα έργα σε δοκιμασία και, αν κριθούν καλής ποιότητας, τα διατιμούν όχι με το βάρος, αλλά με την ευφυΐα που περικλείουν. Έτσι, όποιος πεθαίνει από πείνα, πάει να πει πως είναι σκέτο βόδι, κι αυτοί που τρώνε πάντα καλά είναι οι ευφυείς».

Εκστατικός θαύμαζα τη δικαιοσύνη αυτού του τόπου».


Από το βιβλίο του Συρανό ντε Μπερζεράκ “Ταξίδι στη Σελήνη” [Cyrano de Bergerac, “L’Autre monde ou les états et empires de la Lune” – σε μτφ Ι.Λο Σκόκκο], δημοσιευμένο το 1657.

Σκεφτείτε λοιπόν, στη δική μας πραγματικότητα πλέον, να είχαμε ποιήματα, ή ενδεχομένως και τραγούδια, στη θέση των χρημάτων. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα ήταν οι ικανοί ποιητές. Και ο άνθρωπος που σκέφτεται δημιουργικά, ο άνθρωπος που συναισθάνεται βαθύτερα, θα άξιζε μια περιουσία ολόκληρη.

Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει σήμερα δηλαδή.




Χ.Π. Λάβκραφτ. Τα βουνά της τρέλας



Σύνθεση για τα Βουνά της Τρέλας του Χ.Π. Λάβκραφτ




«Όλες οι στιγμές εκείνης της πτήσης που κράτησε τέσσερις ώρες και μισή, είναι αποτυπωμένες με πυρωμένο σίδερο στη μνήμη μου, εξαιτίας της κρίσιμης σημασίας που είχαν για τη ζωή μου. Σημάδεψαν την απώλεια, στα πενήντα τέσσερα μου χρόνια, κάθε γαλήνης και κάθε ισορροπίας που διαθέτει ένα κανονικό μυαλό, χάρη στις παραδεδεγμένες ιδέες του για την περιβάλλουσα φύση και για τους φυσικούς νόμους. […]

Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε πέρα, μπροστά μας, το ανώμαλο περίγραμμα των μαγικών κώνων και πυραμίδων και οι φωνές του μας έστειλαν όλους στα παράθυρα της καμπίνας του μεγάλου αεροπλάνου. Παρά την ταχύτητά μας μεγάλωναν με αργό ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να βρίσκονταν σε άπειρη απόσταση και ότι φαίνονταν μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά σιγά-σιγά υψώθηκαν σκυθρωπά στον ουρανό της δύσης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διάφορες γυμνές, έρημες, μαυρωπές κορυφές και να νιώσουμε το ξύπνημα της αίσθησης του φανταστικού που προκαλούσε η θέα τους κάτω από το ερυθρωπό ανταρκτικό φως. Πίσω και πάνω τους ιρίδιζαν τα σύννεφα της χιονόσκονης ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη συνολική εντύπωση.

Το όλο θέαμα απέπνεε έναν επίμονο υπαινιγμό φοβερής μυστικότητας, γεννούσε μια προσμονή αποκάλυψης. Σαν να σημάδευαν οι γυμνοί, εφιαλτικοί εκείνοι πυργίσκοι τους πυλώνες μιας τρομερής πύλης που σε εισήγαγε σε απαγορευμένες σφαίρες ονείρου, σε περίπλοκες αβύσσους απόμακρου χρόνου, χώρου, πολυδιαστατικότητας. Δεν μου έφευγε η αίσθηση ότι ήταν πράγματα του κακού – βουνά παραφροσύνης, που οι πιο απόμακρες κορυφογραμμές τους ξανοίγονταν προς κάποιαν αβυσσαλέα, καταραμένη εσχατιά.

Το φόντο των ημιφώτεινων, περιδινούμενοι σύννεφων ήταν γεμάτο από άρρητες προρρήσεις μιας αόριστης, αιθέριας απεραντοσύνης, άγνωστης για τη γήινη αίσθηση του χώρου, φρικαλέα υπενθύμιση άπειρης απόστασης, ετερότητας, ερημιά που μιλούσε για τον απ’ αιώνων θάνατο αυτού του απάτητου και αβυθομέτρητου νότιου κόσμου».


Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Τα Βουνά της Τρέλας» [H.P. Lovecraft, “At the Mountains of Madness”]. Πρώτη έκδοση το 1936, σε μετάφραση: Β. Καλλιπολίτη.

Ένα μικρό απόσπασμα ενός απ' τα σημαντικότερα βιβλία τρόμου του 20ου αιώνα. Μικρό - μα παγωμένο και απόμακρο, ξεχειλίζοντας από εκείνη την αρχέγονη αίσθηση τρόμου που ο Λάβκραφτ ήξερε τόσο πετυχημένα να χειρίζεται.

Τελικά υπάρχει άραγε εκείνη η Αρχαία Πολιτεία - πιο αρχαία και από τα αρχαιότερα πλάσματα της γης -, θαμμένη κάτω από τους απάτητους πάγους του Νότου;...




Τριστάν Τζαρά – Μανιφέστο Νταντά



Νταντά - Kleine Dada Soiree των Theo van Doesburg και Kurt Schitters
Theo van Doesburg & Kurt Schitters, 1922.



«Κάθε προϊόν αηδίας που έχει την τάση να γίνει η άρνηση της οικογένειας, είναι Νταντά. Η διαμαρτυρία με τις γροθιές ολόκληρου του είναι σου και η καταστροφική δράση: ΝΤΑΝΤΑ. Η υιοθεσία όλων εκείνων των τρόπων συμπεριφοράς, που η σεξουαλική ντροπή, οι βολικοί συμβιβασμοί και η ευγένεια ανέκαθεν καταδίκαζαν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της λογικής, αυτού του χορού των ανίκανων να δημιουργήσουν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας αλλά και κάθε κοινωνικής εξίσωσης που θα επερχόταν σαν αποτέλεσμα αξιών που χαρακτηρίζουν υπηρέτες: ΝΤΑΝΤΑ.

