Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδερφοί γκριμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αδερφοί γκριμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855

8 Μαρτίου 2010

Enter the Dark Fairy Tale / Απο τους Dirty Granny Tales στην Αλίκη

~



Παραμύθια. Κι όμως, πόση αλήθεια κρύβουν μέσα τους.

Ναι, ακόμα και εκείνα τα "παιδικά", που διαβάζαμε μικροί. Ω, αυτά και αν είναι αληθινά. Κρίμα που στις σύγχρονες καρτουνίστικες εκδοχές τους έχουν ράψει και κόψει όλα τα καλά στοιχεία απο μέσα τους, αφήνοντας μόνο την γλυκανάλατη, "οικογενειακή" τους πλευρά να μας νανουρίζει με πρίγκιπες, πριγκίπισσες και happy endings, σκορπώντας απατηλή στάχτη στα μάτια μας.

Τα παραμύθια ξεκίνησαν απο μύθοι, λαϊκές δοξασίες που εξελίσσονταν απο γενιά σε γενιά, και κατέληξαν να είναι "παιδικά". Η Γριά για παράδειγμα, απο εικόνα-αρχέτυπο και σύμβολο του μύθου (σύμβολο αντιφατικό απο τη μία η καλή γριά-τροφός και απο την άλλη η κακιά γριά-μάγισσα), μετατράπηκε στην καλή γιαγιά που μας διηγείται τα παραμύθια πλάι στην φωτιά. Τώρα βέβαια καμιά γιαγιά δε διηγείται παραμύθια πλάι στη φωτιά, το παραμύθι έδωσε τη θέση του στο χαρτζιλίκι. Ή και στην απομόνωση σε κάποιο γηροκομείο, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.




Διαβάστε τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ. Τα κανονικά, όχι τις κομμένες εκδοχές. Θα διαπιστώσετε πως είναι γεμάτα με σκηνές που θα τις χαρακτήριζες ως και τρομακτικές. Σίγουρα όχι ό,τι θεωρούμε κατάλληλο για ένα παιδί πάντως. Γίνονται μάλιστα πιο τρομακτικές όταν κάνουμε συσχετισμούς με τον αρχέγονο, πρωτόγονο τρόμο της πρώιμης νηπιακής ηλικίας. Οι πρώτοι λένε εφιάλτες, εκείνοι που κάνουμε όταν είμαστε πολύ μικροί, εκείνοι που δε θυμόμαστε πια, είναι οι πιο τρομακτικοί...


Ας πάρω για παράδειγμα το παραμύθι των Αδερφών Γκριμ που λέγεται "ο Πιστός Ιωάννης". Αναφέρεται σε έναν υπηρέτη, τον Ιωάννη, ο οποίος είχε αναλάβει τη φύλαξη και την προστασία με κάθε τρόπο ενός βασιλιά, ακόμα και αν χρειαζόταν να δώσει τη ζωή του. Σε κάποια φάση ο πιστός Ιωάννης γίνεται θύμα μιας κατάρας, και μετατρέπεται σε πέτρα. Ο βασιλιάς οδύρεται για τον χαμό του και φωνάζει πως θα έκανε τα πάντα για να τον έφερνε ξανά πίσω.

Και τότε η πέτρα λέει στον βασιλιά: "μπορείς αν θέλεις, αρκεί να θυσιάσεις ό,τι πολυτιμότερο έχεις". Ο βασιλιάς δέχεται, και η πέτρα του λέει πως πρέπει να κόψει με τα ίδια του τα χέρια τα κεφάλια των παιδιών του και να αλείψει την πέτρα με το αίμα τους. Και έτσι κάνει ο βασιλιάς, αποκεφαλίζει τα παιδιά του και πασαλείβει με το αίμα τους την πέτρα, η οποία ζωντανεύει και μετατρέπεται ξανά στον πιστό Ιωάννη! Τελικά τα παιδιά ζωντανεύουν ξανά κι αυτά με τη σειρά τους, και έζησαν αυτοί καλά, ενώ εμείς έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό ύστερα απο τέτοιο λουτρό αίματος! :P



(εικονογράφηση της Anne Anderson)


Πάρτε τον Πινόκιο. Όχι την ντισνεική εκδοχή, αλλά την πρωτότυπη, το βιβλίο του Κολόντι.

Υπάρχουν σκηνές μέσα στο βιβλίο που πραγματικά θα μπορούσαν να φοβίσουν ένα μικρό παιδί. Το πελώριο φίδι που καταβροχθίζει ως και ανθρώπους, οι καλυμμένοι με κουκούλες διώκτες της νύχτας, ή η πελώρια φάλαινα που σε καταπίνει. Ακόμα και ο μαγικός τόπος, η Χώρα του Γλεντιού, που πάνε τα παιδιά και μεταμορφώνονται σε ζώα, και απο καταλήγουν στα παζάρια... ε, έχει κάτι το φοβερό μέσα του αν το καλοσκεφτείτε. Φοβερό παραμύθι ο Πινόκιο, απο τα αγαπημένα μου αναμφισβήτητα.

