Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδική ηλικία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Μαρτίου 2017

Ο Μυστικός Κήπος του Χέρμαν Έσσε





«Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.»

Απόψε, φίλοι, θα μοιραστώ μαζί σας ένα μικρής έκτασης διήγημα του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Είναι μια ιστορία που μοσχομυρίζει άνοιξη και παρελθόν, ανάμνηση και όνειρο. Μοιάζει με κάποια μικροσκοπική, μαγική πόρτα που φωλιάζει στα κατάβαθα της ασυνείδητής μας σκέψης – μια πόρτα που ανοίγει και μεμιάς ξεχύνεται μπρος στα έκθαμβά μας μάτια ένας κόσμος που μας μεταφέρει στα βάθη της παιδικής μας ηλικίας – και ακόμα πιο πίσω, πολύ πιο πίσω.

Πολύ πριν γεννηθούμε – μα, για κάποιο λόγο, γνωρίζουμε καλά πως ήμασταν όλοι εκεί.

Στην αφήγηση του Έσσε τα πράγματα ποτέ δεν είναι μονάχα εκείνο που μοιάζουν να είναι. Είναι αυτό – μα και πολύ περισσότερα. Καθετί μοιάζει να ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, το σύμβολο και το μύθο, το μύθο και την πραγματικότητα που χάσκει από κάτω – μια πραγματικότητα ξέχειλη με αρχέτυπα, σαν εκείνα για τα οποία μίλησε ο Καρλ Γιουνγκ.

Έτσι λοιπόν ένας περίκλειστος κήπος που φωλιάζει στην γωνιά ενός πανδοχείου ποτέ δεν είναι απλά ένας κήπος · ένας άγνωστος θαμώνας ενός μπαρ, με τον οποίο ανταλλάσσετε κάποιες μυστήριες φράσεις ποτέ δεν είναι απλά ένας θαμώνας ενός μπαρ· το δέντρο ποτέ δεν είναι ένα απλό κοινό δέντρο· το τρομακτικό κόασμα ενός βατράχου στη σιγή της νύχτας ποτέ δεν είναι απλά το κόασμα ενός βατράχου· και αυτές οι μουσικές νότες που αντηχούν από κάποιο μακρινό παράθυρο και σου θυμίζουν τα παλιά… να ξέρεις, δεν είναι τυχαίες.

«Η φύση είναι ένα δάσος με σύμβολα», έλεγαν οι συμβολιστές. Μα στον κόσμο του Χέρμαν Έσσε, όχι μόνο η φύση, μα τα πάντα σημαίνουν κάτι παραπάνω από αυτό που φαίνονται να είναι. Και όλα συνδέονται, με ένα μαγικό θα ‘λεγες τρόπο, μεταξύ τους. Και, κάπου εκεί, καταμεσής όλων αυτών, βρίσκεσαι κι εσύ.

Εσύ, ο αναγνώστης που διαβάζεις αυτό το κείμενο, που επέλεξα να μοιραστώ σήμερα μαζί σου. Δεκαετίες μετά από τον καιρό που γράφτηκε – μα και αιώνες μετά αν το διαβάσεις, το ίδιο νόημα θα έχει. Είναι μια ιστορία στην οποία ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία – παρά μόνο για εκείνα που επιλέγει να μας κρύψει. Ποιος ξέρει … ίσως διαβάζοντάς το κείμενο, η οθόνη του υπολογιστή σου να μυρίσει – για λίγο έστω – υγρό χώμα, χλόη και άρωμα παλιού βιβλίου.

Μπροστά στα μάτια σου εκτείνεται μια μικροσκοπική πόρτα. Πίσω από την πόρτα κρύβεται ένας κήπος. Και στα χέρια σου, τώρα, κρατάς ένα μικρό κλειδί.

Για να γυρίσεις το κλειδί… και να ανοίξεις την πόρτα… δεν έχεις παρά να συνεχίσεις την ανάγνωση.



Roman garden painting


“Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου”


«ΓΥΡΩ στο σούρουπο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου, έφτασα σε μια παλιά, μικρή πόλη και κατέβηκα μπροστά σε κάποιο παλιό, ήσυχο πανδοχείο. Διάλεξα ένα ήσυχο δωμάτιο που το παράθυρο του κοίταζε σ' ένα μικρό δρομάκι και από την άλλη μεριά του δρόμου ήταν ένας παλιός τεράστιος κήπος με δέντρα και ψηλό χορτάρι.

Κατόπιν άνοιξα γρήγορα-γρήγορα τη βαλίτσα μου, έβγαλα τις πένες μου, τα μελάνια μου και το χειρόγραφο που μόλις είχα αρχίσει, τα έβαλα όλα στο στρογγυλό, ετοιμόρροπο τραπέζι και έκατσα.

Με αυτό το υπέροχο, καταραμένο χειρόγραφο, έλεγα να ξεκινήσω για μια φορά ακόμα. Εδώ και μήνες το κουβαλούσα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα, σε όλο τον κόσμο, το είχα σχεδιάσει πολύ όμορφα και το είχα αρχίσει πολύ καλά, παρ' όλα αυτά, δεν πήγαινε πιο κάτω, εδώ και καιρό δεν είχα καταφέρει να γράψω ούτε μια σελίδα που να μην τη σχίσω ύστερα από λίγο. Χιλιάδες φορές η ιδέα αυτού του ποιήματος με είχε γοητεύσει και χιλιάδες φορές την είχα καταραστεί, το ταξίδι και το χειρόγραφο κι ολόκληρη τη συγγραφική τέχνη και τα είχα στείλει στο διάολο.

Και τώρα το έπιανα για μια ακόμα φορά στα χέρια μου. Ακόμα μια φορά βυθίστηκα στο ποίημα, η ιδέα φωτίστηκε για μια ακόμα φορά και ξαναβρήκα το τελειωμένο πρώτο μέρος θαυμάσιο και για μια ακόμα φορά εμφανίστηκε μπροστά μου το άψυχο κενό, η τρύπα δίχως ζωή, στήριξα το κεφάλι στα χέρια μου και ξανάνιωσα την παράλυση, αυτή την ανυπόφορη αδράνεια να με κατακλύζει.

Όχι, κατ' αυτόν τον τρόπο, το να είσαι ποιητής ήταν σκέτο βασανιστήριο! Δε θα έπρεπε κανείς σώνει και καλά να έχει ιδέες, δε θα έπρεπε να δοκιμάζει νέα, δύσκολα και πιθανόν ακατόρθωτα πράγματα. Θα έπρεπε κανείς να γράφει τα βιβλία του σαν ένας ήσυχος, αξιοπρεπής χειρώνακτας, στέρεος και μετριόφρων, δίχως προβλήματα να ευχαριστήσει τον αναγνώστη, να ξεζουμιστεί, δίχως σφίξιμο, δίχως αγώνα, χωρίς απώλεια φαιάς ουσίας!

Αισθάνθηκα το σκοτάδι να με τυλίγει και πλησίασα το παράθυρο. Από παντού μου ερχόταν το άρωμα που αποπνέει η γαλήνη της μικρής πολιτείας. Άνθρωπε, σκέφτηκα, εάν δεν ήσουν τρελός, θα πέταγες το χειρόγραφό σου στη φωτιά, θα ξεχυνόσουνα στην πόλη, θα έψαχνες να βρεις που παίζουνε μπόουλινγκ και θα ζήταγες σε γάμο την κόρη του φαρμακοποιού!

Στο μικρό δρομάκι δεν υπήρχε τίποτε αξιοθέατο. Ο παλιός κήπος όμως εξασκούσε πάνω μου μια παράξενη γοητεία. Πίσω από έναν πελώριο τοίχο απλωνόταν μια θαυμάσια, καταπράσινη ζούγκλα μέσα στο ημίφως του δειλινού. Ψηλά, περήφανα δέντρα, μονοπάτια γεμάτα βαλτόνερα, τα πάντα παραμελημένα και άγρια, μα παρ' όλα αυτά παντού ανάπνεε το πνεύμα ενός ευγενικού σχεδίου, όμορφες συστάδες θάμνων και τα βαθιά φυλλώματα σχημάτιζαν συμμετρικούς θόλους πάνω από τα μισοκρυμμένα μονοπάτια. Αχ! Τέτοιοι παλιοί κήποι σε γεμίζουν θλίψη, μιλούν τόσο έντονα για μας και το σημερινό μας κόσμο.

Ο καμαριέρης ήρθε και με ειδοποίησε πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Με οδήγησε σε μια άδεια τραπεζαρία με πράσινους παλιούς καθρέφτες και μαυρισμένους πίνακες στους τοίχους. Στη μέση του ταβανιού ήταν κρεμασμένος ένας πολυέλαιος και από κάτω ένα τραπέζι στο οποίο καθόταν ένας ηλικιωμένος κύριος και έτρωγε. Στο ίδιο τραπέζι, ακριβώς απέναντί του ήταν τα σερβίτσια μου. «Τι ηλίθιο! σκέφτηκα, γιατί να μην έχω ένα τραπέζι μοναχά για μένα!».

Ο ηλικιωμένος κύριος, τον οποίο χαιρέτησα σιωπηλά, με
αντιχαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι με τα γερακίσια χαρακτηριστικά.

—Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί όλες του τις επιθυμίες, είπε με ένα κοφτερό χαμόγελο, εσείς γιατί δεν το κάνετε;

—Σεβάσμιε μου κύριε, είπα, νομίζετε πραγματικά, ότι ήρθα σ' αυτή την πόλη και ειδικά σ' αυτό το σπίτι, μόνο και μόνο για να ακούσω τη διδασκαλία σας; Δείχνω κάτι τέτοιο;

Έβαλα στο πιάτο μου σούπα, έκοψα ψωμί και γέμισα το ποτήρι με κρασί, δοκίμασα αλλά δε μου άρεσε.

— Μα δείχνετε έτσι, είπε ο γηραιός κύριος. Σαν κάποιος που καταπιέζει τις επιθυμίες του αντί να τις ικανοποιεί. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δείχνουν έτσι, δεν το έχετε προσέξει;

Σκούπισα το στόμα μου με την πετσέτα και είπα:

—Δεν έχω προσέξει τίποτε άλλο εκτός από τη φλυαρία σας. Και επειδή μου δώσατε τη συμβουλή να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου, επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ να δοκιμάσω από το κρασί που πίνετε!

Άρπαξα την μπουκάλα του, έχυσα στο ποτήρι μου μια γουλιά και το δοκίμασα.

—Ω! μα είστε επιδεικτικός απ' ό,τι βλέπω! είπε ο γέρος. Αυτό το συναντάει κανείς πολύ σπάνια σήμερα. Συνεχίστε έτσι και δε θα μετανιώσετε!

— Α! όχι, έχετε απόλυτα δίκιο, το κρασί είναι πολύ ωραίο. Γκαρσόν, φέρτε μου και μένα ένα μπουκάλι από αυτό το άσπρο κρασί και πάρτε πίσω το άλλο που μου φέρατε!

Έτρωγα τώρα, πεινασμένος από το ταξίδι, σιωπηλός το φαγητό μου και δεν άφησα ούτε ψίχουλο. Μέχρι το τυρί, τα αμύγδαλα και τα σταφύλια και ο γέρος με άφησε ανενόχλητο. Στο μεταξύ η διάθεσή μου έφτιαξε, το κρασί ήταν πολύ ωραίο, όπως και το φαγητό. Καθώς άναψα το τσιγάρο μου αισθάνθηκα την ανάγκη να ξαναρχίσω και πάλι τη συζήτηση με το γείτονα μου, αλλά εκείνος σηκώθηκε απότομα, το γκαρσόνι του έφερε μπαστούνι και καπέλο και ο γέρος με χαιρέτησε με το κοφτερό του χαμόγελο και το γερακίσιο του πρόσωπο:

—Ω! φεύγετε κιόλας; είπα λυπημένος. Σκέφτηκα καλά αυτά που μου είπατε και θα ήθελα πολύ ευχαρίστως να κουβεντιάσω μαζί σας πάνω στο θέμα. Ο ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος είχε γυρίσει κιόλας να φύγει, έστρεψε το πρόσωπο του και είπε: «Δεν υπάρχει τίποτα για να κουβεντιάσουμε». Εγώ είπα: «Οι επιθυμίες πρέπει πάντοτε να ικανοποιούνται».

