Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινη φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανθρώπινη φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855

19 Ιουνίου 2016

Το Θηρίο Μέσα σου... Ένα αφιέρωμα στον "Άρχοντα των Μυγών"






«Το θέμα είναι: Υπάρχουν φαντάσματα, Πίγκυ; Ή θεριά;», ρώτησε ο Ραλφ.

 «Βεβαίως και δεν υπάρχουν».

«Γιατί όχι;»

«Γιατί τότε τίποτα δεν θα είχε νόημα. Τα σπίτια και οι δρόμοι και... η τηλεόραση... δεν θα λειτουργούσαν».

«Σε τούτο το νησί, όμως, δεν υπάρχουν όλα αυτά. Αν μας παρακολουθούν και περιμένουν;»



Ήταν 1954 όταν ο κόσμος, τινάσσοντας ακόμα από πάνω του τις στάχτες ενός Πολέμου, είδε να δημοσιεύεται ένα παράξενο μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ο Άρχοντας των Μυγών» [“Lord Of The Flies”]. Συγγραφέας του ένας Βρετανός, ο William Golding. Τον πρώτο καιρό το βιβλίο δεν σημείωσε ιδιαίτερη απήχηση, μα με το πέρασμα των χρόνων η φήμη του εξαπλώθηκε – και τελικά καταξιώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της βρετανικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Θέμα του μυθιστορήματος μια μεγάλη ομάδα παιδιών που πέφτουν από ένα αεροπλάνο και καταλήγουν, μόνα, σ’ ένα ακατοίκητο νησί, καταμεσής του μεγάλου ωκεανού...

Ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί πως βρέθηκαν τα παιδιά στο αεροπλάνο, ή ποια υπήρξε η προηγούμενη ζωή τους. Γνωρίζουμε μόνο πως προέρχονται από καλοστεκούμενες βρετανικές οικογένειες της αστικής τάξης – έχοντας συνηθίσει σ’ έναν άνετο τρόπο ζωής, πηγαίνοντας σχολείο, συμμετέχοντας σε μουσικές ή αθλητικές ομάδες, παίζοντας παιχνίδια και πίνοντας το τσάι τους στις πέντε.

Οι γονείς τους όμως φαίνεται πως πολεμούν σε κάποιο απροσδιόριστο πόλεμο, κάπου μακριά, πέρα απ’ τα ήσυχα νερά του ωκεανού... έναν πόλεμο που αναφέρεται έμμεσα, σαν κάτι μακρινό, κάτι που δεν σχετίζεται με το δικό τους κόσμο – μα αφορά τον κόσμο «των μεγάλων». Και τα παιδιά, ντυμένα ακόμα στις σχολικές στολές τους, έχοντας πια βρεθεί καταμεσής ενός άγνωστου νησιού, καλούνται να επιβιώσουν μοναχά τους.





Στην αρχή όλα μοιάζουν με παιχνίδι – και ο συγγραφέας, γράφοντας σε μια απλή, σχεδόν παιδική γλώσσα, μας δημιουργεί μια αντίστοιχη διάθεση. “Σύμφωνοι, είμαστε μόνοι μας στο νησί, μα όπου νά ‘ναι θα έρθουν οι Μεγάλοι να μας σώσουν. Στο μεταξύ λοιπόν ας το φχαριστηθούμε!”. Έτσι φαίνεται να σκέφτονται τα παιδιά του βιβλίου... συστήνονται λοιπόν ο ένας στον άλλο, χτίζουν πρόχειρες (από φυτά και ξύλα) κατασκευές για διαμονή, εκλέγουν έναν «αρχηγό» ανάμεσά τους και ζουν μαζεύοντας φρούτα, πίνοντας νερό και παίζοντας ανέμελα στην παραλία... Τι ωραίο που είναι να είσαι παιδί! σκέφτεσαι.