Και αυτό είναι ένα απο τα τόσα όμορφα παραμύθια που υπάρχουν. Στα οποία ναι μεν συναντούμε το σκοτεινό, το τρομακτικό στοχείο, αλλά και εκείνο της τελικής "λύτρωσης", το περίφημο "χαρούμενο τέλος", ένα τέλος που ήρθε μετά απο ένα σωρό περιπέτειες όμως. Ναι, ο πρίγκιπας παίρνει την πριγκίπισα, αλλά όχι χωρίς αγώνες! Και καμιά πριγκίπισα δεν αποκτά τον πρίγκιπα χωρίς θυσίες... Τα ακούτε αυτά ορισμένοι/ες παραμυθιασμένοι εκεί έξω? Διαβάστε κανένα κανονικό παραμύθι για να δείτε πως δεν έχουν καμία σχέση με την σύγχρονη οικογενειακή μπεμπεδίστικη εκδοχή τους.





















(κλασικές εικονογραφήσεις του Arthur Rackham)

Αφήστε που ξεχειλίζουν συμβολισμούς, για όσους τη βρίσκουν με αναλυτικές ψυχαναλύσεις τύπου Γιούνγκ και τα λοιπά. Αλλά και οι φροϋδικοί μας θα βρουν αρκετά συμπλέγματα στα παραμύθια. Στην τελική, και το Οιδιπόδειο απο έναν μύθο πήρε το όνομα του. Τα Όνειρα, το Συλλογικό Ασυνείδητο, οι Μύθοι. Σύμβολα, εικόνες και μηνύματα περασμένα απο γενιά σε γενιά, μέσα απο τους αιώνες. Δεν είναι μόνο η Γριά, είναι ο Πατέρας, συχνά Βασιλιάς σε μια "μακρινή χώρα", οι "Πολλοί Γιοί" του (ή Κόρες), απο τους οποίους Ένας ξεχωρίζει, ο οποίος είναι και ο Ήρωας, και ο οποίος συνήθως ξεκινάει μετά την ενηλικίωση του ένα "Μεγάλο Ταξίδι"... Σύμβολα και αρχέτυπα βρίσκουμε ακόμα και σε αντικείμενα όπως το Μήλο, το Μεγάλο Δέντρο, Το Σπίτι του Δάσους, το Ξίφος, στα πάντα...





Και αυτό ισχύει για όλους τους μύθους, όλου του κόσμου, όλων των εποχών. Διαφορετικές εποχές και τόποι κάνουν χρήση διαφορετικών συμβολισμών ή εικόνων, μπορεί να εντοπίσει κάποιος όμως τα κοινά που έχουν μεταξύ τους μύθοι φαινομενικά τόσο διαφορετικοί. Χρειάζεται να αναφέρω τις ομοιότητες ανάμεσα σε διάφορους μύθους σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου για παράδειγμα (εκείνος της Βίβλου είναι μόνο ένας απο τους πολλούς), ή διάφορα περιστατικά όπως η Μεγάλη Πλυμμύρα, που την συναντούμε σε ένα σωρό εκδοχές, απο τους Σουμέριους στους Ιουδαίους και στους Έλληνες. Για να μην επεκταθώ εκτενέστερα στον πλούτο της Μυθολογίας, και ξεφύγουμε εντελώς.

Το παραμύθι είναι μια στιγμή του Μύθου, η οποία αφηγείται μια ιστορία συνήθως διδακτικού περιεχομένου και η οποία θεωρητικά προορίζεται για τα παιδιά. Αντλεί το υλικό του απο την άβυσσο του συλλογικού ασυνειδήτου, αναπλάθοντας εικόνες αρχέτυπα και μεταδίδοντας τη γνώση γενεών. Εμπεριέχουν μια άποψη ηθικής, δεν είναι όμως ηθικοπλαστικά ούτε συμβαδίζουν με αυτό που θεωρούμε εμείς απαραίτητα ηθικό. Μπορούμε να μάθουμε πολλά απο τα παραμύθια.

(στο πλάι, εικονογράφησηση του Χάνσελ και Γκρέτελ απο τον Kay Nielsen)




(ένα προπέρσινο σχέδιο του τύπου που γράφει αυτό το blog!)


