Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαγούμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λαγούμι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Απριλίου 2019

Τα Παιδιά της Φάτσας


Μια αφιέρωση στις φίλες γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου...




Η Φάτσα ήταν μια γατούλα. Ένα ζωηρό και έξυπνο πλάσμα με το οποίο συνδέθηκα για ένα διάστημα 12 χρόνων. Και όταν η Φατσούλα αρρώστησε και έφυγε απ’ τη ζωή, με ελαφρύ βάδισμα, έναν αναστεναγμό και μια υπόσχεση, αισθάνθηκα πως έχασα μια πολύτιμη φίλη. Είχα λυγίσει. Αυτό συνέβη πριν δύο χρόνια, τέτοια εποχή.

Κατέθεσα τότε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο blog [click], προς τιμήν όλων αυτών των αξιοθαύμαστων πλασμάτων. Και για ένα διάστημα μετά σταμάτησα να γράφω. Η απώλεια της Φάτσας έγινε αφορμή να μετακομίσω και να τρυπώσω σ’ ένα διαφορετικό λαγούμι, που – όλως τυχαίως; – εδράζεται σε μια περιοχή ξέχειλη με γάτες. Και – για φαντάσου – κάποιες από αυτές τις γάτες, με το πέρασμα του χρόνου, έμελλε να με πλησιάσουν. Γάτες που είχαν μάθει να ζουν έξω, μα διαπίστωσαν πως στη γειτονιά είχε έρθει ένας «δικός τους».

Στην αρχή με προσέγγιζαν στην πόρτα του σπιτιού, δυο-δυο, τρεις-τρεις, νιαουρίζοντας και γυρεύοντας φαί. Κανά δυο περισσότερο θαρραλέες έφτασαν ως και να τρυπώσουν μέσα στο σπίτι. Κάθονταν για λίγο, και μετά έβγαιναν πάλι. Μέχρι που ένας γάτος, ένας αληθινός μάγκας, τρύπωσε ένα βράδυ από ένα μικροσκοπικό άνοιγμα του παραθύρου. Γύρευε όχι απλά να φάει, μα κι ένα ζεστό μέρος για να κοιμηθεί ασφαλής το βράδυ. Αυτό ήταν – είχε δοθεί το εναρκτήριο λάκτισμα. Κι άλλες γάτες έμελλε να τον ακολουθήσουν στη συνέχεια.

Αυτές οι γάτες, λοιπόν, είναι τα «παιδιά της Φάτσας». Παιδιά όχι με την κυριολεκτική έννοια, μα συμβολικά. Διότι αν δεν είχε φύγει η Φατσούλα, δεν θα είχα αναζητήσει νέο σπίτι τον καιρό εκείνο. Δεν θα ερχόμουν σε μια νέα γειτονιά, και, ως επακόλουθο, δεν θα με έβρισκαν οι νέοι φίλοι μου. Μοιάζει λες και τους παρέδωσε τη σκυτάλη. «Σειρά σας, τώρα», την ακούω σχεδόν να λέει, νιαουρίζοντας με νόημα. 




Η Μπουκίτσα ενώ παρατηρεί την κίνηση...
Ο Πιέρ στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού...
Η Γκρίζα στο παράθυρο...
Ένα αξιαγάπητο μουτράκι. Μια αφιέρωση στις γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου
Ώρα για φαί. Μια αφιέρωση στις γάτες που γυρίζουν στο λαγούμι του Κούνελου




Σε αυτά τα μικρά φιλαράκια αφιερώνω την παρούσα ανάρτηση. Ένα κείμενο που δεν σχετίζεται με τέχνες – μα με ένα ζώο που συνιστά έργο τέχνης από μόνο του. Εν τέλει πρόκειται για μια προσωπική αφιέρωση στα παρεάκια μου – τα ζώα που μου κρατούν συντροφιά τον καιρό αυτό. Τον Πιέρ, τη Μπουκίτσα, τον Μπούμπη, τη Βούρτσα, τον Μάγκα, τη Μπιλίτσα, τη Φρου Φρου, την Γκρίζα, τη Ρίνα – και τις άλλες, που γυροφέρνουν, εδώ κι εκεί.

Είναι επίσης ένα κείμενο που επιθυμώ να το αφιερώσω στη Φάτσα – την παλιά και αξέχαστη χνουδωτή φίλη μου. Και να ζητήσω από εσάς τους αναγνώστες και θαμώνες να αγαπάτε και να φροντίζετε τα ζώα – που, τόσο συχνά, παραμελούμε και περιθωριοποιούμε, μα που έχουν τόσα να μας διδάξουν, αν αφουγκραστούμε τη φωνή τους και αν χαζέψουμε την κίνησή τους.