Κάθε αντικείμενο, όλα τα αντικείμενα, τα συναισθήματα και οι ασάφειες, οι εμφανίσεις και το σοκ ακριβείας των παράλληλων γραμμών, να τα όπλα στη μάχη που δίνει το ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της μνήμης: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της αρχαιολογίας: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση των προφητών: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση του μέλλοντος: ΝΤΑΝΤΑ. Το εκλεπτυσμένο και χωρίς προκαταλήψεις πήδημα από την αρμονία σε μια άλλη σφαίρα [...] μ' αυτήν την ένταση μέσα στους θάμνους, ένταση απαλλαγμένη από τα έντομα των γαλαζοαίματων και χρυσωμένη με σώματα αρχαγγέλων, με την ψυχή του φορέα της.

Η ελευθερία: ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ - το ουρλιαχτό των συρρικνωμένων οδυνών, ο συνυφασμός των αντιθέσεων και όλων των αντιφάσεων, των γελοιοτήτων και των ασυνεπειών: Η ζωή.»


Από το περίφημο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» του Τριστάν Τζαρά [Tristan Tzara, “Le Manifeste DaDa”], σε μετάφραση Ανδρέα Κανελλίδη. Γεννημένο στην καρδιά του ιστορικού παραλογισμού, εν έτει 1918, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δίνοντας διέξοδο σε μια νέα τέχνη που πετούσε τον παραλογισμό της κοινωνίας των ανθρώπων στα σκουπίδια – επιλέγοντας, έναντι αυτής, την υγιή τρέλα της δημιουργίας… 

Κολλάζ: "Kleine Dada Soiree" των Theo van Doesburg και Kurt Schitters, του 1922.



Τομ Ρόμπινς – Αναπνέοντας ποίηση



Ο Τομ Ρόμπινς σχεδιασμένος από τον Ryan Sheffield - Tom Robbins by Ryan Sheffield
Tom Robbins by Ryan Sheffield



«Στη γλώσσα των Ινδιάνων Χάιντα, που ζούσαν στις βορειοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, το ρήμα «γράφω ποίηση» είναι ίδιο με το ρήμα «αναπνέω».

Αυτές οι εθνολογικές πληροφορίες άρεσαν πολύ στην Αμάντα, που αποφάσισε ότι στο εξής θα προσπαθούσε να ρυθμίζει κάθε ανάσα της σαν να έγραφε ένα ποίημα. Πραγματικά, κράτησε το λόγο της, και αυτός ο νέος τρόπος αναπνοής μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την προσωπική της γοητεία.

Μια φορά, ενώ ανάσαινε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στιχάκι, ρούφηξε ένα ζουζούνι που περνούσε εκείνη τη στιγμή πετώντας. «Τι απαίσια ομοιοκαταληξία», είπε η Αμάντα βήχοντας. «Μου φαίνεται ότι θα ξαναγυρίσω στην πρόζα».


Ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο του “Another Roadside Attraction” - το βιβλίο με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο [γνωστό στα ελληνικά ως «Αμάντα»]. Πρώτη έκδοση το 1971, μτφ: Γ. Μπαρουξής.



Ερωτική εξομολόγηση σ’ ένα τέρας






«Νιώθω ξεπεσμένη κοντά σου, τι ευτυχία! Να 'σαι υψηλότατη, τι ανούσιο πράγμα! Είμαι αυγούστα, πόσο με κουράζει αυτό! Ενώ σαν ξεπέφτεις, ξεκουράζεσαι. Έχω τόσο πολύ μπουχτίσει το σεβασμό, ώστε έχω ανάγκη την περιφρόνηση [...] Σ' αγαπώ όχι μόνο γιατί είσαι παραμορφωμένος, αλλά γιατί είσαι ένας τιποτένιος. Αγαπώ το τέρας, αγαπώ τον παλιάτσο. Ένας ταπεινός, βρομερός, χυδαίος, χονδροειδέστατος και φρικτός εραστής, που είναι εκτεθειμένος στο γέλιο πάνω σ’ εκείνο τον κύφωνα που τον ονομάζουν θέατρο, αυτό αποτελεί μια σοφία μοναδική. Είναι σαν να δαγκώνεις τον καρπό της αβύσσου.

Ένας εραστής ατιμωτικός είναι κάτι εξαίσιο. Να δαγκώνω το μήλο όχι του Παράδεισου, μα της κόλασης, να ποιος είναι ο δικός μου πειρασμός κι έχω αυτή την πείνα κι αυτή τη δίψα, είμαι μια Εύα κι εγώ. Η Εύα της αβύσσου. Κι εσύ, το πιθανότερο, χωρίς να το ξέρεις είσαι ένας δαίμονας. Κράτησα ως τώρα το κορμί μου για τη μάσκα του ονείρου. Είσαι κάποιο νευρόσπαστο, που ένα φάντασμα κρατά τα νήματά σου. Είσαι το όραμα του τρομερού γέλιου της κόλασης. Είσαι ο αφέντης που περίμενα. […]

Γκουινπλέιν, είμαι ο θρόνος κι εσύ είσαι το παλκοσένικο. Ας σταθούμε λοιπόν στο ίδιο επίπεδο. Αχ! Είμαι ευτυχισμένη, να που έπεσα χαμηλά. Θα ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει ως ποιο σημείο είμαι τιποτένια. Γονατίζω μπροστά σου, γιατί όσο πιο τιποτένιος γίνεσαι τόσο περισσότερο σέρνεσαι. Έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος. Εχθρικό, όμως ερπετό. Δράκοντας, όμως σκουλήκι. Ω: Είμαι έκφυλη σαν τις θεές [...]

Εσύ όμως δεν είσαι άσχημος, είσαι δύσμορφος. Ο άσχημος είναι ταπεινός, ο δύσμορφος είναι μεγάλος. Ο άσχημος είναι η γκριμάτσα του διαβόλου πίσω από την ομορφιά. [...]

…Σ' αγαπώ!» του φώναξε.

Και τον δάγκωσε καθώς του έδινε ένα φιλί.»


Βίκτωρ Ουγκώ, «Ο Άνθρωπος που Γελά» [Victor Hugo , “L'Homme qui rit”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα. Στην εικόνα σκηνή από την ταινία του 1928.

Και, ναι, ο «Άνθρωπος που γελά», με το μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο παραμορφωμένο πρόσωπό του, υπήρξε προπάτορας του γνωστού σε όλους Τζόκερ.