Μουσικό διάλειμμα: Dirty Granny Tales


Χθες ήταν μια όμορφη μέρα. Απο κείνες των οποίων η κατάληξη σε ανταμοίβει για όποια τυχών κούραση είχες μέχρι τότε. Πήγα να δω την παράσταση των Dirty Granny Tales στο θέατρο Altera Pars και έμεινα εντυπωσιασμένος. Στον γυρισμό ήμουν τόσο ικανοποιημένος που δε με ενοχλούσε ακόμα και εκείνη η καταραμένη μουσκεμένη απο τη βροχή κάλτσα που πλατσούριζε μέσα στο αριστερό μου παπούτσι.




Για όσους δεν ξέρουν, οι Dirty Granny Tales είναι μια μουσικοθεατρική ομάδα απο τη χώρα μας, ένα συγκρότημα του οποίου τα θέματα ξετυλίγονται σαν ιστορία πάνω στη σκηνή, συνδιάζοντας το κουκλοθέατρο με τη μουσική. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν το δεύτερο τους άλμπουμ, για το οποίο και δίνουν εδώ και έναν περίπου μήνα (μπορεί και περισσότερο) παραστάσεις, και οι οποίες τώρα μπαίνουν στην τελευταία τους βδομάδα. Τους έβλεπα για δεύτερη φορά χθες, η πρώτη ήταν πρόπερσι στο φεστιβάλ καλτ ταινιών τρόμου! Χθες η παράσταση ήταν εντελώς δική τους όμως, και το πλούσιο χειροκρότημα που εισέπραξαν στο τέλος φανερώνει πόσο εντυπωσίασαν τον κόσμο.

Καταρχάς πρόκειται για ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρόταση. Μουσική, θέατρο, κίνηση, στίχος, αφήγηση, ενδυμασία, όλα μαζί. Κατά δεύτερο, τα παιδιά απλά είναι φοβεροί σ' αυτό που κάνουν. Μουσικά κινούνται κάπου ανάμεσα στο gothic, το black metal (με ακουστικές κιθάρες ωστόσο), τον neofolk ήχο και τους Tiger Lillies, ενώ η όλη τους αισθητική αποπνέει πέρα για πέρα την ατμόσφαιρα ταινιών του Tim Burton. Μας έρχονται στο νου και ονόματα όπως Diamanda Galas, ή Sopor Aeternus. Δεν αντιγράφουν κανέναν όμως, μιλάμε πάντα για επιρροές, που συνθέτουν στο δικό τους, ξεχωριστό αποτέλεσμα. Γκροτέσκο, γοτθικό, ατμοσφαιρικό, λυρικό, παραμυθένιο.



(το σέτλιστ της χθεσινής βραδιάς :P)


Λίγες μέρες θα παίζουν ακόμα, αξίζει να πάτε να τους δείτε. Το κάτω βίντεο το τράβηξα χθες, τσεκάρετε το Όλο (ναι, η κορύφωση στα τρία τελευταία λεπτά σε έκανε να θέλεις να κοπανηθείς ως εκεί που δε πάει). Επίσης λόγω του ακουστικού της υπόθεσης είναι απο τα βίντεο στα οποία ο ήχος αποδίδεται κάπως καλά με την έρμη την ψηφιακή μηχανή μου! (δυστυχώς τα λάιβ με ηλεκτρικές κιθάρες είναι άλλη υπόθεση :P)





Ο παραμυθάς του κινηματογράφου


Κλείνω την αλα dark fairy tale σημερινή μου ανάρτηση με μια σύντομη αναφορά σε μια απο τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές μου αδυναμίες, τον Tim Burton φυσικά. Δε θα πω πολλά εδώ, πρώτον γιατί δε νομίζω πως έχω να πω κάτι που δεν το γνωρίζετε ήδη, δεύτερον γιατί βαριέμαι. :P

Δεν πήγα να δω ακόμα την Αλίκη, θα γίνει όμως. Δε ξέρω αν είναι καλό ή όχι, αλλά δεν έχει και τόση σημασία. Ακόμα και η κακή στιγμή ενός Burton είναι καλύτερη απο την πλειοψηφία των ταινιών που βγαίνουν απ' το Hollywood σήμερα. Η αλήθεια είναι πως το Sweeney Todd δε με εντυπωσίασε όσο παλιότερες ταινίες του, ακόμα και έτσι όμως, τη δόση μου την πήρα.




Τι να πω για τον Burton λοιπόν. Καταρχάς γνωρίζατε πως δούλευε στο animation team της Disney προτού αρχίσει να δημιουργεί τις ταινίες που τον καθιέρωσαν? Κατά δεύτερο, ο Ψαλιδοχέρης παραμένει για μένα το magnum opus του. Αυτό και ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης. Α, και το Batman Returns απο κοντά. Ωστόσο όλες οι ταινίες του είναι μία, μία, πραγματικά. Απο τους λίγους σκηνοθέτες που κατόρθωσαν να συνδιάσουν το εμπορικό με το ποιοτικό, για μένα. Και λέγοντας "ποιοτικό" δεν το ταυτίζω απαραίτητα με αυτό που αποκαλούμε "υψηλή κουλτούρα". Ποιοτικό είναι και το άρτιο καλλιτεχνικά και αισθητικά, κάτι το οποίο χαρακτηρίζει πλήρως το μπαρτονικό στυλ.

