Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νταντά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νταντά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Νοεμβρίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα


Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11. Λογοτεχνία, ποίηση και τρέλα. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Περάστε, αγαπητοί! Περάστε στο όμορφο Λαγούμι μας, που άνοιξε ξανά τις πόρτες του για σας… Ένα πράγμα μόνο σας παρακαλώ: αφήστε τη λογική σας έξω, μη την πάρετε μαζί σας. Και μαζί με αυτήν πετάξτε στα σκουπίδια, για λίγο έστω, όλα όσα σας έχουν μάθει σε αυτόν τον κόσμο των ανθρώπων – που όσο λογικός πασχίζει να φαίνεται, τόσο παράλογος είναι στην ουσία του…

Τα σημερινά αποσπάσματα σχετίζονται με την τρέλα και την ποίηση. Και τον έρωτα. Και την ψευδαίσθηση. Και το μεθύσι. Όλες λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια…

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ – ο περίφημος εκείνος Γάλλος με τη μεγάλη μύτη – μας περιγράφει την εμπειρία του από το ταξίδι στη Σελήνη και τα έθιμα των Σεληνάνθρωπων, οι οποίοι κάνουν τις συναλλαγές τους με ποιήματα αντί για χρήματα… Ο Χ. Π. Λάβκραφτ μας παρουσιάζει μια κρυμμένη Πολιτεία πέρα και έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στο κλασικό του βιβλίο «Τα Βουνά της Τρέλας»… Ο Τριστάν Τζαρά γράφει, εν έτει 1918 και στη διάρκεια του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το Μανιφέστο του Νταντά… Μια γυναίκα εξομολογείται τον παράφορο έρωτά της σ’ ένα Τέρας, δια στόματος Βίκτορα Ουγκώ… Ο Τομ Ρόμπινς παίζει με τις λέξεις και αναπνέει ποίηση… Ο Έρασμος μας παρουσιάζει τη διαχρονική τρέλα του ανθρωπίνου είδους στο «Εγκώμιο της Τρέλας» του… Ο Φρίντριχ Νίτσε τονίζει πόσο αναγκαία είναι η τέχνη και, μαζί με αυτήν, η τρέλα… Ο Μπωντλαίρ μας καλεί να μεθύσουμε… Και, τέλος, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μας νανουρίζει σε κόσμους ψευδαίσθησης και τρελού, αλλοπρόσαλλου έρωτα, στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Διαβάστε μαζί μου. Και υποσχεθείτε μου πως κάτι θα αλλάξει μέσα σας μετά από αυτή την ανάγνωση… Υποσχεθείτε μου...



Συρανό ντε Μπερζεράκ – Ποιήματα αντί για χρήματα




Κολλάζ για το Ταξίδι στη Σελήνη του Συρανό ντε Μπερζεράκ - το φονικό κουνέλι




Ένας από τους παλαιότερους συγγραφείς που ισχυρίστηκαν πως είχαν ταξιδέψει στη Σελήνη, εν έτει 1657, ήταν ο Συρανό ντε Μπερζεράκ. Στη διάρκεια του ταξιδιού του συναντάει τους Σεληνάνθρωπους και γνωρίζει τα έθιμά τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που έκαναν εντύπωση στον συγγραφέα ήταν το τοπικό νόμισμα του πλανήτη: στη Σελήνη οι κάτοικοι δεν πληρώνουν με χρήματα, αλλά με… ποιήματα. Ας δούμε το απόσπασμα από το βιβλίο του:



«Μετά το γεύμα μου ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και κάνοντας χίλιες γκριμάτσες, που τις χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να δείξουν συμπάθεια, ο πανδοχέας πήρε ένα χαρτί. Τον ρώτησα αν ήταν κάποιο τσεκ ή γραμμάτιο για την πληρωμή. Απάντησε αρνητικά κι ότι τακτοποίησε την οφειλή μ' ένα ποίημα.

«Τι; Ποίημα;» έκανα. «Οι πανδοχείς έχουν την παραξενιά της ομοιοκαταληξίας;»

«Αυτό είναι το τοπικό νόμισμα», μου απάντησε, «και τα έξοδα που κάναμε εδώ κοστίσανε ένα εξάστιχο. Δεν ανησυχούσα μήπως δεν μου φτάσουν, γιατί ακόμα κι αν περνούσαμε μια εβδομάδα χλιδής, θα μας κόστιζε ένα σονέτο κι εγώ έχω τέσσερα επάνω μου, μαζί με δύο επιγράμματα, δύο ωδές κι ένα βουκολικό». […]

Ύστερα ρώτησα αν τους στίχους που χρησιμοποίησε σαν χρήμα μπορούσε να τους κοπιάρει κάποιος και να τους χρησιμοποιήσει ξανά. Μου απάντησε πως όχι και συνέχισε: «Όταν ένα ποίημα είναι έτοιμο, ο συγγραφέας το πηγαίνει στην κεντρική τράπεζα νομίσματος, όπου εδρεύει η επιτροπή των ποιητών. Εκεί, οι επίσημοι στιχουργοί θέτουν τα έργα σε δοκιμασία και, αν κριθούν καλής ποιότητας, τα διατιμούν όχι με το βάρος, αλλά με την ευφυΐα που περικλείουν. Έτσι, όποιος πεθαίνει από πείνα, πάει να πει πως είναι σκέτο βόδι, κι αυτοί που τρώνε πάντα καλά είναι οι ευφυείς».

Εκστατικός θαύμαζα τη δικαιοσύνη αυτού του τόπου».


Από το βιβλίο του Συρανό ντε Μπερζεράκ “Ταξίδι στη Σελήνη” [Cyrano de Bergerac, “L’Autre monde ou les états et empires de la Lune” – σε μτφ Ι.Λο Σκόκκο], δημοσιευμένο το 1657.

Σκεφτείτε λοιπόν, στη δική μας πραγματικότητα πλέον, να είχαμε ποιήματα, ή ενδεχομένως και τραγούδια, στη θέση των χρημάτων. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα ήταν οι ικανοί ποιητές. Και ο άνθρωπος που σκέφτεται δημιουργικά, ο άνθρωπος που συναισθάνεται βαθύτερα, θα άξιζε μια περιουσία ολόκληρη.

Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει σήμερα δηλαδή.




Χ.Π. Λάβκραφτ. Τα βουνά της τρέλας



Σύνθεση για τα Βουνά της Τρέλας του Χ.Π. Λάβκραφτ




«Όλες οι στιγμές εκείνης της πτήσης που κράτησε τέσσερις ώρες και μισή, είναι αποτυπωμένες με πυρωμένο σίδερο στη μνήμη μου, εξαιτίας της κρίσιμης σημασίας που είχαν για τη ζωή μου. Σημάδεψαν την απώλεια, στα πενήντα τέσσερα μου χρόνια, κάθε γαλήνης και κάθε ισορροπίας που διαθέτει ένα κανονικό μυαλό, χάρη στις παραδεδεγμένες ιδέες του για την περιβάλλουσα φύση και για τους φυσικούς νόμους. […]

Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε πέρα, μπροστά μας, το ανώμαλο περίγραμμα των μαγικών κώνων και πυραμίδων και οι φωνές του μας έστειλαν όλους στα παράθυρα της καμπίνας του μεγάλου αεροπλάνου. Παρά την ταχύτητά μας μεγάλωναν με αργό ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να βρίσκονταν σε άπειρη απόσταση και ότι φαίνονταν μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά σιγά-σιγά υψώθηκαν σκυθρωπά στον ουρανό της δύσης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διάφορες γυμνές, έρημες, μαυρωπές κορυφές και να νιώσουμε το ξύπνημα της αίσθησης του φανταστικού που προκαλούσε η θέα τους κάτω από το ερυθρωπό ανταρκτικό φως. Πίσω και πάνω τους ιρίδιζαν τα σύννεφα της χιονόσκονης ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη συνολική εντύπωση.

Το όλο θέαμα απέπνεε έναν επίμονο υπαινιγμό φοβερής μυστικότητας, γεννούσε μια προσμονή αποκάλυψης. Σαν να σημάδευαν οι γυμνοί, εφιαλτικοί εκείνοι πυργίσκοι τους πυλώνες μιας τρομερής πύλης που σε εισήγαγε σε απαγορευμένες σφαίρες ονείρου, σε περίπλοκες αβύσσους απόμακρου χρόνου, χώρου, πολυδιαστατικότητας. Δεν μου έφευγε η αίσθηση ότι ήταν πράγματα του κακού – βουνά παραφροσύνης, που οι πιο απόμακρες κορυφογραμμές τους ξανοίγονταν προς κάποιαν αβυσσαλέα, καταραμένη εσχατιά.

Το φόντο των ημιφώτεινων, περιδινούμενοι σύννεφων ήταν γεμάτο από άρρητες προρρήσεις μιας αόριστης, αιθέριας απεραντοσύνης, άγνωστης για τη γήινη αίσθηση του χώρου, φρικαλέα υπενθύμιση άπειρης απόστασης, ετερότητας, ερημιά που μιλούσε για τον απ’ αιώνων θάνατο αυτού του απάτητου και αβυθομέτρητου νότιου κόσμου».


Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Τα Βουνά της Τρέλας» [H.P. Lovecraft, “At the Mountains of Madness”]. Πρώτη έκδοση το 1936, σε μετάφραση: Β. Καλλιπολίτη.

Ένα μικρό απόσπασμα ενός απ' τα σημαντικότερα βιβλία τρόμου του 20ου αιώνα. Μικρό - μα παγωμένο και απόμακρο, ξεχειλίζοντας από εκείνη την αρχέγονη αίσθηση τρόμου που ο Λάβκραφτ ήξερε τόσο πετυχημένα να χειρίζεται.

Τελικά υπάρχει άραγε εκείνη η Αρχαία Πολιτεία - πιο αρχαία και από τα αρχαιότερα πλάσματα της γης -, θαμμένη κάτω από τους απάτητους πάγους του Νότου;...




Τριστάν Τζαρά – Μανιφέστο Νταντά



Νταντά - Kleine Dada Soiree των Theo van Doesburg και Kurt Schitters
Theo van Doesburg & Kurt Schitters, 1922.



«Κάθε προϊόν αηδίας που έχει την τάση να γίνει η άρνηση της οικογένειας, είναι Νταντά. Η διαμαρτυρία με τις γροθιές ολόκληρου του είναι σου και η καταστροφική δράση: ΝΤΑΝΤΑ. Η υιοθεσία όλων εκείνων των τρόπων συμπεριφοράς, που η σεξουαλική ντροπή, οι βολικοί συμβιβασμοί και η ευγένεια ανέκαθεν καταδίκαζαν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της λογικής, αυτού του χορού των ανίκανων να δημιουργήσουν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας αλλά και κάθε κοινωνικής εξίσωσης που θα επερχόταν σαν αποτέλεσμα αξιών που χαρακτηρίζουν υπηρέτες: ΝΤΑΝΤΑ.

