Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855

18 Δεκεμβρίου 2013

Σκοτεινοί Μύθοι και Παραδόσεις των Χριστουγέννων!





Το σκηνικό γνωστό και αγαπημένο: Η φωτιά να σιγοκαίει στο τζάκι (ας υποθέσουμε πως ζείτε σε σπίτι με τζάκι και δεν τίθεται θέμα νέφους), το δέντρο στολισμένο με πολύχρωμα και άφθονα δώρα για συγγενείς και φίλους (ας υποθέσουμε πως δεν υπάρχει οικονομική κρίση και πως έχετε πολλούς και αγαπημένους συγγενείς και φίλους), η γάτα και ο σκύλος να κοιμούνται στα μαξιλάρια (ας υποθέσουμε πως έχετε γάτα και σκύλο), τα γλυκίσματα και το κρασί πάνω στο τραπέζι, και φυσικά, το χιόνι που πέφτει έξω απ’ το παράθυρο, καλύπτοντας τη γειτονιά σας με ένα λευκό στρώμα, χνουδωτό και αφράτο σα ζάχαρη άχνη (ας υποθέσουμε, πάλι, πως δεν υπάρχουν άστεγοι, η θέρμανση επαρκεί για όλους και πως ζούμε σε μια πόλη στην οποία ρίχνει και κανένα χιόνι το χειμώνα – εν ολίγοις, το σενάριο που σας περιγράφω φαντάζει σχεδόν σαν παραμύθι μεγαλύτερο και από εκείνο του καλού Άι Βασίλη, αλλά ας το υποθέσουμε, σε τελική ανάλυση).

Κι ενώ εσύ και οι αγαπημένοι σου βρίσκεστε όλοι μαζί στο σαλόνι, κεφάτοι και μονιασμένοι, γιορτάζοντας την Γιορτή των Γιορτών, ξάφνου ακούτε έναν θόρυβο να αντηχεί στο τζάκι. Λίγο χιόνι πέφτει και ο θόρυβος δυναμώνει – κάποιος πλησιάζει, κατεβαίνοντας από την καμινάδα. «Α, τι καλά, είναι ο Άι Βασίλης!», λέτε με χαρά και παίρνετε θέση ετοιμότητας. Χαμογελάτε και υψώνετε τα ποτήρια σε μια πρόποση.






Τότε όμως ξεπετάγεται από την καμινάδα ένα θέαμα βγαλμένο από τους χειρότερους σας εφιάλτες. Ένα τερατόμορφο ον με κέρατα, πελώρια νύχια και σουβλερά σαγόνια, με μια γλώσσα που κρέμεται ως κάτω χαμηλά και δυο μάτια που γυαλίζουν με μια έκφραση μανίας. Στα χέρια του κραδαίνει ασφυκτικά ένα μεγάλο σακούλι και κοπανάει μετά μανίας ένα κουδούνι που σας ξεκουφαίνει. «Ήρθα να μαζέψω όλους όσους δεν υπήρξατε καλά παιδιά!», βρυχάται και μεμιάς ορμάει κατά πάνω σας.

Πριν καλά καλά καταλάβετε τι έχει γίνει, η κολλητή σας έχει γίνει άφαντη μέσα στο σακούλι. «Ήθελες και τον Κώστα και τον Νίκο, ε?», ουρλιάζει το τέρας. «Στο σακούλι είναι η θέση σου!». Ο ξάδερφος σας, ο Πέτρος, πάει να αντιμετωπίσει το τέρας, μα εκείνο τον αρπάζει απ’ τα μαλλιά και τον ρίχνει κάτω. «Καλούσες τους συναδέλφους απ’ τη δουλειά σε απεργία, ε? Δεν είσαι ήσυχο παιδί! Στο σακούλι!», κάνει το τέρας και τον χώνει μες στον σάκο. Η θεία σου η Μαρίκα τρέχει να γλιτώσει, μα το τέρας την προφταίνει. «Ξέρω πόσο τρως, δε μπορείς να πάρεις τα πόδια σου απ’ την τόση λαιμαργία! Έμπα στη σακούλα και θα σου φύγει η όρεξη!». Με τη δαγκάνα του αρπάζει τη θεία από τα πισινά και τη χώνει μέσα στον σάκο, ενώ εκείνη προσπαθεί μάταια να τσιμπήσει ένα τελευταίο κομμάτι απ’ το γλυκό. 

Τότε το τέρας γυρίζει το βλέμμα του προς τα σένα. Παγώνεις. Τα μάτια του πετάνε φλόγες. «Όσο αφορά εσένα…», κάνει το τέρας, μιλώντας με αργούς ρυθμούς. «Ό, τι και να πω είναι λίγο… Δεν ήσουν καλό παιδί. Δεν ήσουν καθόλου καλό παιδί και το γνωρίζεις».

Έχεις κοκαλώσει. Προσπαθείς να πεις κάτι προς υπεράσπιση σου, μα η λαλιά σου έχει χαθεί. Το τέρας ξεχύνεται κατά πάνω σου.

Το τελευταίο πράγμα που ακούς είναι ο ήχος από κουδουνάκια και ένα γέλιο να αντηχεί στον ουρανό, ένα γέλιο που πνίγει τις κραυγές σας. «Χο-χο-χοοοο!!!!».






Ho-Ho-Ho for Horror!



Κι όμως αγαπητέ αναγνώστη! Ιστορίες σαν την πάνω δε θα φάνταζαν καθόλου παράδοξες σε παιδιά από άλλες χώρες της Ευρώπης, των οποίων η παράδοση βρίθει από τρομακτικές ιστορίες και θρύλους για φρικιαστικά όντα, πλάσματα που έχουν συνδεθεί με τις γιορτές των Χριστουγέννων και έθιμα που θα έσπερναν ανατριχίλες στο διάβα τους!

