Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στην πόλη





Χριστούγεννα στην πόλη, παραμονές 2017. Κοσμοπλημμύρα στους δρόμους ενός πολυδαιδάλου κέντρου που μοιάζει με λαβύρινθο. Εκεί συχνάζει κάποιος σύγχρονος Θησέας (μεταμφιεσμένος σε υπάλληλο γραφείου), εκεί μαίνεται το άρωμα κάποιας χαμένης Αριάδνης – κι εκεί θα συναντήσεις άφθονους μινώταυρους, να γυρίζουν αποζητώντας κάποια διέξοδο – ο μύθος τους θέλει άγριους, μα εκείνοι το μόνο που γυρεύουν (το μόνο που πάντα αναζητούσαν) είναι μια απόδραση – κάποια αλλαγή.

Λιγοστά τα παιδιά που μας είπαν τα κάλαντα στη γειτονιά – με στεναχώρησε αυτό. Μπορεί να έτυχε. Μα οφείλω να παρακινήσω τους γονείς να μη κάνουν τα παιδιά τους μαλθακά – ας βγει έξω το βλαστάρι τους, ας χτυπήσει πόρτες, ας περιπλανηθεί, ας κρυώσει επιτέλους. Τα κάλαντα υπήρξαν από τις ωραιότερες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας και σκέφτομαι πως θα ήταν θλιβερό ένας μελλοντικός ενήλικας να μην έχει αντίστοιχες αναμνήσεις σαν αυτή. Ευτυχώς, κάποια παιδιά στο Μετρό το αναπλήρωσαν – το τραγούδι είναι ίδιο, μόνο που αντί για το κουδούνι της πόρτας άκουσα το “Μπιιιζ” ενώ ανοιγοκλείνουν οι πόρτες του Μετρό.

Στο Σύνταγμα είδα μια πελώρια ρόδα. Μεγάλη, στρογγυλή και ακίνητη – υπερβολικά ακίνητη για παραμονή Χριστουγέννων. Κόσμος περνούσε με παιδιά (με σκοπό να ανέβουν στη ρόδα) και έφευγε απορημένος. Πότε σκοπεύει να λειτουργήσει; Κάποιος τη σύγκρινε με το Μάτι του Λονδίνου. Στην ιδέα της σύγκρισης πόνεσε το Μάτι μου, κυριολεκτικά.

Μα υπήρξαν και οι ευχάριστες εκπλήξεις. Σε μια στάση λεωφορείου, απέναντι απ’ την πλατεία, έπαιζε μουσική τζαζ – η ΙΔΙΑ η στάση είχε ενσωματωμένο μηχανισμό, και πατώντας ένα κουμπί μπορούσες να διαλέξεις από ένα μενού το τραγούδι της επιλογής σου. Έπρεπε να το δω για να το πιστέψω. Αυτές λοιπόν είναι οι μικρές ομορφιές της μεγάλης πόλης. Κάποιος ρώτησε αν «παίζει ελληνικά». Ευτυχώς για μας, δεν έπαιζε.

Ερμού, Αιόλου, Κολοκοτρώνη. Παραδοσιακά κοσμοπλημμυρισμένη η πρώτη, νεότερη μόδα οι δεύτερες. Καφετέριες και φαγάδικα, άφθονα σαν μανιτάρια, ανύπαρκτα πριν μια δεκαετία – και πλήθη να ζουζουνίζουν απ’ το ένα στο άλλο. Κάποια στέκια με άποψη και αισθητική, κάποια δίχως καμία αισθητική – εξίσου γεμάτα με κόσμο και τα μεν και τα δε. Οι καφετέριες είναι σαν τους ανθρώπους. Θα βρεις εκείνες με προσωπικότητα κι εκείνες που είναι ρηχές και αδιάφορες – μα στις μοδάτες περιοχές του κέντρου το πλήθος δεν κάνει διακρίσεις.

Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Βλέπω πλήθος μαζεμένο σε μια γωνιά του δρόμου, ακούω ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου. Κάποιο υπαίθριο γεγονός, σκέφτηκα, με ηχογραφημένη μουσική. Κι όμως – ήταν ο ίδιος ο Σαββόπουλος που τραγουδούσε ζωντανά – όχι σε πλατεία, όχι σε εξέδρα, μα σε μια γωνιά του δρόμου, έχοντας απλά στήσει ένα μικρόφωνο και δυο ηχεία. Σαν πλανόδιος μουσικός. Αρκεί να σκεφτούμε όλα εκείνα τα γνωστά ονόματα της μουσικής βιομηχανίας που για να δεις ζωντανά πρέπει να πληρώνεις τραπέζια και ποτά… ναι, αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι αυθεντικό, κάτι που μου άρεσε πολύ. Ο ίδιος ο Σαββόπουλος έχει κάνει και πράγματα που δεν μου άρεσαν – μα αυτό θύμισε τον Σαββόπουλο απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά.

Τα καταστήματα ανοιχτά. Πωλήτριες με σκουφάκια Αϊ Βασίλη – μα η δουλειά τους είναι ίδια όπως και των υπολοίπων ημερών. Φαντάζομαι η πρώτη σκέψη τους είναι πότε θα έρθει η ώρα να σχολάσουν – και να ξεκουραστούν επιτέλους.

Επιστροφή με τον ηλεκτρικό. Άγνωστος κόσμος, κάποιες φάτσες συμπαθητικές, άλλες όχι τόσο, όπως συμβαίνει πάντα. Κι εκείνες οι κλασικές ανταλλαγές βλεμμάτων με εκείνες τις κλασικές άγνωστες του ηλεκτρικού, που μιλάνε δίχως την παραμικρή ανταλλαγή κουβέντας – μα είναι ικανές να σου ανεβάσουν τη διάθεση. Κάποια μέρα πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο γι’ αυτό το τόσο σημαντικό θέμα.

Πίσω στο σπίτι. Ανεβάζω αυτό το μικρό κείμενο και βάζω κάτι να φάω. Το βράδυ προβλέπει παρακολούθηση κάποιας ταινίας (καιρός να θυμηθώ τον «Πολίτη Κέιν»), και άφθονη κατανάλωση κουραμπιέδων.


Καλές γιορτές σε όλους!



18 Δεκεμβρίου 2016

Είναι Μια Υπέροχη Ζωή... ένα αφιέρωμα στην ταινία του Φρανκ Κάπρα


Ένα αφιέρωμα στο Μια Υπέροχη Ζωή του Φρανκ Κάπρα... η αφίσα της ταινίας




«Παράξενο, δεν είναι; Η ζωή κάθε ανθρώπου αγγίζει τόσες άλλες ζωές. Όταν δεν βρίσκεται γύρω μας αφήνει πίσω του μια φοβερή τρύπα…»




Σήμερα, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας ένα αφιέρωμα για μια χριστουγεννιάτικη ταινία – ίσως την κλασικότερη από τις κλασικές χριστουγεννιάτικες ταινίες. O λόγος για το "It's a Wonderful Life" του Frank Capra.

Τα Χριστούγεννα είθισται να θεωρούνται μια γιορτή χαράς. Μα όλοι ξέρουμε πως η ευτυχία δεν πέφτει ουρανοκατέβατη τις περισσότερες φορές από τον ουρανό, σαν κάποιο φωτεινό αστέρι ή τις νιφάδες του χιονιού – τις οποίες ούτως ή άλλως δεν βλέπουμε συχνά. Κάποιες φορές μπορεί η τύχη να μην είναι με το μέρος σου και να διαπιστώσεις πως το χαρμόσυνο κλίμα των ημερών δεν απαλύνει τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζεις. Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ηχούν αδιάφορα στ’ αυτιά σου και τα χριστουγεννιάτικα γλυκά χρησιμεύουν ίσα για να κερδίσεις μια στιγμή λησμονιάς από τις έγνοιες. Μπορεί να έχεις οικονομικά προβλήματα, δυσκολίες με σχέσεις, ή απλά να έχεις χάσει το δρόμο σου.

Ο George Bailey, πρωταγωνιστής της ταινίας μας, βρίσκεται στα πρόθυρα της απόγνωσης. Μια επικείμενη οικονομική καταστροφή μαίνεται βαριά από πάνω του, σαν κάποιο μαύρο σύννεφο. Σκέφτεται να δώσει τέλος στη ζωή του. Τότε όμως παρουσιάζεται ένας άγγελος και του φανερώνει πως θα ήταν η ζωή των υπολοίπων ανθρώπων, αν αυτός δεν είχε γεννηθεί ποτέ. Ξεδιπλώνει μπρος στα έκπληκτα μάτια του μια εναλλακτική πραγματικότητα, ενός κόσμου στον οποίο ποτέ δεν είχε υπάρξει. Και αυτός, ο George Bailey – ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος – διαπιστώνει πως η μικρή, ασήμαντη ζωή του δεν είναι τόσο μικρή, ούτε τόσο ασήμαντη τελικά.

Είναι μια «Υπέροχη Ζωή».




It's a Wonderful Life movie title - ο τίτλος της ταινίας




Ασφαλώς το “It’s A Wonderful Life” είναι παραμύθι – σε σημεία μοιάζει εξιδανικευμένο και ουτοπικό. Κανένας άγγελος δεν θα εμφανιστεί στις σκοτεινότερες στιγμές μας για να προσφέρει μια χείρα βοηθείας. Και η εναλλακτική πραγματικότητα που επισκέπτεται ο ήρωας της ιστορίας μας, με τους φιλοχρήματους ανθρώπους, τις φιέστες, την αποξένωση και την αδιαφορία… μοιάζει περισσότερο με την πραγματικότητα όπως τη ζούμε σήμερα. Που είναι οι άγγελοι λοιπόν;

Μα σκέψου λίγο – μπορεί να μην σ’ επισκεφτεί άγγελος, μα ίσως είναι κάποιος φίλος· ή μια κουβέντα που άκουσες και σου έδωσε δύναμη· ίσως μια φράση από ένα βιβλίο· οι παρηγορητικοί στίχοι ενός τραγουδιού· το ζεστό βλέμμα μιας περαστικής στο δρόμο· ή ενδεχομένως μια όμορφη ανάμνηση απ’ τα παλιά, τέτοια που σε κάνει να σκεφτείς πως, ναι, υπήρξαν οι καλές στιγμές – και όπως υπήρξαν άλλοτε, έτσι γίνεται να υπάρξουν ξανά.

Γιατί τα πάντα είναι κύκλος. Και αν θα έπρεπε να έχουν ένα ουσιαστικό νόημα τα Χριστούγεννα, πέρα από το θρησκευτικό περίβλημά τους (και τη μεταμόρφωσή τους σ’ ένα σύγχρονο όργιο κατανάλωσης), είναι αυτό: όλα γυρίζουν· ο χειμώνας δίνει τη θέση του στην άνοιξη· το αστέρι θα φωτίσει τη σκοτεινότερη νύχτα – και ο ήλιος θα αναδυθεί ξανά.

Αυτό είναι τα Χριστούγεννα στην ουσία τους: η υπόσχεση του φωτός που θα νικήσει το χειμώνα. Η φύση που θα αναγεννηθεί από τις στάχτες της…




Christmas bells ringing from It's a Wonderful Life



It’s a Wonderful Life (after all)




Μοιάζει σχεδόν ειρωνικό, μα η ταινία που σήμερα θεωρείται η κλασικότερη από τις παλιές χριστουγεννιάτικες ταινίες - και λέγοντας «παλιές» αναφέρομαι ασφαλώς στη προ-“Μόνος Στο Σπίτι” εποχή! – αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες τον πρώτο καιρό που προβλήθηκε στους κινηματογράφους. Το κόστος παραγωγής ήταν κατά πολύ υψηλότερο από τα έσοδα, ενώ αρκετές από τις κριτικές ήταν αρνητικές. Συγκριτικά με τις παλιότερες μεγάλες επιτυχίες του σκηνοθέτη Frank Capra – όπως τα “It Happened One Night” και “Mr. Smith Goes To Washington” – το “It’s A Wonderful Life” φάνηκε να λυγίζει μπροστά στην υπερβολικά φιλόδοξη παραγωγή του και το ιδεαλιστικό του σενάριο.

Ο George Bailey ζει καταμεσής μιας κοινότητας που θυμίζει περισσότερο κάποια εξιδανικευμένη πραγματικότητα, παρά τον αληθινό κόσμο που ζούμε. Οι κάτοικοι γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους και είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο σε στιγμές ανάγκης. Σα να μην έφταναν αυτά, ένας άγγελος παρουσιάζεται στον πρωταγωνιστή και τον βοηθάει να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Όσο αφορά το τέλος;… Πρόκειται για ένα κλασικό Happy Ending από εκείνα που συναντούμε συχνά στα παραμύθια.

Δεν είναι δύσκολο να αντιμετωπίσεις το φιλμ με μια κυνική ματιά – γιατί ξέρουμε καλά πως οι κοινωνίες όπως τις ζούμε απέχουν πολύ από το εξιδανικευμένο, προ-αστικό πρότυπο, που παρουσιάζει ο Κάπρα. Και στις στιγμές της ανάγκης σου όχι μόνο δεν θα έρθουν καλπάζοντας οι άγγελοι… μα μπορεί να απέχουν ακόμα και οι φίλοι – ή τουλάχιστον όσοι δηλώνουν τέτοιοι.