Έρασμος – Η τρέλα των ανθρώπων



Ο Έρασμος, σε πίνακα του Quinten Massys / Desiderius Erasmus by Quinten Massys,1517
Desiderius Erasmus by Quinten Massys, 1517



Αν η Τρέλα ήταν πρόσωπο και είχε φωνή, τι λόγια θα μας έλεγε, άραγε, για το είδος των ανθρώπων; Πιθανό να ήταν λόγια σαν αυτά που κατέγραψε, μιλώντας εξ ονόματός της, ο Έρασμος εν έτει 1509-11 στο κλασικό έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» [Desiderius Erasmus, “Moriae Encomium” / “In Praise of Folly”], από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα. Η μετάφραση είναι του Στρατή Τσίρκα και το πορτραίτο του Έρασμου του Quinten Massys [1517]. 



«Είναι απίστευτο πόσο χαίρονται, διασκεδάζουν και ξεκαρδίζονται ολοχρονίς οι αθάνατοι με τους κακόμοιρους τους ανθρώπους. Το πρωί, που δεν είναι πιωμένοι, το περνούν ακούοντας τα παράπονα και περιμένοντας τις προσευχές. Ύστερα, μόλις τσούξουν το νέκταρ και γίνουν τάπα, το ρίχνουν στο τσακίρ κέφι, και πού μυαλό για σοβαρή δουλειά. Πάνε και κάθονται όλοι μαζί στην πιο ψηλή κορφή τ’ ουρανού κι από κει σκύβοντας βλέπουν τα καμώματα των ανθρώπων. Δε βρίσκεται στον κόσμο θέαμα που να το γλεντούν περισσότερο. Θεούλη μου, τι θέαμα είναι τούτο! Τί ποικιλία από τρελούς και τί βαβυλωνία! [...]

Να ένας άντρας που ψοφά για μια τοσηδά γυναικούλα, κι όσο λιγότερο τον αγαπάει αυτή, τόσο το πάθος του κορώνει. Ο άλλος παντρεύεται όχι γυναίκα, μα προίκα. Τούτος κάνει το ρουφιάνο στη γυναίκα του, ο άλλος ζηλεύει τη δική του και την προσέχει όλος μάτια, σαν τον Άργο. [...] Αυτός μαζεύει όσα μπορεί για να τα ρίξει στην κοιλάθρα του, κι ας πεθάνει αύριο της πείνας. [...] Να ένας που ζει με θαλασσοδάνεια και θαρρεί πως είναι πλούσιος, ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό. Άλλος το νομίζει ευτύχημα να ζεί φτωχικά, για να κάνει πλούσιο τον κληρονόμο του. Τούτος για μια σταλιά κι όχι σίγουρο κέρδος αλωνίζει τις θάλασσες κιντυνεύοντας στους αγέρηδες και στα κύματα τη ζωή του, που κανένας θησαυρός δε θα μπορέσει να του την ξαναδώσει. Ο άλλος προτιμά να γυρέψει την τύχη του στον πόλεμο, παρά να ζήσει στο σπιτάκι του ήσυχος κι ασφαλισμένος. [...]

Είναι μερικοί, πλούσιοι μόνο από ελπίδες• τα ευχάριστα όνειρα που κάνουν μόνοι τους θαρρούν πως φτάνουν για την ευτυχία τους. Πολλοί ευχαριστιούνται να φαίνονται παραλήδες στον κόσμο, και σπίτι τους πεθαίνουν συστηματικά της πείνας. Τούτος βιάζεται να σπαταλήσει όσα έχει, ο άλλος θησαυρίζει αδίσταχτα και στοιβάζει. Ο ένας τρελαίνεται για πόστα και λαχανιάζει ψαρεύοντας ψήφους, ο άλλος καρφί δεν του καίγεται και χουζουρεύει στη γωνίτσα του πλάι στο τζάκι. Κάμποσοι βάζουν μπρος δίκες ατέλειωτες και συνερίζονται με πείσμα, ποιος θα πλουτίσει δικαστή που δίνει πρόθυμα τις αναβολές και συνένοχό του δικηγόρο, με τις στρεψοδικίες του. [...]

Κοντολογής, αν μπορούσατε να κοιτάξετε από το Φεγγάρι την αμέτρητη σύγχυση των ανθρώπων, θα νομίζατε πως βλέπετε σύννεφο μύγες και σκνίπες, να τσακώνονται, να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο, να στήνουν παγίδες, να κλέβουν, να παίζουν, να τσιλιπουρδίζουν, να γεννοβολούν, να πέφτουν και να πεθαίνουν. Και θα σας φαινόταν απίστευτο πόσες ταραχές, πόσες τραγωδίες ξεσηκώνει ένα τοσοδούλικο ζωύφιο, που προορίζεται σε λίγο να χαθεί.»



Νίτσε – Η αναγκαιότητα της τέχνης και της τρέλας




Ο Νίτσε σε χαρακτικό του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



«Αν δεν είχαμε καλοδεχτεί τις τέχνες κι αν δεν είχαμε επινοήσει αυτό το είδος της λατρείας του αναληθούς, τότε η κατανόηση της γενικής αναλήθειας και ψευδότητας, στην οποία μας οδηγεί η επιστήμη — η κατανόηση ότι η ψευδαίσθηση και η πλάνη είναι προϋποθέσεις της γιγνώσκουσας και αισθανόμενης ύπαρξης — θα 'ταν ανυπόφορη. Η εντιμότητα θα μας οδηγούσε στην αηδία και στην αυτοκτονία. Να όμως που υπάρχει μια αντιδύναμη κατά της εντιμότητάς μας, αντιδύναμη που μας βοηθάει να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες: είναι η τέχνη ως καλή θέληση για φαινομενικότητα.

Ως αισθητικό φαινόμενο η ύπαρξη είναι πάντα υποφερτή για μας και η τέχνη μας δίνει μάτια και χέρια και, πάνω απ' όλα, την καλή συνείδηση που χρειάζεται για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε τέτοιο φαινόμενο. Κάπου-κάπου πρέπει να ξεκουραζόμαστε από τον εαυτό μας κοιτάζοντάς τον από ψηλά, κοιτάζοντάς τον κάτω από ψηλά και, από μια καλλιτεχνική απόσταση, να τον περιγελούμε ή να τον κλαίμε. Πρέπει να ανακαλύπτουμε τόσο τον ήρωα όσο και τον γελωτοποιό που κρύβονται μέσα στο πάθος μας για γνώση• πρέπει κάπου-κάπου να απολαμβάνουμε την τρέλα μας προκειμένου να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη σοφία μας!