Σήμερα θα μιλήσουμε για ορισμένα από τα πλέον ξακουστά! Η ευρωπαϊκή παράδοση κυριολεκτικά ξεχειλίζει με μορφές που θα μπορούσαν να είχαν ξεπροβάλλει από κάποια ιστορία τρόμου – μόνο που εδώ δεν πρόκειται για το νοσηρό δημιούργημα ενός μόνο συγγραφέα, αλλά για παραδόσεις με ιστορία αιώνων πίσω τους, σκοτεινές πόρτες στα άδυτα του χρόνου, εκεί που η πραγματικότητα σμίγει με τους θρύλους σε έναν βλάσφημο χορό.

Ξεχάστε τις γλυκανάλατες ιστορίες για πρόβατα, αγίους και αγάπες και ετοιμαστείτε να ιχνηλατήσουμε τις σκοτεινότερες πτυχές του συλλογικού μας ασυνείδητου!

Τα Χριστούγεννα ποτέ δε θα είναι ίδια μετά απ’ αυτό.






O Δαίμονας των Χριστουγέννων!



Ξεκινάμε με το τέρας που περιγράψαμε στην εισαγωγή μας! Τ’ όνομα του Krampus και τα χαρακτηριστικά τράγου διόλου τυχαία. Ο Krampus είναι ένα ον βγαλμένο απ’ τις σκοτεινότερες παραδόσεις της κεντρικής, γύρω από τις Άλπεις, Ευρώπης. Αποκρουστικός στην όψη, κραδαίνοντας ένα σακίδιο στο ένα του ποδάρι και ένα κουδούνι στο άλλο, ο Krampus έχει αναλάβει την «βρώμικη δουλειά» - εκείνη που δεν κάνει ο Άι Βασίλης. Ρόλος του να τιμωρεί εκείνα τα παιδιά που δεν υπήρξαν καλά κατά την διάρκεια της χρονιάς.

Το όνομα του προέρχεται από μια παλιά γερμανική λέξη που σημαίνει “claw”, δηλαδή νύχι – τα αποκρουστικά, μεγάλα νύχια, συνιστούν εξάλλου ένα από τα χαρακτηριστικά του. Βγαίνει έξω κάθε νύχτα 5η του Δεκέμβρη. Το κουδούνι του χτυπάει σε έναν υπόκωφο, πένθιμο ρυθμό, η ηχώ του οποίου σκορπίζει τον τρόμο – σε αντιδιαστολή με το εύθυμο καμπανάκι του έλκηθρου του Άι Βασίλη. Ο Krampus διασχίζει τις γειτονίες σε αναζήτηση κακών παιδιών, και κανένα δε μπορεί να του ξεφύγει. Τα βρίσκει ένα-ένα και τα στοιβάζει μες στο σάκο του.








Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, ο Krampus καταλήγει σ’ ένα ποτάμι, στο οποίο και αδειάζει τα περιεχόμενα του σακιδίου του. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, μεταφέρει τα παιδιά κατευθείαν ως τη κόλαση.

Αυτά όσο αφορά το κομμάτι των θρύλων. Γνωρίζατε όμως πως γιορτάζεται επίσημα στην Αυστρία, κάθε 5 του Δεκέμβρη, η «Μέρα του Krampus”? Κατά την διάρκεια της γιορτής οι άντρες μεταμφιέζονται σε Krampus, φορώντας γούνες και φρικιαστικές μάσκες με κέρατα, κραδαίνοντας μπαστούνια, χτυπώντας ένα κουδούνι και γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, σε αναζήτηση μικρών παιδιών. Όταν τα παιδιά ανύποπτα τους ανοίγουν την πόρτα, οι μεταμφιεσμένοι ορμάνε μέσα και αρχίζουν να τα τρομοκρατούν! Και αυτό είναι μέρος της παράδοσης! Και μετά εμείς λέμε για τα Κάλαντα.

Στο τέλος, και αφού έχουν τρομάξει όλοι για τα καλά, οι γονείς καλούν μέσα τους μασκοφόρους, εκείνοι πετάνε τις μάσκες και κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι να πιούν ένα ποτό, σα να μη συμβαίνει τίποτα. «Ποιος ήταν αγάπη μου στην πόρτα?». «Ένας μεταμφιεσμένος τράγος καλή μου, ήθελε να τρομάξει το παιδί. Πλάκα είχε. Τον κάλεσα να πιούμε ένα ποτάκι».

Περισσότερα για τον Krampus, μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, στο blog του φίλου πίθηκου! Κλικ εδώ.