Σα να μην έφταναν αυτά, το φιλμ έφτασε ως και να κατηγορηθεί από το FBI για χρήση αρνητικών στερεοτύπων όσο αφορά τους τραπεζίτες και την ανώτερη αστική τάξη. Ο τραπεζίτης (και «κακός» της ιστορίας») Mr. Potter “παρουσιάζεται ως ένας ακόμα τύπος “Scrooge”, με σκοπό να υποβαθμιστεί έτσι η τάξη του – συχνό κόλπο που χρησιμοποιούν οι Κομμουνιστές”, σύμφωνα με κείμενο του FBI που εκδόθηκε το Μάιο του 1947.

Αρκεί φυσικά να θυμίσουμε πως βρισκόμαστε στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο, όταν και ξέσπασε η παράνοια του Μακαρθισμού. Έργα όπως του Φρανκ Κάπρα – με την εμφανή αντικαπιταλιστική τους ηθική – έμοιαζαν “κομμουνιστικά” στα μάτια κάποιων.



Frank Capra - Φρανκ Κάπρα
Frank Capra


Κι όμως, παρά τις κριτικές – ή ίσως εξαιτίας αυτών – το έργο όχι μόνο άντεξε, μα έφτασε να υπερκεράσει το πέρασμα του χρόνου. Η ταινία γνώρισε μια σημαντική άνθηση από τα χρόνια της δεκαετίας του 70 και έπειτα· στην εποχή που η τηλεόραση είχε πάρει τα σκήπτρα από τον κινηματογράφο, και το έργο προβαλλόταν κάθε χρόνο στη διάρκεια των Εορτών. Και αν η παλαιότερη γενιά – η γενιά του Πολέμου και των ψυχροπολεμικών αντιλήψεων – την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό, δεν συνέβη το ίδιο με τη γενιά που τη διαδέχτηκε.

Ο νεότερος κόσμος φαίνεται είδε σε αυτό το έργο πράγματα που δεν είχαν αντιληφθεί οι παλιότεροι. Είχαμε πια περάσει στη μοντέρνα εποχή και η «Υπέροχη Ζωή» φάνταζε σαν κειμήλιο μιας αλλοτινής πραγματικότητας – με τον ίδιο τρόπο που η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Τσαρλς Ντίκενς (για την οποία μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικό αφιέρωμά μου εδώ) φανέρωνε την εικόνα των Χριστουγέννων που πάντα φανταζόμασταν – μα ποτέ δεν είχαμε τη δυνατότητα να ζήσουμε. Η «Υπέροχη Ζωή» δεν έμοιαζε πια με εξιδανικευμένη ονειροφαντασία, μα με ένα τεκμήριο αυθεντικότητας, εντός μιας εποχής που έδειχνε να χάνει την αυθεντικότητά της ολοένα και περισσότερο.

Τι σημασία έχει που το φιλμ μοιάζει πιο πολύ με παραμύθι – σάμπως τα παραμύθια δεν εμπεριέχουν τα δυνατότερα μηνύματα; Και ποιος είπε πως ήταν σκοπός του Φρανκ Κάπρα να γυρίσει ένα «ρεαλιστικό» έργο; Συχνά μέσα από θεατρικά σκηνικά και αλληγορίες παρουσιάζονται οι βαθύτερες αλήθειες για την πραγματικότητα που ζούμε.

Στην πραγματικότητα η «Υπέροχη Ζωή» ακολουθεί τα χνάρια που πρώτος χάραξε, εκεί στο πυκνό, λευκό χιόνι, ο Τσαρλς Ντίκενς. Πρόκειται για μια ταινία «μαγικού ρεαλισμού», στην οποία το όνειρο συμπλέκεται με την πραγματικότητα και η κοινωνική κριτική βαδίζει αρμονικά με τη φανταστική αφήγηση. Ίσως αυτό ακριβώς το στοιχείο – ο συνδυασμός της καθημερινής πραγματικότητας με τη μαγεία – είναι εκείνο που προσδίδει τον ιδιαίτερο «χριστουγεννιάτικο» αέρα στην ταινία. Γιατί τι θα ήταν τα Χριστούγεννα αν δεν είχαν κάτι από εκείνη την αρχέγονη μαγεία μέσα τους; Ένα κούφιο γλέντι κατανάλωσης και θρησκευτικής κατήχησης και μια ευκαιρία να πάρουμε λίγες μέρες άδεια από τη δουλειά…



Τζέιμς Στιούαρτ και άγγελος από την Υπέροχη Ζωή / James Stewart and Angel from It's a Wonderful Life




Με το πέρασμα των χρόνων το “Μια Υπέροχη Ζωή” καταξιώθηκε όχι μόνο ως ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του Φρανκ Κάπρα· όχι μόνο ως η κλασικότερη από τις χριστουγεννιάτικες ταινίες· μα και ως ένα από τα ορόσημα της ιστορίας του κινηματογράφου.

Η κοινωνική κριτική του Κάπρα είναι αμείλικτη – δίκιο είχε το FBI που ανησυχούσε, μα για τους λάθος λόγους. Ακόμα και αν οι τραπεζίτες δεν ομοιάζουν στο «στερεότυπο του κακού Σκρουτζ» του Mr. Potter, παραμένει το γεγονός πως το κοινωνικό σύστημα το οποίο υπηρετούν – ο καπιταλισμός – αποσκοπεί στο μεγαλύτερο δυνατό κέρδος και στη δημιουργία μονοπωλίων, σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων, κόντρα στις ανθρώπινες ανάγκες και αδιαφορώντας για τυχόν συναισθηματικές παρεκτροπές.

Η μάχη του George Bailey ενάντια στον Mr. Potter είναι η μάχη του μικρού κόντρα στον μεγάλο, ο αγώνας του καθημερινού ανθρώπου ενάντια σ’ ένα σύστημα που επιθυμεί να καταβροχθίσει τα πάντα με το πελώριο, αδηφάγο του στόμα. Και όπως αναφέρουν οι φίλοι του George Bailey στη διάρκεια της ταινίας, «χρειάζεται να είμαστε ενωμένοι για να αντισταθούμε». Γιατί μόνο έτσι αντιμετωπίζεις εκείνο που θεσμικά είναι ισχυρότερο από σένα: ενώνοντας τη φωνή σου με τους άλλους. Χτίζοντας ομάδες. Λειτουργώντας συλλογικά.




Mr. Potter from It's a Wonderful Life
It's a Wonderful Life movie still
Jimmy Stewart from It's a Wonderful Life




Εν τέλει οι αξίες που κυριαρχούν στο φιλμ είναι οι ίδιες εκείνες αξίες που θα θέλαμε να κυριαρχούν όχι μόνο τις μέρες των Γιορτών – μα και όλο τον υπόλοιπο χρόνο: η συντροφικότητα, η φιλία, η αλληλεγγύη, η αυθεντικότητα, η ζεστασιά της οικογένειας, η θαλπωρή του σπιτιού – και η ελπίδα.

Η ελπίδα, ναι. Κακά τα ψέματα, αν έχουν ένα νόημα οι "άγγελοι" στην εποχή μας, είναι αυτό. Γιατί ελπίζοντας πως μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, κάνεις και το πρώτο βήμα για την αλλαγή αυτή.

Ο ήρωας του έργου – ο George Bailey, τον οποίο υποδύεται υποδειγματικά ο James Stewart, σε έναν από τους πλέον αξιομνημόνευτους ρόλους του – είναι ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Από μικρός ξεχείλιζε με όνειρα, μα μεγαλώνοντας βλέπει τα όνειρά του, ένα προς ένα, να καταρρέουν. Ήθελε να σπουδάσει – μα αναγκάστηκε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Επιθυμούσε να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο – μα τελικά παρέμεινε μια ζωή στο μέρος που γεννήθηκε, στη μικρή εκείνη πολιτεία του Bedford Falls. Μαζί με τη γυναίκα του (τη γλυκύτατη Donna Reed) γιορτάζουν μια ιδιόμορφη βροχερή νύχτα του μέλιτος σ’ ένα παλιό σπίτι, περιβαλλόμενοι από εικονικά σκηνικά κι ενώ αντηχεί χαβανέζικη μουσική από ένα ξεφτισμένο γραμμόφωνο.

Αυτός λοιπόν ο καθημερινός άνθρωπος, με τις προσδοκίες και τα χαμένα όνειρά του, τα άγχη και τα ξεσπάσματά του, τις εντάσεις, τους αγώνες και τα αδιέξοδά του… αυτός που φτάνει στα πρόθυρα της πιο έσχατης απελπισίας… αυτός είναι ο ήρωας που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Εκείνος που συνειδητοποιεί στο τέλος πως η βαθύτερη αξία βρίσκεται σ’ εκείνα τα πράγματα που δεν αγοράζονται, ούτε πωλούνται… στα απλά, μικρά πράγματα και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν και μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε.

Αυτός είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής του Φρανκ Κάπρα: όλοι εμείς, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του. Εμείς που αγωνιζόμαστε, επιθυμούμε, ονειρευόμαστε, θυμώνουμε, απογοητευόμαστε – και κάποιες στιγμές χάνουμε την ελπίδα μας.

Για μας είναι που χτυπούν τα καμπανάκια. Για μας είναι που βγάζουν οι άγγελοι φτερά. Για να συνειδητοποιούμε που και που πως, παρά τις δυσκολίες της (ή ίσως εξαιτίας αυτών) είναι «μια υπέροχη ζωή» τελικά.



© Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβριος 2016-18. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί η συνολική ανάρτηση σε άλλες ιστοσελίδες.



It's a Wonderful Life classic film scene - κλασική σκηνή από την Υπέροχη Ζωή

11 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα ενός Παιδιού από την Ουαλία. Του Ντύλαν Τόμας


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Illustration by Peter Bailey, αφίσα από το φονικό κουνέλι
Original illustration by Peter Bailey



Τον παλιό καιρό, τότε που τα Χριστούγεννα δεν είχαν ακόμα καταξιωθεί ως η επίσημη παγκόσμια γιορτή της κατανάλωσης· τότε που τα κάλαντα αποσκοπούσαν περισσότερο στη χαρά της περιπλάνησης – και τα παιδιά δεν κλείνονταν σπίτι τους, μα έβγαιναν στο κρύο να τα πουν· στην εποχή που χιόνιζε που και που μες στις γιορτές και αισθανόσουν περισσότερο τη θαλπωρή της φωτιάς και του σπιτιού· τον καιρό εκείνο που δεν ακούγαμε για εκατομμυριοστή χιλιοστή φορά το γνωστό pop άσμα που παίζει κάθε χρόνο στα ραδιόφωνα (και, πλέον, στους σταθμούς του ηλεκτρικού)· τον καιρό, εκείνο, που λέτε, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας [Dylan Thomas] έγραψε τα “Χριστούγεννα Ενός Παιδιού Από Την Ουαλία”.

Η ιστορία δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1955 – άρα η εποχή που περιγράφει τοποθετείται κάπου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τον καιρό που ο Τόμας ήταν παιδί. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ματιά στα Χριστούγεννα μιας αλλοτινής εποχής – δίχως πλοκή, μα ξεχειλίζοντας εικόνες, φαντασία και πανέξυπνο χιούμορ. Η ιστορία αντηχεί ήχους από καμπανάκια και μοσχομυρίζει γλυκό. Διαβάζοντάς τη γίνεσαι για λίγο ξανά παιδί και νιώθεις πως μεταφέρεσαι πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια – και βάζεις παροδικά τον κυνισμό σου στην άκρη.

Αυτή τη μικρή ιστορία θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Τα λόγια συνοδεύουν εικονογραφήσεις από διαφορετικές εκδόσεις τις ιστορίας (μιας από τις δημοφιλέστερες του Τόμας) ανά τις δεκαετίες. Περιλαμβάνονται σχέδια των εικονογράφων Fritz Eichenberg, Ellen Raskin, Trina Schart και Peter Bailey.

Πάμε λοιπόν πίσω στον χρόνο. Και ας βαδίσουμε, παρέα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, στη λευκοντυμένη από χιόνι εκείνη παραλία, πλάι στη θάλασσα, ενώ θέτουμε το ερώτημα: “καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;” Ίσως στην ερώτηση αυτή, βγαλμένη από τη σκέψη ενός παιδιού, περικλείεται πολύ μεγαλύτερο νόημα στις Γιορτές, συγκριτικά με τα γνωστά και χιλιοειπωμένα λόγια που ακούμε κάθε χρόνο.



A Child's Christmas in Wales - illustration: Ellen Raskin
Illustration by Ellen Raskin


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία




«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ εκείνα τα χρόνια, στην άλλη γωνιά της παραθαλάσσιας πόλης· σιωπή παντού, εκτός από τον μακρινό ψίθυρο των φωνών που ακούω, καμιά φορά, μια στιγμή πριν από τον ύπνο, έτσι που δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε χιονίσει έξι μέρες κι έξι νύχτες όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ή δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, όταν ήμουν έξι.

Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επιφάνεια ό, τι βρω. Βουλιάξει το χέρι μου σ’ αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και ... να τους! αναδύονται η κυρία Πρόδερο κι οι πυροσβέστες.

