Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποδήλατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποδήλατο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22 Ιουνίου 2019

Στου Φιλοπάππου


Η θέα της Αθήνας από τα βράχια του Φιλοπάππου




Πρωινό Σαββάτου και ο μικρός εκείνος ανήσυχος δαίμονας ψιθύρισε στ’ αυτί μου: “εμπρός, πάρε το βιβλίο σου κάνε μια βόλτα. Θα απαλύνει τις όποιες αρνητικές σκέψεις”. Πήρα το ποδήλατο λοιπόν, αδιαφορώντας για το ξεφουσκωμένο λάστιχο, και τράβηξα για τον λόφο του Φιλοπάππου. Σκοπός μου να βρω μια ιδανική σκιά να ξαποστάσω και να διαβάσω το βιβλίο.

Η ζέστη αφόρητη. Σμήνη οι τουρίστες, τους προσπερνούσα βιαστικά, με μόνο στόχο να καταφύγω σε κάποιο μέρος δίχως κόσμο. Τελικά έφτασα εκεί που ο λόφος ατενίζει την πόλη. Απόλυτη ησυχία. Εδώ κι εκεί κάποια παγκάκια – και τα δέντρα απάνω πρόσφεραν απλόχερα τον ίσκιο τους. Εδώ είμαστε.

Δεν έκατσα όμως. Παρατηρούσα το τοπίο, χιλιοπερπατημένο και αιώνιο, βράχοι που αχνίζουν και δέντρα που ψιθυρίζουν σιωπηλούς σκοπούς. Χιλιάδες κτίρια απλώνονταν πέρα μακριά, η παλλόμενη καρδιά της πόλης, ζωηρή και ανυπόφορη στην καθημερινή ρουτίνα της. Μα εκεί ψηλά δεν φτάνει ο θόρυβος – μόνο το τραγούδι των πουλιών, ισχυρότερο και από χίλια αμάξια που μουγκρίζουν. Εκεί ψηλά η πόλη μοιάζει περισσότερο με ζωγραφικό πίνακα: απομεινάρι κάποιας εποχής, εικόνα πέρα από τον χρόνο, ξεχαρβαλωμένη καρτ ποστάλ που βρήκες σε κάποιο σκοτεινό πατάρι. Όλα ήσυχα. Το μάτι του κυκλώνα. Η απάνεμη γωνιά καταμεσής της σαββατιανής κοσμοχαλασιάς.




Βόλτα στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα
Η Αθήνα από ψηλά, στον λόφο
Η Ακρόπολη από τον λόφο του Φιλοπάππου




Κάποιες σκέψεις ύφαναν ένα ανοιχτόχρωμο πέπλο στη σκέψη μου, υγρό και διάφανο σαν βρεγμένο μπλουζάκι σε γυναικείο στήθος. Σκέψου να συνδιαλέγεσαι με τα στοιχεία της φύσης – με τα πουλιά και τα δέντρα και τη γη. Σκέψου να μιλούσαν στην ανθρώπινη γλώσσα – ποτέ ξανά δεν θα αισθανόσουν μόνος. Θα ήσουν εκεί, καταμεσής των φυτών και των ζώων, και θα ένιωθες αυτάρκης. Σαν τις ταινίες της Disney ένα πράγμα, δίχως όμως τους ξενέρωτους πρίγκιπες και τις κάλπικες πριγκίπισσες.

Οι ίδιες όμως σκέψεις βρήκαν γρήγορα τον αντίλογό τους. Να μιλούν τα ζώα στη γλώσσα μας; Όχι δα! Σύμφωνοι – στην αρχή θα χαιρόμασταν. Μετά όμως θα συνέβαινε εκείνο που συμβαίνει πάντα: θα άρχιζαν οι παρεξηγήσεις, οι παρερμηνείες, τα «τι εννοείς με αυτό που είπες», ή «πάρ’ το πίσω αυτό!», ή «για να λες έτσι, μάλλον δεν συμφωνείς μαζί μου», ή «γιατί δεν εκφράζεσαι αλλιώς», ή «γιατί δεν μου μιλάς σαν άλλοτε»… και θα γινόμασταν μπάχαλο μεταξύ μας. Πάλι απ’ την αρχή, άνθρωποι, ζώα και φυτά, ένα μπλεγμένο κουβάρι, να τσακωνόμαστε με πολεμοφόδια μας τις λέξεις, έχοντας ανάγκη από λεξικά και αποκρυπτογράφηση μπας και συνεννοηθούμε.