Κάθε αντικείμενο, όλα τα αντικείμενα, τα συναισθήματα και οι ασάφειες, οι εμφανίσεις και το σοκ ακριβείας των παράλληλων γραμμών, να τα όπλα στη μάχη που δίνει το ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της μνήμης: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της αρχαιολογίας: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση των προφητών: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση του μέλλοντος: ΝΤΑΝΤΑ. Το εκλεπτυσμένο και χωρίς προκαταλήψεις πήδημα από την αρμονία σε μια άλλη σφαίρα [...] μ' αυτήν την ένταση μέσα στους θάμνους, ένταση απαλλαγμένη από τα έντομα των γαλαζοαίματων και χρυσωμένη με σώματα αρχαγγέλων, με την ψυχή του φορέα της.

Η ελευθερία: ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ - το ουρλιαχτό των συρρικνωμένων οδυνών, ο συνυφασμός των αντιθέσεων και όλων των αντιφάσεων, των γελοιοτήτων και των ασυνεπειών: Η ζωή.»


Από το περίφημο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» του Τριστάν Τζαρά [Tristan Tzara, “Le Manifeste DaDa”], σε μετάφραση Ανδρέα Κανελλίδη. Γεννημένο στην καρδιά του ιστορικού παραλογισμού, εν έτει 1918, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δίνοντας διέξοδο σε μια νέα τέχνη που πετούσε τον παραλογισμό της κοινωνίας των ανθρώπων στα σκουπίδια – επιλέγοντας, έναντι αυτής, την υγιή τρέλα της δημιουργίας… 

Κολλάζ: "Kleine Dada Soiree" των Theo van Doesburg και Kurt Schitters, του 1922.



Τομ Ρόμπινς – Αναπνέοντας ποίηση



Ο Τομ Ρόμπινς σχεδιασμένος από τον Ryan Sheffield - Tom Robbins by Ryan Sheffield
Tom Robbins by Ryan Sheffield



«Στη γλώσσα των Ινδιάνων Χάιντα, που ζούσαν στις βορειοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, το ρήμα «γράφω ποίηση» είναι ίδιο με το ρήμα «αναπνέω».

Αυτές οι εθνολογικές πληροφορίες άρεσαν πολύ στην Αμάντα, που αποφάσισε ότι στο εξής θα προσπαθούσε να ρυθμίζει κάθε ανάσα της σαν να έγραφε ένα ποίημα. Πραγματικά, κράτησε το λόγο της, και αυτός ο νέος τρόπος αναπνοής μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την προσωπική της γοητεία.

Μια φορά, ενώ ανάσαινε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στιχάκι, ρούφηξε ένα ζουζούνι που περνούσε εκείνη τη στιγμή πετώντας. «Τι απαίσια ομοιοκαταληξία», είπε η Αμάντα βήχοντας. «Μου φαίνεται ότι θα ξαναγυρίσω στην πρόζα».


Ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο του “Another Roadside Attraction” - το βιβλίο με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο [γνωστό στα ελληνικά ως «Αμάντα»]. Πρώτη έκδοση το 1971, μτφ: Γ. Μπαρουξής.



Ερωτική εξομολόγηση σ’ ένα τέρας






«Νιώθω ξεπεσμένη κοντά σου, τι ευτυχία! Να 'σαι υψηλότατη, τι ανούσιο πράγμα! Είμαι αυγούστα, πόσο με κουράζει αυτό! Ενώ σαν ξεπέφτεις, ξεκουράζεσαι. Έχω τόσο πολύ μπουχτίσει το σεβασμό, ώστε έχω ανάγκη την περιφρόνηση [...] Σ' αγαπώ όχι μόνο γιατί είσαι παραμορφωμένος, αλλά γιατί είσαι ένας τιποτένιος. Αγαπώ το τέρας, αγαπώ τον παλιάτσο. Ένας ταπεινός, βρομερός, χυδαίος, χονδροειδέστατος και φρικτός εραστής, που είναι εκτεθειμένος στο γέλιο πάνω σ’ εκείνο τον κύφωνα που τον ονομάζουν θέατρο, αυτό αποτελεί μια σοφία μοναδική. Είναι σαν να δαγκώνεις τον καρπό της αβύσσου.

Ένας εραστής ατιμωτικός είναι κάτι εξαίσιο. Να δαγκώνω το μήλο όχι του Παράδεισου, μα της κόλασης, να ποιος είναι ο δικός μου πειρασμός κι έχω αυτή την πείνα κι αυτή τη δίψα, είμαι μια Εύα κι εγώ. Η Εύα της αβύσσου. Κι εσύ, το πιθανότερο, χωρίς να το ξέρεις είσαι ένας δαίμονας. Κράτησα ως τώρα το κορμί μου για τη μάσκα του ονείρου. Είσαι κάποιο νευρόσπαστο, που ένα φάντασμα κρατά τα νήματά σου. Είσαι το όραμα του τρομερού γέλιου της κόλασης. Είσαι ο αφέντης που περίμενα. […]

Γκουινπλέιν, είμαι ο θρόνος κι εσύ είσαι το παλκοσένικο. Ας σταθούμε λοιπόν στο ίδιο επίπεδο. Αχ! Είμαι ευτυχισμένη, να που έπεσα χαμηλά. Θα ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει ως ποιο σημείο είμαι τιποτένια. Γονατίζω μπροστά σου, γιατί όσο πιο τιποτένιος γίνεσαι τόσο περισσότερο σέρνεσαι. Έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος. Εχθρικό, όμως ερπετό. Δράκοντας, όμως σκουλήκι. Ω: Είμαι έκφυλη σαν τις θεές [...]

Εσύ όμως δεν είσαι άσχημος, είσαι δύσμορφος. Ο άσχημος είναι ταπεινός, ο δύσμορφος είναι μεγάλος. Ο άσχημος είναι η γκριμάτσα του διαβόλου πίσω από την ομορφιά. [...]

…Σ' αγαπώ!» του φώναξε.

Και τον δάγκωσε καθώς του έδινε ένα φιλί.»


Βίκτωρ Ουγκώ, «Ο Άνθρωπος που Γελά» [Victor Hugo , “L'Homme qui rit”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα. Στην εικόνα σκηνή από την ταινία του 1928.

Και, ναι, ο «Άνθρωπος που γελά», με το μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο παραμορφωμένο πρόσωπό του, υπήρξε προπάτορας του γνωστού σε όλους Τζόκερ.




Έρασμος – Η τρέλα των ανθρώπων



Ο Έρασμος, σε πίνακα του Quinten Massys / Desiderius Erasmus by Quinten Massys,1517
Desiderius Erasmus by Quinten Massys, 1517



Αν η Τρέλα ήταν πρόσωπο και είχε φωνή, τι λόγια θα μας έλεγε, άραγε, για το είδος των ανθρώπων; Πιθανό να ήταν λόγια σαν αυτά που κατέγραψε, μιλώντας εξ ονόματός της, ο Έρασμος εν έτει 1509-11 στο κλασικό έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» [Desiderius Erasmus, “Moriae Encomium” / “In Praise of Folly”], από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα. Η μετάφραση είναι του Στρατή Τσίρκα και το πορτραίτο του Έρασμου του Quinten Massys [1517]. 



«Είναι απίστευτο πόσο χαίρονται, διασκεδάζουν και ξεκαρδίζονται ολοχρονίς οι αθάνατοι με τους κακόμοιρους τους ανθρώπους. Το πρωί, που δεν είναι πιωμένοι, το περνούν ακούοντας τα παράπονα και περιμένοντας τις προσευχές. Ύστερα, μόλις τσούξουν το νέκταρ και γίνουν τάπα, το ρίχνουν στο τσακίρ κέφι, και πού μυαλό για σοβαρή δουλειά. Πάνε και κάθονται όλοι μαζί στην πιο ψηλή κορφή τ’ ουρανού κι από κει σκύβοντας βλέπουν τα καμώματα των ανθρώπων. Δε βρίσκεται στον κόσμο θέαμα που να το γλεντούν περισσότερο. Θεούλη μου, τι θέαμα είναι τούτο! Τί ποικιλία από τρελούς και τί βαβυλωνία! [...]

Να ένας άντρας που ψοφά για μια τοσηδά γυναικούλα, κι όσο λιγότερο τον αγαπάει αυτή, τόσο το πάθος του κορώνει. Ο άλλος παντρεύεται όχι γυναίκα, μα προίκα. Τούτος κάνει το ρουφιάνο στη γυναίκα του, ο άλλος ζηλεύει τη δική του και την προσέχει όλος μάτια, σαν τον Άργο. [...] Αυτός μαζεύει όσα μπορεί για να τα ρίξει στην κοιλάθρα του, κι ας πεθάνει αύριο της πείνας. [...] Να ένας που ζει με θαλασσοδάνεια και θαρρεί πως είναι πλούσιος, ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό. Άλλος το νομίζει ευτύχημα να ζεί φτωχικά, για να κάνει πλούσιο τον κληρονόμο του. Τούτος για μια σταλιά κι όχι σίγουρο κέρδος αλωνίζει τις θάλασσες κιντυνεύοντας στους αγέρηδες και στα κύματα τη ζωή του, που κανένας θησαυρός δε θα μπορέσει να του την ξαναδώσει. Ο άλλος προτιμά να γυρέψει την τύχη του στον πόλεμο, παρά να ζήσει στο σπιτάκι του ήσυχος κι ασφαλισμένος. [...]

Είναι μερικοί, πλούσιοι μόνο από ελπίδες• τα ευχάριστα όνειρα που κάνουν μόνοι τους θαρρούν πως φτάνουν για την ευτυχία τους. Πολλοί ευχαριστιούνται να φαίνονται παραλήδες στον κόσμο, και σπίτι τους πεθαίνουν συστηματικά της πείνας. Τούτος βιάζεται να σπαταλήσει όσα έχει, ο άλλος θησαυρίζει αδίσταχτα και στοιβάζει. Ο ένας τρελαίνεται για πόστα και λαχανιάζει ψαρεύοντας ψήφους, ο άλλος καρφί δεν του καίγεται και χουζουρεύει στη γωνίτσα του πλάι στο τζάκι. Κάμποσοι βάζουν μπρος δίκες ατέλειωτες και συνερίζονται με πείσμα, ποιος θα πλουτίσει δικαστή που δίνει πρόθυμα τις αναβολές και συνένοχό του δικηγόρο, με τις στρεψοδικίες του. [...]

Κοντολογής, αν μπορούσατε να κοιτάξετε από το Φεγγάρι την αμέτρητη σύγχυση των ανθρώπων, θα νομίζατε πως βλέπετε σύννεφο μύγες και σκνίπες, να τσακώνονται, να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο, να στήνουν παγίδες, να κλέβουν, να παίζουν, να τσιλιπουρδίζουν, να γεννοβολούν, να πέφτουν και να πεθαίνουν. Και θα σας φαινόταν απίστευτο πόσες ταραχές, πόσες τραγωδίες ξεσηκώνει ένα τοσοδούλικο ζωύφιο, που προορίζεται σε λίγο να χαθεί.»