Μέχρι που οι σκιές πυκνώνουν στο νησί... και τα παιδιά σταδιακά αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πτυχή τους. Ως τώρα είχαν μάθει να ζουν εντός ενός πολιτισμένου πλαισίου. Μα τώρα που το πλαίσιο αυτό απέχει· τώρα που δεν υπάρχουν γύρω τους τα σπίτια, το σχολείο, η τηλεόραση, οι ειδήσεις, το πρόγραμμα της καθημερινότητας· τώρα που απουσιάζουν οι Μεγάλοι και ο κόσμος τους· τώρα που λείπουν οι κανόνες συμπεριφοράς, τα «σωστά» και τα «λάθος», οι κώδικες ηθικής, η αίσθηση συμμετοχής σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο...

Τώρα που καλούνται να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό πλαίσιο αναμεταξύ τους, μια δική τους μικρή κοινωνία εκ του μηδενός – τί κοινωνία θα είναι αυτή;

Και αν ο «πολιτισμός» δεν είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει, σε βάθος, σαν ανθρώπινα όντα... μα συνιστά μονάχα ένα προκάλυμμα; Απόκρυψη μιας βαθύτερης τάσης που δε γνωρίζει όρια, που ρέπει τόσο προς την απόλυτη ελευθερία, όσο και προς την απόλυτη βαρβαρότητα; Και αν τα φαντάσματα που φοβούνται τα παιδιά, πως κρύβονται κάπου μέσα στο νησί, δεν κρύβονται παρά μέσα στους ίδιους τους εαυτούς τους;

Το έργο αυτό, φαινομενικά ένα βιβλίο που μιλάει για παιδιά, είναι στην πραγματικότητα μια δήλωση γύρω απ’ την ανθρώπινη κατάσταση. Και το γεγονός πως ο Γκόλντινγκ χρησιμοποιεί αποκλειστικά παιδιά ως χαρακτήρες εντείνει ακόμα περισσότερο τον προβληματισμό. Γιατί συχνά μέσα από τον αυθορμητισμό ενός παιδιού μπορούμε να δούμε τον ενήλικα σε ακατέργαστη μορφή – δίχως τα διάφορα «φίλτρα» του πολιτισμού. Μακριά από ταινίες, βιβλία ή απλά τα νέα στις ειδήσεις, η εικονική βία των οποίων φτάνει να μας δημιουργεί μια ευχάριστη ψευδαίσθηση: πως όλα αυτά είναι «πέρα και έξω» από μας, κι εμείς, οι «πολιτισμένοι», τα σχολιάζουμε εξ’ αποστάσεως...

Μέχρι να βρεθούμε οι ίδιοι καταμεσής μιας κατάστασης όπου τα μέσα του πολιτισμού απέχουν εντελώς. Όπως τα παιδιά του βιβλίου. Τί μένει τότε από όλα εκείνα που μας έκαναν πολιτισμένους; Τί μένει από εκείνα που μας έκαναν ανθρώπους;

Υπάρχουν φαντάσματα λοιπόν; Υπάρχει κάποιο θηρίο που κρύβεται εκεί πέρα στα δέντρα, πίσω από τους θάμνους και περιμένει να έρθει η νύχτα για να επιτεθεί;







Η Λεπτή Γραμμή μεταξύ Παραδείσου και Κόλασης


«Κύμα το κύμα, ο Ραλφ παρακολουθούσε τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτει, μέχρι που του φάνηκε πως το μυαλό του είχε μουδιάσει. Μετά, σιγά σιγά, το σχεδόν άπειρο μέγεθος αυτής της έκτασης επιβλήθηκε στην προσοχή του. Αυτό ήταν το χώρισμα, το φράγμα. Στην άλλη πλευρά του νησιού, τυλιγμένος το μεσημέρι από τους αντικατοπτρισμούς, προστατευμένος από την ασπίδα της γαλήνιας λιμνοθάλασσας, μπορούσες να φαντάζεσαι τη διάσωση· αλλά εδώ, βλέποντας την ωμή δύναμη του ωκεανού, τα μίλια που σε χώριζαν από την πατρίδα, ένιωθες ανίσχυρος, ένιωθες καταδικασμένος, ένιωθες...»


Όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ονειρευτεί ένα νησί σαν εκείνο του μυθιστορήματος. Φοίνικες, φρούτα σε αφθονία, παραλίες με παρθένα λευκή άμμο, πλούσια βλάστηση, και μια θάλασσα γαλάζια σαν πίνακας ζωγραφικής.

Μα ακόμα και το ωραιότερο μέρος του κόσμου δύναται να μεταμορφωθεί σε σκηνικό ενός εφιάλτη – γιατί δεν είναι το περιβάλλον καθ’ εαυτό που έχει σημασία, μα η θέση μας σε αυτό. Είναι πολύ διαφορετικό να επισκέπτεσαι ένα τόσο μαγευτικό νησί σαν επισκέπτης ή τουρίστας... ή να έχεις κάποιο σπίτι όπου μπορείς να δραπετεύεις απ’ τη βαβούρα της καθημερινότητας... και πολύ διαφορετικό αν καλείσαι να ζήσεις εκεί πέρα, δίχως κανένα μέσο στη διάθεσή σου που θα μπορούσε να σου κάνει τη ζωή ευκολότερη. Εδώ δεν υπάρχει ηλεκτρισμός, δεν υπάρχουν Μέσα, δεν υπάρχει ίντερνετ – το οποίο δίνει την αίσθηση μιας «επαφής» ακόμα και στον πιο απομονωμένο άνθρωπο του κόσμου. Όχι – εδώ είσαι εσύ και η φύση, στην πιο πρωτόγονη μορφή της.

Οι άνθρωποι ασφαλώς έζησαν για εκατομμύρια χρόνια σε συνθήκες σαν αυτές, στη διάρκεια της εξέλιξής τους. Έμαθαν να επιβιώνουν, μα ακόμα σημαντικότερο – έμαθαν να ζουν συλλογικά, μέσα σε κοινωνίες, καταμεσής των συνανθρώπων τους και σε αρμονία με τη φύση. Λέγοντας «κοινωνίες» δεν αναφερόμαστε φυσικά σε σπίτια και δρόμους... «Κοινωνία» είναι οποιαδήποτε μορφή συλλογικής συμβίωσης – τέτοια υπάρχει και στα ζώα. Μα στον άνθρωπο έπαιξε καθοριστικό ρόλο το στοιχείο της Εξέλιξης – και οι κοινωνίες του έγιναν κάποια στιγμή πολιτισμοί...







Τί γίνεται όμως αν ρίξεις τον σύγχρονο πολιτισμένο άνθρωπο καταμεσής των ίδιων εκείνων συνθηκών που έζησαν κάποτε οι μακρινοί του πρόγονοι; Τον άνθρωπο που έχει μάθει να ζει στις πόλεις του, στα διαμερίσματά του, με το καθημερινό του πρόγραμμα, τις δουλειές, τις ειδήσεις και τον υπολογιστή του;

Σε αντίθεση με εκείνους που έχτισαν άλλοτε βήμα βήμα το δρόμο τους, που έμαθαν μέσα από χιλιάδες χρόνια την αξία της συνεργασίας και της συλλογικότητας, δίχως την οποία δεν θα είχαν επιβιώσει, ο πολιτισμένος άνθρωπος τα θεωρεί όλα δεδομένα. Ποτέ δεν προσπάθησε να οικοδομήσει κάτι από αυτά, γιατί τα είχε πάντα έτοιμα. Θεωρεί πως «φέρει» μέσα του τον πολιτισμό – και ως ένα βαθμό το κάνει. Οι συνήθειες, η γλώσσα και ο τρόπος σκέψης του τον ακολουθούν, ακόμα και στην πιο έρημη βραχονησίδα.

