Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικονογραφήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικονογραφήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Μαρτίου 2019

Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση... του Ρενέ Γκοσινί


Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση... μια ιστορία του Ρενέ Γκοσινί. Σκίτσα: Ζαν Ζακ Σαμπέ, παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Επιτέλους! Θα έχουμε κι εμείς μία τηλεόραση! Όπως αυτή που έχει ο Κλοτέρ, που είναι ένας φίλος από το σχολείο και που είναι ο τελευταίος μαθητής της τάξης, αλλά που είναι πολύ καλό παιδί. Ο μπαμπάς δεν ήθελε ν' ακούσει λέξη, έλεγε πως μετά δε θα μελετούσα πια τα μαθήματά μου και πως θα ήμουνα κι εγώ ο τελευταίος της τάξης. Και ύστερα είπε πως έκανε κακό στα μάτια και πως δε θα κουβεντιάζαμε πια μεταξύ μας και πως θα σταματούσαμε να διαβάζουμε καλά βιβλία. Και ύστερα η μαμά είπε πως τελικά δεν ήταν άσχημη ιδέα και ο μπαμπάς αποφάσισε ν' αγοράσει μία τηλεόραση.

Σήμερα θα φέρουν την τηλεόραση. Εγώ ανυπομονώ τρομερά. Ο μπαμπάς δεν το δείχνει καθόλου, αλλά ανυπομονεί κι εκείνος, ιδίως από τότε που το είπε στον κύριο Μπλεντόρ, το γείτονά μας, που δεν έχει τηλεόραση.

Επιτέλους το φορτηγό έφτασε μπροστά στο σπίτι μας και είδαμε τον κύριο που κουβαλούσε την τηλεόραση να βγαίνει από το φορτηγό, και η τηλεόραση φαινόταν πολύ βαριά. «Η τηλεόραση είναι για σας;» ρώτησε ο κύριος. Ο μπαμπάς του είπε πως ναι, όμως του είπε να περιμένει μία στιγμή και να μην μπει αμέσως στο σπίτι. Ο μπαμπάς πλησίασε το φράχτη που χωρίζει τον κήπο μας από τον κήπο του κυρίου Μπλεντόρ και φώναξε: «Μπλεντόρ! Έλα να δεις!»

Ο κύριος Μπλεντόρ, που μάλλον μας κοίταζε από το παράθυρό του, βγήκε αμέσως. «Τι με θέλεις;» είπε. «Ούτε στο σπίτι του δεν μπορεί πια κανείς να είναι ήσυχος!» «Έλα να δεις την τηλεόρασή μου!» φώναξε πολύ περήφανος ο μπαμπάς. Ο κύριος Μπλεντόρ πλησίασε αργά αργά, εγώ όμως που τον ξέρω, κατάλαβα πως είχε μεγάλη περιέργεια. «Πφ!» είπε ο κύριος Μπλεντόρ, «η οθόνη είναι πολύ μικρή». «Πολύ μικρή η οθόνη;» ρώτησε ο μπαμπάς, «πολύ μικρή η οθόνη; Μήπως τρελάθηκες; Είναι είκοσι τεσσάρων ιντσών! Απλώς ζηλεύεις, αυτό είναι όλο!»




Ο μικρός Νικόλας, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ



Ο κύριος Μπλεντόρ άρχισε να γελάει, μ' ένα γέλιο που δεν ήταν καθόλου χαρούμενο. «Ζηλεύω; Εγώ;» γέλασε. «Αν ήθελα ν' αγοράσω τηλεόραση, θα το είχα κάνει εδώ και καιρό. Εγώ, αγαπητέ μου, έχω πιάνο! Εγώ έχω δίσκους κλασικής μουσικής, αγαπητέ μου! Εγώ έχω βιβλία, αγαπητέ μου!» «Ασ' τα αυτά! Ζηλεύεις, τελεία και παύλα!» «Α, ναι;» ρώτησε ο κύριος Μπλεντόρ. «Ναι», απάντησε ο μπαμπάς και τότε ο κύριος που κουβαλούσε την τηλεόραση ρώτησε πόση ώρα θα συνεχιζόταν αυτό γιατί η τηλεόραση ήταν βαριά και είχε και άλλες να παραδώσει σήμερα. Τον είχαμε ξεχάσει εντελώς τον κύριο!

Ο μπαμπάς έβαλε τον κύριο στο σπίτι. Το πρόσωπο του κυρίου είχε γεμίσει ιδρώτα, η τηλεόραση πρέπει να ήταν πολύ βαριά. «Πού να την ακουμπήσω;» ρώτησε ο κύριος. «Για να σκεφτούμε», είπε η μαμά, που είχε έρθει από την κουζίνα και που φαινόταν πολύ ευχαριστημένη, «για να δούμε, για να δούμε» και μετά έβαλε το δάχτυλο πλάι στο στόμα της και άρχισε να σκέφτεται. «Κυρία μου», είπε ο κύριος, «αποφασίστε, είναι βαριά!» «Στο τραπεζάκι, εκεί, στη γωνία», είπε ο μπαμπάς. Ο κύριος πήγε προς τα εκεί, αλλά η μαμά είπε όχι, πως αυτό το τραπέζι ήταν για το τσάι, όταν μαζεύονταν οι φίλες της στο σπίτι. Ο κύριος σταμάτησε και αναστέναξε βαθιά.

Η μαμά δίστασε ανάμεσα σ’ ένα άλλο τραπεζάκι, που δεν ήταν αρκετά γερό, στο επιπλάκι, που όμως δε γινόταν να βάλουμε μπροστά του τις πολυθρόνες, και στο σεκρετέρ, που όμως δε βόλευε, γιατί εκεί ήταν το παράθυρο. «Λοιπόν, θ' αποφασίσεις;» ρώτησε ο μπαμπάς, που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Η μαμά θύμωσε, είπε πως δεν της αρέσει να την πιέζουν και πως δεν ανεχόταν να της μιλάνε μ' αυτό το ύφος, ιδίως μπροστά σε τρίτους. «Βιαστείτε, αλλιώς την αφήνω να πέσει!» φώναξε ο κύριος, και η μαμά του έδειξε αμέσως το τραπέζι, που έλεγε ο μπαμπάς.

Ο κύριος ακούμπησε την τηλεόραση στο τραπέζι και έβγαλε ένα μεγάλο ουφ. Νομίζω πραγματικά πως πρέπει να ήταν πολύ βαριά η τηλεόραση.



Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ



Ο κύριος έβαλε την πρίζα, γύρισε ένα σωρό κουμπιά, και η οθόνη άναψε, αλλά, αντί να δούμε καουμπόηδες ή χοντρούς άσχημους που παίζουν μποξ, όπως στην τηλεόραση του Κλοτέρ, είδαμε ένα σωρό σπίθες και μαύρες τελίτσες. «Δεν έχει πιο καθαρή εικόνα;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Πρέπει να τοποθετήσω την κεραία σας», απάντησε ο κύριος, «όμως με καθυστερήσατε πολύ. Θα ξανάρθω μετά τις άλλες παραδόσεις μου, δε θ' αργήσω». Και ο κύριος έφυγε.

Εγώ στενοχωρήθηκα, που η τηλεόραση δεν έπαιζε ακόμα. Μου φαίνεται πως και η μαμά και ο μπαμπάς το ίδιο. «Λοιπόν, το ξεκαθαρίσαμε το θέμα», μου είπε ο μπαμπάς. «Όταν θα σου λέω να πας να κάνεις τα μαθήματά σου ή να πας για ύπνο, θα υπακούς!» «Ναι, μπαμπά», είπα, «εκτός φυσικά αν παίζει κάποια καουμπόικη ταινία». Ο μπαμπάς έγινε σαν τομάτα από το θυμό του, μου είπε πως είτε παίζει καουμπόικη ταινία είτε όχι, όταν θα μου λέει να πάω στο δωμάτιό μου, εγώ θα πηγαίνω, και τότε εγώ έβαλα τα κλάματα.

«Μα επιτέλους», είπε η μαμά, «γιατί το μαλώνεις το καημένο το παιδί και το κάνεις να κλαίει!»
«Ωραιότατα», είπε ο μπαμπάς, «εσύ να παίρνεις το μέρος του τώρα!»

Η μαμά άρχισε να μιλάει πολύ αργά, όπως κάνει όταν είναι πολύ θυμωμένη. Είπε στον μπαμπά πως πρέπει να δείχνει κατανόηση και πως στο κάτω κάτω και ο ίδιος δε θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος, αν δεν τον άφηναν να δει κάποιο από τα απαίσια ματς του.