«Τι κοιτάξεις εκεί με τόση φροντίδα; Τι ψάχνεις μέσα στα μάτια αυτού του πλάσματος; Βλέπεις εκεί την ώρα, σπάταλε κι αργόσχολε θνητέ;»

«Ναι, βλέπω την ώρα• είναι η Αιωνιότητα!» 


Σαρλ Μπωντλαίρ



Η Μπουκίτσα και ο Μπούμπης, δυο αξιαγάπητα γατιά.
Η Μπιλίτσα, μια όμορφη μαύρη γάτα
Η Γκριζούλα υπό το φως του μανιταριού....



Τα παιδιά της Φάτσας




Η πρώτη ήταν η Ρίνα (ή Σύλβια) και η αδερφή της, η Μουτζούρα. Ήταν εκείνες που πρώτες πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού και μυρίστηκαν τον χώρο. Ακολούθησαν η Αρκουδίτσα και ο Μάγκας. Στον τελευταίο έδωσα το όνομα «Μάγκας» καθώς υπήρξε εκείνος που έμελλε ν’ ανακαλύψει το φοβερό αυτό πέρασμα δια του παραθύρου, κι ενώ το σπίτι είναι κλειστό.

Κάποια στιγμή κατέφτασε και ο Πιέρ. Ένας μεγάλος, τροφαντός γάταρος, ένας Βούδας με όλη τη σημασία της λέξης, η παρουσία του οποίου προσδίδει μια μοναδική αίσθηση στον χώρο. Σύντομα ξεπρόβαλε και μια λυγερόκορμη μαύρη γάτα (με μια μικροσκοπική λευκή τούφα στην κοιλιά), χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ψιλή φωνή της. Την ονόμασα Μπιλίτσα, από το “Billie” – παραπέμποντας στη Billie Holiday.

Τότε ήταν που έφτασε και η Βούρτσα – η πιο χαδιάρα απ’ τις γάτες. Και ο Μπούμπης, ο πιο χαδιάρης απ’ τους γάτους.

Τον ίδιο καιρό κατέφτασε η Γκρίζα – πιο «γάτα» στα κλασικά χαρακτηριστικά της, δύσκολη με τις άλλες γάτες, μα αφοσιωμένη σε μένα.

Τέλος, ένα βράδυ έκανε την εμφάνισή της και η μικροσκοπική Μπουκίτσα. Η πιο ζωηρή όλων, ένα παιχνιδιάρικο γατάκι που έμελλε στην πορεία να δεθεί ιδιαίτερα με τον Πιέρ και τον Μπούμπη.

Αυτές είναι οι γάτες που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πέρασαν το κατώφλι του σπιτιού. Μα δεν είναι οι μόνες – η γειτονιά κυριολεκτικά ξεχειλίζει και, πλάι στους τακτικούς θαμώνες, γυροφέρνουν κι άλλες γάτες, γειτόνισσες, φίλες κι αυτές. Η Φρου Φρου για παράδειγμα, η Ζοζεφίνα, η Γκρίζη, και μερικές ανώνυμες (ακόμα) μα εξίσου αξιαγάπητες. 




Το Ρινάκι. Οι γάτες της Αθήνας
Η Βούρτσα. Μια ζεστή και χαδιάρα γάτα.
Η Γκρίζα ενώ αράζει στο κρεβάτι
Ο Μπούμπης, ένας γάτος υπό το φως της νυχτερινής λάμπας
Η Φρου Φρου, μια γάτα της πόλης με χνουδωτή ουρά
Ο Μάγκας και ο Πιέρ, δύο όμορφοι αραχτοί γάτοι




Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρώ την ομαδική συμπεριφορά των γατών – και να συνειδητοποιώ πως δεν υπάρχει γάτα που να είναι ίδια με την άλλη. Σαν τους ανθρώπους, συνάπτουν κι εκείνες τις φιλίες, τις συμμαχίες και τις σχέσεις τους, σαν τους ανθρώπους κάνουν τις επιλογές τους και δημιουργούν αντιπαλότητες. Κάποιες είναι κοινωνικές, άλλες είναι αντικοινωνικές. Κάποιες επιλέγουν περισσότερο δραστήρια ζωή, κάποιες προτιμούν την περιπέτεια, άλλες πάλι παραδίδονται στην όμορφη θαλπωρή της σπιτικής εστίας. Ως και στον τρόπο που γυρεύουν το φαί τους διαφέρουν η μία απ’ την άλλη – και φυσικά ξεχωρίζουν ως προς την στάση που επιλέγουν να έχουν απέναντί σου.