Όχι, να λείπει το βύσσινο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην κατανόηση από την ανθρώπινη γλώσσα. Και αυτά τα ανόητα σύμβολα που χρησιμοποιούμε για να τιθασεύσουμε τον χείμαρρο που ξεχειλίζει μέσα μας: τις λέξεις. Τις λέξεις, στους λαβυρίνθους των οποίων χανόμαστε. Καλύτερα να συνεννοούμασταν μόνο με κραυγές και βογκητά και γουργουρητά και δαγκωνιές! 




Ένα πουλί σε δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου
Μοναχικό δέντρο στον λόφο του Φιλοπάππου στην Αθήνα




Το θέμα δεν είναι να μιλά η φύση στη δική μας γλώσσα – αλλά ΕΜΕΙΣ στη γλώσσα της φύσης. Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Η απώλεια της επαφής με τη φύση είναι η μεγαλύτερη πληγή – ασύγκριτα ισχυρότερη από την επαφή που χάσαμε αναμεταξύ μας, τον καιρό που υψώναμε πύργους της Βαβέλ.

Κάποιες φορές μόνο, εδώ κι εκεί, μοιάζει να χάνεται εκείνη η αρχέγονη απόσταση: όταν αφηνόμαστε στη γλυκιά δροσιά μιας καλοκαιρινής βουτιάς… όταν αναπνέουμε τον φυσικό αέρα κάποιου δάσους… όταν απολαμβάνουμε το τραγούδι των πουλιών… όταν χαϊδεύουμε ένα ζώο… και όταν φτάνουμε σε οργασμό – η στιγμή του μουγκρητού είναι η ίδια αρχέγονη γλώσσα της φύσης.

Σα να ήθελε ν’ απηχήσει τη σκέψη μου, μια εκκλησιαστική ψαλμωδία αντήχησε στον αέρα. Ωχ. Εκεί κοντά είναι το εκκλησάκι του Λουμπαρδιάρη – και είχε ξεκινήσει λειτουργία. Στο εξής μια άλλη γλώσσα θα συνόδευε (ή μάλλον, θα συσκότιζε) τις σκέψεις μου: η γλώσσα των παπάδων.

Τράβηξα παραπέρα, βρήκα ένα παγκάκι. Πάνω έγραφε με μαρκαδόρο «Εύα» (σε καρδούλα) – και δίπλα «Μπακογιάννη, ψόφα». Μου άρεσε η αντίφαση. Έκατσα κι έβγαλα το βιβλίο.




Ένα βιβλίο για τον Tom Waits, Lowside of the Road
Με ποδήλατο στου Φιλοπάππου




Ξεκίνησα να διαβάζω. Με έχει απορροφήσει ολότελα αυτές τις μέρες. Μακάρι να καταθέσω κάποια στιγμή μελλοντικά μια εκτενή σειρά αφιερωμάτων στον Tom Waits. Ελάχιστους καλλιτέχνες μπορώ να ακούω με τις ώρες, να παρασύρομαι στον κόσμο τους και να ταυτίζομαι τόσο απόλυτα – ο Waits ανήκει σε εκείνους τους ελάχιστους. Δεν είναι τυχαία η παρουσία του παντού γύρω, αν κοιτάξετε τα κολάζ εδώ στο blog.