«Απαίσιο το ποδόσφαιρο, τα ματς;», φώναξε ο μπαμπάς. «Για να μπορώ να κοιτάζω αυτά τα απαίσια, όπως τα λες, ματς, αγόρασα την τηλεόραση!» Η μαμά είπε πως ωραία θα περάσουμε, κι εγώ σ' αυτό συμφώνησα, γιατί τα ματς του ποδοσφαίρου μ' αρέσουν πολύ!

«Ναι, μάλιστα», είπε ο μπαμπάς, «δεν αγόρασα αυτήν την τηλεόραση για να κοιτάζω εκπομπές μαγειρικής, αν και θα τις χρειαζόσουν πολύ!»

«Εγώ θα τις χρειαζόμουν;» είπε η μαμά.

«Ναι, θα τις χρειαζόσουν και πολύ μάλιστα», απάντησε ο μπαμπάς, «θα μάθαινες ίσως να μην καις τα μακαρόνια, όπως χτες βράδυ!»

Η μαμά άρχισε να κλαίει, είπε πως δεν είχε ξανακούσει ποτέ τόσο αχάριστες κουβέντες και πως θα επέστρεφε στη μαμά της, δηλαδή τη γιαγιά μου. Εγώ θέλησα να διορθώσω τα πράγματα. «Τα χτεσινά μακαρόνια δεν ήταν καμένα», είπα, «ο προχθεσινός πουρές κάηκε». 'Όμως δε διόρθωσα τίποτα, γιατί όλοι είχαν νεύρα. «Να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!» μου είπε ο μπαμπάς και τότε εγώ έβαλα πάλι τα κλάματα και είπα πως ήμουν πολύ δυστυχισμένος, πως αυτά τα λόγια ήταν πολύ αχάριστα και πως θα βλέπω τους καουμπόηδες στο σπίτι του Κλοτερ.

Ο μπαμπάς κοίταξε τη μαμά και μένα και σήκωσε ψηλά τα χέρια. Περπάτησε για λίγο πάνω κάτω στο σαλόνι και μετά σταμάτησε μπροστά στη μαμά και της είπε πως τελικά ο πουρές που του αρέσει πιο πολύ είναι ο καμένος και πως τα φαγητά της μαμάς ήταν σίγουρα καλύτερα από εκείνα της τηλεόρασης. Η μαμά σταμάτησε να κλαίει, έβγαλε μικρούς αναστεναγμούς και είπε πως τελικά της άρεσαν πολύ τα ματς ποδοσφαίρου. «Μα όχι, μα όχι», είπε ο μπαμπάς και φιλήθηκαν. Εγώ είπα πως και μένα τελικά οι καουμπόηδες δε μ' ένοιαζαν και τότε ο μπαμπάς και η μαμά με φίλησαν. Ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι.

Εκείνος που ήταν λιγότερο χαρούμενος και πολύ παραξενεμένος, ήταν ο κύριος με την τηλεόραση, γιατί όταν ξαναγύρισε για να μας βάλει την κεραία, του επιστρέψαμε την τηλεόραση λέγοντάς του πως δε μας άρεσε το πρόγραμμά της.» 



Ο μικρός Νικόλας και η τηλεόραση, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ


Επίμετρο



Γαλλία, μέσα δεκαετίας 50, χρόνια μετάβασης ανάμεσα στη μεταπολεμική Ευρώπη και τη νεότερη Ευρώπη της αστικοποίησης και του καταναλωτισμού. Ήταν στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που ο Ρενέ Γκοσινί [Rene Goscinny] δημιούργησε έναν από τους πιο αγαπημένους παιδικούς λογοτεχνικούς ήρωες όλων των εποχών: τον μικρό Νικόλα [Le petit Nicolas], οι περιπέτειες του οποίου έμελλε ν’ αντικατοπτρίσουν την εποχή του, να συντροφέψουν τα παιδιά και να εξωθήσουν σε άπειρα κρυφά χαμόγελα τους «μεγάλους»… σε εισαγωγικά αυτοί οι τελευταίοι, μια που ήταν κοινή διαπίστωση πως, μέσα από τις ιστορίες του μικρού Νικόλα, αυτοί οι «μεγάλοι» κατέληγαν να φέρονται περισσότερο σαν «παιδιά» από τα ίδια τα παιδιά.

Έτσι και στην ιστορία που μοιράστηκα σήμερα μαζί σας – μία από τις αγαπημένες μου. Οι γονείς του μικρού Νικόλα αγοράζουν μια καινούργια τηλεόραση – ένα αναμφίβολα μεγάλο γεγονός για τα δεδομένα των καιρών που η τηλεόραση μόλις έκανε την εμφάνισή της. Γρήγορα όμως έμελλε να διαπιστώσουν πως δεν την έχουν τελικά πραγματική ανάγκη… και την επιστρέφουν πίσω.

Και έτσι έφτασαν να πρωτοτυπήσουν συγκριτικά με όλες τις άλλες οικογένειες των καιρών… και ο Γκοσινί να μεταδώσει το μήνυμά του: καλή η τηλεόραση, καλή και η φιγούρα στον γείτονα… μα η επικοινωνία είναι ακόμα καλύτερη.

Τα σκίτσα με τα οποία συνοδεύω το κείμενο φυσικά δεν είναι άλλου, παρά του σκιτσογράφου που συνέδεσε το όνομά του με τις περιπέτειες του μικρού Νικόλα: ο λόγος για τον Ζαν Ζακ Σαμπέ [Jean-Jacques Sempé]. Η μετάφραση είναι της Μελίνας Καρακώστα.

Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Μάρτιος 19

~

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855

6 Νοεμβρίου 2018

Χαρούκι Μουρακάμι : Πως ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη είδα το 100% κορίτσι


Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι. Σχεδιασμός εικόνας: το φονικό κουνέλι




«Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ζούσαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι δεκαοχτώ χρονών και το κορίτσι δεκαέξι. Το αγόρι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο, και το κορίτσι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο. Ένα μοναχικό και συνηθισμένο αγόρι κι ένα μοναχικό και συνηθισμένο κορίτσι, σαν αυτά που υπάρχουν παντού. Ωστόσο πιστεύουν ακράδαντα πως κάπου σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχει ένα κορίτσι ή ένα αγόρι, που τους ταιριάζει 100%. Ναι, πιστεύουν σ' ένα θαύμα. Κι αυτό το θαύμα ήρθε.

Μια μέρα οι δυο τους συναντιούνται τυχαία στη γωνία κάποιου δρόμου.

«Απίστευτο» λέει το αγόρι στο κορίτσι, «σ' έψαχνα παντού! Είτε το πιστεύεις είτε όχι, είσαι για μένα το 100% κορίτσι».

Και το κορίτσι απαντάει: «Κι εσύ είσαι για μένα το 100% αγόρι. Ακριβώς όπως το είχα φανταστεί. Είναι σαν όνειρο».

Οι δυο τους κάθονται σ' ένα παγκάκι του πάρκου, κρατιούνται απ' το χέρι και μιλάνε συνέχεια, χωρίς να βαριούνται. Δεν είναι πια μόνοι. Βρήκαν το 100% ταίρι τους κι αυτό τους βρήκε επίσης. Το να βρεις το 100% ταίρι σου και να σε βρει και κείνο, είναι κάτι εντελώς ασυνήθιστο, ένα θαύμα του κόσμου.

Αλλά τις καρδιές τους τις σκιάζει μια μικρή, πολύ μικρή αμφιβολία. Είναι δυνατόν το όνειρό τους να εκπληρώθηκε τόσο απλά; Σ' ένα διάλειμμα της συζήτησης, λέει το αγόρι:

«Ας κάνουμε μια δοκιμή. Αν είμαστε 100% φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, σίγουρα κάπου κάποτε θα ξανασυναντηθούμε. Την επόμενη φορά θα ξέρουμε πως είμαστε 100% προορισμένοι ο ένας για τον άλλο, και θα παντρευτούμε αμέσως. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ» απάντησε το κορίτσι.

Κι έτσι χώρισαν. Ο ένας στη Δύση κι ο άλλη στην Ανατολή. Στην πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς περιττό να βάλουν τη μοίρα τους σε δοκιμασία. Δεν έπρεπε να το κάνουν. Ήταν προορισμένοι 100% ο ένας για τον άλλο. Η αγάπη τους ήταν ένα θαύμα. Επειδή όμως ήταν ακόμα πολύ νέοι, δεν μπορούσαν να το ξέρουν. Κι έτσι παρασύρθηκαν από το αδιάκοπο, ανελέητο κύμα της μοίρας.