Zwarte Piet – Ένας μαύρος, κατάμαυρος Πέτρος



Από την Αυστρία πάμε βορειότερα, ως την Ολλανδία, και μια ενδιαφέρουσα φιγούρα που ακούει στο όνομα «Μαύρος Πητ»… εε, όχι, να με συγχωρείτε: «Μαύρος Πέτρος», aka Zwarte Piet. Μαύρος, κατάμαυρος, όχι από φυσικού του όμως! Περνάει τον χρόνο του, βλέπετε, σκάβοντας ασταμάτητα στα ανθρακωρυχεία της Ισπανίας, και απ’ το πολύ το κάρβουνο μαύρισε η μούρη του. Υποχθόνιες φήμες λένε πως ξεστόμισε πρώτος την περίφημη, σπαρακτική φράση «όχι άλλο κάρβουνο!», μα μένουν ανεπιβεβαίωτες. Αυτό σε συνδυασμό με τις καμιδάδες στις οποίες τρυπώνει και ανεβοκατεβαίνει σαν ευλύγιστο ξωτικό – ο καπνός του μαυρίζει το πρόσωπο, και η φωτιά του τινάσσει προς τα πάνω τα μαλλιά – σαν άλλο ροκ σταρ.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου ο Μαύρος Πέτρος είναι ένα μικροσκοπικό τρολ, όμοιο με εκείνο της εικόνας. Τον χρόνο που δεν περνάει σκάβοντας στην Ισπανία επιδίδεται στη δεύτερη αγαπημένη ενασχόληση του: κάνει ένα ταξιδάκι στον βορρά και κατασκοπεύει τα παιδιά της Ολλανδίας και του Βέλγιου, σημειώνοντας ποια υπήρξαν καλά και ποια όχι. Έπειτα, δίνει την αναφορά του στον Άι Βασίλη και τον συνοδεύει στο έλκηθρο κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, τρυπώντας μαζί του από την καμινάδα μες στα σπίτια. Και αν ο Άι Βασίλης τοποθετεί δωράκια στις κάλτσες που κρέμονται από τα δέντρα, για όσα παιδιά υπήρξαν καλά, ο Μαύρος Πέτρος αναλαμβάνει τα κακά παιδιά, βάζοντας στις κάλτσες αντί για δώρα κάρβουνα!

Και αυτό λειτουργεί ως προειδοποίηση. «Το νου σου, παιδάκι, την επόμενη φορά δε θα βρεις κάρβουνο στην κάλτσα, μα εισιτήριο για την κόλαση!».






Για άλλη μια φορά βλέπουμε τον Άη να φορτώνει τη «βρώμικη δουλειά» σε άλλους, λειτουργώντας κανονικά σαν αρχηγός Μαφίας. Αρκεί βέβαια να σκεφτούμε πως εξαναγκάζει τα έρμα τα ξωτικά στο εργαστήριο του να δουλεύουν έναν χρόνο συνέχεια για να κερδίσει στο τέλος αυτός τη δόξα όλη, για να συνειδητοποιήσουμε πως τελικά έχουμε να κάνουμε με έναν στυγνό, αδίστακτο, μεγαλοκαρχαρία εκμεταλλευτή.

Στα κακά παιδιά ο Μαύρος Πέτρος δίνει κάρβουνα, μπας και μπουν στον ίσιο δρόμο. Υπάρχουν όμως και εκείνα τα παιδιά που η κατάσταση τους απλά είναι ανέλπιδη. Το σωφρονιστικό σύστημα του κάρβουνου δε λειτουργεί και το Τέξας βρίσκεται μακριά για την ηλεκτρική καρέκλα. Τα παίρνει λοιπόν ο Μαύρος Πέτρος, τα χώνει όλα στο σακίδιο (άντε πάλι), σακίδιο γεμάτο με ποντίκια, και τα κουβαλάει μέχρι την Ισπανία. Και εκεί που τα παιδιά πάνε να χαρούν, σκεπτόμενα πως κάνουν δωρεάν ταξίδι στο εξωτερικό, εκείνος τα μεταφέρει κατευθείαν στα ορυχεία του, όπου και τα βάζει να δουλεύουν μέρα-νύχτα, σα σκλάβοι. Εργασία και χαρά.

Και αν κάποιο παιδάκι αρχίσει να κουράζεται και εκδηλώσει σημάδια αδυναμίας, ο Μαύρος Πέτρος το τρώει. Ούτε απόλυση, ούτε μείωση μισθών – οι τακτικές αυτές είναι ξεπερασμένες, στην εποχή μας οι εργοδότες οφείλουν να καταφύγουν σε δραστικότερα μέτρα για να τιθασεύουνε τη μάζα. Δεν εργάζεστε? Διαμαρτύρεστε? Θα σας φάμε!








Η εκδοχή του τρολ είναι η παλιότερη του μύθου. Σύμφωνα με τη γνωστότερη εκδοχή της ιστορίας όμως, ο Μαύρος Πέτρος είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι, υπηρέτης του Άι Βασίλη, μπαινοβγαίνοντας στις καμινάδες και αποκτώντας το χαρακτηριστικό μαυρισμένο του πρόσωπο. Πρωτοεμφανίστηκε στο δημοφιλές βιβλίο του 19ου αιώνα «Ο Άγιος Νικόλαος και ο Υπηρέτης του». Ο Μαύρος Πητ παρουσιάζεται ως μια αγαθή μεν, αλλά αρκετά αδέξια φιγούρα, καλός μα ατζαμής και με περιορισμένο δείκτη νοημοσύνης.

Και αν το μαύρο του δέρματος του προέρχεται από το φούμο στις καμινάδες, να είναι τυχαία η ομοιότητα με όλους εκείνους τους λευκούς της εποχής (και ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα), σε Ευρώπη και Αμερική, που έβαφαν το πρόσωπο τους στις θεατρικές παραστάσεις, τις σάτιρες, τις επιθεωρήσεις και τα μιούζικαλ, υποδυόμενοι νέγρους χαρακτήρες? Και όλα αυτά σε μια χώρα όπως η Ολλανδία, η οποία είχε μια μακροχρόνια ιστορία αποικιακής εκμετάλλευσης και ρατσισμού πίσω της? Τα συμπεράσματα δικά σας.