Ήταν το απόγευμα της παραμονής κι εγώ βρισκόμουν στον κήπο της κυρίας Πρόδερο και παραφύλαγα τις γάτες, μαζί με τον γιό της, τον Τζιμ. Χιόνιζε. Πάντοτε χιόνιζε τα Χριστούγεννα. Ο Δεκέμβρης στη μνήμη μου, είναι λευκός όπως η Λαπωνία, μ' όλο που δεν υπήρχαν τάρανδοι. Αλλά υπήρχαν γάτες. Υπομονετικοί, παγωμένοι και άκαμπτοι, με τα χέρια μας τυλιγμένα σε κάλτσες, περιμέναμε ν' αρχίσουμε τις γάτες στις χιονιές. Λείες και λυγερές σαν πάνθηρες, με τρομερά μουστάκια, φτύνοντας και νιαουρίζοντας θα τινάζονταν και θα γλιστρούσαν στους άσπρους τοίχους της πίσω αυλής και οι γερακομάτηδες κυνηγοί, ο Τζιμ κι εγώ, οι παγιδευτές με τα γούνινα σκουφιά και τις γαλότσες από το Χάντσον Μπει, πέρα από την οδό Μαμπλ, θα εκσφενδονίζαμε τις θανατηφόρες χιονιές μας στο πράσινο των ματιών τους.

Οι σοφές γάτες δεν εμφανίζονταν ποτέ. Ήμασταν τόσο σιωπηλοί, τόσο ακίνητοι, εσκιμοπόδαροι αρκτικοί ανιχνευτές στην προστατευτική σιωπή του αιώνιου χιονιού - αιώνιου μολονότι το είχε στρώσει μόλις την Τετάρτη - που δεν ακούσαμε την πρώτη κραυγή της κυρίας Πρόδερο από το ιγκλού της στο βάθος του κήπου. Ή, αν την ακούσαμε, μας φάνηκε σαν μακρινή πρόκληση από εκείνη - αντίπαλο και θήραμα μαζί - την πολική γάτα της γειτόνισσας. Σύντομα, όμως, η φωνή δυνάμωσε: «Φωτιά!» κραύγαζε η κυρία Πρόδερο, χτυπώντας το γκονγκ του δείπνου.

Κι εμείς ξεχυθήκαμε στον κήπο, με τις χιονόμπαλες στα χέρια· και, πράγματι, καπνός έβγαινε από την τραπεζαρία και το γκονγκ βροντούσε και η κυρία Πρόδερο διαλαλούσε την καταστροφή σαν ντελάλης στην Πομπηία. Κι αυτό ήταν καλύτερο κι από το να στέκονταν στη σειρά πάνω στη μάντρα όλες οι γάτες της Ουαλίας μαζί. Ορμήσαμε στο σπίτι, φορτωμένοι τις χιονόμπαλες και σταματήσαμε στην ανοιχτή πόρτα του δωματίου, που είχε ντουμανιάσει απ' τον καπνό.

Κάτι καιγόταν ήταν σίγουρο. Ίσως ο κύριος Πρόδερο, που πάντοτε έπαιρνε έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό, με την εφημερίδα απλωμένη στο πρόσωπό του. Όμως εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου λέγοντας: «Σπουδαία Χριστούγεννα!» και δέρνοντας τον καπνό με μια παντόφλα.

«Φώναξε την Πυροσβεστική!» ούρλιαξε η κυρία Πρόδερο, καθώς χτυπούσε το γκονγκ.

«Δεν θα' ρθει», είπε ο κύριος Πρόδερο, «είναι Χριστούγεννα».

Δεν υπήρχε φωτιά, μόνο σύννεφα καπνού και ο κύριος Πρόδερο όρθιος ανάμεσά τους, ανεμίζοντας την παντόφλα του, σαν να διεύθυνε ορχήστρα.

«Κάντε κάτι», είπε.

Και πετάξαμε όλες τις χιονόμπαλες στον καπνό - νομίζω πως δεν πέτυχε καμιά τον κύριο Πρόδερο - και τρέξαμε έξω απ' το σπίτι, στον τηλεφωνικό θάλαμο.

«Να φωνάξουμε και την αστυνομία», είπε ο Τζιμ.

«Και το Πρώτων Βοηθειών».

«Και τον Έρνι Τζένκινς, του αρέσουν οι πυρκαγιές».

Αλλά φωνάξαμε μόνο την Πυροσβεστική και σύντομα ήρθε το όχημα και τρεις ψηλοί άνδρες με κράνη έβαλαν μια κάνουλα μέσα στο σπίτι και ο κύριος Πρόδερο μόλις που πρόλαβε να βγει πριν την ανοίξουν. Σπάνια τυχαίνει τέτοιος σαματάς παραμονιάτικα. Κι όταν οι πυροσβέστες έκλεισαν την κάνουλα και τους είδαμε να στέκονται μέσα στο μουσκεμένο, κατακαπνισμένο δωμάτιο, η θεία του Τζιμ, η δεσποινίς Πρόδερο, κατέβηκε και τους περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο Τζιμ κι εγώ περιμέναμε, χωρίς να μιλάμε, ν' ακούσουμε τι θα τους έλεγε. Πάντα έλεγε το σωστό. Κοίταξε τους τρεις ψηλούς άνδρες με τ' αστραφτερά τους κράνη, όρθιους ανάμεσα στους καπνούς και τις στάχτες και τις χιονόμπαλες που έλιωναν και είπε: «Θέλετε να διαβάσετε κάτι;»



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



Χρόνια και χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί, όταν υπήρχαν λύκοι στην Ουαλία και πουλιά, στο χρώμα των κόκκινων φανελένιων μεσοφοριών, πετάγονταν μέσα από τους μυτερούς βράχους, όταν τραγουδούσαμε και κυλιόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα σε σπηλιές που μύριζαν σαν κυριακάτικα απογεύματα σε υγρές σάλες χωριατόσπιτων και κυνηγούσαμε τους Άγγλους και τις αρκούδες, πριν από το αυτοκίνητο, πριν από τον τροχό, πριν από το άλογο με το πρόσωπο της δούκισσας, όταν χιμούσαμε δίχως σέλλα στους αθώους, ευτυχισμένους λόφους, χιόνιζε και χιόνιζε. Αλλά εδώ ένα μικρό αγόρι λέει: «Χιόνισε και πέρσι. Έφτιαξα ένα Χιονάνθρωπο και ο αδελφός μου τον κλώτσησε και τον γκρέμισε, κι ύστερα κλώτσησα κι εγώ τον αδελφό μου και μετά πήγαμε για τσάι».

«Όμως δεν ήταν το ίδιο χιόνι», λέω εγώ. «Το χιόνι μας δεν χυνόταν μονάχα απ' τα μεγάλα κατάλευκα μαστέλα του ουρανού, μα αναδευόταν σαν σάλι μέσα απ' το χώμα κι ύστερα ξεπηδούσε και τιναζόταν από τα μπράτσα και τα χέρια και τα κορμιά των δένδρων· χιόνι φύτρωνε όλη τη νύχτα στις σκεπές των σπιτιών σαν καθαρό, γέρικο μούσκλο, λεπτοκεντούσε σαν λευκός κισσός τις μάντρες και προσγειωνόταν στους ώμους του ταχυδρόμου που εκείνη τη στιγμή άνοιγε την αυλόπορτα, σαν μουγκή, μουδιασμένη χιονοθύελλα από άσπρες, σκισμένες, χριστουγεννιάτικες κάρτες.

«Υπήρχαν και ταχυδρόμοι τότε;»

«Με ψιχαλιστά μάτια και κερασένιες από τον άνεμο μύτες· με φαρδιά, παγωμένα πόδια. Τσαλαπατούσαν τα πορτάκια και τα τράνταξαν λες κι ήταν σάκοι πυγμαχίας, όμως το μόνο που άκουγαν τα παιδιά ήταν ένα κουδούνισμα καμπάνας».

«Εννοείς πως οι ταχυδρόμοι έκαναν τοκ-τοκ κι οι πόρτες κουδούνιζαν;»

«Εννοώ πως τα κουδουνάκια που άκουγαν τα παιδιά βρίσκονταν μέσα τους».

«Εγώ ακούω βροντές καμιά φορά, ποτέ κουδουνίσματα».

«Υπήρχαν και καμπάνες».

«Μέσα τους;»

«Όχι, όχι, όχι, στα μαύρα σαν τις νυχτερίδες, χιονόλευκα καμπαναριά· τραβούσαν το σκοινί τους επίσκοποι και πελαργοί. Κι έστελναν τις ειδήσεις τους πάνω απ' την τυλιγμένη μ' επιδέσμους πόλη, πάνω από τον παγωμένο αφρό των λόφων από πούδρα ή παγωτό, πάνω απ' τη ραγισμένη θάλασσα. Θαρρούσα τότε πως όλες οι εκκλησιές βροντοφώναζαν χαρούμενα κάτω από το παράθυρό μου, και πως τα κοκόρια έκραζαν για τα Χριστούγεννα πάνω στο φράχτη μας».




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση: Trina Schart Hyman
illustration by Trina Schart Hyman



«Πες μου πάλι για τους ταχυδρόμους».

«Ήταν συνηθισμένοι ταχυδρόμοι που αγαπούσαν το περπάτημα και τους σκύλους και τα Χριστούγεννα και το χιόνι. Χτυπούσαν τις πόρτες με μελανιασμένα δάχτυλα...»

«Η οικία μας είχε ένα μαύρο ρόπτρο...»

«Και μετά στέκονταν στο άσπρο χαλάκι της εισόδου, στις μικρές, γερτές βεράντες και λαχάνιαζαν και βαριανάσαιναν, φτιάχνοντας φαντάσματα με την ανάσα τους και ταλαντεύονταν από το ένα πόδι στο άλλο, σαν παιδιά που θέλουν να βγουν από την τάξη».

«Και μετά, τα δώρα;»

«Και μετά τα Δώρα, αφού είχαν ανταλλάξει ευχές οι μεγάλοι. Και ο παγωμένος ταχυδρόμος, μ' ένα ρόδο στην άκρη της μύτης, τσουλούσε αναψοκοκκινισμένος στο γλιστερό, σαν δίσκο του τσαγιού, μονοπάτι, στον αστραφτερό, από τον πάγο, λόφο. Βάδιζε με τις κρουσταλλιασμένες βαριές του μπότες, σαν άνθρωπος που ισορροπεί στη σχεδία ενός ψαρά.

«Κι ενώ η τσάντα του λικνιζόταν σαν την παγωμένη καμπούρα μιας καμήλας, έστριβε, παραζαλισμένος, τη γωνία στο ένα πόδι, και, μα το Θεό, εξαφανιζόταν στη στιγμή».

«Πες μου πάλι για τα Δώρα».

«Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο, δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούλα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί».

«Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα».

«Σακουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα 'θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, οπού μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γκλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για ένα Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια.



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



«Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;»

«Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα τη μπα-λωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη, μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριξε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη - και κάτι μικρούλες θείες ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια».

Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί εκείνα τα πρωινά στους φορτωμένους με χιόνι δρόμους· πάντοτε ένας γέρος με γκριζοκίτρινο μπόουλερ και καναρινί γάντια και, με τέτοιο καιρό, έχοντας πάντα χιονισμένες τις γκέτες του, έκανε τον περίπατο του ως τη χιονισμένη πρασιά του μπόουλινγκ και πάλι πίσω, όπως θα την έκανε, ο κόσμος να χαλούσε, όχι μόνο ανήμερα τα Χριστούγεννα αλλά και την Ημέρα ακόμη της Κρίσεως• καμιά φορά δυο λεβέντες, με τις μεγάλες πίπες τους να καπνίζουν, χωρίς πανωφόρια, με τα κασκόλ τους ν' ανεμίζουν, θα κατηφόριζαν αμίλητοι ως την παραμελημένη θάλασσα, για να τους ανοίξει η όρεξη, για να καθαρίσει το κεφάλι τους, ποιος ξέρει, κι ύστερα θα προχωρούσαν ίσια στα κύματα, ώσπου να μη μείνει τίποτα απ' αυτούς, παρά μονάχα τα δυο σγουρά σύννεφα του καπνού πάνω από τα ολόιδια τσιμπούκια τους. Μετά θα ορμούσα φουριόζος στο σπίτι, με τις μυρωδιές από τις σάλτσες των ψητών των άλλων, με τη μυρωδιά του πουλιού, του κονιάκ, της πουτίγκας και της γέμισης να μου τρυπάνε τα ρουθούνια, όταν πίσω από ένα χιονόφραχτο στενό θα εμφανιζόταν ένα αγόρι φτυστό εγώ, μ' ένα τσιγάρο με τριανταφυλλί επιστόμιο και με το βιολετί παρελθόν ενός μαυρισμένου ματιού, κορδωμένο σαν κοκόρι, να στραβοκοιτάζει τον εαυτό του τον ίδιο.

Θα τον μισούσα με την πρώτη ματιά και θα ετοιμαζόμουν να φέρω την σκυλοσφυρίχτρα μου στα χείλη και να φυσήξω τόσο που να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου Χριστουγέννων, όταν ξαφνικά εκείνος, μ' ένα βιολετί βλεφάρισμα, θα έβαζε τη δική του σφυρίχτρα στα δικά του χείλη και θα φυσούσε τόσο απότομα, τόσο τσιριχτά, τόσο εξαίσια δυνατά, που αλαφιασμένα πρόσωπα, με τα μάγουλα μπουκωμένα από τη χήνα, θα κολλούσαν στα στολισμένα τους παράθυρα, σ' όλο το μήκος του λευκού δρόμου που αντιλαλούσε.