Νίτσε – Η αναγκαιότητα της τέχνης και της τρέλας




Ο Νίτσε σε χαρακτικό του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



«Αν δεν είχαμε καλοδεχτεί τις τέχνες κι αν δεν είχαμε επινοήσει αυτό το είδος της λατρείας του αναληθούς, τότε η κατανόηση της γενικής αναλήθειας και ψευδότητας, στην οποία μας οδηγεί η επιστήμη — η κατανόηση ότι η ψευδαίσθηση και η πλάνη είναι προϋποθέσεις της γιγνώσκουσας και αισθανόμενης ύπαρξης — θα 'ταν ανυπόφορη. Η εντιμότητα θα μας οδηγούσε στην αηδία και στην αυτοκτονία. Να όμως που υπάρχει μια αντιδύναμη κατά της εντιμότητάς μας, αντιδύναμη που μας βοηθάει να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες: είναι η τέχνη ως καλή θέληση για φαινομενικότητα.

Ως αισθητικό φαινόμενο η ύπαρξη είναι πάντα υποφερτή για μας και η τέχνη μας δίνει μάτια και χέρια και, πάνω απ' όλα, την καλή συνείδηση που χρειάζεται για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε τέτοιο φαινόμενο. Κάπου-κάπου πρέπει να ξεκουραζόμαστε από τον εαυτό μας κοιτάζοντάς τον από ψηλά, κοιτάζοντάς τον κάτω από ψηλά και, από μια καλλιτεχνική απόσταση, να τον περιγελούμε ή να τον κλαίμε. Πρέπει να ανακαλύπτουμε τόσο τον ήρωα όσο και τον γελωτοποιό που κρύβονται μέσα στο πάθος μας για γνώση• πρέπει κάπου-κάπου να απολαμβάνουμε την τρέλα μας προκειμένου να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη σοφία μας!

Επειδή ακριβώς είμαστε κατά βάθος βαριοί και σοβαροί άνθρωποι (περισσότερο βάρη παρά άνθρωποι) τίποτε δεν μας ωφελεί περισσότερο από τη σκούφια του τρελού: τη χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας — χρειαζόμαστε κάθε ζωηρή, κυμαινόμενη, χορευτική, κοροϊδευτική, παιδιάστικη και μακάρια τέχνη για να μη χάσουμε εκείνη την ελευθερία πάνω από τα πράγματα, την ελευθερία την οποία απαιτεί από μας το ιδανικό μας.

Και θα 'ταν ξανακύλισμα για μας (λόγω της ευερέθιστης εντιμότητάς μας) να πέφταμε εντελώς στην ηθική και να καταλήγαμε να γίνουμε ενάρετα τέρατα και σκιάχτρα για χάρη των υπεραυστηρών απαιτήσεων που θα είχαμε από τους εαυτούς μας. Πρέπει επίσης να μπορέσουμε να σταθούμε πάνω από την ηθική — κι όχι μόνο να σταθούμε, με την αγωνιώδη ακαμψία ενός ανθρώπου που κάθε στιγμή φοβάται μήπως γλιστρήσει και πέσει• πρέπει να μπορέσουμε να πετάξουμε πάνω από την ηθική και να παίξουμε! Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε δίχως την τέχνη και δίχως την τρέλα;

Και όσο συνεχίζετε να ντρέπεστε με κάποιον τρόπο για τον εαυτό σας, δεν ανήκετε σε μας!»



Φρίντριχ Νίτσε, από την «Χαρούμενη Επιστήμη» (Η Χαρούμενη Γνώση) [Friedrich Nietzsche, “Die fröhliche Wissenschaft” / The Gay Science or The Joyful Wisdom]. Πρώτη έκδοση 1882, μετάφραση: Λίλα Τρουλινου. Tο χαρακτικό είναι του Edvard Munch.



Μεθύστε μαζί με τον Μπωντλαίρ



Νύμφη που πίνει, πίνακας του Ferdinand Keller.
Art by Ferdinand Keller



«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: αυτό είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μην νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.

Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε».


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε". Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Η Μελαγχολία του Παρισιού" [Charles Baudelaire, “Le Spleen De Paris”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Η μετάφραση του Στέλιου Βαρβαρούση και ο πίνακας στην εικόνα του Ferdinand Keller.

Ας μεθύσουμε λοιπόν.....




Τρελοί, ποιητές και ερωτοχτυπημένοι



Σκηνή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ, πίνακας του Edwin Landseer [1851]
“Scene from A Midsummer Night's Dream”, Edwin Landseer [1851]



Άκουσα να λένε πως υπάρχει μια νύχτα, στη διάρκεια του μεσοκαλόκαιρου, που μια φορά στα τόσα κάτι μαγικό συμβαίνει – ζωντανεύουν, λέει, πανάρχαια πλάσματα του δάσους, η ομορφιά ερωτεύεται την ασχήμια, η λογική παθιάζεται με την τρέλα, οι άρχοντες γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί αποκτούν στέμμα φτιαγμένο από φυτά του δάσους. Και στη διάρκεια αυτής της νύχτας, λένε, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμα τα πιο τρελά σου όνειρα. Ή όπως λέει ο ποιητής:



«Μόνον οι ερωτοχτυπημένοι κι οι τρελοί,

που βράζουν τα μυαλά τους, βλέπουν τέτοια ονείρατα

κι ίσκιους που δεν τους νιώθει η λογική. Οι τρελοί,

οι ερωτεμένοι κι οι ποιητές γιομάτοι είν’ όλοι

φαντασία. Ο ένας βλέπει τόσους διαβόλους

που ούτε η κόλαση η πλατιά δεν τους χωράει.

Ο χτυπημένος απ’ τον έρωτα τρελός κι αυτός

θαρρεί πως βλέπει της Ελένης ομορφιά

σε μούτρο αράπη. Του ποιητή το μάτι βόσκοντας

σε μια άλλη τρέλα ωραία πηδάει από τη γη

στον ουρανό κι από τον ουρανό στη γη

κι ό,τι μορφές από άγνωστα μας πλάθει η φαντασία,

η πένα του ποιητή σε σκήμα τις τορνεύει

και στο αιθέριο τίποτα του δίνει θέση

να στέκει κι όνομα. Έχει τέτοια η φαντασία

εξαίσια χάρη• αρκεί να νιώσει μόνο μια χαρά και βλέπει όποιον φέρνει τη χαρά• ή τη νύχτα,

σαν της περάσει κάποιος φόβος, πόσο είν’ εύκολο να πάρει κούτσουρο γι’ αρκούδα!»





[Κι ενώ ξημερώνει, κάπου στην καρδιά του δάσους....]




ΟΜΠΕΡΟΝ: Ξύπνα, Τιτάνια μου, γλυκιά βασίλισσά μου!


ΤΙΤΑΝΙΑ: Καλέ μου! τί’ ταν τούτη η υπνοφαντασία μου!

Είδα πως τάχα είχα αγαπήσει ένα γαϊδούρι.»



Τα αποσπάσματα από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σάιξπηρ [William Shakespeare, “A Midsummer Night's Dream”] σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Πρώτη έκδοση: 1595-96. Πίνακας: “Scene from A Midsummer Night's Dream” του Edwin Landseer [1851].


Σε αναμονή αυτής της νύχτας, το λοιπόν. Προσοχή μόνο, γιατί διαρκεί για λίγες μόνο ώρες – μπορεί και να τη χάσουμε. Μα αν συμβεί αυτό, υπάρχει πάντα και Του Χρόνου...

Τι μένει, λοιπόν, όταν το όνειρο έχει πια χαθεί; Νομίζω το μόνο που μένει είναι να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Αν όχι με έρωτα, με μεθύσι. Και αν όχι με μεθύσι, με ποίηση. Και τέχνη.

Τι άλλο μας μένει λοιπόν;…



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ


© Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος 2018.

26 Ιουνίου 2013

Η Τέχνη του Εικοστού Αιώνα ~ Το Νταντά



Raul Hausmann - Dada-Cino, 1920



Wία νΕα σiΡά @phιεrομάΤω^ xεΚ1νΑει sTο κUneΛοΜπL0G!


Υποθέτω μπορέσατε όλοι να διαβάσετε - έστω και με λίγη δυσκολία - την πάνω πρόταση, η οποία διατηρεί το νόημα της παρά το παιχνίδισμα που έκανα με τα γράμματα! Υπάρχουν, βλέπετε, άφθονοι τρόποι να παίξει κάποιος με τα δεδομένα των λέξεων, να αναδιαμορφώσει την σειρά και το περιεχόμενο τους, και πάλι να  γίνονται κατανοητές στο τέλος. Ο εγκέφαλος μας είναι διαμορφωμένος ώστε να προσδίδει συνοχή και να τακτοποιεί σε γνωσιακά σύνολα πλήθος φαινομενικά αταίριαστων μεταξύ τους ερεθισμάτων, όπως για παράδειγμα την πάνω πρόταση, η οποία λίγο πολύ αναφέρει: Μία νέα σειρά αφιερωμάτων ξεκινάει στο κουνελοblog!

Αρχινώντας από σήμερα λοιπόν, θα κάνουμε μια πλούσια αναδρομή στην ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα! Σε γενικές γραμμές θα ετοιμάζω από μια σχετική ανάρτηση κάθε μήνα. Θα δώσουμε έμφαση στην τέχνη του πρώτου μισού του αιώνα, η οποία ανάμεσα σε άλλα ονομάστηκε "τέχνη της πρωτοπορίας" και χάραξε μια εποχή. Δεν θα κινηθούμε με αυστηρή χρονολογική σειρά - επέλεξα αντί αυτού να ανακατέψω τα διάφορα καλλιτεχνικά κινήματα και να τα παρουσιάσω τυχαία - ή σχεδόν τυχαία!

Ας επιστρέψουμε στην αρχική μας πρόταση. Δίνει την αίσθηση του τυχαίου παιχνιδίσματος, ωστόσο κάθε γράμμα (ή σημείο) είναι προσεκτικά επιλεγμένο, ώστε να διατηρεί στο τέλος η πρόταση το νόημα της. Πίσω από την φαινομενική αταξία διατηρείται ένα συνεκτικό όλο. Παρά την εντολή που έδωσε ο μαέστρος στα όργανα της ορχήστρας να "παίξουν ελεύθερα", εκείνος εξακολουθεί να την διευθύνει, να οργανώνει την φαινομενική τους αταξία σε μια ολοκληρωμένη σύνθεση.



Theo van Doesburg's poster for a Dada soirée (1923)



Πολλές φορές η μοντέρνα τέχνη ισχυρίστηκε πως αφήνεται πλήρως στο παιχνίδι του τυχαίου, πως δεν υπάρχει σκοπός ή νόημα πίσω από τις εκδηλώσεις της. Αν σκεφτούμε εξάλλου τους εαυτούς μας, ίσως θυμηθούμε ορισμένες καταστάσεις κατά τις οποίες αισθανόμασταν πως δεν είχαμε έλεγχο στις πράξεις μας, πως λειτουργούσαμε σχεδόν ανακλαστικά, παραδομένοι στον αυθορμητισμό της στιγμής. Κάποια φορά που είχαμε μεθύσει ενδεχομένως.