Επειδή ακριβώς είμαστε κατά βάθος βαριοί και σοβαροί άνθρωποι (περισσότερο βάρη παρά άνθρωποι) τίποτε δεν μας ωφελεί περισσότερο από τη σκούφια του τρελού: τη χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας — χρειαζόμαστε κάθε ζωηρή, κυμαινόμενη, χορευτική, κοροϊδευτική, παιδιάστικη και μακάρια τέχνη για να μη χάσουμε εκείνη την ελευθερία πάνω από τα πράγματα, την ελευθερία την οποία απαιτεί από μας το ιδανικό μας.

Και θα 'ταν ξανακύλισμα για μας (λόγω της ευερέθιστης εντιμότητάς μας) να πέφταμε εντελώς στην ηθική και να καταλήγαμε να γίνουμε ενάρετα τέρατα και σκιάχτρα για χάρη των υπεραυστηρών απαιτήσεων που θα είχαμε από τους εαυτούς μας. Πρέπει επίσης να μπορέσουμε να σταθούμε πάνω από την ηθική — κι όχι μόνο να σταθούμε, με την αγωνιώδη ακαμψία ενός ανθρώπου που κάθε στιγμή φοβάται μήπως γλιστρήσει και πέσει• πρέπει να μπορέσουμε να πετάξουμε πάνω από την ηθική και να παίξουμε! Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε δίχως την τέχνη και δίχως την τρέλα;

Και όσο συνεχίζετε να ντρέπεστε με κάποιον τρόπο για τον εαυτό σας, δεν ανήκετε σε μας!»



Φρίντριχ Νίτσε, από την «Χαρούμενη Επιστήμη» (Η Χαρούμενη Γνώση) [Friedrich Nietzsche, “Die fröhliche Wissenschaft” / The Gay Science or The Joyful Wisdom]. Πρώτη έκδοση 1882, μετάφραση: Λίλα Τρουλινου. Tο χαρακτικό είναι του Edvard Munch.



Μεθύστε μαζί με τον Μπωντλαίρ



Νύμφη που πίνει, πίνακας του Ferdinand Keller.
Art by Ferdinand Keller



«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: αυτό είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μην νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.

Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε».


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε". Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Η Μελαγχολία του Παρισιού" [Charles Baudelaire, “Le Spleen De Paris”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Η μετάφραση του Στέλιου Βαρβαρούση και ο πίνακας στην εικόνα του Ferdinand Keller.

Ας μεθύσουμε λοιπόν.....




Τρελοί, ποιητές και ερωτοχτυπημένοι



Σκηνή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ, πίνακας του Edwin Landseer [1851]
“Scene from A Midsummer Night's Dream”, Edwin Landseer [1851]



Άκουσα να λένε πως υπάρχει μια νύχτα, στη διάρκεια του μεσοκαλόκαιρου, που μια φορά στα τόσα κάτι μαγικό συμβαίνει – ζωντανεύουν, λέει, πανάρχαια πλάσματα του δάσους, η ομορφιά ερωτεύεται την ασχήμια, η λογική παθιάζεται με την τρέλα, οι άρχοντες γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί αποκτούν στέμμα φτιαγμένο από φυτά του δάσους. Και στη διάρκεια αυτής της νύχτας, λένε, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμα τα πιο τρελά σου όνειρα. Ή όπως λέει ο ποιητής:



«Μόνον οι ερωτοχτυπημένοι κι οι τρελοί,

που βράζουν τα μυαλά τους, βλέπουν τέτοια ονείρατα

κι ίσκιους που δεν τους νιώθει η λογική. Οι τρελοί,

οι ερωτεμένοι κι οι ποιητές γιομάτοι είν’ όλοι

φαντασία. Ο ένας βλέπει τόσους διαβόλους

που ούτε η κόλαση η πλατιά δεν τους χωράει.

Ο χτυπημένος απ’ τον έρωτα τρελός κι αυτός

θαρρεί πως βλέπει της Ελένης ομορφιά

σε μούτρο αράπη. Του ποιητή το μάτι βόσκοντας

σε μια άλλη τρέλα ωραία πηδάει από τη γη

στον ουρανό κι από τον ουρανό στη γη

κι ό,τι μορφές από άγνωστα μας πλάθει η φαντασία,

η πένα του ποιητή σε σκήμα τις τορνεύει

και στο αιθέριο τίποτα του δίνει θέση

να στέκει κι όνομα. Έχει τέτοια η φαντασία

εξαίσια χάρη• αρκεί να νιώσει μόνο μια χαρά και βλέπει όποιον φέρνει τη χαρά• ή τη νύχτα,

σαν της περάσει κάποιος φόβος, πόσο είν’ εύκολο να πάρει κούτσουρο γι’ αρκούδα!»





[Κι ενώ ξημερώνει, κάπου στην καρδιά του δάσους....]




ΟΜΠΕΡΟΝ: Ξύπνα, Τιτάνια μου, γλυκιά βασίλισσά μου!


ΤΙΤΑΝΙΑ: Καλέ μου! τί’ ταν τούτη η υπνοφαντασία μου!

Είδα πως τάχα είχα αγαπήσει ένα γαϊδούρι.»



Τα αποσπάσματα από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σάιξπηρ [William Shakespeare, “A Midsummer Night's Dream”] σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Πρώτη έκδοση: 1595-96. Πίνακας: “Scene from A Midsummer Night's Dream” του Edwin Landseer [1851].


Σε αναμονή αυτής της νύχτας, το λοιπόν. Προσοχή μόνο, γιατί διαρκεί για λίγες μόνο ώρες – μπορεί και να τη χάσουμε. Μα αν συμβεί αυτό, υπάρχει πάντα και Του Χρόνου...

Τι μένει, λοιπόν, όταν το όνειρο έχει πια χαθεί; Νομίζω το μόνο που μένει είναι να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Αν όχι με έρωτα, με μεθύσι. Και αν όχι με μεθύσι, με ποίηση. Και τέχνη.

Τι άλλο μας μένει λοιπόν;…



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ


© Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος 2018.

8 Μαρτίου 2017

Οι Παροιμίες της Κόλασης του Ουίλιαμ Μπλέικ



Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης, σε εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / William Blake's The Marriage of Heaven and Hell




«Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.»


«Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.»


«Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.»


«Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.»




Στα τέλη του 18ου αιώνα, κι ενώ η Γαλλική Επανάσταση θέριζε σαν στάχυα τις αποξηραμένες αντιλήψεις του κόσμου, κάπου βορειότερα, στην Αγγλία, ένας κεραυνός έσκιζε στα δυο τον συννεφιασμένο νυχτερινό ουρανό. Από τη μία ξεχύθηκε βροχή, από την άλλη φως. Και κάπου εκεί, στο πάντρεμά τους, ξεπρόβαλλε, δαιμονισμένος προφήτης με μάτια που έλαμπαν, ο William Blake.

Τον καιρό που έζησε λίγοι τον θαύμασαν και αφουγκράστηκαν με προσοχή τα λόγια του. Οι περισσότεροι προσπέρασαν, όπως θα προσπερνούσαν έναν τρελό στο δρόμο. Μα στον Μπλέικ ανήκε το μέλλον, όχι το παρόν. Σε μια εποχή που κήρυττε το πάθος του συστήματος, ο Μπλέικ θέλησε να γκρεμίσει κάθε σύστημα. Σε μια κοινωνία βουτηγμένη στην άβυσσο της θρησκευτικής υποκρισίας, ο Μπλέικ επιχείρησε να παντρέψει τους αγγέλους με τους διαβόλους. Σε ένα περιβάλλον διαποτισμένο από την κοινωνική αδικία, στάθηκε υπέρμαχος της εξέγερσης.

Στο βάθρο της λογικής, ο Μπλέικ τοποθέτησε τη φαντασία. Τέχνη του ήταν η ενόραση, το όραμα. Οι στίχοι του ξεπρόβαλαν από μέσα του σαν όνειρο. Η ζωγραφική του έμοιαζε περισσότερο με έκσταση. Αυτός δεν ήταν καλλιτέχνης, δεν ήταν ποιητής. Ήταν ο κεραυνός ο ίδιος· τα μάτια της τίγρης στο σκοτάδι. Όσο τρομαχτικά, άλλο τόσο θεϊκά στην ομορφιά τους.

Μεταξύ 1790 και 1793 έγραψε τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» [“The Marriage Of Heaven And Hell”]. Από το βιβλίο θα σας παρουσιάσω ένα απόσπασμα: ο λόγος για τις «Παροιμίες της Κόλασης», μια σειρά αφορισμών, αποκαλυπτικών και αινιγματικών ταυτόχρονα, που μοιάζουν βγαλμένες από κάποιο άδυτο. Ένα μέρος που ξεχειλίζει ηδονή, δύναμη, φόβο, σοφία και πραότητα – όλα μαζί. Το κείμενο συνοδεύουν ορισμένες από τις χαρακτηριστικές χαλκογραφίες με τις οποίες έντυσε τους στίχους του ο Μπλέικ.

Οι γάμοι του ουρανού με την κόλαση έχουν αρχίσει – και είσαι καλεσμένος.



Μια Αξιομνημόνευτη Φαντασίωση




«Καθώς περπατούσα ανάμεσα στις φλόγες της κόλασης, γοητευμένος από τις απολαύσεις του Πνεύματος, που οι Άγγελοι θεωρούν μαρτύριο και παραφροσύνη, συνέλεξα μερικές από τις Παροιμίες τους• με τη σκέψη ότι όπως τα γνωμικά ενός λαού φωτίζουν τον χαρακτήρα του, έτσι και οι Παροιμίες της Κόλασης φανερώνουν τη φύση της Δαιμονικής σοφίας καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή κτιρίων η ενδυμάτων.

Όταν επέστρεψα: στην άβυσσο των πέντε αισθήσεων, όπου ένα απόκρημνο βάραθρο στέκει απειλητικό πάνω από τον παρόντα κόσμο, είδα έναν παντοδύναμο Διάβολο τυλιγμένο σε μαύρα σύννεφα, να περιφέρεται στην άκρη του βράχου, και με διαβρωτικές φλόγες να γράφει τον ακόλουθο λόγο που συνέλαβε ο νους των ανθρώπων, και τώρα διαβάζεται απ' αυτούς στη γη:

Πως ξέρεις αν κάθε Πουλί που σκίζει τους δρόμους τ’ ουρανού,

Δεν είναι ένας απέραντος κόσμος ηδονής, περίκλειστος στις πέντε σου αισθήσεις;»



Οι Παροιμίες της Κόλασης, λόγια και εικονογράφηση του Ουίλιαμ Μπλέικ / Proverbs of Hell, by William Blake



Παροιμίες της Κόλασης




Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.


Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκαλα των νεκρών.


Ο δρόμος της υπερβολής καταλήγει στο παλάτι της σοφίας.


Η Σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη, που τη φλερτάρει η Ανικανότητα.


Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.


Το κομμένο σκουλήκι δίνει άφεση στο αλέτρι.


Βούτηξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.


Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.


Αυτός που το πρόσωπο του δεν αναδίνει φως, δεν θα γίνει ποτέ άστρο.


Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.


Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.


Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι• της σοφίας όμως κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.


Η τροφή που χορταίνει δεν πιάνεται με δίχτυ ή παγίδα.


Την κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.


Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.


Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.


Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.


Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.


Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.


Η ντροπή είναι ο μανδύας της Έπαρσης.


Οι Φυλακές είναι χτισμένες με τις πέτρες του Νόμου, τα Πορνεία με τις πλίνθους της Θρησκείας.


Η έπαρση του παγονιού είναι η δόξα του Θεού.


Η λαγνεία του τράγου είναι η γενναιοδωρία του Θεού.


Η οργή του λιονταριού είναι η σοφία του Θεού.


Η γύμνια της γυναίκας είναι το έργο του Θεού.


Η υπερβολική λύπη γελάει. Η υπερβολική χαρά θρηνεί.



Από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης του Γουίλιαμ Μπλέικ / From the Marriage of Heaven and Hell by William Blake




Ο βρυχηθμός των λιονταριών, το ουρλιαχτό των λύκων, το μάνιασμα της ταραγμένης θάλασσας και το σπαθί του ολέθρου είναι κομμάτια αιωνιότητας, πολύ μεγάλα για το μάτι του ανθρώπου.


Η αλεπού καταριέται το δόκανο, όχι τον εαυτό της.