Για δείπνο είχαμε γαλοπούλα και γυαλιστερή πουτίγκα και μετά το φαγητό οι Θείοι κάθονταν μπροστά στη Φωτιά, χαλάρωναν όλα τα κουμπιά, απόθεταν τα μεγάλα υγρά τους χέρια πάνω στις αλυσίδες των ρολογιών τους, έβγαζαν ένα δυο μουγκρητά κι αποκοιμούνταν. Μητέρες, θείες και αδελφές, έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας γαβάθες. Η θείτσα Μπέσυ, που είχε ήδη τρομάξει δυο φορές από ένα κουρδιστό ποντίκι, κλαψούριζε ακουμπισμένη στο μπουφέ και σερβιριζόταν λίγο κρασί από βατόμουρο. Ο σκύλος ήταν άρρωστος. Η θείτσα Ντόζι έπρεπε να πάρει τρεις ασπιρίνες, αλλά η θείτσα Χάννα, που αγαπούσε το πόρτο, στεκόταν στη μέση της φρακαρισμένης από το χιόνι πίσω αυλής τραγουδώντας σαν μεγαλόστηθη τσίχλα. Εγώ φούσκωνα μπαλόνια για να δω πόσο μπορούσαν να φουσκώσουν· και, όταν έσκαγαν, πράγμα που πάντα συνέβαινε, οι Θείοι αναπηδούσαν και μουρμούριζαν. Μέσα στο πλούσιο και βαρύ απόγευμα, ενώ οι θείοι ανάσαιναν σαν δελφίνια και το χιόνι κατέβαινε απαλά, καθόμουν ανάμεσα σε γιρλάντες και κινέζικα φαναράκια και τσιμπολογούσα χουρμάδες και προσπαθούσα να φτιάξω ένα συναρμολογούμενο πολεμικό σκάφος, ακολουθώντας τις Οδηγίες για τους Μικρούς Μηχανικούς και τελικά σκάρωνα κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποθαλάσσιο τραμ.



Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση του Fritz Eichenberg
illustration by Fritz Eichenberg



Ή έβγαινα έξω, με τις ολοκαίνουργιες μπότες μου να τρίξουν, στον λευκό κόσμο, στο λόφο που έβλεπε τη θάλασσα, για να φωνάξω τον Τζιμ και τον Νταν και τον Τζακ και να βολτάρουμε στα νύχια των ποδιών στους ήσυχους δρόμους, αφήνοντας τεράστια, βαθιά ίχνη στα κρυμμένα πεζοδρόμια.

«Στοίχημα πως οι άνθρωποι θα νομίσουν ότι πέρασαν ιπποπόταμοι».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ιπποπόταμο να κατεβαίνει το δρόμο μας;»

«Θα 'κανα έτσι, μπανγκ! Θα τον πετούσα πάνω απ' τα κάγκελα και θα τον άφηνα να κατρακυλήσει στο λόφο και μετά θα τον γαργαλούσα κάτω απ' το αυτί και θα κουνούσε την ουρά του».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες δύο ιπποπόταμους;»

Αρρενωποί ιπποπόταμοι με σιδερένιες λαγόνες, βροντούσαν και γκρέμιζαν τα πάντα καθώς έρχονταν προς το μέρος μας μέσα απ' τις ριπές του χιονιού, την ώρα που προσπερνούσαμε το σπίτι του κ. Ντάνιελ.

«Να ταχυδρομήσουμε στον κ. Ντάνιελ μια χιονόμπαλα μέσα απ' το γραμματοκιβώτιό του».

«Να γράφουμε "ο κύριος Ντάνιελ είναι σαν σπάνιελ" σ' όλη του την πρασιά».

Ή περπατούσαμε στη λευκή παραλία. «Καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;»




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Εικονογράφηση του Peter Bailey
Illustration: Peter Bailey



Οι σιωπηλοί νεφόπληκτοι ουρανοί έβγαζαν στη θάλασσα. Τώρα ήμασταν ταξιδιώτες τυφλωμένοι από το χιόνι, χαμένοι στους βορινούς λόφους· και τεράστια σκυλιά με πλαδαρά προγούλια, με φλασκιά γύρω απ' το λαιμό τους, σκουντουφλούσαν πλησιάζοντάς μας, με την υλακή “Excelsior”. Γυρνούσαμε σπίτι μέσα από τους φτωχούς δρόμους όπου κάτι παιδιά ψαχούλευαν με γυμνά κόκκινα δάχτυλα μέσα στο αυλακωμένο από τις ρόδες χιόνι και μας γιουχάιζαν καθώς απομακρυνόμαστε, με τις φωνές τους να σβήνουν καθώς σερνόμασταν προς την κορφή του λόφου, μέσα στα κρωξίματα των γλάρων και το σφύριγμα των πλοίων στον περιδινούμενο κόλπο. Κι ύστερα, στο τσάι, οι ξανανιωμένοι Θείοι ήταν κεφάτοι· και το γλασαρισμένο κέικ δέσποζε στη μέση του τραπεζιού σαν μαρμάρινο μνήμα. Η θείτσα Χάννα έβαζε στο τσάι της και λίγο ρούμι, γιατί Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα τις ιστορίες που λέγαμε πλάι στο τζάκι, ενώ η λάμπα του γκαζιού ανάδινε φυσαλίδες όπως ο δύτης. Φαντάσματα ούρλιαζαν σαν κουκουβάγιες τις μακριές νύχτες, που δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου - ζώα παραμόνευαν κάτω απ’ τις σκάλες, όπου χτυπούσε ο μετρητής του γκαζιού. Και θυμάμαι ότι μια φορά βγήκαμε για να πούμε τα κάλαντα, και δεν υπήρχε η φέτα του φεγγαριού για να φωτίζει τα ιπτάμενα στενά. Στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου ήταν ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι και σκοντάψαμε στο σκοτάδι του μονοπατιού εκείνη τη νύχτα, όλοι μας φοβισμένοι, όλοι μας κρατώντας μια πέτρα στο χέρι για κάθε ενδεχόμενο και όλοι μας πολύ γενναίοι για να βγάλουμε άχνα. Ο άνεμος μέσα απ' τα δένδρα έκανε ένα θόρυβο λες και κάποιοι γέροι και δυσάρεστοι και αραχνοπόδαροι άνδρες ξεφυσούσαν μέσα σε σπηλιές. Πλησιάσαμε τον μαύρο όγκο του σπιτιού.

«Τι θα τους πούμε; Το "Ακούσατε τον Άγγελο";»

«Όχι», είπε ο Τζακ, «τον "Καλό Βασιλιά Γουενσεσλάς". Με το τρία».

Ένα, δύο, τρία και αρχίσαμε να τραγουδάμε, με τις φωνές μας ψηλές και σαν μακρινές στη φοδραρισμένη με χιόνι σκοτεινιά γύρω από το σπίτι, όπου δεν κατοικούσε κανείς απ' όσους ξέραμε. Στεκόμασταν σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κοντά στη σκοτεινή πόρτα.


Ο Καλός Βασιλιάς Γουενσεσλάς κοιτούσε

Του Αγίου Στέφανου το πανηγύρι



Και τότε μια εύθραυστη, ξερή φωνή, σαν τη φωνή κάποιου που έχει να μιλήσει πολύ καιρό, άρχισε να τραγουδάει μαζί μας· μια εύθραυστη, ξερή, σαν τσόφλι αυγού φωνή, από την άλλη πλευρά της πόρτας• μια μικρή ξερή φωνή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Κι όταν σταματήσαμε να τρέχουμε βρισκόμασταν έξω από το δικό μας σπίτι· το μπροστινό δωμάτιο ήταν υπέροχο· μπαλόνια έλαμναν κάτω από το γκάζι που κόχλαζε σαν θερμοφόρα· τα πάντα ήταν καλά και πάλι και έλαμπαν πάνω από την πόλη.

«Μπορεί να ήταν φάντασμα», είπε ο Τζιμ.

«Μπορεί να ήταν ξωτικά», είπε ο Νταν, που συνέχεια διάβαζε.

«Πάμε να δούμε αν έμεινε καθόλου πηχτή», είπε ο Τζακ. Και αυτό κάναμε.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα μουσική. Ένας Θείος έπαιξε βιολί, ένας ξάδελφος τραγουδούσε το "Ώριμο κεράσι" και ένας άλλος τον "Μικρό τυμπανιστή". Ήταν πολύ ζεστά στο σπιτάκι. Η θείτσα Χάννα που είχε περάσει στο κρασί από κοκκινογούλια, τραγουδούσε ένα τραγούδι για Αιμάσσουσες Καρδιές και θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πως η καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού· και τότε όλοι γελούσαν ξανά· και μετά πήγαινα για ύπνο. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου το φεγγαρόφωτο και το ατέλειωτο χιόνι με το χρώμα του καπνού, διέκρινα τα φώτα στα παράθυρα όλων των άλλων σπιτιών στο λόφο μας και άκουγα τη μουσική ν' ανεβαίνει μέσα απ' αυτά στη μεγάλη νύχτα που πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Χαμήλωνα το γκάζι, ξάπλωνα στο κρεβάτι. Έλεγα λίγα λόγια στο βαθύ και άγιο σκοτάδι και αποκοιμιόμουν.»



Η ιστορία περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των εκδόσεων Ερατώ. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου, Το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 16-18.



A Child's Christmas in Wales by Dylan Thomas - illustration by Peter Bailey
illustration by Peter Bailey

20 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς


Ένα αφιέρωμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Τσαρλς Ντίκενς από το φονικό κουνέλι / Charles Dickens Christmas stories, a presentation



Ένα αφιέρωμα στις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Τσαρλς Ντίκενς




Σύμφωνα με μια διαδεδομένη αφήγηση της εποχής, ήταν 1870 όταν μια νεαρή κοπέλα κάπου στους δρόμους του Λονδίνου πληροφορήθηκε το θάνατο του συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε και αναφώνησε μεμιάς: «Ο Ντίκενς νεκρός; Αυτό σημαίνει δηλαδή πως θα πεθάνει και ο Άι Βασίλης;»

Γιατί, βλέπετε, ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε κάτι εφάμιλλο του Άι Βασίλη στις συνειδήσεις πλήθους κόσμου τον καιρό εκείνο. Ήταν εκείνος που με τη δύναμη της πένας και το εύρος της φαντασίας του έφτασε να ανασύρει από την απύθμενη φωλιά του χρόνου το πνεύμα των Χριστουγέννων· να φυσήξει τους ιστούς απ’ τις καταχωνιασμένες ευχετήριες κάρτες και να ανορθώσει στη βάση του, πλάι στο αναμμένο και πλουμισμένο με ροδοκόκκινες γιρλάντες τζάκι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο· εκείνος που έκανε ν’ αντηχήσει ζωηρότερα από ποτέ το κρυστάλλινο, διαυγές τραγούδι απ’ τα Κάλαντα· εκείνος που διακόσμησε το αιώνιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της φαντασίας μας, ξέχειλο λαχταριστά φαγητά και μυρωδικά ποτά· εκείνος που έθεσε την οικογενειακή θαλπωρή και τη ζεστασιά των φίλων στο επίκεντρο της σκέψης του· εκείνος που τόνισε όσο κανένας άλλος πως τα Χριστούγεννα συνιστούν πρωτίστως μια γιορτή κοινωνικής συνείδησης και ανθρωπιάς, σ’ έναν κόσμο συχνά απάνθρωπο.

Θα περιγράψω μια σκηνή και θέλω να προσπαθήσετε να τη φέρετε στο νου σας. Είναι νύχτα· ο αέρας λυσσομανά και το κρύο θερίζει· οι χιονισμένοι δρόμοι της πόλης βουλιάζουν στην ομίχλη, σαν να βυθίζονται σε κάποιο όνειρο. Μα στο μικρό διαμέρισμα βασιλεύει φως· τα αναμμένα κεριά κάνουν τη νύχτα μέρα· η φωτιά τριζοβολά χαρούμενη στο τζάκι, ξεπετώντας σπίθες στα καψαλισμένα κούτσουρα· το γκι – γνωστό στη χώρα μας και ως Ιξός – περιφέρεται παιχνιδιάρικα στο χώρο, φιδογυρίζοντας μέσα από στολισμένα έπιπλα και διακοσμημένους με στεφάνια τοίχους. Και οι φίλοι κάθονται γύρω απ’ το τραπέζι, πλάι στην εστία. Τρώνε και μιλάνε και γελάνε. Έξω κάνει κρύο, μα εκείνοι γιορτάζουν την ανάσταση του φωτός στο καταχείμωνο. Και οι ευχές τους είναι αληθινές, οι καρδιές τους γνήσιες. Και η πόρτα τους είναι πάντα ανοιχτή, το σπίτι τους φιλόξενο για κάθε έναν που έχει ανάγκη. Και το τραγούδι αντηχεί κρυστάλλινο· και τα τσουγκρίσματα θυμίζουν κουδούνισμα κάποιας χαρμόσυνης καμπάνας· και νιώθεις πως ακούς το έλκηθρο να αρμενίζει στην παγωμένη θάλασσα του ουρανού, σκορπώντας γύρω του αστέρια.