Και φυσικά, το διαπιστώνετε: «Με αυτόν τον τρόπο ταχτοποιήθηκαν και ό,τι ταχτοποιείται, δε μας βασανίζει πια. Σας εύχομαι καλό βράδυ». Έφυγε ο Γαμψομούτρης. Σκέφτηκα «αστείος τύπος» και κάθισα μοναχός μου. Είδα το πρόσωπό μου ν’ αντικαθρεφτίζεται στους πράσινους καθρέπτες: έδειχνα κι εγώ σαν αρπαχτικό όρνιο με γαμψή μύτη, σαν το γέρο, ολόιδιος. Ακόμα πέντε, δεκαπέντε χρόνια και θα έμοιαζα ίδιος με κείνον.

Οι καθρέφτες μου χάλασαν τη διάθεση, ανέβηκα στο δωμάτιό μου, κάθισα κοντά στο παράθυρο και κοίταξα προς το μαγικό κήπο. Το γκαρσόνι ήρθε, τον παρακάλεσα να μου φέρει επάνω το κρασί. Ρώτησα:

—Ανήκει ο κήπος στο πανδοχείο σας;

—Όχι!

—Μπορεί να μπει κανείς μέσα;

—Όχι!

—Κρίμα!

Δεν ήξερε σε ποιον ανήκει, δεν είχε δει ποτέ κανέναν εκεί μέσα. Αργά, άρχισα να πίνω το κρασί μου, κάπνιζα, το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά, οι σκέψεις μου ταξίδευαν μέσα από στρώματα —το ένα πάνω στο άλλο— παρελθόντων. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν και μένα; Παίζανε κι αυτοί στη ζωή τους αυτόν το ρόλο, τον είχαν χάσει, τον είχαν ξεχάσει ξανά, είχαν αρχίσει κάτι νέο ή δε γνώριζαν τον εαυτό τους πια;

Όλοι ήταν έτσι. Κάθε άνθρωπος αποτελείται από μια μεγάλη δέσμη προσωπικοτήτων και ήταν απλώς θέμα χαρακτήρα ότι εγώ ήμουν μια ευλαβική περιδίνηση; Ή ήμουν μια εξαίρεση; Ένα άρρωστο αντίγραφο; Μια σαπουνόφουσκα; Ένα παιχνίδι της φύσης; Αχ! Όχι, όλοι ήταν έτσι, αλλά οι πιο πολλοί είχαν την ψευδαίσθηση της ενότητας, αυτή την παραφροσύνη. Την είχα κ’ εγώ κάποτε!



Roman garden painting


Ω! Τι ωραία που ήταν μες στο σκοτάδι του κήπου απέναντι! Πώς μπορεί κανείς να ερωτευτεί τόσο γρήγορα κάτι; Όπως μια γυναίκα! Είχα ερωτευτεί τον κήπο, τον επιθυμούσα, τον λαχταρούσα όσο τίποτε άλλο! Πόσο καιρό δεν είχα έναν κήπο δικό μου! Πόσο καιρό είχα ζήσει μέσα σε βαγόνια και δωμάτια ξενοδοχείων!

Ήταν ακόμα νωρίς, ίσως 9 η ώρα, αλλά η πολίχνη έδειχνε πως είχε αποκοιμηθεί κιόλας! Δεν ήθελα να μείνω περισσότερο έτσι, έφυγα, κατέβηκα τις σκάλες, βγήκα από το σπίτι. Διέσχισα μια μικρή πλατεία μ' ένα σιντριβάνι, ένας μικρός δρομάκος, άλλα δρομάκια ακολούθησαν, όλα ήσυχα και νεκρά και τελικά τώρα ανακάλυψα το δρομάκι που βρισκόταν ο κήπος. Πιθανόν να είχε ο τοίχος μια πόρτα, έπρεπε να ψάξω.

Δεν είχε καμιά πόρτα, τίποτα, ούτε μια τρύπα για να κοιτάξει κανείς ανάμεσα. Και τώρα, για πρώτη φορά ορθώθηκε η επιθυμία για τον κήπο και κυρίευσε την ψυχή μου; Πως το είχε πει ο αστείος ηλικιωμένος κύριος; Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Ναι, είχε τρομαχτικό δίκιο. Ποτέ ο άνθρωπος δεν πράττει στην πραγματικότητα ό,τι θα του άρεσε, πάντοτε γυρίζει γύρω-γύρω, λοξοδρομεί, διαγράφει τόξα γύρω από τις επιθυμίες του, τις χαϊδεύει και τις εξιδανικεύει, τις μετατρέπει και τις κρύβει πίσω από ιδανικά και θρησκείες, αντί να τις βουτήξει από το λαιμό με γενναιότητα. Άρπαξα λοιπόν την επιθυμία μου από το τσουλούφι. Έψαξα να βρω στον τοίχο μια μεριά που θα μπορούσα να σκαρφαλώσω, έβαλα το πόδι μου σε μια εσοχή του τοίχου, έδωσα έναν πήδο και βρέθηκα καβάλα στην κορφή. Από κει πάνω αφέθηκα απαλά να γλιστρήσω μέσα.

Ένιωσα κάτω από τις παλάμες μου το μαλακό γρασίδι, τις έτριψα πάνω σ’ ένα θάμνο, μύριζε παράξενα, μύριζε πανάρχαια πράγματα κάπου μακριά στη σκοτεινιά της πιο παλιάς ζωής μου, στα παιδικά μου χρόνια, μύριζε κάπως έτσι. Ω! πόσο ωραίο και ερεθιστικό ήταν αυτό το άρωμα, μύριζε παμπάλαια χρόνια, τραγουδούσε για τη Μητέρα και τη Γιαγιά. Μεταμόρφωνε εμένα και τον κόσμο, δεν ήμουν πια εδώ ή εκεί, σ' αυτή την πόλη και σ' εκείνο τον κήπο, ήμουν ακριβώς στη μέση του παρθένου δάσους των περασμένων, των απέθαντων αισθημάτων και αναμνήσεων. Μύριζα γης, μιλούσε για τις πρασιές της παιδικής ηλικίας, ήμουν ένα μικρό παιδί και φύτευα ένα μυρτολούλουδο σε μια γλάστρα, έβαζα φρέσκο χώμα μέσα και το πάταγα για να κάτσει καλά, έριξα νερό, είχα φυτέψει κάτι για πρώτη φορά, κάτι ζωντανό που μου ανήκε και που μπορούσε να μεγαλώσει με τις ρίζες του μέσα στη μαύρη γη, έπινε κ' έτρωγε απ' αυτή. Εγώ ο ίδιος είχα βυθίσει τις ρίζες μου μέσα στο χώμα, βαθιά, έπινα τη γη, έτρωγα τον αρχαίο κόσμο, αναπτυσσόμουν μέσα στο γιορταστικό σκοτάδι της γέννησης, χρόνος και μορφή είχαν βουλιάξει, όλα ήταν αρχή, όλα ξεφύτρωναν και μεγάλωναν, δεν υπήρχε ακόμα ούτε άνθρωπος, ούτε φυτό!

Από το χάος που είχα βυθιστεί με ξύπνησε μια φωνή: Ένας βάτραχος αόρατος τράπηκε σε φυγή από το βάδισμά μου ακροπατώντας πάνω στις πατούσες του. Ήταν κιόλας μακριά, όταν ένα καινούργιο χάσμα άνοιξε μέσα μου, μια καινούργια άβυσσος που την ποθούσα και την αποστρεφόμουν απ' την παιδική μου ηλικία, τρομαχτική και γοητευτική.

Ο κόσμος της παγωνιάς, γλιστερές επιφάνειες, ξένοι, βάτραχοι και φίδια, το συναίσθημα της φρίκης, η απύθμενη περιέργεια, ο φόβος του κινδύνου και του απαγορευμένου. Ξανά αυτός ο κόσμος των σκοτεινών συναισθημάτων που αρχίζει με παραστάσεις της παιδικής μου ηλικίας, οδηγεί πίσω στο χάος, στο Απρόσωπο και στο Προ-ανθρώπινο, στην άβυσσο μιας τρομαχτικής, αρχαίας φρίκης, το ίδιο άγια και τρομερή, το ίδιο δημιουργική όσο και θανάσιμα καταστροφική.

Το δέντρο που έστριψα για να μην πέσω επάνω του, το χορτάρι που έφτανε ή που είχα χωθεί μέσα του ως τα γόνατα, το χορταριασμένο μονοπάτι σαν μαλλιαρό ζώο, ο χορταριασμένος τοίχος, η νυχτερινή πεταλούδα, οι γρύλοι, όλα και κάθε φύλλο στους θάμνους και κάθε πνοή του ανέμου, ήταν όλα γεμάτα μυστική συγγένεια, τόσο ερεθιστικά, γεμάτα μνήμη. Όλα με οδηγούσαν στο πιο βαθύ μου είναι και ακόμα πιο πέρα, στο άμορφο. Για μια στιγμή κατάλαβα ότι οι έννοιες του μύθου όπως χάος και δημιουργία, λέξεις της λογικής, όπως προϊστορία και ανάπτυξη, στη βάση δεν εννοούνται το ένα μετά το άλλο, αλλά είναι το ίδιο, το ένα μέσα στο άλλο. Και ο πανάρχαιος κόσμος δεν ήταν παλαιότερος από το σήμερα, δεν είχε υπάρξει: Ο παλιός κόσμος και το σήμερα ήταν το ίδιο: Κάπως αλλιώς είχα φανταστεί αυτόν τον κήπο. Τώρα δεν ήταν πια μια όμορφη και γαλήνια εικόνα πατρογονικής κουλτούρας, τώρα ήταν μια μεγαλειώδης μαγική σκηνή, παρθένος δάσος, θέατρο φαντασμάτων.
         
Η κάθε όμορφη, ποθητή γωνιά του κόσμου μπορεί να γίνει δάσος και ναός, δρομάκι και δωμάτιο, λιβάδι και σιδηροδρομικός σταθμός. Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.

Πετούσα μαζί με τη νυχτερινή πεταλούδα μέσα σ’ ένα δάσος των Ινδιών, στο άρωμα των φύλλων, μύριζα το παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας. Καβαλούσα ένα άλογο, καθόμουν πάνω στα θρανία, ταλαντευόμουν με το φύσημα του ανέμου σε πανύψηλες κορφές δέντρων και κατάρτια ιστιοφόρων που έφταναν ως τον ουρανό, κυνηγούσα παραδεισένια πουλιά. Με κυνηγούσαν παράξενα τέρατα και τρεπόμουν σε φυγή, ήμουν νέος και γέρος, ήμουν νάνος και γίγαντας. Από τον κήπο δεν έβλεπα τίποτα πια, ήταν τόσο γεμάτος, τόσες πολλές χώρες και μέρη της γης είχαν μαζευτεί μέσα του, τόσες πολλές εποχές, τόσες πολλές πόλεις και άνθη, άστρα και χιονοστιβάδες. Πώς μπόρεσα να ζήσω τόσο καιρό δίχως να μπορώ να επιθυμήσω έναν τέτοιο κήπο; Ο κήπος δεν ήταν τίποτα και ό,τι όμορφο, περιποιημένο και άνετο, ό,τι προσπαθούσα να βρω εδώ μου ήταν τώρα ατέλειωτα μακρινό και αδιάφορο, εκτός του ότι δε μπορούσα να δω τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Που ήμουν λοιπόν; Ήμουν στο παραμύθι, ήμουν στις απαρχές του κόσμου, όπου το κάθε πράγμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάποιο άλλο, όπου κάθε πράγμα είναι ανύπαρκτο και αδιάφορο για τον εαυτό του αλλά ιερό και αιώνιο σαν αλληγορία, σαν εικόνα, σαν φευγαλέα κατοικία του Θεϊκού. Βρισκόμουν μέσα στην ίδια μου την ψυχή, γιατί αυτή που την ξέρουμε τόσο λίγο, είναι ο πρωτογενής, μαγικός μας κόσμος. Πως ήταν δυνατόν να ξέρουμε τόσα λίγα για κείνον, και τόσο σπάνια να επιστρέφουμε σ’ αυτόν.