Μα «πολιτισμός» δεν είναι μόνο οι εφημερίδες, τα λεωφορεία και το χτύπημα κάρτας στη δουλειά. Πολιτισμός είναι και τα ήθη, οι κοινωνικές συμπεριφορές, οι συλλογικές αξίες. Αν λοιπόν ο πολιτισμένος αυτός φίλος μας βρεθεί καταμεσής ενός νησιού, παρέα με άλλους σαν αυτόν και προσπαθήσει να οικοδομήσει μια στοιχειώδη μορφή συλλογικής οργάνωσης, το εύλογο ερώτημα είναι: θα τα καταφέρει άραγε; Ή θα διαπιστώσει στην πορεία πως θεώρησε υπερβολικά δεδομένα κάποια πράγματα;

Γιατί αν δεν τα καταφέρει, θα διαπιστώσει πως με τρομακτική ευκολία ο παραδεισένιος αυτός τόπος μπορεί να μετατραπεί σε κόλαση... Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε και την περίφημη εκείνη στιγμή όπου ο Ζαν Πολ Σαρτρ δήλωνε πως «Η Κόλαση είναι οι Άλλοι»...







Μια γνωριμία με τους βασικούς χαρακτήρες



«Σοβαρά μιλάω», ψιθύρισε ο Πίγκυ. «Αν δεν γυρίσουμε γρήγορα στην πατρίδα, θα μας στρίψει εντελώς».

«Θα παλαβώσουμε», είπε ο Ραλφ.

«Θα 'μαστε για δέσιμο».

«Θα τρελαθούμε».

Ο Ραλφ έσπρωξε τις υγρές μπούκλες απ' τα μάτια του. «Δεν γράφεις κάνα γράμμα στη θείτσα σου;» Ο Πίγκυ εξέτασε σοβαρά την πρότασή του. «Δεν ξέρω πού βρίσκεται τώρα. Και δεν έχω φάκελο, ούτε γραμματόσημο. Και δεν υπάρχει γραμματοκιβώτιο. Ούτε ταχυδρόμος».

Η επιτυχία του μικρού του αστείου ενθουσίασε τον Ραλφ. Άρχισε να χασκογελάει τόσο ασυγκράτητα, που το κορμί του χοροπηδούσε και τρανταζόταν ολόκληρο.

Ο Πίγκυ τον αποδοκίμασε, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπειά του.

«Δεν ήταν και τόσο αστείο αυτό που είπα...»


Ένα από τα βασικά γνωρίσματα του βιβλίου είναι πως οι χαρακτήρες του δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο την κατάστασή τους. Μπορεί να προέρχονται όλοι από το ίδιο «πολιτισμένο» πλαίσιο, μα στα πλαίσια της νέας τους ζωής η συμπεριφορά τους ποικίλλει. Και αυτό θα μπορούσαμε να το δούμε ως μια ενθαρρυντική ένδειξη: δεν αρκούν οι συνθήκες από μόνες τους για να τροποποιήσουν έναν άνθρωπο. Σημασία έχει και αυτό που, ήδη, κουβαλάει μέσα του από πριν.







Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του βιβλίου ξεχωρίζει ο κεντρικός ήρωας, Ραλφ – κυρίως μέσα από τα δικά του μάτια βλέπουμε να ξετυλίγεται το νήμα της ιστορίας. Είναι ο εκλεγμένος αρχηγός της ομάδας και μέλημά του, πρωτίστως, είναι η συλλογική τους διάσωση. Βάζει την ομάδα πάνω από τον εαυτό του και προσπαθεί να σκεφτεί ορθολογικά. Μα δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του – έχει ανάγκη από κάποιο στιβαρό βράχο, πάνω στον οποίο να μπορεί να στηρίζεται πού και πού.

Ο βράχος αυτός θα μπορούσε να λέγεται Πίγκυ. Ο χοντρούλης με τα γυαλάκια που όλοι κοροϊδεύουν, ο Πίγκυ αποδεικνύεται ο πλέον ορθολογιστής της ομάδας. Δεν πιστεύει σε φαντάσματα και θηρία, παρέχει τις πλέον ψύχραιμες συμβουλές, ενώ συχνά στα μάτια του η συμπεριφορά των υπολοίπων παιδιών φαντάζει υπερβολικά... παιδική.