Και αν σε αγαπάνε – καμία δεν σε αγαπάει με τον ίδιο τρόπο. Η αγάπη κάθε γάτας είναι ξεχωριστή και δεν σκορπίζεται απλόχερα, το ίδιο σε όλους. Μα αυτό το διαπιστώνει μόνο εκείνος που έχει ζήσει μαζί τους και τις έχει γνωρίσει σε βάθος.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στις ωραίες εκείνες φιλοζωικές οργανώσεις που φροντίζουν τα αδέσποτα των πόλεων και αναλαμβάνουν αφιλοκερδώς τη στείρωση εκατοντάδων και εκατοντάδων γατών. Η γάτα δεν φτιάχτηκε για να γυρίζει καταμεσής των βρώμικων δρόμων, των κάδων με τα σκουπίδια και των δαιμονικών αυτοκινήτων – της αξίζουν πολύ περισσότερα από το αίσχος των σύγχρονων ελληνικών πόλεων.



Είπαν για τις γάτες… Ρητά και αποφθέγματα γνωστών γατόφιλων




«Ο χρόνος που περνάς με γάτες δεν είναι ποτέ χαμένος χρόνος»

Σίγκμουντ Φρόυντ



***



«Και το μικρότερο αιλουροειδές είναι ένα αριστούργημα»

Λεονάρντο ντα Βίντσι



***



«Υπάρχουν δύο καταφύγια από τις θλίψεις της ζωής: η μουσική και οι γάτες»

Άλμπερτ Σβάιτσερ



***


«Η γάτα έχει απόλυτη συναισθηματική ειλικρίνεια. Οι άνθρωποι, για τον ένα λόγο ή τον άλλο, μπορεί να κρύβουν τα συναισθήματά τους, μα η γάτα δεν το κάνει»

Έρνεστ Χέμινγουεϊ



***



«Έχω μελετήσει πολλούς φιλοσόφους και πολλές γάτες. Η σοφία των γατών είναι απεριόριστα ανώτερη»

Ιππόλυτος Τάιν



***



Ο Πιέρ και το Ρινάκι, δύο γατόνια που κοιμούνται αραχτά
Η Αρκουδίτσα και το διαπεραστικό της βλέμμα...




«Αγαπώ τις γάτες και απολαμβάνω το σπίτι μου. Και, λίγο λίγο, γίνονται η ορατή ψυχή του»

Ζαν Κοκτώ



***



«Όταν αισθάνομαι

πεσμένος

το μόνο που έχω να κάνω είναι

να βλέπω τις γάτες μου

και το κουράγιο μου

επιστρέφει»


Τσαρλς Μπουκόφσκι



***


«Ο γάτος δεν προσφέρει υπηρεσίες. Προσφέρει τον εαυτό του. Ασφαλώς χρειάζεται ασφάλεια και φροντίδα. Δεν παίρνεις αγάπη δίχως αντάλλαγμα»

William S. Burroughs



***



«Όταν ένας γάτος κολακεύει… δεν είναι ανειλικρινής: μπορείς με ασφάλεια να το πάρεις για αληθινή καλοσύνη»

Walter Savage Landor


***


Μια γάτα στο κέντρο της Αθήνας...
Η Βούρτσα και η Μπουκίτσα, ενώ ετοιμάζονται να περάσουν τη μαγική πύλη!
Ο Πιέρ αραχτός στο κρεβάτι





«Ένας άνθρωπος είπε στο Σύμπαν:

“Κύριε, υπάρχω!”

“Έξοχα”, απάντησε το Σύμπαν,

“αναζητώ κάποιον για να φροντίζει τις γάτες μου”»

Henry Beard



***


«“Ξέρεις τι θα έπρεπε να κάνω;”, ρώτησε ενθουσιασμένος o Χοσίνο.

“Ασφαλώς”, είπε η γάτα. “Τι σου έλεγα; Οι γάτες γνωρίζουμε τα πάντα. Όχι σαν τους σκύλους”»

Χαρούκι Μουρακάμι [“Kafka on the Shore”]



***



«Λοιπόν, εσείς οι άνθρωποι έχετε ονόματα, γιατί δεν γνωρίζετε ποιοι είστε. Εμείς γνωρίζουμε ποιες είμαστε – γι’ αυτό δεν χρειαζόμαστε ονόματα»

Neil Gaiman



***


«Σήκω από τον ύπνο σου, γέρικη γάτα,

Και με μεγάλα χασμουρητά και τεντώματα…

Κίνησε ήρεμα για αγάπη»

Kobayashi Issa, γιαπωνέζικο χαϊκού



***



«Στην αψεγάδιαστη χάρη της και στην ανώτερη αυτάρκειά της έχω δει το σύμβολο της τέλειας ομορφιάς και της γλυκιάς έλλειψης ατομικότητας του ίδιου του σύμπαντος… Στον αέρα του σιωπηλού της μυστηρίου εδράζεται για μένα όλο το δέος και ο θαυμασμός του αγνώστου»