Το αυτί μου έπιασε κανα-δυο ήχους από μακριά, κάποιος έπαιζε πιάνο μες στη νύχτα και ήταν σαν να έπαιζε πιάνο η αδελφή μου, η μακρινή μου αγαπημένη. Σαν αστραπή ένιωσα μέσα μου βαθιά τι σήμαινε μουσική για μένα, λάμψε θαυμάσιο το κρύσταλλο της για λίγα δευτερόλεπτα, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπαχ, η ορχήστρα και το εκκλησιαστικό όργανο, το κουαρτέτο, η όπερα και το ορατόριο. Για μερικές στιγμές ο κόσμος μεταμορφώθηκε σ' ένα τεράστιο μωσαϊκό τόνων και ήχων. Κάθε ήχος ήταν θεός, κάθε οκτάβα η επιβεβαίωσή του, κάθε τέρτσο ο δεσμός του με τους καιρούς και τη δύναμη της μεταμόρφωσης, κάθε ακόρντο, το φευγαλέο, αστραφτερό του ρούχο.»




* Το παρόν διήγημα του Έσσε ήταν άτιτλο στην αυθεντική του μορφή. Στα ελληνικά του δόθηκε ο τίτλος «Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου» και περιλαμβάνεται στη συλλογή ιστοριών «Ένα Βράδυ με το Δόκτορα Φάουστ και άλλα Διηγήματα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Η μετάφραση είναι του Γ. Κώνστα.


11 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα ενός Παιδιού από την Ουαλία. Του Ντύλαν Τόμας


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Illustration by Peter Bailey, αφίσα από το φονικό κουνέλι
Original illustration by Peter Bailey



Τον παλιό καιρό, τότε που τα Χριστούγεννα δεν είχαν ακόμα καταξιωθεί ως η επίσημη παγκόσμια γιορτή της κατανάλωσης· τότε που τα κάλαντα αποσκοπούσαν περισσότερο στη χαρά της περιπλάνησης – και τα παιδιά δεν κλείνονταν σπίτι τους, μα έβγαιναν στο κρύο να τα πουν· στην εποχή που χιόνιζε που και που μες στις γιορτές και αισθανόσουν περισσότερο τη θαλπωρή της φωτιάς και του σπιτιού· τον καιρό εκείνο που δεν ακούγαμε για εκατομμυριοστή χιλιοστή φορά το γνωστό pop άσμα που παίζει κάθε χρόνο στα ραδιόφωνα (και, πλέον, στους σταθμούς του ηλεκτρικού)· τον καιρό, εκείνο, που λέτε, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας [Dylan Thomas] έγραψε τα “Χριστούγεννα Ενός Παιδιού Από Την Ουαλία”.

Η ιστορία δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1955 – άρα η εποχή που περιγράφει τοποθετείται κάπου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τον καιρό που ο Τόμας ήταν παιδί. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ματιά στα Χριστούγεννα μιας αλλοτινής εποχής – δίχως πλοκή, μα ξεχειλίζοντας εικόνες, φαντασία και πανέξυπνο χιούμορ. Η ιστορία αντηχεί ήχους από καμπανάκια και μοσχομυρίζει γλυκό. Διαβάζοντάς τη γίνεσαι για λίγο ξανά παιδί και νιώθεις πως μεταφέρεσαι πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια – και βάζεις παροδικά τον κυνισμό σου στην άκρη.

Αυτή τη μικρή ιστορία θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Τα λόγια συνοδεύουν εικονογραφήσεις από διαφορετικές εκδόσεις τις ιστορίας (μιας από τις δημοφιλέστερες του Τόμας) ανά τις δεκαετίες. Περιλαμβάνονται σχέδια των εικονογράφων Fritz Eichenberg, Ellen Raskin, Trina Schart και Peter Bailey.

Πάμε λοιπόν πίσω στον χρόνο. Και ας βαδίσουμε, παρέα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, στη λευκοντυμένη από χιόνι εκείνη παραλία, πλάι στη θάλασσα, ενώ θέτουμε το ερώτημα: “καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;” Ίσως στην ερώτηση αυτή, βγαλμένη από τη σκέψη ενός παιδιού, περικλείεται πολύ μεγαλύτερο νόημα στις Γιορτές, συγκριτικά με τα γνωστά και χιλιοειπωμένα λόγια που ακούμε κάθε χρόνο.



A Child's Christmas in Wales - illustration: Ellen Raskin
Illustration by Ellen Raskin


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία




«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ εκείνα τα χρόνια, στην άλλη γωνιά της παραθαλάσσιας πόλης· σιωπή παντού, εκτός από τον μακρινό ψίθυρο των φωνών που ακούω, καμιά φορά, μια στιγμή πριν από τον ύπνο, έτσι που δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε χιονίσει έξι μέρες κι έξι νύχτες όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ή δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, όταν ήμουν έξι.

Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επιφάνεια ό, τι βρω. Βουλιάξει το χέρι μου σ’ αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και ... να τους! αναδύονται η κυρία Πρόδερο κι οι πυροσβέστες.

Ήταν το απόγευμα της παραμονής κι εγώ βρισκόμουν στον κήπο της κυρίας Πρόδερο και παραφύλαγα τις γάτες, μαζί με τον γιό της, τον Τζιμ. Χιόνιζε. Πάντοτε χιόνιζε τα Χριστούγεννα. Ο Δεκέμβρης στη μνήμη μου, είναι λευκός όπως η Λαπωνία, μ' όλο που δεν υπήρχαν τάρανδοι. Αλλά υπήρχαν γάτες. Υπομονετικοί, παγωμένοι και άκαμπτοι, με τα χέρια μας τυλιγμένα σε κάλτσες, περιμέναμε ν' αρχίσουμε τις γάτες στις χιονιές. Λείες και λυγερές σαν πάνθηρες, με τρομερά μουστάκια, φτύνοντας και νιαουρίζοντας θα τινάζονταν και θα γλιστρούσαν στους άσπρους τοίχους της πίσω αυλής και οι γερακομάτηδες κυνηγοί, ο Τζιμ κι εγώ, οι παγιδευτές με τα γούνινα σκουφιά και τις γαλότσες από το Χάντσον Μπει, πέρα από την οδό Μαμπλ, θα εκσφενδονίζαμε τις θανατηφόρες χιονιές μας στο πράσινο των ματιών τους.

Οι σοφές γάτες δεν εμφανίζονταν ποτέ. Ήμασταν τόσο σιωπηλοί, τόσο ακίνητοι, εσκιμοπόδαροι αρκτικοί ανιχνευτές στην προστατευτική σιωπή του αιώνιου χιονιού - αιώνιου μολονότι το είχε στρώσει μόλις την Τετάρτη - που δεν ακούσαμε την πρώτη κραυγή της κυρίας Πρόδερο από το ιγκλού της στο βάθος του κήπου. Ή, αν την ακούσαμε, μας φάνηκε σαν μακρινή πρόκληση από εκείνη - αντίπαλο και θήραμα μαζί - την πολική γάτα της γειτόνισσας. Σύντομα, όμως, η φωνή δυνάμωσε: «Φωτιά!» κραύγαζε η κυρία Πρόδερο, χτυπώντας το γκονγκ του δείπνου.

Κι εμείς ξεχυθήκαμε στον κήπο, με τις χιονόμπαλες στα χέρια· και, πράγματι, καπνός έβγαινε από την τραπεζαρία και το γκονγκ βροντούσε και η κυρία Πρόδερο διαλαλούσε την καταστροφή σαν ντελάλης στην Πομπηία. Κι αυτό ήταν καλύτερο κι από το να στέκονταν στη σειρά πάνω στη μάντρα όλες οι γάτες της Ουαλίας μαζί. Ορμήσαμε στο σπίτι, φορτωμένοι τις χιονόμπαλες και σταματήσαμε στην ανοιχτή πόρτα του δωματίου, που είχε ντουμανιάσει απ' τον καπνό.

Κάτι καιγόταν ήταν σίγουρο. Ίσως ο κύριος Πρόδερο, που πάντοτε έπαιρνε έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό, με την εφημερίδα απλωμένη στο πρόσωπό του. Όμως εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου λέγοντας: «Σπουδαία Χριστούγεννα!» και δέρνοντας τον καπνό με μια παντόφλα.

«Φώναξε την Πυροσβεστική!» ούρλιαξε η κυρία Πρόδερο, καθώς χτυπούσε το γκονγκ.

«Δεν θα' ρθει», είπε ο κύριος Πρόδερο, «είναι Χριστούγεννα».

Δεν υπήρχε φωτιά, μόνο σύννεφα καπνού και ο κύριος Πρόδερο όρθιος ανάμεσά τους, ανεμίζοντας την παντόφλα του, σαν να διεύθυνε ορχήστρα.

«Κάντε κάτι», είπε.

Και πετάξαμε όλες τις χιονόμπαλες στον καπνό - νομίζω πως δεν πέτυχε καμιά τον κύριο Πρόδερο - και τρέξαμε έξω απ' το σπίτι, στον τηλεφωνικό θάλαμο.

«Να φωνάξουμε και την αστυνομία», είπε ο Τζιμ.

«Και το Πρώτων Βοηθειών».

«Και τον Έρνι Τζένκινς, του αρέσουν οι πυρκαγιές».

Αλλά φωνάξαμε μόνο την Πυροσβεστική και σύντομα ήρθε το όχημα και τρεις ψηλοί άνδρες με κράνη έβαλαν μια κάνουλα μέσα στο σπίτι και ο κύριος Πρόδερο μόλις που πρόλαβε να βγει πριν την ανοίξουν. Σπάνια τυχαίνει τέτοιος σαματάς παραμονιάτικα. Κι όταν οι πυροσβέστες έκλεισαν την κάνουλα και τους είδαμε να στέκονται μέσα στο μουσκεμένο, κατακαπνισμένο δωμάτιο, η θεία του Τζιμ, η δεσποινίς Πρόδερο, κατέβηκε και τους περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο Τζιμ κι εγώ περιμέναμε, χωρίς να μιλάμε, ν' ακούσουμε τι θα τους έλεγε. Πάντα έλεγε το σωστό. Κοίταξε τους τρεις ψηλούς άνδρες με τ' αστραφτερά τους κράνη, όρθιους ανάμεσα στους καπνούς και τις στάχτες και τις χιονόμπαλες που έλιωναν και είπε: «Θέλετε να διαβάσετε κάτι;»



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



Χρόνια και χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί, όταν υπήρχαν λύκοι στην Ουαλία και πουλιά, στο χρώμα των κόκκινων φανελένιων μεσοφοριών, πετάγονταν μέσα από τους μυτερούς βράχους, όταν τραγουδούσαμε και κυλιόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα σε σπηλιές που μύριζαν σαν κυριακάτικα απογεύματα σε υγρές σάλες χωριατόσπιτων και κυνηγούσαμε τους Άγγλους και τις αρκούδες, πριν από το αυτοκίνητο, πριν από τον τροχό, πριν από το άλογο με το πρόσωπο της δούκισσας, όταν χιμούσαμε δίχως σέλλα στους αθώους, ευτυχισμένους λόφους, χιόνιζε και χιόνιζε. Αλλά εδώ ένα μικρό αγόρι λέει: «Χιόνισε και πέρσι. Έφτιαξα ένα Χιονάνθρωπο και ο αδελφός μου τον κλώτσησε και τον γκρέμισε, κι ύστερα κλώτσησα κι εγώ τον αδελφό μου και μετά πήγαμε για τσάι».

«Όμως δεν ήταν το ίδιο χιόνι», λέω εγώ. «Το χιόνι μας δεν χυνόταν μονάχα απ' τα μεγάλα κατάλευκα μαστέλα του ουρανού, μα αναδευόταν σαν σάλι μέσα απ' το χώμα κι ύστερα ξεπηδούσε και τιναζόταν από τα μπράτσα και τα χέρια και τα κορμιά των δένδρων· χιόνι φύτρωνε όλη τη νύχτα στις σκεπές των σπιτιών σαν καθαρό, γέρικο μούσκλο, λεπτοκεντούσε σαν λευκός κισσός τις μάντρες και προσγειωνόταν στους ώμους του ταχυδρόμου που εκείνη τη στιγμή άνοιγε την αυλόπορτα, σαν μουγκή, μουδιασμένη χιονοθύελλα από άσπρες, σκισμένες, χριστουγεννιάτικες κάρτες.