Κι ενώ βρισκόμουν καταμεσής της δεκαετίας του 70, σε κάποια σκοτεινά νυχτερινά μπαρ που μύριζαν φτηνές γυναίκες, μελαγχολία, ποίηση του δρόμου και αλκοόλ, παρατηρώ να καταφτάνει προς το μέρος μου, στην άκρη του πεζόδρομου, ένας τύπος που έμοιαζε με τον Πουλικάκο στα νιάτα του. Μιλούσε μόνος του. Ωχ. Γρήγορα έστρεψα το βλέμμα μου στο βιβλίο πάλι. Ο τύπος πήγε και έκατσε σε ένα παγκάκι απέναντι. Συνέχιζε να μιλάει και κοιτούσε προς εμένα. Κι ενώ οι εκκλησιαστικοί ψαλμοί ακόμα αντηχούσαν στο βάθος. Σκατά. Να που ξενέρωσα. Ο ανθρώπινος πολιτισμός εισέβαλε για άλλη μια φορά και σπίλωσε τη γαλήνη της φύσης. Ο παπάς από τη μία, ο τρελός από την άλλη. Κι εγώ, η γέμιση στο σάντουιτς.

Ο παπάς έλεγε κάτι για την αιώνια σωτηρία και έψελνε αμήν. Ο τύπος απέναντι, με τη σειρά του, μιλούσε μόνος του και έλεγε: “Βασίλη, αν το ξαναδώ αυτό θα σου ξυρίσω το μουστάκι”. Ή μήπως ήταν ο τύπος απέναντι που έψελνε αμήν και ο παπάς που απειλούσε να ξυρίσει το μουστάκι; Η ζέστη με είχε χτυπήσει στο κεφάλι και ίσως να τα μπέρδεψα.

Κάπου τότε κατέφτασε προς το μέρος μου κι ένα ζευγάρι τουριστών. Καλώς τα παιδιά. Κατευθύνονταν σε μια γειτονική κρήνη. Η κοπελιά ήταν ενδεδυμένη με το κατάλληλο κοντό σορτσάκι – το βλέμμα μου έπεσε μεμιάς στο σωστό σημείο, αντλώντας μια κάποια ικανοποίηση. Αν δεν μπορείς να διαβάσεις το βιβλίο με την ησυχία σου, τουλάχιστον ας δεις κάποιο θέαμα της προκοπής. Ο σύντροφός της, απ’ την άλλη, βάδιζε μισόγυμνος, η κοιλιά έξω να κρέμεται σαν τα μάγουλα ενός μπουλντόγκ. Αυτό δεν ήταν ευχάριστο. 

Σηκώθηκα. Αρκετά, όσο διάβασα διάβασα. Καλή η βόλτα, εποικοδομητική στην αρχή, η συνέχεια λιγότερο. Γέννησε προσδοκίες και τελικά σε άφησε με ανάμικτη γεύση στο στόμα – όπως συμβαίνει με τα περισσότερα πράγματα, εδώ που τα λέμε.

Μα θα επανέλθω. Έχει γούστο να συναντήσω πάλι τον τύπο με το μουστάκι.

Πίσω στην ανθρωποθάλασσα. Πίσω στη βοή του πλήθους. Τέρμα η φιλοσοφία, ώρα να φέρουμε σε πέρας τις δουλειές μας. Λογαριασμοί, ψώνια. Και να φουσκώσω αυτό το λάστιχο. Η διαδρομή στο Μοναστηράκι ήταν αργή και επώδυνη – πάντα έτσι γίνεται όταν βαδίζεις με σκοπό: βιάζεσαι και κάθε εμπόδιο σε ενοχλεί. Να γιατί πρέπει να οικοδομήσουμε έναν πολιτισμό που θα βαδίζουμε περισσότερο, μα με λιγότερους σκοπούς. Να βαδίζουμε όχι «για να πάμε κάπου» - μα για να το απολαύσουμε. Ίσως τότε κατορθώσουμε και ένα-δυο πράγματα παραπάνω. Ίσως να μας σπάνε λιγότερο τα νεύρα. Είναι μια αρχή κι αυτό.