Οι χαρές γονιμοποιούν. Οι λύπες γεννούν.


Ο άντρας ας φορέσει το τομάρι του λιονταριού, η γυναίκα την προβιά του αμνού.


Το πουλί μια φωλιά, η αράχνη έναν ιστό, ο άνθρωπος τη φιλία.


Ο τρελός με το αυτάρεσκο χαμόγελο και ο σκυθρωπός βαρύθυμος τρελός μια μέρα θα νομιστούν σοφοί• για όλους, ράβδος.


Αυτό που σήμερα είναι αποδεδειγμένο, κάποτε δεν ήταν παρά γέννημα της φαντασίας.


Ο αρουραίος, ο ποντικός, η αλεπού, ο λαγός κοιτάζουν τις ρίζες• το λιοντάρι, η τίγρη, το άλογο, ο ελέφαντας κοιτάζουν τους καρπούς.


Η στέρνα περιέχει• η κρήνη ξεχειλίζει.


Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.


Λέγε πάντα ελεύθερα τη γνώμη σου και ο τιποτένιος θα σε αποφύγει.


Ό,τι πιστευτό, είναι μια εικόνα της αλήθειας.


Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ' το κοράκι.


Η αλεπού προνοεί για τον εαυτό της, αλλά ο Θεός προνοεί για το λιοντάρι.


Το πρωί να σκέφτεσαι. Το μεσημέρι να πράττεις. Το βράδυ να τρως. Τη νύχτα να κοιμάσαι.


Αυτός που άφησε να τον εξαπατήσεις, σε γνωρίζει.


Όπως το αλέτρι υπακούει στις λέξεις, έτσι και ο Θεός ανταμείβει τις προσευχές.


Οι τίγρεις της οργής είναι σοφότερες από τα άλογα της μάθησης.


Από το στάσιμο νερό να περιμένεις δηλητήριο.


Ποτέ δεν θα μάθεις τι είναι αρκετό αν δεν μάθεις τι είναι περισσότερο από αρκετό.


Ν' ακούς τις κατηγόριες του τρελού. Είναι βασιλικός τίτλος!


Τα μάτια της φωτιάς, τα ρουθούνια του αέρα, το στόμα του νερού, τα γένια της γης.


Ο άτολμος είναι τολμηρός στον δόλο.


Η μηλιά δεν ρωτάει ποτέ την οξιά πως να μεγαλώσει• ούτε το λιοντάρι το άλογο πως να πιάσει τη λεία του.




Εικαστικό και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ για τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / William Blake's art for The Marriage of Heaven and Hell





Ο ευγνώμων αποδέκτης χαίρεται πλούσια σοδειά.


Αν άλλοι δεν ήταν ανόητοι, θα 'πρεπε να 'μασταν εμείς.


Η ψυχή της γλυκιάς ηδονής ποτέ δεν μιαίνεται.


Όταν κοιτάζεις έναν Αετό, κοιτάζεις ένα μέρος του Πνεύματος. Ύψωσε το βλέμμα σου!


Όπως η κάμπια διαλέγει τα πιο όμορφα φύλλα για ν' αποθέσει τ’ αυγά της, έτσι και ο παπάς εξαπολύει την κατάρα του πάνω στις πιο όμορφες χαρές.


Για να γεννηθεί ένα αγριολούλουδο χρειάζεται τοκετός αιώνων.


Η κατάρα δυναμώνει• η ευχή χαλαρώνει.


Το καλύτερο κρασί είναι το πιο παλιό, το καλύτερο νερό είναι το πιο φρέσκο.


Οι προσευχές δεν οργώνουν! Οι ύμνοι δεν θερίζουν! Οι χαρές δεν γελούν! Οι θλίψεις δεν κλαίνε!


Το κεφάλι Ευγένεια, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Αναλογία.


Ό,τι ο αέρας για το πουλί κι η θάλασσα για το ψάρι, έτσι κι η καταφρόνια για τον αξιοκαταφρόνητο.


Το κοράκι θα ήθελε όλα να είναι μαύρα• η κουκουβάγια όλα να είναι λευκά.


Το Σφρίγος είναι Ομορφιά.


Αν το λιοντάρι έπαιρνε συμβουλές από την αλεπού, τότε θα γινόταν πονηρό.


Η Πρόοδος φτιάχνει ίσιους δρόμους• αλλά οι ανώμαλοι δρόμοι χωρίς την Πρόοδο είναι οι δρόμοι της Ιδιοφυΐας.


Καλύτερα να πνίξεις ένα μωρό στην κούνια του παρά να τρέφεις ανικανοποίητους πόθους.


Εκεί που απουσιάζει ο άνθρωπος, η φύση είναι στείρα.


Η Αλήθεια δεν μπορεί να ειπωθεί έτσι που να είναι κατανοητή, αλλά όχι πιστευτή.


Φτάνει! ή Περισσεύει.»



Ήταν ένα απόσπασμα από τους «Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης» του Ουίλιαμ Μπλέικ, οι οποίοι κυκλοφορούν σε μετάφραση και εισαγωγή του Χάρη Βλαβιανού από τις εκδόσεις Νεφέλη. Για την παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, 2017-19.



Η φωνή του διαβόλου, εικονογράφηση και στίχοι του Ουίλιαμ Μπλέικ, από τους Γάμους του Ουρανού και της Κόλασης / The voice of the devil, by William Blake

4 Απριλίου 2016

Patti Smith. Σκόρπιες Σκέψεις, Σπόροι στο Χώμα...





Σκόρπιες σκέψεις και λέξεις της κυρίας στη φωτογραφία. Φράσεις σκορπισμένες σαν σπόροι μες στη γη, πεταμένες δω κι εκεί. Ποιος ξέρει όμως... ίσως κάποιοι απ’ αυτούς τους σπόρους να πετάξουν ένα μικρό βλαστάρι στη σκέψη σου, φίλε αναγνώστη. Και ο καρπός της Patti Smith να γίνει και δικός σου.



«Οι πάντες σκέφτονται τον Θεό σαν άνθρωπο – δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό: ο Άι Βασίλης ήταν άνθρωπος, άρα και ο Θεός πρέπει να ‘ναι το ίδιο».


***


«Ένας καλλιτέχνης φορά το έργο του στη θέση των πληγών του».