Μια μέρα του χειμώνα, αρρώστησαν κι οι δύο από μια επιδημία γρίπης, που ήταν εκείνη τη χρονιά σε έξαρση. Για πολλές βδομάδες πάλευαν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κι όταν πια έγιναν καλά, όλη η προηγούμενη ζωή τους είχε σβηστεί από τη μνήμη τους. Πώς να το πω, όταν ξύπνησαν και πάλι, τα κεφάλια τους είχαν εντελώς αδειάσει, σαν τον κουμπαρά του νεαρού Ντ. Χ. Λώρενς.

Όμως, επειδή αυτός ήταν ένα έξυπνο και καρτερικό αγόρι, κι εκείνη ένα έξυπνο και καρτερικό κορίτσι, δούλεψαν σκληρά, ξαναπόκτησαν συνείδηση και αισθήματα κι επέστρεψαν με επιτυχία στην κοινωνία. Ναι, μα το Θεό, ήταν πραγματικά σωστοί πολίτες. Ήξεραν σε ποιους σταθμούς έπρεπε να κατέβουν στο μετρό και πως να στείλουν ένα γράμμα εξπρές στο ταχυδρομείο. Αγαπούσαν κιόλας, πότε 75%, πότε 85%.

Το αγόρι είχε γίνει πια 32 χρονών και το κορίτσι 30 χρονών. Τα χρόνια είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβουν.

Κι ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη, το αγόρι πάει από τη Δύση στην Ανατολή από έναν μικρό παράπλευρο δρόμο στο Χαραγιούκου, για να πιει έναν καφέ, και το κορίτσι, πηγαίνοντας ν' αγοράσει γραμματόσημα για ένα γράμμα εξπρές, παίρνει τον ίδιο δρόμο από την Ανατολή στη Δύση. Στα μισά του δρόμου διασταυρώνονται. Για μια στιγμή αστράφτει στις καρδιές τους η αδύναμη λάμψη της χαμένης μνήμης. Το στήθος τους βροντοκοπάει. Και ξέρουν.

Αυτή είναι για μένα το 100% κορίτσι.

Αυτός είναι για μένα το 100% αγόρι.

Όμως η λάμψη της ανάμνησης είναι πολύ αδύναμη, η γλώσσα τους δεν έχει πια τη διαύγεια που είχε πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Κι οι δυο τους, χωρίς να πουν λέξη, περνούν ο ένας δίπλα στον άλλο και χάνονται μέσα στο πλήθος. Για πάντα.

Θλιβερή ιστορία, δε νομίζεις;»



Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι [Haruki Murakami - 村上 春樹] σε μετάφραση Αντώνη Μπίκου. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του Μουρακάμι με τίτλο «Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται» [“The Elephant Vanishes” / 象の消滅 Zō no shōmetsu], γραμμένα μεταξύ 1980 και 1991.

Για τον σχεδιασμό της εικόνας και την ψηφιοποίηση του κειμένου: Το φονικό κουνέλι, Νοέμβρης 18.


27 Φεβρουαρίου 2017

Στα Χνάρια του Κούνελου #1: Από τους Dropkick Murphys στο Ασχημόπαπο





Ακολουθώντας το κουνέλι ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα βρεθείς στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα μέρη. Σε μια σύγχρονη punk συναυλία, για παράδειγμα – μόνο που στο τέρμα του διαδρόμου, στέκεται ένα παράξενο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ο ίδιος ο Φρόυντ, μάλιστα, γυροφέρνει εκεί κοντά, κρατώντας σημειώσεις. Για κάποιο λόγο ξαπλώνεις στο ντιβάνι (πάντα ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο), κλείνεις τα μάτια σου – και ξεχύνονται μπροστά σου παπάκια και κοτόπουλα που κακαρίζουν ξέφρενα. Τα ανοίγεις και διαπιστώνεις πως βρίσκεσαι σ’ ένα πολύχρωμο παραμύθι – από εκείνα που έγραφε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Μα το παραμύθι μιλάει για κοινωνικές διακρίσεις και αποξένωση – αυτός δεν είναι ο ανέμελος κόσμος της παιδικής ηλικίας, φίλε μου! Κι ενώ έχεις αρχίσει να συγχύζεσαι με όσα συμβαίνουν γύρω σου, οι νότες από μια γνώριμη τρομπέτα σκορπούν παρηγοριά στις έγνοιές σου… Κι ένας νεαρός νέγρος γυρίζει εκεί κοντά, σαν άλλος Μάγος του Χάμελιν, μαγεύοντας με τη μουσική του ζώα και ανθρώπους. «Πως σε λένε, παλικάρι;». «Miles», απαντά. Για δες, κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα…

Όλα μοιάζουν με όνειρο. Ή ενδεχομένως με μια βουτιά στα άδυτα της Κουνελοχώρας. Τι ήθελες να ακολουθήσεις το κουνέλι;



Dropkick Murphys live in Athens. Μία όχι ακριβώς ανταπόκριση.






Δεν πέρασε πολύς καιρός από την συναυλία των Dropkick Murhpys, κάπου εκεί στη διάρκεια του Φλεβάρη, κι ακόμα σιγοτραγουδώ τη μελωδία του “Rose Tattoo” (click). Παρέα με το πλήθος των φίλων που τους αγκάλιασαν, θυμίζοντάς μου πως, τουλάχιστον όσο αφορά ξένους καλλιτέχνες, δεν έχουμε ξεχάσει σα λαός να εκδηλώνουμε τη φιλοξενία και την αγάπη μας. Εκείνη, για την οποία λέγαν κάποτε πως φημιζόμαστε σαν λαός. Καλά θα ήταν να το εφαρμόζαμε και σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις βέβαια.

Μεταφέρομαι πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο, κατάμεστο χώρο του live – πείθοντας τον εαυτό μου πως η ατμόσφαιρα παραπέμπει στο εσωτερικό κάποιας ιρλανδέζικης pub, μετά από κάποια μάχη των δρόμων ίσως, όταν οι εργάτες έχουν αποθέσει τα όπλα τους στην άκρη κι έχουν πιάσει τις μπύρες – στην ατμόσφαιρα μιας pub και όχι στον κάκιστο εξαερισμό του χώρου. Θυμάμαι τα τραγούδια, νιώθω τον παλμό, παρασύρομαι απ’ το κέφι που μας μεταφέρει στα παλιά – όταν το πρώτο από τα συγκροτήματα που προσέμιξαν την παραδοσιακή κέλτικη μουσική με το Punk, οι Pogues, έδιναν τα εναρκτήρια live τους μπροστά στο απορημένο, μα και ενθουσιώδες, βρετανικό punk κοινό. Και ακόμα πιο πίσω, δεκαετίες πριν – όταν ιρλανδέζικες μπάντες όπως οι Dubliners, οι Chieftains, οι Planxty και οι Clancy Brothers αντλούσαν από την τόσο πλούσια μουσική παράδοση της χώρας τους και αναβίωναν τις κέλτικες μελωδίες που πιάνουν ρίζες στο χρόνο, σαν κάποιο καταπράσινο δέντρο φυτεμένο στα άδυτα της γης.

Μα δεν είναι μόνο η παράδοση, ούτε εκείνο το πνεύμα του καταπράσινου θεού του δάσους, που γυροφέρνει με τον αυλό του ντυμένος με μια αρμαθιά φύλλα – ένας θεός που μας είναι γνώριμος απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά. Είναι και οι στίχοι – τραγούδια που μιλούν για μάχη, για οδοφράγματα, για εξέγερση, για επανάσταση. Συνδέονται αυτά με το πνεύμα του θεού του δάσους; Ασφαλώς και συνδέονται, και το γνωρίζουμε καλά.