«Υπήρχαν και ταχυδρόμοι τότε;»

«Με ψιχαλιστά μάτια και κερασένιες από τον άνεμο μύτες· με φαρδιά, παγωμένα πόδια. Τσαλαπατούσαν τα πορτάκια και τα τράνταξαν λες κι ήταν σάκοι πυγμαχίας, όμως το μόνο που άκουγαν τα παιδιά ήταν ένα κουδούνισμα καμπάνας».

«Εννοείς πως οι ταχυδρόμοι έκαναν τοκ-τοκ κι οι πόρτες κουδούνιζαν;»

«Εννοώ πως τα κουδουνάκια που άκουγαν τα παιδιά βρίσκονταν μέσα τους».

«Εγώ ακούω βροντές καμιά φορά, ποτέ κουδουνίσματα».

«Υπήρχαν και καμπάνες».

«Μέσα τους;»

«Όχι, όχι, όχι, στα μαύρα σαν τις νυχτερίδες, χιονόλευκα καμπαναριά· τραβούσαν το σκοινί τους επίσκοποι και πελαργοί. Κι έστελναν τις ειδήσεις τους πάνω απ' την τυλιγμένη μ' επιδέσμους πόλη, πάνω από τον παγωμένο αφρό των λόφων από πούδρα ή παγωτό, πάνω απ' τη ραγισμένη θάλασσα. Θαρρούσα τότε πως όλες οι εκκλησιές βροντοφώναζαν χαρούμενα κάτω από το παράθυρό μου, και πως τα κοκόρια έκραζαν για τα Χριστούγεννα πάνω στο φράχτη μας».




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση: Trina Schart Hyman
illustration by Trina Schart Hyman



«Πες μου πάλι για τους ταχυδρόμους».

«Ήταν συνηθισμένοι ταχυδρόμοι που αγαπούσαν το περπάτημα και τους σκύλους και τα Χριστούγεννα και το χιόνι. Χτυπούσαν τις πόρτες με μελανιασμένα δάχτυλα...»

«Η οικία μας είχε ένα μαύρο ρόπτρο...»

«Και μετά στέκονταν στο άσπρο χαλάκι της εισόδου, στις μικρές, γερτές βεράντες και λαχάνιαζαν και βαριανάσαιναν, φτιάχνοντας φαντάσματα με την ανάσα τους και ταλαντεύονταν από το ένα πόδι στο άλλο, σαν παιδιά που θέλουν να βγουν από την τάξη».

«Και μετά, τα δώρα;»

«Και μετά τα Δώρα, αφού είχαν ανταλλάξει ευχές οι μεγάλοι. Και ο παγωμένος ταχυδρόμος, μ' ένα ρόδο στην άκρη της μύτης, τσουλούσε αναψοκοκκινισμένος στο γλιστερό, σαν δίσκο του τσαγιού, μονοπάτι, στον αστραφτερό, από τον πάγο, λόφο. Βάδιζε με τις κρουσταλλιασμένες βαριές του μπότες, σαν άνθρωπος που ισορροπεί στη σχεδία ενός ψαρά.

«Κι ενώ η τσάντα του λικνιζόταν σαν την παγωμένη καμπούρα μιας καμήλας, έστριβε, παραζαλισμένος, τη γωνία στο ένα πόδι, και, μα το Θεό, εξαφανιζόταν στη στιγμή».

«Πες μου πάλι για τα Δώρα».

«Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο, δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούλα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί».

«Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα».

«Σακουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα 'θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, οπού μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γκλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για ένα Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια.



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



«Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;»

«Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα τη μπα-λωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη, μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριξε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη - και κάτι μικρούλες θείες ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια».

Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί εκείνα τα πρωινά στους φορτωμένους με χιόνι δρόμους· πάντοτε ένας γέρος με γκριζοκίτρινο μπόουλερ και καναρινί γάντια και, με τέτοιο καιρό, έχοντας πάντα χιονισμένες τις γκέτες του, έκανε τον περίπατο του ως τη χιονισμένη πρασιά του μπόουλινγκ και πάλι πίσω, όπως θα την έκανε, ο κόσμος να χαλούσε, όχι μόνο ανήμερα τα Χριστούγεννα αλλά και την Ημέρα ακόμη της Κρίσεως• καμιά φορά δυο λεβέντες, με τις μεγάλες πίπες τους να καπνίζουν, χωρίς πανωφόρια, με τα κασκόλ τους ν' ανεμίζουν, θα κατηφόριζαν αμίλητοι ως την παραμελημένη θάλασσα, για να τους ανοίξει η όρεξη, για να καθαρίσει το κεφάλι τους, ποιος ξέρει, κι ύστερα θα προχωρούσαν ίσια στα κύματα, ώσπου να μη μείνει τίποτα απ' αυτούς, παρά μονάχα τα δυο σγουρά σύννεφα του καπνού πάνω από τα ολόιδια τσιμπούκια τους. Μετά θα ορμούσα φουριόζος στο σπίτι, με τις μυρωδιές από τις σάλτσες των ψητών των άλλων, με τη μυρωδιά του πουλιού, του κονιάκ, της πουτίγκας και της γέμισης να μου τρυπάνε τα ρουθούνια, όταν πίσω από ένα χιονόφραχτο στενό θα εμφανιζόταν ένα αγόρι φτυστό εγώ, μ' ένα τσιγάρο με τριανταφυλλί επιστόμιο και με το βιολετί παρελθόν ενός μαυρισμένου ματιού, κορδωμένο σαν κοκόρι, να στραβοκοιτάζει τον εαυτό του τον ίδιο.

Θα τον μισούσα με την πρώτη ματιά και θα ετοιμαζόμουν να φέρω την σκυλοσφυρίχτρα μου στα χείλη και να φυσήξω τόσο που να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου Χριστουγέννων, όταν ξαφνικά εκείνος, μ' ένα βιολετί βλεφάρισμα, θα έβαζε τη δική του σφυρίχτρα στα δικά του χείλη και θα φυσούσε τόσο απότομα, τόσο τσιριχτά, τόσο εξαίσια δυνατά, που αλαφιασμένα πρόσωπα, με τα μάγουλα μπουκωμένα από τη χήνα, θα κολλούσαν στα στολισμένα τους παράθυρα, σ' όλο το μήκος του λευκού δρόμου που αντιλαλούσε.

Για δείπνο είχαμε γαλοπούλα και γυαλιστερή πουτίγκα και μετά το φαγητό οι Θείοι κάθονταν μπροστά στη Φωτιά, χαλάρωναν όλα τα κουμπιά, απόθεταν τα μεγάλα υγρά τους χέρια πάνω στις αλυσίδες των ρολογιών τους, έβγαζαν ένα δυο μουγκρητά κι αποκοιμούνταν. Μητέρες, θείες και αδελφές, έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας γαβάθες. Η θείτσα Μπέσυ, που είχε ήδη τρομάξει δυο φορές από ένα κουρδιστό ποντίκι, κλαψούριζε ακουμπισμένη στο μπουφέ και σερβιριζόταν λίγο κρασί από βατόμουρο. Ο σκύλος ήταν άρρωστος. Η θείτσα Ντόζι έπρεπε να πάρει τρεις ασπιρίνες, αλλά η θείτσα Χάννα, που αγαπούσε το πόρτο, στεκόταν στη μέση της φρακαρισμένης από το χιόνι πίσω αυλής τραγουδώντας σαν μεγαλόστηθη τσίχλα. Εγώ φούσκωνα μπαλόνια για να δω πόσο μπορούσαν να φουσκώσουν· και, όταν έσκαγαν, πράγμα που πάντα συνέβαινε, οι Θείοι αναπηδούσαν και μουρμούριζαν. Μέσα στο πλούσιο και βαρύ απόγευμα, ενώ οι θείοι ανάσαιναν σαν δελφίνια και το χιόνι κατέβαινε απαλά, καθόμουν ανάμεσα σε γιρλάντες και κινέζικα φαναράκια και τσιμπολογούσα χουρμάδες και προσπαθούσα να φτιάξω ένα συναρμολογούμενο πολεμικό σκάφος, ακολουθώντας τις Οδηγίες για τους Μικρούς Μηχανικούς και τελικά σκάρωνα κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποθαλάσσιο τραμ.



Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση του Fritz Eichenberg
illustration by Fritz Eichenberg



Ή έβγαινα έξω, με τις ολοκαίνουργιες μπότες μου να τρίξουν, στον λευκό κόσμο, στο λόφο που έβλεπε τη θάλασσα, για να φωνάξω τον Τζιμ και τον Νταν και τον Τζακ και να βολτάρουμε στα νύχια των ποδιών στους ήσυχους δρόμους, αφήνοντας τεράστια, βαθιά ίχνη στα κρυμμένα πεζοδρόμια.

«Στοίχημα πως οι άνθρωποι θα νομίσουν ότι πέρασαν ιπποπόταμοι».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ιπποπόταμο να κατεβαίνει το δρόμο μας;»

«Θα 'κανα έτσι, μπανγκ! Θα τον πετούσα πάνω απ' τα κάγκελα και θα τον άφηνα να κατρακυλήσει στο λόφο και μετά θα τον γαργαλούσα κάτω απ' το αυτί και θα κουνούσε την ουρά του».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες δύο ιπποπόταμους;»

Αρρενωποί ιπποπόταμοι με σιδερένιες λαγόνες, βροντούσαν και γκρέμιζαν τα πάντα καθώς έρχονταν προς το μέρος μας μέσα απ' τις ριπές του χιονιού, την ώρα που προσπερνούσαμε το σπίτι του κ. Ντάνιελ.

«Να ταχυδρομήσουμε στον κ. Ντάνιελ μια χιονόμπαλα μέσα απ' το γραμματοκιβώτιό του».

«Να γράφουμε "ο κύριος Ντάνιελ είναι σαν σπάνιελ" σ' όλη του την πρασιά».

Ή περπατούσαμε στη λευκή παραλία. «Καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;»




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Εικονογράφηση του Peter Bailey
Illustration: Peter Bailey



Οι σιωπηλοί νεφόπληκτοι ουρανοί έβγαζαν στη θάλασσα. Τώρα ήμασταν ταξιδιώτες τυφλωμένοι από το χιόνι, χαμένοι στους βορινούς λόφους· και τεράστια σκυλιά με πλαδαρά προγούλια, με φλασκιά γύρω απ' το λαιμό τους, σκουντουφλούσαν πλησιάζοντάς μας, με την υλακή “Excelsior”. Γυρνούσαμε σπίτι μέσα από τους φτωχούς δρόμους όπου κάτι παιδιά ψαχούλευαν με γυμνά κόκκινα δάχτυλα μέσα στο αυλακωμένο από τις ρόδες χιόνι και μας γιουχάιζαν καθώς απομακρυνόμαστε, με τις φωνές τους να σβήνουν καθώς σερνόμασταν προς την κορφή του λόφου, μέσα στα κρωξίματα των γλάρων και το σφύριγμα των πλοίων στον περιδινούμενο κόλπο. Κι ύστερα, στο τσάι, οι ξανανιωμένοι Θείοι ήταν κεφάτοι· και το γλασαρισμένο κέικ δέσποζε στη μέση του τραπεζιού σαν μαρμάρινο μνήμα. Η θείτσα Χάννα έβαζε στο τσάι της και λίγο ρούμι, γιατί Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα τις ιστορίες που λέγαμε πλάι στο τζάκι, ενώ η λάμπα του γκαζιού ανάδινε φυσαλίδες όπως ο δύτης. Φαντάσματα ούρλιαζαν σαν κουκουβάγιες τις μακριές νύχτες, που δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου - ζώα παραμόνευαν κάτω απ’ τις σκάλες, όπου χτυπούσε ο μετρητής του γκαζιού. Και θυμάμαι ότι μια φορά βγήκαμε για να πούμε τα κάλαντα, και δεν υπήρχε η φέτα του φεγγαριού για να φωτίζει τα ιπτάμενα στενά. Στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου ήταν ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι και σκοντάψαμε στο σκοτάδι του μονοπατιού εκείνη τη νύχτα, όλοι μας φοβισμένοι, όλοι μας κρατώντας μια πέτρα στο χέρι για κάθε ενδεχόμενο και όλοι μας πολύ γενναίοι για να βγάλουμε άχνα. Ο άνεμος μέσα απ' τα δένδρα έκανε ένα θόρυβο λες και κάποιοι γέροι και δυσάρεστοι και αραχνοπόδαροι άνδρες ξεφυσούσαν μέσα σε σπηλιές. Πλησιάσαμε τον μαύρο όγκο του σπιτιού.