Εκτός των άλλων, η συγκεκριμένη εκδοχή του Μαύρου Πέτρου μου φέρνει πολύ κατά νου τον Γιάννη Βουτσά σ’ εκείνη τη ταινία που μιλούσε για τον «μαύρο, τον σκύλο, ταμ, ταμ, ταμ»…






Hans Trapp, ένας πλούσιος σατανιστής



Περνάτε όμορφα με τις χαρωπές μας χριστουγεννιάτικες ιστορίες? Υπέροχα. Τι θα λέγατε λοιπόν να μιλούσαμε για έναν κύριο που ορεγόταν ανθρώπινη σάρκα και έκανε θυσίες στον Βελζεβούλη? Α, χαμογελάτε βλέπω με ενθουσιασμό. Εμπρός λοιπόν, μαζευτείτε γύρω από το τζάκι, πιείτε μια γουλιά απ’ το κρασί, ενώστε τα χέρια και αφεθείτε στο τελετουργικ… εε, στην αφήγηση μας.

Ο λόγος για έναν ακόμα σκοτεινό συνεργάτη του Άι Βασίλη – ένα από τα μέλη της Μαφίας του. Τ’ όνομα του Hans Trapp, η καταγωγή του γερμανική. Συχνά αποκαλείται με το όνομα “Ruprecht”, ξακουστού δαίμονα της Γερμανίας.






Κατά την διάρκεια του 15ου αιώνα, ο Hans Trapp ήταν ένας παντοδύναμος και μισητός σε όλους πλούσιος, ο οποίος ζούσε στην Αλσατία της Γαλλίας – υπήρχαν από τότε οι φήμες πως λάτρευε τον Σατανά και ασκούσε μαύρη μαγεία. Και πλούσιος, και μαύρη μαγεία, ζήτω που καήκαμε. Η Εκκλησία τον αφόρισε. Ο ίδιος ο λαός τον εξοστράκισε, κατάσχοντας όλη την περιουσία του – να μια σπάνια περίπτωση που η Εκκλησία τάχτηκε με το μέρος του λαού εναντίον των πλουσίων! Δεν έχουν οι ισχυροί του κόσμου όλου λοιπόν παρά να ξεκινήσουν να ασκούν και επίσημα τη Μαύρη Μαγεία, μπας και αλλάξει κάτι προς το καλύτερο στον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο Hans Trapp κατέληξε στο δάσος, μοναχός του, χωρίς δεκάρα, τσέπες αδειανές. Τον καημένο. Σα την κατάρα γύριζε, φτάνοντας στα βουνά της Μπαβάρια της Γερμανίας. Σταδιακά η απομόνωση τον έκανε να χάσει το νου του. Αφοσιώθηκε πλήρως στον σατανισμό και άρχισε να ορέγεται τη γεύση ανθρώπινης σάρκας. Ένα χεράκι, ένα ποδαράκι, κάτι ρε παιδιά.







Μεταμφιεσμένος σε σκιάχτρο γύρισε στις εξοχές, αναζητώντας κάποιο θύμα. Τελικά το βρήκε στο πρόσωπο ενός ταλαίπωρου δεκάχρονου βοσκόπουλου, που είχε την ατυχία να γυροφέρνει εκεί κοντά. Ο Hans Trapp του επιτέθηκε αιφνίδια, το κάρφωσε μ’ ένα ραβδί και νεκρό πια, το μετέφερε στο λημέρι του. Εκεί το έκοψε σε κομμάτια και ετοιμάστηκε για το γεύμα της ζωής του…

Πριν προλάβει όμως να φάει έστω μια μπουκιά, ανοίγουν οι ουρανοί, και ο Θεός από ψηλά του εξαπολύει έναν κεραυνό. Πάει ο Hans Trapp, ξερός κάτω, τέζα.

"Τι λες, να του δώσουμε μωρέ μια ευκαιρία, μπας και αποβεί καλός σαν υπηρέτης?", ρωτάει ο Θεός τον Άη Βασίλη. "Και δε του δίνουμε! Ούτως ή άλλως με τέτοιους βοηθούς που έχω, ένας ακόμα διεστραμμένος κάπου θα χρησιμέψει!", απάντησε ο Άης. Έτσι λοιπόν ο Hans Trapp έγινε κι αυτός ένας από τους βοηθούς του Άι Βασίλη, τον οποίο έχει δεμένο σε λουρί και μεταφέρει σε μορφή άγριου ζώου, βγάζοντας το βόλτες την παραμονή των Χριστουγέννων, αφήνοντας το να μυρίζει κάτω από το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο, πετώντας του που και που κανένα κοκαλάκι παιδιού!

Και συνεχίζουμε!


Καλό σκυλάκι, καλό!


Γαλλική Φινέτσα



Οι Γάλλοι διακρίνονται για τη λεπτότητα, τη φινέτσα, το γούστο τους. Ο κύριος πάλι για τον οποίο θα μιλήσουμε τώρα ενδεχομένως να υπήρξε λίγο απότομος, ελαφρώς χοντροκομμένος σε θέμα τρόπων. Ένας ξενοδόχος οφείλει να σέβεται τους πελάτες του και να είναι ευγενικός απέναντι τους, όχι να τους κόβει τους λαιμούς.

Ο λόγος για τον La Pere Fouettard, μια μυθική φιγούρα που συναντούμε στις περιοχές της Γαλλίας και του Βελγίου! Ορισμένες φορές τον βλέπουμε να συγχωνεύεται με τον Hans Trapp – μορφές όπως αυτές έμπλεκαν η μία με την άλλη μέσα στους αιώνες, και από χώρα σε χώρα. Ο La Pere ήταν ένας ολίγον τι φιλάργυρος ιδιοκτήτης ενός πανδοχείου. Μια μέρα έρχονται στο πανδοχείο γυρεύοντας δωμάτιο για μια νύχτα τρεις νέοι, στον δρόμο τους για ένα θρησκευτικό σχολείο (καθόλου τυχαίο). Ο La Pere διαπιστώνει πως είναι ιδιαίτερα ευκατάστατοι. Μα δε σας έμαθαν στο κατηχητικό πως οφείλετε να μοιράζεστε τα πλούτη σας? Αίσχος! Τώρα θα δείτε.