Είναι όμως έτσι? Πρόκειται για απόλυτα τυχαίες κινήσεις, ή μήπως υπάρχει τελικά κάποιο σχέδιο πίσω τους, κάποιο νόημα - ένα αόρατο χέρι που διευθύνει την ορχήστρα? Η αρχική πρόταση δίνει την αίσθηση του τυχαίου, ωστόσο δεν είναι καθόλου τυχαίες οι επιλογές των γραμμάτων της. Και είναι γνωστό πως ο μεθυσμένος λέει πάντα την αλήθεια...

Αν θελήσουμε να αφεθούμε σε έναν γνήσιο αυθορμητισμό, σε μια ολική παράδοση στις δυνάμεις του τυχαίου, θα χρειαστεί να απαλείψουμε κάθε υποψία λογικής, κάθε σκοπό, κάθε νοητικό ή συναισθηματικό περιορισμό, να γίνει η σκέψη μας σαν εκείνο το άγραφο, λευκό χαρτί, και να αρχίσουμε να ζωγραφίζουμε πάνω του, να πετάμε γράμματα, λέξεις, σημάδια, πινελιές, όλα στην τύχη, όπως μας έρχεται εκείνη την στιγμή! Σαν ένα μωρό, να απαλείψουμε κάθε ίχνος πολιτισμού και μάθησης!

Επιστρέφοντας στην αρχική μας πρόταση λοιπόν! Αν ήταν πραγματικά μια εκδήλωση τυχαίων, αυθόρμητων κινήσεων, θα έμοιαζε κάπως έτσι:

Σιθδφ! # εΕθεδ$Οων- δξδεθη%& ^ Νδ,()ΓΓρεμψ βεε:ασψ! δδδ(47&*νΚδετ!!@

Μια πρόταση χωρίς κανένα νόημα.

Υπήρξε λοιπόν ένα κίνημα, που φύτρωσε κατά την διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, το οποίο λίγο πολύ επεδίωξε να καταφύγει - για πρώτη φορά - στις δυνάμεις του τυχαίου και να γκρεμίσει κάθε αίσθηση νοήματος! Ένα κίνημα που είχε μοναχά έναν κανόνα, ο οποίος δήλωνε απερίφραστα: "δεν υπάρχουν πια κανόνες".

Δεν έχουμε παρά να διαπιστώσουμε αν και πόσο τελικά έμεινε πιστό στα λεγόμενα του... Για ελάτε λοιπόν μαζί μας!



Raoul Hausmann, fmsbwtözäu, poster poem, 1918


Νταντά, Νταντά, Ντα-Ντα!


Τριστάν Τζαρά: "Νταντά σημαίνει τίποτα"...



Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '10, και ένας ρουμάνος καλλιτέχνης που είχε καταφύγει στην Ζυρίχη, ο Τριστάν Τζαρά (Tristan Tzara), μας εξηγεί πως μπορεί ο καθένας μας να γράψει ένα ποίημα. Ας ακολουθήσουμε τις συμβουλές του:

1) Παίρνεις μια εφημερίδα.
2) Παίρνεις ένα ψαλίδι.
3) Επιλέγεις ένα άρθρο στην έκταση εκείνη που θέλεις να έχει το ποίημα σου.
4) Κόβεις το άρθρο.
5) Κόβεις μία-μία όλες τις λέξεις που περιλαμβάνει το άρθρο και τις βάζεις σε μια τσάντα.
6) Την ανακατεύεις απαλά.
7) Παίρνεις ένα-ένα τα αποκόμματα από την τσάντα, και τα τοποθετείς πάνω στο χαρτί, το ένα δίπλα στο άλλο, με την σειρά που τα επέλεξες...

"'Και να λοιπόν που έχεις γίνει ποιητής, απόλυτα αυθεντικός και μάλιστα με μια ευαισθησία που είναι γοητευτική, αν και πέρα από την κατανόηση των ακαλαίσθητων!"




Francis Picabia - The Cacodylic Eye (L'Oeil cacodylate), 1921.



Κάπως έτσι γράφτηκαν τα πρώτα ντανταϊστικά ποιήματα, στα οποία σημασία έχει μόνο το τυχαίο! Αν θέλουμε μπορούμε όλοι να επιχειρήσουμε την γραφή ενός τέτοιου, λαμπερού έργου, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί καν να καταφύγουμε στην μέθοδο της εφημερίδας! Εγώ, για παράδειγμα, επέλεξα την συγγραφή ενός ανάλογου ποιήματος κάνοντας κλικ στην επιλογή "random article" (τυχαία σελίδα) του wikipedia, και γράφοντας στη σειρά τις πρώτες δύο λέξεις που μου έβγαζε κάθε φορά! Με όριο τις 20 λέξεις, και επιλέγοντας να επαναλαμβάνω ορισμένες από αυτές (για να έχει μια κάποια μουσικότητα το αποτέλεσμα!) ας δούμε το... τελικό μας αριστούργημα:

Στλεγγίς κατάλογος πόλεων 
Γυναικισμός γυναικισμός
2795 Λεπάζ Θέμις Κολωνία
Μικρή Μαντίνεια
Αρχιδικαστής Σπετσοπούλας
Audi A7 Πιερ ντε Κοχλίας
Ντε κοχλίας ντε κοχλίας
Καθεδρικός ναός
Ναός

Αυτό ήταν! Πως σας φαίνεται το αριστούργημα μου? Δοκιμάστε να κάνετε κάτι αντίστοιχο λοιπόν!

Κατ' ανάλογο τρόπο, λένε, προέκυψε η λέξη "νταντά". Άνοιξαν ένα λεξικό, επέλεξαν τυχαία με το δάχτυλο τους, και έπεσαν στην λέξη "αλογάκι" ("dada" στα γαλλικά σημαίνει αλογάκι)! Το αλογάκι λοιπόν θα γινόταν η επίσημη ονομασία του νέου κινήματος!

Μια εναλλακτική εκδοχή της προέλευσης του όρου αφορά την συχνή χρήση της λέξης "da da", από τους ιδρυτές Τριστάν Τζαρά και Μαρσέλ Γιανκό (Marcel Janco), το οποίο da, φυσικά, στα ρουμάνικα σημαίνει "ναι".

Μια λέξη απαλλαγμένη από βαρύγδουπα ονόματα λοιπόν, ένα νόημα που τείνει περισσότερο στο μη-νόημα, στο ά-λογο, κατ' αντίστοιχο τρόπο με το "αλογάκι" που χρίστηκε ο νονός του νέου αυτού καλλιτεχνικού μωρού! Μπορούμε εξάλλου να κάνουμε την αντιστοιχία με την παιδική ηλικία και τον αυθορμητισμό της. Ποτέ άλλοτε η τέχνη δεν είχε αφεθεί τόσο πολύ στο ελεύθερο παιχνίδισμα της παιδικότητας, όσο στα χρόνια του νταντά!



Kurt Schwitters - The Painting Collage Das Undbild, 1919 (The And-Picture)


Τα Χρόνια του Πολέμου



Όλοι έχουμε περάσει δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μας. Ενδεχομένως να είχαμε επιθυμήσει να γινόταν, με έναν μαγικό τρόπο, να "σβήσουν όλα", να μπορούσαμε να κάνουμε "μια νέα αρχή", ένα ξεκίνημα από το μηδέν. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο - εξάλλου στην πορεία ίσως διαπιστώσουμε πως οι δυσκολίες μας έκαναν καλύτερους, συνέβαλαν ώστε να δούμε τα πράγματα από μια νέα οπτική γωνία.

Σκεφτείτε λοιπόν μια αντίστοιχη κατάσταση, μα για το σύνολο της ανθρωπότητας, έτσι όπως είχε εντυπωθεί στο συλλογικό της ασυνείδητο, εκεί στα χρόνια της δεκαετίας του 10. Το 1914 ξέσπασε ο μεγαλύτερος πόλεμος που είχε δει ως τότε ο άνθρωπος. "Μεγάλο Πόλεμο" τον αποκάλεσαν, η διάρκεια του θα έφτανε τα τέσσερα χρόνια, οι νεκροί θα άγγιζαν πρωτόγνωρα ύψη και το τραύμα που θα επέφερε στην παγκόσμια ψυχή θα ήταν βαθύτερο από ποτέ. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο με το πέρας του. Αυτοκρατορίες θα κατέρρεαν, κοινωνικά συστήματα θα έπεφταν, νέα κράτη θα σχηματίζονταν, μια καινούργια εποχή θα ανέτειλε - ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος θα σηματοδοτούσε το πέρασμα στη σύγχρονη μαζική κοινωνία.

Το Νταντά ξεπήδησε από τις στάχτες του πολέμου. Ήταν η παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία και στην αθωότητα της, μα και μια ριζοσπαστική μορφή αντίδρασης. Διακήρυττε την καταφυγή στο ά-λογο, αντανακλώντας τον παραλογισμό της μαζικής ανθρωποσφαγής, μα πηγαίνοντας κόντρα σε αυτήν. Ο εργαλειακός νους είχε αποτύχει - ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε την νόηση του στα πλαίσια της καταστροφής, σχεδίαζε όπλα και επιθέσεις, η λογική εξυπηρετούσε τον σκοπό της δύναμης, είχε μετατραπεί σε υπηρέτη που έσκυβε ευλαβικά το κεφάλι στους αφέντες, στο φονικό ζεύγος του Εθνικισμού και της Επέκτασης. Στον ψυχρό, ορθολογικό υπολογισμό της μαζικής καταστροφής πήγε κόντρα το Νταντά, προτάσσοντας το ελεύθερο, το αυθόρμητο, το μη-νόημα σε μια εποχή που είχε χάσει κάθε νόημα.

Ο ορθός λόγος είχε αποτύχει. Ζήτω το Νταντά!


Dada poster, by Marcel Janco


Ήδη από τα μισά του 19ου αιώνα η τέχνη είχε προκαλέσει με τις καινοτομίες και τα νεωτεριστικά κινήματα της. Η αρχή είχε γίνει με τον ιμπρεσσιονισμό, για να ακολουθήσουν ο εξπρεσσιονισμός, ο κυβισμός, ο φοβισμός και άλλα. Το Νταντά ωστόσο ξεχώριζε ανάμεσα τους, όντας περισσότερο "αντι-κίνημα", και "αντι-τέχνη". Υπήρξε εξάλλου η πρώτη μορφή τέχνης που γεννήθηκε καθαρά από αντίδραση σε ένα συλλογικό καταστροφικό γεγονός - αν δεν είχε υπάρξει ο Μεγάλος Πόλεμος, δεν θα είχαμε Νταντά.