«Τι θα τους πούμε; Το "Ακούσατε τον Άγγελο";»

«Όχι», είπε ο Τζακ, «τον "Καλό Βασιλιά Γουενσεσλάς". Με το τρία».

Ένα, δύο, τρία και αρχίσαμε να τραγουδάμε, με τις φωνές μας ψηλές και σαν μακρινές στη φοδραρισμένη με χιόνι σκοτεινιά γύρω από το σπίτι, όπου δεν κατοικούσε κανείς απ' όσους ξέραμε. Στεκόμασταν σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κοντά στη σκοτεινή πόρτα.


Ο Καλός Βασιλιάς Γουενσεσλάς κοιτούσε

Του Αγίου Στέφανου το πανηγύρι



Και τότε μια εύθραυστη, ξερή φωνή, σαν τη φωνή κάποιου που έχει να μιλήσει πολύ καιρό, άρχισε να τραγουδάει μαζί μας· μια εύθραυστη, ξερή, σαν τσόφλι αυγού φωνή, από την άλλη πλευρά της πόρτας• μια μικρή ξερή φωνή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Κι όταν σταματήσαμε να τρέχουμε βρισκόμασταν έξω από το δικό μας σπίτι· το μπροστινό δωμάτιο ήταν υπέροχο· μπαλόνια έλαμναν κάτω από το γκάζι που κόχλαζε σαν θερμοφόρα· τα πάντα ήταν καλά και πάλι και έλαμπαν πάνω από την πόλη.

«Μπορεί να ήταν φάντασμα», είπε ο Τζιμ.

«Μπορεί να ήταν ξωτικά», είπε ο Νταν, που συνέχεια διάβαζε.

«Πάμε να δούμε αν έμεινε καθόλου πηχτή», είπε ο Τζακ. Και αυτό κάναμε.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα μουσική. Ένας Θείος έπαιξε βιολί, ένας ξάδελφος τραγουδούσε το "Ώριμο κεράσι" και ένας άλλος τον "Μικρό τυμπανιστή". Ήταν πολύ ζεστά στο σπιτάκι. Η θείτσα Χάννα που είχε περάσει στο κρασί από κοκκινογούλια, τραγουδούσε ένα τραγούδι για Αιμάσσουσες Καρδιές και θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πως η καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού· και τότε όλοι γελούσαν ξανά· και μετά πήγαινα για ύπνο. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου το φεγγαρόφωτο και το ατέλειωτο χιόνι με το χρώμα του καπνού, διέκρινα τα φώτα στα παράθυρα όλων των άλλων σπιτιών στο λόφο μας και άκουγα τη μουσική ν' ανεβαίνει μέσα απ' αυτά στη μεγάλη νύχτα που πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Χαμήλωνα το γκάζι, ξάπλωνα στο κρεβάτι. Έλεγα λίγα λόγια στο βαθύ και άγιο σκοτάδι και αποκοιμιόμουν.»



Η ιστορία περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των εκδόσεων Ερατώ. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου, Το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 16-18.



A Child's Christmas in Wales by Dylan Thomas - illustration by Peter Bailey
illustration by Peter Bailey

31 Ιανουαρίου 2016

Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος πρώτο





"Σύμφωνα με τα γράμματα που λαμβάνω, μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι από τους αναγνώστες των ιστοριών μου είναι ενήλικοι. Δικηγόροι, γιατροί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, καθηγητές κολλεγίων, αθλητές... Κατά τη γνώμη ορισμένων από αυτούς, τα σενάρια και οι διάλογοί μου απευθύνονται σε αναγνώστες με υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Επιτρέψτε μου να πω ότι ποτέ δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο! Δεν μου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσω παιδί που να μην έχει την ελάχιστη γνώση ή το ενδιαφέρον σχετικά με τη φυσική, την τεχνολογία ή την γεωγραφία" – Καρλ Μπαρκς


Στην πραγματικότητα το μέσο παιδί έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα μυστήρια του κόσμου γύρω του, συγκριτικά με το μέσο ενήλικα. Ο τελευταίος όλα τα γνωρίζει πια· είναι πεπεισμένος πως η γνώση που έχει για τον κόσμο είναι η μόνη ορθή και απαιτεί να σκέφτονται όλοι σαν αυτόν. Κανένα μυστήριο, καμιά άγνωστη χώρα. Ο μικρός εξερευνητής παρέδωσε τη θέση του στο μεγάλο καταπατητή.

Σήμερα θα μιλήσουμε για ιστορίες με παπιά – ξέρετε, εκείνες που διαβάζαμε παιδιά. Και θα συζητήσουμε για ένα μεγάλο δημιουργό – έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες του 20ου αιώνα, οι ιστορίες του οποίου μπορούν επάξια να σταθούν δίπλα στα έργα του Αισώπου, του Περώ, του Βερν ή του Μαρκ Τουέην.

Τί ήταν εκείνο που έκανε το θείο Σκρουτζ τόσο αγαπητό στα μάτια μας όταν διαβάζαμε τις ιστορίες του μικροί; Η δίψα του για χρήμα; Όχι βέβαια – ήταν τα ταξίδια εκείνα που μας μάγευαν· η περιπλάνηση στον κόσμο· η επαφή με άγνωστους πολιτισμούς· η εξερεύνηση· η περιπέτεια. Ο Σκρουτζ ωστόσο φάνταζε κάτι μακρινό στα μάτια μας – σχεδόν εξωτικό. Ταυτιζόμασταν περισσότερο με τον ανιψιό του, Ντόναλντ, και τα τρία ανιψάκια, τον Χιούη, τον Ντιούη και τον Λιούη. Και ρουφούσαμε αχόρταγα τις ιστορίες τους, γινόμασταν συνοδοιπόροι στα ταξίδια τους. Και τα ωραιότερα ταξίδια ήταν τα πιο εξωτικά – εκείνα που φανέρωναν πως άλλοι κόσμοι είναι δυνατοί, άλλες πραγματικότητες. Πόσο έθρεψαν τη φαντασία μας αυτές οι ιστορίες!

Ήμουν έξι χρονών όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού ΚΟΜΙΞ. «Επιτέλους! Οι κλασικές ιστορίες που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εξ’ ολοκλήρου πολύχρωμες και τυπωμένες σε χαρτί πολυτελείας» - έλεγε στο οπισθόφυλλο. Καρλ Μπαρκς; Ποιος είναι αυτός, άραγε – θα αναρωτήθηκε πλήθος κόσμου τον καιρό εκείνο. Μέχρι που άρχισε να διαβάζει τις ιστορίες... και η μνήμη του επανήλθε, σαν πλατωνική ανάμνηση, καταχωνιασμένη στα βάθη της συνείδησης, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να ξεπροβάλλει: «Α, ΑΥΤΟΣ είναι ο Καρλ Μπαρκς! Ναι, τον ξέρω. Στην πραγματικότητα διαβάζω τις ιστορίες του εδώ και καιρό... απλά δεν ήξερα το όνομά του». 






Ο Καρλ Μπαρκς, βλέπετε, γνωστός και ως «Παπιάνθρωπος», έγραφε και σχεδίαζε επί δεκαετίες τις ιστορίες του κρυμμένος στην ανωνυμία – ήταν η πολιτική της εταιρείας Disney οι δημιουργοί της να μένουν ανώνυμοι στο ευρύ κοινό – μόνο η υπογραφή «Ουώλτ Ντίσνεϋ» δέσποζε, κυριαρχικά, στα δεκάδες έντυπα και έργα της εταιρίας. Ποιος ήξερε τους σχεδιαστές, τους σεναριογράφους, τους animators, τους κομίστες – κανείς.

Μέχρι που δύο οπαδοί των ιστοριών του αναζήτησαν, κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 60, κι ενώ σχεδόν έβγαινε στη σύνταξη, τον δημιουργό του Σκρουτζ Μακ Ντακ. Τον γνώρισαν και του πήραν μια συνέντευξη. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ο κόσμος έμαθε το όνομα Καρλ Μπαρκς. Γνώρισε πως ένα μεγάλο μέρος των ιστοριών που είχε αγαπήσει ήταν δικές του. Έμαθε πως ο χαμογελαστός αυτός κύριος με το μουστάκι ήταν ο δημιουργός όχι μόνο του Σκρουτζ Μακ Ντακ, μα και των Μουργόλυκων, της Μάτζικα Ντε Σπελ, του Γκαστόνε, του Κύρου Γρανάζη, του Σκληρόκαρδου Χρυσοκούκη και πλήθους άλλων χαρακτήρων με τις οποίες είχε μεγαλώσει. 

Και συνειδητοποίησε το αφηγηματικό βάθος αυτού του δημιουργού, ξέχειλο νοήματα και πολλαπλές αποχρώσεις που συχνά υπερέβαιναν τα πλαίσια της Ντίσνεϋ. Γιατί μέσα από τις ιστορίες του Καρλ Μπαρκς αναβλύζει όχι μόνο χιούμορ, μα και μια κριτική ματιά πάνω στην κοινωνία του 20ου αιώνα - όπως θα διαπιστώσουμε στη διάρκεια του αφιερώματός μας. Τα παπιά του Μπαρκς αντανακλούν την κοινωνία που τα έθρεψε - και όπως σημειώνουν άφθονοι μελετητές του Παπιάνθρωπου, μέσα από τα κόμικς του αναδύεται όχι μόνο ένας έξοχος παραμυθάς, μα και ένας ανατόμος της κοινωνίας των καιρών του.

Αυτό το αφιέρωμα, χωρισμένο σε δύο συνέχειες, είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής μου στον «Παπιάνθρωπο». Γιατί οι ιστορίες του είναι θαμμένες στην καρδιά μου σαν σεντούκι θησαυρού – από εκείνα τα σεντούκια που ούτε ο θείος Σκρουτζ δεν θα μπορέσει να ξετρυπώσει!






Λίγα λόγια για τον Παπιάνθρωπο



Όπως συμβαίνει με τόσους και τόσους συγγραφείς και καλλιτέχνες, τα έργα τους είναι συνήθως προιόντα κοπιαστικής, μοναχικής δουλειάς, σε κάποιο ημιφωτισμένο χώρο, ένα μικρό δωμάτιο βαρυφορτωμένο με χαρτιά κι «ένα μεγάλο κάλαθο αχρήστων» - όπως έλεγε ο ίδιος ο Μπαρκς. Θα φανταζόμασταν, άραγε, μικροί, πως τα υπέροχα αυτά εικονογραφημένα ταξίδια σε μέρη όπως οι Άνδεις, η τροπική Γουινέα, η εξωτική Τράλλα-Λα, το παγερό Κλοντάικ, η αρχαία Περσία, οι ζούγκλες του Ελ Ντοράντο, η υποχθόνια Γη, ως και τα πέρατα του διαστήματος, ήταν στην πραγματικότητα προιόντα έμπνευσης και δημιουργίας σ’ ένα μικρό δωματιάκι, φωτισμένο από κάποια παλιά λάμπα; Πως ο δημιουργός τους είχε ταξιδέψει ελάχιστα και πως πηγή πληροφοριών (και τροφή στη φαντασία του) υπήρξε μια μεγάλη συλλογή από τεύχη του National Geographic;

Δες όμως – τι υπέροχα ταξίδια ήταν αυτά! Εξορμήσεις σε χαμένους πολιτισμούς και άγνωστες πολιτείες, μέχρι τα πέρατα της γης. Μα αυτό δεν αφορούσε παρά ένα μέρος των ιστοριών του· γιατί όταν ο Μπαρκς αποφάσιζε να ασχοληθεί με τη μικροκοινωνία των χαρακτήρων του, το σύνθετο πλαίσιο της πόλης και της γειτονιάς, το αποτέλεσμα ήταν ένα πλήθος από μικρές σε έκταση, ευφάνταστες δημιουργίες, ξέχειλες χιούμορ και πανέξυπνες ανατροπές: ήταν οι ξακουστές δεκασέλιδες ιστορίες του Μπαρκς, εξίσου διάσημες με τις μεγαλύτερές του περιπέτειες. Στις ιστορίες αυτές συχνά ξετυλίγεται το πλέγμα όχι μόνο της φαντασίας του δημιουργού τους, μα μια γενικότερη αίσθηση των καιρών. Σχεδόν αισθάνεσαι πως ψηλαφείς την κοινωνία της εποχής και πως χαρακτήρες όμως ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε, η ζηλόφθονη Νταίζυ, ο τσιγκούνης Σκρουτζ, μα πάνω απ’ όλα ο γκαντέμης, ματαιόδοξος, τεμπέλης, εγωιστής, συχνά άνεργος, μονίμως εκνευρισμένος και ηρωικός υπό συνθήκες, Ντόναλντ... αισθάνεσαι πως χαρακτήρες όπως αυτοί συνιστούν γνήσιες σκιαγραφήσεις ανθρωπίνων τύπων, απολύτως ρεαλιστικών και διαχρονικών, όμοιες με τις περιγραφές των μεγαλύτερων λογοτεχνών.