***


«Ήμουν πάντα της πεποίθησης πως το Ροκ ‘εν Ρολ ανήκει στον κόσμο... όχι στους ροκ σταρ»


***


«Για μένα το Πανκ Ροκ είναι η ελευθερία να δημιουργείς, η ελευθερία να είσαι πετυχημένος, η ελευθερία να είσαι αποτυχημένος, η ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου. Η ελευθερία».


***




***


«Ο Χριστός ήταν ένας άνθρωπος άξιος να επαναστατήσεις εναντίον του, γιατί ήταν επανάσταση ο ίδιος»


***


«Καθόλου δε με φοβίζει η τρομοκρατία. Εκείνο που φοβάμαι είναι η απώλεια της ελευθερίας μας, της κινητικότητάς μας, της παγκόσμιας συντροφικότητας».


***


«Λάτρευα τα βιβλία· πέρασα την παιδική μου ηλικία διαβάζοντας. Σας παρακαλώ, όσο και αν εξελιχθούμε στην τεχνολογία, μην εγκαταλείψετε τα βιβλία... Δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο στον υλικό μας κόσμο απ’ τα βιβλία».


***


«Τίποτα ποτέ δεν γίνεται να επαναληφθεί, ν’ αναπαραχθεί το ίδιο. Καμιά αγάπη, κανένα κόσμημα, ούτε μια μικρή γραμμή».


***


«Θυμήσου, εμείς είμαστε θνητοί· μα η ποίηση δεν είναι».


***


«Όταν πέφτεις πάνω σ’ ένα τοίχο, κλώτσησε απάνω του».


***


«Δεν χρειάζονται όλα τα όνειρα να γίνονται κατανοητά».


***




***


«Σε περιόδους που αισθανόμουν πεσμένη, σκεφτόμουν ποιο το νόημα της δημιουργίας της τέχνης. Για ποιον την κάνουμε; Προσπαθούμε να μιμηθούμε το Θεό; Επικοινωνούμε με τους εαυτούς μας; Και ποιος ήταν ο υπέρτατος στόχος; Να δει κάποιος την τέχνη του να στεγάζεται σε κάποιον απ’ τους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης – είτε τους λέμε Μοντέρνα Μουσεία, είτε Λούβρο».


***


«Ένας συγγραφέας ή καλλιτέχνης δεν μπορεί να προσδοκεί πως θα τον αγκαλιάσει ο κόσμος. Είχα φτιάξει δίσκους που φαινόταν πως δεν τους άκουγε κανείς. Γράφεις βιβλία ποίησης, που άντε να διαβάσουν 50 άνθρωποι. Και συνεχίζεις παρόλ’ αυτά να κάνεις τη δουλειά σου, γιατί έτσι πρέπει - γιατί αυτό είναι το κάλεσμά σου.

Μα είναι όμορφο να σε αγκαλιάζει ο κόσμος...»


***


«Η αλήθεια είναι πως όσο μεγαλώνεις στη ζωή, το κυνήγι της τέχνης και το κυνήγι νέων ιδεών, όλα αυτά κρατούν το νου σου φρέσκο».


***


«Για κάθε τί άσχημο που γίνεται, συμβαίνουν ταυτόχρονα εκατομμύρια συναρπαστικά πράγματα, όπως η κυκλοφορία ενός υπέροχου βιβλίου, μια ωραία νέα ταινία, ο ουρανός που μοιάζει με χρυσός, ή το καλύτερο φλιτζάνι καφέ που είχες στη ζωή σου».


***


« - Τι θα απογίνουμε εμείς; ρώτησα.
- Πάντα θα υπάρχει το εμείς, απάντησε.»


***


Και ένα που νομίζω είναι γνωστό σε αρκετούς ανάμεσά σας...



«Ο Ιησούς πέθανε για τις αμαρτίες κάποιων άλλων... όχι τις δικές μου».



17 Ιουνίου 2014

The Lady of Shalott


John Williams Waterhouse - The Lady of Shalott


Ο Alfred Lord Tennyson ήταν ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς ποιητές του 19ου αιώνα. Εν έτει 1833 έγραψε ένα ποίημα, αντλώντας έμπνευση από τους μύθους του βασιλιά Αρθούρου, με θέμα του μια μοναχική γυναίκα που κατοικούσε σ’ έναν πύργο. Το όνομα της γυναίκας ήταν “Elaine of Astolat”, ή «Ελέιν η Λευκή». Ο Tennyson ονόμασε το ποίημα “The Lady of Shalott”.

Ενάμιση αιώνα μετά, εν έτει 1991, η Loreena McKennitt θα μας έδινε μία μοναδική μελοποιημένη διασκευή του ποιήματος – το “The Lady of Shalott” παραμένει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια που έγραψε ποτέ. Συν τοις άλλοις, είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια (11.34 λεπτά) από όλα τα τραγούδια της και αποτέλεσε μία από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές του άλμπουμ “The Visit” – του δίσκου που την καταξίωσε.



Loreena McKennitt


Συνοπτικά, το ποίημα αναφέρεται σε μια όμορφη γυναίκα που ζει μόνη σ’ έναν πύργο, καταμεσής ενός νησιού – το όνομα του νησιού είναι Σαλότ. Κανείς ποτέ από τις γύρω πολιτείες δεν έχει δει τη γυναίκα. Μόνο ο Χάρος, λένε, ενώ γυρίζει εκεί κοντά, την ακούει ορισμένες φορές να τραγουδά και ψιθυρίζει: «Είναι η Ωραία του Σαλότ».

Έξω απ’ το νησί δεσπόζει το αχτινοβόλο Κάμελοτ. Μα η γυναίκα έχει ακούσει πως, αν στρέψει το βλέμμα έξω απ’ το παράθυρο της και κοιτάξει προς το Κάμελοτ, μια κατάρα θα ξαπολυθεί επάνω της. Γι’ αυτό λοιπόν αναγκάζεται να έχει μόνιμα τη πλάτη της στραμμένη απ’ τα παράθυρα, αποφεύγοντας κάθε επαφή με τον έξω κόσμο, υφαίνοντας και τραγουδώντας.