Έτσι λοιπόν αυτός και η γυναίκα του (δεν υπάρχουν περιγραφές, μα τη φαντάζομαι χοντρή, με τρίχες στο σαγόνι και μια κρεατοελιά στη μύτη) αιχμαλωτίζουν τους τρεις νέους και τελικά τους σκοτώνουν, κόβοντας τους λαιμούς τους. Τότε όμως κάνει την θριαμβευτική εμφάνιση του… ο Άγιος Νικόλας, κοινώς, ο φίλος μας ο Άη Βασίλης, και οι ουρανοί αντιλαλούν με χτυπήματα καμπάνας. Ο Άι Βασίλης είναι πολύ θυμωμένος. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό Λα Περ», του λέει, και η γενειάδα του τρέμει από θυμό. Ο La Pere έχει πέσει γονατισμένος στο πάτωμα, τρέμοντας από τον φόβο του. «Συγχώρεσε με, ω Άη! Ήμουν υπό την επήρεια του ποτού! Η γυναίκα μου φταίει! Το έκανα σε αυτοάμυνα! Έχω τρελόχαρτο! Όλα τα παραπάνω!».



Ο Άι Βασίλης με το κολλητάρι του, La Pere Fouettard, κάνοντας τη βόλτα τους.



Και τι έκανε ο Άι Νικόλας? «Σου χω μια καλή θέση εσένα», του λέει πονηρά, τρίβοντας τα γένια του, ένα σαρδόνιο χαμόγελο να χαράζει τα χείλη του. Και έτσι τον συμπεριέλαβε και αυτόν στο ρόστερ της μαφιόζικης ομάδας των συνεργατών του… All star Santa villains, μέρος της ανόσιας πεντάδας. Έτσι λοιπόν ο La Pere Fouettard καθιερώθηκε ως ο «whipping Father» σε Γαλλία και Βέλγιο, ο βοηθός του Άι Βασίλη που αντί για σάκο κουβαλάει ένα μαστίγιο, έτοιμος να το ξαποστείλει εναντίον όλων των ανυπάκουων παιδιών…

Τι έχει δημιουργήσει αυτός ο ανθρώπινος νους προκειμένου να επιβάλλει μια ηθική και έναν τρόπο σκέψης στο σύνολο του πληθυσμού, είναι απίστευτο, πραγματικά. Στα παιδιά οι ιστορίες για δολοφονικούς βοηθούς του Άι Βασίλη, στους μεγάλους οι ιστορίες για τις αμαρτίες και την Κόλαση. Και υπάρχει και συνέχεια!


"τι, δε σου αρέσει το μαστίγιο?"


13 Παλικάρια Στήσανε Χορό



Στην Ισλανδία δεν έχουν έναν, μα δεκατρείς Άγιους Βασίληδες! Ή κάτι τέτοιο. Καλά παιδιά, όλοι τους, και άξια παλικάρια. Ονομάζονται Yule Lads, και η συχνότερη απεικόνιση τους είναι ως δεκατρία νανάκια ή τρολ – δεκατρείς μίνι Άγιοι Βασίληδες. Φανταστείτε να κάνουν την εμφάνιση τους, ο ένας μετά τον άλλον, μέσα από το τζάκι, τραγουδώντας και σκορπίζοντας γύρω τους αστρόσκονη, κουβαλώντας ο καθένας από ένα μεγάλο σακίδιο στην πλάτη. Τι χαριτωμένο!

Τα Yule Lads, σύμφωνα με την παράδοση, έρχονται ένα-ένα, ξεκινώντας από την 12η του Δεκέμβρη, και παραμένουν για δυο εβδομάδες το καθένα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο στις 12 του μήνα, το δεύτερο στις 13, κ.ο.κ.  Η αποχώρηση του τελευταίου γίνεται στις 6 του Γενάρη. Όσο μένουν, σκορπίζουν γύρω τους ένα ευχάριστο μικρό χάος, επιδιδόμενοι σε διάφορες, μικρής έκτασης, φάρσες. Για παράδειγμα κλέβουν το γάλα ή το γιαούρτι από τα σπίτια, χτυπάνε δυνατά τις πόρτες, και τέτοια.



ένα προς ένα, όλα τα Yule Lads και η περιγραφή των πράξεων καθενός!


Αν πάμε όμως βαθύτερα στις ρίζες του μύθου, θα ανακαλύψουμε μια σκοτεινότερη εκδοχή των μικροσκοπικών αυτών ταραξιών… Στην εκδοχή αυτή τα Yule Lads έχουν μαζί τους μια μαύρη γάτα. Το όνομα της Γάτας είναι Jolakotturinn – ο πολύς κόσμος την γνωρίζει με το προσωνύμιο “Yuletide Cat”. Η Γάτα δρα ως κατάσκοπος, την οποία εξαπολύουν τα νανάκια, με σκοπό να παρακολουθεί τα σπίτια των παιδιών, να εντοπίζει ποια είναι καλά και ποια όχι, και να δίνει μετά αναφορά στους νάνους. Για την ακρίβεια κρίνει ποια παιδιά φορούν καινούργια ρούχα και ποια όχι. Εκείνα που φοράνε καινούργια ρούχα είναι τα καλά παιδιά, καθώς εργάζονται και χρειάστηκε να αλλάξουν τα παλιά τους, φθαρμένα απ’ τη δουλειά ρούχα, με νέα.

Τα παιδάκια όμως που φοράνε παλιά ρούχα είναι τα κακά παιδιά – καθώς φοράνε τα ίδια ρούχα συνεχώς, σημαίνει πως δεν εργάζονται. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να τιμωρηθούν. Έτσι λοιπόν τα Yule Lads εξαπολύουν εναντίον τους τη Γάτα και εκείνη τα κατασπαράζει τα έρμα.