Κατ' αντίστοιχο τρόπο με τους εαυτούς μας, όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και επιθυμούμε να κάνουμε ένα "νέο ξεκίνημα", έτσι έκανε και το Νταντά... Στη σκιά του πολέμου θέλησε να δημιουργήσει μια λευκή σελίδα, πάνω στην οποία θα γράφαμε ξανά - όχι με σχέδιο ή σκοπό, μα ελεύθερα, αυθόρμητα, σα να ξεκινάμε πάλι απ' την αρχή...








Cabaret Voltaire



Εκεί, στη Ζυρίχη, δέσποζε το Cabaret Voltaire. Η Ελβετία υπήρξε από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που δεν κατέφυγε στην περιπέτεια του πολέμου, και δεν είναι καθόλου τυχαίο που το αντιπολεμικό Νταντά αναπτύχθηκε εκεί.

Το συγκεκριμένο καμπαρέ λοιπόν συγκέντρωνε άφθονες από τις καλλιτεχνικές προσωπικότητες των καιρών, ανάμεσα τους και αρκετούς μετανάστες από χώρες της εμπόλεμης Ευρώπης. Οι ρουμάνοι Τριστάν Τζαρά και Μαρσέλ Γιανκό ήταν ανάμεσα τους, καθώς και ο Γερμανός Χούγκο Μπαλ (Hugo Ball), o γαλλο-γερμανός Ζαν Αρπ (Jean Arp), η Ελβετίδα Σοφί Τόιμπερ (Sophie Taeuber) και ο Γερμανός Χανς Ρίχτερ (Hans Richter).




Το Cabaret Voltaire


Κοινός συνδετικός κρίκος όλων τους ήταν η απέχθεια για τον πόλεμο που καταδυνάστευε τις πατρίδες τους, η εναντίωση τους στον εθνικισμό και την αστική τάξη που ήταν υπεύθυνη για την μαζική καταστροφή. Κατ' αντιστοιχία με τα "τυχαία ποιήματα" και την μέθοδο παρασκευής τους, θα λεγε κανείς πως ήθελαν να ρίξουν όλα τα τραπουλόχαρτα της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων, να τα ανακατέψουν, να αναταράξουν τις παραδεκτές αξίες των ευυπόληπτων αστών, των ίδιων που είχαν ωθήσει τον κόσμο στο αδιέξοδο του πολέμου. Επιθυμούσαν να προκαλέσουν, μα και να ξεκινήσουν τα πάντα απ' την αρχή.

Ένα απόγευμα του Ιουνίου, έτος 1916, ο Χούγκο Μπαλ ξεπρόβαλε στην σκηνή του Cabaret Voltaire ντυμένος εντελώς αλλοπρόσαλλα, σε ένα χάρτινο κοστούμι, και έδωσε μια παράσταση αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει στον κόσμο. Το Νταντά είχε γεννηθεί.




O Hugo Ball στο χάρτινο κοστούμι του



Την ίδια περίοδο ο Μπαλ συνέταξε το Ντανταϊστικό Μανιφέστο, τονίζοντας την απαρέσκεια του για όλες εκείνες τις φιλοσοφίες και τα κινήματα που θεωρούσαν πως κατέχουν την "απόλυτη αλήθεια". Λίγο καιρό μετά έγραψε το ποίημα του "Karawane", απαρτιζόμενο πλήρως από λέξεις δίχως νόημα.

Το νόημα του ποιήματος εδράζεται στην έλλειψη νοήματος του.










Η απουσία νοήματος θα γινόταν η βασική "αρχή" του Ντανταϊσμού. Ο Μπαλ ονόμαζε το έργο του "ποίηση ήχων" (sound poetry) - σημασία δεν είχε πια το νόημα, μα οι ήχοι των λέξεων, και η μεταξύ τους σύνδεση. Υπήρχε εξάλλου μια πολιτική χροιά σε όλα αυτά: η καθιερωμένη, κοινώς παραδεκτή γλώσσα, ήταν η γλώσσα των διεφθαρμένων πολιτικών και των παρηκμασμένων δημοσιογράφων, η εκφυλισμένη γλώσσα του πολέμου. Οι λέξεις έπρεπε να απελευθερωθούν από το στενό περιοριστικό τους πλαίσιο, να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Μπορείτε αν θέλετε να πάρετε μια γεύση αυθεντικής μελοποιημένης ηχητικής ποίησης κάνοντας κλικ εδώ! Απαγγέλει-τραγουδάει ο Kurt Schwitters, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νταντά, για το έργο του οποίου θα μιλήσουμε παρακάτω. Αν αυτό που ακούσετε σας φανεί ακατανόητο ή και αλλοπρόσαλλο, να είστε σίγουροι πως ήταν τέτοιος ο σκοπός του!

To Cabaret Voltaire δέσποζε στο "1" της οδού Spiegelgasse - υπάρχει ακόμα εκεί, ως τουριστικό πλέον αξιοθέατο. Λίγο παραπέρα, στην ίδια οδό, έμενε παροδικά τότε ένας κύριος με το όνομα Βλαντιμίρ Ιλίτς Ουλιάνοφ. Ο κόσμος όμως τον γνώριζε με το όνομα Λένιν. Λέγεται πως ο συνιδρυτής του νταντά, Τριστάν Τζαρά, και ο Λένιν είχαν παίξει ουκ ολίγες παρτίδες σκάκι, εκεί, στα τραπεζάκια του Cabaret Voltaire, τα απογεύματα που σχόλαζε ο κόσμος από τον άχθο του πολέμου. Οι δρόμοι τους έμελε να χωρίσουν στη συνέχεια - όταν όμως έγινε ο επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία, έναν χρόνο μετά, λένε πως ο Τζαρά χαιρέτησε με ενθουσιασμό το γεγονός.



Μάσκα-Πορταίτο του Tzara, από τον Marcel Janco, 1919



Ο Τριστάν Τζαρά υπήρξε ένας από τους βασικότερους σημαιοφόρους του νέου στυλ. Ήδη αναφερθήκαμε στην μέθοδο του για κατασκευή ποιημάτων! Ανάμεσα σε άλλα, ενδιαφερόταν για την αφρικανική ποίηση. Σταδιακά ενσωμάτωσε στοιχεία αφρικανικών ποιημάτων στα δικά του έργα, συνδυασμένα με αποσπάσματα από εφημερίδες, φράσεις ή ομάδες γραμμάτων που παρέπεμπαν σε ήχους, προσδίδοντας στο τέλος μια κάποια αίσθηση από αφρικανική διάλεκτο. Στην πορεία ο δρόμος θα έφερνε τον Τζαρά στο Παρίσι, όπου θα μετέδιδε με ενθουσιασμό το πνεύμα της νέας αυτής αντι-τέχνης.

Τα αποσπάσματα και τα κολλάζ έμελλε να ενσωματωθούν στο νέο στυλ και να γίνουν ένα με αυτό, κάτι που έγινε φανερό στην εικαστική μορφή που έλαβε το Νταντά από τους γερμανούς καλλιτέχνες. Και εδώ ερχόμαστε στο αγαπημένο μου κομμάτι του Ντανταϊσμού.




Dada Siegt του Raul Hausmann


Γερμανία - Πόλεμος και Επανάσταση



Η Γερμανία υπήρξε μία από τις χώρες-επίκεντρα του πολέμου, καθώς και εκείνη που ανέδειξε όσο καμία άλλη τις αντιφάσεις της νέας εποχής που ανέτειλε: από τη μία ο εθνικισμός και ο μιλιταρισμός, από την άλλη η επανάσταση και η τέχνη. Και αν η εξέλιξη της Γερμανίας μετά τον πόλεμο θα παρέσυρε την ανθρωπότητα σε έναν από τους μεγαλύτερους της εφιάλτες, εκείνον του ναζισμού και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, για ένα διάστημα, στα χρόνια της δεκαετίας του '20, η χώρα θα έπαιρνε ανάσες και θα παρέδιδε ορισμένα από τα λαμπρότερα πολιτιστικά έργα του αιώνα.

Στα τέλη της δεκαετίας του '10, εξάλλου, ο επαναστατικός αναβρασμός ήταν διάχυτος και η Γερμανία υπήρξε το επίκεντρο των εξελίξεων. Πολλοί θεωρούσαν πως θα ακολουθούσε το παράδειγμα της Ρωσίας, στην οποία πρόσφατα είχε ανατραπεί το παλαιό καθεστώς, παραχωρώντας τη θέση του στους Μπολσεβίκους.








Τα πράγματα τελικά δεν θα ακολουθούσαν τον δρόμο της επανάστασης, ωστόσο η τέχνη σαφώς επηρεάστηκε από τις εξελίξεις. Το Νταντά ευδοκίμησε στην Γερμανία, έχοντας ως επίκεντρο το Βερολίνο και την Κολωνία, και αναδεικνύοντας ορισμένους από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτού του στυλ - αν και η λέξη "στυλ" είναι παραπλανητική για ένα κίνημα που θέλει να μην περιορίζεται σε συμβάσεις και κανόνες!

Ενώ στην Ζυρίχη το Νταντά τόνιζε τον αρνητικό ρόλο της τέχνης, την αντίδραση σε κάθε μορφή νοήματος και στις καθιερωμένες αξίες της αστικής τάξης, στην Γερμανία πήγε ένα βήμα παραπέρα. Ακόμα πιο ριζοσπαστικό και πολιτικοποιημένο, το νταντά στην Γερμανία θα στραφεί όχι μόνο ενάντια στον εθνικισμό και στον πόλεμο, μα θα δει με θετικό τρόπο το αναδυόμενο κομμουνιστικό κίνημα και συχνά θα ενώσει τη φωνή του με αυτό. Γερμανοί ντανταϊστές θα ενώσουν τη φωνή τους με τους Σπαρτακιστές που πολεμούσαν το 1919 στα οδοφράγματα, ενώ ένας εκ των ιδρυτών του γερμανικού Νταντά, ο Γιοχάνες Μπάαργκελντ (Johannes Βaargeld) θα συμμετείχε ενεργά στα κομματικά σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά δρώμενα των καιρών.




1920: Η Έκθεση Νταντά στο Βερολίνο



To 1920 οργανώθηκε στο Βερολίνο η πρώτη Διεθνής Έκθεση Νταντά. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και διοργανωτές οι γερμανοί George Grosz, Kurt Schwitters, John Heartfield και Max Ernst - όλοι πρωτοπόροι του νέου στυλ, που στην πορεία θα συνέδεαν το όνομα τους και με άλλα κινήματα τέχνης.

Ο πόλεμος είχε μετατρέψει σε θρύψαλα τις ανθρώπινες αξίες. Ο αστικός πολιτισμός είχε γίνει ένας συρφετός από κομμάτια, αποκόμματα σαν εκείνα που βρίσκει κάποιος στα σκουπίδια. Με αυτά τα θρύψαλα ο Κουρτ Σβίτερς (Kurt Schwitters) θα παρέδιδε ορισμένα από τα διαχρονικότερα - και ομορφότερα από αισθητική άποψη - έργα του ντανταισμού. Ο Σβίτερς εκτόξευσε σε μεγαλειώδη ύψη την τέχνη του κολλάζ. Δουλεύοντας με κόλλα και ψαλίδι, παίρνοντας κομμάτια από εφημερίδες, περιοδικά, χρησιμοποιημένα εισιτήρια και άλλα κατάλοιπα της αστικής καθημερινότητας, αναλώσιμης και πεταμένης όλης στα σκουπίδια, ο Σβίτερς τα συνέθεσε δίνοντας μας μοναδικά έργα.