Θα σταθώ στο φινάλε της συναυλίας. Στη διάρκεια του τελευταίου τους τραγουδιού, κάποιες μεθυσμένες με κέφι (ή ενδεχομένως με διονυσιακό πνεύμα) κοπέλες ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή και αρχίζουν το χορό. Κάποιες άλλες τις ακολουθούν. Δεν ήθελε πολύ – ένας μετά τον άλλο, πλήθος κόσμου από τις πρώτες σειρές της συναυλίας ανεβαίνει πάνω στη σκηνή, πιάνει το χορό και τραγουδάει παρέα με τους μουσικούς. Έχω πάει σε πολλά live, στη χώρα μας και στο εξωτερικό – μα πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο.
Μου θύμισε πως υπάρχουν δύο μορφές τέχνης. Εκείνη που έχουμε συνηθίσει – η τέχνη της παράδοσης, που απαιτεί μια μορφή αποστασιοποίησης ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό του· μια ενατένιση από μακριά, μια σχέση πομπού και δέκτη, το έργο από τη μία και ο καταναλωτής από την άλλη…

Και υπάρχει και η τέχνη που έχουμε ξεχάσει: εκείνη στην οποία δημιουργός και δέκτης σμίγουν σε μια διονυσιακή ενότητα – παραπέμποντας στον Νίτσε. Πλέον δεν είναι το έργο τέχνης «κάπου εκεί έξω» κι εσύ ο θεατής που το παρατηρείς… μα συναποτελείτε το έργο τέχνης, μαζί, από κοινού. Είναι ο χορός που μοιράζεστε, τα τραγούδια που τραγουδάτε, η κοινή ενέργεια που μοιράζεστε. Δεν υπήρχε αμφιβολία: στο φινάλε της συναυλίας τέχνη δεν ήταν η μουσική του συγκροτήματος πάνω στη σκηνή – μα όλος αυτός ο κόσμος που χόρευε και τραγουδούσε μαζί του. Όλος ο παλμός ενός κλειστού χώρου που είχε μεταμορφωθεί σε ένα ενιαίο μουσικό ψηφιδωτό.

Για λίγο έστω. Μέχρι οι νότες να σιγήσουν και να επανέλθει ο κόσμος στα κουκούλια του.

Σε μια εποχή αναζήτησης εκείνων που μπορούν να μας ενώσουν – γιατί αυτά που μας χωρίζουν είναι τόσο εύκολο να τα διατυμπανίζει ο καθένας – η αίσθηση που μου μετέδωσε το φινάλε αυτής της συναυλίας, ήταν εκείνη μιας απάντησης: εδώ βρίσκεται ο δρόμος, λοιπόν. Στην αναβίωση της δημόσιας τέχνης· στη συμμετοχή του κόσμου· στο ζωντάνεμα της γειτονιάς, της κοινότητας, της πολιτείας. Όταν χιλιάδες φωνές τραγουδούν και χορεύουν – ξεχνώντας για λίγο το άχθος και τις έγνοιες που τους βασανίζουν.

Όταν θυμούνται αυτά που τους ενώνουν. Πόδια που πατούν στη γη. Βλέμματα που ατενίζουν τ’ αστέρια. Και λίγη μπύρα να δροσίσει τις στεγνές καρδιές.







Ο Φρόυντ και οι γυναίκες



Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, ποτέ δεν είχε κατανοήσει σε βάθος τα μυστικά της γυναικείας φύσης. Οι αναλύσεις του πάνω στο γυναικείο φύλο υπήρξαν αμφιλεγόμενες και γεννούσαν περισσότερα ερωτηματικά, παρά έδιναν απαντήσεις. Πολλοί μίλησαν για "φαλλοκρατισμό" - δεν είχαν και εντελώς άδικο, εδώ που τα λέμε, μα δε πρέπει να ξεχνάμε το χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο, εντός του οποίου έκανε τις έρευνες του ο Φρόυντ... Το πλαίσιο της βαθύτατα συντηρητικής στα ήθη (και βαθιά καταπιεστικής) βικτωριανής εποχής.

Ωστόσο οι κατήγοροι είχαν παραβλέψει το εξής: Ο Φρόυντ ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως "γνωρίζει" τις γυναίκες. Αρκετές φορές επαναλάμβανε στα γραπτά του για το "ανεξιχνίαστο της γυναικείας φύσης" και η στάση που υιοθετούσε ήταν εκείνη ενός σκεπτικιστή. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα, με το οποίο κλείνει η παράδοση του πάνω στο θέμα της "Θηλυκότητας" - μία από τις τελευταίες παραδόσεις του, στις αρχές της δεκαετίας του 30. Η τελευταία πρόταση ειδικά, ίσως λέει περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να πουν όλες οι επιστήμες μαζεμένες…

«Αυτά ήταν όλα όσα είχα να σας πω σχετικά με τη θηλυκότητα. Οπωσδήποτε είναι ατελή και αποσπασματικά, και όχι πάντα ευχάριστα. Μην ξεχνάτε όμως ότι περιέγραψα την γυναίκα μόνο στον βαθμό που καθορίζεται από τη σεξουαλική λειτουργία της. [...]. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τη θηλυκότητα, ψάξτε στις προσωπικές σας εμπειρίες, στραφείτε στους ποιητές, ή περιμένετε ώσπου να σας δώσει η επιστήμη βαθύτερες και πιο σαφείς πληροφορίες».

Το απόσπασμα προέρχεται από τη "Νέα Σειρά των Παραδόσεων για την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση".  Στη φωτογραφία ο Φρόυντ με την κόρη (και συνεχιστή του έργου του) Anna Freud.







Miles. Εξομολογήσεις στα χρόνια της (ρατσιστικής) χολέρας



«Η παλιότερη ανάμνηση μου, από τότε που ήμουν μικρό παιδί, ήταν ένας λευκός άντρας να με κυνηγάει στον δρόμο και να φωνάζει: «Nέγρε! Νέγρε!», είχε πει σε μια συνέντευξη του το 1962 ο Miles Davis.

Ευκατάστατος πλέον, αναγνωρισμένος και περιζήτητος από όλο το μουσικόφιλο κοινό, θυμόταν τα παλιά και μια λάμψη αχνόφεγγε στα μάτια του. Εν έτει 1962 ο Miles ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής. Μα την εποχή εκείνη οι μαύροι καλλιτέχνες και μουσικοί στην πλειοψηφία τους εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται σαν “entertainers” από το λευκό κοινό, όργανα ψυχαγωγίας, αντανακλώντας παραδόσεις που βυθίζονταν πίσω στα χρόνια της υποδούλωσης τους.

Ο Miles δεν ήταν τέτοιος. Πάντα σοβαρός, σπάνια χαμογελούσε στις κάμερες. Δεν έπαιζε θέατρο, δε πουλούσε κάποιο image. Του άρεσαν οι γυναίκες και τα γρήγορα αμάξια. Κάποιοι τον κατηγορούσαν πως το έπαιζε πολύ «σκληρός»... Ο Miles αδιαφορούσε. Ήταν απλά ο εαυτός του.

Σε αντίθεση με πλήθος άλλων μαύρων μουσικών της Jazz, που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια μες στη φτώχεια, o Miles μεγάλωσε σε μια ευυπόληπτη αστική οικογένεια – ήταν γιος οδοντίατρου. Ήταν επίσης ομορφόπαιδο. Αυτά δεν υπήρξαν αρκετά ωστόσο για να γλιτώσει από τις κοροϊδίες των συμμαθητών του – ίσως μάλιστα να τις ενίσχυσαν. “Pretty boy, pretty boy!”, τον φώναζαν κοροϊδευτικά. Προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή, ο νεαρός Miles το έπαιζε σκληρός. Ίσως για τον λόγο αυτόν, μεγαλώνοντας, απέκτησε ένα τόσο αρρενωπό, σοβαρό image.








«Ήμουν ο καλύτερος στη τάξη της μουσικής στην τρομπέτα. Το ήξερα – το ξέραμε όλοι. Μα όλα τα βραβεία των διαγωνισμών πήγαιναν στα παιδιά με τα γαλάζια μάτια. Με εξόργιζε τόσο πολύ αυτό, που πήρα απόφαση να ξεπεράσω κάθε λευκό μουσικό στα πνευστά... Έαν δεν είχα βιώσει τόση προκατάληψη, ίσως το κίνητρο μου στη μουσική να ήταν μικρότερο».

Στο εξώφυλλο του δίσκου του “Someday My Prince Will Come” του 1961 (το βλέπουμε στη φωτογραφία πάνω δεξιά), ο Miles απαίτησε να απεικονίζεται η γυναίκα του – όπως και έγινε. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – ένα εξώφυλλο δίσκου με μια μαύρη γυναίκα ως μοντέλο, χωρίς να είναι η ίδια μουσικός ή τραγουδίστρια. Η κυρίαρχη τάση ήταν τα μοντέλα να είναι πάντα λευκά, ακόμα και σε δίσκους μαύρων μουσικών. Και αυτό δε συνέβαινε μόνο στη μουσική, μα παντού στον χώρο του θεάματος. «Εάν οι ταινίες ή η τηλεόραση υποτίθεται αντανακλούν αυτή τη χώρα, και αν η χώρα αυτή είναι δημοκρατική, γιατί δε το κάνουν; Ας βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να χορεύουν και να τραγουδούν. Εγώ τους βλέπω συνεχώς στους δρόμους, κάτω στην πόλη, μα στην τηλεόραση και τις ταινίες μόνο οι λευκοί κάνουν την εμφάνιση τους».