Η γοτθική, παραμυθένια του αισθητική έχει γίνει πρότυπο και σημείο αναφοράς. Δεν έχει σημασία αν έχει ίσως "αυτοπαγιδευτεί" μέσα της, κάτι που θα μπορούσε να του προσάψει κάποιος... μακάρι ο κάθε δημιουργός να έφτιαχνε κάτι τόσο προσωπικό και ξεχωριστό, και ας αυτοπαγιδευόταν μετά μέσα του όσο ήθελε. Οι ταινίες του Burton σε ταξιδεύουν, όπως σε ταξιδεύει και ένα παραμύθι, όχι εκείνα τα ξενέρωτα όμως, αλλά τα άλλα, τα αυθεντικά. Εκείνα που δε λησμονούν πως πλάι στο φως στέκει πάντα το σκοτάδι.



~

ΥΓ1 ~ Λοιπόν, ώρα να μπούμε στο ψητό. Δε ξέρω πόσοι απο σας μεγαλώσατε διαβάζοντας αυτά εδώ τα επικά βιβλιαράκια και ακούγοντας τις πωρωτικές τους κασέτες. Τα Άμπρα Κατάμπρα παραμένουν απλά μία απο τις καλύτερες σειρές με παραμύθια που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας, αν όχι η καλύτερη. Μιλάμε για τιμιότητα όμως ε. Τι να λέμε για τον Σπιρτούλη και την αράχνη του, την Κοκό, τι να λέμε για τον Άγγελο Αγγελάκη, το καλό παιδί που απο την υπερβολική καλοσύνη του είχε βγάλει φτερά αγγέλου και προκειμένου να τα ξεφορτωθεί αποφάσισε να γίνει όσο πιο κακός γινόταν, ή το απόλυτο true metal παραμύθι με τον επικότερο ήρωα που δεν είναι άλλος απο τον Δρακούλη Δρακουλίνο, το πρώτο μου ίνδαλμα. Τα πάντα είχε αυτή η σειρά, παραμύθια και ιστορίες για όλα τα γούστα, για αγοράκια και κοριτσάκια (ας πούμε η "Χάιντι" ήταν πιο κοριτσίστικο), διασκευασμένα όλα με καταπληκτικές εικονογραφήσεις και φοβερή αφήγηση απο πασίγνωστους ηθοποιούς.




Και φυσικά αυτή η μουσικούλα που πήγαινε έτσι: του-ρουρου-ρουρου-ρου-ρου-ρου-τουρουρουρουυυ, του-ρου-ρουρου,τουρου-τουρουυυυυ... (το ξέρω, έρχεται ο απόηχος της στ' αυτιά σας). Τι κρίμα που δε μπορείτε να ακούσετε το πλιτς που κάνουν τα δάκρυα μου ενώ κυλούν αυτή τη στιγμή στο πληκτρολόγιο. Τσαλαβουτάνε μέσα του, περισσότερο και απο τα παπούτσια μου χθες στις βροχερές λακούβες.





ΥΓ2 ~ Το θέμα που διάλεξα σήμερα είναι ανεξάντλητο πραγματικά. Θα μπορούσα να επεκταθώ ακόμα περισσότερο, μέχρι και αφιέρωμα θα μπορούσα να κάνω. Aκόμα και αυτά που έγραψα μου βγήκαν σχεδόν αυθόρμητα, φαντάσου να το προετοίμαζα κιόλας. Αλλά καλύτερα να το αφήσω εδώ για τώρα γιατί δεν είμαστε και για άλλα αφιερώματα σ' αυτή τη φάση. :P


ΥΓ3 ~ Το άκυρο σχόλιο. Πόσο θα ήθελα να γυρνούσαν όλες οι περσόνες της ελληνικής showbiz τσόντες! Είναι που είναι σκατένια η κατάσταση σ' αυτόν τον χώρο (στον χώρο της ελληνικής showbiz αναφέρομαι), μια αηδία σκέτη, τουλάχιστον γυρνώντας μια τσόντα θα μπορούσαν να αποκτήσουν και κάποια - έστω σύντομη - χρησιμότητα για όλους εμάς που τους έχουμε γραμμένους ούτως ή άλλως.


ΥΓ4 ~ E, λέει να κλείσω άλλη μια φορά με τους Dirty Granny Tales. In fact, all fairy tales can be dirty, deep inside.




~