Merz του Kurt Schwitters



Και αν δεν υπήρξαν και τόσο τυχαία - όπως είπαμε στην αρχή, το εντελώς τυχαίο συχνά είναι χαώδες, ενώ τα έργα του Σβίτερς ξεχειλίζουν συνθετικής ομορφιάς και μιας αίσθησης αλληλουχίας - η ουσία είναι πως ήταν μεστά νοήματος: αυτά ήταν τα υπολείμματα του αστικού πολιτισμού, παρμένα από τα σκουπίδια και δουλεμένα απ'την αρχή ξανά.

Ο Σβίτερς θα τους έδινε την ονομασία: merz. Η λέξη προέρχεται από την γερμανική "commerz" που σημαίνει εμπόριο - και αυτό δεν είναι τυχαίο, όχι. Ιδού τα θραύσματα του εμπορίου, τα αποκόμματα του, όταν έχουν χάσει πια την ανταλλακτική τους αξία, όταν παύουν να χρησιμεύουν ως αναλώσιμα προιόντα, προιόντα με ημερομηνία λήξης. Τώρα πια μπορούν να γίνουν τέχνη! Τώρα πια γίνονται αιώνια!

Η κριτική της αστικής τάξης ήταν ανελέητη. Oι George Grosz και Raoul Hausmann θα παρέδιδαν με την τεχνική του κολλάζ και του φωτομοντάζ εικόνες που παρουσίαζαν τα καθώς πρέπει πρόσωπα της εποχής απογυμνωμένα από τα στεφάνια των παραδεκτών αξιών. Το "Θύμα της Κοινωνίας" του Grosz, και ο "Κριτικός Τέχνης" του Hausmann, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά τους έργα.





Πάνω: George Grosz, A Victim of Society, 1919. Kάτω: Raoul Hausmann, The Art Critic, 1919-20



Οι ντανταιστές κριτίκαραν εξάλλου την αυξανόμενη μηχανοποίηση των καιρών. Το θέμα της μηχανής υπήρξε ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενο, συναντώντας άφθονες αντιδράσεις και ανάμεσα στον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής, από τον φρενήρη ενθουσιασμό (για παράδειγμα η εμμονή με τις μηχανές των Φουτουριστών), μέχρι την άρνηση. Ο ντανταϊσμός ωστόσο αντιμετώπιζε με αυξανόμενη επιφύλαξη την διαβρωτική δύναμη της καπιταλιστικής, μηχανοποιημένης κοινωνίας, ικανής να μετατρέψει τα μέλη της σε αυτόματα, ρομπότ στην υπηρεσία της συνεχούς παραγωγής και του κέρδους.

Μια εναλλακτική ματιά στο "Μηχανικό Κεφάλι" του Hausmann συνδέεται με τον μαρξισμό και την φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού - ή μια ερμηνεία της, αρκετά μηχανιστική θα λέγαμε. Σύμφωνα με αυτήν, οι ανθρώπινες ιδέες παράγονται σε συνάρτηση με την υλική, κοινωνικά κατασκευασμένη πραγματικότητα, εκπορεύονται από αυτήν, συνιστούν παράγωγα της. Οι ιδέες λοιπόν δεν προηγούνται της ύπαρξης, δεν τοποθετούνται πάνω από αυτήν, μα συνιστούν προιόντα της υλικής πραγματικότητας. Οι εξωτερικές δυνάμεις καθορίζουν τον άνθρωπο, ο οποίος, στην ακραία εκδοχή της, δεν είναι παρά ένα παράγωγο τους. Ένα μηχανικό κατασκεύασμα (σύμφωνα πάντα με μια περισσότερο ακραία ερμηνεία της υλιστικής φιλοσοφίας).





Πάνω: Raoul Hausmann, Mechanical Head (Spirit of Our Age), 1920
Κάτω: L'Enfant carburateur -- (The Child Carburator) του Francis Picabia, ο οποίος είχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις μηχανές


Ο πόλεμος είχε εξάλλου συνταράξει τόσο πολύ τις συνειδήσεις, που δέσποζε ως θέμα και στα περισσότερο παραστατικά έργα της εποχής. Ξεχωρίζουν τα ανεπανάλητα έργα κοινωνικής κριτικής του Otto Dix, ο οποίος συνέδεσε το όνομα του με το κίνημα του Νταντά, και στην πορεία θα πρωτοστατούσε στο απορρέον (μα περισσότερο ρεαλιστικό) κίνημα της Νέας Αντικειμενικότητας (για την οποία θα μιλήσουμε σε ένα από τα μελλοντικά μας αφιερώματα!). Οι "Χαρτοπαίχτες Παράλυτοι Πολέμου" του Dix συνδυάζει στοιχεία από την τέχνη του Νταντά (τα κολλάζ) με το στυλ που θα γινόταν χαρακτηριστικό του Dix στη συνέχεια, τα παραμορφωμένα, σε στυλ καρικατούρας, πρόσωπα.




Πάνω: Skat Players (later titled Card-Playing War Cripples, 1920. Κάτω:  The Electric Tram, 1919. Του Otto Dix



Ένα από τα επίκεντρα του Νταντά υπήρξε η Κολωνία. Υπό βρετανική κατοχή από το 1918 ως το 1926, δέκα ολόκληρα χρόνια, βίωσε όσο ελάχιστα μέρη την συλλογική ταπείνωση στην οποία επέβαλαν τη Γερμανία οι σύμμαχοι, μετά τον Πόλεμο. Το Νταντά της Κολωνίας υπήρξε βαθύτατα ανατρεπτικό. Εν έτει 1920, οι Max Ernst, Jean Arp και Johannes Baargeld διοργάνωσαν από κοινού μια άκρως αμφιλεγόμενη έκθεση, στον χώρο μιας παμπ: Οι επισκέπτες καλούνταν να βαδίσουν ανάμεσα σε πλήθος από ουρητήρια, ενώ μια γυναίκα ενδεδυμένη σε θρησκευτική ενδυμασία τους διάβαζε άσεμνη, χυδαία ποίηση.

Οι αντιδράσεις ήταν πολλές. Η αστυνομία έκλεισε την έκθεση, παροδικά ωστόσο. Το Νταντά είχε πετύχει τον στόχο του.

Ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του Νταντά της Κολωνίας ήταν ο Max Ernst. Mέσα από τα έργα του στηλιτεύεται η παραδεκτή ιεραρχία και τάξη των πραγμάτων, ενώ παράλληλα επιδιώκεται μια στροφή στις ά-λογες πτυχώσεις του νου και της ψυχής, μια καταφυγή στο ασυνείδητο. Το τελευταίο θα σηματοδοτούσε μια ριζική στροφή της τέχνης, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '20, γεννώντας το κίνημα του σουρεαλισμού.

Ο Ernst θα σηματοδοτούσε τη γέφυρα από το ένα στυλ στο άλλο. Τα ακόλουθα έργα του εντάσσονται στην ντανταϊστική περίοδο του. Έργα που χρωστάνε πολλά στην τεχνική του κολλάζ, πηγαίνουν ωστόσο ένα βήμα παραπέρα, διεισδύοντας σταδιακά στον ρευστό κόσμο των ονείρων και του ασυνείδητου...




Πάνω: 1 Copper Sheet 1 Zinc Sheet 1 Rubber Cloth... or Two Ambiguous Figures, 1920. Kάτω: Celebes (Célèbes) or The Elephant of Celebes. (Der Elefant von Celebes), 1921. Tου Max Ernst



Οι Γυναίκες του Νταντά



Παρά τις διακηρύξεις τους περί ελευθερίας και ισότητας, οι περισσότεροι από τους ιδρυτές του Νταντά αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη την θέση της γυναίκας στο κίνημα τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Hannah Hoch, της σημαντικότερης ίσως γυναίκας εκπροσώπου του. Η Hoch, παρέα με τον Raoul Hausmann (με τον οποίο είχαν μια ιδιαίτερα στενή σχέση), υπήρξε από τις πρωτοπόρους του φωτομοντάζ. Τα κολλάζ της ξεχειλίζουν ευρηματικότητα και διάθεση κοινωνικής κριτικής, εμποτισμένης επιπρόσθετα από ένα στοιχείο πρώιμου "φεμινισμού".




Η Hanna Hoch



Οι άντρες συνοδοιπόροι της στο κίνημα του Νταντά, ωστόσο, δεν την αποδέχονταν ως ίση. Σύμφωνα με τον Hans Richter, η συμβολή της Hoch στηριζόταν κυρίως στα "σάντουιτς, την μπύρα και τον καφέ που κατόρθωνε να τους εφοδιάζει, παρά την έλλειψη χρημάτων". Ο Hausmann την προέτρεπε να πιάσει κάποια δουλειά για να τον στηρίζει οικονομικά.

Τα πάνω δεν απέτρεψαν την Hoch να παράγει ορισμένα από τα διαχρονικότερα έργα στην ιστορία του Νταντά, ισάξια πέρα για πέρα με τα έργα των αντρών συναδέλφων της και να αποκτήσει ίδια αναγνώριση με αυτούς. Στο έργο της "Da-Dandy" εκθέτει εξάλλου την υποκρισία των συναδέλφων της, κάτι που φαίνεται από τον τίτλο του και μόνο.






Πάνω: Da-Dandy, 1919. Κάτω: Cut with the Kitchen Knife through the Last Weimar Beer-Belly Cultural Epoch in Germany, 1919-1920. Tης Hannah Höch



Υπήρξαν ορισμένες ακόμα σημαντικές γυναίκες εκπρόσωποι του Νταντά, όπως οι Sophie Tauber, η γαλλίδα Suzanne Duchamp (αδερφή του Marcel Duchamp), η αμερικανίδα Beatrice Wood, και η Baroness Else von Freytag-Loringhoven (εν συντομία: Έλσε!). Η Else προκάλεσε πολύ κόσμο της εποχής με τα ποιήματα της!






Πάνω: Sophie Taueber-Arp with Dada-Head, 1920. Kάτω: Suzanne Duchamp - Broken and Re-Established Multiplication (Multiplication brisée et rétablie), 1918-19.



Νέα Υόρκη και η Τέχνη του Έτοιμου Αντικειμένου




Ως τώρα μιλήσαμε για πολλούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του Νταντά, δεν έχουμε αναφερθεί όμως στον άνθρωπο που έχει δώσει τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα αυτού του στυλ. Ο λόγος φυσικά για τον γάλλο Μαρσέλ Ντυσάν! (Marcel Duchamp, αν το "Ντυσάν" σαν φαντάζει υπερβολικά γαλλικό για τα γούστα σας, μπορείτε να τον λέτε και Ντουσάμπ!). Ο Ντυσάν είναι ο δημιουργός - ή, πιο σωστά, ο εμπνευστής - της περιβόητης "Κρήνης", ενός από τα διαχρονικότερα έργα μοντέρνας τέχνης, γνωστό λίγο πολύ σε όλους όσους έχουν ασχοληθεί έστω και επιφανειακά με αυτήν.