Γι’ αυτό λοιπόν να μη διστάζετε ποτέ να ανανεώνετε την γκαρνταρόμπα σας! Όλοι στα καταστήματα ρούχων, αγοράστε, αγοράστε, αγοράστε! Αλλιώς θα ξεχυθεί πάνω σας η Yuletide Cat και θα σας φάει.

Συναντούμε και σε σύγχρονη, μεταμφιεσμένη εκδοχή τη συγκεκριμένη Γάτα. Λέγεται “fashion victim” και «μοντέρνα trendy γυναίκα».





Όλη η οικογένεια μαζεμένη


Το Ξωτικό στο Ράφι



Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο μυθικό πλάσμα, μα με παράδοση που συναντούμε σε διάφορα μέρη. Το θέμα είναι απλό: Οι γονείς τοποθετούν τις μέρες των Χριστουγέννων ένα ξωτικό κουκλάκι σε περίοπτο σημείο πάνω στο ράφι. Το Ξωτικό στο Ράφι υποτίθεται παρακολουθεί αδιάκοπα τις κινήσεις του παιδιού μέσα στο σπίτι και δίνει αναφορά στον Άι Βασίλη.

Φανταστείτε τώρα να βρίσκεστε σπίτι και να αισθάνεστε  πως αυτό το… πράγμα έχει καρφωμένα τα μάτια του πάνω σας, όλη την ώρα, συνέχεια. Και αν θελήσετε να το πάρετε από το ράφι, να του γυρίσετε την πλάτη, να το καλύψετε με μια πετσέτα, οι γονείς θα σας το απαγορέψουν. «Είναι μέρος της παράδοσης, σε κοιτάζει για να μη κάνεις αταξίες!». Και έτσι θα υπομένεις το παγωμένο βλέμμα του και το ανατριχιαστικό του χαμόγελο, μέρα και νύχτα. «Σε βλέπω»…



Φαντάσου να βλέπεις αυτό το πράγμα στο σκοτάδι


Δεν είναι τυχαίο πως υπήρξαν άφθονες αναφορές παιδιών που δήλωναν ενοχλημένα από την παρουσία του ξωτικού-κούκλας, ενώ ορισμένα είχαν φτάσει να βιώνουν ως και μετατραυματικό στρες!

Και όλα αυτά για ένα αθώο κουκλάκι. Εκεί που ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» ενώνει τις δυνάμεις του με τον «Τσάκυ», γεννιέται το Ξωτικο στο Ράφι…



Λυκάνθρωποι και Μάγισσες



Μας λέει η θρησκευτική παράδοση πως ο Ιησούς γεννήθηκε σε μια φάτνη, μα η πραγματικότητα είναι πως γεννήθηκε σε μια σπηλιά. Και η ημερομηνία γέννησης του δεν ήταν η 25η του Δεκέμβρη – η συγκεκριμένη ημερομηνία ως ημερομηνία γέννησης καθιερώθηκε μόλις τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν ο πάπας Ιούλιος ο πρώτος αποφάσισε να ενώσει τη χριστιανική με την προϋπάρχουσα από αιώνες παγανιστική γιορτή του χειμερινού ηλιοστασίου – όπου γιορτάζεται η σταδιακή αύξηση της μέρας και ο θρίαμβος του ηλίου πάνω στο σκοτάδι. Σταδιακά «ήλιος» και «υιός» ταυτίστηκαν, και η παγανιστική παράδοση αιώνων έγινε ένα με την χριστιανική – μια πολύ έξυπνη πολιτική κίνηση, εκ μέρους του πάπα. Δε χρειάζεται να πολεμάς τις αντίπαλες θρησκείες: αρκεί να τις ενσωματώσεις.

Και από την αλήθεια πίσω από τους μύθους, πάμε πάλι στην σκοτεινή πλευρά των δεύτερων! Τι θα λέγατε λοιπόν αν πάνω στον χριστουγεννιάτικο ουρανό, ανήμερα 25η του Δεκέμβρη, πλάι στο Μεγάλο Αστέρι που οδήγησε τους μάγους στη Βηθλεέμ, να βλέπαμε πλήθος από μάγισσες να πετούν, σκορπίζοντας φρικιαστικά γέλια και κραυγές? Και γύρω στα χωράφια να τρέχουν λυσσασμένα κοπάδια από εξαγριωμένους λυκάνθρωπους?







Κι όμως, σύμφωνα με μια βορειοευρωπαϊκή παράδοση, οι λυκάνθρωποι έχουν συνδεθεί με τα Χριστούγεννα! Μας λένε οι θρύλοι πως εξορμούσαν τη νύχτα των Χριστουγέννων, επιτιθέμενοι όλο οργή σε κατοίκους της Πρωσίας, της Λιβονίας και της Λιθουανίας! Υπάρχει εξάλλου η αντίληψη πως το να γεννηθεί κάποιος ανήμερα 25η του Δεκέμβρη είναι αρκετό για να τον μετατρέψει σε λυκάνθρωπο! Τολμάς ρε να γεννηθείς την ίδια μέρα που γεννήθηκε ο Χριστός? Πάρε μια κατάρα να μάθεις.

Οι μάγισσες ανήκουν κι αυτές στην χριστουγεννιάτικη παράδοση ορισμένων χωρών. Στη Νορβηγία οι κάτοικοι, κατά την παραμονή των Χριστουγέννων, κρύβουν όλες τις σκούπες από τα σπίτια, καθώς και οτιδήποτε μοιάζει με σκούπα – ως και μικρά πινέλα! Υπάρχει, βλέπετε, η αντίληψη πως τη νύχτα πριν τα Χριστούγεννα ξεσηκώνονται από τους τάφους πνεύματα και μάγισσες, εισβάλλουν στα σπίτια, κλέβουν τις σκούπες και πετούν, σκορπώντας γύρω τους το χάος!