Δεν ήταν δύσκολο να φανταστείτε την ζεστή αυτή σκηνή – είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Υπάρχει, βλέπετε, μέσα στον καθένα από μας, σαν κατάλοιπο κάποιας μακρινής συλλογικής ανάμνησης. Πρόκειται για την αρχέτυπη χριστουγεννιάτικη σκηνή – εκείνη που έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε από τα παιδικά μας κιόλας χρόνια. Εκείνη που περιγράφουν τα τραγούδια, οι κάρτες, οι ζωγραφιές και οι ταινίες.

Μα πριν 200 χρόνια η σκηνή αυτή δεν ήταν καθόλου δεδομένη. Τα Χριστούγεννα, ως παράδοση, ως θεσμός, μα πάνω απ’ όλα ως εικόνα (όπως εκείνη που σας περιέγραψα) είχαν εξασθενήσει. Οι χιονισμένοι δρόμοι, τα Κάλαντα, τα στολισμένα αστικά διαμερίσματα, η σύναξη γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο... τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δεδομένο. Χρειάστηκε η φαντασία ενός νεαρού συγγραφέα για να τα δημιουργήσει, ξανά απ’ την αρχή. Ήταν Δεκέμβρης του 1843 όταν ο Κάρολος Ντίκενς έγραψε τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» - και τα Χριστούγεννα ποτέ δεν θα ήταν ίδια ξανά.

Η τεράστια απήχηση της ιστορίας και η εμβληματική φιγούρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ έμελλε να μεταμορφώσουν τον τρόπο που έβλεπε ο κόσμος τη γιορτή των Χριστουγέννων. Δεν επρόκειτο απλά για μια επιστροφή στις παραδόσεις ή μια καταφυγή στις ρίζες – μα για μια νέα κοινωνική θεώρηση, βαθιά μαχητική και ριζοσπαστική στο πνεύμα της. Ποτέ άλλοτε ως τότε δεν είχε ενταχτεί η παραδοσιακή (και μισοξεχασμένη) αυτή γιορτή στο σύχρονο πλαίσιο της αστικής μεγαλούπολης – ένα πλαίσιο ξέχειλο αδικία, φτώχεια και εκμετάλλευση. Ποτέ δεν είχε αντιμετωπιστεί ως εφαλτήριο μιας ριζικής αναθεώρησης και μεταμόρφωσης του κόσμου, ξεκινώντας από την ανασύσταση της χαμένης ανθρωπιάς μας.

Δεν ήταν μια καινούργια (ή παλιά) θρησκεία, ούτε κάποιος ιερωμένος. Δεν ήταν κάποιο πολιτικό μανιφέστο, ούτε κάποια απαρχαιωμένη καταφυγή στις παραδόσεις. Όχι – ήταν ένας συγγραφέας, με μοναδικό όπλο τη φαντασία και τη γλώσσα του. Λένε πως ακόμα και η φράση “Merry Christmas” καθιερώθηκε στην Αγγλία μετά την επιτυχία του βιβλίου του. Λένε πως η επίδραση του έργου του ήταν τόσο μεγάλη, που ο κόσμος έφτασε να ζει τα Χριστούγεννα όπως ακριβώς τα είχε περιγράψει στις σελίδες του – και να νομίζει πως ήταν πάντα έτσι.

Ήταν ο συγγραφέας στον οποίο χρωστά τα περισσότερα το ταλαίπωρο πνεύμα των Χριστουγέννων – διπολικά διαταραγμένο σήμερα ανάμεσα στον ξέφρενο καταναλωτισμό και στην κοινωνική αδικία. Αλήθεια, τι θα έλεγε αν ζούσε σήμερα ο Κάρολος Ντίκενς; Τι μορφή να είχαν οι σύγχρονες χριστουγεννιάτικες ιστορίες του; Θα εξαπέλυε την επίθεσή του στην υποκρισία των καιρών; Θα έφτανε μήπως να αποκηρύξει την ίδια τη γιορτή που, σχεδόν, ανέσυρε απ’ τις στάχτες της;

Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ωστόσο μπορούμε να θυμηθούμε, για άλλη μια φορά, τι ήταν εκείνο που έκανε τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Ντίκενς τόσο ξεχωριστές. Και για ποιο λόγο έφτασαν να πουν – σαφώς με κάποια δόση υπερβολής, μα υπερβολής δίκαιης – πως ο Κάρολος Ντίκενς ήταν «ο άνθρωπος που εφηύρε τα Χριστούγεννα».



Ο Σκρουτζ και το φάντασμα του Jacob Marley σε εικονογράφηση από το Φονικό Κουνέλι / Foniko Kouneli illustration for a Christmas Carol
© εικονογράφηση από το Φονικό Κουνέλι


Τα Χριστούγεννα πριν τον Ντίκενς




Τα Χριστούγεννα φέρουν ρίζες στα βάθη της ιστορίας, εκεί που η παράδοση σμίγει με το μύθο, παραδομένη στην αχλή του χρόνου. Από τα παγανιστικά ρωμαϊκά Σατουρνάλια στο γερμανικό Yule, από τις πρωτοχριστιανικές παραδόσεις στις μεσαιωνικές γιορτές με φαγοπότια και γλέντια, τα Χριστούγεννα έζησαν πολλές μεταμορφώσεις στη μακρόχρονη, ως σήμερα, πορεία τους. Αντίστοιχες με τις μεταμορφώσεις του Άι Βασίλη: από το ιστορικό πρόσωπο του Αγίου Νικολάου της Μικράς Ασίας, στον γερμανικό Santa Klaus και τον βρετανικό Father Christmas, μέχρι τον εμπορικό Άι Βασίλη της Κόκα Κόλα... κι όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια του αφιερώματός μας, ο Άι Βασίλης χρωστάει την ύπαρξή του όχι μόνο στις φιγούρες των μύθων και των παραδόσεων, μα και στη δημιουργική φαντασία των συγγραφέων και των εικονογράφων του 19ου αιώνα – ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ντίκενς.

Με ή χωρίς γλέντια, με ή χωρίς χριστουγεννιάτικο δέντρο, με ή χωρίς διασκοσμήσεις ή κάλαντα ή στολίδια, με ή χωρίς πίστη στη χριστιανική θρησκεία, τα Χριστούγεννα (και οι προγενέστερες μορφές τους) γιορτάζονται ανελλιπώς εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Μα η πουριτανική και καλβινιστική θρησκεία από τον 16ο αιώνα και μετά είχε επιφέρει σημαντικά χτυπήματα στην ίδια την καρδιά τους: η διακόσμηση και το φαγοπότι θεωρούνταν αντίθετα στο πνεύμα των Γραφών, ενώ οι παγανιστικές τους ρίζες όφειλαν να εξαλειφθούν πλήρως. Φυσικά ούτε λόγος να γινόταν για κοινωνική συνείδηση, αγαθοεργίες και άλλα τέτοια... αντιχριστιανικά.

Η Βιομηχανική Επανάσταση είχε επιφέρει ακόμα περισσότερα χτυπήματα: ο κόσμος μετανάστευε πλέον μαζικά στις πόλεις και δεν υπήρχε ούτε χρόνος, ούτε διάθεση για εορτασμούς. Πνιγμένοι σε μια αδιάκοπη, καθημερινή εργασία, συνωστισμένοι στα μικροσκοπικά, βρόμικά τους αστικά διαμερίσματα, οι εργάτες της βικτωριανής εποχής δεν είχαν δυνάμεις για γιορτές. Τα Χριστούγεννα θάβονταν ολοένα και περισσότερο στη σκόνη μιας λησμονημένης, απαρχαιωμένης παράδοσης.

Ήταν οι Ρομαντικοί εκείνοι που επιχείρησαν να ανασύρουν απ’ τα βάθη του χρόνου το θαμμένο πνεύμα των γιορτών – όχι η Εκκλησία. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο ποιητής Robert Southey μιλούσε με νοσταλγική διάθεση για «παλιές παραδόσεις και γιορτές» που χάθηκαν. Αντίστοιχη διάθεση είχε εκδηλώσει ο Αμερικανός συγγραφέας Ουάσινγκτον Ίρβινγκ. Ο Ουόλτερ Σκοτ περιέγραφε στο ποίημά του “Marmion” τη σκηνή από ένα χριστουγεννιάτικο γεύμα, στο επίκεντρο του οποίου δέσποζε ένα επιβλητικό Ψητό στη φωτιά, γύρω απ’ την οποία συνωστίζονταν άνθρωποι κάθε τάξης. Ο ζωγράφος Daniel Maclise, φίλος του Ντίκενς, έμελλε τρεις δεκαετίες μετά να ζωγραφίσει μια αντίστοιχη σκηνή από χριστουγεννιάτικο γεύμα, σε ένα γνωστό του έργο.

Ανήσυχοι εξάλλου από την εξάπλωση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, οι Συντηρητικοί επιθυμούσαν μια επιστροφή στις ρίζες· μια ανασύσταση του πνεύματος των παραδόσεων του «παλιού καλού καιρού», πριν τον εξαστισμό και τον ερχομό της βιομηχανίας. Επιστροφή στο παρελθόν σήμαινε γι’ αυτούς επιστροφή στην ομαλότητα· σταθερότητα σ’ έναν κόσμο που μεταμορφωνόταν με τρομακτικούς ρυθμούς. Αυτό ήταν τα Χριστούγεννα κατά την άποψή τους: μια καταφυγή στην ασφάλεια του παρελθόντος.

Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του ο Κάρολος Ντίκενς...



Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς σε πίνακα του Dean Morrissey / A Christmas Carol by Dean Morrissey
Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς σε πίνακα του Dean Morrissey



Η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" και η Μεταμόρφωση των Χριστουγέννων




Τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» [“A Christmas Carol”], γνωστά και ως "Η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία", γράφτηκαν το 1843. Σήμερα, μετά από σχεδόν 170 χρόνια, λογοτεχνικές μορφές όπως ο σπαγγοραμένος Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο καλοκάγαθος υπάλληλος Μπομπ Κράτσιτ και ο μικρούλης, άρρωστος Τιμ, έχουν υπερβεί τα όρια της λογοτεχνικής φαντασίας και έχουν πλέον γίνει συνώνυμα της δημοφιλούς, μαζικής κουλτούρας. Ακόμα και αν δεν έχει διαβάσει κάποιος το διήγημα του Ντίκενς, σαφώς αναγνωρίζει τους πρωταγωνιστές του μέσα από τις αναρίθμητες διασκευές που έχουν γίνει – σε κινηματογράφο, θεατρικά, μιούζικαλ, σειρές, καρτούν και άλλα. Η νυχτερινή επίσκεψη από τα Τρία Φαντάσματα των Χριστουγέννων, το αγαθό Φάντασμα του Παρελθόντος, το επιβλητικό Φάντασμα του Παρόντος και το τρομακτικό Φάντασμα του Μέλλοντος έχουν χαραχτεί στις συνειδήσεις μας. Σχεδόν ακούμε ν’ αντηχεί τα βράδια ο ήχος απ’ τις αλυσίδες του Τζέικομπ Μάρλεϊ – του τσιγκούνη πρώην συναδέλφου του Σκρουτζ, πάνω στον οποίο κρέμονται τα βάρη από κλειδαριές και χρηματοκιβώτια.

Κλειδαμπαρωμένα όπως η καρδιά του.

Θυμάμαι μικρός να μαθαίνω πρώτη φορά την ιστορία του Ντίκενς μέσα από μια διασκευή κινουμένων σχεδίων – επρόκειτο για την τηλεοπτική διασκευή της Disney, και στο ρόλο του Εμπενίζερ Σκρουτζ δεν ήταν άλλος απ’ τον Σκρουτζ Μακ Ντακ – ο γνωστός πάπιος του Καρλ Μπαρκς είναι ένας ακόμα που οφείλει την ύπαρξή του στο αρχέτυπο λογοτεχνικό δημιούργημα του Ντίκενς. Η ιστορία είχε χαραχτεί στη μνήμη μου και με είχε εντυπωσιάσει για τους σκοτεινούς της τόνους – ασυνήθιστοι για ένα κινούμενο σχέδιο. Λίγο καιρό μετά είδα την πρώτη, από τις άφθονες κινηματογραφικές διασκευές του έργου, που έμελλε να δω: ήταν το μιούζικαλ “Scrooge” του 1970, με τον Albert Finney. Η ιστορία πλέον με είχε συνεπάρει. Το ταξίδι στο χρόνο απ’ τη μία και στις ομιχλώδεις, χιονισμένες αλέες του Λονδίνου απ’ την άλλη, είχε απορροφήσει τη φαντασία μου όσο καμία άλλη χριστουγεννιάτικη ιστορία.




Από τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Μίκυ / Scene from Mickey's Christmas Carol




Με το πέρασμα των χρόνων συνειδητοποίησα πως η μικρή αυτή ιστορία ήταν, απλά, η ωραιότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ. Δεν ήξερα τίποτα για την επιρροή που άσκησε, ούτε για την καθοριστική επίδρασή της σε εκείνο που σήμερα ονομάζουμε «Χριστούγεννα». Γνώριζα μόνο πως ήταν μια ιστορία μαγική. Τρομακτική σαν το βαθύτερο σκοτάδι και φωτεινή σαν το αγαθότερο φως – στο τέλος, λυτρωτική και συγκινητική όσο ελάχιστες. 