Η περίφημη "Κρήνη"



Η "Κρήνη" (ή "Πηγή") δεν είναι παρά ένα ουρητήριο. Ένα κοινό ουρητήριο, στο οποίο ο Ντυσάν πρόσθεσε απλά την υπογραφή "R.Mutt" και το παρουσίασε, έτσι "σκέτο", μπροστά στο άφωνο κοινό της εποχής. Τα ερωτήματα ξεπρόβαλαν αμέσως: Είναι αυτό τέχνη?

Δεν ήταν η πρώτη φορά που επέλεγε να παρουσιάσει κάτι αντίστοιχο ο Ντυσάν. Η αρχή είχε γίνει πριν ακόμα γεννηθεί το Νταντά, εν έτει 1913, όταν παρουσίαζε τον "Τροχό Ποδηλάτου" του. Ένας απλός τροχός, γερμένος ανάποδα, που γέννησε ουκ ολίγες απορίες στους επισκέπτες της έκθεσης. Μα τι είναι πάλι τούτο?








Τον καιρό εκείνο ο Ντυσάν είχε ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους και πλέον καινοτόμους μοντέρνους καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε άλλα μας είχε δώσει έργα που ανήκαν στον χώρο της ιμπρεσσιονιστικής, κυβιστικής και φουτουριστικής ζωγραφικής. Το 1915, παρέα με τους Francis Picabia και Jean Crotti, πήρε το καράβι για Νέα Υόρκη. Εκεί θα στέριωνε η νέα τέχνη τους (ή αν προτιμάτε, η "νέα αντίληψη τους για τα πράγματα"), που θα συνδεόταν σταδιακά με το αναδυόμενο στην πολεμοχαρή Ευρώπη ντανταιστικό στυλ.

Η Νέα Υόρκη παρουσίαζε πολλά κοινά με την Ζυρίχη, την γενέτειρα του Νταντά. Πέρα από καλλιτεχνικό κέντρο, συνιστούσε και καταφύγιο για πλήθος μεταναστών και ανθρώπων του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου, οι οποίοι είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από την λαίλαπα του πολέμου.

Το 1917 ο Ντυσάν παρουσίασε την Κρήνη η οποία συνιστούσε απλά μέρος από τα περίφημα "ready-mades" του: Έτοιμα, καθημερινά αντικείμενα, χωρίς την παραμικρή επεξεργασία, παραθέτονται αυτούσια ως τα αριστουργήματα της νέας εποχής. Η Τέχνη πέθανε, ζήτω η Τέχνη! Κι όμως, υπήρχε ένα βαθύτερο νόημα, που συνιστά και τον βασικό συνδετικό κρίκο με το κίνημα του ντανταϊσμού. Ο Ντυσάν υπήρξε εξίσου πολιτικοποιημένος με τους λοιπούς εκπροσώπους του νέου στυλ. Πίσω από το φαινομενικά κενό νοήματος έργο του, δέσποζε μια εναλλακτική ερμηνεία της πραγματικότητας, πέρα ως πέρα κριτική της αστικής μυθοπλασίας και κουλτούρας.




Paul Citroen - Metropolis - 1923



Σε μια εποχή που κάθε τι έτεινε να μετατραπεί σε εμπόρευμα, η τέχνη φάνταζε απογυμνωμένη από την καθιερωμένη, αισθητική αξία της. Ο κοινός ορθός λόγος και η παραδεκτή αισθητική εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της πολεμοχαρούς αστικής τάξης. Τα πάντα είχαν ως μέτρο της αξίας τους το χρήμα. Κάτι αξίζει μόνο αν κοστίζει. Η ανταλλακτική αξία των προιόντων (η αξία που έχουν ως εμπορεύματα) καταλήγει να εκμηδενίζει την αληθινή αξία τους, ως πράγματα που μας χαρίζουν ευχαρίστηση ή όφελος.

Και φυσικά αυτό ισχύει - όσο ποτέ άλλοτε - και για την τωρινή εποχή μας: Τα πάντα είναι εμπόρευμα. Σημασία έχει ό,τι κοστίζει, ό,τι μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί και η αξία του μετριέται μόνο σε χρήμα. Τι και αν μια ορισμένη τσάντα ή ένα παντελόνι εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό στο τέλος. Η ακριβότερη τσάντα, το ακριβότερο παντελόνι, είναι "καλύτερα". Όσο ακριβότερα, τόσο το καλύτερο.




Hannah Hoch - Dolls - 1916



Από την στιγμή λοιπόν που η εμπορική, καταναλωτική αξία, φτάνει να ορίζει την αληθινή αξία ενός προιόντος, γιατί να μην γίνει το αντίστροφο? Γιατί να μην ορίζεται η αισθητική αξία των αντικειμένων από το απλό γεγονός και μόνο πως συνιστούν έτοιμα εμπορεύματα? Κάθε τι που πωλείται και παράγεται σε μαζικές δόσεις μπορεί να ιδωθεί πλέον σαν έργο τέχνης!

Έτσι λοιπόν τα μαζικά παραγόμενα προιόντα του αδηφάγου αστικού πολιτισμού μπορούν να μετατραπούν στα καλλιτεχνήματα της νέας εποχής. Μια ρόδα ποδηλάτου. Ένα μπουκάλι. Μια καρέκλα. Η τέχνη είναι περιττή, υπάρχει μόνο το εμπόρευμα - η τέχνη είναι το εμπόρευμα!

Κατ' αντίστοιχο τρόπο, ο Κουρτ Σβίτερς στην Γερμανία συνέθετε έργα από αποκόμματα εφημερίδων, εισιτηρίων και περιοδικών - θραυσμάτων πεταμένων στα σκουπίδια. Τα έτοιμα αντικείμενα του Ντυσάν δεν γίνεται να αγοραστούν ή να πωληθούν στα καταστήματα - μια ρόδα ποδηλάτου είναι "άχρηστη" από μόνη της. Πεταμένες εφημερίδες, κομμένα μπουκάλια, ένα ουρητήριο, μια ρόδα... τα αποκόμματα του εμπορικού πολιτισμού, τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την καθημερινότητα όλων μας (θα πάμε τουαλέτα, θα διαβάσουμε τα νέα, θα πιούμε, θα φάμε), εκείνα που έχουν φτάσει να ορίζουν τη ζωή μας, μετατρεπόμενα πια σε εμπορεύματα, έτοιμα να καταναλωθούν και να πεταχτούν μετά στον κάλαθο των αχρήστων.

Αυτή είναι η τέχνη του αστικού πολιτισμού, βγαλμένη πια απ'τα σκουπίδια, τοποθετημένη στο βάθρο!



Marcel Duchamp L.H.O.O.Q., 1919



Και αυτή υπήρξε η μεγάλη πρωτοπορία του Νταντά, το οποίο ξεκίνησε ως μια αντίδραση στον πόλεμο και μια στροφή στις δυνάμεις του α-λόγου, για να μετουσιωθεί σε μια ανελέητη κριτική της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων. Στην τέχνη του Νταντά δεν υπάρχει άχρηστο αντικείμενο. Τα θραύσματα, τα αποσπάσματα, τα κομμάτια, όλα είναι σημαντικά. Τα πάντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τέχνη, όλα επιτρέπονται.

O σημαντικότερος αμερικάνος εκπρόσωπος του Νταντά ήταν ο Man Ray. Δούλευε με πλήθος από μέσα, φωτογραφίες, φιλμ, κολλάζ, ζωγραφική, οτιδήποτε εξυπηρετούσε τον στόχο του. Ανάμεσα σε άλλα γεφύρωσε το Νταντά με το αναδυόμενο στα μισά της δεκαετίας του '20, νέο κίνημα του σουρεαλισμού...

Ας πάρουμε λοιπόν μια ιδέα από ένα ντανταϊστικό φιλμ! Η ακόλουθη ταινία χρονολογείται από το 1923. Ένας σκοτεινός λαβύρινθος από ήχο και εικόνες, δεν έχετε παρά να αφεθείτε σε αυτόν...









Εξίσου χαρακτηριστική είναι η ταινία "Vormittagspuk" ή "Ghost Before Breakfast" του Hans Richter. Οι ναζί κατέστρεψαν ένα μέρος της ταινίας, με αποτέλεσμα να χαθεί το ηχητικό κομμάτι της - ωστόσο έχουν γίνει απόπειρες να επενδυθεί εκ νέου με ήχο. Μπορείτε να δείτε την δεκάλεπτη ταινία εδώ.


Θα ήταν ψευδές αν προσπαθούσαμε να αποδώσουμε μια απόλυτα "συνεκτική" διάσταση σε όλους τους καλλιτέχνες και τα έργα που καλύψαμε ως τώρα. Υπάρχουν άφθονα συνδετικά στοιχεία, και αρκετές διαφορές ανάμεσα τους. Το Νταντά δεν υπήρξε ενιαίο κίνημα και δεν είχε τέτοιο σκοπό. Άλλοι δημιουργοί έδιναν μεγαλύτερη αξία στο Τυχαίο και στο Άλογο, άλλοι πάλι υπήρξαν περισσότερο κοινωνικά συνειδητοποιημένοι και διέκριναν έναν σκοπό πίσω από τα έργα τους.

Κοινό όλων όμως ήταν η θέληση να ανατρέψουν τον καθιερωμένο τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας και αυτή η αντίδραση στο αντιδραστικό πνεύμα των καιρών.

Και φυσικά η πανταχού θέληση να προκαλέσουν!



Marcel Duchamp & Eve Babitz


Τελευταίος Σταθμός: Παρίσι



"Ο άνθρωπος πρέπει να είναι νομάς. Να διασχίζει τις ιδέες σα να ήταν χώρες ή πόλεις. Να τρώει παπαγάλους και κοτσίφια. Να καταπίνει μαιμούδες ζωντανές. Να ρουφάει το αίμα καμηλοπαρδάλεων... Να κοιμάται παρέα με γλάρους, να χορεύει με βόες... Να κάνει έρωτα με ηλιοτρόπια!" (Φράνσις Πικαμπιά)


Πόσο συνοψίζει το πάνω απόσπασμα του Φράνσις Πικαμπιά (Francis Picabia) το πνεύμα των καλλιτεχνών της εποχής! Ταξιδιάρες ψυχές, κυριολεκτικά (έκαναν άφθονα ταξίδια, διαδίδοντας τις ιδέες τους) και μεταφορικά (η τέχνη των καιρών άνοιγε νέους ορίζοντες, σαν καράβι που πλέει σε άγνωστα, πολύχρωμα νερά).