Στην Ιταλία συναντούμε την παράδοση της μάγισσας Befana. Μια χαρακτηριστική γριά πάνω στη σκούπα της, η οποία παραδίδει δώρα, αντίστοιχα όπως κάνει ο Άι Βασίλης – θα μπορούσαμε να τη θεωρήσουμε σαν μια θηλυκή εκδοχή του, ή ενδεχομένως σαν τη κρυμμένη πεθερά του!

Η Befana δεν είναι δαιμονική ή φρικιαστική όπως ορισμένα από τα άλλα όντα για τα οποία μιλήσαμε ως τώρα. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως πρόκειται για μια καλή γριούλα. Προσοχή όμως, γιατί αν υπήρξες κακό παιδί θα τις φας τις ξυλιές σου – και η καλοσύνη έχει τα όρια της! Η Befana δε χρησιμοποιεί τη σκούπα μόνο για να πετάει, μα και για να κοπανάει τα ατίθασα παιδιά!

Το νου σου λοιπόν, αν έχεις αμφιβολίες για το ποιόν των πράξεων σου, ίσως θα πρέπει να φυλάξεις καλά εκείνη τη σκούπα που έχεις για καθάρισμα, να την κλειδώσεις μέσα στο ντουλάπι για την παραμονή των Χριστουγέννων, και να μην το ανοίξεις πάλι παρά στο πέρας των γιορτών!






Ιστοί από Ασήμι



Τι λέτε, να πούμε λίγα ακόμα? Ορέγεστε βλέπω τρομακτικές ιστορίες! Λοιπόν, γνωρίζατε πως σύμφωνα με την ουκρανική παράδοση το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο δε στολίζεται με γιρλάντες, μα με ιστούς αράχνης?

Κι όμως, υπάρχει μια όμορφη ιστορία πίσω από αυτό! Η μοναδική όμορφη ιστορία που θα πούμε σήμερα. Σύμφωνα με τον μύθο λοιπόν, ήταν μια χήρα γυναίκα, που ζούσε μόνη με τα παιδιά της. Δυστυχώς ήταν πολύ φτωχή και αδυνατούσε να στολίσει το δέντρο, πλουμίζοντας το με διακοσμητικά, μπάλες, και άλλα. Το δέντρο εξάλλου δεν το είχαν αγοράσει - μα είχε φυτρώσει κατά τύχη, μες στο σπίτι της οικογένειας, από έναν σπόρο κουκουναριού που είχε βρεθεί στο έδαφος.

Μ' αυτά και μ' αυτά το δέντρο είχε απομείνει στη γωνιά, πιάνοντας ιστούς. Η γυναίκα όμως ήταν καλόψυχη και ευγενική και τα παιδιά αγαπούσαν τα Χριστούγεννα πολύ. Το πρωί των Χριστουγέννων ξύπνησαν λοιπόν και προς έκπληξη τους αντίκρισαν ένα πανώριο θέαμα:

Οι ιστοί πάνω στο δέντρο αντανακλούσαν τις ακτίνες του ανατέλλοντος ηλίου και είχαν μεταμορφωθεί, χάρη στον ήλιο, σε λαμπερό, αστραφτερό ασήμι!







Gryla η Φρικτή και η Σκοτεινή Πλευρά των Μύθων



Τώρα που γλυκαθήκατε με την προηγούμενη ιστορία, είναι η κατάλληλη στιγμή να επανέρθουμε στα φρικαλέα θέματα μας με μία εκ των σκοτεινότερων μορφών της χριστουγεννιάτικης παράδοσης! Το όνομα αυτής είναι Gryla. Η Gryla ανήκει στην ισλανδική μυθολογία, και συνήθως θεωρείται πως είναι η μητέρα των Yule Lads για τα οποία μιλήσαμε πριν. Με τέτοια μάνα, πώς να μη σου βγουν έτσι τα παιδιά.

Σύμφωνα με μια εκδοχή του μύθου, η Gryla ήταν μια θηλυκή Ogre, ένα Τελώνιο αποκρουστικό στην όψη και ο ρόλος της ασφαλώς ήταν να τιμωρεί τα κακά παιδιά κατά την περίοδο των εορτών… Σα να μην έφταναν όλοι οι άλλοι δαίμονες – η Gryla ήταν η χειρότερη.







Είχε τρία κεφάλια και τρία μάτια σε κάθε κεφάλι. Τα μάτια της ήταν μπλε, σαν τους αιώνιους πάγους, ενώ μπορούσε να δει και από το πίσω μέρος του κεφαλιού της. Πάνω φύτρωναν κέρατα κατσίκας, και τεράστια νύχια ξεπρόβαλαν από τα τριχωτά της χέρια. Τα αυτιά της κρέμονταν μέχρι κάτω, στους ώμους της, ενώ στο πρόσωπο της κολλούσαν πάνω ιστοί από αράχνες. Τα δόντια της ήταν σουβλερά και ακτινοβολούσαν σα πυρακτωμένα κάρβουνα.

Αυτή είναι η μία εκδοχή της. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, η Gryla είναι μια γριά σε μορφή ανθρώπου. Ωστόσο διέπεται από μια κακή συνήθεια: Έχει την τάση να τρώει ωμά μωρά και βρέφη. Άτιμο, ύπουλο πράγμα τα πάθη, παρασέρνουν και τους καλύτερους ανθρώπους.