Τελικός προορισμός, το σούπερ μάρκετ. Το πρώτο πράγμα που έκανα, φτάνοντας σπίτι, ήταν να πλυθώ και ν’ αποτινάξω από πάνω μου την κάψα. Το δεύτερο – να βουτήξω ένα κουτάλι σ’ ένα μπολ με παγωτό.



Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19




Μοναστηράκι, Αθήνα, κάποια καλοκαιρινή σαββατιάτικη μέρα

21 Δεκεμβρίου 2014

Η κυρία, το παιδί και το ποδήλατο






Έφυγα απ’ τη δουλειά νωρίς. Έξω η βροχή μου επιφύλασσε ψυχρή υποδοχή. Έφτασα στον σταθμό με το ποδήλατο, μουσκεμένος και λαχανιασμένος. Ενώ περίμενα το τρένο, παρατηρούσα τους κυματισμούς της βροχής στον αέρα – έμοιαζαν σχεδόν με χιόνι. Απόλαυσα το γκρίζο τ’ ουρανού – παρεξηγημένο χρώμα, ταυτισμένο με την αρνητική διάθεση, τη μετριότητα και την αναποφασιστικότητα. Μα το νεφελώδες αυτό αμάλγαμα χρωμάτων έχει το προνόμιο ν’ αφήνει τη φαντασία σου ελεύθερη. Δε σου επιβάλλεται, σαν ορισμένα χρώματα περίλαμπρα και ματαιόδοξα, μα σα κάποιο σεντόνι καλύπτει το τοπίο γύρω σου – αφήνοντας σε να δεις ένα μέρος του μονάχα και το υπόλοιπο να το συμπληρώσεις όπως θες.

Το τρένο έφτασε μετά από λίγα λεπτά. Μπήκα με το ποδήλατο στο τελευταίο βαγόνι. Πολλής ο κόσμος μέσα, ζορίστηκα αρκετά να το στριμώξω σε ένα σημείο του διαδρόμου, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην εμποδίζω την κίνηση. Τα νερά έσταζαν από πάνω μου. Άκουσα τότε μουσική. Ήταν δυο παιδιά, ένα κορίτσι που έπαιζε ακορντεόν και ένα αγοράκι, 9-10 χρονών, γυροφέρνοντας με ένα πλαστικό μπουκάλι, ζητώντας χρήματα. Συνηθισμένο σκηνικό. Το αγοράκι ήταν ιδιαίτερα κοινωνικό. Πλησίαζε τον κόσμο χαμογελαστό και τον καλησπέριζε λέγοντας «γεια σου, τι κάνεις;». Με κάτι παλικάρια που στέκονταν κοντά μου και του είχαν δώσει ένα νόμισμα, αστειεύτηκε, δείχνοντας τους πως το νόμισμα είχε κολλήσει στο μπουκάλι του, μέσα στο καπάκι. Την ίδια ώρα μια μεσήλικη κυρία πλησίασε στην πόρτα της εξόδου και μου είπε: “Μπορείτε να πάτε λίγο πιο πέρα το ποδήλατο σας;”. Χώρος να περάσει υπήρχε, μα για να τη διευκολύνω το πήγα ακόμα παραπέρα – ίσα που χώραγα με το ποδήλατο, καταμεσής του πλήθους κι ενώ προσπαθούσα όλη την ώρα να μην αγγίξω κανέναν με τις ρόδες του.

Τότε το αγοράκι ήρθε προς το μέρος μου και το είδα να παρατηρεί με ενδιαφέρον το ποδήλατο. «Δεν ανάβει τώρα», μου είπε, κοιτάζοντας το μπροστινό του φως. Ντράπηκα. Δεν ήξερα τι να του πω. Το αγοράκι επεξεργάστηκε το ποδήλατο και απλώνοντας το χέρι στο πηδάλιο, έστριψε τις ταχύτητες. Χαμογέλασε. Αρκετά μαζεμένα, του χαμογέλασα και γω. Πραγματικά ένιωθα άβολα, μη σκοπεύοντας να του δώσω κάτι. Μα το αγοράκι δεν είχε τέτοιο σκοπό – ήταν γνήσια περιέργεια και κοινωνική διάθεση εκείνη που το υποκινούσε. Σαν αυτή που πολλές φορές κλειδαμπαρώνουμε σε κάποιο μυστικό σεντούκι, εμείς οι ενήλικες. Το αγοράκι προχώρησε παραπέρα, προς το τέρμα του βαγονιού.