Τέτοια έλεγε ο Miles Davis, εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 60. Και, εν συνεχεία, έπιανε την τρομπέτα του και ύφαινε νότες σε σκοπούς σα τον ακόλουθο...




Το Ασχημόπαπο. Λόγια και μια εικονογράφηση.






Πιθανό να έρθει κάποια στιγμή η μέρα που θα μιλάμε όχι μόνο μέσα από κείμενα, μα και από κάποια εικαστικά δικά μου. Ή, ακόμα καλύτερα, μέσα από τον συνδυασμό τους. Όπως θα κάνουμε τώρα, για παράδειγμα. Η εικονογράφηση που βλέπετε είναι πρόσφατη - την προορίζω (μα όχι στη μορφή που βλέπετε) για ένα παιδικό βιβλίο.

Όπως όλα τα κλασικά παραμύθια, έτσι και το "Ασχημόπαπο" του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μπορεί να μιλήσει σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα παιδί θα ευχαριστηθεί τις περιπέτειες του μικρού ασχημόπαπου και το χαρούμενο φινάλε - όταν πια έχει γίνει ένας όμορφος κύκνος, και τα παπάκια, που άλλοτε το κορόιδευαν, απομένουν να το κοιτάζουν με θαυμασμό.

Μα σε ένα διαφορετικό επίπεδο, τι άλλο συμβολίζει το παραμύθι αν όχι τις κοινωνικές διακρίσεις και την αντιμετώπισή τους; Σκεφτείτε λίγο. Οι πάπιες που εμπαίζουν το μέλος της οικογένειας που είχε την ατυχία να μη μοιάζει με αυτές... η απομόνωση του ασχημόπαπου, ως μοναδική διέξοδος στον εμπαιγμό... μα και το σημαντικότερο όλων: η αναζήτηση του μοναχικού, προσωπικού του δρόμου.

Σε αυτό το τελευταίο βρίσκω ο ίδιος και το σημαντικότερο νόημα του παραμυθιού. Στο γεγονός πως το ασχημόπαπο πήρε το δρόμο του. Μονάχο του - μα πήρε το δρόμο του. Ακολούθησε την πορεία του. Έζησε την περιπέτειά του.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσο επίκαιρο θα μπορούσε να είναι αυτό το παραμύθι στις μέρες μας. Οι κοινωνικές διακρίσεις έχουν πολλαπλές μορφές: μπορεί να είναι διακρίσεις εξωτερικής εμφάνισης, μα μπορεί επίσης να είναι διακρίσεις φύλου, φυλής, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, τρόπου ζωής, συνηθειών, ή επαγγέλματος.

Και μόνο εκείνος που έχει νιώσει μόνος και διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους (γιατί ΕΚΕΙΝΟΙ τον έκαναν να νιώσει έτσι), ξέρει τι σημαίνει αυτό.

Μα αν γραφόταν ξανά στις μέρες μας το "Ασχημόπαπο", έχω την αίσθηση πως δεν θα χρειαζόταν καν να εξελιχθεί σε πανέμορφο κύκνο μεγαλώνοντας... Η μεταμόρφωση θα ήταν διαφορετικής φύσης. Μεγαλώνοντας, θα συνειδητοποιούσε αυτό και μόνο: πως η ανακάλυψη του εαυτού του είναι το σημαντικότερο όλων.

Και οι άλλοι - όλοι εμείς - θα το αποδεχόμασταν γι' αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητά του.

"Γίνε αυτός που είσαι" - Φρίντριχ Νίτσε



Υστερόγραφο. Για την αυξανόμενη απήχηση του Κουνελιού.



Ο Φλεβάρης του 17 υπήρξε ο μεγαλύτερος σε επισκέψιμοτητα μήνας στα χρονικά της Κουνελοχώρας. Καταλύτης στάθηκε η αναδημοσίευση στη σελίδα στο Facebook της μελέτης για τον Βίλχελμ Ράιχ και το φασισμό – από εκείνα τα κείμενα που έχω πει πως επιθυμώ να αναδημοσιεύω χρόνο με το χρόνο, για όσο χρειαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπω μια σημαντική μερίδα του κόσμου να ανταποκρίνεται θετικά. Πέραν αυτού όμως, και με μια χούφτα αναρτήσεις όλες κι όλες, ήταν χιλιάδες οι φίλοι που επισκέφτηκαν το Λαγούμι μέσα στο μήνα που μας πέρασε.

Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες ήθελα να πω. Και αυτό με μια χούφτα μηνιαίες αναρτήσεις κι όλες. Σκέψου να έγραφα κάθε μέρα. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που θα διέθετε, όχι έξι ή εφτά, μα 17 ώρες καθημερινού ελεύθερου χρόνου, πιθανό να συνέβαινε.

Από την άλλη όμως, γιατί να γράφει κάποιος κάθε μέρα; Μου αρέσει που ανεβάζω κάποιο κείμενο και μένει αρκετές μέρες πρωτοσέλιδο, μέχρι να πάμε στο επόμενο – μεστώνει, σαν κρασί. Εδώ δεν είναι εφημερίδα (μη σας παραπλανεί η εικόνα στο ξεκίνημα!), να ανανεώνονται κάθε τρεις και λίγο οι ειδήσεις – και να έχεις ξεχάσει τι διάβασες πριν πέντε λεπτά. Στο Λαγούμι του κούνελου τα ρολόγια των συμβατικών ρυθμών και της διαρκώς ανανεώσιμης, αγχώδους καθημερινής εναλλαγής, είναι άχρηστα.

Μια χούφτα αναρτήσεις, λοιπόν. Μεστές όμως, φτιαγμένες με μεράκι. Συνοδευόμενες, ενίοτε, από εικαστικά που έχω επιμεληθεί ο ίδιος, σε μάκρος χρόνου. Τίποτα εδώ μέσα δεν γίνεται γρήγορα. Τίποτα δεν τρέχει σε ρυθμούς διαφημιστικών σποτ, σε φευγαλέα ένστικτα μιας λεζάντας, σε ρυθμούς μαζικής παραγωγής. Κάποια πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Και υπάρχει μια μερίδα κόσμου που το γνωρίζει και το εκτιμάει. Άσε τους άλλους να τρέχουν, να χοροπηδούν σαν βάτραχοι, ο ένας στο κεφάλι του άλλου, προσπαθώντας να φτάσουν πιο ψηλά. Εμένα οι ήρεμοι δημιουργικοί ρυθμοί μου ταιριάζουν περισσότερο. Το καλό κρασί δεν το απολαμβάνεις μονοκοπανιά…

Ως Φονικό Κουνέλι δεν σκοπεύω να αλλάξω πολλά πράγματα εδώ μέσα. Ό,τι κάνω μέχρι σήμερα, θα το συνεχίσω με τη μορφή που βλέπετε, για όσο καιρό με ικανοποιεί δημιουργικά και διαπιστώνω πως έχει ανταπόκριση στους αναγνώστες. Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν και κάποια κρυμμένα τραπουλόχαρτα στο μανίκι – κάποια δημιουργικά project που έχω στα σκαριά και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των blogs, των κοινωνικών δικτύων και του ίντερνετ. Μα αυτά με τον καιρό – καλά να είμαστε.


Για την ώρα, συνεχίζουμε!



11 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα ενός Παιδιού από την Ουαλία. Του Ντύλαν Τόμας


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Illustration by Peter Bailey, αφίσα από το φονικό κουνέλι
Original illustration by Peter Bailey



Τον παλιό καιρό, τότε που τα Χριστούγεννα δεν είχαν ακόμα καταξιωθεί ως η επίσημη παγκόσμια γιορτή της κατανάλωσης· τότε που τα κάλαντα αποσκοπούσαν περισσότερο στη χαρά της περιπλάνησης – και τα παιδιά δεν κλείνονταν σπίτι τους, μα έβγαιναν στο κρύο να τα πουν· στην εποχή που χιόνιζε που και που μες στις γιορτές και αισθανόσουν περισσότερο τη θαλπωρή της φωτιάς και του σπιτιού· τον καιρό εκείνο που δεν ακούγαμε για εκατομμυριοστή χιλιοστή φορά το γνωστό pop άσμα που παίζει κάθε χρόνο στα ραδιόφωνα (και, πλέον, στους σταθμούς του ηλεκτρικού)· τον καιρό, εκείνο, που λέτε, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας [Dylan Thomas] έγραψε τα “Χριστούγεννα Ενός Παιδιού Από Την Ουαλία”.