Φαίνεται πως ο ίδιος ο Ντίκενς είχε επίγνωση πως είχε χτίσει κάτι ιδιαίτερο, κάτι ξεχωριστό. Σε ένα γράμμα προς ένα φίλο του περιέγραφε τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις εβδομάδες που έγραφε το έργο: άλλοτε έκλαιγε, άλλοτε γελούσε, άλλοτε επιδιδόταν σε πολύωρους, ατελείωτους περιπάτους στα στενά του Λονδίνου, η καρδιά του χτυπώντας σαν το ταμπούρλο του μικρού Τυμπανιστή· προαισθανόταν πως είχε δημιουργήσει κατι που θα άφηνε εποχή.

Κι όμως, το έργο αυτό που έκανε τον κόσμο να πάλλεται στο ρυθμό της χριστουγεννιάτικης μαγείας του, χρωστά την ύπαρξή του στις οικονομικές ανάγκες του Ντίκενς. Έχοντας γνωρίσει μεγάλη δόξα σε πολύ νεαρή ηλικία (δεν είχε ακόμα κλείσει τα τριάντα) χάρη στην απήχηση των πρώιμων έργων του όπως ο «Όλιβερ Τουίστ» και ο «Νίκολας Νίκλεμπι», ο Ντίκενς έβλεπε σταδιακά τη φήμη του να φθίνει και τις ιδέες του να μην έχουν πια την ίδια απήχηση στον κόσμο. Το έργο του “Martin Chuzzlewit” δεν συγκίνησε το κοινό και η προοπτική μιας σημαντικής περικοπής των οικονομικών του ήταν πλέον πιθανή. Πανικόβλητος, ο Ντίκενς είχε σκεφτεί ως και να εγκαταλείψει το σπίτι του στο Λονδίνο και να μετακομίσει με την οικογένειά του στο εξωτερικό.

Τότε λοιπόν συνέλαβε την ιδέα της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας». Ή μήπως θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως η Ιδέα τον επισκέφτηκε, όμοια με κάποιο απ’ τα Φαντάσματα την Παραμονή των Χριστουγέννων; Όποια και αν είναι η πραγματικότητα, ο Ντίκενς χάρη στην ιστορία αυτή έσωσε τον εαυτό του από την οικονομική καταστροφή. Και παράλληλα έσωσε, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, το ταλαίπωρο πνεύμα των Χριστουγέννων, που παρέπαιε σε μια ατελείωτη θάλασσα αδιαφορίας. Όχι και άσχημα, τι λέτε.



Η παιδική ηλικία του Ντίκενς και ο Εμπενίζερ Σκρουτζ




Ο νεαρός Κάρολος Ντίκενς σε πίνακα του Daniel Maclise / Young Charles Dickens by Daniel Maclise
Ο νεαρός Κάρολος Ντίκενς σε πίνακα του Daniel Maclise



"Ας πεθάνουν λοιπόν! Καλύτερα, καθώς έτσι θα μειωθεί ο παραπανίσιος πληθυσμός"... λέει με περιφρόνηση ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, αναφερόμενος στους φτωχούς και άπορους, στο ξεκίνημα του διηγήματος. Και εν συνεχεία πετάει την ξακουστή φράση του, την οποία είναι σωστό να αποδώσουμε στην αυθεντική της γλώσσα: “Bah! Humbug!”

Η φιγούρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ στέκει ανάμεσα στις εμβληματικότερες που γέννησε η ιστορία της λογοτεχνίας. Η μεταμόρφωση του μισανθρώπου σε φιλάνθρωπο, του αδίστακτου κεφαλαιούχου σε στοργικό γεράκο, είναι ισάξια με τα ωραιότερα παραμύθια που γράφτηκαν ποτέ. Μα στον Ντίκενς τίποτα δεν είναι τυχαίο – όπως και σε κάθε δημιουργό όταν χτίζει μια ιστορία με τη φαντασία του. Η βαθιά αντιφατική μορφή του Σκρουτζ έχει τις ρίζες της στις εμπειρίες του μικρού Ντίκενς με τον πατέρα του και στην αμφιθυμική στάση απέναντί του.

Εν έτει 1824 ο δωδεκάχρονος Ντίκενς είχε δει τον πατέρα του να φυλακίζεται και είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σχολείο, να βάλει ενέχυρο όλα τα βιβλία του και να πιάσει δουλειά σε ένα εργοστάσιο, υπό τις χειρότερες εργασιακές συνθήκες. Έχοντας γνωρίσει την εξαθλίωση και την εκμετάλλευση από τα παιδικά του χρόνια, ο Ντίκενς προσέδωσε σε αυτό το θέμα κυρίαρχη θέση στα έργα του. Τα συναισθήματα που έτρεφε για τον πατέρα του ήταν απολύτως αντιφατικά· τον αγαπούσε και τον μισούσε ταυτόχρονα. Στη φαντασία του ο πατέρας του δέσποζε σαν εξουσιαστικός δυνάστης και σαν αγαθοποιός δύναμη. Σκληρόκαρδος απ’ τη μία, προστατευτικός από την άλλη, μια φιγούρα ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το λογοτεχνικό ισοδύναμο της οποίας βρήκε την έκφρασή του στον χαρακτήρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ. Δεν θα είχε υπάρξει ο Σκρουτζ αν δεν τον είχε ζήσει ο ίδιος ο Ντίκενς, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα.

Σε αυτόν λοιπόν, τον σκληρόκαρδο Εμπενίζερ Σκρουτζ, που περιφρονητικά χωρίζει τους ανθρώπους σε κατηγορίες, σε ανώτερους και κατώτερους λόγω της κοινωνικής τους θέσης, φτάνοντας να θεωρεί μια μερίδα ανάμεσά τους «παραπανίσιο πληθυσμό», το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος τονίζει λέξη προς λέξη τα ακόλουθα:


"Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο Παραπανίσιος Πληθυσμός; Που βρίσκεται; Θα αποφασίσεις εσύ ποιοι άνθρωποι θα ζήσουν και ποιοι θα πεθάνουν; Ποιος ξέρει, πιθανό υπό το βλέμμα τ' Ουρανού εσύ να είσαι περισσότερο άχρηστος και λιγότερο άξιος για να ζεις, σε σύγκριση με εκατομμύρια σαν το παιδί αυτού του φτωχού ανθρώπου. Ω, Θεέ! Να ακούς το Έντομο πάνω στο φύλλο να διακηρύττει πως τα φτωχά αδέρφια του στο χώμα ζουν παραπανίσια!"



Χριστούγεννα και Κοινωνική Συνείδηση




Φτώχεια στη βικτωριανή Αγγλία / Victorian England poverty




Η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" δεν είχε ως στόχο να σώσει τα Χριστούγεννα ή να αναβιώσει τις μισοξεχασμένες παραδόσεις, όπως επιθυμούσαν οι συντηρητικοί της εποχής. Ο Ντίκενς δεν ενδιαφερόταν να περιγράψει την ιστορία της εσωτερικής μεταμόρφωσης ενός ανθρώπου που ενδεχομένως παραστράτησε. Ούτε στόχευε απλά στην εξύμνηση του οικογενειακού δείπνου και της θαλπωρής της μονιασμένης οικογένειας, συμβολικά παρουσιασμένη μέσα από τη μορφή του μικρού Τιμ – η φράση του οποίου “And God Bless Us, Everyone” έφτασε να γίνει σλόγκαν και να επισκιάσει το βαθύτερο περιεχόμενο του έργου.

Όπως τόσα έργα του Ντίκενς, έτσι και η "Χριστουγεννιάτικη Ιστορία" συνιστούν, πρωτίστως, μια γροθιά του συγγραφέα στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Ακόμα και αν ήταν πλουμισμένη με γκι, σταφίδες και κεράσια, ακόμα και αν αστραποβολούσε υπό τις αχτίδες της φωτιάς στο τζάκι, ακόμα και αν αντιλαλούσε το τραγούδι απ’ τα Κάλαντα και τον ήχο από χαρμόσυνες καμπάνες, η ιστορία του Ντίκενς παρέμενε μια γροθιά. Ένα μέσο να μιλήσει για την κοινωνική αδικία των καιρών. Ασφαλώς και επιθυμούσε να εξάρει τις αρετές της χριστιανικής αγάπης, του ζεστού σπιτικού και της δεμένης οικογένειας... μα όλα αυτά λειτουργούσαν ως αντιπαραβολή με την απάνθρωπη, συχνά, πραγματικότητα γύρω του. Μια πραγματικότητα παραδομένη στο χρήμα, την αδιαφορία και την εκμετάλλευση. Τότε... και τώρα.

Όχι, κύριοι. Το έργο του Ντίκενς δεν συνιστά διακοσμητικό γύρω απ’ το χριστουγεννιάτικό σας δέντρο. Δεν είναι απλά μια όμορφη ιστοριούλα για να λέτε γύρω από το τζάκι. Είναι αυτό – μα είναι και πολλά περισσότερα. Όλοι θυμούνται τα τρία Φαντάσματα και τον μικρό Τιμ και τα ξέχειλα φαγητά τραπέζια και τους χορούς... μα πόσοι, άραγε, θυμούνται την ακόλουθη σκηνή από την ιστορία;

"Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Χλωμά, πενιχρά, κουρελιασμένα, βλοσυρά, αγριωπά. Εκεί που η κομψή νιότη όφειλε να είχε προσδώσει βάρος στα χαρακτηριστικά τους και να τα συμπληρώσει με τις ελαφρότερες των αποχρώσεων, ένα μπαγιάτικο, ζαρωμένο χέρι, όπως εκείνο της ηλικίας, τα είχε τσιμπήσει και παραμορφώσει και κόψει σε κουρέλια. Εκεί που άγγελοι θα μπορούσαν να κάθονται θρονιασμένοι, διάβολοι παραφύλαγαν και κοιτούσαν απειλητικά.

Καμία αλλαγή, καμια εξαθλίωση, καμία διαστροφή της ανθρωπότητας, σε κανέναν βαθμό, μέσα απ' όλα τα μυστήρια της υπέροχης ύπαρξης, δεν είχε να επιδείξει τέρατα τόσο φοβερά και τρομακτικά.

Ο Σκρουτζ έκανε πίσω, τρομαγμένος. [...]

"Πνεύμα! Είναι δικά σου;", είπε, μα δεν μπορούσε να πει άλλα.

"Είναι του Ανθρώπου", απάντησε το Πνεύμα, κοιτάζοντάς τα. "Το αγόρι είναι η Άγνοια. Το κορίτσι είναι η Ανάγκη. Να προσέχεις και τα δύο και όλα σαν αυτά, μα πάνω απ' όλα να προσέχεις το αγόρι, καθώς στο μέτωπό του πάνω βλέπω γραμμένο τον Όλεθρο, εκτός αν το γράψιμο σβηστεί. Αρνήσου το, λοιπόν!", φώναξε το Πνεύμα, απλώνοντας το χέρι του προς την μεριά της πόλης. "Συκοφάντησε εκείνους που στο λένε! Παραδέξου το για τους διχαστικούς σκοπούς σου και κάνε το ακόμα χειρότερο. Και προετοιμάσου για το τέλος".




Η Ανάγκη και η Άγνοια, από τη Χριστουγγενιάτικη Ιστορία του Ντίκενς / Want and Ignorance in A Christmas Carol
Η Ανάγκη και η Άγνοια



Η περιγραφή των δύο παιδιών – της Ανάγκης και της Άγνοιας απουσιάζει από τις περισσότερες διασκευές της ιστορίας του Ντίκενς. Μα δεν είναι μόνη – απουσιάζουν εξίσου σκηνές όπως η απεικόνιση των ανθρώπων που προσπαθούσαν να ζεσταθούν με φωτιές στους δρόμους... των μοναχικών ναυτικών που σαλπάρουν σε απόμακρες, φουρτουνιασμένες θάλασσες... των εργατών στα ορυχεία που δουλεύουν ασταμάτητα... μα και του πλήθους εκείνων που προσπαθούν να αρπάξουν και να πουλήσουν τα αντικείμενα του πεθαμένου, πλέον, Σκρουτζ (όπως ο ίδιος παρακολουθεί έντρομος στο μέλλον του), μπας και βγάλουν κανένα παραπάνω φράγκο.

Και αυτό ενώ οι αρουραίοι μασουλούν το άψυχο κορμί του.

Όλα αυτά συνιστούν μέρος της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας»... και δεν πρέπει να το λησμονούμε. Σκοπός του Ντίκενς ήταν η μεταμόρφωση της κοινωνίας – και ο μισοξεχασμένος, ως τότε, θεσμός των Χριστουγέννων, παραδομένος στη λήθη της βιομηχανικής εποχής, υπήρξε το ιδανικό εφαλτήριο για να οικοδομήσει το ριζοσπαστικό του μήνυμα. Κανένας άλλος συγγραφέας ως τότε δεν είχε συλλάβει στη σκέψη του τα Χριστούγεννα με αυτόν τον τρόπο. Η ιδέα και μόνο ενός πλούσιου κεφαλαιούχου όπως ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, να μεταμορφώνεται και να δειπνεί παρέα με την οικογένεια του φτωχού υπάλληλου του... στον οποίο μάλιστα χαρίζει απλόχερα αύξηση αποδοχών... και η ταύτιση αυτής της ιδέας με την παραδοσιακή γιορτή των Χριστουγέννων... Η ιδέα αυτή ήταν ικανή να προκαλέσει σκάνδαλο την εποχή εκείνη. Μια εποχή που όχι μόνο λόγος δεν γινόταν για «πνεύμα των Χριστουγέννων»... μα ο κόσμος δεν γιόρταζε καν, στην πλειοψηφία του, τα Χριστούγεννα.