Απέναντι της δεσπόζει ένας πελώριος καθρέπτης. Μέσω του καθρέπτη η γυναίκα μπορεί και κλέβει ματιές του έξω κόσμου... Παρατηρεί χωρικούς που γυροφέρνουν, ιερείς, ιππότες πάνω στ’ άλογα τους... μα όλα συνιστούν σκιές του αληθινού κόσμου, ένα υποκατάστατο, όχι η πραγματικότητα. Και η γυναίκα συνεχίζει να υφαίνει και η ζωή κυλά.






Κάποια μέρα όμως περνά έξω από τον πύργο ο Λάνσελοτ, ο τρανότερος των ιπποτών, ιππεύοντας το άλογο του, η πανοπλία του λαμποκοπώντας στον ήλιο. Ενώ ο ιππότης αρχίζει ένα τραγούδι, η λαίδη, για πρώτη φορά, παρασύρεται και κοιτάζει έξω απ’ το παράθυρο, ελπίζοντας να δει τον ιππότη όπως είναι στην πραγματικότητα. Μία ματιά μόνο, μια σπιθαμή αλήθειας. Τότε ο καθρέπτης μεμιάς ραγίζει. Το υφαντό πέφτει απ’ το παράθυρο. Η κατάρα έχει ξαπολυθεί επάνω της.

Έξω ξεσπάει μια δυνατή μπόρα και η λαίδη αποφασίζει να βγει από τον πύργο. Πλέον δε τη νοιάζει τίποτα – γνωρίζει πως είναι πια αργά. Βρίσκει μια βάρκα, γράφει με λευκά γράμματα πάνω της “The Lady of Shalott”, μπαίνει μέσα και αφήνει να την πάρει το ποτάμι. Η κατεύθυνση του ποταμού δεν ήταν άλλη από το Κάμελοτ – η μαγική Πολιτεία, το όνειρο των ανθρώπων όλου του κόσμου. Η γυναίκα ήξερε πως ήταν πια καταραμένη, μα πλέον δε φοβόταν. Έβλεπε τον κόσμο επιτέλους, ένιωθε τη βροχή να πέφτει πάνω της, άκουγε το θρόισμα των φύλλων. Άρχισε να τραγουδά, ενώ η βάρκα συνέχιζε τη πορεία της.

Μα ποτέ δεν έφτασε στο Κάμελοτ. Πέθανε τραγουδώντας, ενώ την παρέσερνε ο ποταμός.

Τελικά, κάποια στιγμή, η βάρκα έφτασε στο Κάμελοτ. Ο κόσμος μαζεύτηκε για να τη δει, τη νεκρή γυναίκα που διέσχισε τον ποταμό, μα φοβόταν να πλησιάσει. Άρχισαν να κάνουν τον σταυρό τους. Μόνο ο Λάνσελοτ, που ήταν εκεί κοντά, παραμέρισε το πλήθος και πλησίασε, αποφασισμένος, προς το σώμα της γυναίκας.

Έσκυψε κοντά της, δεήθηκε στον Θεό, την κοίταξε και είπε: «Έχει τόσο όμορφο πρόσωπο».






“On either side of the river lie
Long fields of barley and of rye,
That clothe the world and meet the sky;
And thro' the field the road run by
To many-towered Camelot;
And up and down the people go,
Gazing where the lilies blow
Round an island there below,
The island of Shalott.

Willows whiten, aspens quiver,
Little breezes dusk and shiver
Thro' the wave that runs for ever
By the island in the river
Flowing down to Camelot.
Four grey walls, and four grey towers,
Overlook a space of flowers,
And the silent isle imbowers
The Lady of Shalott.

Only reapers, reaping early,
In among the bearded barley
Hear a song that echoes cheerly
From the river winding clearly
Down to tower'd Camelot;
And by the moon the reaper weary,
Piling sheaves in uplands airy,
Listening, whispers "'tis the fairy
The Lady of Shalott."

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay,
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.
She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

And moving through a mirror clear
That hangs before her all the year,
Shadows of the world appear.
There she sees the highway near
Winding down to Camelot;
And sometimes thro' the mirror blue
The Knights come riding two and two.
She hath no loyal Knight and true,
The Lady Of Shalott.

But in her web she still delights
To weave the mirror's magic sights,
For often thro' the silent nights
A funeral, with plumes and lights
And music, went to Camelot;
Or when the Moon was overhead,
Came two young lovers lately wed.
"I am half sick of shadows," said
The Lady Of Shalott.

A bow-shot from her bower-eaves,
He rode between the barley sheaves,
The sun came dazzling thro' the leaves,
And flamed upon the brazen greaves
Of bold Sir Lancelot.
A red-cross knight for ever kneel'd
To a lady in his shield,
That sparkled on the yellow field,
Beside remote Shalott.

His broad clear brow in sunlight glow'd;
On burnish'd hooves his war-horse trode;
From underneath his helmet flow'd
His coal-black curls as on he rode,
As he rode back to Camelot.
From the bank and from the river
He flashed into the crystal mirror,
"Tirra Lirra," by the river
Sang Sir Lancelot.

She left the web, she left the loom,
She made three paces taro' the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She looked down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror cracked from side to side;
"The curse is come upon me," cried
The Lady of Shalott.

In the stormy east-wind straining,
The pale yellow woods were waning,
The broad stream in his banks complaining.
Heavily the low sky raining
Over towered Camelot;
Down she came and found a boat
Beneath a willow left afloat,
And round about the prow she wrote
The Lady of Shalott

And down the river's dim expanse
Like some bold seer in a trance,
Seeing all his own mischance -
With a glassy countenance
Did she look to Camelot.
And at the closing of the day
She loosed the chain and down she lay;
The broad stream bore her far away,
The Lady of Shalott.

Heard a carol, mournful, holy,
Chanted loudly, chanted lowly,
Till her blood was frozen slowly,
And her eyes were darkened wholly,
Turn'd to towered Camelot.
For ere she reach'd upon the tide
The first house by the water-side,
Singing in her song she died,
The Lady of Shalott.

Under tower and balcony,
By garden-wall and gallery,
A gleaming shape she floated by,
Dead-pale between the houses high,
Silent into Camelot.
Out upon the wharfs they came,
Knight and Burgher, Lord and Dame,
And round the prow they read her name,
The Lady of Shalott.

Who is this? And what is here?
And in the lighted palace near
Died the sound of royal cheer;
And they crossed themselves for fear,
All the Knights at Camelot;
But Lancelot mused a little space
He said, "She has a lovely face;
God in his mercy lend her grace,

The Lady of Shalott.”