Η ιστορία δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1955 – άρα η εποχή που περιγράφει τοποθετείται κάπου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τον καιρό που ο Τόμας ήταν παιδί. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ματιά στα Χριστούγεννα μιας αλλοτινής εποχής – δίχως πλοκή, μα ξεχειλίζοντας εικόνες, φαντασία και πανέξυπνο χιούμορ. Η ιστορία αντηχεί ήχους από καμπανάκια και μοσχομυρίζει γλυκό. Διαβάζοντάς τη γίνεσαι για λίγο ξανά παιδί και νιώθεις πως μεταφέρεσαι πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια – και βάζεις παροδικά τον κυνισμό σου στην άκρη.

Αυτή τη μικρή ιστορία θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Τα λόγια συνοδεύουν εικονογραφήσεις από διαφορετικές εκδόσεις τις ιστορίας (μιας από τις δημοφιλέστερες του Τόμας) ανά τις δεκαετίες. Περιλαμβάνονται σχέδια των εικονογράφων Fritz Eichenberg, Ellen Raskin, Trina Schart και Peter Bailey.

Πάμε λοιπόν πίσω στον χρόνο. Και ας βαδίσουμε, παρέα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, στη λευκοντυμένη από χιόνι εκείνη παραλία, πλάι στη θάλασσα, ενώ θέτουμε το ερώτημα: “καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;” Ίσως στην ερώτηση αυτή, βγαλμένη από τη σκέψη ενός παιδιού, περικλείεται πολύ μεγαλύτερο νόημα στις Γιορτές, συγκριτικά με τα γνωστά και χιλιοειπωμένα λόγια που ακούμε κάθε χρόνο.



A Child's Christmas in Wales - illustration: Ellen Raskin
Illustration by Ellen Raskin


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία




«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ εκείνα τα χρόνια, στην άλλη γωνιά της παραθαλάσσιας πόλης· σιωπή παντού, εκτός από τον μακρινό ψίθυρο των φωνών που ακούω, καμιά φορά, μια στιγμή πριν από τον ύπνο, έτσι που δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε χιονίσει έξι μέρες κι έξι νύχτες όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ή δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, όταν ήμουν έξι.

Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επιφάνεια ό, τι βρω. Βουλιάξει το χέρι μου σ’ αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και ... να τους! αναδύονται η κυρία Πρόδερο κι οι πυροσβέστες.

Ήταν το απόγευμα της παραμονής κι εγώ βρισκόμουν στον κήπο της κυρίας Πρόδερο και παραφύλαγα τις γάτες, μαζί με τον γιό της, τον Τζιμ. Χιόνιζε. Πάντοτε χιόνιζε τα Χριστούγεννα. Ο Δεκέμβρης στη μνήμη μου, είναι λευκός όπως η Λαπωνία, μ' όλο που δεν υπήρχαν τάρανδοι. Αλλά υπήρχαν γάτες. Υπομονετικοί, παγωμένοι και άκαμπτοι, με τα χέρια μας τυλιγμένα σε κάλτσες, περιμέναμε ν' αρχίσουμε τις γάτες στις χιονιές. Λείες και λυγερές σαν πάνθηρες, με τρομερά μουστάκια, φτύνοντας και νιαουρίζοντας θα τινάζονταν και θα γλιστρούσαν στους άσπρους τοίχους της πίσω αυλής και οι γερακομάτηδες κυνηγοί, ο Τζιμ κι εγώ, οι παγιδευτές με τα γούνινα σκουφιά και τις γαλότσες από το Χάντσον Μπει, πέρα από την οδό Μαμπλ, θα εκσφενδονίζαμε τις θανατηφόρες χιονιές μας στο πράσινο των ματιών τους.

Οι σοφές γάτες δεν εμφανίζονταν ποτέ. Ήμασταν τόσο σιωπηλοί, τόσο ακίνητοι, εσκιμοπόδαροι αρκτικοί ανιχνευτές στην προστατευτική σιωπή του αιώνιου χιονιού - αιώνιου μολονότι το είχε στρώσει μόλις την Τετάρτη - που δεν ακούσαμε την πρώτη κραυγή της κυρίας Πρόδερο από το ιγκλού της στο βάθος του κήπου. Ή, αν την ακούσαμε, μας φάνηκε σαν μακρινή πρόκληση από εκείνη - αντίπαλο και θήραμα μαζί - την πολική γάτα της γειτόνισσας. Σύντομα, όμως, η φωνή δυνάμωσε: «Φωτιά!» κραύγαζε η κυρία Πρόδερο, χτυπώντας το γκονγκ του δείπνου.

Κι εμείς ξεχυθήκαμε στον κήπο, με τις χιονόμπαλες στα χέρια· και, πράγματι, καπνός έβγαινε από την τραπεζαρία και το γκονγκ βροντούσε και η κυρία Πρόδερο διαλαλούσε την καταστροφή σαν ντελάλης στην Πομπηία. Κι αυτό ήταν καλύτερο κι από το να στέκονταν στη σειρά πάνω στη μάντρα όλες οι γάτες της Ουαλίας μαζί. Ορμήσαμε στο σπίτι, φορτωμένοι τις χιονόμπαλες και σταματήσαμε στην ανοιχτή πόρτα του δωματίου, που είχε ντουμανιάσει απ' τον καπνό.

Κάτι καιγόταν ήταν σίγουρο. Ίσως ο κύριος Πρόδερο, που πάντοτε έπαιρνε έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό, με την εφημερίδα απλωμένη στο πρόσωπό του. Όμως εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου λέγοντας: «Σπουδαία Χριστούγεννα!» και δέρνοντας τον καπνό με μια παντόφλα.

«Φώναξε την Πυροσβεστική!» ούρλιαξε η κυρία Πρόδερο, καθώς χτυπούσε το γκονγκ.

«Δεν θα' ρθει», είπε ο κύριος Πρόδερο, «είναι Χριστούγεννα».

Δεν υπήρχε φωτιά, μόνο σύννεφα καπνού και ο κύριος Πρόδερο όρθιος ανάμεσά τους, ανεμίζοντας την παντόφλα του, σαν να διεύθυνε ορχήστρα.

«Κάντε κάτι», είπε.

Και πετάξαμε όλες τις χιονόμπαλες στον καπνό - νομίζω πως δεν πέτυχε καμιά τον κύριο Πρόδερο - και τρέξαμε έξω απ' το σπίτι, στον τηλεφωνικό θάλαμο.

«Να φωνάξουμε και την αστυνομία», είπε ο Τζιμ.

«Και το Πρώτων Βοηθειών».

«Και τον Έρνι Τζένκινς, του αρέσουν οι πυρκαγιές».

Αλλά φωνάξαμε μόνο την Πυροσβεστική και σύντομα ήρθε το όχημα και τρεις ψηλοί άνδρες με κράνη έβαλαν μια κάνουλα μέσα στο σπίτι και ο κύριος Πρόδερο μόλις που πρόλαβε να βγει πριν την ανοίξουν. Σπάνια τυχαίνει τέτοιος σαματάς παραμονιάτικα. Κι όταν οι πυροσβέστες έκλεισαν την κάνουλα και τους είδαμε να στέκονται μέσα στο μουσκεμένο, κατακαπνισμένο δωμάτιο, η θεία του Τζιμ, η δεσποινίς Πρόδερο, κατέβηκε και τους περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο Τζιμ κι εγώ περιμέναμε, χωρίς να μιλάμε, ν' ακούσουμε τι θα τους έλεγε. Πάντα έλεγε το σωστό. Κοίταξε τους τρεις ψηλούς άνδρες με τ' αστραφτερά τους κράνη, όρθιους ανάμεσα στους καπνούς και τις στάχτες και τις χιονόμπαλες που έλιωναν και είπε: «Θέλετε να διαβάσετε κάτι;»



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



Χρόνια και χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί, όταν υπήρχαν λύκοι στην Ουαλία και πουλιά, στο χρώμα των κόκκινων φανελένιων μεσοφοριών, πετάγονταν μέσα από τους μυτερούς βράχους, όταν τραγουδούσαμε και κυλιόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα σε σπηλιές που μύριζαν σαν κυριακάτικα απογεύματα σε υγρές σάλες χωριατόσπιτων και κυνηγούσαμε τους Άγγλους και τις αρκούδες, πριν από το αυτοκίνητο, πριν από τον τροχό, πριν από το άλογο με το πρόσωπο της δούκισσας, όταν χιμούσαμε δίχως σέλλα στους αθώους, ευτυχισμένους λόφους, χιόνιζε και χιόνιζε. Αλλά εδώ ένα μικρό αγόρι λέει: «Χιόνισε και πέρσι. Έφτιαξα ένα Χιονάνθρωπο και ο αδελφός μου τον κλώτσησε και τον γκρέμισε, κι ύστερα κλώτσησα κι εγώ τον αδελφό μου και μετά πήγαμε για τσάι».