Είχε εξαπλωθεί τόσο ο τρόμος για την Gryla κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα στην Ισλανδία, που τελικά βγήκε μια διάταξη (εν έτει 1746) η οποία απαγόρευε τη χρήση εκείνης και των Yule Lads στους μύθους και στην καθημερινότητα, καθώς (σύμφωνα με την διάταξη), δεν εξηπηρετούσαν τίποτα άλλο πέρα από το να τρομοκρατούν τα παιδιά!






Το να ζητάς με διάταξη όμως να πάψει να χρησιμοποιείται ένας μύθος στις σκοτεινές του εκδοχές είναι λες και προσπαθείς να βάλεις φραγμό στη θάλασσα φράζοντας από πάνω ένα πηγάδι…

Το σκοτάδι συνιστά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του μύθου, όπως και αναγκαίο συμπλήρωμα στο φως. Η σκιά που δίνει όγκο και ουσία σ’ έναν πίνακα, χωρίς την οποία θα φάνταζε επίπεδος και ψεύτικος....



Ένα... Ανάλαφρο Φινάλε με ένα Χαρούμενο Κούτσουρο!



Τι λέτε, να κλείσουμε αυτό το… πανδαιμόνιο φρίκης με μια παράδοση που θα μας κάνει να ευθυμήσουμε? Πάμε λοιπόν ως την Ισπανία και στο τρελό έθιμο ενός… όντος που παραδίδει δώρα με τον πλέον πρωτότυπο τρόπο που έχετε ακούσει! Ξεχάστε τον Άι Βασίλη και το ξεπερασμένο του σακίδιο! Ήρθε ο Tio, το μαγικό Κούτσουρο!







Η μάνα του τον εβάπτισε Tio de Nadal. Πρόκειται για ένα αξιαγάπητο κούτσουρο, με χαμόγελο και μια μικρή μυτούλα. Οι Ισπανοί το μαζεύουν στις 8 του Δεκέμβρη, το καλύπτουν με μια κουβέρτα και το «ταΐζουν» λίγο λίγο. Τρώει το κούτσουρο, θεριεύει, από αμούστακο κλαδί γίνεται δέντρο παλικάρι. Τι καλοί άνθρωποι, πόσο όμορφα μου φέρονται, σκέφτεται το κούτσουρο. Να χε και λίγο μυαλό μέσα του, καλά θα ήταν, αλλά… τι περιμένετε από ένα κούτσουρο.

Ώσπου έρχεται η μεγάλη μέρα. Όσο τα παιδιά απουσιάζουν, οι γονείς πλησιάζουν ύπουλα το κούτσουρο, σηκώνουν τη κουβέρτα και τοποθετούν από κάτω διάφορα μικροσκοπικά δωράκια, όπως γλυκά, καραμέλες, φρούτα και καρύδια. Μετά καλούν μέσα τα παιδιά. Το κούτσουρο τότε τους βλέπει όλους να έρχονται απειλητικά καταπάνω του, κραδαίνοντας ραβδιά. Πριν καλά καλά καταλάβει τι γίνεται, γονείς και παιδιά μαζί αρχίζουν να… κοπανάνε μετά μανίας το κούτσουρο, τραγουδώντας μάλιστα ένα εύθυμο τραγουδάκι!


Caga tió,
caga torró,
avellanes i mató,
si no cagues bé
et daré un cop de bastó.
caga tió!




Κουτσουράκια μες στην καλή χαρά. Που να ξεραν τι τα περιμένει.


Kαι ενώ το κούτσουρο βλέπει τον Χριστό φαντάρο απ’ το πολύ κοπάνημα, αρχίζει να… χέζει δώρα. Η κουβέρτα πέφτει και αποκαλύπτεται το πλήθος από φρούτα και γλυκίσματα που κρύβονταν από κάτω της! Να γιατί έτρεφαν το κούτσουρο τόσο καιρό. Για να βγάλει μετά την τροφή από μέσα του, σε μορφή δώρων…!

Και αν αμφιβάλλετε, ορίστε και η μετάφραση του πάνω άσματος, από τα ισπανικά στα αγγλικά:


shit, log,
shit nougats
hazelnuts and cheese,
if you don't shit well,
I'll hit you with a stick,
shit, log!


επί το έργον

Κοριτσάκι εν δράσει

με τέτοιο μέγεθος, φανταστείτε τι σκατό θα βγάζει αυτό το κούτσουρο


Meeeerry Christmas, Μπουα-Xα-Xααα



Αυτή λοιπόν ήταν και η ιστορία του… κακόμοιρου του κούτσουρου που χέστηκε! Και με αυτή την θεοπάλαβη νότα, φτάσαμε στο τέλος!

Ήταν μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση διαφορετική από τις άλλες! Θα σας αποχαιρετήσω με μια ραδιοφωνική νότα – τη ραδιο-φονικότερη που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα το φονικό κουνέλι! Μπορείτε κάνοντας κλικ στο ακόλουθο λινκ να ακούσετε την εκπομπή μου της Πέμπτης 12 του Δεκέμβρη – Παρασκευής και 13 (και όχι, δε μπορεί να είναι τυχαία η ημερομηνία!). Το θέμα της είναι όλα όσα διαβάσατε, ενδεδυμένα όμως με την κατάλληλη, άκρως φρικιαστική μουσική υπόκρουση, και αυτό για διάρκεια τεσσάρων ωρών! Μια εκπομπή που ακούγεται αυστηρά βράδυ και με χαμηλωμένα φώτα… εκτός αν φοβάστε!





Να έχετε καλές γιορτές και να προσέχετε! Να διατηρείτε πάντα αναμμένα τα φωτάκια στο δέντρο, καθώς δεν ξέρετε ποτέ τι παραμονεύει στις σκιές!