H.P. Lovecraft



*** 



Η Μπιλίτσα, μια όμορφη μαύρη γάτα που ποζάρει για τον φακό
Ο Πιέρ και η Μπουκίτσα, δυο γατάκια κοιμούνται αγκαλιασμένα




«Δεν μπορώ ν' αντισταθώ σε μια γάτα, ειδικά αν γουργουρίζει. Είναι τα καθαρότερα, πονηρότερα και εξυπνότερα πλάσματα που γνωρίζω, πέρα από το κορίτσι που αγαπάς ασφαλώς.»

«Όταν ένας άνθρωπος αγαπάει τις γάτες, είμαι φίλος και σύντροφός του, δίχως δεύτερη σκέψη.»

Mark Twain



***


«Νομίζω πως οι γάτες είναι πνεύματα που έχουν έρθει στη γη. Είμαι βέβαιος πως μια γάτα θα μπορούσε να βαδίζει στα σύννεφα δίχως να πέσει κάτω…»

Ιούλιος Βερν



***



«Τι ψάχνεις μέσα στα μάτια αυτού του πλάσματος; Βλέπεις εκεί την ώρα, σπάταλε κι αργόσχολε θνητέ;»

«Ναι, βλέπω την ώρα• είναι η Αιωνιότητα!»

Σαρλ Μπωντλαίρ



***



«Τι μεγαλύτερο δώρο, από την αγάπη μιας γάτας!»

Κάρολος Ντίκενς



Αφιερωμένο στις φίλες μου, τις γάτες, στους ανθρώπους που τις αγαπούν - και στη Φατσούλα.

Το φονικό κουνέλι, Απρίλης του 19.



Η Φατσούλα, μια υπέροχη γάτα

31 Δεκεμβρίου 2017

Στο νέο Λαγούμι του Κούνελου






Να που ήρθε ξανά λοιπόν εκείνη η μέρα του χρόνου που κάνουμε όλοι τον απολογισμό μας· σκεφτόμαστε τι πήγε σωστά, τι πήγε λάθος, βάζουμε τα πράγματα σε μια σειρά μες στο κεφάλι μας, κάνουμε πλάνα για το Νέο Χρόνο, ο οποίος στέκεται στο κατώφλι της πόρτας και με μωρουδίστικη φωνή μας λέει «να τα πω, φίλος;». «Να τα πεις, να τα πεις», του λέμε με χαμόγελο.

Κι αρχίζει να τα λέει και μας αρέσει το τραγούδι του και είναι σύμφωνο με τα πλάνα που καταστρώσαμε μες στο κεφάλι μας και λέμε «συνέχισε, πάρ’ το έτσι» - και η φωνή του σταδιακά αλλάζει, από μωρουδίστικη γίνεται παιδική, από παιδική βραχνιάζει, σπάει, γίνεται φωνή αγχωμένου εφήβου, μετά ενός ταλαίπωρου ενήλικα – και σκεφτόμαστε «ρε συ, αυτός τραγουδάει εντελώς φάλτσα!».

Και τελικά φτάνει να στέκεται στην πόρτα ένας Γέρος με γενειάδα – και μας ζητάει τον λογαριασμό της χρονιάς που πέρασε και μας φαίνεται πολύς. «Δε βαριέσαι – του χρόνου θα ‘ναι καλύτερα!»

Ας πιούμε, λοιπόν, στο νέο χρόνο – με την ευχή το τραγούδι του να φαλτσάρει όσο το δυνατόν λιγότερο!

Εγώ πάντως, για να το γιορτάσω, αποφάσισα, ως μια μικρή συμβολική κίνηση, να ανοίξω για τους φίλους αναγνώστες τις πόρτες του Λαγουμιού μου. Γιατί υπάρχει το διαδικτυακό λαγούμι από τη μία – εκείνο που γνωρίζετε μέσα από τα κείμενα που ανεβάζω – και υπάρχει το κυριολεκτικό λαγούμι από την άλλη. Σε αυτό το δεύτερο θα πάμε σήμερα, να ρίξετε μια ματιά, να χαζέψετε τα βιβλία και τα κάδρα και το δέντρο. Πρόκειται για μια μικρή, μα βολική φωλιά που γέμισα με όλα όσα αγαπώ – ώστε να περνούν όσο ομορφότερα γίνεται οι μοναχικές ώρες της παραμονής μου σε αυτό.