«Όμως δεν ήταν το ίδιο χιόνι», λέω εγώ. «Το χιόνι μας δεν χυνόταν μονάχα απ' τα μεγάλα κατάλευκα μαστέλα του ουρανού, μα αναδευόταν σαν σάλι μέσα απ' το χώμα κι ύστερα ξεπηδούσε και τιναζόταν από τα μπράτσα και τα χέρια και τα κορμιά των δένδρων· χιόνι φύτρωνε όλη τη νύχτα στις σκεπές των σπιτιών σαν καθαρό, γέρικο μούσκλο, λεπτοκεντούσε σαν λευκός κισσός τις μάντρες και προσγειωνόταν στους ώμους του ταχυδρόμου που εκείνη τη στιγμή άνοιγε την αυλόπορτα, σαν μουγκή, μουδιασμένη χιονοθύελλα από άσπρες, σκισμένες, χριστουγεννιάτικες κάρτες.

«Υπήρχαν και ταχυδρόμοι τότε;»

«Με ψιχαλιστά μάτια και κερασένιες από τον άνεμο μύτες· με φαρδιά, παγωμένα πόδια. Τσαλαπατούσαν τα πορτάκια και τα τράνταξαν λες κι ήταν σάκοι πυγμαχίας, όμως το μόνο που άκουγαν τα παιδιά ήταν ένα κουδούνισμα καμπάνας».

«Εννοείς πως οι ταχυδρόμοι έκαναν τοκ-τοκ κι οι πόρτες κουδούνιζαν;»

«Εννοώ πως τα κουδουνάκια που άκουγαν τα παιδιά βρίσκονταν μέσα τους».

«Εγώ ακούω βροντές καμιά φορά, ποτέ κουδουνίσματα».

«Υπήρχαν και καμπάνες».

«Μέσα τους;»

«Όχι, όχι, όχι, στα μαύρα σαν τις νυχτερίδες, χιονόλευκα καμπαναριά· τραβούσαν το σκοινί τους επίσκοποι και πελαργοί. Κι έστελναν τις ειδήσεις τους πάνω απ' την τυλιγμένη μ' επιδέσμους πόλη, πάνω από τον παγωμένο αφρό των λόφων από πούδρα ή παγωτό, πάνω απ' τη ραγισμένη θάλασσα. Θαρρούσα τότε πως όλες οι εκκλησιές βροντοφώναζαν χαρούμενα κάτω από το παράθυρό μου, και πως τα κοκόρια έκραζαν για τα Χριστούγεννα πάνω στο φράχτη μας».




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση: Trina Schart Hyman
illustration by Trina Schart Hyman



«Πες μου πάλι για τους ταχυδρόμους».

«Ήταν συνηθισμένοι ταχυδρόμοι που αγαπούσαν το περπάτημα και τους σκύλους και τα Χριστούγεννα και το χιόνι. Χτυπούσαν τις πόρτες με μελανιασμένα δάχτυλα...»

«Η οικία μας είχε ένα μαύρο ρόπτρο...»

«Και μετά στέκονταν στο άσπρο χαλάκι της εισόδου, στις μικρές, γερτές βεράντες και λαχάνιαζαν και βαριανάσαιναν, φτιάχνοντας φαντάσματα με την ανάσα τους και ταλαντεύονταν από το ένα πόδι στο άλλο, σαν παιδιά που θέλουν να βγουν από την τάξη».

«Και μετά, τα δώρα;»

«Και μετά τα Δώρα, αφού είχαν ανταλλάξει ευχές οι μεγάλοι. Και ο παγωμένος ταχυδρόμος, μ' ένα ρόδο στην άκρη της μύτης, τσουλούσε αναψοκοκκινισμένος στο γλιστερό, σαν δίσκο του τσαγιού, μονοπάτι, στον αστραφτερό, από τον πάγο, λόφο. Βάδιζε με τις κρουσταλλιασμένες βαριές του μπότες, σαν άνθρωπος που ισορροπεί στη σχεδία ενός ψαρά.

«Κι ενώ η τσάντα του λικνιζόταν σαν την παγωμένη καμπούρα μιας καμήλας, έστριβε, παραζαλισμένος, τη γωνία στο ένα πόδι, και, μα το Θεό, εξαφανιζόταν στη στιγμή».

«Πες μου πάλι για τα Δώρα».

«Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο, δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούλα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί».

«Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα».

«Σακουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα 'θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, οπού μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γκλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για ένα Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια.



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



«Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;»

«Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα τη μπα-λωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη, μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριξε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη - και κάτι μικρούλες θείες ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια».

Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί εκείνα τα πρωινά στους φορτωμένους με χιόνι δρόμους· πάντοτε ένας γέρος με γκριζοκίτρινο μπόουλερ και καναρινί γάντια και, με τέτοιο καιρό, έχοντας πάντα χιονισμένες τις γκέτες του, έκανε τον περίπατο του ως τη χιονισμένη πρασιά του μπόουλινγκ και πάλι πίσω, όπως θα την έκανε, ο κόσμος να χαλούσε, όχι μόνο ανήμερα τα Χριστούγεννα αλλά και την Ημέρα ακόμη της Κρίσεως• καμιά φορά δυο λεβέντες, με τις μεγάλες πίπες τους να καπνίζουν, χωρίς πανωφόρια, με τα κασκόλ τους ν' ανεμίζουν, θα κατηφόριζαν αμίλητοι ως την παραμελημένη θάλασσα, για να τους ανοίξει η όρεξη, για να καθαρίσει το κεφάλι τους, ποιος ξέρει, κι ύστερα θα προχωρούσαν ίσια στα κύματα, ώσπου να μη μείνει τίποτα απ' αυτούς, παρά μονάχα τα δυο σγουρά σύννεφα του καπνού πάνω από τα ολόιδια τσιμπούκια τους. Μετά θα ορμούσα φουριόζος στο σπίτι, με τις μυρωδιές από τις σάλτσες των ψητών των άλλων, με τη μυρωδιά του πουλιού, του κονιάκ, της πουτίγκας και της γέμισης να μου τρυπάνε τα ρουθούνια, όταν πίσω από ένα χιονόφραχτο στενό θα εμφανιζόταν ένα αγόρι φτυστό εγώ, μ' ένα τσιγάρο με τριανταφυλλί επιστόμιο και με το βιολετί παρελθόν ενός μαυρισμένου ματιού, κορδωμένο σαν κοκόρι, να στραβοκοιτάζει τον εαυτό του τον ίδιο.

Θα τον μισούσα με την πρώτη ματιά και θα ετοιμαζόμουν να φέρω την σκυλοσφυρίχτρα μου στα χείλη και να φυσήξω τόσο που να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου Χριστουγέννων, όταν ξαφνικά εκείνος, μ' ένα βιολετί βλεφάρισμα, θα έβαζε τη δική του σφυρίχτρα στα δικά του χείλη και θα φυσούσε τόσο απότομα, τόσο τσιριχτά, τόσο εξαίσια δυνατά, που αλαφιασμένα πρόσωπα, με τα μάγουλα μπουκωμένα από τη χήνα, θα κολλούσαν στα στολισμένα τους παράθυρα, σ' όλο το μήκος του λευκού δρόμου που αντιλαλούσε.