Φτάνουμε λοιπόν και στο Παρίσι! Θα ήταν αδύνατο να απουσιάζει από το αφιέρωμα μία εκ των πολιτισμικών πρωτευουσών της Ευρώπης. Το Νταντά εξαπλώθηκε στο Παρίσι κυρίως στα χρόνια μετά τον πόλεμο. Αναφερθήκαμε ήδη στους Μαρσέλ Ντισάν και Φράνσις Πικαμπιά, καλοί φίλοι μεταξύ τους, που συνέβαλαν αμφότεροι με τα ταξίδια τους στην διάδοση των νέων ιδεών, κυρίως μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, Παρισιού και Νέας Υόρκης. Ο Πικαμπιά μάλιστα, γαλλοισπανός στην καταγωγή, προώθησε την νέα τέχνη και στην Βαρκελώνη, όπου εξέδιδε το ντανταϊστικό περιοδικό "391":

"Κάθε σελίδα πρέπει να εκρήγνυται, είτε μέσα από την σοβαρότητα, την βαθύτητα, την αναταραχή, τη ναυτία, το νέο, το αιώνιο, την εκμηδενιστική ανοησία, τον ενθουσιασμό για τις αρχές, ή για την μορφή της έκδοσης. Η τέχνη πρέπει να είναι αντι-αισθητική στην ακραία της μορφή, άχρηστη και χωρίς καμια δικαιολογία". (Picabia)




Francis Picabia, Américane, "η Αμερικάνα", εξώφυλλο του 391, Ιούλιος 1917.



Ο Πικαμπιά επηρεάστηκε, όπως όλοι οι ντανταιστές, από τον πρωτοπόρο Τριστάν Τζαρά. Ο Τζαρά στο μεταξύ, εν έτει 1920, είχε φτάσει στο Παρίσι. Η επαφή του με τον Αντρέ Μπρετόν (Andre Breton), παροδικά συνοδοιπόρου του, θα απέβαινε καταλυτική για την ιστορία της τέχνης.

To 1921 o Τζαρά παρουσίασε το θεατρικό του "The Gas Heart", ένα από τα πλέον παράδοξα έργα που είχε δει ως τότε ο κόσμος (παράδοξο και για τις μέρες μας ακόμα). Οι χαρακτήρες δεν ήταν παρά μέρη ενός κεφαλιού: Το Στόμα, το Αυτί, το Μάτι, η Μύτη, ο Λαιμός και το Φρύδι. Οι διάλογοι ανάμεσα τους συχνά δεν βγάζουν άκρη, χρησιμοποιώντας μεταφορές και ιδιωματισμούς, αναφερόμενοι στις λειτουργίες που οφείλει να επιτελεί κάθε ένα από τα πάνω αναγκαία "συστατικά" του όλου... Κάποιες στιγμές μάλιστα οδηγούνται σε υπαρξιακά ζητήματα. Λέει το Στόμα: "Κανένας δεν με ξέρει. Είμαι μόνος εδώ, στην ντουλάπα μου, και ο καθρέπτης είναι κενός όταν κοιτάζω τον εαυτό μου". Μία άλλη γραμμή λέει: "Το κενό πίνει το κενό: ο αέρας γεννήθηκε με μπλε μάτια, γι' αυτόν τον λόγο καταπίνει συνέχεια ασπιρίνη". Σε ένα άλλο σημείο του έργου, το Αυτί (που είναι γυναίκα) συγκρίνει συνέχεια τον εαυτό της με ένα άλογο-βραβείο κάποιου διαγωνισμού, με το οποίο έχει πάθει κυριολεκτικά εμμονή. Στο τέλος το Αυτί μεταμορφώνεται στο άλογο, το όνομα του οποίου είναι Κλυταιμνήστρα! Μπορείτε να δείτε το έργο σε γραπτή μορφή εδώ. Και αν... δεν βγάζετε νόημα, μην ανησυχείτε, αυτό είναι το φυσιολογικό!




Από την παράσταση του "The Gas Heart"


Το Gas Heart υπήρξε και το κύκνειο άσμα του Νταντά. Ο Hans Richter, ο οποίος είχε συμμετάσχει στο ανέβασμα της παράστασης το 1923, τόνισε πως "δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσουμε, γιατί κανείς δεν βλέπει πλέον κάποιον λόγο". Η παράσταση του 1923 οδήγησε σε έναν μεγάλο καβγά κατά την διάρκεια της, με τον Αντρέ Μπρετόν να είναι ο υποκινητής και να έρχεται στα χέρια με τους συντελεστές, ενώ οι ηθοποιοί, ντυμένοι στα βαριά χαρτονένια τους κοστούμια, ήταν αδύνατο να διαφύγουν. Στο τέλος κατέφτασε η αστυνομία και διέλυσε την παράσταση. Το Νταντά δεν ήταν άλλο πια!

Οι δρόμοι του Τζαρά, του Πικαμπιά και του Μπρετόν διέλυσαν. Οι διαφωνίες τους ήταν πλέον αγεφύρωτες. Έναν χρόνο μετά, το 1924, ένα νέο κίνημα θα γεννιόταν από τις στάχτες του παλιού, και ο Μπρετόν υπήρξε ο εμπνευστής του: το όνομα του ήταν σουρεαλισμός.



Το Dada και η Επιρροή του




Το Νταντά σαν κίνημα πέθανε, οι ιδέες και η αισθητική του όμως όχι! Πόσα να χρωστάει ο μοντέρνος γραφικός σχεδιασμός στις πρωτοποριακές συνθέσεις του? Πόσοι και πόσοι καλλιτέχνες δεν επηρεάστηκαν από τις τεχνικές του κολλάζ και του φωτομοντάζ, εισάγοντας τες στη δουλειά τους? Τα "έτοιμα αντικείμενα", με την σειρά τους, έθεσαν τα θεμέλια για έναν ριζικά νέο τρόπο αντιμετώπισης της τέχνης, ενώ το πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο του Νταντά παραμένει επίκαιρο και ριζοσπαστικό.

Το πρώιμο ξέσπασμα της Punk μουσικής στην Αγγλία, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '70, παρουσιάζει ουκ ολίγα κοινά σημεία με το Νταντά και τα νοήματα του. Όπως το Νταντά υπήρξε μια μορφή "αντι-τέχνης", αγγίζοντας συχνά την πλήρη άρνηση και τον μηδενισμό, ανάλογα προώθησαν και τον εαυτό τους αρκετές από τις βρετανικές punk μπάντες. Η πρόκληση, η αντίδραση, ο μηδενισμός, ο αυθορμητισμός, η αντι-κομφορμιστική στάση, ήταν όλα εκεί.








Αυτό μέχρι το punk να μετατραπεί με τη σειρά του σε άλλο ένα trend - και εδώ να πούμε πως το dada πέθανε την στιγμή ακριβώς που είχε αρχίσει να γίνεται "προσιτό" και "δημοφιλές" στο ευρύ κοινό. Δεν είναι τυχαίο.

Η μεγαλύτερη επιρροή του πνεύματος του Dada στην σύγχρονη μουσική σημειώθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70, και στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το Punk διαδέχτηκε το Post Punk και ένα στυλ που ονομάστηκε New Wave. Οι σημαντικότεροι ίσως εκπρόσωποι του new wave υπήρξαν οι Talking Heads. Στο τρίτο άλμπουμ τους "Fear of Music", και στο τραγούδι "I Zimbra" αποτίουν άμεσο φόρο τιμής στον Χούγκο Μπαλ και στην "ποιητική των ήχων" του:






Gadji beri bimba glandridi
Lauli lonni cadori gadjam
A bim beri glassala glandride
E glassala tuffm I zimbra



Στίχοι που παραπέμπουν στα αυθεντικά ντανταιστικά ποιήματα, για τα οποία μιλήσαμε στην αρχή του κειμένου. Μη ψάχνετε για μετάφραση ή ερμηνεία στις πάνω λέξεις. Δεν υπάρχουν πουθενά, πρόκειται για κατασκευάσματα, ψευτολέξεις, κατασκευασμένες στην τύχη έχοντας ως μοναδικό άξονα την φωνητική τους. Μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι εδώ.








Καταλυτική εξάλλου στάθηκε η επιρροή του Νταντά και σε ένα άλλο μουσικό κίνημα που ξεπήδησε εκείνα τα χρόνια. Το όνομα του ήταν Industrial και υπήρξε το πλέον πειραματικό από τα μουσικά στυλ των καιρών. Εκεί που τα εικαστικά έργα του Νταντά έκαναν άφθονη χρήση των κολλάζ, παραπέμποντας στα κατάλοιπα του αστικού, καταναλωτικού πολιτισμού, η πρώιμη industrial μουσική χρησιμοποιούσε ηχητικά κολλάζ, παντρεύοντας ανόμοια φαινομενικά στοιχεία, από φωνές και sound loops μέχρι ήχους του δρόμου ή της βιομηχανίας, δημιουργώντας ένα άκρως πειραματικό (και δύσκολο για το μέσο μουσικό αυτί) στυλ.

Ανάμεσα στις πρώιμες industrial μπάντες, τους πρωτοπόρους του είδους, ανήκουν οι Throbbing Gristle, Clock DVA και οι Einsturzende Neubauten. Mία ακόμα σημαντική insustrial μπάντα δεν δίστασε να αποκαλέσει τον εαυτό της με το όνομα-σημαία του κινήματος του Ντανταϊσμού: Ήταν οι Cabaret Voltaire, από τα πλέον επιδραστικά σχήματα του είδους, και φυσικά το όνομα τους είναι σαφής παραπομπή στο περίφημο Νταντά στέκι της Ζυρίχης...

Η industrial μουσική στην πορεία θα ενσωμάτωνε στοιχεία από την ηλεκτρονική και ροκ μουσική σκηνή, μεταμορφώνοντας το πρόσωπο της και εγκαταλείποντας τον αρχικό, άκρως πειραματικό της χαρακτήρα. Έτσι έχουν τα πράγματα παιδιά, κάθε τι που εξαπλώνεται αργά ή γρήγορα θα μεταμορφωθεί! Και ο κόσμος θα το γνωρίσει πλέον στην νέα του εκδοχή, αγνοώντας συχνά τις ρίζες...










...Και το Ταξίδι Συνεχίζεται...



Κάπως έτσι λοιπόν ολοκληρώνουμε το πρώτο μόλις μέρος από την σειρά αφιερωμάτων μας στην μοντέρνα τέχνη! Θα ακολουθήσουν πολλά, πολλά ακόμα, αφιερώματα που θα τα συνεχίσουμε καθ' όλη την διάρκεια του χειμώνα, πιθανό μέχρι του χρόνου, τέτοια εποχή!

Και αυτό δεν είναι παρά ένα μέρος όσων θα δούμε προσεχώς στο κουνελο-blog... το πιο ταξιδιάρικο blog που έγραψε ποτέ κουνέλι. Μείνετε στις οθόνες σας λοιπόν! Κλείνω με έναν σημαντικό αποχαιρετισμό, που λίγο πολύ συνοψίζει τα πάντα:

σΓεε! Ηεεευωπων, ψυθε, χθανφ γι τηεψ!!