Θα σας ξεναγήσω λοιπόν στον πυρήνα αυτής της φωλιάς, που δεν είναι άλλος από το καθιστικό και τις τρεις βιβλιοθήκες της, θα σας πω δυο λόγια για ορισμένα αγαπημένα μου βιβλία, θα προϊδεάσω για κάποια μελλοντικά αφιερώματα, θα σας αποκαλύψω μια ιδιαίτερη νυχτερινή επισκέπτρια και, τέλος, θα σας προσκαλέσω για κρασί.

Να τα π(ι)ούμε; Πιες τα, χρόνε που έρχεσαι! Πιες και μέθυσε. Και χάρισε λίγη υγιή τρέλα στην καθημερινότητά μας.







Στα άδυτα



Εδώ και λίγους μήνες μετακόμισα σε αυτό το λαγούμι, κάπου στο ιστορικό αθηναϊκό κέντρο. Πρόκειται κυριολεκτικά για λαγούμι – χαμηλό, το μισό σκαμμένο στο έδαφος, το άλλο μισό στην επιφάνεια. Στην αρχή η εμπειρία ήταν παράξενη, όπως κάθε τι καινούργιο – τα πάντα χρειάζονται κάποιο χρόνο προσαρμογής.

Το σπίτι είναι παλιό – πάρα πολύ παλιό. Στην οροφή βλέπεις δοκάρια που παραπέμπουν σε καράβι. Οι τοίχοι αποκαλύπτουν την παλαιότητά τους. Η ηχομόνωση είναι κακή. Η κουζίνα και το μπάνιο είναι μαζί (λίγα πράγματα συγκρίνονται με την εμπειρία να κάνεις ντους και ταυτόχρονα να απλώνεις το χέρι για να ανακατέψεις το φαί στην κατσαρόλα!). Μα διέπεται από μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, λόγω ακριβώς της θέσης και της παλαιότητάς του – την οποία επεδίωξα να διανθίσω. Είναι γραφικό. Είναι σχετικά ζεστό. Και έχει αυτά τα πανέμορφα εσωτερικά παράθυρα.







Στην πορεία, γεμίζοντας το χώρο με όλα όσα αγαπώ, δημιούργησα εκείνη την απαραίτητη ατμόσφαιρα που μου είναι αναγκαία ώστε να απολαύσω τη διαμονή μου σ’ ένα σπίτι: ατμοσφαιρικός φωτισμός, κάδρα και αφίσες με παραπομπές σε αγαπημένα πράγματα, το ενυδρείο με τα ψάρια – και φυσικά βιβλία – όσο περισσότερα μπορούσα να μεταφέρω μαζί μου στο νέο σπίτι.

Κατόρθωσα να χωρέσω τρεις βιβλιοθήκες. Αρκετά ακόμα βιβλία είναι σκόρπια πάνω στο γραφείο και στο κομοδίνο. Τα υπόλοιπα έμειναν στο πατρικό. Η ιδιοκτήτρια είχε απορήσει, βλέποντάς με να μετακομίζω και να μεταφέρω μαζί μου σωρούς και σωρούς από κούτες με βιβλία – όχι ρούχα, όχι παπλώματα, μα βιβλία. «Τι τα κάνεις όλα αυτά; Εμένα μου αρκεί να διαβάσω ένα βιβλίο, όχι να το έχω στο χώρο μου».

Και πολύ καλά κάνεις, της είπα. Μεταξύ μας, το βρίσκω απόλυτα υγιές – να μοιράζεσαι, όχι να κατέχεις. Μα πώς να εξηγήσω τη χαρά να περιβάλλεσαι από βιβλία, όπου και αν κοιτάξεις. Είμαι σαν τον Σκρουτζ Μακ Ντακ. Εκείνος ήθελε τα λεφτά του για να κάνει βουτιές μέσα τους. Εγώ θέλω τα βιβλία για να με περιβάλλει η ατμόσφαιρά τους. Η λειτουργία τους είναι διπλή: όχι μόνο η εμπειρία της ανάγνωσης, μα και η αισθητική τους. Ένας χώρος γεμάτος βιβλία είναι ένας ζεστός χώρος – ακόμα και αν δεν έχεις θέρμανση το χειμώνα.








Μα τα βιβλία δεν ήταν αρκετά. Επιθυμούσα να γεμίσω τους τοίχους με εκείνα που αγαπώ – όσο περισσότερα χωρούσαν. Κακά τα ψέματα, φίλε αναγνώστη – βρίσκεσαι στην Κουνελοχώρα. Μια ματιά στον σχεδιασμό του Blog είναι αρκετή. Δες τις φιγούρες, δες το banner, δες πως μπλέκουν η μία με την άλλη. Πως θα μπορούσε το προσωπικό μου Λαγούμι να είναι διαφορετικό.