Από κάποιες απόψεις ο Πίγκυ είναι ένας ώριμος, λογικός ενήλικας μεταμφιεσμένος σε παιδί. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να κερδίσει το σεβασμό της ομάδας... στα δικά τους μάτια παραμένει «εκείνος ο χοντρός με τα γυαλιά». Ίσως αυτή να είναι και η εκδίκησή τους, απέναντι στο γεγονός και μόνο πως είναι διαφορετικός. Ή απέναντι στο γεγονός πως είναι υπερβολικά λογικός για ένα παιδί.

Στα μάτια της πλειοψηφίας δεν μετράει η λογική, η γνώση και η σύνεση. Μετρούν το νταηλίκι, οι μεγάλες κουβέντες και το στιβαρό ανάστημα. Ο εύκολος εντυπωσιασμός. Ένα πρόσωπο σαν τον Πίγκυ μοιάζει παράταιρο στην ομάδα – απλά και μόνο γιατί εκφράζει μια ψύχραιμη άποψη, ασύμφωνη με εκείνη της πλειοψηφίας. Και φυσικά γιατί δεν μοιάζει εξωτερικά με αυτούς. Και αν κάνετε παραλληλισμούς με τη δική μας, ενήλικη και σύγχρονη πραγματικότητα, τότε κάνετε πολύ καλά. Γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο στον «Άρχοντα των Μυγών».






Ο τύπος που κατορθώνει να εντυπωσιάσει τα πλήθη με την παρουσία του ονομάζεται Τζακ. Είναι το αντίπαλο δέος του Ραλφ, τον οποίο και ανταγωνίζεται στο θέμα της αρχηγίας. Είναι ψηλός και δυναμικός – μα πάνω απ’ όλα κατέχει την ικανότητα του κυνηγού. Στη μορφή του τα παιδιά βλέπουν έναν παροχέα τροφής – άρα ένα σημαντικό πρόσωπο, άξιο για αρχηγία. Είναι ένας εξαιρετικός δημαγωγός που κατορθώνει να εκμεταλλευτεί τις αρχέγονες επιθυμίες της ομάδας για να αναδειχτεί – τα ζωικά τους ένστικτα. Δεν απευθύνεται στη λογική – μα στο θυμικό τους.

Πάνω απ’ όλα είναι Δυνατός. Και αυτό, στα μάτια των παιδιών, μοιάζει να αρκεί. Στα μάτια τους σημασία δεν έχει τόσο η λογική, όσο η δύναμη και ο εντυπωσιασμός... Αναρωτιέμαι: Αν δούμε το θέμα της «δύναμης» από τη δική μας ενήλικη σκοπιά, που διαμεσολαβείται μέσα από παράγοντες όπως το χρήμα, η κοινωνική επιρροή, το εξωτερικό περίβλημα, ή το κοινωνικό status… τότε πόσοι αφήνονται να κατευθυνθούν από τη «δύναμη» αυτού του τύπου στις μέρες μας... και πόσοι από τον ορθό λόγο; Μπορεί άραγε η δύναμη του δεύτερου να υπερνικήσει την επιρροή που ασκούν οι πρώτοι παράγοντες;

Τέταρτος σημαντικός χαρακτήρας είναι ο Σάιμον. Το πιο μυστήριο από τα παιδιά, βαθιά εσωστρεφές, που μοιάζει να έχει κάποια περίεργη μορφή ψύχωσης – ή ενδεχομένως ένα ιδιαίτερο χάρισμα να αφουγκράζεται τη «βαθύτερη ουσία» των όντων που τον περιβάλλουν. Ο διάλογός του με την αποκεφαλισμένη κεφαλή του γουρουνιού ανήκει στις κλασικότερες στιγμές του έργου.

Είναι εξάλλου ο πρώτος που δηλώνει πως ίσως τελικά να μην υπάρχει κάποιο «θηρίο» εκεί έξω. Ίσως το «θηρίο να είμαστε εμείς»...

Μα τα υπόλοιπα παιδιά γελούν με τη δήλωσή του.