Δεν είναι τυχαία εξάλλου η επιτυχία του Ντόναλντ Ντακ – ο καθένας μπορούσε να ταυτιστεί μαζί του, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.






Ο Μπαρκς δεν δημιούργησε τον Ντόναλντ – εξέλιξε όμως σε σημαντικό βαθμό την προσωπικότητά του, περιπλέκοντας την, προσδίδοντας ποικιλόμορφες χροιές και αποχρώσεις, φανερώνοντας πως δεν υπάρχουν άσπροι και μαύροι χαρακτήρες – μόνο σύνθετοι. Το ίδιο ίσχυε και για τους «κακούς» του, όπως η Μάτζικα και οι Μουργόλυκοι – παραήταν συμπαθείς για να ταυτιστούν με το πλήθος των στερότυπων κακών που δέσποζαν στα κόμικς των καιρών. "Οι κακοί είχαν πάντα μια καλή πτυχή στο χαρακτήρα τους και οι καλοί μια δόση κακεντρέχειας... Οι χαρακτήρες μου δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατοι... ήταν ανθρώπινοι", είχε πει ο Μπαρκς σε κάποια συνέντευξή του. Και όταν είχε έρθει πια η σειρά του θείου Σκρουτζ, δανεισμένου απ’ το σύμπαν του Καρόλου Ντίκενς και της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του, ήταν πια καιρός να ανεβάσει τις περιπέτειες των παπιών σε άλλο επίπεδο – και να εκτοξεύσει τα κόμικς της Ντίσνεϋ σε πρωτόγνωρες δόξες.

Οι ιστορίες του Μπαρκς έχουν κάτι από το ύφος και το στυλ των μεγάλων παραμυθάδων της λογοτεχνίας. Μπορεί κάποιος να συναντήσει έναν Αίσωπο κρυμμένο σε κάποια γωνιά της Λιμνούπολης· έναν Λα Φονταίν να αφηγείται ιστορίες στον κήπο του Ντόναλντ· έναν Ιούλιο Βερν να συνοδεύει το θείο Σκρουτζ στις περιπλανήσεις του· κι έναν Μαρκ Τουέην να χαμογελά σαρκαστικά με τα μπλεξίματα και τις γκάφες των παπιών. Και ποιος ξέρει – ίσως στο μικροσκοπικό, θαυματουργό αυτό βιβλιαράκι των Μικρών Εξερευνητών – ένα βιβλιαράκι που περιλαμβάνει, κατά θαυματουργό τρόπο, τα πάντα, κάθε δυνατό τομέα της γνώσης, ξεπερνώντας ακόμα και τη Wikipedia! – ίσως στο βιβλιαράκι αυτό να δεσπόζει κάτι απ’ το πνεύμα ενός Δον Κιχώτη.

Η επιρροή του εξάλλου έφτασε να υπερβεί το πλαίσιο των κόμικς της Disney. Ένας απ’ τους μεγάλους θαυμαστές του Μπαρκς ήταν ο Osamu Tezuka, γνωστός και ως “πατέρας των Manga”. Τα γιαπωνέζικα κόμικς χρωστάνε πολλά στον Παπιάνθρωπο, η τέχνη του οποίου επηρέασε καθοριστικά τον Τεζούκα. Τα μάνγκα του τελευταίου αναμειγνύουν έντεχνα τεχνικές της ιαπωνικής παράδοσης με το νεότερο δυτικό στυλ, όπως αναπτύχθηκε από την καθαρή, καρτουνίστικη πέννα του Μπαρκς.


Προσωπική αφιέρωση του Osamu Tezuka στον Carl Barks


Ρωτήστε εξάλλου τον Matt Groening, τον δημιουργό των Simpsons, ποια είναι η γνώμη του για τον Καρλ Μπαρκς - και πόσο επηρέασε ο Ντόναλντ Ντακ το χαρακτήρα του Homer Simpson. Όσο αφορά τον George Lucas; Κάποιες από τις περιπέτειες του Indiana Jones μοιάζουν βγαλμένες μέσα από το σύμπαν των παπιών...

Ο Μπαρκς κουβαλούσε μια ιστορία πίσω του που θύμιζε σε έναν βαθμό τις περιπέτειες των ηρώων του. Μεγαλώνοντας σε ένα αγροτικό πλαίσιο, ένας «καουμπόυ του γλυκού νερού» όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του, έχοντας λάβει μια καλή εκπαίδευση μα αναγκάζοντας να την εγκαταλείψει λόγω ακουστικών προβλημάτων, ο Μπαρκς πέρασε από αρκετά στάδια μέχρι να ανακαλύψει το ρόλο που του ταίριαζε: αγρότης, ξυλοκόπος, τορναδόρος, κτηνοτρόφος, μηχανικός σε εκτυπώσεις... Η εναλλαγή από δουλειά σε δουλειά υπήρξε καθοριστική για την έμπνευση των ιστοριών του Ντόναλντ Ντακ... Οι συνεχείς αποτυχίες, το πλήθος των στραβοπατημάτων, σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα του – «έμαθε να είναι πιο σκληρός απ’ τους σκληρούς, πιο έξυπνος απ’ τους έξυπνους», όπως έλεγε ο θείος Σκρουτζ. Τέλος, η επαφή με ένα σύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων, η λεπτή ειρωνεία και ο σαρκασμός με τον οποίο έβλεπε πως αντιμετώπιζαν την πραγματικότητά τους, το συχνά κωμικό πλέγμα των ανθρωπίνων καταστάσεων με τις οποίες ενεπλάκη... τον ώθησαν να συμπεράνει πως το χιούμορ είναι απαραίτητο για να τα βγάζει κάποιος πέρα.

Εν μέρει υπήρξε αυτοδίδακτος στο σχέδιο – και εν μέρει τον βοήθησαν κάποια μαθήματα αλληλογραφίας που έλαβε. Η πρώτη σταθερή δουλειά του ως εικονογράφου υπήρξε η συνεργασία με το περιοδικό Calgary Eye Opener, στα χρόνια μεταξύ 1928 και 1934. Ήταν ένα περιοδικό που απευθυνόταν, κατά κύριο λόγο, σε ενήλικες και τα σχέδια του Καρλ Μπαρκς της εποχής αντανακλούν αυτή τη διάθεση. Ποιος ξέρει – ίσως ήταν το περιοδικό που διάβαζε ο Ντόναλντ στα κρυφά, τις ώρες που τον είχε κουράσει η Νταίζυ και η γκρίνια της.






Ήταν 1935 όταν ξεκίνησε τη συνεργασία του με τη Ντίσνεϋ. Δούλευε στο τμήμα των κινουμένων σχεδίων τον καιρό εκείνο και μάλιστα, κάνοντας τη «λάντζα» - σχεδίαζε τα ενδιάμεσα frames, εκείνα που συνιστούν τη μεγαλύτερη απ’ τις αγγαρείες και μια απ’ τις πιο κουραστικές διαδικασίες του κινουμένου σχεδίου. Ο Μπαρκς δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος – ώσπου έστειλε μια ιδέα του για σενάριο σε καρτούν του Ντόναλντ: επρόκειτο για μια μηχανική καρέκλα-κουρέας, η οποία υποσχόταν το πιο φίνο ξύρισμα και κούρεμα – μέχρι που ο Ντόναλντ τα κάνει θάλασσα, ως συνήθως. Η ιδέα του είχε μεγάλη απήχηση και σύντομα ο Μπαρκς έμελλε να τη δει υλοποιημένη στην οθόνη: Το καρτούν «Μοντέρνες Εφευρέσεις» του 1936 παραμένει ένα από τα κλασικότερα καρτούν του Ντόναλντ Ντακ.

Αυτό ήταν – ο Μπαρκς ανήκε και επισήμως πλέον στη συγγραφική ομάδα των καρτούν του Ντόναλντ. Λίγα τον χώριζαν πλέον από την ανάληψη των ιστοριών σε κόμικς.

Ο επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν η ιστορία σε κόμικς “Donald Duck Finds Pirate Gold” του 1942. Ο Μπαρκς ανέλαβε από κοινού τον σχεδιασμό της ιστορίας, παρέα με τον συνεργάτη του, Τζακ Χάννα. Υπήρξε η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωα τον Ντόναλντ. Λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί η ιστορία “Pluto Saves The Ship” – η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωες του Ντίσνεϋ. Λίγους μήνες μετά, τον Απρίλη του 1943, θα έγραφε και θα σχεδίαζε και την πρώτη δεκασέλιδη ιστορία του με ήρωα τον Ντόναλντ: το όνομά της ήταν “Victory Garden” – «Ονειρεμένο Περιβόλι» στα ελληνικά.

Τα υπόλοιπα είναι μια όμορφη ιστορία, το περιεχόμενο της οποίας βρίσκεται στα πλήθη εκείνα των περιοδικών με τα οποία μεγαλώσαμε  και με τα οποία μεγαλώνουμε ακόμα.







Οι 30 Ωραιότερες Ιστορίες του Καρλ Μπαρκς (Μέρος 1 - Θέσεις 30-21)




30 # Το Χρυσάφι Του Πειρατή (Donald Duck Finds Pirate Gold, 1942)






Νομίζω αξίζει να ξεκινήσω την αντίστροφη αυτή μέτρηση με την ιστορία με την οποία «ξεκίνησαν όλα». Πρόκειται για την πρώτη ιστορία με ήρωα τον Ντόναλντ που σχεδίασε ο Μπαρκς, καθώς και την πρώτη πολυσέλιδη περιπέτεια του Ντόναλντ που προοριζόταν για περιοδικό. Είχαν προηγηθεί οι συμμετοχές του Ντόναλντ στα στριπ του Μίκυ Μάους, που σχεδίασε ο Φλόυντ Γκόντφρεντσον, καθώς και τα περίφημα στριπ του Αλ Ταλιαφέρο – ο οποίος εξέλιξε σε καθοριστικό βαθμό την προσωπικότητα του Ντόναλντ. Μα ο πάπιος που πρωταγωνιστούσε στις μικρές, κωμικές αυτές ιστορίες, δεν είχε γίνει ακόμα ήρωας μιας αληθινής, εικονογραφημένης περιπέτειας... ήταν, λοιπόν, η ώρα για το «Χρυσάφι του Πειρατή».

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορία του Ντόναλντ, το «Χρυσάφι του Πειρατή» θυμίζει κινούμενα σχέδια παρά κόμικς. Η διαδοχή των εικόνων έχει κινηματογραφική ροή, τα πλάνα μοιάζουν με εκείνα της μεγάλης οθόνης, ενώ οι διάλογοι συχνά απουσιάζουν. Εχθρός του Ντόναλντ στην ιστορία είναι ο Μαύρος Πητ – όπως και σε πλήθος από τις παλιές του περιπέτειες, ακολουθώντας κι εδώ την παράδοση των κινουμένων σχεδίων – ήταν πολύ νωρίς ακόμα για την εμφάνιση των Μουργόλυκων ή της Μάτζικα.







Την ιστορία υπογράφει ο Bob Karp, ενώ το σχέδιο μοιράζονται από κοινού ο Carl Barks με τον Jack Hannah. Ο Μπαρκς είχε αναλάβει τα εξωτερικά πλάνα και ο Χάννα τα εσωτερικά. Το πρώιμο σχέδιο του Μπαρκς μοιάζει πολύ με εκείνο των κινουμένων σχεδίων – πλαστικό, στρογγυλεμένο, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Με την πάροδο των χρόνων θα μεταμορφωνόταν σημαντικά, παράλληλα με τη μεταμόρφωση των χαρακτήρων του.