***


Πέρασαν δυο λεπτά και επέστρεψε. Κοίταξε πάλι το ποδήλατο και το φως του. «Γιατί δεν ανάβει;», με ρώτησε. Ένιωθα περισσότερο άνετα τώρα. «Πρέπει να τρέχει για να ανάψει», του είπα. Φάνηκε να ικανοποιείται από την απάντηση μου. Άπλωσε το χέρι πάλι και έστριψε το πηδάλιο με τις ταχύτητες, χαμογελώντας. Του χαμογέλασα και γω. Τότε άκουσα τη φωνή της μεσήλικης κυρίας από πίσω μου. “Πάρτε πιο πέρα το ποδήλατο σας, μας λερώνετε επιτέλους!”. Γύρισα προς το μέρος της. Ντυμένη σε πορτοκαλί παλτό, με το μαλλί βαμμένο στα χρώματα του ήλιου. Ούτε μια σταγόνα πάνω της – ενώ ο ίδιος έσταζα. Πήγα ακόμα πιο πέρα το ποδήλατο, ενοχλημένος, σχεδόν χάνοντας την ισορροπία μου – κόντευα να πέσω. Χώρος να περάσει υπήρχε και με το παραπάνω. “Τι θέλετε να κάνω και γω;”, της λέω. Μα εκείνη συνέχιζε. “Να το πάτε πιο πέρα, δε βλέπετε πως μας λερώνετε;”. Kάποια άλλη γυναίκα λίγο πέρα έκανε «τσκ τσκ». Δεν κατάλαβα αν η αποδοκιμασία της ήταν απέναντι μου, ή απέναντι στην γυναίκα που διαμαρτυρήθηκε.

Τσαντισμένος λέω στη μεσήλικη, ενώ έβγαινε από την πόρτα. «Είστε κομπλεξική». «Εσύ είσαι ο κομπλεξικός», μου απαντάει και φεύγει.

Γύρισα θυμωμένος το βλέμμα μου. Ορίστε, προσπαθείς τόση ώρα να μην ενοχλήσεις κανέναν, μα στο τέλος κάποιος θα βρεθεί να σου γκρινιάξει. Το αγοράκι τότε (που είχε παρακολουθήσει τη σκηνή) με κοίταξε και είπε σοβαρά: «είναι κομπλεξική». Όλοι γύρω του το άκουσαν.

«Εντελώς», του απαντώ, όπως θα απαντούσα σ’ έναν φίλο. Και τότε εκείνο βγαίνει. Το τρένο συνέχισε τον δρόμο του και ο απρόσμενός μου σύμμαχος τον δικό του.

Γυρνώντας σπίτι, σκέφτηκα πως ήθελα να μοιραστώ το μικρό αυτό περιστατικό της καθημερινότητας, με πρωταγωνιστές ένα αγοράκι σ’ ένα τρένο και μια καλοντυμένη, μεσήλικη κυρία. 


Επίμετρο: Ένας φίλος που διάβασε την εξιστόρηση του περιστατικού αυτού μου ανέφερε πως του θύμισε τον "Κλέφτη Ποδηλάτων" - τη ξακουστή ταινία του ντε Σίκα. Ήταν κάτι που το σκέφτηκα και ο ίδιος, εκ των υστέρων. Αφού είχα επιστρέψει σπίτι, τη μέρα εκείνη και αναλογιζόμουν τις ιστορίες που πλάθει η καθημερινότητά μας.



original photo source