Η Πηγή του Φόβου



«Υπάρχουν γιατροί για το καθετί, ακόμη και για το μυαλό. Δεν φαντάζομαι να πιστεύετε στ' αλήθεια ότι πρέπει συνέχεια να φοβόμαστε; Η ζωή», είπε ο Πίγκυ, «είναι επιστημονική, αυτό είναι. Σε κάνα δυο χρόνια, όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα πηγαινοερχόμαστε στον Άρη. Ξέρω ότι δεν υπάρχει θεριό - όχι με δόντια και τέτοια δηλαδή -, αλλά ξέρω ότι δεν υπάρχει και φόβος». Ο Πίγκυ έκανε μια παύση. «Εκτός κι αν...»

Ο Ραλφ, ανήσυχος, έκανε μια χειρονομία.

«Εκτός κι αν τι;»

«Εκτός κι αν αρχίσουμε να φοβόμαστε τους ανθρώπους».


Λένε πως οι φόβοι της παιδικής μας ηλικίας είναι οι μεγαλύτεροι φόβοι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ο Γκόλντινγκ χρησιμοποιεί αποκλειστικά παιδιά για το μυθιστόρημά του. Διαβάζοντας την ιστορία τους γινόμαστε κι εμείς παιδιά και ζούμε τους φόβους τους – γιατί ένα φαινόμενο που στα μάτια ενός εξορθολογισμένου ενήλικα θα απορριφθεί ως φαντασίωση, στα μάτια ενός παιδιού μπορεί να προκαλέσει γνήσιο αίσθημα τρόμου.

Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως το βιβλίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για έναν μεταγενέστερο συγγραφέα ιστοριών τρόμου: τον Στήβεν Κίνγκ. Ο Κινγκ ανήκε στους μεγαλύτερους θαυμαστές του «Άρχοντα των Μυγών» και μπορούμε να δούμε την επιρροή που του άσκησε σε βιβλία όπως το «Αυτό» - εκεί που οι φόβοι της παιδικής ηλικίας εμπνέουν μια απ’ τις μεγαλύτερες ιστορίες τρόμου της νεότερης λογοτεχνίας.

Σχεδόν απ’ το ξεκίνημα του «Άρχοντα των Μυγών» γίνεται λόγος για ένα μυστήριο πλάσμα που κατοικεί κάπου στο βάθος του νησιού – ένα πλάσμα που δεν είναι άνθρωπος και η σκέψη του σκορπίζει τον τρόμο στα παιδιά. Λένε πως έχει πλοκάμια και τερατώδες βλέμμα. Λένε πως ξυπνά τις νύχτες και γυροφέρνει στο βαθύτερο σημείο του νησιού... εκεί όπου τα παιδιά αποφεύγουν να πάνε. Το αποκαλούν «Θηρίο» και η σκιά της ιδέας του και μόνο απλώνεται πάνω απ’ την ήσυχη ακρογυαλιά σα μαύρο σύννεφο.







Δύο παιδιά μόνο αντιστέκονται στην ιδέα του «θηρίου»: ο ορθολογιστής Πίγκυ· και ο εσωστρεφής Σάιμον. Προσπαθούν να βρουν μια λογική εξήγηση, καταμεσής ενός κόσμου όπου δεν έχει πια καμία βάση για να υποστηρίξει τη λογική. Γιατί εδώ πια δεν υπάρχουν οι Μεγάλοι... και δεν υπάρχει ο πολιτισμός που έκτισαν.

Μα η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών παραδίδονται στο αντικείμενο του φόβου τους. Και σταδιακά τα βλέπουμε να μεταμορφώνονται, κραδαίνοντας όπλα, βάφοντας τα πρόσωπά τους με τρομακτικά χρώματα, χορεύοντας φρενήρεις χορούς και βγάζοντας έξαλλες κραυγές μέσα στη νύχτα. Στην προσπάθειά τους ν’ αντιμετωπίσουν το Άγνωστο που τους τρομάζει, υιοθετούν σταδιακά τη μορφή Του. Μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με αρχέγονους Ιθαγενείς, σαν εκείνους που ξόρκιζαν άλλοτε το Κακό με θυσίες και τελετουργικά.