Έντυσα λοιπόν τους τοίχους με αγαπημένα εξώφυλλα αγαπημένων δίσκων, αφίσες από κινηματογραφικές ταινίες, παλιά γαλλικά poster, αγαπημένους μουσικούς της Jazz και παραπομπές σε λογοτεχνία και κόμικς.








Η γυναικεία παρουσία δεν θα μπορούσε να απουσιάζει – είτε μιλάμε για το μνημειώδες body-painting με τα εξώφυλλα των Pink Floyd, είτε για το pin-up της δεκαετίας του 50. Κάπως έτσι η θερμοκρασία του χώρου ανεβαίνει λίγο παραπάνω – και οι νύχτες του χειμώνα γίνονται περισσότερο υποφερτές.






Κάνοντας κλικ πάνω στις εικόνες μπορείς, αγαπητέ αναγνώστη, να δεις με περισσότερες λεπτομέρειες τις εικόνες, τα κάδρα και τις παραπομπές – και να διαπιστώσεις τυχών κοινές αγάπες. Μα τι λέω – για να βρίσκεσαι εδώ μέσα και να διαβάζεις αυτό το κείμενο, αυτή τη στιγμή, είναι δεδομένο πως υπάρχουν.




Κάποιες σειρές βιβλίων – και κάποιες ιδέες για μελλοντικά αφιερώματα




Η φάση με το Κουνέλι για μένα είναι σαν εκείνα τα κρασιά, που θέλουν το χρόνο τους για να τα απολαύσεις. Γράφω όποτε νιώθω και μόνο, δεν ακολουθώ κανόνες, προσπαθώ όσο γίνεται να μην εντάσσω τη δημιουργική αυτή ενασχόληση στους λοιπούς κανόνες που διέπουν τόσο την καθημερινότητά μας, όσο κι εκείνη άφθονων σελίδων του Διαδικτύου: ωράρια, πίεση, στερεότυπος λόγος, μαζικού περιεχομένου αναρτήσεις, εκείνη η καταραμένη αίσθηση πως χρειάζεται να γίνεσαι «αρεστός». Ποτέ δεν επεδίωξα να αναπροσαρμόσω το ύφος των γραπτών και το περιεχόμενο του Blog για να προσελκύσω περισσότερο κόσμο – γιατί αν είχα τέτοιο στόχο, το κοινό εδώ και στη Σελίδα του Facebook θα ήταν άλλο. Μα δεν με ενδιαφέρει εκείνο το «άλλο» κοινό – ξέρω καλά σε ποιους επιθυμώ να απευθύνομαι.

Γράφω όποτε μπορώ λοιπόν – και όποτε αισθάνομαι. Ναι, είναι άφθονα τα αφιερώματα που ξεκινώ και έχουν ημερομηνία λήξης που εκτείνεται στο Άπειρο – μα τι σημασία έχει. Όπως δεν έχει σημασία το γεγονός πως επιθυμώ να καταπιαστώ με ένα κάρο πράγματα, για τα οποία δεν έχω βρει ακόμα το χρόνο. Νέε χρόνε που έρχεσαι, απάλλαξέ με σε παρακαλώ από το μόνιμο άγχος πως πρέπει να τα «προλάβω» όλα! Κι εσύ, φίλε αναγνώστη – αν δεν το έκανες ακόμα, ρίξε μια ματιά στην αμέσως προηγούμενη ανάρτησή μου, με τίτλο της «Οι Κλέφτες του Χρόνου». Θα καταλάβεις ακριβώς τι εννοώ.

Ας έχει λοιπόν. Στις ακόλουθες φωτογραφίες συγκέντρωσα ορισμένες σειρές βιβλίων, για τις οποίες επιθυμώ κάποια στιγμή μελλοντικά να γράψω – και να μοιραστώ την αξία τους με τους θαμώνες της Κουνελοχώρας. Προς το παρόν, θα περιοριστώ σε κάποιες σύντομες αναφορές.

Ξεκινώντας από βιβλία κοινωνικού και ιστορικού περιεχομένου, ένας από τους στόχους μου είναι να ολοκληρώσω την περίφημη σειρά των «Εποχών» του Eric Hobsbawm – του σημαντικότερου ίσως ιστορικού του αιώνα που μας πέρασε. Ο λόγος του είναι γλαφυρός, οι αναλύσεις του διεισδυτικές και η οπτική του πέρα από τοίχους και δόγματα.