Τα κοινωνικά μυνήματα θα παρέμεναν στο επίκεντρο του έργου του Ντίκενς καθ’ όλη τη συγγραφική του διαδρομή. Ας επαναλάβουμε: σκοπός του δεν ήταν κάποια μορφή υποκριτικής φιλανθρωπίας, στο όνομα της καλής συνείδησης. Μα η μεταμόρφωση της κοινωνίας, μέσα από τη μεταμόρφωση των ανθρώπων της. Μιας κοινωνίας που έμελλε να ζωγραφίσει με ακόμα μελανότερους τόνους σε μελλοντικά του έργα, όπως ο «Ζοφερός Οίκος», τα «Δύσκολα Χρόνια» και το (εν μέρει αυτοβιογραφικό) «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», ή σε μεταγενέστερες χριστουγεννιάτικες ιστορίες του όπως οι «Καμπάνες».



Η Επίσκεψη από το Φάντασμα του Μέλλοντος. Ένα απόσπασμα.




Ο Σκρουτζ και το φάντασμα των Χριστουγέννων του Μέλλοντος σε εικονογράφηση του John Leech, 1843 / The Ghost of Christmas Future, by John Leech, 1843
Εικονογράφηση του John Leech, 1843



"Το Πνεύμα έστεκε ανάμεσα στους τάφους και έδειχνε τον Έναν. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Το Φάντασμα παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο, μα εκείνος έτρεμε διακρίνοντας κάποιο καινούργιο νόημα στην αγέλαστη μορφή του.

"Προτού πλησιάσω στην ταφόπλακα που μου υποδεικνύεις", είπε ο Σκρουτζ, "απάντησε μου σε μια ερώτηση. Αυτές όλες είναι οι Σκιές των Πραγμάτων που Θα γίνουν, ή οι Σκιές των Πραγμάτων που Πιθανό να γίνουν μόνο;"

Ωστόσο το Φάντασμα συνέχιζε να δείχνει προς τον τάφο, δίπλα στον οποίο έστεκε. (...)

Ο Σκρουτζ πλησίασε τρεμάμενος - και ακολουθώντας την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο, διάβασε πάνω στην πέτρα του παραμελημένου τάφου τ' όνομα του: ΕΜΠΕΝΙΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ.

"Όχι Πνεύμα! Όχι, όχι!"

Το δάχτυλο παρέμενε εκεί.

"Πνεύμα!", φώναξε σπαρακτικά ο Σκρουτζ, αγκστρωμένος πάνω στον μανδύα του. "Άκουσε με! Δεν είμαι ο άνθρωπος που ήμουν! Δεν θα γίνω ο άνθρωπος που θα γινόμουν, αν δεν είχε υπάρξει αυτή η συναναστροφή! Γιατί να μου τα δείχνεις αυτά, αν δεν έχω πια ελπίδα;"

Για πρώτη φορά το χέρι φάνηκε να τρέμει.

"Καλό μου Πνεύμα", συνέχισε, πεσμένος στο χώμα. "Η φύση σου παρεμβαίνει για μένα και με λυπάται. Βεβαίωσε με πως έχω ακόμα τη δυνατότητα να αλλάξω τις σκιές αυτές που μου έδειξες, με μια διαφορετική ζωή!"

Το ευγενικό χέρι έτρεμε.

"Θα τιμώ τα Χριστούγεννα με όλη μου την καρδιά και θα προσπαθώ να τα τηρώ όλο τον χρόνο. Θα ζω στο Παρελθόν, στο Παρόν και στο Μέλλον. Τα πνεύματα και των τριών θα αγωνίζονται μέσα μου. Δε θα διώξω πέρα τα μαθήματα που μου παρέχουν. Ω, πες μου πως μπορώ να σβήσω τα γράμματα πάνω σ' αυτήν εδώ την πέτρα!"




Ο Σκρουτζ και το φάντασμα των Χριστουγέννων του Παρόντος σε εικονογράφηση του John Leech, 1843 / The Ghost of Christmas Present, by John Leech, 1843
Εικονογράφηση του John Leech, 1843


«Ο άνθρωπος που εφηύρε τα Χριστούγεννα»;




Όχι, δεν εφηύρε ο Ντίκενς τα Χριστούγεννα. Μα η επιρροή του έργου του στα Χριστούγεννα όπως τα ζούμε και όπως τα γνωρίζουμε σήμερα υπήρξε καταλυτική. Χωρίς να συνιστά το πρώτο έργο με θέμα του τα Χριστούγεννα, τα «Κάλαντα» του Ντίκενς υπήρξαν η πρώτη ιστορία στην οποία παρουσιάζονται τα Χριστούγεννα σε ένα σύγχρονο, αστικό περιβάλλον. Κι αυτό σε μια εποχή που οι πόλεις έτειναν να τα ξεχάσουν, παραδομένες στο κυνήγι του κέρδους και της βιομηχανοποίησης. Οι ήρωες του είναι χαρακτήρες της σύγχρονης καθημερινότητας, όχι φιγούρες βγαλμένες από κάποιο λησμονημένο, εξωραϊσμένο παρελθόν. Βλέπουμε κεφαλαιούχους, εργοδότες, εργάτες, ναυτικούς, υπαλλήλους, οικογένειες που ζουν σε διαμερίσματα, απόβλητους των δρόμων και του περιθωρίου – όλοι ενταγμένοι στο ίδιο χριστουγεννιάτικο πλαίσιο.

Σε επίπεδο διαμόρφωσης εικόνων η επιρροή του έργου του Ντίκενς υπήρξε εξίσου καταλυτική. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ένα μεγάλο μέρος από χριστουγεννιάτικες καρτ ποστάλ, σαν εκείνες που στολίζουμε τα σπίτια μας ή βλέπουμε στα καταστήματα, έλκουν τις ιδέες τους από τις εμπνεύσεις του Βρετανού συγγραφέα. Στο έργο του ο Ντίκενς παρουσιάζει μια πολιτεία παραδομένη στο κρύο, την ομίχλη και το χιόνι, με κατάφωτες όμως βιτρίνες ξέχειλες φρούτα και νόστιμους ξηρούς καρπούς· εσωτερικά σπιτιών διακοσμημένα με στολίδια και μοσχομυρισμένα μαγειρευτό φαγητό· ξέφρενα γλέντια και χορούς· οικογένειες μονιασμένες γύρω απ’ το τραπέζι, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει η περίφημη βρετανική πουτίγκα· και ανθρώπους διατεθειμένους να προσφέρουν μια χείρα βοηθείας στον συνάνθρωπό τους.

Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δεδομένο εν έτει 1843. Ούτε οι διακοσμήσεις· ούτε τα οικογενειακά φαγοπότια· ούτε οι πολύχρωμες βιτρίνες· ούτε τα γλυκίσματα· ούτε το κρύο και το χιόνι (δε χιόνιζε απαραίτητα στις βρετανικές πόλεις τα Χριστούγεννα)· ούτε η διάθεση κάποιας, μικρής έστω, αγαθοεργίας, λόγω ημερών.

Μα από το 1843 και έπειτα η μορφή των Χριστουγέννων άρχισε ν’ αλλάζει. Η επιτυχία του διηγήματος του Ντίκενς υπήρξε τόσο μεγάλη, που ο κόσμος άρχισε να μετατρέπει σε πραγματικότητα ό,τι είχε διαβάσει στις σελίδες του βιβλίου. Οι επόμενες δεκαετίες γνώρισαν μια σημαντική αναβίωση – ή πιο σωστά, αναδιαμόρφωση – των Χριστουγέννων στην Αγγλία, ενώ αρχέγονα ευρωπαϊκά έθιμα επανήλθαν στο προσκήνιο.

Όσο αφορά τον κεφάτο, γενειοφόρο γίγαντα που συμπαρασύρει τον Εμπενίζερ Σκρουτζ στους δρόμους και τα σπίτια του Λονδίνου; Λένε πως ο Ντίκενς εμπνεύστηκε τη μορφή του από την πατροπαράδοτη, βρετανική φιγούρα του "Father Christmas"... αντίστοιχη στον γερμανικό "Santa Klaus" και στον Άγιο Νικόλα της ιστορικής παράδοσης...

Μπορεί να τον ονόμασε "Φάντασμα των Χριστουγέννων του Παρόντος"... μα όλοι ξέρουμε πως το πραγματικό του όνομα είναι Άγιος Βασίλης.



Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο




Το χριστουγεννιάτικο δέντρο σε μια παλιά εικονογράφηση / Vintage Christmas illustration




Τον καιρό που ο Dickens έγραφε τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» το Δέντρο δεν είχε καθιερωθεί ακόμα ως το κατεξοχήν στολίδι και σύμβολο των Εορτών – γι’ αυτό και δεν το συναντούμε πουθενά στο συγκεκριμένο διήγημα. Λίγα χρόνια μετά ωστόσο, εν έτει 1850, ο Ντίκενς έγραψε μια από τις πιο ιδιαίτερες ιστορίες του, τιτλοφορούμενη «Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο», στην οποία περιγράφει το δέντρο ως «εκείνο το όμορφο γερμανικό παιχνίδι».

Ουσιαστικά το Δέντρο, ως έθιμο, έλκει την καταγωγή του από τις παραδόσεις της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης. Την ίδια εποχή που ο Ντίκενς παρέδιδε τα «Κάλαντα» κάποιο μέλος της αγγλικής βασιλικής οικογένειας λέγεται πως έφερε μαζί του ένα Δέντρο από τη Γερμανία – στολισμένο με κεριά, όπως συνηθιζόταν τότε. Σε λίγα μόνο χρόνια, κι ενώ η επιρροή του έργου του Ντίκενς εξαπλωνόταν, καθιερώθηκε και η διακόσμηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Κάποια στιγμή θα ερχόταν και στη χώρα μας...

Το «Χριστουγεννιάτικο Δέντρο» ανήκει στα πιο ταξιδιάρικα διηγήματα του Ντίκενς. Μικροσκοπικό σε έκταση, ολίγων μόνο σελίδων, συνιστά μια μαγική εξόρμηση στα βάθη της παιδικής ηλικίας, συμβολίζοντας όλους εκείνους τους αθέατους κόσμους που απλώνονται μπροστά στα μάτια μας κάθε φορά που αφηνόμαστε στη θέα του φωταγωγημένου δέντρου – αρκεί να διαθέτουμε το αναγκαίο όχημα για να τους επισκεφτούμε: τη φαντασία.

Κόσμοι ξέχειλοι παιχνίδια ζωντανεύουν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, στρατιωτάκια και άλογα και νεράιδες και νύμφες, κουκλόσπιτα και άμαξες, ξωτικά και δράκοι, τρομακτικές ιστορίες γύρω από το τζάκι και φιγούρες απ’ τις Χίλιες και Μια Νύχτες... Και τα φώτα στο δέντρο μοιάζουν με πυγολαμπίδες. Και τα κλαδιά του δέντρου απλώνονται πέρα ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, όμοια με τη Φασολιά που σκαρφάλωσε ο Τζακ στο παραμύθι· και συ σκαρφαλώνεις μαζί του, ο προορισμός σου κάποιο θεόρατο κάστρο τ’ ουρανού, κατοικημένο από γίγαντες, ιππότες και θεσπέσιες καλλονές...

Μην υποτιμάτε τη δύναμη της φαντασίας, κύριοι. Η φαντασία ενός μόνο συγγραφέα ήταν αρκετή για να αναβιώσει το πνεύμα των Χριστουγέννων. Η φαντασία ορισμένων ποιητών, μια φορά κι έναν καιρό στα αρχαία χρόνια, δημιούργησε τη θρησκεία ενός ολόκληρου λαού – τότε, τον καιρό που τις θρησκείες δημιουργούσαν οι ποιητές, όχι οι προφήτες.


«Αθώοι και ευπρόσδεκτοι ας είναι πάντα, κάτω απ’ τα κλαδιά του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου, τα οποία ποτέ δε ρίχνουν ζοφερές σκιές».



Το δεύτερο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ντίκενς: Οι Καμπάνες



Οι Καμπάνες του Τσαρλς Ντίκενς σε μια παλιά έκδοση / The Chimes by Charles Dickens
Οι Καμπάνες του Τσαρλς Ντίκενς σε μια παλιά έκδοση



"Ο Τόμπι ξεδίπλωσε την εφημερίδα από την τσέπη του. "Είναι γεμάτη παρατηρήσεις! Γεμάτη παρατηρήσεις! Θέλω να γνωρίζω και γω τα νέα, όπως κάθε άνθρωπος", είπε σιγανά, διπλώνοντας τη πάλι και βάζοντας τη πίσω στην τσέπη, "μα σχεδόν πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα για μένα αν διαβάζω τώρα εφημερίδα. Με φοβίζει περίπου. Δε ξέρω που μπορεί να καταλήξουμε οι φτωχοί και μεις. Κάνε, Κύριε, ώστε να δούμε κάτι καλύτερο τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς! [...]