Για δείπνο είχαμε γαλοπούλα και γυαλιστερή πουτίγκα και μετά το φαγητό οι Θείοι κάθονταν μπροστά στη Φωτιά, χαλάρωναν όλα τα κουμπιά, απόθεταν τα μεγάλα υγρά τους χέρια πάνω στις αλυσίδες των ρολογιών τους, έβγαζαν ένα δυο μουγκρητά κι αποκοιμούνταν. Μητέρες, θείες και αδελφές, έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας γαβάθες. Η θείτσα Μπέσυ, που είχε ήδη τρομάξει δυο φορές από ένα κουρδιστό ποντίκι, κλαψούριζε ακουμπισμένη στο μπουφέ και σερβιριζόταν λίγο κρασί από βατόμουρο. Ο σκύλος ήταν άρρωστος. Η θείτσα Ντόζι έπρεπε να πάρει τρεις ασπιρίνες, αλλά η θείτσα Χάννα, που αγαπούσε το πόρτο, στεκόταν στη μέση της φρακαρισμένης από το χιόνι πίσω αυλής τραγουδώντας σαν μεγαλόστηθη τσίχλα. Εγώ φούσκωνα μπαλόνια για να δω πόσο μπορούσαν να φουσκώσουν· και, όταν έσκαγαν, πράγμα που πάντα συνέβαινε, οι Θείοι αναπηδούσαν και μουρμούριζαν. Μέσα στο πλούσιο και βαρύ απόγευμα, ενώ οι θείοι ανάσαιναν σαν δελφίνια και το χιόνι κατέβαινε απαλά, καθόμουν ανάμεσα σε γιρλάντες και κινέζικα φαναράκια και τσιμπολογούσα χουρμάδες και προσπαθούσα να φτιάξω ένα συναρμολογούμενο πολεμικό σκάφος, ακολουθώντας τις Οδηγίες για τους Μικρούς Μηχανικούς και τελικά σκάρωνα κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποθαλάσσιο τραμ.



Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση του Fritz Eichenberg
illustration by Fritz Eichenberg



Ή έβγαινα έξω, με τις ολοκαίνουργιες μπότες μου να τρίξουν, στον λευκό κόσμο, στο λόφο που έβλεπε τη θάλασσα, για να φωνάξω τον Τζιμ και τον Νταν και τον Τζακ και να βολτάρουμε στα νύχια των ποδιών στους ήσυχους δρόμους, αφήνοντας τεράστια, βαθιά ίχνη στα κρυμμένα πεζοδρόμια.

«Στοίχημα πως οι άνθρωποι θα νομίσουν ότι πέρασαν ιπποπόταμοι».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ιπποπόταμο να κατεβαίνει το δρόμο μας;»

«Θα 'κανα έτσι, μπανγκ! Θα τον πετούσα πάνω απ' τα κάγκελα και θα τον άφηνα να κατρακυλήσει στο λόφο και μετά θα τον γαργαλούσα κάτω απ' το αυτί και θα κουνούσε την ουρά του».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες δύο ιπποπόταμους;»

Αρρενωποί ιπποπόταμοι με σιδερένιες λαγόνες, βροντούσαν και γκρέμιζαν τα πάντα καθώς έρχονταν προς το μέρος μας μέσα απ' τις ριπές του χιονιού, την ώρα που προσπερνούσαμε το σπίτι του κ. Ντάνιελ.

«Να ταχυδρομήσουμε στον κ. Ντάνιελ μια χιονόμπαλα μέσα απ' το γραμματοκιβώτιό του».

«Να γράφουμε "ο κύριος Ντάνιελ είναι σαν σπάνιελ" σ' όλη του την πρασιά».

Ή περπατούσαμε στη λευκή παραλία. «Καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;»




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Εικονογράφηση του Peter Bailey
Illustration: Peter Bailey



Οι σιωπηλοί νεφόπληκτοι ουρανοί έβγαζαν στη θάλασσα. Τώρα ήμασταν ταξιδιώτες τυφλωμένοι από το χιόνι, χαμένοι στους βορινούς λόφους· και τεράστια σκυλιά με πλαδαρά προγούλια, με φλασκιά γύρω απ' το λαιμό τους, σκουντουφλούσαν πλησιάζοντάς μας, με την υλακή “Excelsior”. Γυρνούσαμε σπίτι μέσα από τους φτωχούς δρόμους όπου κάτι παιδιά ψαχούλευαν με γυμνά κόκκινα δάχτυλα μέσα στο αυλακωμένο από τις ρόδες χιόνι και μας γιουχάιζαν καθώς απομακρυνόμαστε, με τις φωνές τους να σβήνουν καθώς σερνόμασταν προς την κορφή του λόφου, μέσα στα κρωξίματα των γλάρων και το σφύριγμα των πλοίων στον περιδινούμενο κόλπο. Κι ύστερα, στο τσάι, οι ξανανιωμένοι Θείοι ήταν κεφάτοι· και το γλασαρισμένο κέικ δέσποζε στη μέση του τραπεζιού σαν μαρμάρινο μνήμα. Η θείτσα Χάννα έβαζε στο τσάι της και λίγο ρούμι, γιατί Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα τις ιστορίες που λέγαμε πλάι στο τζάκι, ενώ η λάμπα του γκαζιού ανάδινε φυσαλίδες όπως ο δύτης. Φαντάσματα ούρλιαζαν σαν κουκουβάγιες τις μακριές νύχτες, που δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου - ζώα παραμόνευαν κάτω απ’ τις σκάλες, όπου χτυπούσε ο μετρητής του γκαζιού. Και θυμάμαι ότι μια φορά βγήκαμε για να πούμε τα κάλαντα, και δεν υπήρχε η φέτα του φεγγαριού για να φωτίζει τα ιπτάμενα στενά. Στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου ήταν ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι και σκοντάψαμε στο σκοτάδι του μονοπατιού εκείνη τη νύχτα, όλοι μας φοβισμένοι, όλοι μας κρατώντας μια πέτρα στο χέρι για κάθε ενδεχόμενο και όλοι μας πολύ γενναίοι για να βγάλουμε άχνα. Ο άνεμος μέσα απ' τα δένδρα έκανε ένα θόρυβο λες και κάποιοι γέροι και δυσάρεστοι και αραχνοπόδαροι άνδρες ξεφυσούσαν μέσα σε σπηλιές. Πλησιάσαμε τον μαύρο όγκο του σπιτιού.

«Τι θα τους πούμε; Το "Ακούσατε τον Άγγελο";»

«Όχι», είπε ο Τζακ, «τον "Καλό Βασιλιά Γουενσεσλάς". Με το τρία».

Ένα, δύο, τρία και αρχίσαμε να τραγουδάμε, με τις φωνές μας ψηλές και σαν μακρινές στη φοδραρισμένη με χιόνι σκοτεινιά γύρω από το σπίτι, όπου δεν κατοικούσε κανείς απ' όσους ξέραμε. Στεκόμασταν σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κοντά στη σκοτεινή πόρτα.


Ο Καλός Βασιλιάς Γουενσεσλάς κοιτούσε

Του Αγίου Στέφανου το πανηγύρι



Και τότε μια εύθραυστη, ξερή φωνή, σαν τη φωνή κάποιου που έχει να μιλήσει πολύ καιρό, άρχισε να τραγουδάει μαζί μας· μια εύθραυστη, ξερή, σαν τσόφλι αυγού φωνή, από την άλλη πλευρά της πόρτας• μια μικρή ξερή φωνή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Κι όταν σταματήσαμε να τρέχουμε βρισκόμασταν έξω από το δικό μας σπίτι· το μπροστινό δωμάτιο ήταν υπέροχο· μπαλόνια έλαμναν κάτω από το γκάζι που κόχλαζε σαν θερμοφόρα· τα πάντα ήταν καλά και πάλι και έλαμπαν πάνω από την πόλη.

«Μπορεί να ήταν φάντασμα», είπε ο Τζιμ.

«Μπορεί να ήταν ξωτικά», είπε ο Νταν, που συνέχεια διάβαζε.

«Πάμε να δούμε αν έμεινε καθόλου πηχτή», είπε ο Τζακ. Και αυτό κάναμε.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα μουσική. Ένας Θείος έπαιξε βιολί, ένας ξάδελφος τραγουδούσε το "Ώριμο κεράσι" και ένας άλλος τον "Μικρό τυμπανιστή". Ήταν πολύ ζεστά στο σπιτάκι. Η θείτσα Χάννα που είχε περάσει στο κρασί από κοκκινογούλια, τραγουδούσε ένα τραγούδι για Αιμάσσουσες Καρδιές και θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πως η καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού· και τότε όλοι γελούσαν ξανά· και μετά πήγαινα για ύπνο. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου το φεγγαρόφωτο και το ατέλειωτο χιόνι με το χρώμα του καπνού, διέκρινα τα φώτα στα παράθυρα όλων των άλλων σπιτιών στο λόφο μας και άκουγα τη μουσική ν' ανεβαίνει μέσα απ' αυτά στη μεγάλη νύχτα που πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Χαμήλωνα το γκάζι, ξάπλωνα στο κρεβάτι. Έλεγα λίγα λόγια στο βαθύ και άγιο σκοτάδι και αποκοιμιόμουν.»



Η ιστορία περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των εκδόσεων Ερατώ. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου, Το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 16-18.



A Child's Christmas in Wales by Dylan Thomas - illustration by Peter Bailey
illustration by Peter Bailey