Δύο φιλόσοφοι στις θάλασσες των οποίων σεργιάνιζα από μικρός (όχι δίχως φουρτούνες) είναι ο Κορνήλιος Καστοριάδης και ο Φρίντριχ Νίτσε. Αμφότεροι περιλαμβάνονται στην ατζέντα εκείνων για τους οποίους επιθυμώ να γράψω πολλά και διάφορα. Αμφότεροι περιλαμβάνονται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό banner της Σελίδας. Δεν είναι τυχαίο.






Χοντρό βιβλίο δε σημαίνει απαραίτητα καλύτερο βιβλίο – κάποιες φορές το μικρό περιλαμβάνει μεγαλύτερη ισχύ, ενώ όλοι γνωρίζουμε (σε βαθμό υπερβολής, θα έλεγα πλέον, όσο αφορά τα κοινωνικά δίκτυα) τη δύναμη της μεμονωμένης φράσης και του συντομευμένου κειμένου. Όπως και να ‘χει πάντως – τα ακόλουθα είναι ορισμένα από τα μεγαλύτερα σε όγκο μυθιστορήματα της συλλογής μου. Και στην περίπτωσή τους – ναι, πρόκειται για κορυφαία έργα. Διακρίνουμε τον Οδυσσέα του Τζόυς, την πεντάτομη έκδοση των Άθλιων, τις Χίλιες και Μια Νύχτες σε εφτά τόμους, τον Μόμπι-Ντικ, τον Ζοφερό Οίκο του Ντίκενς, τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών (ξέχασα να συμπεριλάβω τα Χάρι Πόττερ), το Όνομα του Ρόδου, την Αδηφαγία, τα Παιδιά του Μεσονυχτίου, τα Άπαντα του Λούις Κάρολ, το Κουρδιστό Πουλί, το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, τον Δόκτωρ Φαούστους, την Ιστορία του Γκέντζι και τον Πόλεμο και Ειρήνη.

Κάποια τα έχω διαβάσει. Κάποια όχι.

Μένει το Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο, θαρρώ, για να συμπληρωθεί η λίστα των Τιτάνων του Όγκου.






Να και ορισμένοι αγαπημένοι και κλασικοί τίτλοι Επιστημονικής Φαντασίας. Ένα ακόμα θέμα με το οποίο θα ήθελα πολύ να καταπιαστώ μελλοντικά. Διακρίνουμε την τριλογία Θεμέλιο του Ισαάκ Ασίμοφ, τον Αναρχικό των Δύο Κόσμων της Λε Γκεν, τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Χάξλεϊ, τα Χρονικά του Άρη και το Φάρεναϊτ 451 του Μπράντμπερι, τον Νευρομάντη του Γκίμπσον, μια συλλογή με κλασικές ιστορίες του Γουέλς, το Ηλεκτρικό Πρόβατο, το Ubik και τον Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο του Ντικ, το Childhoods End του Κλαρκ, το Παιχνίδι του Έντερ του Orson Scott Card, το Solaris του Lem, το Stranger in a Strange Land του Heinlein, το Έρεβον του Μπάτλερ, τη σειρά του Hitchhikers Guide to the Galaxy του Douglas Adams…… βαθιά ανάσα.







Να και ο Νίκος Καζαντζάκης. Έχω γράψει ήδη γι’ αυτόν αρκετά. Μα μένουν πολλά ακόμα.








Ας μετακινηθούμε και στο χώρο των κόμικς. Μακάρι μέσα στη χρονιά να μπορέσω να καταπιαστώ με τον αγαπημένο μου συγγραφέα όλων των δημιουργών της Ενάτης Τέχνης – τον Alan Moore.








Να και η σειρά που άλλαξε και αλλάζει τα φώτα της μαζικής αμερικανικής κουλτούρας εδώ και 60 σχεδόν χρόνια – και, ταυτόχρονα, αλλάζει τα μυαλά των αναγνωστών του. Ο λόγος φυσικά για το MAD.








Κλείνω με το "Ποντίκι από το οποίο άρχισαν όλα" και τα άπαντα του δημιουργού που καθιέρωσε τον σχεδιασμό του στα αμερικανικά στριπ της δεκαετίας του 30, του 40 και του 50 – τον Floyd Gottfredson.








Αυτές είναι κάποιες από τις σειρές για τις οποίες θα μιλήσουμε ξανά μελλοντικά. Και στις οποίες γυρνώ ξανά και ξανά, νιώθοντας πως ανταμώνω κάποιον παλιό φίλο.




Μια νυχτερινή επισκέπτης




Και επιστρέφουμε σε εκείνα που καθιστούν όμορφη τη μοναχική διαμονή σ’ ένα σπίτι. Βιβλία, μουσική, ταινίες, διακόσμηση του χώρου τέτοια που να ταιριάζει με τα γούστα σου… καλά όλα αυτά, μα παραμένεις εσύ και τα πράγματά σου.