Τίποτα, φαίνεται, δεν μπορούμε να κάνουμε σωστά, ούτε να βρούμε το δίκιο μας. Δεν έλαβα μεγάλη εκπαίδευση ο ίδιος όταν ήμουν μικρός και δεν μπορώ να καταλάβω αν έχουμε τελικά καμιά δουλειά στο πρόσωπο της γης, ή όχι. Κάποιες φορές νομίζω πως πρέπει να έχουμε - λιγάκι. Κάποιες άλλες όμως μου φαίνεται πως παρεμβαίνουμε, σαν καταπατητές. Μπερδεύομαι τόσο πολύ ώρες ώρες που δεν μπορώ αληθινά να καταλήξω αν υπάρχει ίχνος καλού μέσα μας, ή αν γεννιόμαστε κακοί. Φαίνεται να είμαστε απαίσια πλάσματα. Φαίνεται να προκαλούμε συνέχεια τον μπελά. Πάντα μας κατηγορούν και πάντα μας υπερασπίζονται. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο γεμίζουμε τα πρωτοσέλιδα. Ωραία παραμονή Πρωτοχρονιάς, μα την αλήθεια!", είπε θρηνητικά ο Τόμπι. [...] "Ίσως τελικά να μην έχουμε δικαίωμα στην Πρωτοχρονιά - ίσως να είμαστε όντως καταπατητές..."

"E, πατέρα! Πατέρα!", ακούστηκε μια ευχάριστη φωνή.

Ο Τόμπι ταράχτηκε. Σταμάτησε. Και εστιάζοντας την προσοχή του, ήρθε σε επαφή με την ίδια του την κόρη, κοιτάζοντας κοντά στα μάτια της.

Φωτεινά μάτια ήταν αυτά. [...] Μάτια αληθινά και όμορφα, που ακτινοβολούσαν ελπίδα. Ελπίδα νέα και φρέσκια. Ελπίδα φωτεινή και δραστήρια, παρά τα είκοσι χρόνια εργασίας και φτώχειας που είχαν αντικρίσει. Αυτά τα μάτια έγιναν φωνή και είπανε του Τόμπι:

"Νομίζω έχουμε και μεις κάποια δουλειά εδώ, στον κόσμο - κάποια λίγη!"




***



Ήταν ένα απόσπασμα από το διήγημα του Ντίκενς «Οι Καμπάνες» ["The Chimes"], του 1844. Επρόκειτο για το δεύτερο χριστουγεννιάτικο έργο του, γραμμένο ένα χρόνο μετά το "Christmas Carol", στο οποίο και εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στα προβλήματα της εργατικής τάξης. Αν τα «Κάλαντα» εξελίσσονται τη μέρα πριν απ' τα Χριστούγεννα, η πλοκή των «Καμπάνων» μας μεταφέρει μια εβδομάδα μετά – την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Και αν το πρώτο φέρνει σε επαφή τον πρωταγωνιστή του, Εμπενίζερ Σκρουτζ, με τέσσερα φαντάσματα, το δεύτερο φέρνει σε επαφή τον πρωταγωνιστή του, Τόμπι, με παράξενα τελώνια, που κρύβονται στις κορυφές ενός παλαιού κωδωνοστασίου... Τελώνια που χαρίζουν στον πρωταγωνιστή του έργου νεφελώδη οράματα μιας μέλλουσας ζωής, στην οποία ο ίδιος δεν υπάρχει πια.

Συγκριτικά με τα «Κάλαντα», η διάθεση στις «Καμπάνες» είναι σκοτεινότερη και η πολεμική που εξαπολύει ο Ντίκενς απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα των καιρών του ακόμα πιο σφοδρή. Κάποιες συντηρητικές εφημερίδες είχαν μάλιστα φτάσει να κατηγορήσουν τον Ντίκενς πως, με το διήγημά του αυτό, υποδαυλίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Στα τέσσερα κεφάλαια της ιστορίας (τιτλοφορούμενα «τέταρτα», συμβολίζοντας το πέρασμα των δεικτών του ρολογιού – στα τέσσερα τέταρτα ο δείκτης περιστρέφεται μια φορά γύρω απ’ τον εαυτό του και οι καμπάνες χτυπούν) βλέπουμε να παρελαύνουν χαρακτήρες που συγκρούονται με το νομικό σύστημα και οδηγούνται στις φυλακές, γυναίκες που εξωθούνται στην πορνεία, άντρες που βρίσκουν παρηγοριά στο αλκοόλ, ενώ μια απ’ τις ηρωίδες αποφασίζει, πάνω στην απελπισία της, να αυτοκτονήσει.

Όλα αυτά συνιστούν μέρος των τρομακτικών οραμάτων που παρακολουθεί, έντρομος, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Μα στο τέλος οι καμπάνες αντηχούν ξανά και τα φοβερά όνειρα εξασθενίζουν σαν τοπίο στην ομίχλη... Και ο ήρωας συνειδητοποιεί πως έχει ακόμα χρόνο μπροστά του, για να αλλάξει την πραγματικότητα που ζει... και να αποκαταστήσει έτσι τη χαμένη πίστη του στον άνθρωπο.



Εικονογράφηση της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Ντίκενς από τον Roberto Innocenti / A Christmas Carol illustration by Roberto Innocenti
A Christmas Carol illustration by Roberto Innocenti



Το τρίτο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ντίκενς: Ο Γρύλος στο Τζάκι




«Και τώρα, αγαπημένε μου σύζυγε, πάρε με πάλι πίσω στην καρδιά σου! Αυτό είναι το σπίτι μου· και μην σκεφτείς ποτέ ξανά να με στείλεις σε άλλο!»




Με το τρίτο από τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του, ο Ντίκενς έμελλε να επιστρέψει στο θερμό πλαίσιο της οικογενειακής θαλπωρής. Ο «Γρύλος στο Τζάκι» [“The Cricket On The Hearth”], γραμμένο το 1845, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, και παραμένει το διασημότερο, μετά τα «Κάλαντα», χριστουγεννιάτικο έργο του.

Τα πάντα εδώ θυμίζουν κάποιο θεατρικό. Σχεδόν όλες οι σκηνές εξελίσσονται στο στενό πλαίσιο δυο σπιτιών και το επίκεντρο είναι οι ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των κατοίκων τους. Ένα αντρόγυνο μ’ ένα μικρό μωρό από τη μία, ένας πατέρας με την τυφλή του κόρη από την άλλη. Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ το αντρόγυνο δέχεται μια επίσκεψη από έναν λιγομίλητο, μυστηριώδη γέρο... και η ιστορία ξεκινά. Και αν στα «Κάλαντα» το μεταφυσικό στοιχείο εκπροσωπείται στα Φαντάσματα, αν στις «Καμπάνες» το ίδιο στοιχείο φανερώνεται στα ζωηρά τελώνια του καμπαναριού, εδώ αποκαλύπτεται με τη μορφή ενός γρύλου στο τζάκι. Ενός γρύλου που συμβολίζει την αιώνια Εστία: φωτιά, ζεστασιά και σπιτικό μαζί· η αγάπη που αναβλύζει στις ξέχειλες καρδιές, όμοια με φωτιά. Η αγάπη που μπορεί να υπερβεί κάθε εμπόδιο.

Ο Ντίκενς εγκαταλείπει παροδικά την κοινωνική κριτική. Όλα στο συγκεκριμένο διήγημα σχετίζονται με τις ανθρώπινες σχέσεις: αγάπη, πίστη, φιλία, φιλοξενία, προδοσία, απάτη, μοναξιά. Δεν απουσιάζει εξάλλου εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό στοιχείο της «ντικενσιανής αποκάλυψης», σύμφωνα με το οποίο τα πρόσωπα του έργου δεν είναι απαραίτητα αυτό που φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Ήταν κάτι που θα βλέπαμε να επαναλαμβάνεται σε πλήθος άλλων έργων του συγγραφέα.

Μια μερίδα κόσμου θεώρησε τον «Γρύλο στο Τζάκι» υπερβολικά συναισθηματικό – η πλειοψηφία όμως αγάπησε τους χαρακτήρες του βιβλίου και δέθηκε μαζί τους. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το διήγημα και το πλήθος θεατρικών μεταφορών του – έφτασαν να ξεπεράσουν μάλιστα εκείνες των «Καλάντων»!

Προσωπικά θεωρώ πως η ιστορία αυτή ανήκει στις πλέον συναισθηματικές και τρυφερές του συγγραφέα. Είναι εξάλλου εκείνη που διαθέτει το ομορφότερο, κατά τη γνώμη μου, τέλος. Ένα τέλος που μοιάζει με τη φωτιά που σιγοκαίει στο τζάκι... ξέρεις πως κάποια στιγμή θα σβήσει, μα αυτό καθιστά ακόμα γλυκύτερη τη λάμψη της.



Εικονογράφηση για τον Γρύλο στο Τζάκι του Καρόλου Ντίκενς / Cricket on the Hearth illustration
Εικονογράφηση για τον Γρύλο στο Τζάκι


Ντίκενς και Χριστούγεννα




Ο Ντίκενς έμελλε να γράψει αρκετές ακόμα χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Αυτές που αναφέραμε ωστόσο παραμένουν οι ωραιότερές του. Οι ζοφερές «Καμπάνες»... το τρυφερό «Γρύλος στο Τζάκι»... το παραμυθένιο «Χριστουγεννιάτικο Δέντρο»... και φυσικά τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» - η γνωστότερη και διασημότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ.

Και τα χρόνια πέρασαν. Και ο Ντίκενς ωρίμασε μέσα απ’ τα γραπτά του. Και αν κάποια στιγμή κουράστηκε να γράφει κατά παραγγελία ιστορίες για τα Χριστούγεννα, δεν εγκατέλειψε ποτέ το πνεύμα που τον ώθησε να καταπιαστεί, πρώτη φορά, με αυτά. Ο κόσμος είχε πια αλλάξει – τα Χριστούγεννα πλέον γιορτάζονταν παντού και είχαν περάσει πλέον στην εποχή της εμπορευματοποίησης. Μα οι σπίθες που πρώτος πέταξε ο Ντίκενς είχαν πια εξαπλωθεί. Τα Χριστούγεννα θα διατηρούσαν, έστω καταχωνιασμένο στα βάθη κάποιας ιστορίας, λίγη απ’ τη φλόγα που τους προσέδωσε. Πέρα απ’ τις ταινίες, τα τραγούδια, τις διακοσμήσεις, τις γιορτές και τα πακέτα. Πέρα απ’ το παραμύθι και πίσω απ’ το εμπόριο... Μια διάθεση αλλαγής, μια θέληση να αλλάξει ο κόσμος – να μεταμορφωθεί σε κάτι καλύτερο, γνησιότερο, ευγενικό. Δίκαιο.

Το δίκαιο που λάμπει σαν αστέρι στην κορφή κάποιου δέντρου. Η αγάπη που ακτινοβολεί μες στις καρδιές. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς.



Χριστούγεννια βικτωριανής εποχής σε εικονογράφησητου Charles Edmund Brock / Victorian Christmas illustration by Charles Edmund Brock
Victorian Christmas illustration by Charles Edmund Brock


Επίλογος



...Και ο Σκρουτζ έγινε άλλος άνθρωπος. Και ξημέρωσε 25η του Δεκέμβρη.

Ο Σκρουτζ ταξίδεψε σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ο τρόμος που ένιωσε ωστόσο δεν ήταν υπερφυσικός - δε φοβήθηκε πως έχανε τον παράδεισο ή τη χάρη κάποιου θείου πνεύματος. Όχι - το νόημα της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Καρόλου Ντίκενς είναι βαθιά ανθρώπινο και, παρά τις υπερφυσικές του διαστάσεις, ουσιαστικά πατάει με τα δυο πόδια του στη γη.

Ήταν η αγάπη των ανθρώπων εκείνο που ο Σκρουτζ διαπίστωνε πως έχανε. Οι άνθρωποι που όχι μόνο δεν αισθάνονταν θλίψη με το θάνατό του, μα έβρισκαν αφορμή για πανηγύρια. Χρειάστηκε να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια πόσο αχρείαστος ήταν, πόσο ασήμαντος, πόσο βλαβερός - όλα στα μάτια των συνανθρώπων του, όπως τον είχαν ζήσει μέσα από τις πράξεις του.

Γιατί στο τέλος εκείνο μόνο έχει σημασία - οι πράξεις και η σημασία τους για τους ανθρώπους γύρω μας.

Γι' αυτό και το έργο αυτό του Ντίκενς αγγίζει τον πυρήνα εκείνου που θα έπρεπε να είναι τα Χριστούγεννα. Μια αφορμή να θυμηθούμε πως είμαστε όλοι μικροί και θνητοί - μα γινόμαστε μεγάλοι μέσα από τις πράξεις και την ανθρωπιά μας.



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 15-18. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το αφιέρωμα σε άλλες ιστοσελίδες.





Ο Σκρουτζ, ο Tiny Tim και η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς σε κλασική εικονογράφηση