Πλέον δεν έχει σημασία η λογική, μα η συλλογική ισχύς, το κύρος του δυνατότερου και ο αρχέγονος νόμος της βίας. Σκοπός πλέον δεν είναι η συμφιλίωση με τη φύση, μα η κυριαρχία πάνω της. Και για να υποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, ο άνθρωπος μεταμορφώνεται ο ίδιος σε θηρίο – πιο τρομακτικό από κάθε άλλο.

Κι ενώ η κεφαλή του σφαγμένου γουρουνιού δείχνει να χαχανίζει με νόημα πάνω στον ξύλινο στύλο. Κι ενώ οι μύγες γυροφέρνουν βουίζοντας το υπνωτιστικό τραγούδι τους.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο  «Άρχοντας των Μυγών»;




by Sam Weber


Επίλογος



«Το μυαλό του γλίστρησε στη σκέψη μιας πολιτισμένης πόλης, όπου η αγριότητα δεν θα τολμούσε να πατήσει το πόδι της. Τί θα μπορούσε να είναι πιο ασφαλές απ’ τον σταθμό των λεωφορείων με τα φώτα του και τους τροχούς του;»


Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Ραλφ, συχνά πιάνει τον εαυτό του ν’ αναπολεί τα περασμένα – την εφησυχαστική ασφάλεια της πόλης, τον κόσμο όπου όλα έμοιαζαν σε τάξη, τη προγενέστερη ζωή του στον πολιτισμό.

Μήπως όμως ακόμα και αυτή η ασφάλεια που παρέχει η πολιτισμένη, αστική ζωή, δεν είναι παρά ένα παραπέτασμα; Μήπως είναι απλά το παχουλό χαλί που στρώνουμε πάνω από ένα πελώριο στρώμα σκόνης και βρωμιάς, ώστε να καλύψουμε τα ίχνη της;

Και αν τελικά καταλήξουμε ν’ αντιπαραβάλλουμε την «άγρια» ζωή του νησιού με την «πολιτισμένη» ζωή της πόλης... Το «Εκεί» και το «Εδώ», το «Αυτοί» και το «Εμείς»... Αν φτάσουμε να τα διαχωρίζουμε αναμεταξύ τους, λες και πρόκειται για δύο εντελώς διαχωρισμένους κόσμους... Μήπως τελικά δημιουργούμε ένα ακόμα Θηρίο, «πέρα και μακριά από εμάς»; Μήπως αρνούμαστε ν’ αντικρίσουμε το θηρίο μέσα στους εαυτούς μας;

Ωστόσο επιτρέψτε μου να κλείσω αυτό το αφιέρωμα με μια σχετικά αισιόδοξη νότα – αν και η τελευταία συνιστά αποκλειστικά προσωπική ερμηνεία σε ένα ιδιαίτερα σκοτεινό έργο. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου του Γκόλντινγκ είναι πως δεν μετατρέπονται όλα τα παιδιά σε «μικρούς άγριους». Δεν υποτάσσονται όλα στα χαρίσματα του «Ηγέτη», δεν ακολουθούν τυφλά τις επιταγές της Ομάδας, δεν εγκαταλείπουν κάθε ίχνος λογικής και ψυχραιμίας, δεν παραδίδονται στη λαίλαπα, στη δύναμη της ρουφήχτρας. Κάποια αντιστέκονται στη μαγική αυτή επίδραση.

Θα ‘λεγε κανείς πως σε κάποια παιδιά τα αληθινά γνωρίσματα του Πολιτισμού – η συνεργασία, η επικοινωνία, ο ορθός λόγος, η κριτική και ο νόμος που πηγάζει μέσα από τη συλλογική αποδοχή, όχι τον καταναγκασμό – επιζούν μέσα τους.


Νομίζω αυτός είναι ένας καλός τρόπος να κλείσω αυτή την παρουσίαση. Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.


* Τα αποσπάσματα από το βιβλίο σε μετάφραση Ρένας Χατχουτ, εκδόσεις Καστανιώτη. Οι κινηματογραφικές φωτογραφίες από τη μεταφορά σε ταινία του 1963.


© Παρουσίαση και σχεδιασμός banner: Το Φονικό Κουνέλι