Μέχρι μια μικροσκοπική χνουδωτή ύπαρξη να σου νιαουρίσει έξω από την πόρτα.

Η περιοχή ξεχειλίζει γάτες. Κάποιες τις έχω γνωρίσει – με ορισμένες έχουμε εξοικειωθεί. Αργά τα βράδια, στην ηρεμία, όταν ο δρόμος μας ανήκει, τους φωνάζω – και αν γυρίζουν εκεί κοντά με ακούν και έρχονται.






Μία ανάμεσά τους έχει μετατραπεί σε τακτικό θαμώνα του σπιτιού. Έρχεται κάποια βράδια, κάθεται μερικές ώρες, απολαμβάνει τη ζεστασιά και τα σκεπάσματα, γίνεται συνοδοιπόρος των οικιακών μου περιπλανήσεων – και μετά αποχωρεί, βγαίνει έξω, κάνει τα δικά της. 

Στην αρχή φοβόταν να περάσει στο Λαγούμι – πρόκειται για έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό από εκείνο που είχε συνηθίσει. Μα λίγο λίγο έμαθε. Προσπαθώ να μην την περιορίσω – όποτε θέλει να βγει, της ανοίγω. Μα εκείνες οι λίγες ώρες, προς το παρόν αρκούν.








Με χαροποιεί η παρουσία της. Γιατί πάντα είναι καλύτερο να μοιράζεσαι όσα αγαπάς. Το νου σου, μικρή, να προσέχεις εκεί έξω.

Κάπου παραπέρα το βιβλίο “I Am A Cat” του Natsume Sōseki, με εκείνη τη γάτα που κουλουριάζει στο εξώφυλλο, μοιάζει να μιλάει με τον τίτλο του και μόνο.






Και λίγο παραπέρα στέκει το πορτραίτο της Φατσούλας. Η απώλεια αυτής της γατούλας, με την οποία είχα μάθει να ζω για μια δεκαετία, στάθηκε η πιο επώδυνη προσωπική εμπειρία της χρονιάς που φεύγει. Ήταν όμως και το καταλυτικό γεγονός που συνέβαλε ώστε να μετακομίσω στο νέο αυτό Λαγούμι. Έτσι πάει – κάποιες φορές η απώλεια γίνεται αφορμή να προχωρήσεις. Ο σπόρος φυτρώνει στο χώμα που δέχτηκε εκείνο που έχει φύγει. Ο θάνατος και η ζωή συνιστούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Επισκέπτες είμαστε όλοι, Ψιψίνα. Έτσι νιώθω κι εγώ σ’ αυτό το σπίτι, που νοικιάζω, που δεν μου ανήκει περισσότερο απ’ ότι ανήκει σε σένα, που περνάς εδώ τα βράδια. Μα και να μου ανήκε – πάλι επισκέπτης θα ήμουν. Ταξιδιώτης. Αυτό είμαστε όλοι. Ταξιδεύουμε στο μεγάλο εκείνο σκάφος της ζωής – κάποιες φορές αφοσιωνόμαστε τόσο στο εσωτερικό του, στις μικρές, καθημερινές ενασχολήσεις του, που ξεχνάμε να κοιτάξουμε έξω απ’ το παράθυρο – πέρα, στην αχανή απεραντοσύνη και στα απειράριθμα αστέρια της.

Κάποιες φορές μου φάνηκε πως είδα των φως των άστρων να καθρεφτίζεται στα μάτια μιας γατούλας.







Χαρούμενη νέα χρονιά, το λοιπόν




Ήταν μια μικρή, ψηφιακή περιπλάνηση στο Λαγούμι μου και ένα μοίρασμα κάποιων αγαπημένων πραγμάτων, άψυχων και έμψυχων (αν και, αν το καλοσκεφτούμε, δεν υπάρχουν άψυχα πράγματα, όσο τα επενδύουμε με νόημα και σημασία). Προσπάθησα να είμαι καλός οικοδεσπότης. Μα είστε όλοι ευπρόσδεκτοι να περάσετε, να τα πούμε και ζωντανά και να σας κεράσω κάποιο εκλεκτό ρόφημα – διαδικτυακώς το τελευταίο δεν γίνεται (η μέρα που θα κάνουμε share όχι μόνο αναρτήσεις και φωτογραφίες, μα και αληθινά κρασιά μέσω διαδικτύου, θα είναι μια ευτυχισμένη μέρα για την ανθρωπότητα).


Εύχομαι καλή χρονιά, με υγεία, υγεία, υγεία και αγάπη. Και όμορφες στιγμές. Και να μάθουμε να δίνουμε αξία σε εκείνα που πραγματικά αξίζουν και μόνο. Τα λέμε!