Η ιστορία αναδύει έναν όμορφο, αλμυρό θαλασσινό αέρα και η πειρατική διάθεση παραπέμπει σε κλασικά μυθιστορήματα όπως το «Νησί των Θησαυρών»... Μα αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.



29 # Το Ολόχρυσο Φεγγάρι  (Τhe Τwenty Four Carat Moon, 1958)



Σε μια από τις πιο εμβληματικές ανατροπές στην ιστορία των κόμικς, ο Σκρουτζ Μακ Ντακ παρακολουθεί δίχως λόγια το μοναχικό κάτοικο ενός πλανήτη να αποκτά την ευτυχία με μία χούφτα... χώμα. Ο πλανήτης στον οποίο κατοικεί είναι φτιαγμένος από καθαρό χρυσάφι και ο Σκρουτζ χρειάστηκε να υπερισχύσει από πλήθος ανταγωνιστές και αντιπάλους, μέχρι να απλώσει πρώτος τα πόδια του στον χρυσό αυτό πλανήτη και να μπήξει τη σημαία του, σαν άλλος κατακτητής μιας ολόχρυσης σελήνης. Μα ο εξωγήινος κάτοικος του πλανήτη αδιαφορεί για τον χρυσό – «μήπως σου βρίσκεται λίγο χώμα, να το ανταλλάξεις με τον πλανήτη μου;», ρωτά τον απορημένο Σκρουτζ, ο οποίος νομίζει πως έχει να κάνει με έναν τρελό – γιατί πως είναι δυνατόν, σε τελική ανάλυση, να μην είσαι ευτυχής κατέχοντας έναν πλανήτη από ατόφιο χρυσάφι.






Ο Σκρουτζ τυχαίνει να κουβαλά λίγο χώμα στις αποσκευές του. Ενθουσιασμένος ο εξωγήινος ευχαριστεί θερμά τον Σκρουτζ – ο οποίος χαμογελά νιώθοντας πως έχει να κάνει με κάποιον θεοπάλαβο. Τότε όμως ο εξωγήινος τοποθετεί το χώμα σε μια ιδιόμορφη μηχανή που την ονομάζει «Μαγνητικό Ελκυστή»· το χώμα μεγεθύνεται, έλκει γύρω του στοιχεία της ατμόσφαιρας και, σταδιακά, αρχίζει να μετασχηματίζεται σε μια μικροσκοπική υδρόγειο σφαίρα: τα ορυκτά και τα μέταλλα παραχωρούν τη θέση του σε νερό και βλάστηση – σύντομα έχει δημιουργηθεί ένας ολόφρεσκος, μικρός πλανήτης, όμοιος με τη γη. «Τι να το κάνω το χρυσό, όταν πάλι μπορώ και ζω σε έναν πλανήτη σαν αυτό, με τροφή, νερό και ζωή!», λέει χαρούμενος ο εξωγήινος, αναχωρώντας για άλλους ουρανούς.

Και ο Σκρουτζ αισθάνεται πως τελικά, τίποτα δεν κέρδισε στο τέλος.

Με ιστορίες σαν αυτή ο Μπαρκς επάξια θεωρήθηκε ένας απ’ τους μεγάλους παραμυθάδες του 20ου αιώνα.



28 # Βόρεια Του Γιούκον (North Of The Yukon, 1965)



Εν έτει 1965 ο Καρλ Μπαρκς βρισκόταν στο λυκόφως των αφηγήσεών του με ήρωες τα παπιά. Μα λίγο πριν το τέλος έμελλε να δώσει μία από τις πιο συγκινητικές του περιπέτειες, εξελίσσοντας ακόμα περισσότερο το χαρακτήρα του θείου Σκρουτζ και εμβαθύνοντας στο μύθο του. Το «Βόρεια του Γιούκον» επαναφέρει τον ήρωά μας στα μέρη που απέκτησε τον πλούτο του και τον φέρνει σε επαφή με έναν παλιό του αντίπαλο – τον Γλίτσα Λέρα. Ο σκληρός ανταγωνισμός μέσα από τα χιόνια, το ανήλεο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού εκ μέρους του αντιπάλου του, μα και η αδίστακτη πραγματικότητα της δημοσιότητας και των δημοσιογράφων – όλα έχουν ένα μερίδιο στη συναρπαστική αυτή περιπέτεια του Μπαρκς.







Περισσότερο όλων όμως, ξεχωρίζει η παρουσία ενός ζώου: του Γάβγη, ενός γέρικου σκύλου, που με αυταπάρνηση σώζει το αφεντικό του και αποδεικνύει πως τα γλυκύτατα τετράποδα συχνά είναι κατά πολύ ανώτερα των δίποδων που τα σέρνουν με λουριά. Στην ωραιότερη στιγμή της ιστορίας ο Σκρουτζ εγκαταλείπει το στόχο του, και μαζί με αυτόν τα πλούτη του, προκειμένου να σώσει τον γέρικο σκυλάκο από βέβαιο πνιγμό – έχει συνειδητοποιήσει πλέον πως κάποια πράγματα αξίζουν περισσότερο απ’ το χρήμα.



27 # Το Δεύτερο Πιο Πλούσιο Παπί Του Κόσμου (The Second Richest Duck, 1956)



Στην ιστορία αυτή εισάγεται το αντίπαλο δέος του Σκρουτζ Μακ Ντακ: o Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, ο μεγιστάνας απ’ την Αφρική, καθ’ όλα όμοιος με τον αντίζηλό του: όμοιος στα πλούτη, στον τρόπο ζωής, στην τσιγκουνιά, ως και στην εμφάνιση. Θα ‘λεγε κανείς πως βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέπτη ο Σκρουτζ ενδεχομένως να έκανε και λίγη αυτοκριτική... μα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα, οι δύο εχθροί καταφεύγουν σ’ έναν ανηλεή αγώνα επίδειξης, μέχρι τελικής πτώσης, ώστε να αποδείξουν πως ένας και μόνο ένας χωράει στην κορυφή – ποτέ δύο. Πόσο μάλλον αν αυτοί οι δύο μοιάζουν τόσο πολύ ο ένας με τον άλλο – είναι γεγονός εξάλλου πως δεν αγαπούμε ποτέ εκείνους που μας μοιάζουνε πολύ, που φτάνουν να συνιστούν αντίγραφο του ίδιου του εαυτού μας.





Τα ανίψια του Σκρουτζ συνοδεύουν, ως συνήθως, τον εκκεντρικό θείο τους στον αφελή αυτό αγώνα, όντας η φωνή της λογικής και διαπιστώνοντας τη ματαιότητα του πράγματος. Τελικά ο αγώνας καταλήγει στη σύγκριση δύο κουβαριών από κλωστή – καθώς, βλέπετε, σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα, οι δυο αντίπαλοι ήταν απολύτως ίσοι. Έτσι λοιπόν όποιος έχει την περισσότερη κλωστή είναι και ο νικητής... Και ο Μπαρκς, με την κλωστή της φαντασίας του, υφαίνει το αναπάντεχο, μα εντελώς «μπαρκσικό» φινάλε.

Ο Μπαρκς έμελλε να δημιουργήσει έναν ακόμα πλούσιο αντίπαλο του Σκρουτζ – ο λόγος για τον Τζων Ρόμπαξ, ο οποίος όμως δεν έλαβε σημαντικό μερίδιο συμμετοχής στις ιστορίες του. Ωστόσο οι Ιταλοί συνάδελφοι του Μπαρκς αγάπησαν τον Ρόμπαξ, βλέποντας σε αυτόν κάτι από τον νεόπλουτο επιδειξία που τόσο ταιριάζει στη σύγχρονη πραγματικότητα... Τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε, νομίζω, όλοι οι αναγνώστες αυτού του αφιερώματος.



26 # Κατεψυγμένο Κελεπούρι (A Cold Bargain, 1957)



Το «Κατεψυγμένο Κελεπούρι» ανήκε στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Σκρουτζ, όταν το είχα διαβάσει πρώτη φορά μικρός, 7 χρονών. Δεν είχα ιδέα για το σατιρικό περιεχόμενο της ιστορίας – δεν είχα ακούσει ποτέ για τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, δεν γνώριζα τι εστί «Ψυχρός Πόλεμος», ούτε μπορούσα να καταλάβω που βρίσκεται η σάτιρα: πως δύο υπερδυνάμεις φτάνουν να μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως η μία την άλλη για την απόκτηση ενός αγαθού, του οποίου καλά καλά δεν γνωρίζουν την αξία.






Μα τι σημασία έχει να γνωρίζεις την αξία κάποιου πράγματος, σωστά; Αρκεί να σου έχουν πει πως αυτό αξίζει πολλά – για να προσπαθείς, με κάθε τρόπο, να το κάνεις δικό σου. Οι αντίπαλες παρατάξεις της ιστορίας δεν γνωρίζουν τι είναι αυτό το αντικείμενο που διεκδικούν – άκουσαν όμως πως αξίζει πολλά, πάρα πολλά... επομένως, ναι, αυτό το αντικείμενο πρέπει να γίνει δικό τους, πάση θυσία, ακόμα και αν αγνοούν τη χρησιμότητά του!

Μικρός που ήμουν δεν μπορούσα να κατανοήσω τη σάτιρα της ιστορίας· μου άρεσε όμως πως αυτό το περίφημο αντικείμενο που όλοι διεκδικούσαν, το αποκαλούμενο «Βομβάστιο», ήταν μια παγωμένη μπάλα με γεύσεις... παγωτού! Αλλού γεύση φράουλα, αλλού βανίλια, αλλού σοκολάτα, αλλού μπανάνα, αλλού μέντα... το διάβαζα και μου έτρεχαν τα σάλια! Ναι, αυτό είναι ένα αντικείμενο για το οποίο θα άξιζε δυο κρατικές υπερδυνάμεις να σκοτωθούν αναμεταξύ τους!

Ο Καρλ Μπαρκς απέφευγε τις εύκολες διδαχές· πάνω απ’ όλα τον ενδιέφερε να εξιστορήσει μια κωμική περιπέτεια, τέτοια που να είναι αρεστή σε παιδιά και ενήλικες. Μα υπό το πρίσμα της παιδικής φαντασίας αυτό το περιβόητο Βομβάστιο – το αντικείμενο με τις άπειρες γεύσεις παγωτού – αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα πλούτη του κόσμου... Είναι ένα αντικείμενο για το οποίο, πραγματικά, θα άξιζε δύο υπερδυνάμεις να ανταγωνιστούν και να βγάλουν, η μία, τα μάτια της άλλης.






25 # Οι Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα (The Seven Cities Of Cibola, 1954)




Οι πρώτες περιπέτειες του Σκρουτζ που έγραψε και σχεδίασε ο Carl Barks ανήκουν στις ωραιότερές του. Συντρέχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό· το σχέδιο ήταν περισσότερο λεπτομερές· οι περιπλανήσεις περισσότερο περιπετειώδεις· πάνω απ’ όλα όμως, ο χαρακτήρας του Σκρουτζ είχε μόλις αποκτήσει το δικό του, ξεχωριστό περιοδικό: και σαν άλλος πρωτοπόρος εξερευνητής, άνοιγε για πρώτη φορά πελώρια πεδία αφηγηματικής εξερεύνησης στο δημιουργό του. Επρόκειτο για ένα φρέκο, ολόφρεσκο ήρωα, η παρουσία του οποίου σχημάτιζε προοπτικές για το χτίσιμο πραγματικά συναρπαστικών ιστοριών. Και ο Μπαρκς εκμεταλλεύτηκε αυτές τις προοπτικές και με το παραπάνω.






Οι «Επτά Πόλεις της Τσιμπόλα» είναι μια ιστορία που θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση. Ήμουν 6 χρονών όταν τη διάβασα για πρώτη φορά – στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών μου, κι ενώ μόλις είχα ξεκινήσει, κουτσά στραβά, να διαβάζω τις πρώτες εξωσχολικές ιστορίες μου. Λέξη προς λέξη, πρόταση μετά την πρόταση, για πρώτη φορά δεν περιοριζόμουν στην παρατήρηση των εικόνων – όπως συνήθιζα ως τότε – μα διάβαζα, κανονικά, τα κείμενα και χανόμουν στα βάθη της πλοκής. Πριν από οποιοδήποτε εξωσχολικό βιβλίο, πριν απ’ όλα τα μυθιστορήματα... για μένα ήταν οι περιπέτειες του θείου Σκρουτζ.

Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που καθόμουν σε μια σκιερή δροσιά, στο κατώφλι του σπιτιού που νοικιάζαμε στην εξοχή, και διάβαζα στα μικρότερα ξαδέρφια μου, υπό τα τερετίσματα των τζιτζικιών, τις «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», που είχα δυο μέρες πριν αγοράσει απ’ το περίπτερο... Τα ξαδερφάκια μου, νήπια ακόμα και ανίκανα να διαβάσουν, με κοιτούσαν με τα μάτια ορθάνοιχτα, απορροφώντας σαν σφουγγάρι κάθε πρότασή μου – ακόμα και αν εγώ κάποιες στιγμές τα δούλευα και δεν διάβαζα μέσα απ’ το κόμιξ, μα αυτοσχεδίαζα, λέγοντας ό,τι εξυπνάδα μου κατέβαινε στο κεφάλι! Δεν είχε σημασία – και οι τρεις απολαμβάναμε την εμπειρία.

Οι «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», μεταξύ άλλων, στάθηκαν η εκείνη η ιστορία που επηρέασε τον σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας σε μια απ’ τις πλέον εμβληματικές σκηνές του «Ιντιάνα Τζόουνς» - ο λόγος για τη σκηνή με τον πελώριο, στρογγυλό βράχο, που απειλεί να ποδοπατήσει τον Ίντυ...

Αλήθεια, πόση παιδική ηλικία βρίσκεται στις μαγικές σελίδες αυτής της ιστορίας.



24 # Το Δαχτυλίδι Της Μούμιας (The Mummy's Ring, 1943)



Πρόκειται για μία από τις ιστορικότερες στιγμές στην πορεία του Ντόναλντ Ντακ στα κόμικς. Ο Καρλ Μπαρκς έχει πλέον αναλάβει όχι μόνο τον σχεδιασμό, μα και τη συγγραφή του σεναριού των ιστοριών του· και για πρώτη φορά ο χαρακτήρας που είχε γίνει ξακουστός απ’ τα κινούμενα σχέδια και τα χιουμοριστικά στριπ συμμετέχει σε μία πολυσέλιδη «σοβαρή» περιπέτεια, με αποχρώσεις που φέρνουν κατά νου τις εξορμήσεις του Τεν Τεν. 






Ο Ντόναλντ στο «Δαχτυλίδι της Μούμιας» είναι ένας πολύ διαφορετικός Ντόναλντ από τον οξύθυμο, ιδιόρρυθμο πάπιο που είχε συνηθίσει ο κόσμος μέχρι τότε. Γίνεται πρωταγωνιστής μιας περιπλάνησης μέχρι την Αίγυπτο, εμπλέκεται σε μυστήρια και κινδύνους και αντιμετωπίζει τρομακτικούς εχθρούς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» σηματοδοτεί την ενηλικίωσή του στα κόμικς. Στο εξής θα υπήρχαν δύο διαφορετικοί Ντόναλντ: εκείνος της μεγάλης οθόνης... και εκείνος του Καρλ Μπαρκς.

Η ατμόσφαιρα απέχει πολύ από την ανάλαφρη διάθεση που επικρατούσε στο «Χρυσάφι του Πειρατή» - ο γενικός τόνος είναι σκοτεινότερος, τα πλάνα περισσότερο κινηματογραφικά, ενώ κάποιες σκηνές παραπέμπουν ως και σε ταινίες τρόμου της εποχής. Η επιρροή του Φλόυντ Γκόντφρεντσον και των στριπ του Μίκυ Μάους είναι εμφανής – μόνο που εδώ πρωταγωνιστές είναι ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια. Το ατμοσφαιρικό στυλ της ιστορίας εξάλλου και η κινηματογραφική αισθητική της ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στον δημιουργό της. Το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» έμελλε να είναι η πρώτη ανάμεσα σε πολλές από τις εξορμήσεις των παπιών σε εξωτικά περιβάλλοντα – όπως για παράδειγμα σε αφιλόξενες χώρες και μακρινούς πολιτισμούς. Ήταν ένας χώρος στον οποίο ο Καρλ Μπαρκς θα παρέδιδε πολλά διαμάντια ακόμα, αρκετά απ’ τα οποία θα τα δούμε στη συνέχεια της γραπτής μας περιπλάνησης.



23 # Η Χώρα Των Ηφαιστείων (Volcano Valley, 1947)



Τα χρόνια ανάμεσα στο 1943 και το 1949 σηματοδότησαν την εξέλιξη του Ντόναλντ Ντακ ως ήρωα των κόμικς και παράλληλα, την εξέλιξη του ίδιου του Καρλ Μπαρκς ως δημιουργού. Στα χέρια του Μπαρκς ο νευρικός πάπιος εν μέρει παρέμεινε ο εγωιστής, οξύθυμος, γκαντέμης και αλαζόνας χαρακτήρας που είχε γνωρίσει ο κόσμος στα κινούμενα σχέδια... μα μονάχα εν μέρει. Στις πολυσέλιδές του περιπέτειες ο Μπαρκς ανέδειξε σταδιακά μια περισσότερο πολύπλευρη πτυχή του χαρακτήρα, αποδεικνύοντας πως το Μέσο, σε τελική ανάλυση, επηρεάζει καθοριστικά το Μήνυμα: στην προκειμένη περίπτωση η εκτεταμένη αφήγηση μέσω των κόμικς επιτρέπει πολύ μεγαλύτερα χαρακτηρολογικά ανοίγματα συγκριτικά με τα περιορισμένης διάρκειας κινούμενα σχέδια (κάτι που φαίνεται ακόμα περισσότερο αν συγκρίνουμε τον μάλλον άχρωμο χαρακτήρα του Μίκυ Μάους στα καρτούν με τον συναρπαστικό δισδιάστατο ήρωα των στριπ του Γκόντφρεντσον).






Η «Χώρα των Ηφαιστείων» ανήκει στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Ντόναλντ με τα ανιψάκια. Σε αντίθεση με τις πρώτες πολυσέλιδες ιστορίες όπως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας», το χιούμορ εδώ εξισορροπείται ιδανικά με το στοιχείο της περιπέτειας. Πρόκειται για μία από τις πλέον «σουρεαλιστικές» εξορμήσεις των παπιών, ξέχειλη με μια σατιρική διάθεση τρέλας. Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια καταλήγουν σε μια χώρα που περιβάλλεται από ηφαίστεια και από την οποία δεν μπορούν να δραπετεύσουν – μόνος τρόπος να φύγουν είναι να κάνουν μια πράξη που να τους αναδείξει σε... εθνικούς ήρωες! Αυτό σε μια χώρα στην οποία οι πάντες... κοιμούνται του καλού καιρού και στην οποία με ευκολία ο εθνικός ήρωας μετατρέπεται σε... εθνικός κίνδυνος! 

Δε νομίζω πως ο Μπαρκς είχε υπόψη του την πολιτική πραγματικότητα των κοινωνιών που ζούμε όταν έγραφε την ιστορία, μα είναι εξόχως ενδιαφέρουσες οι αναλογίες: Όταν μια κοινωνία κοιμάται, εύκολα κάποιος αποζητά ήρωες σε μεμονωμένα πρόσωπα, τους οποίους με ανάλογη ευκολία μετατρέπει σε κινδύνους.



22 # Η Τύχη Του Βορρά (The Luck Of The North, 1949)



Βρισκόμαστε πλέον στο έτος 1949 – κατά τη γνώμη μου μια κομβική στιγμή. Οι ιστορίες του Μπαρκς είχαν εισέλθει στο στάδιο της ωρίμανσής τους και η περίοδος ανάμεσα στο 1949 και το 1954 έμελλε να αποβεί η πλέον καρπερή για τον δημιουργό – δεν είναι τυχαίο πως από τις 21 ιστορίες που ακολουθούν στην κατάταξη, οι 15 προέρχονται από εκείνα τα χρόνια. Μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας του Ντόναλντ είχε εξελιχθεί και το σύμπαν των παπιών επεκτεινόταν διαρκώς με καινούργιους χαρακτήρες – ένας από τους οποίους ήταν και ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε. Η «Τύχη του Βορρά» περιστρέφεται γύρω από την αιώνια τύχη του και την προσπάθεια του Ντόναλντ να της πάει κόντρα – εις μάτην, άραγε;






Όλα ξεκινούν απ’ την επιθυμία του Ντόναλντ να καταστρώσει μια φάρσα στον ξάδερφό του, δημιουργώντας έναν ψεύτικο χάρτη θησαυρού και στέλνοντάς τον να περιπλανηθεί άσκοπα μέχρι τον παγωμένο Βορρά. Μα όπως αναφέραμε, ο Ντόναλντ δεν ήταν πλέον ένας μονοδιάστατος χαρακτήρας – σύντομα τον πιάνουν οι ενοχές και αποφασίζει να ακολουθήσει τον Γκαστόνε στο επικίνδυνο ταξίδι του και να του αποκαλύψει πως ήταν όλα μία φάρσα. Το αποτέλεσμα είναι μια περιπέτεια που συνδυάζει χιούμορ, χιόνια, Εσκιμώους, καράβια των Βίκινγκς και την σπαστική τύχη του Γκαστόνε. Τι καλύτερο, αλήθεια.



21 # Ο Χρυσός Ποταμός (The Golden River, 1958)



Μεταβαίνουμε πάλι στην δεκαετία του 50 και στις ιστορίες του Σκρουτζ. Ο «Χρυσός Ποταμός» είναι μια ιστορία που ισορροπεί, αριστοτεχνικά, ανάμεσα στο ρεαλισμό και το μύθο. Το μυθικό στοιχείο εμφανίζεται παράπλευρα, ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση, ως θρύλος που αμφισβητείται και μοιάζει να χάνει κάθε νόημα, απορροφημένος στη δίνη της στυγνής αλήθειας: εκείνη της πεζής, οικονομικής πραγματικότητας που ζούμε. Μα εκεί που όλα μοιάζουν ρηχά και στερημένα κάποιας μορφής «μαγείας», ο μύθος επανεμφανίζεται και σμίγει με την πραγματικότητα, δίνοντας μια κατάληξη όμοια με εκείνη των παλιών παραμυθιών.







Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια ζητούν ένα μικρό οικονομικό ποσό από τον σπαγγοραμένο θείο τους Σκρουτζ· εκείνος αρχικά αρνείται να το δώσει, μα στη συνέχεια αποφασίζει να γίνει γενναιόδωρος, επιζητώντας να αντλήσει ακόμα περισσότερα κέρδη από ένα ποτάμι που «ξεχειλίζει χρυσάφι όταν κάποιος κάνει μια καλή πράξη» - σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο του θρύλου. Ασφαλώς τίποτα τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει στην πραγματικότητα – και αν το ποτάμι δείχνει να αναβλύζει χρυσό κάποιες στιγμές, αυτό δεν είναι παρά ένα τέχνασμα των ανιψιών, που προσπαθούν να πείσουν το θείο τους να τους δώσει τα χρήματα. Ο μύθος λειτουργεί ως πλαίσιο εξαπάτησης, προκάλυμμα της οικονομικής πραγματικότητας που διέπει κάθε ηθική, κάθε συμπεριφορά.


Μα η ιστορία δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα... Γιατί αν κάποιες φορές τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται να είναι, ισχύει και το ακριβώς αντίθετο: κάποιες φορές εκείνο που φαίνεται, δια γυμνού οφθαλμού, είναι και η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να πάμε παραπέρα. Κάποιες φορές οι σκιές στο πλατωνικό σπήλαιο αποδεικνύονται πιο ζωντανές απ’ την υποτιθέμενη αλήθεια. Δεν είναι ο μύθος εκείνος που μας εξαπατά· μα η πραγματικότητα που αποκρύβει την αληθινή διάσταση του μύθου.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...........



Η αντίστροφη καταμέτρηση των ωραιότερων ιστοριών του Καρλ Μπαρκς έχει συνέχεια... Ποιες είναι οι 20 αγαπημένες ιστορίες του; Διαβάζετε τη συνέχεια και το τέλος του αφιερώματος κάνοντας κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος 2